του Μαρτσέλο Βενετσιάνι — 3 Σεπτεμβρίου 2026
«Ξέρετε γιατί υπάρχουν τόσοι κομμουνιστές; Επειδή υπάρχει τόση αμορφωσιά». Αυτό συνήθιζε να λέει ο Αντόνιο, ένας ηλικιωμένος αγωνιστής της τοπικής κομματικής οργάνωσης στο χωριό μου. Και αμέσως μετά ανέμιζε ένα φύλλο της Secolo d’Italia, σαν αντίδοτο στην «αμορφωσιά». Σεβόμασταν τον ζήλο του, ίσως και επειδή ήταν καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο.
Ο Μπονατσίνι μού θύμισε κάπως εκείνον τον αγωνιστή του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος, ο οποίος πίστευε ότι ήταν μορφωμένος επειδή διάβαζε με ευλάβεια την κομματική του εφημερίδα και μπέρδευε τη στράτευση, την προπαγάνδα και την κομματική ένταξη με τη μόρφωση, την ενημέρωση και τον πολιτισμό.
Εκείνη την εποχή δεν γινόταν ακόμη λόγος για πολιτισμική ηγεμονία, μολονότι στην πράξη αυτή εξαπλωνόταν ήδη στα ανώτερα στρώματα του πολιτισμού, των εκδόσεων και των πανεπιστημίων, καθώς και στον κινηματογράφο και στις τέχνες, περισσότερο πάνω στο κύμα του ’68 παρά χάρη στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και στα στελέχη του. Στη συλλογική φαντασία της εποχής, πάντως, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν το κόμμα των φτωχών και των αμόρφωτων· περίπου όπως θεωρεί σήμερα ο Μπονατσίνι τη μεγάλη μάζα των δεξιών ψηφοφόρων.
Δεν αναμείχθηκα ούτε πρόκειται να αναμειχθώ στην πολεμική που ακολούθησε τη δήλωσή του, από αηδία και αδιαφορία εξίσου προς τις δύο πλευρές. Θα ήθελα, αντιθέτως, να σταθώ σε κάτι διαφορετικό: ήταν πράγματι προτιμότερη η στρατευμένη κουλτούρα μιας άλλης εποχής από την κοινή αντίληψη των ανθρώπων που διάβαζαν την πραγματικότητα χωρίς εκείνη την ιδεολογική διαμεσολάβηση;
Κοινή λογική εναντίον κομμουνισμού, θα λέγαμε τότε.
Ας επαναδιατυπώσω το ερώτημα, αφήνοντας κατά μέρος εκείνον που, χωρίς να το συνειδητοποιεί, το προκάλεσε: η μαζική αποπολιτιστικοποίηση της χώρας μας οφείλεται περισσότερο στον αμόρφωτο ρεαλισμό των απολιτικών ή στον άγρυπνο ιδεολογισμό των στρατευμένων, οι οποίοι πίστευαν ότι πολιτισμός ήταν η σεχταριστική, κομματική διαπαιδαγώγηση της μιας πλευράς; Ή, καλύτερα: ποιο από τα δύο προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά στον πολιτισμό;
Ναι, έβλαψαν και τα δύο —όπως, σε άλλους τομείς, πρόσφεραν και κάτι θετικό—, αλλά μεγαλύτερη ζημιά προκάλεσε ένα τρίτο φαινόμενο: η ηλίθια ευφορία, η εσκεμμένα ανέμελη και καταναλωτική διάθεση που καλλιέργησαν η τηλεόραση και τα μέσα ενημέρωσης, τα οποία κυριάρχησαν στη χώρα τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια.
Ας το παρουσιάσουμε, λοιπόν, ως μια διαδοχική εξέλιξη.
Στην αρχή υπήρχε η λαϊκή, καθολική, αστική, βιοτεχνική και αγροτική αμάθεια, η οποία τρεφόταν από την κοινή λογική, τις συνήθειες, τα κληρονομημένα ήθη, τις ηθικές και θρησκευτικές αρχές και τις παροιμίες. Παρέμενε επιφυλακτική απέναντι στην καλλιέργεια, περιοριζόταν στις απολύτως απαραίτητες σπουδές και, από εκεί και πέρα, όλα ήταν καρπός της δουλειάς, της καθημερινής ζωής και της εμπειρίας.
Έπειτα εμφανίστηκε το δεύτερο στρώμα που ήταν εξίσου εχθρικό προς την πραγματική καλλιέργεια: η ερμηνεία του κόσμου, της ζωής και της πολιτικής μέσα από το άκαμπτο σχήμα των καλών και των κακών, των αφεντικών και των δούλων, της αναγκαίας επανάστασης και της ιδεολογικής στράτευσης. Ένα σχήμα που παρεμβλήθηκε σαν καταρράκτης μπροστά στα μάτια και εμπόδιζε την επαφή με τον πολιτισμό — το στάδιο Μπονατσίνι ή, για να συνεννοούμαστε, το στάδιο του Αντόνιο, του οπαδού του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος.
Τέλος, ήρθε η αντικατάσταση του πολιτισμού από την ψυχαγωγία: η λατρεία των προσώπων της οθόνης, η ανάδειξη ενός προτύπου θεμελιωμένου στην ικανότητα κάποιου να «γράφει στο γυαλί» και η εξάλειψη της σκέψης. Αυτό ήταν το τρίτο στάδιο της μαζικής αποπολιτιστικοποίησης.
Και πιθανότατα δεν είναι το τελευταίο, αν σκεφτούμε τον ρόλο που διαδραματίζουν εδώ και μερικά χρόνια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσα από μια συσκευή μικρότερη, αλλά περισσότερο ύπουλη και διαδραστική: το έξυπνο κινητό τηλέφωνο.
Το κοινό των κοινωνικών δικτύων —παραλίγο να γράψω «ο όχλος των κοινωνικών δικτύων»— είναι, φυσικά, εξαιρετικά σύνθετο και χρειάζεται να διακρίνουμε διαφορετικά επίπεδα και τρόπους συμμετοχής. Ωστόσο, το πιο επιβλαβές κύμα που αναδύεται από αυτά είναι εκείνο το μείγμα αμάθειας και αλαζονείας, φθόνου και περιφρόνησης απέναντι σε όποιον θεωρείται λόγιος, «καθηγητής» ή διάσημο πρόσωπο.
Να τους, λοιπόν, να αναζητούν τη μπανανόφλουδα, τη χαραμάδα μέσα στην οποία θα χώσουν το βαρελότο, το σημείο όπου θα σκοντάψει και θα πέσει ο επώνυμος, ώστε κατόπιν να μπορούν να επιτεθούν σαν αγέλη, να τον βρίσουν, να τον συκοφαντήσουν και να τον σύρουν στη λάσπη —ευγενική λέξη για κάτι πολύ χειρότερο—, για να του πουν τελικά: «Είσαι σαν κι εμάς· ή, μάλλον, είσαι χειρότερος από εμάς».
Συναντά κανείς εκδηλώσεις μίσους και χαιρέκακης περιφρόνησης όχι μόνο προς τους διάσημους αλλά και προς τους αποκαλούμενους μορφωμένους και διανοουμένους. Κάποτε υπήρχε —και εξακολουθεί να υπάρχει— εκείνο που ο Βίκο αποκαλούσε «η αλαζονεία των λογίων». Σήμερα, όμως, έρπει μέσα στα κοινωνικά δίκτυα η αλαζονεία των αμαθών εναντίον οποιουδήποτε έχει τη φήμη σπουδαίου και αναγνωρισμένου λογίου.
«Κι αυτός είναι διανοούμενος; Αυτός είναι συγγραφέας; Αυτός θεωρείται μεγάλος; Μα όχι· ας τον σύρουμε στον υπόνομο. Όλα είναι προσποίηση και πόζα· είναι χειρότερος από εμάς».
Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, εκείνο που εξαφανίζεται είναι ο πολιτισμός. Στην καλύτερη περίπτωση, αντικαθίσταται από μερικές πληροφορίες κλεμμένες από τη Wikipedia, το ChatGPT ή την τεχνητή νοημοσύνη.
Με ποια πλευρά βρίσκονται όλοι αυτοί; Ο Μπονατσίνι —ή κάποιος αντίστοιχος— δεν θα είχε καμία αμφιβολία: θα έλεγε ότι βρίσκονται στη Δεξιά, ανάμεσα στους φασίστες. Κάποιος δεξιός, πάλι, δεν θα είχε επίσης καμία αμφιβολία: θα έλεγε ότι βρίσκονται ανάμεσα στους woke, στην Αριστερά, στους κομμουνιστές ή στους αντιφασίστες.
Στην πραγματικότητα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το φαινόμενο διαπερνά οριζόντια όλες τις παρατάξεις. Αν περιηγηθείς ανάμεσα στις ύβρεις και στις επιθέσεις που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις τους τυφλούς αντιδραστικούς από τους στενόμυαλους προοδευτικούς, τους καταρρέοντες φαλλοκράτες από τους υστερικούς ομοφυλοφίλους ή τις υστερικές φεμινίστριες.
Είναι το συνολικό επίπεδο που υποχωρεί. Χρειάζεται, βεβαίως, να αποφεύγουμε πάντοτε τις γενικεύσεις, να κάνουμε τις αναγκαίες διακρίσεις και να μη μετατρέπουμε όλα τα κοινωνικά δίκτυα σε ένα ενιαίο fascio ή σε ένα σοβιέτ.
Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι αυτές οι διαδοχικές επιστρώσεις δημιούργησαν ένα σκληρό, ροζιασμένο περίβλημα δυσανεξίας και αδιαφορίας απέναντι στον πολιτισμό. Μια κατάσταση που απλώς μετριάζεται από ορισμένα ποπ υποκατάστατα, τα οποία προσφέρουν άλλοθι γνώσης μέσω των τηλεοπτικών βιβλιοπωλών και των εμπόρων μιας φτηνής ημιμάθειας.
Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να απαιτεί ολόκληροι πληθυσμοί να είναι καλλιεργημένοι ούτε υψηλά επίπεδα μόρφωσης να εκτείνονται σε όλη τη μάζα. Ο πολιτισμός υπήρξε πάντοτε ένα ελιτίστικο φαινόμενο, το οποίο αναπτύσσεται σε στρώματα και σχηματίζει μια πυραμίδα. Στην πλατιά της βάση βρίσκεται η οπτική και η μουσική κουλτούρα. Ακολουθούν η ιστορική γνώση και η εκλαΐκευση και, καθώς ανεβαίνουμε, φτάνουμε στα υψηλότερα επίπεδα της ανάγνωσης, της σκέψης και της έρευνας, όπου ο αριθμός των ανθρώπων μειώνεται, ενώ η ποιότητα αυξάνεται.
Ένας πολιτισμός, όμως, μπορεί να ονομάζεται πραγματικά πολιτισμός μόνον εφόσον αναγνωρίζει αυτή την πυραμίδα· εφόσον διακρίνει τα πεδία, τα επίπεδα, τις διαβαθμίσεις, ακόμη και τις ιεραρχίες, καθώς και τη διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα και την ποιότητα. Και εφόσον γνωρίζει να ξεχωρίζει τα περαστικά φαινόμενα από τις παρουσίες που διαρκούν, τους δασκάλους από τους influencers, τα αριστουργήματα από τα ευπώλητα βιβλία.
Υπάρχουν, βέβαια, και παραδείγματα υψηλού πολιτισμού που γίνονται ταυτόχρονα λαϊκά: από τον Όμηρο έως τον Δάντη, από το θέατρο του Σαίξπηρ έως την ποίηση ορισμένων κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, όπως το Ιράν, και ορισμένα σπουδαία λαϊκά μυθιστορήματα. Για να μη μιλήσουμε για καλλιτέχνες, ζωγράφους και μουσικούς που άγγιξαν τις κορυφές της ομορφιάς, χωρίς να χάσουν την ικανότητά τους να γοητεύουν ακόμη και ολόκληρους λαούς.
Μέσα σε όλα αυτά, η πολιτισμική ηγεμονία είναι ένα μάλλον ευτελές πράγμα, ακόμη κι αν ορισμένες φορές βαραίνει υπερβολικά και καταλαμβάνει πολύ χώρο. Όπου αυξάνεται η εξουσία, μειώνεται η ποιότητα του πολιτισμού. Και όπου ο σκοπός του πολιτισμού υποτάσσεται σε ένα σχέδιο ελέγχου, επιβολής και κοινωνικής καθοδήγησης, ο πολιτισμός γίνεται ολοένα πιο γκρίζος, δουλοπρεπής και μικρόψυχος.
Η εξουσία διαθέτει δύο τρόπους για να βλάπτει τον πολιτισμό: είτε αρνείται κάθε αξιοπρέπεια και αξία του είτε αξιώνει να τον κατευθύνει, να τον φιλτράρει και να τον διοχετεύσει σε προκαθορισμένα κανάλια.
Χωρίς να το αντιληφθώ, μόλις μίλησα για τη Δεξιά και την Αριστερά όταν βρίσκονται στην εξουσία.
Πηγή: https://www.ariannaeditrice.it/articoli/tra-la-cultura-e-la-barbarie-c-e-in-mezzo-l-ignorantita

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου