MICHAEL HAGNER – HOMO CEREBRALIS – Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
DER WANDEL VOM SEELENORGAN ZUM GEHIRN – Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ
O SOEMMERING KAI TO TEΛΟΣ ΤΟΥ (ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΩΣ...) ΟΡΓΑΝΟΥ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ, ΩΣ «ΨΥΧΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ»
Στα τέλη τού 18ου αιώνα το «ψυχικό όργανο» εξαφανίζεται απ’ την εγκεφαλική έρευνα, αφού υπήρξε για πάνω από 150 χρόνια το πιο σημαντικό παράδειγμα στην επιστημονική απασχόληση με τον εγκέφαλο. Οι σύνθετες αλλαγές στον όψιμο Διαφωτισμό, που παρουσιάσαμε σχηματικά στο προηγούμενο κεφάλαιο, οδήγησαν σε μια καινούργια άποψη για τον άνθρωπο, που αποτελούσε κάποτε και κατ’ αρχάς ένα διεπιστημονικό εγχείρημα. Παρ’ όλες ωστόσο τις διάφορες συνθετικές προσπάθειες, όπου το ψυχικό όργανο διέθετε έναν κεντρικό ακόμα ρόλο, οι δυσκολίες μιας επιστήμης ολόκληρου του ανθρώπου δεν μπορούσαν πια να αποκρυβούν.
Το ερώτημα λοιπόν, ποιος γενικά ήταν εκείνος ο άνθρωπος που υπόκειτο στο μαχαίρι τού ανατόμου, στις καταμετρήσεις τού ανθρωπολόγου και στις παρατηρήσεις τού εμπειρικού ψυχολόγου, ήταν στα τέλη τού 18ου αιώνα ολοένα και πιο δύσκολο να απαντηθή. Η αναζήτηση του «ψυχικού οργάνου» ή της έδρας τής ψυχής προσανατολιζόταν (τώρα πια) σε μιαν αυτοσυνείδητη και αμέριστη ζωή τής ψυχής, μέσω τής οποίας έπρεπε να επιβεβαιωθή η ενότητα του Εγώ˙ η ανθρωπολογία αναζητούσε παραμέτρους για φυσικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και η εμπειρική ψυχολογία ανέλυε τον άνθρωπο ως μιαν ιστορικά και βιογραφικά διαμορφωμένη ύπαρξη που διέθετε ψυχή (θυμό), σκέψη και φαντασία, εντελώς διαφορετικά άρα χαρακτηριστικά, κλίσεις και ταλέντα ο καθένας. Υπήρχε ασφαλώς ένας κοινός εμπειρικός προσανατολισμός και στις τρεις αυτές «επιστήμες», οι διαφορές ξεκινούσαν ωστόσο σε κείνο ακριβώς το σημείο όπου η εμπειρική π.χ. ψυχολογία δεν ενδιαφερόταν καθόλου να βρη ένα φυσικό αντίστοιχο στις δικές της παρατηρήσεις, ενώ και η ιδέα ενός ψυχικού οργάνου ελάχιστα (πια) συνεισέφερε σε μια καθημερινή αντίληψη του ανθρώπου η δε εξήγηση της ανθρώπινης ύπαρξης σύμφωνα με φυσικά χαρακτηριστικά είχε μικρή πια σχέση με ερμηνείες βασισμένες σε περιγραφές τής ίδιας της ζωής – εξαιρουμένων ακόμα εδώ τών μεγάλων παραδοσιακών συσχετισμών. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εκινείτο και μεταλλασσόταν η εγκεφαλική έρευνα γύρω στα 1800. Το σημείο αποκρυστάλλωσης αυτής όλης τής διαδικασίας μπορεί να περιγραφή παραδειγματικά σε μια τελευταία, εντυπωσιακή προσπάθεια να εγκαθιδρυθή το ψυχικό όργανο στην οριακή περιοχή μεταξύ νευροανατομίας, φυσιολογίας και φιλοσοφίας, με ταυτόχρονη ποσοτική και ποιοτική εξήγηση των κοινωνικών διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπους, προσπάθεια την οποία και ανέλαβε ο Samuel Thomas Soemmerring στην πραγματεία του «Περί τού οργάνου τής ψυχής». Ένα κείμενο, το οποίο οδήγησε συχνά σε παράλογες εκτιμήσεις τούς ιστορικούς τής επιστήμης, επειδή ξεκινούσαν απ’ την πεποίθηση ότι το πρόβλημα ενός εντοπισμού τού ψυχικού οργάνου είχε ήδη λυθή περί τα μέσα τού 18ου αιώνα, ο δε Soemmmerring δεν επιχειρούσε εδώ παρά μιαν αναχρονιστική αναζωογόνησή του. Ο Soemmerring προσπαθούσε όμως στην πραγματικότητα να συνεχίση και να πραγματοποιήση το αισθητικό και συνθετικό αίτημα του Herder, επιθυμώντας να το καταστήση αξιόπιστο εντός της οργανικής εγκεφαλικής έρευνας.
Στις 15 Ιανουαρίου του 1785 γράφει πράγματι ο Soemmerring στον Herder, αφού έχει διαβάσει τον προ ενός έτους δημοσιευμένο πρώτο τόμο τών «Ιδεών» του: «Υπήρξε πάντοτε η αγαπημένη μου πρόταση, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι παρά ένα ενδιάμεσο δημιούργημα ως προς τα όργανά του, μέχρι και τον εγκέφαλο, όπου φανερώνεται ως ο πρώτος». Η συμφωνία με το επαινετικό τραγούδι τού Herder στον εγκέφαλο ήταν ακριβώς αυτό που μορφωμένοι και καλλιεργημένοι σύγχρονοι, φιλικά διακείμενοι προς τον Soemmerring περίμεναν απ’ αυτόν. Γράφει λοιπόν η πριγκίπισσα Adelheid Amalie von Gallitzin σ’ ένα της γράμμα: «Αν ένας Camper κι ένας Soemmerring “επεξεργάζονται” την ανατομία, μπορεί να ελπίζη κανείς ότι μπορεί κι αυτή να προσφέρη κάτι παραπάνω στη μεγαλύτερή της αδελφή, την ψυχολογία, απ’ ό,τι έχει ήδη προσφέρει γι’ αυτόν τον σκοπό – γιατί, για να εργασθή κάποιος προς αυτόν τον σημαντικό σκοπό, πρέπει να είναι, ταυτόχρονα με τον ανατόμο, φιλόσοφος και ψυχολόγος, να έχη τον ίδιον μ’ αυτούς και σαφή σκοπό και στόχο».
Έναν χρόνο αργότερα απ’ αυτό το γράμμα, δημοσίευσε ο Soemmerring, που είχε ασχοληθή στη διάρκεια των (πανεπιστημιακών...) σπουδών του με την ανατομία τού εγκεφάλου, ένα αντιφατικά σχολιασμένο κείμενο «Για τη σωματική διαφορά τών νέγρων απ’ τους Ευρωπαίους», στο οποίο και απέδιδε στον εγκέφαλο μιαν ιδιαίτερη σημασία ως προς τις διάφορες πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου (( Αρχίζουν τα όργανα! ... )) . Έστω κι αν εκδίδη ο ίδιος, ιδιωτικά, αυτό το κείμενο, είναι η πρώτη φορά που ο Soemmerrring εμπλέκεται στις συζητήσεις για την τοποθέτηση του ανθρώπου στην αλυσίδα των όντων, και πρόκειται για τη σημαντικότερη απ’ την πλευρά του συνεισφορά σε μιαν ανατομική θεμελίωση των διαφορών ανάμεσα στα ανθρώπινα φύλα και τις φυλές. Μετά την ανατομία σε κάποιους εγκεφάλους – όλους από αποβιώσαντες ανθρώπους στον περίγυρο της Αυλής τού Kassel, όπου και είχε υπηρετήσει για κάποια χρόνια ως ανατόμος - , ανακοίνωσε (( μάλιστα! ... )) την ύπαρξη σαφών φυσικών διαφορών μεταξύ Λευκών και Νέγρων, έχοντας, όπως έλεγε, παρατηρήσει μικρότερους εγκεφαλικούς λοβούς, αλλά και γενικώτερα μικρότερους εγκεφάλους στους Νέγρους! Παρέθετε μάλιστα και κάποιες άλλες «παρατηρήσεις» του, σύμφωνα με τις οποίες η εγκεφαλική ουσία τών Νέγρων «διέθετε και ήταν τόσο σκληρή, όπως το παρατηρεί κανείς μόνο σε παράφρονες ανθρώπους». Συνεπέραινε δε απ’ αυτά ακριβώς τα «ευρήματα» την «αγριότητα, το ατίθασο και μιαν κάπως κατώτερη ικανότητά τους για έναν λεπτότερο πολιτισμό», τοποθετώντας τους στην αλυσίδα τών όντων πλησιέστερα στους πιθήκους παρά στους Ευρωπαίους. Τη σκληρότητα της εγκεφαλικής ουσίας είχε ήδη καταστήσει χαρακτηριστική ενός ελαττωματικού πνευματικού βαθμού εξέλιξης ο ίδιος ο Platner, κι έτσι ο τρόπος που ενεργούσε ο Soemmerring, να συμπεραίνη από ανατομικές έρευνες ψυχολογικές ή και πολιτιστικές συνέπειες, δεν ήταν αναπόφευκτα καινούργιος. Ο Soemmerring θεωρείτο ωστόσο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ως αυθεντία τής εμπειρικής ανατομίας έτσι, ώστε δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε απλό να αμφισβητηθούν οι εκτιμήσεις του, οι οποίες και αποκτούσαν μιαν εντελώς άλλην αξία απ’ ό,τι αν συμφωνούσαν έτσι απλά με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις τού Platner. Αλλά και πέρα απ’ αυτό, συνδυάζονταν αυτές οι εκτιμήσεις για τον «εγκέφαλο των Νέγρων» μ’ ένα πραγματικό (( ; )) πρόβλημα, που απασχολούσε τότε, σε μεγάλον βαθμό, τους συγχρόνους του.
( συνεχίζεται )
Το ερώτημα λοιπόν, ποιος γενικά ήταν εκείνος ο άνθρωπος που υπόκειτο στο μαχαίρι τού ανατόμου, στις καταμετρήσεις τού ανθρωπολόγου και στις παρατηρήσεις τού εμπειρικού ψυχολόγου, ήταν στα τέλη τού 18ου αιώνα ολοένα και πιο δύσκολο να απαντηθή. Η αναζήτηση του «ψυχικού οργάνου» ή της έδρας τής ψυχής προσανατολιζόταν (τώρα πια) σε μιαν αυτοσυνείδητη και αμέριστη ζωή τής ψυχής, μέσω τής οποίας έπρεπε να επιβεβαιωθή η ενότητα του Εγώ˙ η ανθρωπολογία αναζητούσε παραμέτρους για φυσικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και η εμπειρική ψυχολογία ανέλυε τον άνθρωπο ως μιαν ιστορικά και βιογραφικά διαμορφωμένη ύπαρξη που διέθετε ψυχή (θυμό), σκέψη και φαντασία, εντελώς διαφορετικά άρα χαρακτηριστικά, κλίσεις και ταλέντα ο καθένας. Υπήρχε ασφαλώς ένας κοινός εμπειρικός προσανατολισμός και στις τρεις αυτές «επιστήμες», οι διαφορές ξεκινούσαν ωστόσο σε κείνο ακριβώς το σημείο όπου η εμπειρική π.χ. ψυχολογία δεν ενδιαφερόταν καθόλου να βρη ένα φυσικό αντίστοιχο στις δικές της παρατηρήσεις, ενώ και η ιδέα ενός ψυχικού οργάνου ελάχιστα (πια) συνεισέφερε σε μια καθημερινή αντίληψη του ανθρώπου η δε εξήγηση της ανθρώπινης ύπαρξης σύμφωνα με φυσικά χαρακτηριστικά είχε μικρή πια σχέση με ερμηνείες βασισμένες σε περιγραφές τής ίδιας της ζωής – εξαιρουμένων ακόμα εδώ τών μεγάλων παραδοσιακών συσχετισμών. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εκινείτο και μεταλλασσόταν η εγκεφαλική έρευνα γύρω στα 1800. Το σημείο αποκρυστάλλωσης αυτής όλης τής διαδικασίας μπορεί να περιγραφή παραδειγματικά σε μια τελευταία, εντυπωσιακή προσπάθεια να εγκαθιδρυθή το ψυχικό όργανο στην οριακή περιοχή μεταξύ νευροανατομίας, φυσιολογίας και φιλοσοφίας, με ταυτόχρονη ποσοτική και ποιοτική εξήγηση των κοινωνικών διαφορών ανάμεσα στους ανθρώπους, προσπάθεια την οποία και ανέλαβε ο Samuel Thomas Soemmerring στην πραγματεία του «Περί τού οργάνου τής ψυχής». Ένα κείμενο, το οποίο οδήγησε συχνά σε παράλογες εκτιμήσεις τούς ιστορικούς τής επιστήμης, επειδή ξεκινούσαν απ’ την πεποίθηση ότι το πρόβλημα ενός εντοπισμού τού ψυχικού οργάνου είχε ήδη λυθή περί τα μέσα τού 18ου αιώνα, ο δε Soemmmerring δεν επιχειρούσε εδώ παρά μιαν αναχρονιστική αναζωογόνησή του. Ο Soemmerring προσπαθούσε όμως στην πραγματικότητα να συνεχίση και να πραγματοποιήση το αισθητικό και συνθετικό αίτημα του Herder, επιθυμώντας να το καταστήση αξιόπιστο εντός της οργανικής εγκεφαλικής έρευνας.
Στις 15 Ιανουαρίου του 1785 γράφει πράγματι ο Soemmerring στον Herder, αφού έχει διαβάσει τον προ ενός έτους δημοσιευμένο πρώτο τόμο τών «Ιδεών» του: «Υπήρξε πάντοτε η αγαπημένη μου πρόταση, ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι παρά ένα ενδιάμεσο δημιούργημα ως προς τα όργανά του, μέχρι και τον εγκέφαλο, όπου φανερώνεται ως ο πρώτος». Η συμφωνία με το επαινετικό τραγούδι τού Herder στον εγκέφαλο ήταν ακριβώς αυτό που μορφωμένοι και καλλιεργημένοι σύγχρονοι, φιλικά διακείμενοι προς τον Soemmerring περίμεναν απ’ αυτόν. Γράφει λοιπόν η πριγκίπισσα Adelheid Amalie von Gallitzin σ’ ένα της γράμμα: «Αν ένας Camper κι ένας Soemmerring “επεξεργάζονται” την ανατομία, μπορεί να ελπίζη κανείς ότι μπορεί κι αυτή να προσφέρη κάτι παραπάνω στη μεγαλύτερή της αδελφή, την ψυχολογία, απ’ ό,τι έχει ήδη προσφέρει γι’ αυτόν τον σκοπό – γιατί, για να εργασθή κάποιος προς αυτόν τον σημαντικό σκοπό, πρέπει να είναι, ταυτόχρονα με τον ανατόμο, φιλόσοφος και ψυχολόγος, να έχη τον ίδιον μ’ αυτούς και σαφή σκοπό και στόχο».
Έναν χρόνο αργότερα απ’ αυτό το γράμμα, δημοσίευσε ο Soemmerring, που είχε ασχοληθή στη διάρκεια των (πανεπιστημιακών...) σπουδών του με την ανατομία τού εγκεφάλου, ένα αντιφατικά σχολιασμένο κείμενο «Για τη σωματική διαφορά τών νέγρων απ’ τους Ευρωπαίους», στο οποίο και απέδιδε στον εγκέφαλο μιαν ιδιαίτερη σημασία ως προς τις διάφορες πνευματικές ικανότητες του ανθρώπου (( Αρχίζουν τα όργανα! ... )) . Έστω κι αν εκδίδη ο ίδιος, ιδιωτικά, αυτό το κείμενο, είναι η πρώτη φορά που ο Soemmerrring εμπλέκεται στις συζητήσεις για την τοποθέτηση του ανθρώπου στην αλυσίδα των όντων, και πρόκειται για τη σημαντικότερη απ’ την πλευρά του συνεισφορά σε μιαν ανατομική θεμελίωση των διαφορών ανάμεσα στα ανθρώπινα φύλα και τις φυλές. Μετά την ανατομία σε κάποιους εγκεφάλους – όλους από αποβιώσαντες ανθρώπους στον περίγυρο της Αυλής τού Kassel, όπου και είχε υπηρετήσει για κάποια χρόνια ως ανατόμος - , ανακοίνωσε (( μάλιστα! ... )) την ύπαρξη σαφών φυσικών διαφορών μεταξύ Λευκών και Νέγρων, έχοντας, όπως έλεγε, παρατηρήσει μικρότερους εγκεφαλικούς λοβούς, αλλά και γενικώτερα μικρότερους εγκεφάλους στους Νέγρους! Παρέθετε μάλιστα και κάποιες άλλες «παρατηρήσεις» του, σύμφωνα με τις οποίες η εγκεφαλική ουσία τών Νέγρων «διέθετε και ήταν τόσο σκληρή, όπως το παρατηρεί κανείς μόνο σε παράφρονες ανθρώπους». Συνεπέραινε δε απ’ αυτά ακριβώς τα «ευρήματα» την «αγριότητα, το ατίθασο και μιαν κάπως κατώτερη ικανότητά τους για έναν λεπτότερο πολιτισμό», τοποθετώντας τους στην αλυσίδα τών όντων πλησιέστερα στους πιθήκους παρά στους Ευρωπαίους. Τη σκληρότητα της εγκεφαλικής ουσίας είχε ήδη καταστήσει χαρακτηριστική ενός ελαττωματικού πνευματικού βαθμού εξέλιξης ο ίδιος ο Platner, κι έτσι ο τρόπος που ενεργούσε ο Soemmerring, να συμπεραίνη από ανατομικές έρευνες ψυχολογικές ή και πολιτιστικές συνέπειες, δεν ήταν αναπόφευκτα καινούργιος. Ο Soemmerring θεωρείτο ωστόσο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ως αυθεντία τής εμπειρικής ανατομίας έτσι, ώστε δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε απλό να αμφισβητηθούν οι εκτιμήσεις του, οι οποίες και αποκτούσαν μιαν εντελώς άλλην αξία απ’ ό,τι αν συμφωνούσαν έτσι απλά με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις τού Platner. Αλλά και πέρα απ’ αυτό, συνδυάζονταν αυτές οι εκτιμήσεις για τον «εγκέφαλο των Νέγρων» μ’ ένα πραγματικό (( ; )) πρόβλημα, που απασχολούσε τότε, σε μεγάλον βαθμό, τους συγχρόνους του.
( συνεχίζεται )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου