Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (15)

Συνέχεια από Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Ενώ φύση και «πολιτισμός» (Kultur) αντιπαρατίθενται σφόδρα στο προκείμενο παράδειγμα, στη σύλληψή του για το ψυχικό όργανο ο Soemmerring καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες, να επιτύχη μια σύνθεση μεταξύ ανατομίας και μεταφυσικής. Το πρόβλημα της εκφραζόμενης με τον homo duplex, καρτεσιανής εν τέλει διχοτόμησης μεταξύ σώματος και ψυχής τον απασχολεί σε διάφορες εργασίες μετά το 1790, όπου και προτείνει δυό εκδοχές μιας θεωρίας περί τού ψυχικού οργάνου, την πρώτη περισσότερο παραδοσιακή, τη δε δεύτερη σε συνδυασμό με τις πιο πρόσφατες τάσεις τής φυσιολογίας, αναζητώντας ταυτόχρονα έναν σύνδεσμο μεταξύ μεταφυσικής και εμπειρικών ερευνών. Αυτή η τελευταία θεωρία τού ψυχικού οργάνου ζητούσε να κατασκευάση έναν ορισμό, που θα εξηγούσε και θα ερμήνευε τόσο μεταφυσικά όσο και κοινωνικά, και κατά φυσικό τελικά τρόπο τον άνθρωπο. Και γνώριζε ασφαλώς καλά ο Soemmerring, ότι αυτή η μεθοδική του «διαπλοκή» μεταξύ εμπειρικής ανατομίας και μεταφυσικής φυσιολογίας, ο συνδυασμός βιολογικής και μεταφυσικής φύσης έκρυβε πολλούς «κινδύνους».

Στο ανατομικό του εγχειρίδιο, που εκδίδεται το 1791, ο Soemmerring προσπαθεί να φέρη σε συμφωνία τους δικούς του συλλογισμούς περί ποσοτικής διαπίστωσης των πνευματικών ικανοτήτων με την παραδοσιακή άποψη περί ψυχικού οργάνου. Μια διαφοροποίηση λοιπόν μεταξύ «έδρας τής αισθήσεως και (ψυχικής) έντασης ή κοινού αισθητηρίου ή, με μια λέξη, της έδρας τής ψυχής» δεν είναι κατ’ αυτόν απαραίτητη. Κι αυτό είναι τυπικό για τις αλλαγές που υπέστη ο καρτεσιανισμός, μέχρι τις συζητήσεις για την ανατομία τού εγκεφάλου τού όψιμου 18ου αιώνα,. Δεν είχε μεγάλη σημασία, αν αντιλαμβάνονταν ως res cogitans (σκεπτόμενη) ή res extensa (εκστατική) την ψυχή˙ ακόμα δε και η υπόδειξη του Καρτέσιου, ότι δεν είναι δυνατόν να αποδοθή ένας συγκεκριμένος τόπος σε κάποιο άυλο πράγμα και είναι προτιμότερο να αποδέχεται κανείς μια παρουσία τής ψυχής σε ολόκληρο το σώμα, παρ’ όλο που θά ’πρεπε ασφαλώς να υπάρχη ένα κεντρικό σημείο αλληλεπίδρασης ψυχής και σώματος – ακόμα κι αυτή η διαφοροποίηση δεν έπαιζε κανέναν ρόλο. Ο Soemmerring δεν αποδέχεται κανέναν δυαλισμό με την καρτεσιανή έννοια, χωρίς ωστόσο να προσχωρή και σ’ έναν υλισμό με την έννοια του La Mettries ή του Holbach. Βασικό είναι δε σ’ αυτόν το ότι τα ανατομικο-φυσιολογικά κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία κατασκευάζει το όργανο της ψυχής, κινούνται μέσα στο φάσμα τών καρτεσιανών αρχών. Αυτές τις αρχές ακολουθούν τόσο η προέλευση των εγκεφαλικών νεύρων, όσο και το αδιαίρετο του ψυχικού οργάνου και τα διάφορα παθολογικά ευρήματα στον εγκέφαλο.

Για να προσθέση όμως και κάποιους ακόμα συλλογισμούς ο Soemmerring, που υπερβαίνουν εκείνους τού Καρτέσιου. Αυτό ωστόσο που φαίνεται σαν ένα σύγχρονο ερευνητικό πρόγραμμα μέσα απ’ την απαραίτητη ιστορική απόσταση, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια ένδειξη της αργής διαδικασίας κατάλυσης της θεωρίας τού ψυχικού οργάνου. «Δεν θά ’πρεπε να έχη το κάθε μέρος τού εγκεφάλου τη δική του, ιδιαίτερη χρησιμότητα;», αναρωτιέται ο Soemmerring, για να δώση αμέσως ο ίδιος την απάντηση, ότι «οι προσεχτικά παρατηρούμενες πνευματικές ασθένειες, συνδυασμένες με μιαν ακριβή έρευνα στον εγκέφαλο [...] είναι και τα μόνα που μπορούν να φωτίσουν εδώ το θέμα μας». Κι αυτό το ερώτημα υπερβαίνει πράγματι την αρχική αντίληψη για τον εγκέφαλο ως όργανο της ψυχής. Η παθολογία μάς οδηγούσε δηλ. τότε αποκλειστικά στο να αναρωτηθούμε, αν η βλάβη τού εκλαμβανομένου ως ψυχικού οργάνου μέρους τού εγκεφάλου οδηγούσε στην απώλεια της συνείδησης ή και στον θάνατο. Ο συνδυασμός όμως τώρα τών πιο διαφορετικών πνευματικών παθήσεων με έναν εντοπισμό τους στον ίδιο τον εγκέφαλο, και όχι πλέον απαραιτήτως με εμπόδια ροής τού ζωτικού πνεύματος (Spiritus animalis) ή και με παθήσεις άλλων οργάνων, αποτελεί μιαν αποκεκριμένη (ακόμα) και δειλή ένδειξη μιας θεμελιακής διαδικασίας μετασχηματισμού, η οποία και θα πραγματοποιηθή λίγα μόλις χρόνια αργότερα, με πολύ σημαντικές συνέπειες, από τον Gall. Ο ίδιος ο Soemmerring συνεχίζει στον ελάχιστο βαθμό τούς συλλογισμούς του, αναρωτώμενος π.χ. για το «αν η εξάσκηση και η ενδεχόμενη καταπόνηση των πνευματικών δυνατοτήτων [...] μεταβάλλουν και την υλική δομή τού εγκεφάλου». Θεωρεί δε την άποψη ότι η έμφυτη τελικά διαφορά τού εγκεφάλου επηρεάζει τη διαφορά τών ατόμων ως προς τις κλίσεις, τις έμφυτες πνευματικές τους ικανότητες και τα ήθη και έθιμα, εξίσου πιθανή όπως και την παραδοχή, ότι «ιδιαίτερες πνευματικές δυνάμεις» σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη συγκεκριμένων τμημάτων στον εγκέφαλο.

Θα ήταν ασφαλώς εσφαλμένο, να θεωρήσουμε σε μια τέτοια «σειρά» χαλαρών συλλογισμών, μια προγραμματισμένη, ας πούμε, βάση για ένα ολόκληρο πρότυπο της εγκεφαλικής λειτουργίας. Η απλή συμπαράθεση ενός υλικού, που αποτελείται από τις εμπειρίες ή και τη γενικώτερη «ευρυμάθεια» του συγκεκριμένου συγγραφέα – κάποιες κλινικές δηλ. παρατηρήσεις, ή κάποιο αναλογικό προς την καθημερινότητα συμπέρασμα, αλλά και κάποια ανατομικά συμπεράσματα – δεν οδηγεί παρά στην εξής, γενικότατη διαπίστωση: Η ποικιλία που παρατηρείται, τόσο φυλετικά όσο και ατομικά, στην εικόνα ενός εγκεφάλου σχετίζεται με την ποικιλία τών πνευματικών δυνατοτήτων που παρατηρούνται σε συγκεκριμένα είδη, φυλές ή και άτομα, χωρίς να είναι ωστόσο απαραίτητο να προχωρήσουμε και σε διαφοροποιημένες αναζητήσεις και έρευνες. Για μιαν αυθεντία τής ανατομίας, όπως υπήρξε ο Soemmerring, ήταν σχεδόν υποχρεωτικό, να διατυπώση ποικίλες απόψεις, καθώς και να παραθέση πλήθος παραπομπές απ’ την τρέχουσα βιβλιογραφία. Όχι πως ο ίδιος «εκινείτο» κάτω απ’ το επίπεδο του καιρού του, το αντίθετο μάλιστα: Βρισκόταν μέσα ακριβώς στα πλαίσια μιας γνώσης, που ήταν απαραίτητη για την απαιτούμενη ιεραρχική ταξινόμηση (ειδών, φυλών, ακόμα και ατόμων...). Δεν μπορούμε ωστόσο να συμπεράνουμε απ’ τα κείμενά του, πως τα ερωτήματα για μια διαφοροποιημένη εγκεφαλική λειτουργία βρίσκονταν στο κέντρο τού γενικότερου ερευνητικού ενδιαφέροντος. Ένας παρόμοιος προβληματισμός φαίνεται να απουσιάζη, τόσο απ’ τον Soemmerring όσο και απ’ τους συγχρόνους του, καθώς δεν εκτελούνται αντίστοιχα πειράματα. Τα «Πειράματα για τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό» τού Justus Arnemann, το έτος 1787, αποτελούν εδώ την εξαίρεση. Ενώ υπάρχουν, αντίθετα, αμέτρητα πειράματα, ακόμα και του ίδιου του Soemmerring, για τον ηλεκτρισμό τών ζώων, ως συνέχεια των πειραμάτων τών Galvani και Volta. Ο εγκέφαλος έχει ακόμα εδώ, ως επιστημονικό αντικείμενο πειραματικών χειρισμών, έναν συγκριτικά πολύ μικρότερο ρόλο.

( συνεχίζεται, με το επόμενο υπο-κεφάλαιο: «Πέρα απ’ το όργανο της ψυχής» )

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (14)

Συνέχεια από Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»


ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ


Η ανατομία τού εγκεφάλου προσπαθούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, να προσδιορίση υλικά, με όλο και μεγαλύτερη «ορμή», τη διαφορά μεταξύ ζώου και ανθρώπου. Ο δε Soemmerring κατόρθωσε να διατυπώση μια «νόμιμη» θεωρία, την οποία δεν θα αναιρούσαν αμέσως παραδείγματα της συγκριτικής ανατομίας, ή δεν θα τη σχετικοποιούσαν τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό: «Μπορούμε να πούμε πως ο άνθρωπος έχει τον μεγαλύτερο εγκέφαλο μόνον επειδή διαθέτει ταυτόχρονα και τα μικρότερα εγκεφαλικά νεύρα». Μ’ αυτόν τον «κανόνα» δεν διατυπώθηκε απλώς και μόνο ποσοτικά η διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον εγκέφαλο των ζώων, αλλά ο Soemmerring πίστευε πως εύρισκε και στους νέγρους μεγαλύτερα εγκεφαλικά νεύρα απ’ ό,τι στους Ευρωπαίους. Αυτός ο «ανταγωνισμός» νεύρων και εγκεφάλου συνετέλεσε στο να προσδιοριστούν σωματικά χαρακτηριστικές μηχανικές, αισθητηριακές και ενστικτώδεις ικανότητες των ζώων (αλλά και των νέγρων κατά τον Soemmerring) καθώς και οι θεωρούμενες ως ανώτερες πνευματικές και πολιτιστικές ικανότητες των Ευρωπαίων, «προσφερόμενες» στο ανατομικό μαχαίρι τής ανατομίας.

Η αντιπαράθεση φύσεως και πνεύματος αντικαθίσταται εδώ, φαινομενικά παράδοξα, με την αντιπαράθεση νεύρων και εγκεφάλου. Πρόκειται ωστόσο στην πραγματικότητα για την ανανέωση ενός τρέχοντος «τόπου» (Topos), τον οποίον και μεταφέρει ο Soemmerring στην εγκεφαλική έρευνα. Ο Diderot μιλά π.χ. με παρόμοιο τρόπο για δυό άκρα: «Ο άνθρωπος της φύσης είναι δημιουργημένος έτσι, ώστε να σκέπτεται λίγο και να πράττη πολύ ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης σκέπτεται, αντίθετα, πολύ και κινείται λίγο». Ενώ όμως ο Diderot διατηρεί συνειδητά αυτόν τον διαχωρισμό μεταξύ φύσεως και πνεύματος σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, η παρόμοια αιτιολογημένη προσπάθεια διάκρισης ενός ανατόμου καθίσταται αμέσως ένας ανατομικο-φυσιολογικός «νόμος», αποκτώντας έτσι ένα εντελώς διαφορετικό ειδικό βάρος.

Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι, ακόμα και χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω στην ανθρωπολογική διάσταση του έργου τού Soemmerring, η βιολογική («φυσική») φύση τού ανθρώπου συνενώνεται (συμφύρεται) εδώ με την ηθική και πνευματική του φύση, κάτι που συντελείται μάλιστα στο πεδίο τής ανατομίας τού εγκεφάλου, η οποία και υφίσταται η ίδια μια σημαντική μετατροπή. Δεν είναι ασφαλώς έργο τού ανατόμου «να διερευνήση τούς ηθικούς λόγους ή αιτίες μιας τόσο προφανούς και εντυπωσιακής πραγματικότητας (της διαφοράς δηλ. ανάμεσα στους ανθρώπους)», μπορεί ωστόσο να αναρωτηθή για το «αν υπάρχουν στη δομή και την κατασκευή τού σώματος κάποιες αξιόπιστες, συγκεκριμένες και χαρακτηριστικές, και όχι απλώς τυχαίες διαφορές, που να τοποθετούν (δικαίως) τούς νέγρους σ’ ένα πιο χαμηλό σκαλοπάτι στον θρόνο τής ανθρωπότητας». Η «κρίση» αυτή ενισχύεται μάλιστα απ’ την «αρμοδιότητα» ενός επιστήμονα, που ισχυρίζεται πως δεν ακολουθεί ο ίδιος κανενός είδους «ειδικά συμφέροντα». Καθώς γράφει ο ίδιος στην καινούργια, έναν μόνο χρόνο μεταγενέστερη, έκδοση του κειμένου του, ότι: «Μου ήταν τελικά αδιάφορο, να ισχυριστώ το ποιος απ’ τους δύο, ο λευκός ή ο νέγρος βρίσκεται πιο κοντά στον πίθηκο, κι αναζητούσα μόνο τις αιτίες για κάτι τέτοιο καθ’ όσον όμως συνέχιζα με απόλυτη ανιδιοτέλεια την έρευνά μου, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμουν ότι κάτι τέτοιο ίσχυε εμφανώς για τους νέγρους».

Δεν αναφέρεται χωρίς λόγο ο Soemmerring στην ανιδιοτέλεια των επιστημονικών του ερευνών και συμπερασμάτων, καθώς είχαν ήδη προκύψει σοβαρές κατηγορίες. Γι’ αυτό και αισθάνεται υποχρεωμένος να αποφύγη την εντύπωση, ότι τα συμπεράσματά του θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως νομιμοποίηση μιας απάνθρωπης μεταχείρισης των νέγρων ως σκλάβων: «Για να προλάβω κάθε απεχθές συμπέρασμα και παρεξήγηση, επαναλαμβάνω άλλη μια φορά, ότι οι νέγροι είναι αληθινοί άνθρωποι, όπως ακριβώς και εμείς (οι λευκοί...)». Ακόμα όμως κι όταν παραδέχεται ο Soemmerring την καταγωγή όλων τών ανθρώπων από έναν πρωτόγονο άνθρωπο, οι άνθρωποι «είτε εξευγενίστηκαν σε Ευρωπαίους, είτε εκφυλίστηκαν σε νέγρους».

Ενώ όμως ο Soemmerring επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του παραπέμποντας σε ανατομικά δεδομένα, καθίσταται αυτός ακριβώς ο περιορισμός του επιχειρηματικού του οπλοστασίου στην ανατομία μια κατηγορία καθεαυτή. Κι αυτό προκύπτει απ’ την κριτική αντίδραση του ανθρωπολόγου Johann Friedrich Blumenbach απ’ το Goettingen, ο οποίος ορίζει τις διάφορες φυλές, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ανατομία, τη φυσιολογία, την ανθρωπολογία, τη φυσική ιστορία και πολιτισμικά δεδομένα, ως ισάξιες παραλλαγές ή «ποικιλίες τού κανόνα», και κατά καμμίαν έννοια ως μιαν ιεραρχημένη διαβάθμιση. Εκφράζει δε τους συλλογισμούς του με κάποιαν επιφύλαξη μάλλον στον «φίλο του» Soemmerring, στρεφόμενος ωστόσο πολεμικά και με ορμή, σε κάθε ευκαιρία, απέναντι στον ισχυρισμό, ότι οι νέγροι διαφέρουν στη σωματική τους δομή από τις άλλες ανθρώπινες φυλές, και δεν υφίσταται άρα και καμμιά διανοητική και ηθική διαφορά. Υποστηρίζει μάλιστα αυτή του την τοποθέτηση με μιαν ολόκληρη σειρά από δικά του βιώματα και εμπειρίες αλλά και μαρτυρίες άλλων, ότι οι νέγροι δεν υπολείπονται κατ’ αρχήν κατά κανέναν τρόπο, ούτε δηλ. στην τέχνη και τη χειροτεχνία, ούτε στη μουσική και τη λογοτεχνία, ούτε στην επιστήμη και την ιατρική απ’ τους λευκούς.

Η άποψη αυτή, εκπροσωπούμενη σε παρόμοια μορφή από τον Lichtenberg και κάποιους ακόμα, ανήκε στις πιο φιλελεύθερες απόψεις τού όψιμου Διαφωτισμού. Όλοι οι άνθρωποι έχουν, σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, τις ίδιες ικανότητες, το βασικό ωστόσο μέτρο περί αυτών συναποτελούν τα πολιτισμικά και κοινωνικά επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού. Ο Soemmerring απείχε παρ’ όλ’ αυτά πολύ από έναν τέτοιον εθνο- και ευρωκεντρισμό, ο οποίος υπέτασσε βασικά στα ευρωπαϊκά δεδομένα τούς μη-Ευρωπαίους, έστω κι αν ο ίδιος προσπάθησε με διάφορους τρόπους να υποβαθμίση τις διαφορές του, π.χ. απ’ τον Blumenbach.

Η βασική διαφορά συνίστατο στο ότι ο Soemmerring θεωρούσε πράγματι ιεραρχημένες τις ανθρώπινες φυλές, οι οποίες φανέρωναν ωστόσο μια διαφορετική εξέλιξη σε μιαν ισάξια βαθμίδα κατά τον Blumenbach. Γι’ αυτό και ενέπλεκε άλλωστε ο Blumenbach, κατά ισάξιο τρόπο, τις ανατομικο-φυσιολογικές με τις πολιτισμικές και κοινωνικές γνώσεις για τον άνθρωπο, κάτι που δεν ίσχυε κατά κανέναν τρόπο για τον Soemmerring, o οποίος και γράφει σε μιαν άλλη περίσταση: «Η ιστορία τής ανθρωπότητας εξαρτάται πάντοτε απ’ την επίδραση του κλίματος, τον συνδεδεμένο επακριβώς με το κλίμα πολιτισμό (Kultur) μιας χώρας, τους τρόπους ζωής κ.τ.λ. Όλες δε οι μεταβολές που συντελέσθηκαν πάνω σ’ αυτή τη βάση οδήγησαν σε αναπόφευκτες συνέπειες σε όλα τα μέρη τού όλου». Παρόμοιες απόψεις εκφράζει και ο Blumenbach, ο Forster και κάποιοι ακόμα σύγχρονοί τους, οι οποίοι και φτάνουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα στα πεδία τής φυσικής ανθρωπολογίας και της ανατομίας τού εγκεφάλου. Ο ίδιος όμως ο Soemmerring, που προβάλλει κι αυτός τούς περιβαλλοντικούς όρους για να εξηγήση την ιστορία τού ανθρώπου, καθιστά αμέσως μετά την ανατομία τού εγκεφάλου ως το βασικό όργανο προσδιορισμού τής θέσης τού ανθρώπου (μέσα στη συνολική θεωρία τής «εξέλιξης»...). Αυτός o «εκλεκτισμός» δεν αποτελεί ωστόσο παρά ένα τυπικό παράδειγμα μιας προσπάθειας που γίνεται σε περιόδους μετασχηματισμού τής γνώσης, να συγκροτηθούν και να συντεθούν αναμεταξύ τους ετερογενή κατά τα άλλα γνωστικά πεδία.

( συνεχίζεται )

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (13)

Συνέχεια από Τρίτη, 3 Μαρτίου 2026 

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ 

O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Στα τέλη τού 18ου αιώνα το «ψυχικό όργανο» εξαφανίζεται απ’ την εγκεφαλική έρευνα, αφού υπήρξε για πάνω από 150 χρόνια το πιο σημαντικό παράδειγμα στην επιστημονική απασχόληση με τον εγκέφαλο. Οι σύνθετες αλλαγές στον όψιμο Διαφωτισμό, που παρουσιάσαμε σχηματικά στο προηγούμενο κεφάλαιο, οδήγησαν σε μια καινούργια άποψη για τον άνθρωπο, που αποτελούσε κάποτε και κατ’ αρχάς ένα διεπιστημονικό εγχείρημα. Παρ’ όλες ωστόσο τις διάφορες συνθετικές προσπάθειες, όπου το ψυχικό όργανο διέθετε έναν κεντρικό ακόμα ρόλο, οι δυσκολίες μιας επιστήμης ολόκληρου του ανθρώπου δεν μπορούσαν πια να αποκρυβούν.

Το ερώτημα λοιπόν, ποιος γενικά ήταν εκείνος ο άνθρωπος που υπόκειτο στο μαχαίρι τού ανατόμου, στις καταμετρήσεις τού ανθρωπολόγου και στις παρατηρήσεις τού εμπειρικού ψυχολόγου, ήταν στα τέλη τού 18ου αιώνα ολοένα και πιο δύσκολο να απαντηθή. Η αναζήτηση του «ψυχικού οργάνου» ή της έδρας τής ψυχής προσανατολιζόταν (τώρα πια) σε μιαν αυτοσυνείδητη και αμέριστη ζωή τής ψυχής, μέσω τής οποίας έπρεπε να επιβεβαιωθή η ενότητα του Εγώ˙ η ανθρωπολογία αναζητούσε παραμέτρους για φυσικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και η εμπειρική ψυχολογία ανέλυε τον άνθρωπο ως μιαν ιστορικά και βιογραφικά διαμορφωμένη ύπαρξη που διέθετε ψυχή (θυμό), σκέψη και φαντασία, εντελώς διαφορετικά άρα χαρακτηριστικά, κλίσεις και ταλέντα ο καθένας. Υπήρχε ασφαλώς ένας κοινός εμπειρικός προσανατολισμός και στις τρεις αυτές «επιστήμες», οι διαφορές ξεκινούσαν ωστόσο σε κείνο ακριβώς το σημείο όπου η εμπειρική π.χ. ψυχολογία δεν ενδιαφερόταν καθόλου να βρη ένα φυσικό αντίστοιχο στις δικές της παρατηρήσεις, ενώ και η ιδέα ενός ψυχικού οργάνου ελάχιστα (πια) συνεισέφερε σε μια καθημερινή αντίληψη του ανθρώπου η δε εξήγηση της ανθρώπινης ύπαρξης σύμφωνα με φυσικά χαρακτηριστικά είχε μικρή πια σχέση με ερμηνείες βασισμένες σε περιγραφές τής ίδιας της ζωής – εξαιρουμένων ακόμα εδώ τών μεγάλων παραδοσιακών συσχετισμών. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εκινείτο και μεταλλασσόταν η εγκεφαλική έρευνα γύρω στα 1800. Το σημείο αποκρυστάλλωσης αυτής όλης τής διαδικασίας μπορεί να περιγραφή παραδειγματικά σε μια τελευταία, εντυπωσιακή προσπάθεια να εγκαθιδρυθή το ψυχικό όργανο στην οριακή περιοχή μεταξύ νευροανατομίας, φυσιολογίας και φιλοσοφίας, με ταυτόχρονη ποσοτική και ποιοτική εξήγηση των κοινωνικών διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπους, προσπάθεια την οποία και ανέλαβε ο Samuel Thomas Soemmerring στην πραγματεία του «Περί τού οργάνου τής ψυχής». Ένα κείμενο, το οποίο οδήγησε συχνά σε παράλογες εκτιμήσεις τούς ιστορικούς τής επιστήμης, επειδή ξεκινούσαν απ’ την πεποίθηση ότι το πρόβλημα ενός εντοπισμού τού ψυχικού οργάνου είχε ήδη λυθή περί τα μέσα τού 18ου αιώνα, ο δε Soemmmerring δεν επιχειρούσε εδώ παρά μιαν αναχρονιστική αναζωογόνησή του. Ο Soemmerring προσπαθούσε όμως στην πραγματικότητα να συνεχίση και να πραγματοποιήση το αισθητικό και συνθετικό αίτημα του Herder, επιθυμώντας να το καταστήση αξιόπιστο εντός της οργανικής εγκεφαλικής έρευνας.

Στις 15 Ιανουαρίου του 1785 γράφει πράγματι ο Soemmerring στον Herder, αφού έχει διαβάσει τον προ ενός έτους δημοσιευμένο πρώτο τόμο τών «Ιδεών» του: «Υπήρξε πάντοτε η αγαπημένη μου πρόταση, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι παρά ένα ενδιάμεσο δημιούργημα ως προς τα όργανά του, μέχρι και τον εγκέφαλο, όπου φανερώνεται ως ο πρώτος». Η συμφωνία με το επαινετικό τραγούδι τού Herder στον εγκέφαλο ήταν ακριβώς αυτό που μορφωμένοι και καλλιεργημένοι σύγχρονοι, φιλικά διακείμενοι προς τον Soemmerring περίμεναν απ’ αυτόν. Γράφει λοιπόν η πριγκίπισσα Adelheid Amalie von Gallitzin σ’ ένα της γράμμα: «Αν ένας Camper κι ένας Soemmerring “επεξεργάζονται” την ανατομία, μπορεί να ελπίζη κανείς ότι μπορεί κι αυτή να προσφέρη κάτι παραπάνω στη μεγαλύτερή της αδελφή, την ψυχολογία, απ’ ό,τι έχει ήδη προσφέρει γι’ αυτόν τον σκοπό – γιατί, για να εργασθή κάποιος προς αυτόν τον σημαντικό σκοπό, πρέπει να είναι, ταυτόχρονα με τον ανατόμο, φιλόσοφος και ψυχολόγος, να έχη τον ίδιον μ’ αυτούς και σαφή σκοπό και στόχο».

Έναν χρόνο αργότερα απ’ αυτό το γράμμα, δημοσίευσε ο Soemmerring, που είχε ασχοληθή στη διάρκεια των (πανεπιστημιακών...) σπουδών του με την ανατομία τού εγκεφάλου, ένα αντιφατικά σχολιασμένο κείμενο «Για τη σωματική διαφορά τών νέγρων απ’ τους Ευρωπαίους», στο οποίο και απέδιδε στον εγκέφαλο μιαν ιδιαίτερη σημασία ως προς τις διάφορες πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου (( Αρχίζουν τα όργανα! ... )) . Έστω κι αν εκδίδη ο ίδιος, ιδιωτικά, αυτό το κείμενο, είναι η πρώτη φορά που ο Soemmerrring εμπλέκεται στις συζητήσεις για την τοποθέτηση του ανθρώπου στην αλυσίδα των όντων, και πρόκειται για τη σημαντικότερη απ’ την πλευρά του συνεισφορά σε μιαν ανατομική θεμελίωση των διαφορών ανάμεσα στα ανθρώπινα φύλα και τις φυλές. Μετά την ανατομία σε κάποιους εγκεφάλους – όλους από αποβιώσαντες ανθρώπους στον περίγυρο της Αυλής τού Kassel, όπου και είχε υπηρετήσει για κάποια χρόνια ως ανατόμος - , ανακοίνωσε (( μάλιστα! ... )) την ύπαρξη σαφών φυσικών διαφορών μεταξύ Λευκών και Νέγρων, έχοντας, όπως έλεγε, παρατηρήσει μικρότερους εγκεφαλικούς λοβούς, αλλά και γενικώτερα μικρότερους εγκεφάλους στους Νέγρους! Παρέθετε μάλιστα και κάποιες άλλες «παρατηρήσεις» του, σύμφωνα με τις οποίες η εγκεφαλική ουσία τών Νέγρων «διέθετε και ήταν τόσο σκληρή, όπως το παρατηρεί κανείς μόνο σε παράφρονες ανθρώπους». Συνεπέραινε δε απ’ αυτά ακριβώς τα «ευρήματα» την «αγριότητα, το ατίθασο και μιαν κάπως κατώτερη ικανότητά τους για έναν λεπτότερο πολιτισμό», τοποθετώντας τους στην αλυσίδα τών όντων πλησιέστερα στους πιθήκους παρά στους Ευρωπαίους. Τη σκληρότητα της εγκεφαλικής ουσίας είχε ήδη καταστήσει χαρακτηριστική ενός ελαττωματικού πνευματικού βαθμού εξέλιξης ο ίδιος ο Platner, κι έτσι ο τρόπος που ενεργούσε ο Soemmerring, να συμπεραίνη από ανατομικές έρευνες ψυχολογικές ή και πολιτιστικές συνέπειες, δεν ήταν αναπόφευκτα καινούργιος. Ο Soemmerring θεωρείτο ωστόσο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ως αυθεντία τής εμπειρικής ανατομίας έτσι, ώστε δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε απλό να αμφισβητηθούν οι εκτιμήσεις του, οι οποίες και αποκτούσαν μιαν εντελώς άλλην αξία απ’ ό,τι αν συμφωνούσαν έτσι απλά με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις τού Platner. Αλλά και πέρα απ’ αυτό, συνδυάζονταν αυτές οι εκτιμήσεις για τον «εγκέφαλο των Νέγρων» μ’ ένα πραγματικό (( ; )) πρόβλημα, που απασχολούσε τότε, σε μεγάλον βαθμό, τους συγχρόνους του.
( συνεχίζεται )

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (12)

Συνέχεια από Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ 

ΤΟ «ΨΥΧΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ» ΣΤΟΝ ΟΨΙΜΟ 18ονΑΙΩΝΑ.

Η ιδέα τού «διπλού ανθρώπου» (“homo duplex”) εξέφραζε την προσπάθεια της ηθικής φύσης τού ανθρώπου να εκπληρωθή, χωρίς να περιπέση σε θεολογικό δογματισμό και χωρίς να εκπροσωπήση μια μεταφυσική φιλοσοφική διδασκαλία. Απ’ αυτό το υπόβαθρο προέκυψαν αιτήματα όπως η ανθρώπινη ελευθερία και το αδιαίρετο της ψυχής στη φυσιολογία, την ανατομία και την ανθρωπολογία, τα οποία και προσδιόρισαν τη συζήτηση για το ψυχικό όργανο στον όψιμο 18ον αιώνα. Ο Platner προχώρησε μάλιστα τόσο μακριά, ώστε να διαβεβαιώνη την ύπαρξη ενός διπλού, τουτέστιν ζωικού και πνευματικού ψυχικού οργάνου ως «αποδεικνυόμενη,( αντιληπτή) αλήθεια» στον άνθρωπο. Το ζωικό «είναι το λιγότερο ουσιαστικό και κατώτερο όργανο», το οποίο και «προκαλεί σύνθετες παραστάσεις» στην ψυχή «μέσα από μιαν αναρίθμητη πολλαπλότητα ασαφών αισθημάτων» από το σώμα, ενώ το πνευματικό διεγείρει στην ψυχή «κοσμοθεωρίες, που αναφέρονται άμεσα στον πνευματικό πόθο για την ενασχόληση με συλλογισμούς (σκέψεις, ιδέες), στην πραγματική άρα πνευματική ζωή και ύπαρξη της ψυχής». Ο δε Platner μεταθέτει, διαφοροποιώντας τα πράγματα περαιτέρω, σε κείνο «το μέρος τού ψυχικού οργάνου την έδρα τής ψυχής, το οποίο και είναι ουσιωδώς αναγκαίο γι’ αυτήν, ώστε να είναι εν γένει ικανή για εν μέρει παθητικές, και εν μέρει καθ’ εαυτές ενεργητικές αλλαγές η ψυχή. Αυτό θα ήταν και εκείνο το αιθέριο σώμα, για το οποίο διαβεβαιώνει με κάθε πιθανότητα ο Leibniz, ότι ενέδυε απ’ την αρχή τής Δημιουργίας την ψυχή, και το οποίο δεν θα διαχωριζόταν σε όλη την αιωνιότητα απ’ αυτήν».

Ενώ αναζητούσαν, στον πρώιμο 18ον αιώνα, παραλληλισμούς, ομοιότητες ή ακόμα και ταυτότητες (μεταξύ ανθρώπου και ζώου), και αποδέχονταν κατά τα λοιπά ως αθάνατη την ψυχή, ξεκίνησαν να αναζητούν, μετά το 1750, διαφορές στη φυσική σύσταση και κατασκευή. Εδώ ανήκαν π.χ. κριτήρια όπως το όρθιο βάδισμα, το χρώμα τού δέρματος και το σχήμα τού εγκεφάλου, ενώ στην εγκεφαλική έρευνα αναπτύχθηκαν κανόνες μεγέθους και βάρους, που έπρεπε ωστόσο συνεχώς να τροποποιούνται, καθώς εμφανιζόταν κάποιο αντίθετο παράδειγμα. Υπήρχε ωστόσο, παρ΄ όλες αυτές τις ποσοτικοποιήσεις – όπως φανερώνει το παράδειγμα του Platner – , κι ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς, που συνένωνε όλες τις αποχρώσεις μεταξύ υλισμού και δυαλισμού, το ψυχικό δηλ. όργανο (( Ο εγκέφαλος παραμένει ακόμα ένα όργανο της ψυχής )) . Καθώς υπήρχε μεν συμφωνία στο ότι το όργανο αυτό προσδιοριζόταν πάντοτε ως το μοναδικό νευρικό σύμπλεγμα στον εγκέφαλο, που εγγυάται την ενότητα της αντίληψης και της σκέψης, όλοι ωστόσο οι περαιτέρω προσδιορισμοί αποδεικνύονταν ως ασαφείς. Δεν υπήρχε μάλιστα εντελώς ακριβής διάκριση μεταξύ τόπου, έδρας και οργάνου τής ψυχής, αλλά μιλούσαν άλλοτε για τον «κοινό νου» (“Sensorium commune”) και άλλοτε για το ευγενέστερο εργαλείο τής ψυχής. Αντίστοιχα δεν ήταν πια εντελώς σαφές, αν επρόκειτο για μιαν επίδραση της ψυχής στο σώμα, ή το αντίστροφο, ή και για μιαν αρμονική συνύπαρξη των δύο. Ανοιγόταν έτσι, μέσα απ’ αυτήν την ασάφεια, ένας ολόκληρος χώρος, που επέτρεπε τους συνδυασμούς μεταξύ υλισμού και δυαλισμού. Αυτή μάλιστα η αποτίμηση γινόταν πολλαπλώς ευνοϊκά αποδεκτή, ώστε να τίθεται το ερώτημα, ποια ήταν πια η σπουδαιότητα της ίδιας της ψυχής. Έτσι περιγράφει και ο Lichtenberg, στον «Κατάλογο μιας συλλογής εργαλείων», μια μικρή μηχανή, που καλείται να εξηγήση τη «συναλλαγή (μεταξύ) ψυχής και σώματος».

«Ο κύλινδρος, που τα θέτει όλα σε κίνηση, έχει τρεις διαφορετικές θέσεις για τα τρία γνωστά συστήματα μία για τη φυσική επίδραση, μία για τις πιθανές αιτίες, και μία για την προκαθορισμένη αρμονία. Υπάρχει ωστόσο ακόμα χώρος για δυό ή και τρεις θέσεις στον κύλινδρο, μόνο που πρέπει να καθορίσουν ένα σώμα και μια ψυχή, ενώ η ψυχή θα μπορούσε και να εξαιρεθή σε περίπτωση ανάγκης. Το σώμα είναι επεξεργασμένο πολύ περισσότερο από ένα ημιδιαφανές κέρας σ’ αυτό το πολύτιμο έργο, με περίπου τέσσερις έως πέντε πόντους μήκος. Η δε ψυχή, όχι μεγαλύτερη από ένα μεγάλο μυρμήγκι, αποτελείται εξ ολοκλήρου, τα φτεράκια της και όλα, από ελεφαντόδοντο, μόνο που το αριστερό της πόδι είναι κάπως ελαττωματικό».

Η ανταλλακτικότητα των συστημάτων υποδεικνύει ότι η κάθε εξήγηση είναι εξίσου καλή όσο και η άλλη, χρησιμοποιούμενη ανάλογα με τις ανάγκες ˙ και το ότι η ψυχή, που είναι πολύ μικρότερη άλλωστε απ’ το σώμα, δεν παρουσιάζεται εδώ εντελώς αβλαβής, μπορεί να κατανοηθή ως (σαφής) ένδειξη για το ότι η διδασκαλία περί συναλλαγής (commercium) μεταξύ σώματος και ψυχής καταλήγει σε μιαν αναμφισβήτητη υπεροχή τού σώματος.

Αλλά και οι ιατρικές συνεισφορές υπήρξαν ασταθείς απέναντι στο ψυχικό όργανο. Τα κριτήρια επιλογής και αποκλεισμού για τις αμφισβητούμενες κάθε φορά εγκεφαλικές δομές προέρχονταν κυρίως απ’ τη συγκριτική ανατομία, τις παθολογικές παρατηρήσεις και τις πειραματικές έρευνες. Και είχαν σπάνια αποφασιστική σημασία για έναν θετικό προσδιορισμό τού ψυχικού οργάνου. Υπήρχαν δε και διάφορες παράλληλα παράμετροι, που εκτείνονταν απ’ την απώλεια των αισθήσεων, στην απώλεια της συνείδησης, μέχρι και την απώλεια της ζωής (κατά τις πειραματικές έρευνες;;). Και όλα αυτά δεν εξέφραζαν παρά την αβεβαιότητα ως προς το αν η ψυχή ήταν η «σκεπτόμενη ψυχή» ή αν επρόκειτο για την ενοποιητική αρχή τής όλης ζωής. Ακόμα και εκείνα τα «ελαττωματικά» παιδιά, που έρχονταν χωρίς εγκέφαλο σ’ αυτόν τον κόσμο και επιζούσαν για μερικά λεπτά μετά τη γέννηση, δεν μπορούσαν να πείσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους πάντες, ότι η αρχή τής ζωής δεν μπορούσε να είναι κατά κανέναν τρόπο εγκατεστημένη στον εγκέφαλο. Γιατί είχε μεν προτείνει σαφώς ο Willis έναν διαχωρισμό τής ψυχικής δυνατότητας (απ’ την ίδια την ψυχή) και την είχε μάλιστα χωροθετήσει στον εγκέφαλο, αλλά ήταν μόνο λίγοι εκείνοι που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν αυτόν τον επιμερισμό, γιατί θα αμφισβητείτο έτσι η ενότητα της ψυχής, καθώς και η επικοινωνία ανάμεσα σ’ αυτήν την ενότητα και την ενότητα του σώματος. Διαπιστώνει λοιπόν, ακόμα και στα 1970, σαφώς ο Platner: «Το να προσδιορίσουμε έναν ιδιαίτερο τόπο στον εγκέφαλο για κάθε ξεχωριστή ικανότητα της ψυχής, αυτό δεν αποτελεί κάποιον φιλοσοφικό στοχασμό». Το ψυχικό όργανο ήταν πράγματι μια δι-γενής και ερμαφρόδιτη κατασκευή ανάμεσα στην ιατρική και τη φιλοσοφία. Έτσι, ακόμα κι όταν τα ιατρικά κριτήρια έρχονταν όλο και περισσότερο στο προσκήνιο, η δε ανατομία και η φυσιολογία ήταν πλέον απαραίτητες και για τις ίδιες τις φιλοσοφικές θέσεις και σταθμίσεις, καθώς κι όταν οι παραστάσεις για το τί είναι ο άνθρωπος είχαν προχωρήσει τον 18ον αιώνα πέρα κι απ’ το καρτεσιανό Εγώ, ενώ και η ύλη ήταν πια κάτι διαφορετικό από μια μηχανική res extensa – τα όρια της συζήτησης τα καθόριζαν ακόμα οι καρτεσιανές προδιαγραφές. Γι’ αυτόν τον λόγο το ψυχικό όργανο δεν μπορούσε να είναι και κάποιο «δόκιμο» μέσο, για να εξηγή ακριβέστερα τις διάφορες ασθένειες, τους τραυματισμούς, τις παραλυσίες, τις ψυχικές εναλλαγές και το πολύπλοκο των ψυχικών φαινομένων, και ιδίως το πεδίο τών συγκινήσεων, των παθών και των ονείρων. Κάτι τέτοιο δεν είχε άλλωστε, κατ’ αρχάς, καθόλου επιδιωχθή, κι όταν άρχισαν να βλέπουν κάποιο μειονέκτημα σ’ αυτό, υπήρχαν ήδη στο προσκήνιο τα ποσοτικά επιχειρήματα, η φυσιολογία τού «ζωικού πνεύματος» (Spiritus animalis) και η θεωρία τών αισθητηριακών ινών, για να απαλλάξουν απ’ αυτό το «βάρος» το ψυχικό όργανο. Κανένα ωστόσο απ’ αυτά τα «σχέδια» δεν ήταν, αντίστροφα, ικανό καθεαυτό να φέρη το εν λόγω «βάρος», αλλά εξασφαλιζόταν από το ψυχικό όργανο ως σημείο αναφοράς. Η δε παραγόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο ισορροπία καθίστατο σταθερή κυρίως μέσα απ’ το ότι έπρεπε αναπόφευκτα να θεμελιωθή η κορυφαία θέση τού ανθρώπου στην αλυσίδα τών όντων, ένα πρόβλημα, το οποίο δεν μπορούσε όμως να λύση η φυσική ιστορία, καθώς το ψυχικό όργανο χρησίμευε στην ιεραρχικά διαρθρωμένη τάξη τών πραγμάτων ως ένα «σύνορο» και ένα «όριο», που καθιστούσε την αλληλεπίδραση νου και σώματος (commercium mentis et corporis) φυσιολογικά και φιλοσοφικά διαθέσιμη.

Η εξέλιξη αυτή έφτασε στο ύψιστο σημείο της με τον Herder, του οποίου το ιδανικό πόνημα προέβλεπε ότι τα διάφορα πεδία γνώσης, όπως η ιατρική, η φιλοσοφία, η ανατομία και η αθρωπολογία, συνταίριαζαν το ένα μέσα στο άλλο απρόσκοπτα και χωρίς κάποια «συρραφή». Μ’ αυτόν τον τρόπο (πίστευαν πως) θα καθησύχαζε η διακρινόμενη «αναταραχή» στη σχέση μεταξύ ψυχικού οργάνου, ποσότητας, αναλογίας και αισθησιαρχίας, που είχε ήδη ενισχυθή από το ενδιαφέρον για έναν (ενδεχόμενο) ψυχικό κίνδυνο και τις διάφορες (και πιθανές) νοσηρές αποκλίσεις. Ο Herder κατονόμασε ασφαλώς μ’ αυτό του το εγχείρημα τις «ελπίδες» κάποιων συγχρόνων του, για ελάχιστο όμως χρονικό διάστημα, καθώς μέσα στο όλο σύμπλεγμα των διαφόρων αντικειμένων και πεδίων γνώσης προετοιμαζόταν ήδη μια μόνιμη και διαρκής τομή στην απασχόληση με τον εγκέφαλο. Επιχειρήθηκε ωστόσο, πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, μια τελευταία και εκτεταμένη, «μεγάλης κλίμακας» προσπάθεια, να διαφυλαχθούν τα συστατικά στοιχεία μιας εικόνας, που είχε σχεδιασθή απ’ τον Καρτέσιο και είχε συνεχώς έκτοτε εκλεπτυνθή, χωρίς να έχη όμως ποτέ στην πραγματικότητα «απεικονισθή», απ’ την οριστική της διάσπαση.

( συνεχίζεται, με το επόμενο κεφάλαιο: «Ο
Soemmerring και το τέλος τού {εγκεφάλου ως} ψυχικού οργάνου, οργάνου τής ψυχής» )

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (11)

Συνέχεια από Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2025 

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ, ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟ ΚΑΙ ΑΙΘΕΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ»

«Μοχλός» και «άξονας» για τη συνύπαρξη του homme physique και του homme moral, του «φυσικού» και του «ηθικού ανθρώπου, για την παρότρυνση προς τις συγκριτικές ανατομικές και ανθρωπολογικές έρευνες, με ταυτόχρονη πίστη στην αθάνατη ψυχή, καθώς και για μιαν ανθρωπομορφική παρατήρηση του ζωικού βασιλείου, με ταυτόχρονη επιμονή σε μιαν ασυνέχεια μεταξύ ζώου και ανθρώπου, είναι ο Johann Gottfried Herder, του οποίου οι «Ιδέες για τη φιλοσοφία τής ιστορίας τής ανθρωπότητας» αποκτούν μια τεράστια, τον όψιμον 18ον αιώνα, ακόμα και για την ανατομικο-φυσιολογική σκέψη σημασία. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας και στοχαστής εκπλήσσει λιγότερο με εντελώς καινοφανείς σκέψεις, συλλογισμούς και απόψεις, απ’ ό,τι με μιαν εκτεταμένη συμπερίληψη και διασύνδεση των διαφορετικών «νημάτων» που είχαν μέχρι τότε «περιστραφή» γύρω απ’ τις ονομαζόμενες «επιστήμες τού ανθρώπου», συνδεόμενος απ’ αυτήν την άποψη με τον Bonnet.

Συγκρίνοντας τον πίθηκο με τον άνθρωπο, αναφέρεται ο Herder στον Tyson, εντοπίζοντας μια σειρά κοινών «σημείων», τα οποία εκτείνονται ωστόσο μέχρι το να θεωρηθή πως «η δύναμη σκέψης ενός ουρακοτάγκου αγγίζει τα όρια της (ανθρώπινης...) λογικής, παρέχοντας μάλιστα την εντύπωση, πως θέλει ακριβώς να τελειοποιηθή! Κάτι που ωστόσο δεν δύναται˙ η θύρα είναι κεκλεισμένη, και ο συνδυασμός ξένων ιδεών προς τις δικές του, καθώς και η απόκτηση δυνατότητας προς μίμηση είναι αδύνατη για τον δικό του εγκέφαλο». Η ανθρωπομορφική αυτή θέαση του Herder ως προς τους πιθήκους είναι τυπική, απ’ τη μια, για την εξέλιξη (της σκέψης...) απ’ τον πρώιμο στον όψιμο 18ον αιώνα. Η αποδοχή μιας βασικής συνάρτησης μεταξύ ανατομικής ανάπτυξης και της εκδήλωσης ικανοτήτων και ταλέντων, με την οποία και φτάνει σχεδόν ο Herder στο «κατώφλι» προς μια “histoire naturelle de l’ ame” (μια «φυσική ιστορία τής ψυχής»), υποστηρίζεται εδώ από συνεχόμενες καινούργιες «πληροφορίες» για τους τρόπους ζωής και συμπεριφοράς τών πιθήκων, που προσομοιάζουν όλο και περισσότερο στους ανθρώπινους (( Μπορεί βέβαια να συμβαίνη και το ακριβώς – αλίμονο – αντίστροφο... )) . Χωρίς να φτάνη τόσο μακριά όσο ο Rousseau, που θεωρούσε διάφορα είδη πιθήκων ως ανθρώπους σε μιαν αρχέγονη, φυσική κατάσταση, αποδέχεται ωστόσο και ο Herder την παρουσία διαφόρων, παρόμοιων με τους ανθρώπινους, τρόπους συμπεριφοράς τών πιθήκων.

Καθίσταται ωστόσο, απ’ την άλλη πλευρά, σαφές το αδύνατον ενός άλματος απ’ τον πίθηκο στον άνθρωπο ως προς τον εγκέφαλο. Πού μπορεί να βρίσκονται όμως οι αιτίες αυτής τής ασυνέχειας, τη στιγμή που η εν γένει εγκεφαλική δομή δεν φανερώνει κάποιες αξιόλογες διαφορές ανάμεσα στα δύο είδη; Ο Herder επαναφέρει εδώ τη «λεπτότητα», την «απαλότητα» και τον βαθμό υγρασίας τού εγκεφάλου ως διακριτικά στοιχεία. Κάτι που ωστόσο δεν επαρκεί. Για να κατανοήση λοιπόν ο Herder τη δομή τού εγκεφάλου, δεν τον παρατηρεί πια με τα μάτια ενός ανατόμου, αλλά τον περιγράφει σαν να επρόκειτο για κάποιο αρχαίο άγαλμα. Η τελειότητα της μορφής και η προοπτική διάρθρωση εντυπωσιάζουν και υπεισέρχονται στην ανατομία τού εγκεφάλου: «η τελειότατη διαμόρφωση των μερών και των χυμών του», «η ωραιότερη θέση και αναλογία τους προς αντίληψη πνευματικών αισθήσεων και ιδεών», «οι πιο εξαιρετικές σελίδες που έγραψε ποτέ η φύση, και οι ίδιοι οι εγκεφαλικοί πίνακες», «η οργάνωση του κτίσματος [...] τελειοποιημένη με τον πιο τεχνητό τρόπο», «η εκτενής διαμόρφωση των πτερύγων του στα πιο ευγενή μέρη με περισσότερους από έναν τρόπους», «η ωραιότατη αναλογία τών αισθητικών δυνάμεων του εγκεφάλου», «ο εγκέφαλος, αυτό το ευαίσθητο, αιθέριο προϊόν τού ουρανού» - με τέτοια λόγια περιγράφει ο Herder την τελειότητα του ανθρωπίνου εγκεφάλου, ο οποίος και προβιβάζεται μέσα στην πορεία τής σύνολης οργανικής διαμόρφωσης «στο πιο ωραίο διάδημα ενός εκλεκτότατου σχηματισμού σκέψεων». Αυτή η «συνολική» ματιά τού Herder δεν αποτελεί ένα τυπικό απλώς χαρακτηριστικό τής όλης του «φυσικής» αντιλήψεως, αλλά φαίνεται να χαράζη, όσον αφορά στον εγκέφαλο, τη δυνατότητα μιας τρίτης πρόσβασης, ανάμεσα σε μια καθαρή ποσοτικοποίηση και του (εγκεφάλου ως...) «ψυχικού (ακόμα...) οργάνου», που θα μπορούσε ίσως να λειτουργήση και ως ένας ενδιάμεσος συνδετικός κρίκος ανάμεσα σ’ αυτά τα δυό.

Αυτό το άνοιγμα καινούργιων προοπτικών δεν δηλώνει ωστόσο και μιαν παρέκκλιση αρχής απ’ τη σύνολη σκέψη τού 18ου αιώνα. Το αμέριστο της ψυχής οριοθετείται απ’ τον Herder στο ότι η λογική, η μνήμη και η φαντασία δεν αποτελούν παρά διαφορετικές μορφές έκφρασης της μιας και ενιαίας (ανθρώπινης...) ψυχής. Τέτοιες διαπιστώσεις υπάρχουν σε διάφορα κείμενα, υπάρχει ωστόσο και ένα σημείο στο οποίο ο Herder διαφοροποιείται απ’ την τρέχουσα επιχειρηματολογία ιατρών και ανθρωπολόγων. Διαπιστώνει μεν με βεβαιότητα, ότι και όλες ακόμα οι εμπειρίες, συναθροισμένες απ’ τον Haller, τον «πολυμαθέστερο φυσιολόγο όλων τών εθνών» (( ! )) , δεν θα είχαν αποφέρει επ’ ουδενί οποιαδήποτε συνάρτηση μεταξύ τής αδιαίρετης σκέψης και συγκεκριμένων περιοχών στον εγκέφαλο, για να προσθέση ωστόσο με απόλυτη επίγνωση, ότι ακόμα και χωρίς αυτήν την επιστημονική «εξασφάλιση», η «ίδια η φυσική δυνατότητα διαμόρφωσης ιδεών» θα απαγόρευε μια διαφοροποίηση ή έναν «διασκορπισμό» τής σκέψης. Το αδιαίρετο της ψυχής, και η ενότητα του υλικού της αντιστοίχου στον εγκέφαλο, παραμένουν ανεξάρτητα απ’ τα όποια ευρήματα της ανατομίας και της φυσιολογίας. Αυτό δεν συνιστά κάποιαν οντολογική ωστόσο, αλλά μιαν αυστηρά μεθοδολογική διαπίστωση για τον Herder, την οποία και χρησιμοποιεί – όπως ήδη ο Bonnet – ως σημείο αναφοράς για να επικεντρωθή όσο γίνεται πιο αποφασιστικά στην ύλη.

Απ’ τη στιγμή που γίνεται μάλιστα αποδεκτό αυτό το σημείο αναφοράς, μπορεί και ο Herder να «λύση», τουλάχιστον τυπικά, σε λιγοστές παραγράφους όλα τα ασυμβίβαστα και όλες τις δυσκολίες που είχαν ανακύψει ανάμεσα στην ποσοτικά προσδιοριζόμενη φύση και την αυτοτέλεια της ψυχής, ανάμεσα στη φυσική ανθρωπολογία και τη «θεολογία», υποστηρίζοντας μιαν «εκλέπτυνση» των πεδίων παρατήρησης. Ως προς τη γενικώτερη διαίρεση, επαρκούν τα ποσοτικά χαρακτηριστικά, όπως το μέγεθος και το βάρος, ενώ ως προς την πιο εκλεπτυσμένη, είναι απαραίτητα κάποια «αισθητικά» ιδιώματα, όπως η δομή, η θέση, η αναλογία και η «αβρότητα κι όταν πρόκειται τελικά για «το ιερό εργαστήριο των ιδεών», την «κοινή λογική» (“Sensorium commune”), δεν παύουν μεν να ισχύουν οι ανατομικές, φυσιολογικές, ακόμα και αισθητικές κατηγορίες, η βεβαιότητα ωστόσο για το ενιαίο και αδιαίρετο της σκέψης παρέχει στο αυτοστοχαζόμενο άτομο και μιαν ανεξάρτησία απ’ αυτές.

Με την έννοια της αυτογνωσίας επανέρχεται ο Herder σ’ ένα θέμα, με το οποίο είχε ήδη ασχοληθή σ’ ένα πρώιμο κείμενό του «Για τη γνώση και την αίσθηση της ανθρώπινης ψυχής». Στο κείμενο αυτό έθετε τη δυνατότητα του ανθρώπου «να περιγράφη τον εαυτό του όπως ακριβώς τον γνωρίζει και τον αισθάνεται» - συμπεριλαμβάνοντας «την αγάπη και το μίσος, την αηδία και την αποστροφή, τον θυμό και την ηδονή» - στο επίκεντρο μιας εμπειρικής ψυχολογίας, η οποία καλείτο να συνεισφέρη περισσότερα απ’ τις ελλειπέστατες «μεταφυσικές έννοιες και λόγους» τής σύγχρονης φιλοσοφίας. Αποδεικνύεται μάλιστα ο ίδιος ως ένας «πρωταθλητής» τής συνθετικής ικανότητας, να συνενώνη αταίριαστα, φαινομενικά, πράγματα, γράφοντας ότι «το υλικό για μιαν αληθινή διδασκαλία περί ψυχής» υπάρχει «σε βιογραφίες: παρατηρήσεις γιατρών και φίλων και προφητείες ποιητών», θέτοντας ταυτόχρονα και μεθοδικές αξιώσεις στην επιστήμη τής ψυχής, προτείνοντάς της ως μέτρο και κριτήριο τη φυσιολογία: «το φυσιολογικό έργο τού Haller, προβιβασμένο σε ψυχολογία, και ζωοποιημένο, όπως το άγαλμα του Πυγμαλίωνα, με πνεύμα – τότε και μόνο τότε μπορούμε να πούμε κι εμείς κάτι για τη σκέψη και την αίσθηση». Με την αξίωσή του μάλιστα, να καταστή εμπειρική η ψυχολογία, συναριθμείται ο Herder στη σημαντική οπωσδήποτε ομάδα τών Γερμανών όψιμων διαφωτιστών, απ’ τον Sulzer και τον Platner, μέχρι τον Tiedemann και τον Abel, οι οποίοι και προσέγγιζαν την ψυχική ζωή τού ανθρώπου απ’ την πλευρά τού σώματος (την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία) και την παρατήρηση (την ενδοσκόπηση και την ιατρική παρατήρηση).

Η «εκτίμηση» αυτή απέβη δεσμευτική αφετηρία και σημείο εκκίνησης για την εμπειρική επιστήμη τής ψυχής τού όψιμου 18ου αιώνα, και κυρίως για τον βερολινέζικο κύκλο γύρω απ’ τους Karl Philipp Moritz, Markus Herz και Salomon Maimon, καθώς και το αντίστοιχό τους «Περιοδικό για την εμπειρική επιστήμη τής ψυχής», αποτελώντας μάλιστα τη βασική συνισταμένη μιας αστικής αυτο-εμπειρίας, επικεντρωμένης στον ίδιον ψυχικό κίνδυνο και τη νοσηρή ψυχική απόκλιση. Αποφασιστικό είναι εδώ το ότι το αυτοβιογραφικό υλικό και η ιδιαίτερη του καθενός εμπειρία απέκτησαν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα του όψιμου 18ου αιώνα την ίδια σχεδόν σημασία με τις ανατομικές και φυσιολογικές έρευνες. Και τα δύο αυτά γνωστικά πεδία θεωρούνταν εξίσου σημαντικά, κάτι που δήλωνε επίσης, ότι η ιστορικο-βιογραφική παρουσία τού ανθρώπου και η βιολογική του φύση δεν θεωρούνταν αντιπαρατιθέμενα. Γι’ αυτόν άλλωστε ακριβώς τον λόγο μπορούσε να αναγνωρίζη και ο Herder, χωρίς καμμιά δυσκολία, πως οδηγούσε και η «αυτοκριτική» και η «αυτογνωσία» στη γνώση τού «ιερού εργαστηρίου τών ιδεών». Αναπτύχθηκε κατά συνέπεια και ένα ενιαίο και κοινό ανάμεσα στους διάφορους επιστημονικούς κλάδους ενδιαφέρον για την εσωτερική φύση τού ανθρώπου, στο οποίο και προσμετρούσαν εξίσου οι διάφορες ανατομικές και ανθρωπολογικές έρευνες του ανθρωπίνου σώματος, και ιδιαιτέρως τού ανθρωπίνου εγκεφάλου, με τις διάφορες ιατρικές παρατηρήσεις, τις εξιστορήσεις διαφόρων προσωπικών εμπειριών, τις αυτοβιογραφίες, ακόμα και τα μυθιστορήματα.

Η δύναμη και η ισχύς τού «βαθμιαίου» ή «κλιμακωτού» μοντέλλου τού Herder συνίστατο στο ότι απέδιδε μεν μια σαφώς προσδιορισμένη, προσανατολισμένη πάντως στη φυσιολογία αρμοδιότητα στα διάφορα πεδία γνώσης, συνενώνοντάς τα ταυτόχρονα σε ένα ενιαίο σύνολο. Και το μόνο ερώτημα πλέον εδώ ήταν το αν και με ποιον τρόπο θα επηρέαζε με τη σειρά της αυτή η πεποίθηση τις ειδικές κάθε φορά επιστημονικές έρευνες και επιχειρήσεις, καθώς και το αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθή και στην έρευνα π.χ. του εγκεφάλου. Ο ίδιος ο Herder υπέστη βέβαια σαφή κριτική για τη «συνενωτική» και «ενοποιητική» αυτή σκέψη του, κατά κύριον δε λόγο επειδή δεν ήταν πάντοτε και συνεχώς έτοιμος να υποστηρίξη κριτικά τις διάφορες πηγές του. Ανέδειξε ωστόσο άλλη μια φορά, από μιαν εντελώς διαφορετική πλευρά, τη σημασία τού ανθρωπίνου εγκεφάλου, κι ακόμα κι αν η ολιστική του προοπτική δεν έφτασε να καθορίση, υπό την πιο στενήν έννοια, τις σύγχρονές του ανατομικές έρευνες, το προγραμματικό του ωστόσο εγχείρημα, να θεωρήση ολόκληρο τον άνθρωπο στην ηθική και φυσιολογική διπλή του ύπαρξη, εξάσκησε μεγάλη γοητεία σε όλους σχεδόν τούς συγχρόνους του.


( συνεχίζεται, με το επόμενο υπο-κεφάλαιο: «Το “ψυχικό όργανο” στον όψιμο 18ον αιώνα )

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (10)

Συνέχεια από Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ 


ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»

Η «διάγνωση» του La Mettries, ότι η ανατομία είναι αρμόδια για τη διαπίστωση χονδροειδών διαφορών μεταξύ π.χ. ανθρώπου και ζώου, μη μπορώντας ωστόσο να εξακριβώση προς το παρόν λεπτομέρειες και λεπτές αποχρώσεις, επικυρώθηκε όχι μόνον απ’ το γεγονός ότι η ανατομία τού εγκεφάλου κατέστη αρμόδια για την εξερεύνηση του «ψυχικού οργάνου», αλλά και απ’ το ότι απέκτησε, απ’ το δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, μιαν αυξανόμενη σημασία στη φυσική ανθρωπολογία. Η διδασκαλία για τον «διπλόν άνθρωπο» (“homo duplex”) προέκυψε σε συνδυασμό με τη μάταιη αναζήτηση πειστικών φυσικών διακριτικών χαρακτηριστικών. Η παραμένουσα άγνοια για τις λειτουργίες εκείνες, που συγκροτούσαν τη «συναλλαγή διανοίας και σώματος» (“commercium mentis et corporis”), δημιουργούσε και σήμαινε ταυτόχρονα ένα είδος «ζώνης ασφαλείας», εντός τής οποίας δεν αμφισβητείτο η ιδιαίτερη θέση τού ανθρώπου. Είναι δε χαρακτηριστικό για την εποχή τού όψιμου Διαφωτισμού, ότι αυτό το θέμα παρέμενε το ίδιο, ακόμα κι όταν οι συζητήσεις περί βαθμιαίων (αποκλειστικά...) διαφορών επεκτείνονταν με ορμή και πάθος, χωρίς να περιορίζονται πλέον στη σύγκριση απλώς μεταξύ ανθρώπου και ζώων. Ο βασικός μάλιστα στόχος ήταν όλο και περισσότερο η σχέση που υφίστατο μεταξύ τών Ευρωπαίων και των ούτως ονομαζομένων Αγρίων, το οποίο και οδηγούσε σε μια «ταξινόμηση» των φυλών, και έτσι σ’ ένα πλήθος από κριτήρια, ώστε να καταστή αξιόπιστη η προτεινόμενη σχέση. Μελέτες και έρευνες για το χρώμα τού δέρματος, συγκριτικές μελέτες για τον αλμπινισμό, τη φυσιογνωμία, το χρώμα τών μαλλιών και τη σκελετική μορφή, καθώς και χαρακτηριστικά τού φύλου, όπως π.χ. η ανάπτυξη της γενειάδας, υπήρξαν τα προκρινόμενα πεδία για τη διατύπωση διαφορών μεταξύ τών ανθρωπίνων ειδών και φυλών.

Εξερευνήθηκε λοιπόν και ο εγκέφαλος από την άποψη των μεγάλων (έστω...) διαφορών. Κάτι που δεν ήταν ωστόσο καινούργιο, καθώς είχε ήδη «ενημερώσει» ο Tyson για τον εγκέφαλο του χιμπατζή «του», ότι ήταν μεγαλύτερος απ’ τον εγκέφαλο των άλλων πιθήκων, και διαμορφωμένος ακριβώς όπως ο ανθρώπινος εγκέφαλος σε όλα του τα μέρη! Αλλά και στα μέσα τού 18ου αιώνα ίσχυε γενικώς το μέγεθος του εγκεφάλου ως παράμετρος για την κατάταξη στην αλυσίδα τών ζωντανών όντων. Διαβάζουμε έτσι στην «Εγκυκλοπαίδεια» το 1751, ότι: «Ο άνθρωπος, που είναι και το ευφυέστερο ανάμεσα στα όντα, διαθέτει και τον μεγαλύτερον εγκέφαλο». Κάτι απ’ το οποίο «αναγκαστήκαμε» ωστόσο να παραιτηθούμε, όταν ανακαλύψαμε ότι ο ελέφαντας και η φάλαινα έχουν έναν ακόμα μεγαλύτερον εγκέφαλο! Αυτές οι «αξιολογήσεις» τού εγκεφάλου συσχετίσθηκαν παρ’ όλ’ αυτά και με το μέγεθος, αλλά και με το βάρος τών σωμάτων. Για ν’ αποδειχθή κι εδώ όμως, ότι διάφορα μικρά πουλιά διέθεταν μεγαλύτερον εγκέφαλο απ’ ό,τι ο άνθρωπος, κι ότι το αναλογικό εγκεφαλικό βάρος ήταν μεγαλύτερο στα μικρά παιδιά απ’ ό, τι στους ενήλικες. Μια «κατάσταση», που αποδεικνυόταν τόσο σημαντική, ώστε να υπάρξη κι ένα δεύτερο άρθρο για τον εγκέφαλο στην «Εγκυκλοπαίδεια», όπου και παρουσιάζονταν οι καινούργιες αυτές «ανακαλύψεις». Που όσο και να «δυσαρεστούσαν», οδηγούσαν παρ’ όλ’ αυτά στο να μην τις αμφισβητή μεν ο συγγραφέας τού άρθρου, καλώντας μας ωστόσο να αναλογιστούμε, ότι ο άνθρωπος ήταν και πιο «παχύς» απ’ τα ζώα. Ούτε αυτό το υπερβολικό ωστόσο «πάχος» ή λίπος μπορούσε να συνυπολογισθή στα σταθερά συστατικά τού σώματος, αμφισβητώντας έτσι και το τελευταίο αυτό συμπέρασμα, καθώς η σχέση μεταξύ εγκεφαλικού και γενικού σωματικού βάρους απέβαινε σ’ έναν αποστεωμένο και εξαιρετικά αδύνατον άνθρωπο πράγματι εκπληκτική! Ένας «συλλογισμός», που δεν γινόταν ωστόσο εντελώς αποδεκτός, ενώ και η αναζήτηση κατάλληλων διακριτικών χαρακτηριστικών συνεχιζόταν με μεγαλύτερη ακόμα ένταση.

Μια περαιτέρω προσπάθεια έγινε με τον συνδυασμό τού εγκεφάλου προς τον σκελετό τού προσώπου: όσο πιο εκτεταμένη ήταν η σιαγών, τόσο μικρότερη (θα...) ήταν και η ευφυία. Κι αυτή όμως η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε, όπως και η καταμέτρηση του μήκους τού λαιμού, αναγκαστικά, καθώς μερικοί απ’ τους πιο φημισμένους «σοφούς» και «λόγιους» του 18ου αιώνα (Leibnitz, Haller, Franklin κ.α.) διέθεταν μια τεράστια σιαγώνα! Ενώ ο μοναδικός συσχετισμός που δεν απαξιώθηκε αμέσως από αντίθετα παραδείγματα ήταν εκείνος μεταξύ εγκεφάλου και διαμέτρου τών νεύρων.

Το κοινό σημείο αναφοράς όλων αυτών των «αναζητήσεων» βρίσκεται στη θεώρηση της εξέλιξης του μεγέθους ή των ποσοτικών γενικώς χαρακτηριστικών ως κάτι το «ιδανικό». Τα ανταγωνιστικά σχήματα, όπως μεγαλύτερο/μικρότερο, ευφυέστερο/ηλιθιότερο ή και πλέον πολιτισμένο/αγριώτερο αντιστοιχούσαν με ακρίβεια στο χονδροειδές «σύμπλεγμα» της ανατομικο-ανθρωπολογικής μεθόδου. Η δε επιμονή στο εγκεφαλικό μέγεθος δείχνει, πως η ποσοτική άποψη «επαρκούσε» προς διαπίστωση των διαφορών, ακόμα κι αν οι πιο συγκεκριμένες συνάφειες και διασυνδέσεις παρέμεναν άγνωστες και κρυφές. Το ποσοτικό επιχείρημα είχε ωστόσο το σαφώς καθορισμένο πεδίο ισχύος του, το οποίο περιελάμβανε εξειδικευμένες ως προς το είδος, φυλετικές ή και ηθικές ακόμα – όπως θα μας το δείξη το παράδειγμα του δαχτυλιδιού τού Soemmer – ιεραρχήσεις μπορούσε δηλ. να διαπιστώνη κανείς ή και να εγκαθιστά εδώ διαφορές και διακρίσεις. Και ό,τι βρισκόταν πέρα απ’ αυτό το πλαίσιο, δεν ενδιέφερε καθόλου! Ιδιαιτέρως δε το ερώτημα περί συνέργειας ψυχής και εγκεφάλου «προϋπέθετε» ή και «ανήκε» σε μιαν εντελώς διαφορετική και άλλου είδους «γνώση».

Κάτι που καθίσταται εξάλλου σαφές με τον Alexander Monro secundus, o οποίος και μεταφράζεται επιμελώς στα γερμανικά, σχολιαζόμενος και «τροποποιούμενος» σε υποσημειώσεις τόσο απ’ τον ανώνυμο μεταφραστή του όσο και απ’ τον Soemmering. Αναφέρεται λοιπόν εδώ εν σχέσει προς το εγκεφαλικό μέγεθος: «Πρέπει να θεωρήσουμε άρα τον εγκέφαλο ως ένα ενδιάμεσο ή συνδετικό εργαλείο (Medium) ανάμεσα στην ψυχή και το υπόλοιπο μέρος τού ζωικού σώματος, εργαλείο που επιδρά μέσω τής τεχνικής του κατασκευής στις νοητικές δυνάμεις, κατά έναν τέτοιον ωστόσο τρόπο, που ούτε τώρα τον αντιλαμβανόμαστε, ούτε και θα μάθουμε ίσως ποτέ να τον κατανοούμε». Και δεν υπήρχαν βέβαια (και δυστυχώς...) ικανές και διαθέσιμες προτάσεις, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μια παρόμοια «σκέψη». Μια πιθανή ωστόσο απάντηση δόθηκε τότε με την ποιοτικήν εξομοίωση «ψυχικού οργάνου» και ψυχής. Η «οργανική» δηλ. «ύλη τού ψυχικού οργάνου εξαγνίζεται μέχρι την πιο τέλεια ομογενοποίηση, καθαρότητα, δραστηριότητα και διάρκεια [...], ώστε να βρεθή σε μιαν αρμονική αλληλεπίδραση με την πνευματική ουσία τής ψυχής». Αντίθετα άρα προς την παράδοση του Stahl, όπου το σώμα κατανοείται ως ένα κενό απλώς περίβλημα, που το ζωογονεί κατ’ αρχάς η ψυχή, αυτή η ανατίμηση ή και εξευγενισμός τού οργανισμού ακολουθεί πλήρως και εντελώς τη «γραμμή» τών Haller και Bordeus.

Παρόμοιοι «συλλογισμοί» εξειδικεύονται ωστόσο κατά την παρατήρηση διαφόρων «ψυχολογικών» φαινομένων, όπως η σκέψη, η διαμόρφωση ιδεών, η ικανότητα μάθησης ή η μνήμη. Η «γενική» ανατομία δεν είναι βέβαια και τελικά κατάλληλη για την «επεξεργασία» τού συγκεκριμένου προβλήματος, ποια δηλ. σημασία μπορεί να αποδοθή εδώ στην ύλη, αλλά χρησιμοποιείται παρ’ όλ’ αυτά ξανά και ξανά για να «θεμελιωθούν» διαφορές. Στο δε ερώτημα που ανακύπτει, γιατί δεν αναπτύσσεται άραγες κάθε ιδέα σε κάθε άνθρωπο, εφ’ όσον ο υγιής εγκέφαλος είναι παρόμοια διαμορφωμένος σε όλους τούς ανθρώπους, ο ανατόμος Johann Christoph Andreas Mayer απαντά, πως η κάθε ψυχή οικοδομεί και τη δική της ιδιαίτερη κατοικία. Η συγκριτική ωστόσο ανατομία τού Mayer που ακολουθεί, φανερώνει μια «περιπλοκή» δυϊστικών και αισθησιακών σκέψεων με διάφορες σκέψεις και συλλογισμούς ταξινόμησης, που ήταν εξάλλου εντελώς τυπική για τα διάφορα ιδρύματα και μουσεία «φυσικών αγαθών», καθώς και για τα εμπορικά περιοδικά τού 18ου αιώνα. Ο Mayer υποθέτει λοιπόν, «ότι η ψυχή ταξινομεί τις ιδέες της σε ιδιαίτερα για την κάθε μιαν αγγεία τού εγκεφάλου, ανακαλώντας τες κατόπιν απ’ αυτό το απόθεμα, και προξενώντας τις διάφορες εξ αυτών επενέργειες σε ιδιαίτερες πάλι εγκεφαλικές περιοχές». Αυτή η εμμονή περί εντοπισμού αναφέρεται στις διάφορες, όπως και στον Bonnet, εγκεφαλικές ίνες: «[Η ψυχή] ταξινομεί κάθε αίσθηση, στην οποίαν και αποδίδει προσοχή, σ’ ένα συγκεκριμένο (εγκεφαλικό...) αγγείο, καθιστώντας κάθε αναγκαία προς τούτο εγκεφαλικήν ίνα τής εγκεφαλικής ουσίας τόσο πιο κινητική και επιδέξια, όσο πιο πολύ [η ίδια πάλι η ψυχή] τη χρησιμοποιεί».

Αυτές οι «συγκρίσεις» δεν είναι καθαρά ωστόσο θεωρητικές. Η δυαδική «ομολογία» αυτών τών προτάσεων πηγαίνει παράλληλα μάλλον με μιαν ειδική σηματοδότηση καθημερινών εμπειριών και ανατομικο-παθολογικών παρατηρήσεων. Τα παιδιά διαθέτουν μιαν ιδιαίτερη π.χ., σε αντίθεση προς τους ηλικιωμένους και τους αμβλύνοες ανθρώπους, ικανότητα μάθησης, κάτι που εξηγείται απ’ το ότι ο εγκέφαλός του είναι απαλός και ιδιαίτερα ευαίσθητος στις εντυπώσεις – αντίθετα προς τους σκληρούς, ξηρούς και μη ευκίνητους εγκεφάλους τών ηλικιωμένων. Η σημασία έτσι τής ύλης «αναβιβάζεται» σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε η ψυχική επιρροή να καθιστά δυνατή όχι μόνο τη διαμόρφωση ιδεών, αλλά και την κινητικότητα (γενικά...), την ευαισθησία και τον ίδιον τον σχηματισμό τελικά τού εγκεφάλου. Αυτές οι «τοποθετήσεις» («τόποι») κυκλοφορούν βέβαια, κυρίως μετά και τη θέση τού Καρτέσιου, ότι οι αισθητικές παραστάσεις εντυπώνονται στον εγκέφαλο όπως η σφραγίδα στο κερί, ευρέως, για να αποκτήσουν ωστόσο τον 18ον κατ’ αρχάς αιώνα μια πελώρια αναβάθμιση, καθώς θεωρούνται ως απαραίτητη π.χ. προϋπόθεση για τη δυνατότητα μάθησης της ψυχής και για την αγωγή έτσι τών παιδιών. Απ’ τη στιγμή που έχουν τεθή μια φορά τα «ίχνη» στον εγκέφαλο, και πληρώθηκαν μια φορά τα (εγκεφαλικά...) αγγεία, μπορεί να υπάρξουν μεν σε περιορισμένα πλαίσια ανακατατάξεις, όχι όμως και ριζικές μεταβολές. Ο δε Georg Forster θεωρεί αυτή τη «σταθεροποίηση» ως μιαν απαραίτητη διαδικασία ωρίμανσης, καθώς «οι ζωτικές δυνάμεις τού εγκεφάλου εκδηλώνουν στην περίοδο κατ’ αρχάς τής στασιμότητας την πιο υψηλή τους δραστηριότητα, αυξάνοντας μέσα απ’ την αναπόσπαστη από τέτοιες εκδηλώσεις αντίδραση τη διαύγεια της συνείδησης».

Μια τέτοια «συνετή» ωστόσο ερμηνεία δεν αποτελεί και τον αναπόφευκτο κανόνα. Όπως το ποσοτικό επιχείρημα, έτσι και η ποιοτική ικανότητα του εγκεφάλου χρησιμοποιείται για να αιτιολογηθούν φυλετικές διακρίσεις, καθώς και διακρίσεις φύλου. Όπου δεν είναι αρκετή ωστόσο η διάκριση «σκληρού» και «μαλακού», καθώς γράφει ο Ernst Platner στην «Ανθρωπολογία» του «για ιατρούς και φιλοσόφους», ότι έναν σκληρό εγκέφαλο διαθέτουν «οι αδιάφοροι άνθρωποι, οι γέροντες, οι βόρειοι και νότιοι, τραχείς και βάρβαροι λαοί, οι σκληρυμένοι γενικώς άνθρωποι, και σε μεγαλύτερο βαθμό οι αμβλύνοες και άλογοι τρελλοί». Η «δυσκολία» που προκύπτει ωστόσο εδώ για τον Platner είναι το γεγονός, ότι απαλό και μαλακό εγκέφαλο δεν διαθέτουν μόνο τα μικρά παιδιά, αλλά και οι υδροκέφαλοι, καθώς και «οι περισσότερες γυναίκες και οι γυναικοπρεπείς νεαροί και μεγαλύτεροι άνδρες». Γι’ αυτό και υποχρεώνεται εξάλλου να θεωρήση ταυτόχρονα ως «ανερέθιστο» και «άχαρι» τον εγκέφαλό τους. Ενώ έναν «μαλακό και ταυτόχρονο ευαίσθητο εγκέφαλο» διαθέτουν αντίθετα «όλοι κατά κανόνα οι άνθρωποι μιας ήπιας γενικώς, ευερέθιστης και ευαίσθητης φύσεως, παιδιά, νέοι και άνθρωποι μιας μέσης ηλικίας [...], καθώς και έθνη που το σώμα τους δεν έχει σκληρυνθή ιδιαιτέρως ούτε από το κλίμα ούτε από τον βάρβαρο και απολίτιστο τρόπο τής ζωής τους». Τέτοιοι συλλογισμοί εμφανίζονται στο κεφάλαιο «Περί συμβολής τού σώματος στην ευφυΐα», καθιστώντας όχι απλώς σαφές το ότι η ευφυΐα ανάγεται τόσο στη φύση όσο και στην αγωγή, αλλά και το ποιος μπορεί και ποιος δεν μπορεί να είναι «εκ φύσεως» ευφυής! Εδώ ανήκει μάλιστα και το συλλογιστικό «πείραμα» του Bonnet, για μιαν (ενδεχόμενη...) μεταφύτευση της ψυχής ενός Ινδιάνου τής φυλής τών «Χουρόν» στον εγκέφαλο (π.χ. ...) του Μοντεσκιέ: Κι «αν η ψυχή ενός Χουρόν μπορούσε να κληρονομήση τον εγκέφαλο του Μοντεσκιέ, τότε ο Μοντεσκιέ θα δημιουργούσε ακόμα»!

Δεν επιχειρήθηκαν ωστόσο κατά κανέναν τρόπο ευρύτερες συγκρίσεις, όπως π.χ. μεταξύ παιδικών εγκεφάλων και εγκεφάλων γέρων, που έπασχαν πιθανώς από καρκινικές σκληρύνσεις, πήξεις αίματος και εναποθέσεις αλάτων. Στο πεδίο γνώσεως του 18ου αιώνα, αρκείτο κανείς σε λιγοστές έστω πληροφορίες και «ειδήσεις», που εκτιμούνταν βέβαια τόσο περισσότερο, όσο μπορούσαν να επιβεβαιωθούν και από τις ιδιαίτερες έρευνες κάτι που δεν ήταν ωστόσο και εντελώς απαραίτητο. Η ιδέα μιας (υπάρχουσας...) ιδανικής ύλης για τη λειτουργία τής πνευματικής ζωής, καθώς και η ιδέα μιας εύπλαστης απαλότητας και μιας άκαμπτης σκληρότητας (του εγκεφάλου...), συνοδευόμενη και από μια φυλετική-ρατσιστική και ως προς το γένος ή φύλο πόλωση, καθώς και η πεποίθηση περί διαμόρφωσης του εγκεφάλου σύμφωνα με συγκεκριμένες ρυθμιστικές αρχές, όπου συμπεριλαμβάνεται και η διανοητική ανάπτυξη ενός ανθρώπου – αυτό το σύνολο απόψεων αποτελεί και τον πυρήνα τής επιστήμης τού ανθρώπου, στην οποίαν έρχονται να προστεθούν και οι διάφορες ανατομικές και κλινικές παρατηρήσεις.

Αυτά τα λίγα, έστω, παραδείγματα θα μπορούσαν να καταστήσουν σαφές το ότι φτάσαμε, μέσα στο πλαίσιο της «αλληλεπίδρασης νου και σώματος» (“commercium mentis et corporis”), σε μιαν «ανατομικοποίηση» και «φυσιολογικοποίηση» των πνευματικών δυνατοτήτων τού ανθρώπου, που παρέμεναν ωστόσο, λόγω τής διατήρησης του (εγκεφάλου ως...) «ψυχικού οργάνου», υπό έλεγχο. Ανοίχθηκε έτσι ένα πεδίο δράσης στην πεποίθηση περί επιρροής τού σώματος στην ψυχή, χωρίς ωστόσο οι διάφορες σκέψεις και συλλογισμοί προς αυτήν την κατεύθυνση να αποσπώνται απ’ το παραδοσιακό πεδίο μιας ιεραρχικής τάξης. Κάτι που σήμαινε συγκεκριμένα, την προσπάθεια να θεωρηθή ο εγκέφαλος όχι με τα ανεπαρκή κριτήρια του μεγέθους και του βάρους, αλλά με τον συνυπολογισμό τού «ευγενούς χαρακτήρα» τού υλικού (παρ’ όλ’ αυτά...) «ψυχικού οργάνου». Μια αναζήτηση που οδήγησε, όχι εντελώς απροσδόκητα, στην αισθητικοποίηση του εγκεφάλου, τον όψιμο 18ον αιώνα.

( συνεχίζεται, με το επόμενο υπο-κεφάλαιο υπό τον τίτλο: «...ο εγκέφαλος, αυτό το ευαίσθητο και αιθέριο προϊόν τού ουρανού» )

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (9)

Συνέχεια από Σάββατο, 1η Νοεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ» ΣΤΟΝ 17ΟΝ ΚΑΙ 18ΟΝ ΑΙΩΝΑ…

ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ “HOMO DUPLEX”: ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΟΥ ΠΙΘΗΚΟΥ


Εν σχέσει προς τις ηθικές αιτίες τής «ιδέας» περί τού «διπλού ανθρώπου» (“homo duplex”), υπάρχει ένα περαιτέρω βασικό κείμενο του γαλλικού υλισμού, το «Σύστημα της φύσης» (“System der Natur”) του Hollbach, πολύ πιο «διαφωτιστικό» από τα κείμενα του La Mettrie. Ο Hollbach θεωρεί λοιπόν, ότι ο άνθρωπος έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως μια διπλή ύπαρξη μόνον επειδή δεν παρατήρησε και δεν κατανόησε επαρκώς αυτόν τον ίδιον και τη φύση του. Είναι το ακατανόητο διαφόρων φαινομένων που οδήγησε στην «επινόηση» εννοιών όπως η πνευματικότητα, το άυλον και η αθανασία. Παρ’ όλο όμως που ο «διπλός άνθρωπος» καθίσταται μ’ αυτόν τον τρόπο μια «συμψηφιστική κατασκευή» για τον Hollbach, παραδέχεται ότι οι περισσότεροι απ’ τους συγχρόνους του φιλοσόφους επιμένουν σ’ αυτή τη διάκριση. Ενώ ο ίδιος ο Hollbach θεωρεί τον εγκέφαλο ως τον «τόπο» τών διανοητικών (και μόνον...) ικανοτήτων, ακολουθώντας σ’ αυτό την αισθησιαρχία τών Lock και Condillac, θεωρώντας την αίσθηση ως τη βασική ικανότητα του ανθρώπου, απ’ την οποίαν και προέρχονται και όλες οι άλλες ικανότητες. Τις δε διαφορές μεταξύ ανθρώπου και ζώου αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους ανθρώπους αναμεταξύ τους τις εξαρτά απ’ το μέγεθος του εγκεφάλου, αναφερόμενος επ’ αυτού, όπως ήδη ο La Mettrie, στον Willis (( Ζήτω ο εγκέφαλος! ... )) .

Αλλά και ο Diderot επισημαίνει στα δημοσιευμένα κατ’ αρχάς το 1875 «Στοιχεία φυσιολογίας» συνεχώς, ότι οι πνευματικές εκδηλώσεις είναι εγκεφαλικές λειτουργίες και ότι μια φαινομενική επίδραση της ψυχής στο σώμα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η επίδραση ενός μέρους τού σώματος σ’ ένα άλλο. Ενώ και σ’ ένα άλλο σημείο θεωρούνται ο μεγάλος και ο μικρός εγκέφαλος από κοινού με τα νεύρα ως «ένα ευαίσθητο, αλληλοεξαρτώμενο και ενεργητικά ζωντανό όλον».

Οι πιο όψιμες ιδίως αναφορές τού Diderot θα μπορούσαν πράγματι να μας «παραπλανήσουν» να υποθέσουμε ότι το «ψυχικό όργανο», στον γαλλικό ήδη υλισμό, παραχωρεί τη θέση του σε μια σύγχρονη άποψη περί εγκεφάλου. Δεν συμβαίνει ωστόσο, παρ’ όλες τις παραλλαγές και τις καινούργιες «προοπτικές», παντελώς κάτι τέτοιο, εφ’ όσον και οι τρεις προαναφερθέντες συγγραφείς παραμένουν, ως σε κάτι το αυτονόητο, στην πεποίθηση περί «ψυχικού οργάνου», το οποίο ο μεν La Mettrie το εντοπίζει στο μεσολόβιο, ο δε Diderot στους μήνιγγες. Ο Hollbach δεν προκρίνει εδώ κάποιον συγκεκριμένο «τόπο», μιλά όμως για το «ψυχικό όργανο» ως το κεντρικό εκείνο σημείο στον εγκέφαλο, όπου συγκλίνουν όλες οι νευρικές απολήξεις και «καταχωρούνται» όλες οι σωματικές λειτουργίες. Όχι μάλιστα ότι οι αντιλήψεις τών αισθητηρίων απλώς συνενούνται ως μια ενιαία αντίληψη σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο, αλλά ότι αυτό το εσωτερικό όργανο είναι «όπως η αράχνη, που τη βλέπουμε να κρέμεται τρόπον τινά στο κέντρο τών διχτυών της, πληροφορούμενη αμέσως για κάθε αξιοπρόσεκτη αλλαγή». Αυτή η «μεταφορά» τής αράχνης εμφανίζεται και στον Diderot, ενώ ο La Mettrie θεωρεί την ψυχή – κάπως πιο μηχανιστικά –ως την «κινητήρια αρχή ή ένα ευαίσθητο υλικό μέρος τού εγκεφάλου, το οποίο και μπορούμε αναμφίβολα να θεωρήσουμε ως το βασικό ελατήριο όλης τής μηχανής, εφ’ όσον επιδρά εμφανώς σε όλα τα υπόλοιπα μέρη».

Ο βαθμός τής «ποσοτικής» εξέλιξης του εγκεφάλου ως προϋπόθεση των διαφόρων ικανοτήτων του, καθώς και η ύπαρξη ενός ενιαίου, κεντρικού συντονιστικού «σημείου» τής ψυχο-φυσικής ζωής στον εγκέφαλο αποτελούν τις δυό κεντρικές συνιστώσες τού «εγκεφαλικο-φυσιολογικού» υλισμού τών La Mettrie, Diderot και Hollbach. Οι οποίοι και δεν απομακρύνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο πάρα πολύ απ’ τις θεμελιακές αντι-υλιστικές θέσεις, όπου οι δυό αυτές συνιστώσες εμφανίζονται με τον ίδιον ακριβώς τρόπο, για να προστεθή κατόπιν σ’ αυτές και η αύλη ψυχή. Παρ’ όλες τις διαφορές και την αντιπαράθεση ακόμα που αναπτύσσεται, η άποψη για την ανατομική και φυσιολογική συνάφεια εγκεφάλου και «ψυχικού οργάνου» παραμένει έτσι σε πολύ μεγάλο βαθμό η ίδια. Ο υλιστής τού 18ου αιώνα βρίσκεται απ’ αυτή την άποψη πολύ πιο κοντά στους συγχρόνους του που διακηρύσσουν τον «διπλόν άνθρωπο» απ’ ό,τι στους υλιστές τού επόμενου, 19ου αιώνα. Αυτό το «κοινό» ως προς το περιεχόμενό του πεδίο γνώσης προκαλούσε λιγότερο αντιθέσεις, όπως π.χ. εκείνη ανάμεσα σε μια «χειραφετημένη γνώση περί ανθρώπου ως μέλους και εξελικτικού προϊόντος στο βασίλειο των όντων» απ’ τη μια πλευρά, και μια «θεολογική αντίδραση, που επιχειρούσε να διασώση τη Δημιουργία και Αποκάλυψη του Θεού και την αθάνατη ψυχή» απ’ την άλλη, και πολύ περισσότερο κάποιες προσπάθειες, να εξελιχθή περαιτέρω η αντίληψη περί «διπλού ανθρώπου».

Η φυσιολογία τού Haller ήταν λοιπόν πολύ «χρήσιμη» μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, καθώς ένα εφοδιασμένο με ευαισθησία νευρικό σύστημα δεν σήμαινε απλώς μια γενική ανατίμηση του «φυσικού» στοιχείου στον άνθρωπο, αλλά οδηγούσε σε μιαν υπερίσχυση αυτού τού συστήματος, που παρουσιαζόταν, μέσα στην ανθρωπολογική προοπτική, ως μια μετατόπιση απ’ τον «άνθρωπο μηχανή» (“homme machine”) στον «ευαίσθητο άνθρωπο» (“homme sensible”).Κι αν αυτό που επικρατούσε ήταν το να θεωρηθή μεν ως το ευγενέστατο και πιο εξελιγμένο όν ο άνθρωπος, να κατανοηθή όμως ταυτόχρονα ως ένα «παιχνίδι τής ζωής» η ψυχή ή να παραμείνουμε σταθεροί στην πεποίθηση για την αθανασία και το αδιαίρετό της, εμφανίστηκε και μια «διαμεσολάβηση» στον «βιταλισμό» («ζωτικοκρατία») π.χ. της σχολής στο Montpellier, όπου και υποστηρίχθηκε εμφαντικά («αξιώθηκε») μια δυναμική ανεξαρτησία ή αυτοτέλεια του οργανικού στοιχείου στον άνθρωπο, απέναντι στις καθ’ υπόθεσιν αιτιοκρατικές εκτιμήσεις τού υλισμού και της αισθησιαρχίας. Ο ζωντανός οργανισμός διαθέτει στον Thѐophile de Bordeu π.χ., αντίθετα απ’ ό,τι μια μηχανή ή ένα άγαλμα, αλλά και διακρινόμενος σαφώς από ένα καθοδηγούμενο από την ψυχή σώμα, μια δική του ζωή, που μπορεί να περιγραφή ως ένα «κοινοβούλιο» ανεξαρτήτων μεταξύ τους λειτουργιών ευαισθησίας και ερεθιστικότητας. Η περίφημη φυσιολογική διάκριση του Haller (ο «ευαίσθητος άνθρωπος», ο “homme sensible”) τέθηκε έτσι σε μιαν ανθρωπολογική συνάφεια, που επέτρεπε και αισθησιαρχικές σκέψεις. Το περίφημο π.χ. «νοητικό πείραμα» του Condillac σ’ ένα ανθρωπόμορφο άγαλμα, το οποίο και καθίσταται με την προσθήκη τών αισθητηριακών συστημάτων, το ένα μετά το άλλο, από «κενός πίνακας» (Tabula rasa) λογική ύπαρξη, μπόρεσε να θεωρηθή, ανεξάρτητα απ’ τις προθέσεις τού ίδιου του Condillac, ως ένα παραστατικό μοντέλο-πρότυπο της ανθρώπινης εξέλιξης, παραμένοντας ωστόσο ανεπαρκές από φυσιολογική άποψη, καθώς αντιλαμβανόταν το σώμα παρόμοια αιτιοκρατικά και μηχανιστικά όπως και ο «άνθρωπος μηχανή» (“homme machine”) του La Mettrie. Το ζητούμενο ήταν λοιπόν η αντικατάσταση από ’κεί και πέρα τής «μηχανής» μ’ ένα ζωντανό και οργανικό σωματικό πρότυπο-μοντέλο. Η αισθησιαρχία κατέστη αποδεκτή υπ’ αυτές τις συνθήκες και απ’ τους εκπροσώπους-υποστηρικτές τού «διπλού ανθρώπου» (“homo duplex”), καθώς θεωρούσαν κι αυτοί, και παρ’ όλη την «επιμονή» τους στην αθανασία τής ψυχής, ότι οι πνευματικές ποιότητες έπρεπε να είναι κι αυτές αντικείμενο των φυσικών ερευνητών. Για να «προσφέρη» έτσι εδώ η παραδοχή, πως κάθε γνώση προέρχεται απ’ την αντίληψη των αισθητηρίων, τη «γεμάτη υποσχέσεις» προοπτική, να ερευνάται και η δομή του εγκεφάλου απ’ αυτήν ακριβώς την άποψη. Όπου έπρεπε βέβαια να περιοριστή κανείς σε εννοιολογικές και μόνον, κατ’ αρχάς, «προτάσεις». Το ότι μπορούσαν π.χ. να αποτελούν η προσοχή, η ελεύθερη βούληση ή η αποφασιστικότητα το «αποτέλεσμα» ενός υλικά θεωρούμενου συνδυασμού τών αισθητηριακών αντιλήψεων στον εγκέφαλο, αυτό δοκιμάστηκε σαν ένα διανοητικό παιχνίδι, το οποίο και έπρεπε να συμφωνήση (κατ’ αρχάς) με τη θεωρία τού «διπλού ανθρώπου».

Πιο μακριά σ’ αυτήν την «προοπτική» πήγε ο Charles Bonnet, αντιλαμβανόμενος τον εγκέφαλο ως ένα «σύμφυρμα» διαφορετικών οργάνων και αποδεχόμενος την ύπαρξη μιας ιδιαίτερης εγκεφαλικής ίνας για κάθε ξεχωριστή εντύπωση των αισθήσεων. Αν είχε επιμείνει ωστόσο σ’ αυτήν τη μορφή «αισθητηριακού εντοπισμού» ο Bonnet, θα είχε αναπόφευκτα φτάσει να «αξιώση» και μιαν «αρχή τάξεως» για τις ψυχικές ικανότητες και ιδιότητες, που δεν θα μπορούσε ωστόσο επ’ ουδενί να ισχύη, εφ’ όσον θα έπρεπε να αποτελούνταν τότε και όλες οι ανθρώπινες «ποιότητες» από «μοναδικές» αισθητηριακές αντιλήψεις. Ο άπειρος αυτός «διαμερισμός» τού ψυχικού στοιχείου σε αμέτρητες ίνες βρισκόταν σε απόλυτη ωστόσο αντίθεση προς την ψυχική ενότητα, κι ο ίδιος ο Bonnet δεν αμφέβαλε ποτέ ως προς το άϋλο της ψυχής, το οποίο και συνεπέραινε απ’ την ενιαία (συν)αίσθηση των ψυχικών διαδικασιών μια ψυχή την οποία και θεωρούσε, παρ’ όλον τον αναπόφευκτο σύνδεσμό της προς το σώμα, ως αδιαίρετη και αθάνατη.

Η στενή συγγένεια του Bonnet προς τον Καρτέσιο φαίνεται ιδιαιτέρως στις απόψεις του περί «ψυχικού οργάνου», όπου και διαπιστώνει ότι η ψυχή δεν καταλαμβάνει κάποια θέση στον εγκέφαλο, αλλά «παρίσταται» εκεί. Ενώ παραμένει και η πεποίθησή του, ότι η ανατομία μπορεί πράγματι να εντοπίζη ένα «ψυχικό όργανο» στον εγκέφαλο, το οποίο και ταυτίζει ο Bonnet – παρά τις ενστάσεις τού φίλου του Haller – με το μεσολόβιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ωστόσο εδώ, κατά πόσον επαρκούν για όλα αυτά τα μέσα και οι δυνατότητες της ανατομίας. Συνεχίζει και λέει λοιπόν ο Bonnet: «Ο εγκέφαλος μάς είναι κατά πολύ άγνωστος. Τα πιο σημαντικά του μέρη είναι τόσο απαλά, τόσο λεπτά, τόσο αναδιπλωμένα˙ και τα εργαλεία μας είναι τόσο ατελή, οι γνώσεις μας τόσο περιορισμένες, ώστε μπορούμε να ξεκινήσουμε απ’ το ότι δεν θα μπορέσουμε, για πολύν ακόμα καιρό, να αποκαλύψουμε το μυστικό του». Παρόμοια είχε χαρακτηρίσει και ο La Mettrie τους περιορισμούς τής ανατομίας, όμως ο Bonnet φαίνεται να θεωρή και εξόχως «καθησυχαστική» αυτή την κατάσταση. Η αμφισημία τής ανατομίας βρίσκεται γι’ αυτόν στο ότι, η ανατομία μπορεί μεν να αντιληφθή τον άνθρωπο ως μια φυσική ύπαρξη, ένα φυσικό όν, μιλώντας ωστόσο συνολικά, χωρίς να μπορή να αποκαλύψη και το ιδιαίτερο μυστικό τού ανθρώπου στα όρια ψυχής και σώματος. Η ανατομία βοηθά πράγματι να κατανοηθή καλύτερα ο άνθρωπος, αλλά με τους περιορισμούς της αντιτίθεται και στις αξιώσεις που προβάλλει ο υλισμός. Κι αυτός ο σκεπτικισμός απέναντι στη φυσική έρευνα και επιστήμη συμμαχεί έτσι με την (ιδιαίτερη) ανατομία τής ψυχής. Και οι αισθητηριακές, κατά συνέπεια, εγκεφαλικές ίνες τού Bonnet δεν αποτελούν κάποιο αυτόνομο λειτουργικό σύστημα, αλλά παραμένουν πάντα εξαρτημένες ή αναφερόμενες στην «υπερέχουσα» ψυχή. Το ιεραρχικό πρότυπο δεν θίγεται έτσι κατά κανέναν απολύτως τρόπο.

Δεν πρόκειται λοιπόν στην περίπτωση του Bonnet τόσο για μια διαφωνία μεταξύ τού καρτεσιανού ορθολογισμού και της αισθησιαρχίας τού Λοκ, αλλά για την καλώς υπολογισμένη, συγκεκριμένη προσπάθεια να εναρμονιστούν αμφιλεγόμενες και αντιλεγόμενες θέσεις. Αυτή δε η στάση, που θα επιθυμούσε να τους δικαιώση όλους, αρχίζει και επιδρά κατά απόλυτον σχεδόν τρόπο και στην εντατικοποιούμενη τώρα, και στη Γερμανία, συζήτηση για τη φύση και τις μορφές ζωής τού ανθρώπου.

( συνεχίζεται, με το επόμενο κεφάλαιο: «Ανθρωπολογία και θεωρία τού ψυχικού οργάνου» )

Η ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΕΓΩ ΔΙΕΛΥΣΕ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΞΕΧΑΣΕ ΟΤΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΓΩ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΕΓΩ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΙΑ ΑΔΥΝΑΜΗ ΜΑΡΑΖΩΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΦΥΛΑΚΙΣΝΕΝΗ ΣΕ ΕΝΑ ΑΛΛΑΖΟΝΙΚΟ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΙ ΜΟΝΟ ΤΑ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ-Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ (8)

Συνέχεια από Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2025 

MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ «ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ» ΣΤΟΝ 17ΟΝ ΚΑΙ 18ΟΝ ΑΙΩΝΑ… 


ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ “HOMO DUPLEX”: 
ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΟΥ ΠΙΘΗΚΟΥ


Ήδη ο Thomas Willis αναρωτήθηκε, όπως φάνηκε στα προηγούμενα, για τη σχέση συνέχειας ή α-συνέχειας μεταξύ ανθρώπου και (αλόγου) ζώου. Η σχέση αυτή παρατηρήθηκε στον όψιμο 17ον και τον 18ον αιώνα κατ’ εξοχήν μέσα απ’ την προοπτική τής «μεγάλης αλυσίδας τών όντων», που δεν προέβλεπε (( ! )) κενά και διακοπές στη συνεχή αυτή κλίμακα. Κι ενώ ο πολύπους τού γλυκού νερού ο επονομαζόμενος «Ύδρα» θεωρήθηκε ως ο ελλείπων κρίκος μεταξύ φυτών και ζώων, ίσχυσε ο πίθηκος ως το ενδιάμεσο μέλος μεταξύ ανθρώπου και ζώου . Το αν επρόκειτο ακόμα για ένα ζώο ή ήταν ήδη ένας άνθρωπος ή (έστω) ημι-άνθρωπος, αυτό αποτελούσε και ένα απ’ τα μεγάλα προβλήματα του 18ου αιώνα, που άγγιζε τόσο τη φυσικο-ιστορική κατάταξη των όντων, όσο και την αυτογνωσία επίσης τού ανθρώπου (( ! )) . Εδώ ανήκαν ουδέτερα, κατ’ αρχάς ως προς το φύλο, ερωτήματα, όπως το αν οι πίθηκοι διαθέτουν π.χ. λογική και γλώσσα, το θέμα τού φύλου προέκυπτε μόνον εκεί όπου διαπιστώνονταν διαφορές στην έμμηνο π.χ. ρήση, ή στην ύπαρξη ενός υμένα ή μιας καμπυλότητας στον κόλπο. Δεν υπήρχε προς το παρόν κάποια εξειδικευμένη, ως προς το φύλο, έρευνα του εγκεφάλου.

Ο Edward Tyson επιχειρεί στη βασική του έρευνα «Ανατομία ενός Πυγμαίου» του 1699 να αποδείξη, ότι ο Πυγμαίος (πρόκειται σύμφωνα με τη σημερινή μας αντίληψη για έναν χιμπατζή) ανήκει στους πιθήκους και όχι στο γένος τών ανθρώπων. Συγκρίνει λοιπόν ένα προς ένα τα διάφορα όργανα, για να παραδεχθή στο τελικό του «συνάθροισμα», ότι ο «Πυγμαίος» μοιάζει σε 48 ιδιότητες στον άνθρωπο, και μόνο σε 34 στον πίθηκο. Το πιο απογοητευτικό όμως εύρημά του αφορά στον εγκέφαλο:
«Θεωρούμε (εμείς οι άνθρωποι...) τον εγκέφαλο ως την άμεση καθέδρα τής ψυχής. Κι εφ’ όσον η ψυχή τού ανθρώπου διαφέρει τόσο πολύ από εκείνη τών ζώων, θα θέλαμε να υποθέσουμε, ότι και το όργανο στο οποίο αυτή κατοικεί είναι επίσης πολύ διαφορετικό. Συγκρίνοντας ωστόσο τον εγκέφαλο του “δικού” μας Πυγμαίου μ’ αυτόν ενός (άλλου...) ανθρώπου, και παρατηρώντας με την πιο μεγάλη ακρίβεια κάθε ξεχωριστό μέρος, έμεινα πραγματικά έκπληκτος, ανακαλύπτοντας μιαν ομοιότητα ανάμεσά τους, που μεγαλύτερη δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.»

Η διέξοδος που βρίσκει ο Tyson μπροστά σ’ αυτήν την «έκπληξη» είναι ωστόσο όμοια με κείνην του Willis: Οι ιδιαίτερες ανθρώπινες ποιότητες της ψυχής «πρέπει να βασίζονται σε μιαν ανώτερη αρχή, είναι ποιότητες, που η ζωογονημένη ύλη δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέση». Ο εκφραζόμενος εδώ δυϊσμός (μια δυαδική ανθρώπινη υπόσταση) αναπτύσσει τον 18ον αιώνα μιαν ολόκληρη παράδοση – στους Άγγλους φυσικο-θεολόγους, όπως ο John Ray ή ο John Edwards, στον Pietro Moscati στην Ιταλία, που αμφισβητεί την ύπαρξη ουσιαστικών σωματικών διαφορών μεταξύ ανθρώπου και ζώου ακόμα το 1770, αλλά και στον Georges Buffon, ο οποίος παραλαμβάνει τις «ανακαλύψεις» τού Tyson και παράγει από εκεί μιαν «αρχή»: ότι ο άνθρωπος ανήκει δηλαδή από φυσικής μεν πλευράς στα ζώα, η ιδιαίτερη του ωστόσο «θέση» (στην αλυσίδα τών όντων...) προέρχεται απ’ την έτερη, την ψυχική του φύση. Απ’ αυτή δε τη διπλή φύση τού ανθρώπου ως home physique και home moral (φυσικός και ηθικός άνθρωπος...) προέρχεται και η κατηγορηματική και αγεφύρωτη διαφορά του από τα (άλογα) ζώα. Αυτή η αντίληψη του «διπλού ανθρώπου» (homo duplex) αντιμάχεται ωστόσο τον καρτεσιανό δυϊσμό, καθώς η διαφορά δεν ορίζεται πια αυστηρά οντολογικά ως διαφορετική ουσία (άλλη δηλ. η ανθρώπινη και άλλη η ουσία τών αλόγων ζώων), ενώ και η αντικατάσταση των εννοιών ӑme (ψυχή) και corps (σώμα) με τις έννοιες le moral (ήθος, φρόνημα) και le physique (φύση) δηλώνει έναν μετασχηματισμό, που δεν θεωρεί πια τον άνθρωπο ως μιαν απλώς σκεπτόμενη ύπαρξη, αλλά περιέχει τη σκέψη και την αίσθηση, τη λογική και τις συγκινήσεις, τα πάθη και την επιδίωξη της ευδαιμονίας. Η διαφορετική, παρ’ όλ’ αυτά, προέλευση των δύο φύσεων, ανθρώπου και ζώου, καθώς και η ασυνέχεια και τα αμετάβλητα διακριτικά χαρακτηριστικά ανάμεσά τους παραμένουν εντελώς μέσα στο καρτεσιανό πλαίσιο. Όπου διαβάζουμε στο κεφάλαιο “homo duplex” του έργου “Discours sur la nature des animaux” («Ομιλίες για τη φύση τών ζώων») του έτους 1753:
«Ο εσωτερικός άνθρωπος είναι διπλός. Συναποτελείται από δύο διαφορετικές ως προς τη φύση τους αρχές, και αντίθετες ως προς τις πράξεις τους ανάμεσά τους. Η ψυχή, η πνευματική αρχή και αρχή κάθε γνώσης, αντιτίθεται πάντα προς την άλλη, τη ζωϊκή και καθαρά υλική αρχή. Η πρώτη αρχή είναι ένα καθαρό, ήσυχο και ανάλαφρο φως μια ωφέλιμη πηγή επιστήμης, λογικής και σοφίας. Ενώ η άλλη αποτελεί μιαν απατηλή λάμψη, που τρεμοφέγγει μόνο μέσα στην καταιγίδα και το σκοτάδι ένα αδιάκοπο, συνεχές ρεύμα, που κουβαλά μαζί του τα πάθη και τις πλάνες».

Ο Buffon αποδέχεται, ότι οι πίθηκοι διαθέτουν ίσως, λόγω τού διαφοροποιημένου εγκεφάλου τους, χαρακτηριστικά ταλέντα, τους λείπει όμως το πνεύμα (“esprit”), με το βασικότερο χαρακτηριστικό του, τη γλώσσα ή ομιλία. Η διάκριση αυτή ανάγεται ασφαλώς στον Καρτέσιο, και είναι τόσο δεσμευτική για τον Buffon, ώστε δεν τον απασχολεί καθόλου η καθεαυτή έλλειψη ανατομικο-φυσιολογικών διαφορών στον εγκέφαλο.

Όσοι επικρίνουν τώρα τη θεωρία περί «διπλού ανθρώπου» (homo duplex), απλώς περιγελούν κάθε συζήτηση για τις (δήθεν...) πνευματικές ικανότητες του ουρακοτάγκου. Έτσι «κοροϊδεύει» π.χ. και ο Carl von Linnѐ τον Buffon: «Οι φυσιογνώστες έχουν ματαίως αναζητήσει μέχρι και σήμερα χαρακτηριστικά, τα οποία και θα μας επέτρεπαν να διακρίνουμε μέσω τής εξωτερικής μορφής και της δομής τού σώματος, τους πιθήκους απ’ τον άνθρωπο, γιατί δεν υπάρχει πράγματι κανένα τέτοιο ανθρώπινο γνώρισμα, που να μην το συναντάμε και στους πιθήκους˙ γι’ αυτό και έχουν εγκαταλείψει αυτοί οι ερευνητές όσα οι ίδιοι, με τα μάτια τους, παρατηρούν, υποχρεωμένοι να καταφύγουν στα αόρατα χαρακτηριστικά τών φιλοσόφων». Αυτή μάλιστα η πολεμική εκ μέρους του Linnѐs έφτασε στα άκρα, όταν επιχείρησε να υποβαθμίση σκαιά ή και να παραβλέψη τελείως τις αναφερόμενες απ’ τον Tyson διαφορές, αλλά ο χλευασμός τών καρτεσιανών γνωρισμάτων αναφορικά προς τον εγκέφαλο δεν μπορούσε παρά να εκλειφθή (ακόμα...) ως μια ταπείνωση του ανθρώπου. Γιατί ναι μεν θεμελίωνε ανθρωποκεντρικά ο Linnѐs την ιδιαίτερη θέση τού ανθρώπου (στη Δημιουργία), αποδεχόμενος ότι ο Θεός δημιούργησε σκόπιμα και προς υπηρεσίαν τού ανθρώπου τη φύση, η φυσικο-ιστορική ωστόσο κατάταξη του ανθρώπου στην ομάδα τών τετραπόδων υποβίβαζε την ισχύουσα στον δυϊσμό αρχική διαφορά προς τα ζώα σε μιαν απλή «διαφορά (απόσταση) βαθμού».

Ο Linnѐs δεν ήταν φυσικά ένας υλιστής, αλλά ανήκε στην παράδοση της φυσικο-θεολογίας. Και το πρόβλημα βρισκόταν μάλλον στο ότι θεωρούσε (εξακολουθούσε να θεωρή) τον άνθρωπο ως μιαν ευνοημένη, από ηθικής πλευράς, απ’ τον Θεό ύπαρξη. Κάτι που ανήκε σε «άλλην», ωστόσο, «αρμοδιότητα», υπερβαίνοντας την «αποστολή» ενός ιστορικού τής φύσης. Αυτός όμως ακριβώς ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ θεολογίας και φυσικής ιστορίας, που απωθούσε καταλυτικά τη θεωρία τού δυϊσμού, ώστε να πρόκειται για δυό εντελώς πια ανεξάρτητα μεταξύ τους πεδία γνώσης, δεν μπορούσε να γίνη αποδεκτός απ’ τον Buffon, εφ’ όσον εκείνοι που εκπροσωπούσαν τη θεωρία τού «διπλού ανθρώπου» αποσκοπούσαν στο ακριβώς αντίθετο: να συνδυάσουν δηλ. και τα δύο πεδία, επιτρέποντας έτσι και στον φυσικό ιστορικό να έχη κι αυτός έναν λόγο για την πνευματική ζωή τού ανθρώπου. Η επιχειρηματολογία, παρ’ όλ’ αυτά, του Buffon απέναντι στον Linnѐ δεν αφορούσε ούτε σ’ έναν τέτοιο «υπερβολικό», εκ μέρους τού Linnѐ, δυϊσμό, ούτε σε πιθανές – όπως π.χ. στον Haller - υλιστικές συνέπειες, αλλά αναφερόταν στην ταξινομική του και μόνο μέθοδο, που δεν γινόταν, γενικώς, καλώς αποδεκτή στη Γαλλία, κρινόμενη και από υλιστές, όπως ο Diderot και ο La Mettrie, με τον πιο ακραίο τρόπο.

Ανεξάρτητα ωστόσο κι απ’ τον Linnѐ, ο «διπλός άνθρωπος» (“homo duplex”) δεν γινόταν ούτε απ’ τον υλισμό ευθέως αποδεκτός. Και αφορμή γι’ αυτό ήταν, άλλη μια φορά, οι συγκριτικές ανατομικές σπουδές: Για να προβάλη τις ομοιότητες ανάμεσα στον ανθρώπινο και τον εγκέφαλο των ζώων, αναφέρεται ο La Mettrie στο έργο του “L’ Homme machine” («Ο άνθρωπος μηχανή») στον Thomas Willis, o οποίος και χρησιμοποιούσε τον βαθμό εξέλιξης του εγκεφάλου τών ζώων ως επιχείρημα για την αθάνατη ψυχή. Ο La Mettrie αντιστρέφει λοιπόν το «όπλο» και προβάλλει, όχι τις ομοιότητες, αλλά τις διαφορές, συμπεραίνοντας απ’ τα ευρήματα του Willis τη διαφορετική επιδεκτικότητα μαθήσεως των ζώων. Όσο προσεχτικά κι αν «αξιοποιή» ωστόσο ο La Mettrie τα εγκεφαλικά «ευρήματα», η εκ μέρους του παραδοχή τους δείχνει ότι δεν επαρκεί απλώς και μόνον η εγκεφαλική «ποσότητα» ή μάζα για να εξηγήση τις διαφορές. Θα έπρεπε δηλ. να ληφθούν υπ’ όψιν, εκτός απ’ την ποσότητα, και ποιοτικές πλευρές: όπως το ότι χρειάζεται π.χ. να εξισορροπούν αναμεταξύ τους τα στέρεα και τα υγρά μέρη τού εγκεφάλου. Μπορούμε να υποθέσουμε εδώ, ότι ο La Mettrie θα γνώριζε ασφαλώς ως ιατρός, πως οι εγκέφαλοι των αμβλύνοων ή και των «τρελλών» ανθρώπων δεν παρουσιάζουν ποσοτικές διαφορές ως προς τους άλλους εγκεφάλους. Ακόμα κι ένα μέρος απ’ τον εγκέφαλο ενός Καρτέσιου ή ενός Νεύτωνα θα μπορούσε να αποδείξη, κατά τον La Mettrie, πως ο εγκέφαλός τους δεν διέφερε καθόλου απ’ τον εγκέφαλο ενός χωρικού. Για να καταστή έτσι σαφές, ότι ήταν αδύνατον να ανιχνευθή κάποια πιο «λεπτή» ανατομία ελαχίστων διαφορών, που θα μπορούσαν να επιφέρουν, πράγματι αναλογικά, τεράστιες διαφορές στην πραγματική ζωή. Και να φτάση έτσι και η συγκριτική ανατομία τού εγκεφάλου στα όριά της για τη θεωρία τού υλισμού, χωρίς να παύση ωστόσο να χρησιμεύη ο εγκέφαλος ως βάση και σημείο εκκίνησης για τις «αδρές» διαφορές, όπως ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα, ή και μεταξύ τών διαφόρων ειδών τών ζώων.

( συνεχίζεται )

ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΗΚΑΝ ΠΟΤΕ ΤΙΣ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. ΠΑΡΑΣΥΡΟΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΘΕΤΕΙ ΤΟΝ ΑΙΣΘΗΤΟ ΚΟΣΜΟ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΑΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΣΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ, ΤΟ ΕΓΩ, ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΑ, ΚΑΤΑΧΩΡΕΙΤΑΙ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΑ, ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΎ ΕΙΝΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ. ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΝΑ ΑΦΥΠΝΙΣΕΙ ΤΗΝ ΜΑΖΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ  ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΟΣ  Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΘΟΔΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΦΥΣΗ. ΣΑΝ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΨΑΧΝΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ.
Ανώνυμος είπε...

Ο Καρτέσιος και ο Χάιντεγκερ συνδέονται στην κριτική της υποκειμενικότητας κυρίως μέσα από την αντίθεση που δημιουργεί ο Χάιντεγκερ προς τον καρτεσιανό δυϊσμό υποκειμένου-αντικειμένου. Ο Καρτέσιος αναδεικνύει το εγώ (Cogito) ως τη βεβαιότητα και το θεμέλιο της γνώσης, όμως το υποκείμενο αυτό απομονώνεται σε μια γραφειοκρατική, αποπροσωποποιημένη μονάδα. Ο Χάιντεγκερ από την πλευρά του κριτικάρει αυτήν την αποξένωση, υποστηρίζοντας ότι το καρτεσιανό υποκείμενο αδυνατεί να συλλάβει την ύπαρξη στο σύνολό της, καθώς απομονώνει το Είναι από τη σχέση του με τον κόσμο και τη συνύπαρξη με τους άλλους (Dasein). Παραπέμπει στην ανάγκη να επανέλθει η φιλόσοφία στην οντολογική ερώτηση για το Είναι, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από το εγώ ως ατομικότητα στην αυθεντική ύπαρξη που συνδέεται με την ύπαρξη-εκεί (Dasein) μέσα στον κόσμο. Ο Χάιντεγκερ θεωρεί πως η νεωτερικότητα, με την κυριαρχία του καρτεσιανού υποκειμένου, οδηγεί σε εργαλειακή αντίληψη και απώλεια της αυθεντικότητας, ενώ η κριτική του αφορά την ανάγκη αφύπνισης του ατόμου ενάντια στη μαζοποίηση και την αποξένωση. Έτσι, η σύνδεση τους αποτυπώνεται στην κριτική της μονόπλευρης υποκειμενικότητας του Καρτέσιου και στην πρόταση του Χάιντεγκερ για μια πιο ολιστική, οντολογική κατανόηση της ύπαρξης.
Ανώνυμος είπε...

Η σύγκριση μεταξύ του Cartesian cogito και του Dasein μπορεί να γίνει στα εξής τρία βασικά σημεία:

  1. Φύση του υποκειμένου:

    • Το Cartesian cogito (cogito ergo sum) είναι μια ατομική, αυτοαναφορική βεβαιότητα του εγώ που σκέφτεται. Είναι η θεμελιώδης αλήθεια που απομονώνει το υποκείμενο ως αυτόνομη, σκεπτόμενη οντότητα.

    • Το Dasein, κατά τον Χάιντεγκερ, είναι ον που «είναι εκεί» στον κόσμο, οντολογικά συνδεδεμένο με τον κόσμο και τους άλλους. Δεν είναι απλώς υποκείμενο της γνώσης, αλλά ύπαρξη που βιώνει και νοηματοδοτεί τον κόσμο μέσω της σχέσης της με αυτόν.

  2. Σχέση με τον κόσμο:

    • Στον Καρτέσιο, υπάρχει διάκριση μεταξύ res cogitans (του σκέπτοντος υποκειμένου) και res extensa (του εκτεινόμενου κόσμου), δηλαδή μια δυαδικότητα μεταξύ πνεύματος και σώματος ή υποκειμένου και αντικειμένου.

    • Στον Χάιντεγκερ, το Dasein δεν είναι διαχωρισμένο από τον κόσμο· η ύπαρξή του είναι πάντα-σχεσιακή (being-in-the-world), καταργώντας τη δυαδικότητα και αναδεικνύοντας την αδιάρρηκτη ενότητα ύπαρξης και κόσμου.

  3. Θέμα αυθεντικότητας και θνητότητας:

    • Το Cartesian cogito δεν εξετάζει τη θνητότητα ή την αυθεντικότητα της ύπαρξης, εστιάζοντας στη βεβαιότητα της σκέψης ως θεμέλιο γνώσης.

    • Το Dasein είναι πρωταρχικά ον που αντιλαμβάνεται την οριστικότητα της θνητότητάς του και συγκροτεί την αυθεντική ύπαρξή του παίρνοντας θέση απέναντι σε αυτήν, αναγνωρίζοντας έτσι την ύπαρξή του σε ολική και χρονική διάσταση.

Αυτά τα σημεία δείχνουν πως ενώ ο Καρτέσιος θεμελιώνει το υποκείμενο στη σκέψη και την αμφιβολία, ο Χάιντεγκερ τοποθετεί το ανθρώπινο ον σε ένα πιο ριζικά υπαρξιακό πλαίσιο, όπου η σχέση με τον κόσμο και η αντιληπτικότητα της θνητότητας είναι κεντρικά στοιχεία.