Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MARIE DOMINIQUE CHENU - AΒΕΛΑΡΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα MARIE DOMINIQUE CHENU - AΒΕΛΑΡΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος. 2

Συνέχεια απο :Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

MARIE DOMINIQUE CHENU
Abelard, le premier home modern


Απο αυτή την καταγγελία για αίρεση του Αγίου Βερνάρδου θα ξεκινήσει μία επεξεγασία της θεολογίας της συντριβής, εκτός απο την κριτική του υποκειμενισμού τού Αβελάρδου, εκ μέρους των «αποφθεγμάτων» του Pier Lambardo και απο το Διάταγμα του Graziano. Η εσωτερική συγχώρεση του Θεού δέν πραγματοποιείται απο τον Ιερέα την στιγμή της εξομολογήσεως, όσο απαραίτητη και αν είναι: η συγχώρεση ή η άφεση των αμαρτιών επέρχεται απο την στιγμή απο την οποία ο άνθρωπος κλαίει για τις αμαρτίες του και αγαπά τον Θεό του: (Απαφθέγματα IV,d 18 C4 ) ο Άγιος Θωμάς θα διορθώσει με οργανικό τρόπο τις πράξεις της Ευχαριστίας οι οποίες ξεδιπλώνουν σε μία διπλή κίνηση της ελευθερίας της Βουλήσεως: μία κίνηση στον Θεό και μία στην αμαρτία.
Είναι κατανοητό επίσης πώς ο Αβελάρδος αντιτίθεται σθεναρά και στην γνώμη του Βερνάρδου της Σαρτρ, ο οποίος λόγω του «γραμματικού Πλατωνισμού» του εκλαμβάνει τις λέξεις του Μυστηρίου της ευχαριστίας σαν αρκετές καθ'εαυτές, ακόμη και άν προφέρονται απο έναν λαϊκό!

Εξάλου, εξίσου λόγω της προτεραιότητος τού υποκειμένου ο Αβελάρδος, αρνείται την θέση αυτών που θεωρούσαν ανεπανάληπτο, χωρίς αναγκαιότητα επαναλήψεως, το Μυστήριο της Μετάνοιας. Μία αρχαία θέση η οποία όμως γινόταν ακόμη αποδεκτή απο τον Geroch di Reichersberg και απο το βιβλίο του « το βιβλίο της Μετάνοιας»

Ο Αβελάρδος τέλος θα βοηθήσει στην αποφασιστική απόρριψη της πρακτικής, της λεγόμενης Paenitentia Sollemnis, δηλαδή, της επιβολής εξωτερικών τιμωριών οι οποίες βοηθούν την ιδιωτική μετάνοια. Ο Ακινάτης δέν θα της αφιερώσει παρα μία μόνο θέση σε παράρτημα του δόγματος της μετάνοιας.

Είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε την σταδιακή εισχώρηση του «υποκειμενισμού» στην εξομολογητική γραμματεία, η οποία καταγράφει πλέον και επεξεργάζεται την άνησυχία για μία ψυχολογική προσαρμογή στην προσωπικότητα του Μετανοούντος.

Το Liber Paeniteutialis του Αlamo di Lilla είναι ένας καλός μάρτυρας ανάμεσα σε ένα συνοθύλευμα μίας εξελίξεως που αναπτύσσεται ιδιαιτέρως μετά την νομοθεσία της συνόδου του Λατεράνου (1215) και με έναν απίστευτο αριθμό εκδόσεων και τα οποία ξεχωρίζουν ήδη σε δύο ομάδες. Απο το ένα μέρος υπάχουν τα «εγχειρίδια της εξομολογήσεως» τα οποία είναι επεξεργασμένα ώστε να προετοιμάζουν εν'όψει της ασκήσεως της εξετάσεως της συνειδήσεως, απο το άλλο μέρος οι «Σούμες των συνειδησιακών περιπτώσεων» η περιπτωσιολογία των οποίων εισάγει στην τυπική πράξη της μετάνοιας, τα στοιχεία της προυποθέσεως του περιβάλλοντος της υπευθυνότητος : προσωποποιήσεις και ψυχολογική λεπτότητα τα οποία αποδίδουν έναν νέο για την Εκκλησία ήχο!

Αποκτά μεγάλη σημασία η υποδοχή και η γνωριμία του μετανοούντος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότης του, να γνωρίζουμε τις συνθήκες ζωής και του κοινωνικού ρόλου, είναι πρός το συμφέρον όλων να γλυκάνουν οι τιμωρίες έτσι ώστε ο εξομολογούμενος να μήν περιπίπτει σε μία κατάσταση απελπισίας απέναντι σε μία ικανοποίηση της δικαιοσύνης του Θεού πολύ βαρειάς για να πραγματοποιηθεί. Ο εξομολόγος είναι πλέον ένας πνευματικός Ιατρός. Η εξομολόγηση εξατομικεύεται : τόσες κρίσεις, όσοι οι άνθρωποι.


Προς την κατεύθυνση αυτής της ίδιας προσοχής πρός το υποκείμενο συγκλίνουν και όλες οι ψυχολογικές κοινωνικές αλλαγές που υφίστανται οι νομικές διαδικασίες καθώς εξελίσσονται και αγκαλιάζουν το νέο (το υποκείμενο). Ο 12ος αιώνας βλέπει τον θρίαμβο της κριτικής, όλο και πιό σθεναρής εναντίον των συμμοριών των μονομαχιών των αποδείξεων της φωτιάς ή του νερού, τις κατάρας, του ματιάσματος: όλων των «κρίσεων του Θεού», οι οποίες με μία υπερφυσική νοοτροπία επεξεργάζονται μία αλλοτρίωση των συνειδήσεων με μία μετάθεση στην θεότητα των αποδείξεων της αθωότητας ή της ενοχής!

Εξ'άλλου δέν ευθυγραμμίζεται μόνον η Δικαστική εξουσία μ'αυτή την καινούργια απαίτηση, αλλά η εξουσία γενικώς, η οποία συμπεριλαμβάνει πλέον στους τύπους της, τις αξίες του προσώπου, των προυποθέσεων του, της συνείδησης του, της αμείωτης αυτονομίας του. Ακόμη και η υποταγή την οποία απαιτούν οι μοναστικοί κανόνες- θεμελιωμένοι εξάλου στον Φεουδαρχικό πατερναλισμό- απορρίπτεται καθ'όλη την διάρκεια του αιώνως με την ευκαιρία, ιδιαιτέρως των απαιτήσεων των Ευαγγελικών κινημάτων, ενός ιδεώσους αδελφότητος κοινωνιολογικά προσαρμοσμένων με τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Επιβάλουν λοιπόν έναν νέο τρόπο ασκήσεως των σχέσεων εξουσίας και όχι μόνον νέο τρόπο συμπεριφοράς, αλλά πολύ σύντομα τον επιβάλλουν και στις ίδιες τίς δομές της κυβερνήσεως.

Σύμφωνη με το άνοιγμα της νέας προοπτικής είναι και η νέα κατανόηση του νόμου, της οποίας η επεξεργασία θα γίνει έξω απο τις αντικειμενικές προκαταλήψεις της Π.Δ. αυτή η νέα επεξεργασία θα φθάσει μέχρι την δημιουργία μίας ώριμης πολιτικής ηθικής, σύμφωνα με την οποία οι άρχοντες δέν καλούνται πλέον να μετρηθούν στον «καθρέφτη των αρχών» όπως οι Βασιλείς του Ισραήλ, αλλά να αναφέρονται σε εξωτερικά κριτήρια τα οποία έχουν θεμελιωθεί στα διάφορα De regimine principum. Ένα απο τα σπουδαιότερα των οποίων είναι ακριβώς αυτό του Ακινάτη.


Συνεχίζεται.

Αμέθυστος

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.

MARIE DOMINIQUE CHENU

Abelard, le premier home moderne
AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.


Υπάρχει ένας κοινός τόπος πού θέλει νά θεωρεί τόν Αβελάρδο έναν διαλεκτικό καί μ’αυτόν τόν τίτλο τόν δημιουργό τής σχολαστικής μεθόδου. Όμως μ’αυτόν τόν τρόπο περιορίζουμε τό εκπληκτικό ταλέντο αυτού τού ανθρώπου σέ ένα ειδικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τόν εκπληκτικό του ανθρωπισμό καί τήν ατελείωτη ενέργεια τής πίστεώς του. Αρκεί νά δούμε τήν αλληλογραφία του γιά νά τό καταλάβουμε. Πραγματικά , μέσα στά κοσμογονικά γεγονότα τών ετών 1120-1160, η ανακάλυψη τού υποκειμένου υπήρξε, μέσω αυτού καί σ’αυτόν, παταγώδης, ένα από τά επίκεντρα τής δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.

Η ηθική τής προθέσεως προκάλεσε ένα ανατρεπτικό σόκ βοηθούμενης καί από τήν υπερβολή του (αναφερώμαστε στό βιβλίο τού Αβελάρδου : Γνώθι σ’αυτόν ή Ηθική) ηθική τής προθέσεως κατά τήν οποίαν η αξία τών πράξεών μας καί η κρίση πού απαιτούν, μπρός στόν θεό καί μπροστά στούς ανθρώπους, δέν ρυθμίζονται ριζικά πάνω στά αντικείμενα, καθεαυτά καλά ή κακά, τά οποία αποκτώνται μέσω αυτών τών πράξεων— μιά κλοπή, ένα έγκλημα, μιά σαρκική πράξη—αλλά στήν εσωτερική συγκατάθεση (consensus/intentio) πού δίνουμε σ’αυτές. Δέν είναι τό γεγονός τού φόνου καθ’εαυτό αμαρτία, αλλά η άδικη συγκατάθεση η οποία προηγείται τού φόνου. Είναι η θέληση νά πράξουμε κάτι απαγορευμένο πού συγκροτεί τό κακό, ακόμη καί άν αυτή η θέληση εμποδίζεται νά τό διαπράξει.

Το αντικειμενικό περιεχόμενο τής πράξεώς μου έχει χωρίς άλλο τό ειδικό του βάρος : μιά φυσική απόλαυση δέν είναι αμαρτωλή εάν δέν φέρνει αταξία. Αλλά στήν πράξη πού έχει ορισθεί σάν καλή, όπως καί σέ εκείνη πού ορίζεται σάν κακή, η συμφωνία είναι τό κριτήριο τής ηθικότητος καί όχι η ίδια η πράξη, τό αντικειμενικό περιεχόμενο. Ούτε τό αποτέλεσμα τής υλικότητός του. Τό αποτέλεσμα μιάς καλής προθέσεως δέν μπορεί νά είναι κακό. Η αμαρτία είναι πέρα από τήν επιθυμία, από τήν βούληση, καθότι κίνηση ανελεύθερης προδιαθέσεως. Η ίδια η πράξη τής αμαρτίας δέν προσθέτει τίποτε στήν ενοχή τού αμαρτωλού, ούτε στήν καταδίκη του από τήν θεία δικαιοσύνη (ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ).

Μπορούμε νά πούμε σχετικά μ’αυτή τήν ανάλυση λοιπόν πώς κάθε ανθρώπινο σχέδιο αξίζει γιά τό νόημά του, γιά τήν σημασία πού λαμβάνει. Τό αντικείμενο καί η έννοια πού τό εκφράζει επικαλούνται συνεχώς ένα υποκειμενο πού πρέπει νά είναι ένας φορέας ελεύθερος, διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν πού παραμένει αμείωτο, πού επιθυμεί τόν εαυτό του στό άνοιγμά του στόν κόσμο καί βρίσκει σ’αυτό τό άνοιγμα τό μέτρο του, τόν νόμο του. (Από εδώ γεννιέται ο διάλογος τών εκκλησιών, η ανάγκη ανοίγματος γιά ΄την σωτηρία τού κόσμου).

Στήν αρχή τής Ηθικής, ο Αβελάρδος πολλαπλασιάζει τά παραδείγματα γιά νά δείξει τήν διάκριση ανάμεσα στό Πάθος – διάθεση εγγεγραμμένη στήν ψυχή ή στό σώμα, ακόμη καί όταν απουσιάζει κάθε πράξη, έτσι όπως ο κουτσός είναι κουτσός ακόμη κάι όταν δέν περπατά—καί στήν Αμαρτία, η οποία αντιθέτως είναι μιά πράξη (οperatio) πού μάς κάνει ενόχους, σέ μιά σιωπηρή περιφρόνηση τού θεού. «Ο θεός γιά νά δώσει τό βραβείο του, κοιτάζει καί ζυγίζει τήν ψυχή παρά την πράξη, καί η πράξη δέν προσθέτει τίποτε στήν αξία, είτε προέρχεται από μία καλή θέληση είτε από μία κακή».[ΟΛΟ ΤΟ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ]

Μερικά παραδείγματα : Η υπόθεση ενός πού σκοτώνει γιά νά υπερασπιστεί τή ζωή του ενάντια σ’αυτόν πού τού επιτίθεται, ή τού πατέρα ο οποίος αντικαθίσταται από τόν γιό, στή φυλακή, χωρίς να θέλη τήν φυκάκιση τού γιού του. Αλλά το πιό προκλητικό παράδειγμα, αυτό πού σκανδάλισε καί τόν άγιο Βερνάρδο, είναι εκείνο τών σφαγέων στρατιωτών οι οποίοι δέν γνωρίζουν τί κάνουν, αλλά υπακούουν στίς διαταγές πού έλαβαν, καί οι οποίοι είναι αθώοι γιά τό αίμα πού έχυσαν. Έτσι εμείς αμαρτάνουμε ακριβώς γι αυτό! Διότι συμφωνούμε μέ τήν αμαρτωλή πράξη, έτοιμοι νά τήν διαπράξουμε μόλις βρούμε τήν ευκαιρία.

Μέ τόν ίδιο τρόπο καί αναλόγως, η αγαθότης μιάς πράξεως μετριέται από την πρόθεσή της, απότήν αγνότητα τής προθέσεώς της. Δέν μπορούμε νά εκφράσουμε καλύτερα τήν υπέρτατη αξία τής προθέσεως , στήν συμπεριφορά τού πνεύματος καί τής καρδιάς, παρά ανακαλώντας τό πάθος τής Ελοΐζας, τής πιστής μαθήτριας τού Αβελάρδου καί σχεδόν ζωντανή απόδειξη τού δόγματός του. Η Ελοΐζα υπερασπίζεται καί ομολογεί μέ μεγαλοψυχία τήν αλήθεια καί την αγιότητα τής αγάπης της «γιά μένα δέν κράτησα τίποτε». Τό είχε αποδείξει, ακολουθώντας χωρίς νά επαναστατήσει τόν μοναχικό βίο πού είχε επιλέξει ο άντρας της καί φανερώνοντας μ’αυτόν τόν τρόπο πώς αυτός ήταν ο Κύριος τής καρδιάς της καί τού σώματός της. Ο Ζιλσόν σ’αυτό τό σημείο σχολίασε: «Η Ελοΐζα κατορθώνει εδώ, εις βάρος τού Αβελάρδου, τόν πιό πλήρη θρίαμβο. Στό τέλος δέ κατορθώνει νά τόν διδάξει κάτι σημαντικό : θέλετε νά αγαπήσετε τόν θεό; λέει ο Αβελάρδος : νά μήν τόν αγαπήσετε όπως εγώ αγαπούσα τήν Ελοΐζα, αλλά όπως η Ελοΐζα αγάπησε εμένα».

Χωρίς νά παρακολουθήσουμε από κοντά τίς αναλύσεις τού Αβελάρδου, θά παρατηρήσουμε τίς ψυχολογικές καί θρησκευτικές αιτίες τού αντιδραστικού σόκ πού ξεκίνησε από τότε, καί χτύπησε τίς νοοτροπίες, τίς νοητικές συμπεριφορές καί τούς θεσμούς η νέα Ηθική. Διότι οι θέσεις τού Αβελάρδου σήμαιναν τήν διάλυση από τή βάση του, τού ηθικού καί νομικού συστήματος πού ίσχυε μέχρι τότε, όπως είχε ορισθεί σέ συμφωνία μέ τόν αντικειμενικό νόμο καί τίς απαιτήσεις τής συνήθειας.

Οι χριστιανοί, τόσο στόν λαό όσο καί στούς ποιμένες, παρά τις πολύτιμες εμπνεύσεις τών πατέρων, τίς λεπτές διδασκαλίες τών ιδρυτών τών Μοναστικών Ταγμάτων, καί παρά τό εσωτερικό νόημα τού Ευαγγελίου, περιορίζοντο συνήθως σέ συμπεριφορές μιάς γλυκειάς καί παθητικής αδράνειας. Θά έπρεπε σ’αυτό τό σημείο νά κάνουμε την διαδρομή όλης τή ποιμαντικής λογοτεχνίας, πού στηρίζεται στό ακαταμάχητο βάρος τών πράξεων, πέρα από τίς αρχές οι οποίες εμφανίζονται εδώ κι εκεί.

Άς δούμε μερικά παραδείγματα.

Τά πιό άμεσα φανερώνονται στό μυστήριο τής εξομολογήσεως : ένα Μυστήριο γεμάτο νόημα γιά τήν εκκλησία, διότι αφορά τήν συνείδηση τών πράξεων πού πραγματοποιήθηκαν καί τήν μετάνοια. ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ.

Η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση δέν είχε εξαλείψει εις βάθος τίς πρακτικές, τούς κανόνες, καί τήν νοοτροπία πού είχαν δημιουργήσει πάνω στήν ήπειρο τά Κέλτικα εξομολογητάρια καί η διάδοσή τους. Τό περιεχόμενο αυτών τών εξομολογηταρίων έκανε τήν εμφάνισή του ακόμη καί στό εξομολογητάριο τού Θεοδώρου (στά μέσα τού 8ου αιώνος ).

Χωρίς νά έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η πνευματική παραίτηση καί η μετάνοια τής καρδιάς, τό καθεστώς τών κανόνων αντικειμενοποιούσε σκληρά, ιδίως στά ποσά πού μοίραζε, τούς κανόνες μετανοίας, καθώς ταίριαζαν εξ’άλλου εκείνη τήν εποχή στήν βαρβαρότητα τών ηθών καί στον πρωτογονισμό τών αμαρτωλών. Αυτό το καθεστώς συνέχιζε νά εξουσιάζει τήν εκκλησία παρότι νέες ευαισθησίες διέλυαν τήν αξιοπιστία τους. Μέσα στίς σύνθετες πράξεις τού Μυστηρίου τής Ευχαριστίας, τό κοινωνικό δίκτυο τής Εκκλησιαστικής εξουσίας καί ο δικανικός χαρακτήρας τών υποχρεώσεων πού επιδίδοντο γιά την μετάνοια εμπόδιζαν τήν χειραφέτηση τών συνειδήσεων καί τήν προσωπική κρίση.

Γιά νά μιλήσουμε με τήν λαϊκή γλώσσα, οι πράξεις αποκατάστασης (satisfactio), ένας παράγων αντικειμενικός καί εκκλησιαστικός, υπερτερούσαν στήν μετάνοια καθ’εαυτή, στόν υποκειμενικό παράγοντα.

Στήν γραμμή όμως τού Αβελάρδου, η μετάνοια θά γίνει τό κέντρο τής πρακτικής τής μετανοίας : Έτσι η μετάνοια ελευθέρωνε αμέσως από τήν αμαρτία, ελαχιστοποιώντας τό ρόλο τής λυτρώσεως, η οποία καταλήγει συνήθως σέ απλή ομολογία, καί έφτασε νά απειλήσει ακόμη καί την εξουσία τών ΚΛΕΙΔΙΩΝ, δηλ. τήν άφεση τών αμαρτιών η οποία ήταν στηριγμένη στήν εξουσία τού κλήρου, η οποία ήταν ένα κοινοτικό αντικειμενικό γεγονός.

Ο άγιος Βερνάρδος, στήν Σύνοδο τής Sens (1140) θά καταγγείλει αυτή τή θέση σάν μία από τίς αιρέσεις τού Αβελάρδου.


Συνεχίζεται.

Ο MARIE DOMINIQUE CHENU, είναι ένας μεγάλος ιστορικός τής Μεσαιωνικής Θεολογίας. Γεννιέται στίς 7 Ιανουαρίου τού 1895 στό Soisy-sur-Seine. Eισήλθε στίς τάξεις τών Δομηνικανών καί δίδαξε στήν διάσημη θεολογική σχολή τών ιδίων «La Saulchoir» από τό 1932 έως τό 1942. Βρέθηκε νά διδάσκει στή Σορβόννη από τό 1946 έως το 1952. Τά πιό γνωστά βιβλία του είναι: Η θεολογία τού 12ου αιώνος καί Η θεολογία σάν επιστήμη στόν 13ο αιώνα.

ΣΧΟΛΙΟ Ακολουθώντας τήν διδασκαλία τής νέας Ηθικής τού Αβελάρδου, ο κ.Γιανναράς, όταν προειδοποιήθηκε, ότι στό βιβλίο του Ενάντια στή θρησκεία, υβρίζει τήν Θεοτόκο, απάντησε: ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΘΕΣΙΣ ΜΟΥ. ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΟΥ.


Αμέθυστος

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος (2)

 Συνεχεία απο : Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2024

MARIE DOMINIQUE CHENU

Abelard, le premier home modern

Απο αυτή την καταγγελία για αίρεση, του Αγίου Βερνάρδου, θα ξεκινήσει μία επεξεγασία της θεολογίας της συντριβής, εκτός απο την κριτική του υποκειμενισμού τού Αβελάρδου, εκ μέρους των «αποφθεγμάτων» του Pier Lambardo και απο το Διάταγμα του Graziano. Η εσωτερική συγχώρεση του Θεού δέν πραγματοποιείται απο τον Ιερέα την στιγμή της εξομολογήσεως, όσο απαραίτητη και αν είναι: η συγχώρεση ή η άφεση των αμαρτιών επέρχεται απο την στιγμή απο την οποία ο άνθρωπος κλαίει για τις αμαρτίες του και αγαπά τον Θεό του: (Απαφθέγματα IV,d 18 C4 ) ο Άγιος Θωμάς θα διορθώσει με οργανικό τρόπο τις πράξεις της Ευχαριστίας οι οποίες ξεδιπλώνουν σε μία διπλή κίνηση της ελευθερίας της Βουλήσεως: μία κίνηση στον Θεό και μία στην αμαρτία.
Είναι κατανοητό επίσης πώς ο Αβελάρδος αντιτίθεται σθεναρά και στην γνώμη του Βερνάρδου της Σαρτρ, ο οποίος λόγω του «γραμματικού Πλατωνισμού» του εκλαμβάνει τις λέξεις του Μυστηρίου της ευχαριστίας σαν αρκετές καθ'εαυτές, ακόμη και άν προφέρονται απο έναν λαϊκό!

Εξάλου, εξίσου λόγω της προτεραιότητος τού υποκειμένου ο Αβελάρδος, αρνείται την θέση αυτών που θεωρούσαν ανεπανάληπτο, χωρίς αναγκαιότητα επαναλήψεως, το Μυστήριο της Μετάνοιας. Μία αρχαία θέση η οποία όμως γινόταν ακόμη αποδεκτή απο τον Geroch di Reichersberg και απο το βιβλίο του « το βιβλίο της Μετάνοιας»

Ο Αβελάρδος τέλος θα βοηθήσει στην αποφασιστική απόρριψη της πρακτικής, της λεγόμενης Paenitentia Sollemnis, δηλαδή, της επιβολής εξωτερικών τιμωριών οι οποίες βοηθούν την ιδιωτική μετάνοια. Ο Ακινάτης δέν θα της αφιερώσει παρα μία μόνο θέση σε παράρτημα του δόγματος της μετάνοιας.

Είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε την σταδιακή εισχώρηση του «υποκειμενισμού» στην εξομολογητική γραμματεία, η οποία καταγράφει πλέον και επεξεργάζεται την άνησυχία για μία ψυχολογική προσαρμογή στην προσωπικότητα του Μετανοούντος.

Το Liber Paeniteutialis του Αlamo di Lilla είναι ένας καλός μάρτυρας ανάμεσα σε ένα συνοθύλευμα μίας εξελίξεως που αναπτύσσεται ιδιαιτέρως μετά την νομοθεσία της συνόδου του Λατεράνου (1215) και με έναν απίστευτο αριθμό εκδόσεων και τα οποία ξεχωρίζουν ήδη σε δύο ομάδες. Απο το ένα μέρος υπάχουν τα «εγχειρίδια της εξομολογήσεως» τα οποία είναι επεξεργασμένα ώστε να προετοιμάζουν εν'όψει της ασκήσεως της εξετάσεως της συνειδήσεως, απο το άλλο μέρος οι «Σούμες των συνειδησιακών περιπτώσεων» η περιπτωσιολογία των οποίων εισάγει στην τυπική πράξη της μετάνοιας, τα στοιχεία της προυποθέσεως του περιβάλλοντος της υπευθυνότητος : προσωποποιήσεις και ψυχολογική λεπτότητα τα οποία αποδίδουν έναν νέο για την Εκκλησία ήχο!

Αποκτά μεγάλη σημασία η υποδοχή και η γνωριμία του μετανοούντος. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότης του, να γνωρίζουμε τις συνθήκες ζωής και του κοινωνικού ρόλου, είναι πρός το συμφέρον όλων να γλυκάνουν οι τιμωρίες έτσι ώστε ο εξομολογούμενος να μήν περιπίπτει σε μία κατάσταση απελπισίας απέναντι σε μία ικανοποίηση της δικαιοσύνης του Θεού πολύ βαρειάς για να πραγματοποιηθεί. Ο εξομολόγος είναι πλέον ένας πνευματικός Ιατρός. Η εξομολόγηση εξατομικεύεται : τόσες κρίσεις, όσοι οι άνθρωποι.

Προς την κατεύθυνση αυτής της ίδιας προσοχής πρός το υποκείμενο συγκλίνουν και όλες οι ψυχολογικές κοινωνικές αλλαγές που υφίστανται οι νομικές διαδικασίες καθώς εξελίσσονται και αγκαλιάζουν το νέο (το υποκείμενο). Ο 12ος αιώνας βλέπει τον θρίαμβο της κριτικής, όλο και πιό σθεναρής εναντίον των συμμοριών των μονομαχιών των αποδείξεων της φωτιάς ή του νερού, τις κατάρας, του ματιάσματος: όλων των «κρίσεων του Θεού», οι οποίες με μία υπερφυσική νοοτροπία επεξεργάζονται μία αλλοτρίωση των συνειδήσεων με μία μετάθεση στην θεότητα των αποδείξεων της αθωότητας ή της ενοχής!

Εξ'άλλου δέν ευθυγραμμίζεται μόνον η Δικαστική εξουσία μ'αυτή την καινούργια απαίτηση, αλλά η εξουσία γενικώς, η οποία συμπεριλαμβάνει πλέον στους τύπους της, τις αξίες του προσώπου, των προυποθέσεων του, της συνείδησης του, της αμείωτης αυτονομίας του. Ακόμη και η υποταγή την οποία απαιτούν οι μοναστικοί κανόνες- θεμελιωμένοι εξάλου στον Φεουδαρχικό πατερναλισμό- απορρίπτεται καθ'όλη την διάρκεια του αιώνος με την ευκαιρία, ιδιαιτέρως των απαιτήσεων των Ευαγγελικών κινημάτων, ενός ιδεώσους αδελφότητος κοινωνιολογικά προσαρμοσμένων με τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Επιβάλουν λοιπόν έναν νέο τρόπο ασκήσεως των σχέσεων εξουσίας και όχι μόνον νέο τρόπο συμπεριφοράς, αλλά πολύ σύντομα τον επιβάλλουν και στις ίδιες τίς δομές της κυβερνήσεως.

Σύμφωνη με το άνοιγμα της νέας προοπτικής είναι και η νέα κατανόηση του νόμου, της οποίας η επεξεργασία θα γίνει έξω απο τις αντικειμενικές προκαταλήψεις της Π.Δ. αυτή η νέα επεξεργασία θα φθάσει μέχρι την δημιουργία μίας ώριμης πολιτικής ηθικής, σύμφωνα με την οποία οι άρχοντες δέν καλούνται πλέον να μετρηθούν στον «καθρέφτη των αρχών» όπως οι Βασιλείς του Ισραήλ, αλλά να αναφέρονται σε εξωτερικά κριτήρια τα οποία έχουν θεμελιωθεί στα διάφορα De regimine principum. Ένα απο τα σπουδαιότερα των οποίων είναι ακριβώς αυτό του Ακινάτη.

Συνεχίζεται.

 
ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΙΣΩΣ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΕΔΩΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ. ΟΧΙ ΤΟΣΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΥΠΉΡΧΑΝ ΑΚΟΜΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΛΛΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ. 
ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙ, ΜΕ ΣΑΛΟΤΡΑΠΕΖΑΡΙΑ.
 
Αμέθυστος

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2024

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.

MARIE DOMINIQUE CHENU

Abelard, le premier home moderne
AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.


Υπάρχει ένας κοινός τόπος πού θέλει νά θεωρεί τόν Αβελάρδο έναν διαλεκτικό καί μ’αυτόν τόν τίτλο τόν δημιουργό τής σχολαστικής μεθόδου. Όμως μ’αυτόν τόν τρόπο περιορίζουμε τό εκπληκτικό ταλέντο αυτού τού ανθρώπου σέ ένα ειδικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τόν εκπληκτικό του ανθρωπισμό καί τήν ατελείωτη ενέργεια τής πίστεώς του. Αρκεί νά δούμε τήν αλληλογραφία του γιά νά τό καταλάβουμε. Πραγματικά , μέσα στά κοσμογονικά γεγονότα τών ετών 1120-1160, η ανακάλυψη τού υποκειμένου υπήρξε, μέσω αυτού καί σ’αυτόν, παταγώδης, ένα από τά επίκεντρα τής δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.

Η ηθική τής προθέσεως προκάλεσε ένα ανατρεπτικό σόκ βοηθούμενης καί από τήν υπερβολή του (αναφερώμαστε στό βιβλίο τού Αβελάρδου : Γνώθι σ’αυτόν ή Ηθική) τής ηθικής τής προθέσεως κατά τήν οποίαν η αξία τών πράξεών μας καί η κρίση πού απαιτούν, μπρός στόν θεό καί μπροστά στούς ανθρώπους, δέν ρυθμίζονται ριζικά πάνω στά αντικείμενα, καθεαυτά καλά ή κακά, τά οποία αποκτώνται μέσω αυτών τών πράξεων— μιά κλοπή, ένα έγκλημα, μιά σαρκική πράξη—αλλά στήν εσωτερική συγκατάθεση (consensus/intentio) πού δίνουμε σ’αυτές. Δέν είναι τό γεγονός τού φόνου καθ’εαυτό αμαρτία, αλλά η άδικη συγκατάθεση η οποία προηγείται τού φόνου. Είναι η θέληση νά πράξουμε κάτι απαγορευμένο πού συγκροτεί τό κακό, ακόμη καί άν αυτή η θέληση εμποδίζεται νά τό διαπράξει.

Το αντικειμενικό περιεχόμενο τής πράξεώς μου έχει χωρίς άλλο τό ειδικό του βάρος : μιά φυσική απόλαυση δέν είναι αμαρτωλή εάν δέν φέρνει αταξία. Αλλά στήν πράξη πού έχει ορισθεί σάν καλή, όπως καί σέ εκείνη πού ορίζεται σάν κακή, η συμφωνία είναι τό κριτήριο τής ηθικότητος καί όχι η ίδια η πράξη, τό αντικειμενικό περιεχόμενο. Ούτε τό αποτέλεσμα τής υλικότητός του. Τό αποτέλεσμα μιάς καλής προθέσεως δέν μπορεί νά είναι κακό. Η αμαρτία είναι πέρα από τήν επιθυμία, από τήν βούληση, καθότι κίνηση ανελεύθερης προδιαθέσεως. Η ίδια η πράξη τής αμαρτίας δέν προσθέτει τίποτε στήν ενοχή τού αμαρτωλού, ούτε στήν καταδίκη του από τήν θεία δικαιοσύνη (ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ).

Μπορούμε νά πούμε σχετικά μ’αυτή τήν ανάλυση λοιπόν πώς κάθε ανθρώπινο σχέδιο αξίζει γιά τό νόημά του, γιά τήν σημασία πού λαμβάνει. Τό αντικείμενο καί η έννοια πού τό εκφράζει επικαλούνται συνεχώς ένα υποκειμενο πού πρέπει νά είναι ένας φορέας ελεύθερος, διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν πού παραμένει αμείωτο, πού επιθυμεί τόν εαυτό του στό άνοιγμά του στόν κόσμο καί βρίσκει σ’αυτό τό άνοιγμα τό μέτρο του, τόν νόμο του. (Από εδώ γεννιέται ο διάλογος τών εκκλησιών, η ανάγκη ανοίγματος γιά ΄την σωτηρία τού κόσμου).

Στήν αρχή τής Ηθικής, ο Αβελάρδος πολλαπλασιάζει τά παραδείγματα γιά νά δείξει τήν διάκριση ανάμεσα στό Πάθος – διάθεση εγγεγραμμένη στήν ψυχή ή στό σώμα, ακόμη καί όταν απουσιάζει κάθε πράξη, έτσι όπως ο κουτσός είναι κουτσός ακόμη κάι όταν δέν περπατά—καί στήν Αμαρτία, η οποία αντιθέτως είναι μιά πράξη (οperatio) πού μάς κάνει ενόχους, σέ μιά σιωπηρή περιφρόνηση τού θεού. «Ο θεός γιά νά δώσει τό βραβείο του, κοιτάζει καί ζυγίζει τήν ψυχή παρά την πράξη, καί η πράξη δέν προσθέτει τίποτε στήν αξία, είτε προέρχεται από μία καλή θέληση είτε από μία κακή».

Μερικά παραδείγματα : Η υπόθεση ενός πού σκοτώνει γιά νά υπερασπιστεί τή ζωή του ενάντια σ’αυτόν πού τού επιτίθεται, ή τού πατέρα ο οποίος αντικαθίσταται από τόν γιό, στή φυλακή, χωρίς να θέλη τήν φυκάκιση τού γιού του. Αλλά το πιό προκλητικό παράδειγμα, αυτό πού σκανδάλισε καί τόν άγιο Βερνάρδο, είναι εκείνο τών σφαγέων στρατιωτών οι οποίοι δέν γνωρίζουν τί κάνουν, αλλά υπακούουν στίς διαταγές πού έλαβαν, καί οι οποίοι είναι αθώοι γιά τό αίμα πού έχυσαν. Έτσι εμείς αμαρτάνουμε ακριβώς γι αυτό! Διότι συμφωνούμε μέ τήν αμαρτωλή πράξη, έτοιμοι νά τήν διαπράξουμε μόλις βρούμε τήν ευκαιρία.

Μέ τόν ίδιο τρόπο καί αναλόγως, η αγαθότης μιάς πράξεως μετριέται από την πρόθεσή της, από τήν αγνότητα τής προθέσεώς της. Δέν μπορούμε νά εκφράσουμε καλύτερα τήν υπέρτατη αξία τής προθέσεως , στήν συμπεριφορά τού πνεύματος καί τής καρδιάς, παρά ανακαλώντας τό πάθος τής Ελοΐζας, τής πιστής μαθήτριας τού Αβελάρδου καί σχεδόν ζωντανή απόδειξη τού δόγματός του. Η Ελοΐζα υπερασπίζεται καί ομολογεί μέ μεγαλοψυχία τήν αλήθεια καί την αγιότητα τής αγάπης της «γιά μένα δέν κράτησα τίποτε». Τό είχε αποδείξει, ακολουθώντας χωρίς νά επαναστατήσει τόν μοναχικό βίο πού είχε επιλέξει ο άντρας της καί φανερώνοντας μ’αυτόν τόν τρόπο πώς αυτός ήταν ο Κύριος τής καρδιάς της καί τού σώματός της. Ο Ζιλσόν σ’αυτό τό σημείο σχολίασε: «Η Ελοΐζα κατορθώνει εδώ, εις βάρος τού Αβελάρδου, τόν πιό πλήρη θρίαμβο. Στό τέλος δέ κατορθώνει νά τόν διδάξει κάτι σημαντικό : θέλετε νά αγαπήσετε τόν θεό; λέει ο Αβελάρδος : νά μήν τόν αγαπήσετε όπως εγώ αγαπούσα τήν Ελοΐζα, αλλά όπως η Ελοΐζα αγάπησε εμένα».

Χωρίς νά παρακολουθήσουμε από κοντά τίς αναλύσεις τού Αβελάρδου, θά παρατηρήσουμε τίς ψυχολογικές καί θρησκευτικές αιτίες τού αντιδραστικού σόκ πού ξεκίνησε από τότε, καί χτύπησε τίς νοοτροπίες, τίς νοητικές συμπεριφορές καί τούς θεσμούς, η νέα Ηθική. Διότι οι θέσεις τού Αβελάρδου σήμαιναν τήν διάλυση από τή βάση του, τού ηθικού καί νομικού συστήματος πού ίσχυε μέχρι τότε, όπως είχε ορισθεί σέ συμφωνία μέ τόν αντικειμενικό νόμο καί τίς απαιτήσεις τής συνήθειας.

Οι χριστιανοί, τόσο στόν λαό όσο καί στούς ποιμένες, παρά τις πολύτιμες εμπνεύσεις τών πατέρων, τίς λεπτές διδασκαλίες τών ιδρυτών τών Μοναστικών Ταγμάτων, καί παρά τό εσωτερικό νόημα τού Ευαγγελίου, περιορίζοντο συνήθως σέ συμπεριφορές μιάς γλυκειάς καί παθητικής αδράνειας. Θά έπρεπε σ’αυτό τό σημείο νά κάνουμε την διαδρομή όλης τή ποιμαντικής λογοτεχνίας, πού στηρίζεται στό ακαταμάχητο βάρος τών πράξεων, πέρα από τίς αρχές οι οποίες εμφανίζονται εδώ κι εκεί.

Άς δούμε μερικά παραδείγματα.

Τά πιό άμεσα φανερώνονται στό μυστήριο τής εξομολογήσεως : ένα Μυστήριο γεμάτο νόημα γιά τήν εκκλησία, διότι αφορά τήν συνείδηση τών πράξεων πού πραγματοποιήθηκαν καί τήν μετάνοια. ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ.

Η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση δέν είχε εξαλείψει εις βάθος τίς πρακτικές, τούς κανόνες, καί τήν νοοτροπία πού είχαν δημιουργήσει πάνω στήν ήπειρο τά Κέλτικα εξομολογητάρια καί η διάδοσή τους. Τό περιεχόμενο αυτών τών εξομολογηταρίων έκανε τήν εμφάνισή του ακόμη καί στό εξομολογητάριο τού Θεοδώρου (στά μέσα τού 8ου αιώνος ).

Χωρίς νά έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η πνευματική παραίτηση καί η μετάνοια τής καρδιάς, τό καθεστώς τών κανόνων αντικειμενοποιούσε σκληρά, ιδίως στά ποσά πού μοίραζε, τούς κανόνες μετανοίας, καθώς ταίριαζαν εξ’άλλου εκείνη τήν εποχή στήν βαρβαρότητα τών ηθών καί στον πρωτογονισμό τών αμαρτωλών. Αυτό το καθεστώς συνέχιζε νά εξουσιάζει τήν εκκλησία παρότι νέες ευαισθησίες διέλυαν τήν αξιοπιστία τους. Μέσα στίς σύνθετες πράξεις τού Μυστηρίου τής Ευχαριστίας, τό κοινωνικό δίκτυο τής Εκκλησιαστικής εξουσίας καί ο δικανικός χαρακτήρας τών υποχρεώσεων πού επιδίδοντο γιά την μετάνοια εμπόδιζαν τήν χειραφέτηση τών συνειδήσεων καί τήν προσωπική κρίση.

Γιά νά μιλήσουμε με τήν λαϊκή γλώσσα, οι πράξεις αποκατάστασης (satisfactio), ένας παράγων αντικειμενικός καί εκκλησιαστικός, υπερτερούσαν στήν μετάνοια καθ’εαυτή, στόν υποκειμενικό παράγοντα.

Στήν γραμμή όμως τού Αβελάρδου, η μετάνοια θά γίνει τό κέντρο τής πρακτικής τής μετανοίας : Έτσι η μετάνοια ελευθέρωνε αμέσως από τήν αμαρτία, ελαχιστοποιώντας τό ρόλο τής λυτρώσεως, η οποία καταλήγει συνήθως σέ απλή ομολογία, καί έφτασε νά απειλήσει ακόμη καί την εξουσία τών ΚΛΕΙΔΙΩΝ, δηλ. τήν άφεση τών αμαρτιών η οποία ήταν στηριγμένη στήν εξουσία τού κλήρου, η οποία ήταν ένα κοινοτικό αντικειμενικό γεγονός.

Ο άγιος Βερνάρδος, στήν Σύνοδο τής Sens (1140) θά καταγγείλει αυτή τή θέση σάν μία από τίς αιρέσεις τού Αβελάρδου.


Συνεχίζεται.

Ο MARIE DOMINIQUE CHENU, είναι ένας μεγάλος ιστορικός τής Μεσαιωνικής Θεολογίας. Γεννιέται στίς 7 Ιανουαρίου τού 1895 στό Soisy-sur-Seine. Eισήλθε στίς τάξεις τών Δομηνικανών καί δίδαξε στήν διάσημη θεολογική σχολή τών ιδίων «La Saulchoir» από τό 1932 έως τό 1942. Βρέθηκε νά διδάσκει στή Σορβόννη από τό 1946 έως το 1952. Τά πιό γνωστά βιβλία του είναι: Η θεολογία τού 12ου αιώνος καί Η θεολογία σάν επιστήμη στόν 13ο αιώνα. 

ΣΧΟΛΙΟ : Ακολουθώντας τήν διδασκαλία τής νέας Ηθικής τού Αβελάρδου, ο κ.Γιανναράς, όταν προειδοποιήθηκε, ότι στό βιβλίο του Ενάντια στή θρησκεία, υβρίζει τήν Θεοτόκο, απάντησε: ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΘΕΣΙΣ ΜΟΥ.

Αμέθυστος
 
ΤΗΝ ΝΕΑ ΗΘΙΚΗ ΕΙΣΗΓΑΓΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ ΠΛΗΡΩΣ ΤΗΝ ΝΕΑ ΗΘΙΚΗ.ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΧΟΝΤΑΣ ΑΝΟΙΞΕΙ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΑΜΦΟΤΕΡΟΙ ΤΟΥΣ ΣΚΛΗΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΗΔΗ ΟΙ ΥΠΕΡΠΛΟΥΣΙΟΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ. ΤΙΜΙΑ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΩΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΚΑΝΟΝΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ, ΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΗΡΥΞΕ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ, ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΟΣ, ΛΟΓΩ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΤΟΥ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ, Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Η ΝΕΑ ΚΑΘΟΛΙΚΟΤΗΣ, Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ.
 
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΖΗΤΟΥΝ ΟΧΙ ΧΡΙΣΤΟ.

Τρίτη 8 Αυγούστου 2023

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος (1)

MARIE DOMINIQUE CHENU

Abelard, le premier home moderne

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.

Υπάρχει ένας κοινός τόπος πού θέλει νά θεωρεί τόν Αβελάρδο έναν διαλεκτικό καί μ’αυτόν τόν τίτλο τόν δημιουργό τής σχολαστικής μεθόδου. Όμως μ’αυτόν τόν τρόπο περιορίζουμε τό εκπληκτικό ταλέντο αυτού τού ανθρώπου σέ ένα ειδικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τόν εκπληκτικό του ανθρωπισμό καί τήν ατελείωτη ενέργεια τής πίστεώς του. Αρκεί νά δούμε τήν αλληλογραφία του γιά νά τό καταλάβουμε. Πραγματικά , μέσα στά κοσμογονικά γεγονότα τών ετών 1120-1160, η ανακάλυψη τού υποκειμένου υπήρξε, μέσω αυτού καί σ’αυτόν, παταγώδης, ένα από τά επίκεντρα τής δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.

Η ηθική τής προθέσεως προκάλεσε ένα ανατρεπτικό σόκ βοηθούμενης καί από τήν υπερβολή του (αναφερόμαστε στό βιβλίο τού Αβελάρδου : Γνώθι σ’αυτόν ή Ηθική) ηθική τής προθέσεως, κατά τήν οποίαν η αξία τών πράξεών μας καί η κρίση πού απαιτούν, μπρός στόν θεό καί μπροστά στούς ανθρώπους, δέν ρυθμίζονται ριζικά πάνω στά αντικείμενα, καθεαυτά καλά ή κακά, τά οποία αποκτώνται μέσω αυτών τών πράξεων— μιά κλοπή, ένα έγκλημα, μιά σαρκική πράξη—αλλά στήν εσωτερική συγκατάθεση (consensus/intentio) πού δίνουμε σ’αυτές. Δέν είναι τό γεγονός τού φόνου καθ’εαυτό αμαρτία, αλλά η άδικη συγκατάθεση η οποία προηγείται τού φόνου. Είναι η θέληση νά πράξουμε κάτι απαγορευμένο πού συγκροτεί τό κακό, ακόμη καί άν αυτή η θέληση εμποδίζεται νά τό διαπράξει.

Το αντικειμενικό περιεχόμενο τής πράξεώς μου έχει χωρίς άλλο τό ειδικό του βάρος : μιά φυσική απόλαυση δέν είναι αμαρτωλή εάν δέν φέρνει αταξία. Αλλά στήν πράξη πού έχει ορισθεί σάν καλή, όπως καί σέ εκείνη πού ορίζεται σάν κακή, η συμφωνία είναι τό κριτήριο τής ηθικότητος καί όχι η ίδια η πράξη, τό αντικειμενικό περιεχόμενο. Ούτε τό αποτέλεσμα τής υλικότητός του. Τό αποτέλεσμα μιάς καλής προθέσεως δέν μπορεί νά είναι κακό. Η αμαρτία είναι πέρα από τήν επιθυμία, από τήν βούληση, καθότι κίνηση ανελεύθερης προδιαθέσεως. Η ίδια η πράξη τής αμαρτίας δέν προσθέτει τίποτε στήν ενοχή τού αμαρτωλού, ούτε στήν καταδίκη του από τήν θεία δικαιοσύνη (ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ).

Μπορούμε νά πούμε σχετικά μ’αυτή τήν ανάλυση λοιπόν πώς κάθε ανθρώπινο σχέδιο αξίζει γιά τό νόημά του, γιά τήν σημασία πού λαμβάνει. Τό αντικείμενο καί η έννοια πού τό εκφράζει επικαλούνται συνεχώς ένα υποκειμενο πού πρέπει νά είναι ένας φορέας ελεύθερος, διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν πού παραμένει αμείωτο, πού επιθυμεί τόν εαυτό του στό άνοιγμά του στόν κόσμο καί βρίσκει σ’αυτό τό άνοιγμα τό μέτρο του, τόν νόμο του. (Από εδώ γεννιέται ο διάλογος τών εκκλησιών, η ανάγκη ανοίγματος γιά ΄την σωτηρία τού κόσμου).

Στήν αρχή τής Ηθικής, ο Αβελάρδος πολλαπλασιάζει τά παραδείγματα γιά νά δείξει τήν διάκριση ανάμεσα στό Πάθος – διάθεση εγγεγραμμένη στήν ψυχή ή στό σώμα, ακόμη καί όταν απουσιάζει κάθε πράξη, έτσι όπως ο κουτσός είναι κουτσός ακόμη κάι όταν δέν περπατά—καί στήν Αμαρτία, η οποία αντιθέτως είναι μιά πράξη (οperatio) πού μάς κάνει ενόχους, σέ μιά σιωπηρή περιφρόνηση τού θεού. «Ο θεός γιά νά δώσει τό βραβείο του, κοιτάζει καί ζυγίζει τήν ψυχή παρά την πράξη, καί η πράξη δέν προσθέτει τίποτε στήν αξία, είτε προέρχεται από μία καλή θέληση είτε από μία κακή».

Μερικά παραδείγματα
: Η υπόθεση ενός πού σκοτώνει γιά νά υπερασπιστεί τή ζωή του ενάντια σ’αυτόν πού τού επιτίθεται, ή τού πατέρα ο οποίος αντικαθίσταται από τόν γιό, στή φυλακή, χωρίς να θέλη τήν φυλάκιση τού γιού του. Αλλά το πιό προκλητικό παράδειγμα, αυτό πού σκανδάλισε καί τόν άγιο Βερνάρδο, είναι εκείνο τών σφαγέων στρατιωτών οι οποίοι δέν γνωρίζουν τί κάνουν, αλλά υπακούουν στίς διαταγές πού έλαβαν, καί οι οποίοι είναι αθώοι γιά τό αίμα πού έχυσαν. Έτσι εμείς αμαρτάνουμε ακριβώς γι' αυτό! Διότι συμφωνούμε μέ τήν αμαρτωλή πράξη, έτοιμοι νά τήν διαπράξουμε μόλις βρούμε τήν ευκαιρία.

Μέ τόν ίδιο τρόπο καί αναλόγως, η αγαθότης μιάς πράξεως μετριέται από την πρόθεσή της, από τήν αγνότητα τής προθέσεώς της. Δέν μπορούμε νά εκφράσουμε καλύτερα τήν υπέρτατη αξία τής προθέσεως , στήν συμπεριφορά τού πνεύματος καί τής καρδιάς, παρά ανακαλώντας τό πάθος τής Ελοΐζας, τής πιστής μαθήτριας τού Αβελάρδου καί σχεδόν ζωντανή απόδειξη τού δόγματός του. Η Ελοΐζα υπερασπίζεται καί ομολογεί μέ μεγαλοψυχία τήν αλήθεια καί την αγιότητα τής αγάπης της «γιά μένα δέν κράτησα τίποτε». Τό είχε αποδείξει, ακολουθώντας χωρίς νά επαναστατήσει τόν μοναχικό βίο πού είχε επιλέξει ο άντρας της καί φανερώνοντας μ’αυτόν τόν τρόπο πώς αυτός ήταν ο Κύριος τής καρδιάς της καί τού σώματός της. Ο Ζιλσόν σ’αυτό τό σημείο σχολίασε: «Η Ελοΐζα κατορθώνει εδώ, εις βάρος τού Αβελάρδου, τόν πιό πλήρη θρίαμβο. Στό τέλος δέ κατορθώνει νά τόν διδάξει κάτι σημαντικό : θέλετε νά αγαπήσετε τόν θεό; λέει ο Αβελάρδος : νά μήν τόν αγαπήσετε όπως εγώ αγαπούσα τήν Ελοΐζα, αλλά όπως η Ελοΐζα αγάπησε εμένα».

Χωρίς νά παρακολουθήσουμε από κοντά τίς αναλύσεις τού Αβελάρδου, θά παρατηρήσουμε τίς ψυχολογικές καί θρησκευτικές αιτίες τού αντιδραστικού σόκ πού ξεκίνησε από τότε, καί χτύπησε τίς νοοτροπίες, τίς νοητικές συμπεριφορές καί τούς θεσμούς η νέα Ηθική. Διότι οι θέσεις τού Αβελάρδου σήμαιναν τήν διάλυση από τή βάση του, τού ηθικού καί νομικού συστήματος πού ίσχυε μέχρι τότε, όπως είχε ορισθεί σέ συμφωνία μέ τόν αντικειμενικό νόμο καί τίς απαιτήσεις τής συνήθειας.

Οι χριστιανοί, τόσο στόν λαό όσο καί στούς ποιμένες, παρά τις πολύτιμες εμπνεύσεις τών πατέρων, τίς λεπτές διδασκαλίες τών ιδρυτών τών Μοναστικών Ταγμάτων, καί παρά τό εσωτερικό νόημα τού Ευαγγελίου, περιορίζοντο συνήθως σέ συμπεριφορές μιάς γλυκειάς καί παθητικής αδράνειας. Θά έπρεπε σ’αυτό τό σημείο νά κάνουμε την διαδρομή όλης τή ποιμαντικής λογοτεχνίας, πού στηρίζεται στό ακαταμάχητο βάρος τών πράξεων, πέρα από τίς αρχές οι οποίες εμφανίζονται εδώ κι εκεί.

Άς δούμε μερικά παραδείγματα.

Τά πιό άμεσα φανερώνονται στό μυστήριο τής εξομολογήσεως : ένα Μυστήριο γεμάτο νόημα γιά τήν εκκλησία, διότι αφορά τήν συνείδηση τών πράξεων πού πραγματοποιήθηκαν καί τήν μετάνοια. 

ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ.

Η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση δέν είχε εξαλείψει εις βάθος τίς πρακτικές, τούς κανόνες, καί τήν νοοτροπία πού είχαν δημιουργήσει πάνω στήν ήπειρο τά Κέλτικα εξομολογητάρια καί η διάδοσή τους. Τό περιεχόμενο αυτών τών εξομολογηταρίων έκανε τήν εμφάνισή του ακόμη καί στό εξομολογητάριο τού Θεοδώρου (στά μέσα τού 8ου αιώνος).

Χωρίς νά έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η πνευματική παραίτηση καί η μετάνοια τής καρδιάς, τό καθεστώς τών κανόνων αντικειμενοποιούσε σκληρά, ιδίως στά ποσά πού μοίραζε, τούς κανόνες μετανοίας, καθώς ταίριαζαν εξ’άλλου εκείνη τήν εποχή στήν βαρβαρότητα τών ηθών καί στον πρωτογονισμό τών αμαρτωλών. Αυτό το καθεστώς συνέχιζε νά εξουσιάζει τήν εκκλησία παρότι νέες ευαισθησίες διέλυαν τήν αξιοπιστία τους. Μέσα στίς σύνθετες πράξεις τού Μυστηρίου τής Ευχαριστίας, τό κοινωνικό δίκτυο τής Εκκλησιαστικής εξουσίας καί ο δικανικός χαρακτήρας τών υποχρεώσεων πού επιδίδοντο γιά την μετάνοια εμπόδιζαν τήν χειραφέτηση τών συνειδήσεων καί τήν προσωπική κρίση.

Γιά νά μιλήσουμε με τήν λαϊκή γλώσσα, οι πράξεις αποκατάστασης (satisfactio), ένας παράγων αντικειμενικός καί εκκλησιαστικός, υπερτερούσαν στήν μετάνοια καθ’εαυτή, στόν υποκειμενικό παράγοντα.

Στήν γραμμή όμως τού Αβελάρδου, η μετάνοια θά γίνει τό κέντρο τής πρακτικής τής μετανοίας : Έτσι η μετάνοια ελευθέρωνε αμέσως από τήν αμαρτία, ελαχιστοποιώντας τό ρόλο τής λυτρώσεως, η οποία καταλήγει συνήθως σέ απλή ομολογία, καί έφτασε νά απειλήσει ακόμη καί την εξουσία τών ΚΛΕΙΔΙΩΝ, δηλ. τήν άφεση τών αμαρτιών η οποία ήταν στηριγμένη στήν εξουσία τού κλήρου, η οποία ήταν ένα κοινοτικό αντικειμενικό γεγονός.

Ο άγιος Βερνάρδος, στήν Σύνοδο τής Sens (1140) θά καταγγείλει αυτή τή θέση σάν μία από τίς αιρέσεις τού Αβελάρδου.


Συνεχίζεται.

Ο MARIE DOMINIQUE CHENU, είναι ένας μεγάλος ιστορικός τής Μεσαιωνικής Θεολογίας. Γεννιέται στίς 7 Ιανουαρίου τού 1895 στό Soisy-sur-Seine. Eισήλθε στίς τάξεις τών Δομηνικανών καί δίδαξε στήν διάσημη θεολογική σχολή τών ιδίων «La Saulchoir» από τό 1932 έως τό 1942. Βρέθηκε νά διδάσκει στή Σορβόννη από τό 1946 έως το 1952. Τά πιό γνωστά βιβλία του είναι: Η θεολογία τού 12ου αιώνος καί Η θεολογία σάν επιστήμη στόν 13ο αιώνα.

ΣΧΟΛΙΟ : Ακολουθώντας τήν διδασκαλία τής νέας Ηθικής τού Αβελάρδου, ο κ.Γιανναράς, όταν προειδοποιήθηκε, ότι στό βιβλίο του Ενάντια στή θρησκεία, υβρίζει τήν Θεοτόκο, απάντησε: ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΘΕΣΙΣ ΜΟΥ.


Αμέθυστος

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος (3)

Συνέχεια απο : Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

MARIE DOMINIQUE CHENU
Abelard, le premier home modern

Μιά άλλη θέση του Αβελάρδου, η οποία απορρέει απο την άκαμπτη λογική του αξιώματος του είναι και η επόμενη: Το προπατορικό αμάρτημα δέν είναι, εννοείται, ένα αμάρτημα, εάν το κρίνουμε απο την εσωτερικότητα και απο την ενοχή της συνειδήσεως.

Χωρίς να σταθούμε πάρα πολύ στην αμφισημία της λέξεως αμαρτία, που είναι ακόμη ένα ανοιχτό πρόβλημα, θα ολοκληρώσουμε αυτή την αναδρομή στον Αβελάρδο και θα μετρήσουμε την ιδιοφυία του κατα μήκος της ιστορίας, λογαριάζοντας την πρωτοβουλία του σαν το πρώτο μεγάλο επεισόδιο στη Δύση, πρός μια ηθική του προσώπου, απελευθερωμένης απο μία ηθική της φύσεως. Ο Αβελάρδος δέν είναι καθόλου ένας «φυσικός» όπως υπήρξαν οι σύγχρονοι του της σχολής της Σάρτρ, μεγάλοι οπαδοί του Τίμαιου.

Ο χώρος του είναι οι επιστήμες του πνεύματος και όχι οι επιστήμες της Φύσεως. Το ανθρώπινο σύμπαν του, δέν χωρά μέσα στο ιεραρχικό όραμα του κόσμου, που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των όντων, και προσφέρει επομένως τον εξωτερικό και εσωτερικό κανόνα του καθενός. Ο άνθρωπος είναι μέσα στο σύμπαν σαν ένας «μικρόκοσμος». Η τελευταία περίοδος του Μεσαίωνος, ακόμα και στους πιό μεγάλους δασκάλους (στον μεγαλύτερο απο όλους, Άνσελμο, σχεδόν σύγχρονο του Αβελάρδου), και ξεκινώντας απο τις αρχές της κοινωνικής του ζωής, προσπαθούσε να στερεώσει αυτή την απεικόνιση, σαν να είναι ο νόμος αυτού του ίδιου του ανθρώπου. Ο Αβελάρδος στην αποθέωση του ιεραρχημένου ανθρωπίνου υποκειμένου, εισάγει μια ασυνέχεια σε αυτή την αλυσσίδα: το ανθρώπινο όν, διαθέτει την ικανότητα και το ρίσκο μιας πρωτοβουλίας. Η πρόθεσις του είναι δημιουργός ηθικής αξίας ακόμη και εναντίον των πραγμάτων. Ο άνθρωπος είναι ένα πρόσωπο, ένα αμείωτο πρωτότυπο υποκείμενο, το οποίο πραγματοποιεί ένα τρόπο ζωής και του οποίου η παρεμβολή ξεφεύγει κατα κάποιο τρόπο απο την φύση.

Ο Αβελάρδος δέν έγραψε το υπέροχο ποίημα του Alano di Lilla, στην Δέσποινα φύση, υποστασιοποιημένη σαν μια Χριστιανή Θεά. Χωρίς αμφιβολία δέν πρέπει να υπερβάλλουμε αυτή την ασυνέχεια στην αλυσσίδα των όντων και των αξιών. Ο Ακινάτης θα δημιουργήσει μια ηθική στην οποία ο ανθρώπινος νόμος εισδύει στους γενικούς νόμους της φύσεως, με την αντικειμενικότητα τους. Αλλά ο Ακινάτης θα κατανοήσει επίσης την αμείωτη πρωτοτυπία του υποκειμένου και θα επεξεργασθεί μια φιλοσοφία του προσώπου. Ο Αβελάρδος υπήρξε ο Πρόδρομος. Ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.

Τέλος

Αμέθυστος

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος (2)

Συνεχεία απο : Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

MARIE DOMINIQUE CHENU
Abelard, le premier home modern

Απο αυτή την καταγγελία για αίρεση του Αγίου Βερνάρδου θα ξεκινήσει μία επεξεγασία της θεολογίας της συντριβής, εκτός απο την κριτική του υποκειμενισμού τού Αβελάρδου, εκ μέρους των «αποφθεγμάτων» του Pier Lambardo και απο το Διάταγμα του Graziano. Η εσωτερική συγχώρεση του Θεού δέν πραγματοποιείται απο τον Ιερέα την στιγμή της εξομολογήσεως, όσο απαραίτητη και αν είναι: η συγχώρεση ή η άφεση των αμαρτιών επέρχεται απο την στιγμή απο την οποία ο άνθρωπος κλαίει για τις αμαρτίες του και αγαπά τον Θεό του: (Απαφθέγματα IV,d 18 C4 ) ο Άγιος Θωμάς θα διορθώσει με οργανικό τρόπο τις πράξεις της Ευχαριστίας οι οποίες ξεδιπλώνουν σε μία διπλή κίνηση της ελευθερίας της Βουλήσεως: μία κίνηση στον Θεό και μία στην αμαρτία.

Είναι κατανοητό επίσης πώς ο Αβελάρδος αντιτίθεται σθεναρά και στην γνώμη του Βερνάρδου της Σαρτρ, ο οποίος λόγω του «γραμματικού Πλατωνισμού» του εκλαμβάνει τις λέξεις του Μυστηρίου της ευχαριστίας σαν αρκετές καθ'εαυτές, ακόμη και άν προφέρονται απο έναν λαϊκό!

Εξάλου, εξίσου λόγω της προτεραιότητος τού υποκειμένου ο Αβελάρδος, αρνείται την θέση αυτών που θεωρούσαν ανεπανάληπτο, χωρίς αναγκαιότητα επαναλήψεως, το Μυστήριο της Μετάνοιας. Μία αρχαία θέση η οποία όμως γινόταν ακόμη αποδεκτή απο τον Geroch di Reichersberg και απο το βιβλίο του « το βιβλίο της Μετάνοιας»

Ο Αβελάρδος τέλος θα βοηθήσει στην αποφασιστική απόρριψη της πρακτικής, της λεγόμενης Paenitentia Sollemnis, δηλαδή, της επιβολής εξωτερικών τιμωριών οι οποίες βοηθούν την ιδιωτική μετάνοια. Ο Ακινάτης δέν θα της αφιερώσει παρα μία μόνο θέση σε παράρτημα του δόγματος της μετάνοιας.

Είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε την σταδιακή εισχώρηση του «υποκειμενισμού» στην εξομολογητική γραμματεία, η οποία καταγράφει πλέον και επεξεργάζεται την άνησυχία για μία ψυχολογική προσαρμογή στην προσωπικότητα του Μετανοούντος.

Το Liber Paeniteutialis του Αlamo di Lilla είναι ένας καλός μάρτυρας ανάμεσα σε ένα συνοθύλευμα μίας εξελίξεως που αναπτύσσεται ιδιαιτέρως μετά την νομοθεσία της συνόδου του Λατεράνου (1215) και με έναν απίστευτο αριθμό εκδόσεων και τα οποία ξεχωρίζουν ήδη σε δύο ομάδες. Απο το ένα μέρος υπάχουν τα «εγχειρίδια της εξομολογήσεως» τα οποία είναι επεξεργασμένα ώστε να προετοιμάζουν εν'όψει της ασκήσεως της εξετάσεως της συνειδήσεως, απο το άλλο μέρος οι «Σούμες των συνειδησιακών περιπτώσεων» η περιπτωσιολογία των οποίων εισάγει στην τυπική πράξη της μετάνοιας, τα στοιχεία της προυποθέσεως του περιβάλλοντος της υπευθυνότητος : προσωποποιήσεις και ψυχολογική λεπτότητα τα οποία αποδίδουν έναν νέο για την Εκκλησία ήχο!

Αποκτά μεγάλη σημασία η υποδοχή και η γνωριμία του μετανοούντος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότης του, να γνωρίζουμε τις συνθήκες ζωής και του κοινωνικού ρόλου, είναι πρός το συμφέρον όλων να γλυκάνουν οι τιμωρίες έτσι ώστε ο εξομολογούμενος να μήν περιπίπτει σε μία κατάσταση απελπισίας απέναντι σε μία ικανοποίηση της δικαιοσύνης του Θεού πολύ βαρειάς για να πραγματοποιηθεί. Ο εξομολόγος είναι πλέον ένας πνευματικός Ιατρός. Η εξομολόγηση εξατομικεύεται : τόσες κρίσεις, όσοι οι άνθρωποι.

Προς την κατεύθυνση αυτής της ίδιας προσοχής πρός το υποκείμενο συγκλίνουν και όλες οι ψυχολογικές κοινωνικές αλλαγές που υφίστανται οι νομικές διαδικασίες καθώς εξελίσσονται και αγκαλιάζουν το νέο (το υποκείμενο). Ο 12ος αιώνας βλέπει τον θρίαμβο της κριτικής, όλο και πιό σθεναρής εναντίον των συμμοριών των μονομαχιών των αποδείξεων της φωτιάς ή του νερού, τις κατάρας, του ματιάσματος: όλων των «κρίσεων του Θεού», οι οποίες με μία υπερφυσική νοοτροπία επεξεργάζονται μία αλλοτρίωση των συνειδήσεων με μία μετάθεση στην θεότητα των αποδείξεων της αθωότητας ή της ενοχής!

Εξ'άλλου δέν ευθυγραμμίζεται μόνον η Δικαστική εξουσία μ'αυτή την καινούργια απαίτηση, αλλά η εξουσία γενικώς, η οποία συμπεριλαμβάνει πλέον στους τύπους της, τις αξίες του προσώπου, των προυποθέσεων του, της συνείδησης του, της αμείωτης αυτονομίας του. Ακόμη και η υποταγή την οποία απαιτούν οι μοναστικοί κανόνες- θεμελιωμένοι εξάλου στον Φεουδαρχικό πατερναλισμό- απορρίπτεται καθ'όλη την διάρκεια του αιώνως με την ευκαιρία, ιδιαιτέρως των απαιτήσεων των Ευαγγελικών κινημάτων, ενός ιδεώσους αδελφότητος κοινωνιολογικά προσαρμοσμένων με τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Επιβάλουν λοιπόν έναν νέο τρόπο ασκήσεως των σχέσεων εξουσίας και όχι μόνον νέο τρόπο συμπεριφοράς, αλλά πολύ σύντομα τον επιβάλλουν και στις ίδιες τίς δομές της κυβερνήσεως.

Σύμφωνη με το άνοιγμα της νέας προοπτικής είναι και η νέα κατανόηση του νόμου, της οποίας η επεξεργασία θα γίνει έξω απο τις αντικειμενικές προκαταλήψεις της Π.Δ. αυτή η νέα επεξεργασία θα φθάσει μέχρι την δημιουργία μίας ώριμης πολιτικής ηθικής, σύμφωνα με την οποία οι άρχοντες δέν καλούνται πλέον να μετρηθούν στον «καθρέφτη των αρχών» όπως οι Βασιλείς του Ισραήλ, αλλά να αναφέρονται σε εξωτερικά κριτήρια τα οποία έχουν θεμελιωθεί στα διάφορα De regimine principum. Ένα απο τα σπουδαιότερα των οποίων είναι ακριβώς αυτό του Ακινάτη.

Συνεχίζεται.

Αμέθυστος

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος .

MARIE DOMINIQUE CHENU

Abelard, le premier home moderne
AΒΕΛΑΡΔΟΣ, ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος.

Υπάρχει ένας κοινός τόπος πού θέλει νά θεωρεί τόν Αβελάρδο έναν διαλεκτικό καί μ’αυτόν τόν τίτλο τόν δημιουργό τής σχολαστικής μεθόδου. Όμως μ’αυτόν τόν τρόπο περιορίζουμε τό εκπληκτικό ταλέντο αυτού τού ανθρώπου σέ ένα ειδικό μέρος, αφήνοντας κατά μέρος τόν εκπληκτικό του ανθρωπισμό καί τήν ατελείωτη ενέργεια τής πίστεώς του. Αρκεί νά δούμε τήν αλληλογραφία του γιά νά τό καταλάβουμε. Πραγματικά , μέσα στά κοσμογονικά γεγονότα τών ετών 1120-1160, η ανακάλυψη τού υποκειμένου υπήρξε, μέσω αυτού καί σ’αυτόν, παταγώδης, ένα από τά επίκεντρα τής δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου.

Η ηθική τής προθέσεως προκάλεσε ένα ανατρεπτικό σόκ βοηθούμενης καί από τήν υπερβολή του (αναφερώμαστε στό βιβλίο τού Αβελάρδου : Γνώθι σ’αυτόν ή Ηθική) ηθική τής προθέσεως κατά τήν οποίαν η αξία τών πράξεών μας καί η κρίση πού απαιτούν, μπρός στόν θεό καί μπροστά στούς ανθρώπους, δέν ρυθμίζονται ριζικά πάνω στά αντικείμενα, καθεαυτά καλά ή κακά, τά οποία αποκτώνται μέσω αυτών τών πράξεων— μιά κλοπή, ένα έγκλημα, μιά σαρκική πράξη—αλλά στήν εσωτερική συγκατάθεση (consensus/intentio) πού δίνουμε σ’αυτές. Δέν είναι τό γεγονός τού φόνου καθ’εαυτό αμαρτία, αλλά η άδικη συγκατάθεση η οποία προηγείται τού φόνου. Είναι η θέληση νά πράξουμε κάτι απαγορευμένο πού συγκροτεί τό κακό, ακόμη καί άν αυτή η θέληση εμποδίζεται νά τό διαπράξει.

Το αντικειμενικό περιεχόμενο τής πράξεώς μου έχει χωρίς άλλο τό ειδικό του βάρος : μιά φυσική απόλαυση δέν είναι αμαρτωλή εάν δέν φέρνει αταξία. Αλλά στήν πράξη πού έχει ορισθεί σάν καλή, όπως καί σέ εκείνη πού ορίζεται σάν κακή, η συμφωνία είναι τό κριτήριο τής ηθικότητος καί όχι η ίδια η πράξη, τό αντικειμενικό περιεχόμενο. Ούτε τό αποτέλεσμα τής υλικότητός του. Τό αποτέλεσμα μιάς καλής προθέσεως δέν μπορεί νά είναι κακό. Η αμαρτία είναι πέρα από τήν επιθυμία, από τήν βούληση, καθότι κίνηση ανελεύθερης προδιαθέσεως. Η ίδια η πράξη τής αμαρτίας δέν προσθέτει τίποτε στήν ενοχή τού αμαρτωλού, ούτε στήν καταδίκη του από τήν θεία δικαιοσύνη (ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ).

Μπορούμε νά πούμε σχετικά μ’αυτή τήν ανάλυση λοιπόν πώς κάθε ανθρώπινο σχέδιο αξίζει γιά τό νόημά του, γιά τήν σημασία πού λαμβάνει. Τό αντικείμενο καί η έννοια πού τό εκφράζει επικαλούνται συνεχώς ένα υποκειμενο πού πρέπει νά είναι ένας φορέας ελεύθερος, διότι ο άνθρωπος είναι ένα όν πού παραμένει αμείωτο, πού επιθυμεί τόν εαυτό του στό άνοιγμά του στόν κόσμο καί βρίσκει σ’αυτό τό άνοιγμα τό μέτρο του, τόν νόμο του. (Από εδώ γεννιέται ο διάλογος τών εκκλησιών, η ανάγκη ανοίγματος γιά ΄την σωτηρία τού κόσμου).

Στήν αρχή τής Ηθικής, ο Αβελάρδος πολλαπλασιάζει τά παραδείγματα γιά νά δείξει τήν διάκριση ανάμεσα στό Πάθος – διάθεση εγγεγραμμένη στήν ψυχή ή στό σώμα, ακόμη καί όταν απουσιάζει κάθε πράξη, έτσι όπως ο κουτσός είναι κουτσός ακόμη κάι όταν δέν περπατά—καί στήν Αμαρτία, η οποία αντιθέτως είναι μιά πράξη (οperatio) πού μάς κάνει ενόχους, σέ μιά σιωπηρή περιφρόνηση τού θεού. «Ο θεός γιά νά δώσει τό βραβείο του, κοιτάζει καί ζυγίζει τήν ψυχή παρά την πράξη, καί η πράξη δέν προσθέτει τίποτε στήν αξία, είτε προέρχεται από μία καλή θέληση είτε από μία κακή».

Μερικά παραδείγματα : Η υπόθεση ενός πού σκοτώνει γιά νά υπερασπιστεί τή ζωή του ενάντια σ’αυτόν πού τού επιτίθεται, ή τού πατέρα ο οποίος αντικαθίσταται από τόν γιό, στή φυλακή, χωρίς να θέλη τήν φυκάκιση τού γιού του. Αλλά το πιό προκλητικό παράδειγμα, αυτό πού σκανδάλισε καί τόν άγιο Βερνάρδο, είναι εκείνο τών σφαγέων στρατιωτών οι οποίοι δέν γνωρίζουν τί κάνουν, αλλά υπακούουν στίς διαταγές πού έλαβαν, καί οι οποίοι είναι αθώοι γιά τό αίμα πού έχυσαν. Έτσι εμείς αμαρτάνουμε ακριβώς γι αυτό! Διότι συμφωνούμε μέ τήν αμαρτωλή πράξη, έτοιμοι νά τήν διαπράξουμε μόλις βρούμε τήν ευκαιρία.

Μέ τόν ίδιο τρόπο καί αναλόγως, η αγαθότης μιάς πράξεως μετριέται από την πρόθεσή της, απότήν αγνότητα τής προθέσεώς της. Δέν μπορούμε νά εκφράσουμε καλύτερα τήν υπέρτατη αξία τής προθέσεως , στήν συμπεριφορά τού πνεύματος καί τής καρδιάς, παρά ανακαλώντας τό πάθος τής Ελοΐζας, τής πιστής μαθήτριας τού Αβελάρδου καί σχεδόν ζωντανή απόδειξη τού δόγματός του. Η Ελοΐζα υπερασπίζεται καί ομολογεί μέ μεγαλοψυχία τήν αλήθεια καί την αγιότητα τής αγάπης της «γιά μένα δέν κράτησα τίποτε». Τό είχε αποδείξει, ακολουθώντας χωρίς νά επαναστατήσει τόν μοναχικό βίο πού είχε επιλέξει ο άντρας της καί φανερώνοντας μ’αυτόν τόν τρόπο πώς αυτός ήταν ο Κύριος τής καρδιάς της καί τού σώματός της. Ο Ζιλσόν σ’αυτό τό σημείο σχολίασε: «Η Ελοΐζα κατορθώνει εδώ, εις βάρος τού Αβελάρδου, τόν πιό πλήρη θρίαμβο. Στό τέλος δέ κατορθώνει νά τόν διδάξει κάτι σημαντικό : θέλετε νά αγαπήσετε τόν θεό; λέει ο Αβελάρδος : νά μήν τόν αγαπήσετε όπως εγώ αγαπούσα τήν Ελοΐζα, αλλά όπως η Ελοΐζα αγάπησε εμένα».

Χωρίς νά παρακολουθήσουμε από κοντά τίς αναλύσεις τού Αβελάρδου, θά παρατηρήσουμε τίς ψυχολογικές καί θρησκευτικές αιτίες τού αντιδραστικού σόκ πού ξεκίνησε από τότε, καί χτύπησε τίς νοοτροπίες, τίς νοητικές συμπεριφορές καί τούς θεσμούς η νέα Ηθική. Διότι οι θέσεις τού Αβελάρδου σήμαιναν τήν διάλυση από τή βάση του, τού ηθικού καί νομικού συστήματος πού ίσχυε μέχρι τότε, όπως είχε ορισθεί σέ συμφωνία μέ τόν αντικειμενικό νόμο καί τίς απαιτήσεις τής συνήθειας.

Οι χριστιανοί, τόσο στόν λαό όσο καί στούς ποιμένες, παρά τις πολύτιμες εμπνεύσεις τών πατέρων, τίς λεπτές διδασκαλίες τών ιδρυτών τών Μοναστικών Ταγμάτων, καί παρά τό εσωτερικό νόημα τού Ευαγγελίου, περιορίζοντο συνήθως σέ συμπεριφορές μιάς γλυκειάς καί παθητικής αδράνειας. Θά έπρεπε σ’αυτό τό σημείο νά κάνουμε την διαδρομή όλης τή ποιμαντικής λογοτεχνίας, πού στηρίζεται στό ακαταμάχητο βάρος τών πράξεων, πέρα από τίς αρχές οι οποίες εμφανίζονται εδώ κι εκεί.

Άς δούμε μερικά παραδείγματα.

Τά πιό άμεσα φανερώνονται στό μυστήριο τής εξομολογήσεως : ένα Μυστήριο γεμάτο νόημα γιά τήν εκκλησία, διότι αφορά τήν συνείδηση τών πράξεων πού πραγματοποιήθηκαν καί τήν μετάνοια. ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΟΣ.

Η Γρηγοριανή μεταρρύθμιση δέν είχε εξαλείψει εις βάθος τίς πρακτικές, τούς κανόνες, καί τήν νοοτροπία πού είχαν δημιουργήσει πάνω στήν ήπειρο τά Κέλτικα εξομολογητάρια καί η διάδοσή τους. Τό περιεχόμενο αυτών τών εξομολογηταρίων έκανε τήν εμφάνισή του ακόμη καί στό εξομολογητάριο τού Θεοδώρου (στά μέσα τού 8ου αιώνος ).

Χωρίς νά έχει εγκαταλειφθεί πλήρως η πνευματική παραίτηση καί η μετάνοια τής καρδιάς, τό καθεστώς τών κανόνων αντικειμενοποιούσε σκληρά, ιδίως στά ποσά πού μοίραζε, τούς κανόνες μετανοίας, καθώς ταίριαζαν εξ’άλλου εκείνη τήν εποχή στήν βαρβαρότητα τών ηθών καί στον πρωτογονισμό τών αμαρτωλών. Αυτό το καθεστώς συνέχιζε νά εξουσιάζει τήν εκκλησία παρότι νέες ευαισθησίες διέλυαν τήν αξιοπιστία τους. Μέσα στίς σύνθετες πράξεις τού Μυστηρίου τής Ευχαριστίας, τό κοινωνικό δίκτυο τής Εκκλησιαστικής εξουσίας καί ο δικανικός χαρακτήρας τών υποχρεώσεων πού επιδίδοντο γιά την μετάνοια εμπόδιζαν τήν χειραφέτηση τών συνειδήσεων καί τήν προσωπική κρίση.

Γιά νά μιλήσουμε με τήν λαϊκή γλώσσα, οι πράξεις αποκατάστασης (satisfactio), ένας παράγων αντικειμενικός καί εκκλησιαστικός, υπερτερούσαν στήν μετάνοια καθ’εαυτή, στόν υποκειμενικό παράγοντα.

Στήν γραμμή όμως τού Αβελάρδου, η μετάνοια θά γίνει τό κέντρο τής πρακτικής τής μετανοίας : Έτσι η μετάνοια ελευθέρωνε αμέσως από τήν αμαρτία, ελαχιστοποιώντας τό ρόλο τής λυτρώσεως, η οποία καταλήγει συνήθως σέ απλή ομολογία, καί έφτασε νά απειλήσει ακόμη καί την εξουσία τών ΚΛΕΙΔΙΩΝ, δηλ. τήν άφεση τών αμαρτιών η οποία ήταν στηριγμένη στήν εξουσία τού κλήρου, η οποία ήταν ένα κοινοτικό αντικειμενικό γεγονός.

Ο άγιος Βερνάρδος, στήν Σύνοδο τής Sens (1140) θά καταγγείλει αυτή τή θέση σάν μία από τίς αιρέσεις τού Αβελάρδου.

Συνεχίζεται.

Ο MARIE DOMINIQUE CHENU, είναι ένας μεγάλος ιστορικός τής Μεσαιωνικής Θεολογίας. Γεννιέται στίς 7 Ιανουαρίου τού 1895 στό Soisy-sur-Seine. Eισήλθε στίς τάξεις τών Δομηνικανών καί δίδαξε στήν διάσημη θεολογική σχολή τών ιδίων «La Saulchoir» από τό 1932 έως τό 1942. Βρέθηκε νά διδάσκει στή Σορβόννη από τό 1946 έως το 1952. Τά πιό γνωστά βιβλία του είναι: Η θεολογία τού 12ου αιώνος καί Η θεολογία σάν επιστήμη στόν 13ο αιώνα.

ΣΧΟΛΙΟ : Ακολουθώντας τήν διδασκαλία τής νέας Ηθικής τού Αβελάρδου, ο κ.Γιανναράς, όταν προειδοποιήθηκε, ότι στό βιβλίο του Ενάντια στή θρησκεία, υβρίζει τήν Θεοτόκο, απάντησε: ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΠΡΟΘΕΣΙΣ ΜΟΥ.

Αμέθυστος