Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 8

Συνέχεια από Τετάρτη 26. Αυγούστου 2026

 

Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας
Τόμος VII
Ο ΜΕΣΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ 8
Giovanni Reale
Εκδόσεις Bompiani

ΕΝΟΤΗΤΑ III


Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΟΙ «ΤΡΕΙΣ ΑΡΧΕΣ» ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ

Η επαναπρόσληψη από τους Μεσοπλατωνικούς θεμελιωδών εννοιών της κοσμολογίας του πλατωνικού «Τιμαίου»

1. Οι τρεις αρχές

Ο αισθητός κόσμος, κατά τους Μεσοπλατωνικούς, δεν αποτελεί απλώς μια καθαρή απορροή ή ένα επιφαινόμενο του υπεραισθητού. Για να εξηγηθεί, απαιτεί «τρεις αρχές»: εκτός από τον Θεό και τις Ιδέες, χρειάζεται μια «τρίτη αρχή», την οποία συνιστά η ύλη.
Η ύλη νοείται τόσο με βάση τον πλατωνικό Τίμαιο όσο και υπό το πρίσμα των περαιτέρω αριστοτελικών κατακτήσεων.

Κατά συνέπεια, επανέρχονται οι περίφημες εικόνες με τις οποίες ο Πλάτων χαρακτήριζε την ύλη, όπως λόγου χάρη η «τροφός», η «μήτρα» και η «χώρα», έχοντας όμως περάσει πλέον από το φίλτρο των αριστοτελικών εννοιών του «υποκειμένου» και της «δυνάμει υπάρξεως».¹
Για ακόμη μία φορά, οι φιλόσοφοι του «κύκλου του Γαΐου» είναι εκείνοι που μας παρέχουν τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα σχετικά με το συγκεκριμένο πρόβλημα.


Ο συγγραφέας του Διδασκαλικού γράφει:


Ο Πλάτων την αποκαλεί εκμαγείο, πανδεχές υποδοχείο, τροφό, μητέρα, χώρα και υποκείμενο, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό μέσω της αισθήσεως, αλλά συλλαμβάνεται μόνο με έναν νόθο λογισμό. Έχει την ιδιότητα να υποδέχεται κάθε διαδικασία γενέσεως, επιτελώντας τη λειτουργία της τροφού, καθώς δέχεται τις γενέσεις και φιλοξενεί όλες τις μορφές, ενώ η ίδια καθ’ εαυτήν δεν διαθέτει ούτε σχήμα ούτε ποιότητα ούτε μορφή. Πλασμένη και διαμορφωμένη από τις μορφές αυτές σαν εκμαγείο και λαμβάνοντας από αυτές τον προσδιορισμό της, δεν διαθέτει δικό της σχήμα ή ποιότητα. Πράγματι, δεν θα ήταν κατάλληλη να δέχεται ποικίλα αποτυπώματα και σχήματα, εάν δεν ήταν καθ’ εαυτήν άποια και στερημένη από τις μορφές τις οποίες πρόκειται να υποδεχθεί. Βλέπουμε άλλωστε ότι και όσοι παρασκευάζουν αρωματικές αλοιφές με βάση το λάδι χρησιμοποιούν το λιγότερο εύοσμο λάδι, και ότι όσοι θέλουν να πλάσουν μορφές από κερί ή πηλό λειαίνουν τα υλικά αυτά και τα καθιστούν όσο το δυνατόν πιο άμορφα. Αρμόζει, επιπλέον, η ύλη, ως πανδεχές υποδοχείο, εφόσον πρέπει να δεχθεί τις μορφές σε ολόκληρη την έκτασή της, να μη μετέχει καθόλου στη φύση τους, αλλά να είναι άποια και άμορφη, ώστε να μπορεί να τις υποδέχεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ύλη δεν είναι ούτε σώμα ούτε ασώματη, αλλά είναι δυνάμει σώμα, όπως λέγεται ότι ο χαλκός είναι δυνάμει άγαλμα, επειδή θα γίνει άγαλμα όταν λάβει τη μορφή.²

Ο Apuleius προσθέτει τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

Ο Πλάτων επισημαίνει ότι η ύλη πρέπει να είναι αγέννητη και άφθαρτη· ότι δεν είναι ούτε φωτιά ούτε νερό ούτε κάποια άλλη από τις πρωταρχικές αρχές ή τα στοιχεία, αλλά είναι προγενέστερη από όλα· ότι είναι ικανή να δέχεται μορφή και σχήμα και, επιπλέον, ότι είναι ακατέργαστη και στερημένη μορφικών προσδιορισμών: ο δημιουργός Θεός είναι εκείνος που τη διαμορφώνει στο σύνολό της. Ο Πλάτων τη θεωρεί άπειρη· πράγματι, ό,τι είναι άπειρο δεν έχει καθορισμένο όριο ως προς το μέγεθός του και, επομένως, επειδή η ύλη στερείται ορίου, μπορεί δικαίως να θεωρηθεί απεριόριστη. Ο Πλάτων, ωστόσο, δεν δέχεται ότι είναι ούτε σωματική ούτε ασώματη· δεν τη θεωρεί σώμα, επειδή κανένα σώμα δεν μπορεί να είναι άμορφο· από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι είναι ασώματη, επειδή τίποτε το ασώματο δεν μπορεί να εμφανίζεται ως σώμα. Του φαίνεται όμως ότι είναι σώμα δυνάμει και κατά λόγον· γι’ αυτό δεν μπορεί να συλληφθεί ούτε μόνο με την αφή ούτε μόνο με τον λογικό στοχασμό. Πράγματι, τα σώματα γνωρίζονται, χάρη στην ενάργειά τους, με έναν συγγενή προς αυτά λογισμό, ενώ ό,τι στερείται σωματικής ύλης συλλαμβάνεται με τους λογισμούς. Επομένως, η ιδιαίτερη φύση αυτής της ύλης συλλαμβάνεται μέσω μιας νόθας και τρόπον τινά αμφίσημης εικασίας.³

2. Το πρόβλημα της ερμηνείας της γένεσης του κόσμου, όπως παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα στον «Τίμαιο»

Η γένεση του κόσμου ερμηνεύεται από τους Μεσοπλατωνικούς σύμφωνα με το σχήμα του Τιμαίου, δηλαδή ως ενέργεια του Δημιουργού, ο οποίος επιβάλλει «τάξη» στην «αταξία» της ύλης, με βάση το παράδειγμα των Ιδεών.

Ο Πλούταρχος γράφει, παραδείγματος χάριν:

Η γένεση [του κόσμου] δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εικόνα του Είναι μέσα στην ύλη· το γίγνεσθαι αποτελεί μίμηση του Είναι.⁴

Ακόμη και οι επιμέρους λεπτομέρειες της αφήγησης του Τιμαίου γίνονται δεκτές και επαναλαμβάνονται σχεδόν κατά λέξη. Ωστόσο, γύρω από ένα θεμελιώδες ζήτημα ξέσπασε μεγάλη διαμάχη. Όταν ο Πλάτων μιλούσε για τη «γένεση του κόσμου» —και, επομένως, για τη γένεση της ψυχής του κόσμου—, εννοούσε άραγε ότι ο κόσμος είχε πραγματικά μια αρχή, δηλαδή μια χρονική έναρξη, ή μήπως περιέγραφε τη γένεση του κόσμου αποβλέποντας απλώς στο να καταστήσει σαφή, μέσω εικόνων και φανταστικών παραστάσεων, μια διαφορετική τάξη νοημάτων;

Με άλλα λόγια: πρέπει η αφήγηση της γένεσης του κόσμου να εκληφθεί κατά γράμμα ή ως αλληγορία;

Το πρόβλημα είχε ήδη συζητηθεί στην Αρχαία Ακαδημία, εξαιτίας των επικρίσεων του Αριστοτέλη, ο οποίος πρώτος υποστήριξε την αιωνιότητα του κόσμου και καταλόγισε στον Πλάτωνα τον παραλογισμό ότι δέχεται έναν κόσμο που «γεννήθηκε» και ο οποίος, ωστόσο, «δεν θα αφανιστεί». Γνωρίζουμε επίσης ότι οι αρχαίοι Ακαδημαϊκοί είχαν υποστηρίξει με ευρηματικότητα ότι η πλατωνική αφήγηση είχε διδακτικό χαρακτήρα και ότι αποσκοπούσε απλώς στο να καταστήσει παραστατικά σαφή την οντολογική δομή του κόσμου.⁵

Στο πλαίσιο του Μεσοπλατωνισμού δόθηκαν στο πρόβλημα τρεις διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες λύσεις: μία «αλληγορική», μία «κυριολεκτική» και μία «σύνθετη», τις οποίες θα παρουσιάσουμε διαδοχικά.

3. Αλληγορική ερμηνεία της γένεσης του κόσμου

Ίσως ήδη ο Εὔδωρος επανέφερε την αλληγορική ερμηνεία,⁶ ενώ ο συγγραφέας του Διδασκαλικού την εξέθεσε με ιδιαίτερη σαφήνεια. Ιδού το κείμενο:

Όταν ο Πλάτων λέει ότι ο κόσμος είναι «γενητός», αυτό δεν πρέπει να εννοηθεί με την έννοια ότι υπήρξε κάποτε χρόνος κατά τον οποίο ο κόσμος δεν υπήρχε, αλλά μάλλον με την έννοια ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αδιάκοπο γίγνεσθαι και φανερώνει μια αιτία προγενέστερη από την ίδια του την ύπαρξη. Ούτε την ψυχή του κόσμου, η οποία είναι αιώνια, τη δημιουργεί ο Θεός, αλλά της προσδίδει τάξη· θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι τη δημιουργεί υπό την έννοια ότι την αφυπνίζει, στρέφοντας προς τον εαυτό του τον νου της ψυχής και την ίδια την ψυχή, σαν να την ανακαλεί από βαθύ λήθαργο ή ύπνο, ώστε αυτή, προσηλώνοντας το βλέμμα της στα νοητά, να δεχθεί από αυτά τις Ιδέες και τις μορφές, από πόθο για τις νοήσεις του Θεού.⁷

Επομένως, το να λέμε ότι ο κόσμος γεννήθηκε —και άρα ότι ζει— σημαίνει δύο πράγματα:
ότι παρασύρεται αδιάκοπα στη διαδικασία της γένεσης·
επιπλέον, ότι δεν είναι αυτάρκης και, συνεπώς, εξαρτάται από μια ανώτερη αρχή. Αντίστοιχα, το να λέμε ότι γεννήθηκε η Ψυχή του κόσμου σημαίνει ότι αυτή εξαρτάται από μια ανώτερη αρχή, η οποία την κάνει να υπάρχει.


Ο Apuleius, ακολουθώντας μια παράλληλη ερμηνεία, διευκρινίζει κατόπιν ότι ο κόσμος, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι αγέννητος, μπορεί να «φαίνεται γενητός», επειδή όλα ανεξαιρέτως τα πράγματα που τον συγκροτούν γεννιούνται. Πρόκειται για θέση την οποία βρίσκουμε, με διαφορετικές αποχρώσεις, και στον Calvenus Taurus καθώς και σε άλλους Μεσοπλατωνικούς.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι μια σελίδα από τον Φιλόπονο, η οποία εκθέτει τη θέση που υιοθέτησε ο Calvenus Taurus σχετικά με το ζήτημα και εκφράζει με παραδειγματικό τρόπο τη θέση αυτής της κατεύθυνσης:

Για ποιους λόγους, λοιπόν, ο Πλάτων υποθέτει ότι ο κόσμος είναι «γενητός», μολονότι είναι «αγέννητος»; Οι λόγοι είναι δύο και αμφότεροι φιλοσοφικοί. Ο πρώτος προτρέπει στη θρησκευτική ευσέβεια, ενώ ο δεύτερος υιοθετήθηκε για λόγους σαφήνειας. Έχοντας επίγνωση ότι οι περισσότεροι θεωρούν αιτία μόνο ό,τι προηγείται χρονικά και ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνει, πιστεύουν πως δεν μπορεί να πρόκειται για αιτία —γεγονός από το οποίο προκύπτει κίνδυνος για την παραδοχή της ύπαρξης της πρόνοιας—, ο Πλάτων, θέλοντας αντιθέτως να υποστηρίξει τη διδασκαλία ότι ο κόσμος κυβερνάται από την πρόνοια, αφήνει σιωπηρά να εννοηθεί, σε όσους μπορούν να κατανοήσουν και άλλα είδη αιτίων, ότι ο κόσμος είναι χρονικά «αγέννητος»· σε όσους όμως δεν είναι ικανοί να το κατανοήσουν, παρουσιάζει τον κόσμο ως «γενητό» και τους παρακαλεί να το πιστέψουν, ώστε να πιστέψουν συγχρόνως και στην πρόνοια.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα πράγματα για τα οποία γίνεται λόγος καθίστανται σαφέστερα, εάν τα εξετάζουμε σαν να ήταν «γενητά». Κατά τον ίδιο τρόπο, ακόμη και τα σχήματα, μολονότι δεν είναι σύνθετα, τα συνθέτουν σαν να ήταν «γενητά». Τον κύκλο, επειδή είναι απλούστερο σχήμα, ο Ευκλείδης τον όρισε ως «σχήμα που περικλείεται από μία μοναδική γραμμή, στο οποίο όλες οι ευθείες που ξεκινούν από ένα μοναδικό εσωτερικό σημείο και καταλήγουν επάνω της είναι ίσες μεταξύ τους». Τη σφαίρα, αντιθέτως, θέλοντας να την παρουσιάσει σαν να ήταν «γενητή», την όρισε ως «ημικύκλιο που περιστρέφεται γύρω από μια σταθερή διάμετρο, έως ότου επιστρέψει στην αρχική του θέση». Αν όμως ήθελε να μιλήσει για μια ήδη υπάρχουσα σφαίρα, θα την είχε ορίσει ως «σχήμα που περικλείεται από μία μοναδική επιφάνεια, στο οποίο όλες οι ευθείες που ξεκινούν από ένα μοναδικό εσωτερικό σημείο και καταλήγουν επάνω της είναι ίσες μεταξύ τους». Ο Πλάτων συνηθίζει, για λόγους σαφήνειας, να παρουσιάζει τα πράγματα ως «γενητά». Έτσι και στην Πολιτεία παρουσιάζει την πόλη ως «γενόμενη», για να καταστήσει σαφέστερη, μέσα στη δομή της, τη γένεση της δικαιοσύνης.⁸


4. Κυριολεκτική ερμηνεία της γένεσης του κόσμου


Σημειώσεις:


1 Για το πρόβλημα, πρβλ. Reale, Per una nuova interpretazione di Platone²², ό.π., σσ. 598-633.
2 Διδασκαλικός, VIII, 2-3.
3 Apuleius, De Plat., II, 191 κ.ε.
4 Πλούταρχος, De Is. et Osir., 372f.
5 Πρβλ. Αριστοτέλης, De caelo, I, 10, 279b 32 κ.ε. = Σπεύσιππος, απ. 94 Isnardi Parente.
6 Πρβλ. Εὔδωρος, απ. 6 Mazzarelli-Vimercati.
7 Διδασκαλικός, XIV, 3.
8 Φιλόπονος, De aeternitate mundi, VI, 21 = Calvenus Taurus, 26 T Gioè, μτφρ. Vimercati. Βλ. επίσης 25, 27 και 28 T Gioè.

Δεν υπάρχουν σχόλια: