Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Jonas - ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hans Jonas - ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (1)

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

18. Η άβυσσος τής βουλήσεως.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στο εβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου!

Αυτό το κεφάλαιο είναι ένα κλειδί για την κατανόηση τής ελεύθερης βούλησης στην Χριστιανική ζωή. Όμως έχει το δικαίωμα να παίξει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην Χριστιανική ζωή μόνον εάν οι βεβαιώσεις του Παύλου εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες και όχι ευκαιριακές και τυχαίες.

          Οι δηλώσεις αυτές λοιπόν θα λογαριαζόταν σαν ευκαιριακές αλήθειες εάν το “Εγώ” που μιλά για τον εαυτό του ήταν το πρόσωπο τού Παύλου, εάν δηλαδή αποτελούσαν ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα (στο οποίο ένα μέρος θα περιέγραφε το παρελθόν και ένα άλλο το παρόν). Θα ήταν τυχαίες και ευκαιριακές εάν το “Εγώ” που μιλά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει έναν ψυχολογικό τύπο-έναν τύπο προσωπικότητος, για τον οποίο το απαγορευμένο, ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο, αποκτά μία έλξη ακαταμάχητη και επειδή το γεγονός αυτό είναι διαδεδομένο, ο γενικός του χαρακτήρας θα ήταν απλά εμπειρικός, οπότε θα δεχόταν εξαιρέσεις στον κανόνα, οι οποίες θα έπρεπε να είναι χωρισμένες από τις συνέπειες του κανόνος, όπως π.χ. η ανάγκη της χάρης. Οι δηλώσεις θα ήταν επιπλέον ευκαιριακές εάν το “Εγώ” ήταν η ιστορική ανθρωπότης (ή ο λαός του Ισραήλ) σαν το πρωτότυπό της) και πρέπει να διέλθει στην σειρά μέσα από τις δύο φάσεις “πριν τού Νόμου” και κάτω “από τόν Νόμο” έχοντας τον σκοπό να φθάσει την φάση τής χάρης “μετά τον Νόμο”. Όσο και αν αυτή η ακολουθία είναι αναγκαία στην πρόοδο τής ιστορίας, η τοποθέτηση ενός ατόμου σε μία ιδιαίτερη φάση αυτής της προόδου θα ήταν τυχαία και σ’αυτή την προοπτική θα καθιστούσε τα περιεχόμενα τής άλλης φάσης αδιάφορα-για παράδειγμα, για την Χριστιανοσύνη την μετά-Παύλειο ένα απλό θέμα ιστορικής οπισθοδρομικής θεωρίας . Αντιθέτως, οι δηλώσεις αυτές θα ήταν αναγκαίες εάν ο ομιλών ήταν ο καθαυτός Άνθρωπος, έτσι ώστε αυτό που ελέχθη σ’αυτή την υποκειμενική φόρμα, στην αποτυχία τής προσπάθειας να πραγματοποιηθεί ο Νόμος ισχύει για τον Χριστιανό όσο και για τον Εβραίο και τον Εθνικό και συνιστά ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ τής Χριστιανικής εναλλακτικής ακόμη και μία κίνηση ολοκλήρωσης τής κινήσεως της τής εσωτερικής. Έτσι είναι απαραίτητη η εξήγηση τού τρόπου της υπάρξεως κατά τον οποίο μία κατάσταση όπως εκείνη που περιγράφεται στο Ρωμ. 7 τοποθετείται με νοητό τρόπο και υποχρεούται να αναδυθεί στήν ριζική της διάσταση και έκφραση.

          Μία εισαγωγή, ένα προοίμιο τής αναλύσεως μάς προσφέρει ο Αυγουστίνος σύμφωνα με τον οποίο στον τρόπο ζωής τού ανθρωπίνου όντος τό “προπατορικό αμάρτημα” είναι αναπόφευκτα διαπραγμένο και σταθερώς ανανεωμένο. Η ανάλυση λοιπόν προτίθεται να αποδείξει την καθαρή διαλεκτική ανάγκη τής δομής η οποία ενεργεί στο προπατορικό αμάρτημα-πρωτογενής διότι είναι ριζωμένη στην αυτόνομη κίνηση τής ανθρώπινης θελήσεως, τής καθαυτής θελήσεως, και διαλεκτική διότι, παρότι είναι αναγκαία, είναι το αποτέλεσμα τής ατομικής θελήσεως και έτσι η μοίρα μιάς ελευθερίας αυτό-παραγόμενης η οποία δόθηκε στον καθένα μας. Η φιλοσοφική ανάλυση, συνδέοντας τήν ανάγκη στο υπαρξιακό της βάθος, πρέπει να αποδείξει πως η εν λόγω διαλεκτική-η οποία καταλήγει στην εμπειρία τής ανθρώπινης ανεπάρκειας-προέρχεται από την βασική οντολογία του ανθρώπινου όντος. Μόνο μ’αυτή την συνθήκη οι δηλώσεις τού Παύλου μπορούν να ισχύουν. Και μόνο βάσει αυτής ο σοφός μπορεί να δοκιμάσει μία συγκεκριμένη κατανόηση αυτών τών δηλώσεων. Γι’αυτόν τον σκοπό εάν η ερμηνευτική μας προ-εννοιολόγηση είναι ακριβής οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε την μετάφραση τού περιεχομένου τών δηλώσεων τού Παύλου στην γλώσσα τής υπαρξιακής περιγραφής (ίσως πρέπει να πούμε “επαναμεταφράσουμε”). Παρουσιάζουμε λοιπόν το χωρίο τής Επιστολής στους Ρωμαίους αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι μία εξήγηση τού κειμένου, αλλά ένας ελεύθερος στοχασμός ή φιλοσοφικός διαλογισμός στα γενικά υπαρξιακά φαινόμενα τα οποία βάσει τής υποθέσεώς μας ενυπάρχουν στις δηλώσεις τού Παύλου και αφορούν την συστατική (δομική) πραγματικότητα τού ανθρωπίνου όντος.

          Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω. Βρίσκω λοιπόν μέσα μου αυτόν τον νόμο, τω θέλοντι ποιείν το καλόν, μέσα μου όμως παράκειται (είναι πρόχειρο) το κακό. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση εις τον νόμον τού Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, αλλά βλέπω άλλον νόμον εις τα μέλη μου αντιστρατευόμενον τον νόμον τού νοός μου και να με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος. Ποιος θα με ελευθερώσει από του σώματος τούτου του θανάτου; Ευχαριστώ τον Θεόν διά τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα λοιπόν εγώ ο ίδιος με τον νού μου δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, αλλά με την σάρκα μου εις τον νόμον τής αμαρτίας.”

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (1)

   ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

18. Η άβυσσος τής βουλήσεως.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στο εβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου!

Αυτό το κεφάλαιο είναι ένα κλειδί για την κατανόηση τής ελεύθερης βούλησης στην Χριστιανική ζωή. Όμως έχει το δικαίωμα να παίξει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην Χριστιανική ζωή μόνον εάν οι βεβαιώσεις του Παύλου εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες και όχι ευκαιριακές και τυχαίες.

          Οι δηλώσεις αυτές λοιπόν θα λογαριαζόταν σαν ευκαιριακές αλήθειες εάν το “Εγώ” που μιλά για τον εαυτό του ήταν το πρόσωπο τού Παύλου, εάν δηλαδή αποτελούσαν ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα (στο οποίο ένα μέρος θα περιέγραφε το παρελθόν και ένα άλλο το παρόν). Θα ήταν τυχαίες και ευκαιριακές εάν το “Εγώ” που μιλά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει έναν ψυχολογικό τύπο-έναν τύπο προσωπικότητος, για τον οποίο το απαγορευμένο, ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο, αποκτά μία έλξη ακαταμάχητη και επειδή το γεγονός αυτό είναι διαδεδομένο, ο γενικός του χαρακτήρας θα ήταν απλά εμπειρικός, οπότε θα δεχόταν εξαιρέσεις στον κανόνα, οι οποίες θα έπρεπε να είναι χωρισμένες από τις συνέπειες του κανόνος, όπως π.χ. η ανάγκη της χάρης. Οι δηλώσεις θα ήταν επιπλέον ευκαιριακές εάν το “Εγώ” ήταν η ιστορική ανθρωπότης (ή ο λαός του Ισραήλ) σαν το πρωτότυπό της) και πρέπει να διέλθει στην σειρά μέσα από τις δύο φάσεις “πριν τού Νόμου” και κάτω “από τόν Νόμο” έχοντας τον σκοπό να φθάσει την φάση τής χάρης “μετά τον Νόμο”. Όσο και αν αυτή η ακολουθία είναι αναγκαία στην πρόοδο τής ιστορίας, η τοποθέτηση ενός ατόμου σε μία ιδιαίτερη φάση αυτής της προόδου θα ήταν τυχαία και σ’αυτή την προοπτική θα καθιστούσε τα περιεχόμενα τής άλλης φάσης αδιάφορα-για παράδειγμα, για την Χριστιανοσύνη την μετά-Παύλειο ένα απλό θέμα ιστορικής οπισθοδρομικής θεωρίας . Αντιθέτως, οι δηλώσεις αυτές θα ήταν αναγκαίες εάν ο ομιλών ήταν ο καθαυτός Άνθρωπος, έτσι ώστε αυτό που ελέχθη σ’αυτή την υποκειμενική φόρμα, στην αποτυχία τής προσπάθειας να πραγματοποιηθεί ο Νόμος ισχύει για τον Χριστιανό όσο και για τον Εβραίο και τον Εθνικό και συνιστά ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ τής Χριστιανικής εναλλακτικής ακόμη και μία κίνηση ολοκλήρωσης τής κινήσεως της τής εσωτερικής. Έτσι είναι απαραίτητη η εξήγηση τού τρόπου της υπάρξεως κατά τον οποίο μία κατάσταση όπως εκείνη που περιγράφεται στο Ρωμ. 7 τοποθετείται με νοητό τρόπο και υποχρεούται να αναδυθεί στήν ριζική της διάσταση και έκφραση.

          Μία εισαγωγή, ένα προοίμιο τής αναλύσεως μάς προσφέρει ο Αυγουστίνος σύμφωνα με τον οποίο στον τρόπο ζωής τού ανθρωπίνου όντος τό “προπατορικό αμάρτημα” είναι αναπόφευκτα διαπραγμένο και σταθερώς ανανεωμένο. Η ανάλυση λοιπόν προτίθεται να αποδείξει την καθαρή διαλεκτική ανάγκη τής δομής η οποία ενεργεί στο προπατορικό αμάρτημα-πρωτογενής διότι είναι ριζωμένη στην αυτόνομη κίνηση τής ανθρώπινης θελήσεως, τής καθαυτής θελήσεως, και διαλεκτική διότι, παρότι είναι αναγκαία, είναι το αποτέλεσμα τής ατομικής θελήσεως και έτσι η μοίρα μιάς ελευθερίας αυτό-παραγόμενης η οποία δόθηκε στον καθένα μας. Η φιλοσοφική ανάλυση, συνδέοντας τήν ανάγκη στο υπαρξιακό της βάθος, πρέπει να αποδείξει πως η εν λόγω διαλεκτική-η οποία καταλήγει στην εμπειρία τής ανθρώπινης ανεπάρκειας-προέρχεται από την βασική οντολογία του ανθρώπινου όντος. Μόνο μ’αυτή την συνθήκη οι δηλώσεις τού Παύλου μπορούν να ισχύουν. Και μόνο βάσει αυτής ο σοφός μπορεί να δοκιμάσει μία συγκεκριμένη κατανόηση αυτών τών δηλώσεων. Γι’αυτόν τον σκοπό εάν η ερμηνευτική μας προ-εννοιολόγηση είναι ακριβής οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε την μετάφραση τού περιεχομένου τών δηλώσεων τού Παύλου στην γλώσσα τής υπαρξιακής περιγραφής (ίσως πρέπει να πούμε “επαναμεταφράσουμε”). Παρουσιάζουμε λοιπόν το χωρίο τής Επιστολής στους Ρωμαίους αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι μία εξήγηση τού κειμένου, αλλά ένας ελεύθερος στοχασμός ή φιλοσοφικός διαλογισμός στα γενικά υπαρξιακά φαινόμενα τα οποία βάσει τής υποθέσεώς μας ενυπάρχουν στις δηλώσεις τού Παύλου και αφορούν την συστατική (δομική) πραγματικότητα τού ανθρωπίνου όντος.

          Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω. Βρίσκω λοιπόν μέσα μου αυτόν τον νόμο, τω θέλοντι ποιείν το καλόν, μέσα μου όμως παράκειται (είναι πρόχειρο) το κακό. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση εις τον νόμον τού Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, αλλά βλέπω άλλον νόμον εις τα μέλη μου αντιστρατευόμενον τον νόμον τού νοός μου και να με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος. Ποιος θα με ελευθερώσει από του σώματος τούτου του θανάτου; Ευχαριστώ τον Θεόν διά τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα λοιπόν εγώ ο ίδιος με τον νού μου δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, αλλά με την σάρκα μου εις τον νόμον τής αμαρτίας.”

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (1)

  ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

18. Η άβυσσος τής βουλήσεως.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στο εβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου!

Αυτό το κεφάλαιο είναι ένα κλειδί για την κατανόηση τής ελεύθερης βούλησης στην Χριστιανική ζωή. Όμως έχει το δικαίωμα να παίξει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην Χριστιανική ζωή μόνον εάν οι βεβαιώσεις του Παύλου εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες και όχι ευκαιριακές και τυχαίες.

          Οι δηλώσεις αυτές λοιπόν θα λογαριαζόταν σαν ευκαιριακές αλήθειες εάν το “Εγώ” που μιλά για τον εαυτό του ήταν το πρόσωπο τού Παύλου, εάν δηλαδή αποτελούσαν ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα (στο οποίο ένα μέρος θα περιέγραφε το παρελθόν και ένα άλλο το παρόν). Θα ήταν τυχαίες και ευκαιριακές εάν το “Εγώ” που μιλά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει έναν ψυχολογικό τύπο-έναν τύπο προσωπικότητος, για τον οποίο το απαγορευμένο, ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο, αποκτά μία έλξη ακαταμάχητη και επειδή το γεγονός αυτό είναι διαδεδομένο, ο γενικός του χαρακτήρας θα ήταν απλά εμπειρικός, οπότε θα δεχόταν εξαιρέσεις στον κανόνα, οι οποίες θα έπρεπε να είναι χωρισμένες από τις συνέπειες του κανόνος, όπως π.χ. η ανάγκη της χάρης. Οι δηλώσεις θα ήταν επιπλέον ευκαιριακές εάν το “Εγώ” ήταν η ιστορική ανθρωπότης (ή ο λαός του Ισραήλ) σαν το πρωτότυπό της) και πρέπει να διέλθει στην σειρά μέσα από τις δύο φάσεις “πριν τού Νόμου” και κάτω “από τόν Νόμο” έχοντας τον σκοπό να φθάσει την φάση τής χάρης “μετά τον Νόμο”. Όσο και αν αυτή η ακολουθία είναι αναγκαία στην πρόοδο τής ιστορίας, η τοποθέτηση ενός ατόμου σε μία ιδιαίτερη φάση αυτής της προόδου θα ήταν τυχαία και σ’αυτή την προοπτική θα καθιστούσε τα περιεχόμενα τής άλλης φάσης αδιάφορα-για παράδειγμα, για την Χριστιανοσύνη την μετά-Παύλειο ένα απλό θέμα ιστορικής οπισθοδρομικής θεωρίας . Αντιθέτως, οι δηλώσεις αυτές θα ήταν αναγκαίες εάν ο ομιλών ήταν ο καθαυτός Άνθρωπος, έτσι ώστε αυτό που ελέχθη σ’αυτή την υποκειμενική φόρμα, στην αποτυχία τής προσπάθειας να πραγματοποιηθεί ο Νόμος ισχύει για τον Χριστιανό όσο και για τον Εβραίο και τον Εθνικό και συνιστά ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ τής Χριστιανικής εναλλακτικής ακόμη και μία κίνηση ολοκλήρωσης τής κινήσεως της τής εσωτερικής. Έτσι είναι απαραίτητη η εξήγηση τού τρόπου της υπάρξεως κατά τον οποίο μία κατάσταση όπως εκείνη που περιγράφεται στο Ρωμ. 7 τοποθετείται με νοητό τρόπο και υποχρεούται να αναδυθεί στήν ριζική της διάσταση και έκφραση.

          Μία εισαγωγή, ένα προοίμιο τής αναλύσεως μάς προσφέρει ο Αυγουστίνος σύμφωνα με τον οποίο στον τρόπο ζωής τού ανθρωπίνου όντος τό “προπατορικό αμάρτημα” είναι αναπόφευκτα διαπραγμένο και σταθερώς ανανεωμένο. Η ανάλυση λοιπόν προτίθεται να αποδείξει την καθαρή διαλεκτική ανάγκη τής δομής η οποία ενεργεί στο προπατορικό αμάρτημα-πρωτογενής διότι είναι ριζωμένη στην αυτόνομη κίνηση τής ανθρώπινης θελήσεως, τής καθαυτής θελήσεως, και διαλεκτική διότι, παρότι είναι αναγκαία, είναι το αποτέλεσμα τής ατομικής θελήσεως και έτσι η μοίρα μιάς ελευθερίας αυτό-παραγόμενης η οποία δόθηκε στον καθένα μας. Η φιλοσοφική ανάλυση, συνδέοντας τήν ανάγκη στο υπαρξιακό της βάθος, πρέπει να αποδείξει πως η εν λόγω διαλεκτική-η οποία καταλήγει στην εμπειρία τής ανθρώπινης ανεπάρκειας-προέρχεται από την βασική οντολογία του ανθρώπινου όντος. Μόνο μ’αυτή την συνθήκη οι δηλώσεις τού Παύλου μπορούν να ισχύουν. Και μόνο βάσει αυτής ο σοφός μπορεί να δοκιμάσει μία συγκεκριμένη κατανόηση αυτών τών δηλώσεων. Γι’αυτόν τον σκοπό εάν η ερμηνευτική μας προ-εννοιολόγηση είναι ακριβής οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε την μετάφραση τού περιεχομένου τών δηλώσεων τού Παύλου στην γλώσσα τής υπαρξιακής περιγραφής (ίσως πρέπει να πούμε “επαναμεταφράσουμε”). Παρουσιάζουμε λοιπόν το χωρίο τής Επιστολής στους Ρωμαίους αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι μία εξήγηση τού κειμένου, αλλά ένας ελεύθερος στοχασμός ή φιλοσοφικός διαλογισμός στα γενικά υπαρξιακά φαινόμενα τα οποία βάσει τής υποθέσεώς μας ενυπάρχουν στις δηλώσεις τού Παύλου και αφορούν την συστατική (δομική) πραγματικότητα τού ανθρωπίνου όντος.

          Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω. Βρίσκω λοιπόν μέσα μου αυτόν τον νόμο, τω θέλοντι ποιείν το καλόν, μέσα μου όμως παράκειται (είναι πρόχειρο) το κακό. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση εις τον νόμον τού Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, αλλά βλέπω άλλον νόμον εις τα μέλη μου αντιστρατευόμενον τον νόμον τού νοός μου και να με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος. Ποιος θα με ελευθερώσει από του σώματος τούτου του θανάτου; Ευχαριστώ τον Θεόν διά τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα λοιπόν εγώ ο ίδιος με τον νού μου δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, αλλά με την σάρκα μου εις τον νόμον τής αμαρτίας.”

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (2)

  Συνέχεια από: Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στό έβδομο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου!     

18. Η Άβυσσος τής θελήσεως (συνέχεια).

Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω.

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

  Έτσι λοιπόν βάσει αυτού τού υψηλότατα τυπικού χαρακτηριστικού, η “συνείδηση” είναι πάντοτε αυτοσυνειδησία, είναι δηλαδή ουσιωδώς αυτοστοχασμός, διαλογισμός και προσφέρει ήδη την δυνατότητα τόσο της ανθρώπινης ελευθερίας όσο και την συμπληρωματική αναγκαιότητα της αυτοάρνησης της. Και οι δύο αυτές δυνατότητες απορρέουν από την ίδια ρίζα στην ίδια τήν ενέργεια της πραγματοποιήσεως. Οπωσδήποτε όχι από την αγαθή αλληλεπίδραση ενός cogito me cogitare περιορισμένου ουδέτερα στην αναπαράσταση. Το Cogito (η σκέψη) καθότι απλή σκέψη, στοχασμός τής αναπαραστάσεως στον εαυτό της δεν είναι το καταγωγικό θεμέλιο τής αυτοσυνειδήσεως και τής ελευθερίας.

          Μάλλον στο πλαίσιο τής θελήσεως λαμβάνει χώρα η στοχαστική πρόοδος, τόσο αποφασιστική για την ελευθερία. Στην αφαιρετική τυπική σημασία τού cogito me cogitare αντιστοιχεί όχι μόνον το “Εγώ θέλω” αλλά ταυτοχρόνως και το “θέλω να θελήσω”, (volo me velle). Κάθε θέληση θέλει τον εαυτό της και σε κάθε στιγμή επιλέγει τον εαυτό της. Η θέληση έχει λοιπόν στον εαυτό της μία ενδόμυχη στοχαστικότητα περίσκεψη. Σ’αυτή οικοδομεί πρωταρχικώς τον εαυτό της σαν αυτό που είναι και χάρις σ’αυτό είναι ριζικά διακεκριμένη από κάθε απλή επιθυμία ή ώθηση, ένστικτο (appetitus κάθε τύπου). Η ώθηση στοχεύει απλώς σε κάτι, δεν είναι αυτοστοχαζόμενη, η όρεξη δεν είναι appetite me appetere, με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο η θέληση είναι θέλω να θελήσω. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η περίσκεψη τής θελήσεως είναι καθαυτή μία βούληση: η θέληση είναι μαζί θέλω κάτι και βεβαίωση του εαυτού της. Η διατύπωση λοιπόν δεν εκφράζεται μόνον σαν cogito me velle-σκέφτομαι να θελήσω- (σύμφωνα με το Καρτεσιανό μοντέλο) αλλά θέλω να θελήσω.

          Έτσι εννοημένη η θέληση δεν είναι μία επιπλέον και ιδιαίτερη φυσική λειτουργία ανάμεσα στις τόσες, καθορισμένη σαν όρεξη, ώθηση, επιθυμία, τάση κ.τ.λ. Ούτε συμπίπτει με μία καθαρή λύση, ούτε γενικώς είναι κάτι που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, ώστε μερικές φορές να είναι παρούσα και μερικές νά απουσιάζει. Η “θέληση” είναι πάντοτε ένα “a priori” υποκείμενο στις ξεχωριστές ενέργειες της ψυχής, ικανή να καταστήσει δυνατά, καθότι ιδιαίτερα φαινόμενα τής διάνοιας, το “θέλω” όπως και το αντίθετό του-απουσία τής θελήσεως ή απαίτηση από αυτή. Η θέληση προηγείται από κάθε ξεκάθαρη λύση, κάθε ιδιαίτερη απόφαση, παρότι είναι καθαυτή, στην ουσιώδη της φύση, μία απόφαση πάνω στον εαυτό της συνεχώς σε ενέργεια-εκείνη η μόνιμη αυτό-αποφασιστικότητα από την οποία το υποκείμενο δεν μπορεί να κάνει χωρίς καταφεύγοντας στο άλλοθι κάποιας ελλείψεως τής θελήσεως, μίας ουδέτερης καταστάσεως ή αδιάφορης : και πράγματι η πρωτογενής απόφαση τής θελήσεως είναι καθαυτή σαν συνθήκη για την δυνατότητα αυτών των καταστάσεων, όσο και αν είναι αδιάφορες ή αντίθετες στην θέληση.

          Η “θέληση" η οποία λαμβάνει αυτή την μόνιμη απόφαση ή μάλλον η οποία υπάρχει σαν δυνατότης να ληφθεί, δεν είναι τίποτε άλλο από τον θεμελιώδη τρόπο υπάρξεως του Dasein γενικώς, και η λέξη σημαίνει απλώς το τυπικό-συστατικό γεγονός ότι το Είναι τού Dasein είναι τέτοιο ώστε σε κάθε μία από τις φανερώσεις του αποκαλύπτεται ένα ενδιαφέρον γι’αυτό ή για κείνο και ότι το τελικό ενδιαφέρον, ανάμεσα σε όλα τα δυνατά ενδιαφέροντα, είναι το δικό μου Είναι σαν τελευταίος σκοπός του ιδίου του Είναι. Εν συντομία, “θέληση” σημαίνει αυτό που εξηγεί ο Χάιντεγκερ με τον όρο “Μέριμνα”, φροντίδα. Η διατύπωση “είναι πρόβλημα(εκπόρευση) στον εαυτό του” υπογραμμίζει αυτό που εννοούμε με στοχαστικό χαρακτήρα τής θελήσεως.

          Αυτή  η στοχαστική δραστηριότης τής θελήσεως είναι η πρωταρχική ενέργεια τού Εγώ, το οποίο θεμελιώνεται στον εαυτό του. Σ’αυτή την πρόοδο εμπλέκεται η συνεχής αυτό-σύσταση του ηθικού, του ήθους του προσώπου, που αναπτύσσεται σαν σύνθεση-στο έργο τής κάθε στιγμής, σε μία συνεχή συγχώνευση-τής ηθικής αυτό-ταυτοποιήσεως τού Εγώ. Μόνον μέσω τής αυτό-συστάσεως στον στοχασμό τού ενδιαφέροντος-έστω και στον τρόπο τής αυτό-απόκρυψης-μπορεί να υπάρξει ένα ταυτόσημο υποκείμενο ικανό για την ευθύνη. Όλα τα ηθικά φαινόμενα-ελευθερία, επιλογή, υπευθυνότης, συνείδηση, ενοχή, ριζώνουν στην πρωτογενή στοχαστικότητα. Η παρουσία της apriori είναι το οντολογικό θεμέλιο τής ελευθερίας.

          Αλλά πώς κατανοείται το γεγονός ότι αυτή η ταυτοτική σκέψη μπορεί επίσης να εξηγήσει το αναγκαίο αδιέξοδο τής ελευθερίας, την αναπόφευκτη αυτοπαγίδευση της στον εαυτό της; Κάθε συμπέρασμα τής “ανεπάρκειας” με όρους ενοχής και ευθύνης οφείλει να την εννοήσει σαν μία αναγκαία ενέργεια, αλλά παρ’όλα αυτά απελευθερωτική, τής ίδιας τής ελευθερίας, όσο και αν φαίνεται παράδοξο. Η σκέψη και ο διαλογισμός (βούληση) τής θελήσεως είναι η έδρα τής θελήσεως. Η κυριαρχία γενικώς τής θελήσεως είναι και εκείνη τής ανελευθερίας. Πρέπει να υπάρχει επομένως ένας τρόπος σκέψης με τον οποίο γεννιέται η ανελευθερία-και ένας αναπόφευκτος τρόπος, εάν η θέση τού Παύλου, η Χριστιανική θέση τής ανεπάρκειας, δεν είναι μία απλή συκοφάντηση τού ανθρώπου (Νίτσε).

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (1)

 ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

18. Η άβυσσος τής βουλήσεως.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στο εβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου!

Αυτό το κεφάλαιο είναι ένα κλειδί για την κατανόηση τής ελεύθερης βούλησης στην Χριστιανική ζωή. Όμως έχει το δικαίωμα να παίξει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην Χριστιανική ζωή μόνον εάν οι βεβαιώσεις του Παύλου εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες και όχι ευκαιριακές και τυχαίες.

          Οι δηλώσεις αυτές λοιπόν θα λογαριαζόταν σαν ευκαιριακές αλήθειες εάν το “Εγώ” που μιλά για τον εαυτό του ήταν το πρόσωπο τού Παύλου, εάν δηλαδή αποτελούσαν ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα (στο οποίο ένα μέρος θα περιέγραφε το παρελθόν και ένα άλλο το παρόν). Θα ήταν τυχαίες και ευκαιριακές εάν το “Εγώ” που μιλά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει έναν ψυχολογικό τύπο-έναν τύπο προσωπικότητος, για τον οποίο το απαγορευμένο, ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο, αποκτά μία έλξη ακαταμάχητη και επειδή το γεγονός αυτό είναι διαδεδομένο, ο γενικός του χαρακτήρας θα ήταν απλά εμπειρικός, οπότε θα δεχόταν εξαιρέσεις στον κανόνα, οι οποίες θα έπρεπε να είναι χωρισμένες από τις συνέπειες του κανόνος, όπως π.χ. η ανάγκη της χάρης. Οι δηλώσεις θα ήταν επιπλέον ευκαιριακές εάν το “Εγώ” ήταν η ιστορική ανθρωπότης (ή ο λαός του Ισραήλ) σαν το πρωτότυπό της) και πρέπει να διέλθει στην σειρά μέσα από τις δύο φάσεις “πριν τού Νόμου” και κάτω “από τόν Νόμο” έχοντας τον σκοπό να φθάσει την φάση τής χάρης “μετά τον Νόμο”. Όσο και αν αυτή η ακολουθία είναι αναγκαία στην πρόοδο τής ιστορίας, η τοποθέτηση ενός ατόμου σε μία ιδιαίτερη φάση αυτής της προόδου θα ήταν τυχαία και σ’αυτή την προοπτική θα καθιστούσε τα περιεχόμενα τής άλλης φάσης αδιάφορα-για παράδειγμα, για την Χριστιανοσύνη την μετά-Παύλειο ένα απλό θέμα ιστορικής οπισθοδρομικής θεωρίας . Αντιθέτως, οι δηλώσεις αυτές θα ήταν αναγκαίες εάν ο ομιλών ήταν ο καθαυτός Άνθρωπος, έτσι ώστε αυτό που ελέχθη σ’αυτή την υποκειμενική φόρμα, στην αποτυχία τής προσπάθειας να πραγματοποιηθεί ο Νόμος ισχύει για τον Χριστιανό όσο και για τον Εβραίο και τον Εθνικό και συνιστά ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ τής Χριστιανικής εναλλακτικής ακόμη και μία κίνηση ολοκλήρωσης τής κινήσεως της τής εσωτερικής. Έτσι είναι απαραίτητη η εξήγηση τού τρόπου της υπάρξεως κατά τον οποίο μία κατάσταση όπως εκείνη που περιγράφεται στο Ρωμ. 7 τοποθετείται με νοητό τρόπο και υποχρεούται να αναδυθεί στήν ριζική της διάσταση και έκφραση.

          Μία εισαγωγή, ένα προοίμιο τής αναλύσεως μάς προσφέρει ο Αυγουστίνος σύμφωνα με τον οποίο στον τρόπο ζωής τού ανθρωπίνου όντος τό “προπατορικό αμάρτημα” είναι αναπόφευκτα διαπραγμένο και σταθερώς ανανεωμένο. Η ανάλυση λοιπόν προτίθεται να αποδείξει την καθαρή διαλεκτική ανάγκη τής δομής η οποία ενεργεί στο προπατορικό αμάρτημα-πρωτογενής διότι είναι ριζωμένη στην αυτόνομη κίνηση τής ανθρώπινης θελήσεως, τής καθαυτής θελήσεως, και διαλεκτική διότι, παρότι είναι αναγκαία, είναι το αποτέλεσμα τής ατομικής θελήσεως και έτσι η μοίρα μιάς ελευθερίας αυτό-παραγόμενης η οποία δόθηκε στον καθένα μας. Η φιλοσοφική ανάλυση, συνδέοντας τήν ανάγκη στο υπαρξιακό της βάθος, πρέπει να αποδείξει πως η εν λόγω διαλεκτική-η οποία καταλήγει στην εμπειρία τής ανθρώπινης ανεπάρκειας-προέρχεται από την βασική οντολογία του ανθρώπινου όντος. Μόνο μ’αυτή την συνθήκη οι δηλώσεις τού Παύλου μπορούν να ισχύουν. Και μόνο βάσει αυτής ο σοφός μπορεί να δοκιμάσει μία συγκεκριμένη κατανόηση αυτών τών δηλώσεων. Γι’αυτόν τον σκοπό εάν η ερμηνευτική μας προ-εννοιολόγηση είναι ακριβής οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε την μετάφραση τού περιεχομένου τών δηλώσεων τού Παύλου στην γλώσσα τής υπαρξιακής περιγραφής (ίσως πρέπει να πούμε “επαναμεταφράσουμε”). Παρουσιάζουμε λοιπόν το χωρίο τής Επιστολής στους Ρωμαίους αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι μία εξήγηση τού κειμένου, αλλά ένας ελεύθερος στοχασμός ή φιλοσοφικός διαλογισμός στα γενικά υπαρξιακά φαινόμενα τα οποία βάσει τής υποθέσεώς μας ενυπάρχουν στις δηλώσεις τού Παύλου και αφορούν την συστατική (δομική) πραγματικότητα τού ανθρωπίνου όντος.

          Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω. Βρίσκω λοιπόν μέσα μου αυτόν τον νόμο, τω θέλοντι ποιείν το καλόν, μέσα μου όμως παράκειται (είναι πρόχειρο) το κακό. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση εις τον νόμον τού Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, αλλά βλέπω άλλον νόμον εις τα μέλη μου αντιστρατευόμενον τον νόμον τού νοός μου και να με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος. Ποιος θα με ελευθερώσει από του σώματος τούτου του θανάτου; Ευχαριστώ τον Θεόν διά τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα λοιπόν εγώ ο ίδιος με τον νού μου δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, αλλά με την σάρκα μου εις τον νόμον τής αμαρτίας.”

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (4)

 Συνέχεια από: Tρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στό έβδομο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου!     

18. Η Άβυσσος τής θελήσεως (συνέχεια).

Θα διαπραγματευθώ τώρα με συντομία την διάκριση, την οποία σημειώσαμε ήδη προηγουμένως, ανάμεσα σε ηθική “αυτόνομη” και “ετερόνομη” καθότι συνδέεται με το πρόβλημα με το οποίο ασχολούμαστε. Στην μορφή της ετερονομίας και ιδιαιτέρως στο θρησκευτικό πλαίσιο, στο οποίο συνειδητοποιήθηκε κατ’αρχάς, η διαλεκτική φανερώνεται ως εξής: καθώς η πίστη στην αυθεντία του Θεού νομοθέτη (από τον οποίο προέρχεται η υποχρεωτική δύναμη των εντολών του) συμπεριλαμβάνει την πίστη στην δικαιοσύνη, η τήρηση της εντολής του, τού Νόμου του, πρέπει να συνοδευθεί με την προσμονή τής ανταποδόσεως και τής τιμωρίας, παρότι δεν υπάρχει καμία επιθυμία γι’αυτό. Αλλά η βεβαιότης αυτής τής πίστης, όσο κι ‘αν είναι ηθικώς αναγκαία, καταστρέφει την καθαρότητα τής πραγματοποιήσεως του Νόμου, αποδίδοντας του μία χροιά χρησιμοθηρίας: Έτσι προστατεύει την Θεία αγιότητα και ηθικότητα του Νόμου, υποχρεώνοντας την ανθρώπινη αγιότητα και ηθικότητα της θελήσεως να πληρώσει μία τιμή. Από το άλλο μέρος, εάν η βεβαιότης της Θείας αποδόσεως της αξίας, θετικής ή αρνητικής, καταργηθεί, τότε η δυνατότης φαινομενικώς αποκατεστημένη τού ανθρωπίνου ήθους καταστρέφεται ξανά, καθότι ο Νόμος ενός Θεού ο οποίος είναι, αν όχι ανοιχτά άδικος, τουλάχιστον απροσδιόριστος, αυθαίρετος ίσως ή αδιάφορος-δηλαδή ο Νόμος ενός ανήθικου Θεού- δεν μπορεί να είναι άγιος και δεν μπορεί να απαιτήσει καμία ηθική αυθεντία. Έτσι η πραγματοποίηση και υπακοή δεν μπορεί να είναι και στις δύο περιπτώσεις βασισμένη στο ήθος και την ηθική, εκτός εάν συμβεί λόγω λάθους (ελλείψεως διαύγειας) το οποίο εξαρτάται από τον αμφίβολο χαρακτήρα τής πηγής. Το ίδιο το λάθος ή ένας ανεπαρκής στοχασμός, δεν πρέπει να αποτελέσει την συνθήκη τής ηθικότητος. Επι πλέον αυτό σημαίνει ότι η δυνατότης τής ηθικότητος τού ανθρώπου δεν κατακτάται με την τιμή μιας Θείας ηθικότητος η οποία είναι παρατημένη με τον ίδιο τρόπο που το Θείο δεν μπορεί να διατηρηθεί στην τιμή μιας ανωμαλίας του ανθρώπινου. Εν συντομία η ανθρώπινη ηθικότης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μία Θεία ηθικότητα η οποία συν-υπάρχει μ’αυτή.

          Το ίδιο συμβαίνει και στην ετερόνομη συνθήκη. Ο Κάντ σκεφτόταν ότι μπορούσε να ξεπεράσει το δίλημμα αντικαθιστώντας τον Θείο νομοθέτη με την αυτό-νομοθεσία της νοήσεως, καθιστώντας δηλαδή τον ηθικό νόμο αυτόνομο, και γι’αυτό ανεξάρτητο από την λογική της ανταποδόσεως και της τιμωρίας. Αλλά αποδείξαμε πιο πάνω ότι η απλή και καθαρή εσωτερικότης, αποκτά, μέσω της αναπαράστασης (αντικαθρεφτίσματος) της αυτό-αντικειμενοποίησης, ένα είδος αυτό-δικαίωσης η οποία (γνωστή σαν ματαιοδοξία) δεν είναι λιγότερο καταστροφική, φθοροποιός, τής προσμονής ενός εξωτερικού κέρδους-και ίσως μάλιστα ακόμη περισσότερο, διότι μπορεί να αποκτηθεί χωρίς καθυστέρηση, την ίδια στιγμή που εκτελείται η πράξη, ενώ για να εμπιστευθούμε μία αναγνώριση εξωτερική και μελλοντική απαιτεί την δύναμη μιας πίστης υπομονετικής και διαρκούς. Στην πραγματικότητα, η εναλλακτική προοπτική “αυτόνομο/ετερόνομο” επίκειται (ξεπερνιέται) από την πιο ουσιώδη “αυθεντικό/μη-αυθεντικό”. Και πράγματι, όπως είναι προφανές, η αντινομία η ενυπάρχουσα στην πράξη, την οποία περιγράψαμε, είναι πιο θεμελιώδης από εκείνη η οποία προέρχεται από τον υπολογισμό μελλοντικών υπερβατικών γεγονότων και είναι κοινή και στις δύο θέσεις, αυτόνομη ή ετερόνομη: αντιπροσωπεύει την υπαρξιακή αντινομία της ηθικής σφαίρας καθαυτής, ανεξαρτήτως από κάθε θεωρία σχετικά με την θεμελίωση μιας ηθικής θεωρίας. Αντινομία λοιπόν σημαίνει ότι, στις συνθήκες της ανθρώπινης αβεβαιότητος, η προσπάθεια να αγιοποιήσουμε την θέληση δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μία ανιερή θέληση. Κατ’εμέ αυτή η αντινομία βρίσκεται στο βάθος τής απελπισίας τής αυτό-περιγραφής του Παύλου! Αλλά γιατί θα ήταν αναγκαίο να γλιστρήσουμε στην “αντικειμενοποίηση;” Να υπάρχει μία δυνατότης τής ελευθερίας δεν κάνει την αυτό-αντικειμενοποίηση μια αναγκαιότητα! Κατ’αρχάς, η αυτό-αντικειμενοποίηση είναι αναγκαία και γι’αυτό ηθικά απαραίτητη, σαν εξέταση της πράξεως μας, η οποία πριν απ’όλα είναι μία εξέταση των προθέσεών μας (αυτό που ονόμαζε ο Κάντ η αποστολή της θελήσεως) και επειδή αυτή η εξέταση-η αυτό-έρευνα τής συνειδήσεως-ανήκει στην καθαυτή ηθικότητα, είναι αδιαχώριστη από την καλή πράξη. Δηλαδή η αυτό-αντικειμενοποίηση είναι δοσμένη καθαυτή μαζί με το γεγονός ότι η ηθικότης είναι εκ φύσεως στοχαστική και η αναγκαιότης της είναι καθαυτή ηθική, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι είναι και ψυχολογική. Για τον homo religiosus αυτό λαμβάνει την μορφή μιας κατανοήσεως του εαυτού από την οπτική γωνία του Θεού. Από μία τέτοια προοπτική “αυτός” αναρωτιέται “πώς θα φανεί στα μάτια Του η ενέργεια μου”. Αυτός πρέπει να κοιτάξει τον εαυτό του με τα μάτια του Θεού, δηλαδή να μεταλλάξει τα μάτια του σε εκείνα του Θεού. Το “μπροστά στον Θεό” γίνεται έτσι αναγκαίως “μπροστά στα μάτια μου”. Αλλά αυτή η αντικατάσταση μπορεί στις συνθήκες της κτιστότητος, να τηρηθεί μόνον εάν Εγώ βάζω στην θέση της αλάθητης ματιάς της Θεότητος που μου λείπει, την υπέρτατη αβεβαιότητα, αμφιβολία στην ανθρώπινη ματιά μου. Αυτό σημαίνει ότι στο όνομα του καλού, η αυτό-αντικειμενοποίηση θα κλίνει προς το κακό και θα προκαταβάλλει κάθε δυνατή κακία και βαρβαρότητα! Η αμφιβολία μπορεί να είναι πονηρή! Η πονηριά της αμφιβολίας συνίσταται στην γνώση ότι όλα είναι δυνατά και στην υποψία ότι η δυνατότης είναι πραγματική. Για να κατορθώσει να γνωρίσει όλο το δυνατό, την δυνατότητα, και για να μην χάσει τίποτε η αμφιβολία πρέπει να είναι δημιουργική, πρέπει να επινοήσει το κακό. Οπλισμένη με τέτοια ικανότητα επινοήσεως, η αμφιβολία που αισθάνομαι απέναντί μου γίνεται η αναπόφευκτη τιμή για την απολυτότητα που εγώ, ταυτοχρόνως απαιτώ από τον εαυτό μου σαν φορέας και απαιτώ από εμένα σαν δικαστής, να πρέπει να στραφεί σε μία θετική υποψία προς εμένα. Η στάση της αμφιβολίας που λαμβάνω από το γεγονός ότι είμαι παρατηρητής του εαυτού μου εις τόπον Θεού, με μία προδιάθεση προς την μεριά του κακού, είναι το μόνο υποκατάστατο της ουδέτερης παντογνωσίας του Θεού, είναι η μόνη αυτό-προστασία εναντίον της δικής μου διαφθοράς σαν δικαστού στην ίδια την δική μου την υπόθεση-η μόνη ασφάλεια της ακεραιότητος μου. Αλλά αυτή στρέφεται εναντίον του εαυτού της. Η αμφιβολία απλώνεται όχι μόνον σ’αυτό που ο παρατηρητής βρίσκει μπροστά του αλλά και στο Εγώ που παρατηρεί, το οποίο είναι ακόμη μία εκδήλωση αυτού του διφορούμενου Εγώ του ανθρώπου το οποίο στην προκείμενη πρέπει να ενδυθεί έναν Θείο ρόλο. Και αυτή η αμφιβολία δεν μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε ότι η δραστηριότης του δεν προστατεύεται από την δυνατότητα να περάσει από μία κριτική αυτό-παρατήρηση σε μία δικαιωμένη παρατήρηση, ευχάριστη η οποία οφείλει να είναι λόγω του γεγονότος ότι είναι κριτική, ανήλεη, σκληρή. Στην πραγματικότητα η αμφιβολία πρέπει να ανακαλύψει, εάν είναι μόνον ριζική, ότι αποδίδει αναγκαίως μία πραγματικότητα σ’αυτό που σκέφτεται : ότι οι δυνατότητες του κακού που ανακαλύπτονται δηλαδή επινοούνται, αυτοδημιούργητες-μετέχουν χάρις σ’αυτή την ανακάλυψη, στην πραγματοποίηση της θελήσεως και αντλούν απ’ αυτό την αξία τους. Ανακαλύπτει επί πλέον ότι κάθε καθαρότης της θελήσεως, η οποία μπορεί ακόμη και να υπάρξει σε μία αγαθή συνθήκη, χάνεται στις πονηριές τις οποίες διδάσκεται η θέληση από την αμφιβολία-στην πολλαπλότητα απείρως ανοιχτής μιας ψυχής η οποία έγινε πιο βαθειά σ’αυτή την εκπαίδευση.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (3)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στό έβδομο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου!     

18. Η Άβυσσος τής θελήσεως (συνέχεια).

  Όταν εισαγάγαμε το θέμα τού cogito me cogitare απορρίψαμε την ισχύ του και τον τρόπο του σχετικά με την “αναπαράσταση” (δηλαδή αντίληψη), σαν ακατάλληλη στην στοχαστικότητα, τής ύπαρξης. Αλλά τώρα οφείλουμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια αυτόν τον οπτικό τρόπο, αντικειμενικά. Ο ρόλος του είναι βασικός για την δυνατότητα μιας αυθεντικής ελευθερίας. Διότι πράγματι, μόνον αντικειμενοποιώντας το σύμπαν τού άλλου σαν έναν κόσμο αντικειμένων τα οποία την αντιμετωπίζουν, αντιστεκόμενα σ’αυτό σαν υποκείμενο, η ελευθερία μπορεί να δημιουργεί τον δικό της δυνατό “χώρο”, μόνον από αυτή την γενική απόσταση, το Εγώ μπορεί να αποκτήσει κάποια ελευθερία κινήσεως και επιλογής απέναντι στην πραγματικότητα που το περικυκλώνει. Τώρα, αυτή η ίδια η αντικειμενοποίηση που πραγματοποιεί ο άνθρωπος, σαν πρωταρχική ενέργεια τής ύπαρξής του, φάτσα φάτσα με όντα που στέκονται μπρος του, συστήνοντας τα σαν αντίπαλο κόσμο, απλώνεται αναγκαίως και στον εαυτό του: και αυτός τίθεται φάτσα φάτσα με τον εαυτό του. Στην αντικειμενοποίηση αυτός εξέρχεται από μία “πρωτογενή ενότητα” με όλα τα άλλα όντα (η αθωότης του πλάσματος), και ανοίγει μία ουσιώδη απόσταση η οποία γι’αυτόν τον  λόγο τοποθετείται ανάμεσα σ’αυτόν και όλο αυτό που υπάρχει. Και μέσω αυτού τού σχίσματος, το Εγώ τοποθετείται όχι μόνον απέναντι στο αντικειμενοποιημένο σύμπαν, αλλά και από τον εαυτό του, σαν από κάποιον που μπορεί να πει “Εγώ”- και πρέπει να το πει, διότι από την στιγμή που απέκτησε την απομόνωση (με “μία φορά, από την στιγμή”, εννοείται το φανταστικό παρελθόν της πτώσεως), το Εγώ πρέπει να σταθεί για λογαριασμό του στο καλό και στο κακό. Έτσι μαζί με την αντικειμενοποίηση του κόσμου, υπάρχει ήδη σαν δοσμένη αναπόφευκτα η αντιλογία, η αντίρρηση, ικανής για προοπτική, τού εαυτού (η οποία είναι ουσιαστικά ξεχωριστή από την “στοχαστικότητα τής θελήσεως”)- και μ’αυτό και η αναγκαία δυνατότης εκείνης τής αποστάσεως από τον εαυτό, με την οποία το Εγώ εγκαταλείπει την ταπεινότητα τής δικής του αμέσου κτιστότητος, για την υπερηφάνεια τής μεσότητος στην σχέση με τον εαυτό του.

          Έτσι λοιπόν, η σκέψη τής θελήσεως χαρακτηρίζεται από την αυτό-αντικειμενοποίηση τής αρχέγονης εμπνεύσεως (ή αναπαράστασης). Σύμφωνα με την διατύπωσή μας, η σχέση μπορεί να εκφρασθεί ως εξής: Το θέλω να θελήσω (volo me velle) έχει την ουσιώδη δυνατότητα να μεταλλαχθεί σε ένα σκέφτομαι να θελήσω (cogito me velle), όπου το cogito εννοείται με την ιδιαίτερη σημασία της σκέψης τού αντικειμένου. Σ’αυτή την αλλαγή, η ελευθερία χάνει τον εαυτό της και αντί να ζήσει ακολουθώντας τις ενέργειες που επέλεξε, παρατηρεί τον εαυτό της απέξω και έτσι καταλήγοντας ξένη στον εαυτό της, ξεχνώντας τον σε τελευταία ανάλυση και προδίδοντάς τον, πέραν της μελλοντικής συνθήκης μιας ανεπηρέαστης δραστηριότητος στην οποία καθοδηγήθηκε με την πράξη, “έπεσε σε ένα «παρόν» αντικειμενικών δεδομένων στο οποίο η περιέργεια βρίσκει την σίγουρη θέση ενός παρατηρητού, σε αντίθεση με την εκτεθειμένη κίνηση τού ηθοποιού. Σ’αυτή την αυτό-αντικειμενοποίηση, η ελευθερία, οπισθοδρομώντας, εξασφαλίζει εκ νέου εκείνη την βοήθεια, την υποστήριξη που είχε χάσει στην περιπέτεια τής απόφασης. Συγκεκριμένα λοιπόν η αντικειμενοποίηση μπορεί να λάβει έναν κάποιο αριθμό ψυχολογικών τύπων. Συνήθως και ως επί το πλείστον πρέπει να λειτουργήσει υιοθετώντας την μερικότητα τής σύγκρισης με τους άλλους (αυτό σημαίνει ότι η κοινωνική σφαίρα, το “με τους άλλους” προσφέρει τον ορίζοντα της αντικειμενοποιήσεως, παρότι μόνον στο φανταστικό επίπεδο). Σε κάθε περίπτωση, αυτή τοποθετεί πάντοτε τον παρατηρούμενο ηθοποιό στην θέση τής πράξης που ζει με ανεξάρτητο τρόπο στην ίδια την πράξη. Δεν θα ήταν αυτή μία σημασία, ίσως η μικρότερη παρότι βασική της έννοιας του Παύλου τού “αυτό-δοξασμού” τού εαυτού στο δικό του έργο;

          Αυτή η ιδιαίτερη επιμονή στον εαυτό της τής χρονικότητος, στην ενυπάρχουσα ανάπτυξή της (με άλλους όρους, σύμφωνα με την διατύπωση που ήδη επιλέξαμε το αναπόφευκτο αυτοκαθοριζόμενο πέρασμα από το θέλω να θελήσω στο σκέπτομαι να θελήσω) μπορεί να θεωρηθεί σαν η παγίδα του Νόμου, η οποία δεν είναι μόνον συναφής με την αγιότητά του αλλά προκαλείται άμεσα από αυτή, καθότι ο νόμος καθαυτός κυβερνά την αυτοσυνειδησία. Είναι μία ευγενής απειλή καθότι δεν είναι παρά η παγίδα τής ελευθερίας, προετοιμασμένη και απαιτούμενη από αυτή, διότι ο “Νόμος” με την πιο υψηλή σημασία δεν ανέχεται ο,τιδήποτε ετερόνομο αλλά ακριβώς την υποχρέωση που θέτει η ελευθερία στον εαυτό της. Και πράγματι στο “μη-επιθυμείν”, στο οποίο συνθέτει ο Παύλος την σημασία του Νόμου, θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε την ιδέα του Κάντ τού δέοντος, αντιτιθεμένου στην κλίση-και η διαλεκτική θα παρέμενε στην γραμμή της αρχής, η ίδια, όπως θα δούμε!

          Τέλος πάντων, με το πέρασμα από το θέλω να θελήσω στην σκέψη, από τον στοχασμό τής θελήσεως στην αυτό-αντικειμενοποίηση, το θέμα δεν λύθηκε. Μία ελευθερία η οποία είναι τίμια με τον εαυτό της δεν σταματά εδώ, είναι σε επιφυλακή ενάντια στις δικές της απειλές και κρατά τα μάτια της ανοιχτά. Η θέληση στην ζωντανή της (παρούσα) σκέψη θα εμπλακεί στις δικές της αντικειμενοποιήσεις, θα βρεθεί στο ήσυχο αγκυροβόλιο αυτού που κάθεται και παρατηρεί και θα πετάξει μακριά της αυτό με μία νέα λύση η οποία τώρα περιλαμβάνει αυτή την κατάσταση μαζί με το πρωταρχικό αντικείμενο. Αυτό- ανακαινίζεται έτσι σε ένα δεύτερο επίπεδο, στην αυθεντικότητά του και το πάγωμα τού παρόντος τής αναπαραστάσεως, ξανά-λύνεται στην ροή τού μέλλοντος τής επιθυμίας. Αλλά αυτή η νέα φάση στοχασμού στην χρονική της ανάπτυξη, θα πέσει ξανά στην αντικειμενοποίηση και έτσι θα προέλθει από όλο αυτό ένα πήγαινε έλα, ένα διαρκές αυτό καθρέφτισμα, μία άπιαστη διαλεκτική αλλά πραγματική, η οποία δεν χωρίζει σε μέρη τα οποία αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο. Ωθούμενη από την δική της διαλεκτική, η θέληση τροποποιείται στο άπειρο και απέραντο φάντασμα τής δικής της διφορούμενης κατάστασης, και χάνεται σ’αυτή χωρίς να φτάνει ποτέ σε μία μονοσήμαντη συνθήκη, σε ενότητα! Εκτός και αν αυτή η διαλεκτική, χωρίς σκοπό καθαυτή δεν σταματήσει από κάτι άλλο. Πάνω σ’αυτή την δυνατότητα η φιλοσοφία δεν έχει να πει τίποτε.

Συνεχίζεται

Η ΘΕΛΗΣΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ. ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΜΑΣ. ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ; ΤΙ ΕΚΑΝΑ; ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΩ; Η ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ,  Ο ΝΕΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ.

Αμέθυστος.

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (2)

 Συνέχεια από: Tρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στό έβδομο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου!     

18. Η Άβυσσος τής θελήσεως (συνέχεια).

  Έτσι λοιπόν βάσει αυτού τού υψηλότατα τυπικού χαρακτηριστικού, η “συνείδηση” είναι πάντοτε αυτοσυνειδησία, είναι δηλαδή ουσιωδώς αυτοστοχασμός, διαλογισμός και προσφέρει ήδη την δυνατότητα τόσο της ανθρώπινης ελευθερίας όσο και την συμπληρωματική αναγκαιότητα της αυτοάρνησης της. Και οι δύο αυτές δυνατότητες απορρέουν από την ίδια ρίζα στην ίδια τήν ενέργεια της πραγματοποιήσεως. Οπωσδήποτε όχι από την αγαθή αλληλεπίδραση ενός cogito me cogitare περιορισμένου ουδέτερα στην αναπαράσταση. Το Cogito (η σκέψη) καθότι απλή σκέψη, στοχασμός τής αναπαραστάσεως στον εαυτό της δεν είναι το καταγωγικό θεμέλιο τής αυτοσυνειδήσεως και τής ελευθερίας.

          Μάλλον στο πλαίσιο τής θελήσεως λαμβάνει χώρα η στοχαστική πρόοδος, τόσο αποφασιστική για την ελευθερία. Στην αφαιρετική τυπική σημασία τού cogito me cogitare αντιστοιχεί όχι μόνον το “Εγώ θέλω” αλλά ταυτοχρόνως και το “θέλω να θελήσω”, (volo me velle). Κάθε θέληση θέλει τον εαυτό της και σε κάθε στιγμή επιλέγει τον εαυτό της. Η θέληση έχει λοιπόν στον εαυτό της μία ενδόμυχη στοχαστικότητα περίσκεψη. Σ’αυτή οικοδομεί πρωταρχικώς τον εαυτό της σαν αυτό που είναι και χάρις σ’αυτό είναι ριζικά διακεκριμένη από κάθε απλή επιθυμία ή ώθηση, ένστικτο (appetitus κάθε τύπου). Η ώθηση στοχεύει απλώς σε κάτι, δεν είναι αυτοστοχαζόμενη, η όρεξη δεν είναι appetite me appetere, με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο η θέληση είναι θέλω να θελήσω. Πρέπει να σημειώσουμε ότι η περίσκεψη τής θελήσεως είναι καθαυτή μία βούληση: η θέληση είναι μαζί θέλω κάτι και βεβαίωση του εαυτού της. Η διατύπωση λοιπόν δεν εκφράζεται μόνον σαν cogito me velle-σκέφτομαι να θελήσω- (σύμφωνα με το Καρτεσιανό μοντέλο) αλλά θέλω να θελήσω.

          Έτσι εννοημένη η θέληση δεν είναι μία επιπλέον και ιδιαίτερη φυσική λειτουργία ανάμεσα στις τόσες, καθορισμένη σαν όρεξη, ώθηση, επιθυμία, τάση κ.τ.λ. Ούτε συμπίπτει με μία καθαρή λύση, ούτε γενικώς είναι κάτι που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, ώστε μερικές φορές να είναι παρούσα και μερικές νά απουσιάζει. Η “θέληση” είναι πάντοτε ένα “a priori” υποκείμενο στις ξεχωριστές ενέργειες της ψυχής, ικανή να καταστήσει δυνατά, καθότι ιδιαίτερα φαινόμενα τής διάνοιας, το “θέλω” όπως και το αντίθετό του-απουσία τής θελήσεως ή απαίτηση από αυτή. Η θέληση προηγείται από κάθε ξεκάθαρη λύση, κάθε ιδιαίτερη απόφαση, παρότι είναι καθαυτή, στην ουσιώδη της φύση, μία απόφαση πάνω στον εαυτό της συνεχώς σε ενέργεια-εκείνη η μόνιμη αυτό-αποφασιστικότητα από την οποία το υποκείμενο δεν μπορεί να κάνει χωρίς καταφεύγοντας στο άλλοθι κάποιας ελλείψεως τής θελήσεως, μίας ουδέτερης καταστάσεως ή αδιάφορης : και πράγματι η πρωτογενής απόφαση τής θελήσεως είναι καθαυτή σαν συνθήκη για την δυνατότητα αυτών των καταστάσεων, όσο και αν είναι αδιάφορες ή αντίθετες στην θέληση.

          Η “θέληση" η οποία λαμβάνει αυτή την μόνιμη απόφαση ή μάλλον η οποία υπάρχει σαν δυνατότης να ληφθεί, δεν είναι τίποτε άλλο από τον θεμελιώδη τρόπο υπάρξεως του Dasein γενικώς, και η λέξη σημαίνει απλώς το τυπικό-συστατικό γεγονός ότι το Είναι τού Dasein είναι τέτοιο ώστε σε κάθε μία από τις φανερώσεις του αποκαλύπτεται ένα ενδιαφέρον γι’αυτό ή για κείνο και ότι το τελικό ενδιαφέρον, ανάμεσα σε όλα τα δυνατά ενδιαφέροντα, είναι το δικό μου Είναι σαν τελευταίος σκοπός του ιδίου του Είναι. Εν συντομία, “θέληση” σημαίνει αυτό που εξηγεί ο Χάιντεγκερ με τον όρο “Μέριμνα”, φροντίδα. Η διατύπωση “είναι πρόβλημα(εκπόρευση) στον εαυτό του” υπογραμμίζει αυτό που εννοούμε με στοχαστικό χαρακτήρα τής θελήσεως.

          Αυτή  η στοχαστική δραστηριότης τής θελήσεως είναι η πρωταρχική ενέργεια τού Εγώ, το οποίο θεμελιώνεται στον εαυτό του. Σ’αυτή την πρόοδο εμπλέκεται η συνεχής αυτό-σύσταση του ηθικού, του ήθους του προσώπου, που αναπτύσσεται σαν σύνθεση-στο έργο τής κάθε στιγμής, σε μία συνεχή συγχώνευση-τής ηθικής αυτό-ταυτοποιήσεως τού Εγώ. Μόνον μέσω τής αυτό-συστάσεως στον στοχασμό τού ενδιαφέροντος-έστω και στον τρόπο τής αυτό-απόκρυψης-μπορεί να υπάρξει ένα ταυτόσημο υποκείμενο ικανό για την ευθύνη. Όλα τα ηθικά φαινόμενα-ελευθερία, επιλογή, υπευθυνότης, συνείδηση, ενοχή, ριζώνουν στην πρωτογενή στοχαστικότητα. Η παρουσία της apriori είναι το οντολογικό θεμέλιο τής ελευθερίας.

          Αλλά πώς κατανοείται το γεγονός ότι αυτή η ταυτοτική σκέψη μπορεί επίσης να εξηγήσει το αναγκαίο αδιέξοδο τής ελευθερίας, την αναπόφευκτη αυτοπαγίδευση της στον εαυτό της; Κάθε συμπέρασμα τής “ανεπάρκειας” με όρους ενοχής και ευθύνης οφείλει να την εννοήσει σαν μία αναγκαία ενέργεια, αλλά παρ’όλα αυτά απελευθερωτική, τής ίδιας τής ελευθερίας, όσο και αν φαίνεται παράδοξο. Η σκέψη και ο διαλογισμός (βούληση) τής θελήσεως είναι η έδρα τής θελήσεως. Η κυριαρχία γενικώς τής θελήσεως είναι και εκείνη τής ανελευθερίας. Πρέπει να υπάρχει επομένως ένας τρόπος σκέψης με τον οποίο γεννιέται η ανελευθερία-και ένας αναπόφευκτος τρόπος, εάν η θέση τού Παύλου, η Χριστιανική θέση τής ανεπάρκειας, δεν είναι μία απλή συκοφάντηση τού ανθρώπου (Νίτσε).

Συνεχίζεται

ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΛΗΓΕΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΕΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ Ή ΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΗΣΕΙ ΑΝΕΥ ΜΑΛΑΚΙΑΣ ΔΗΛ. ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΑ. 

ΑΠΟΚΤΑ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΠΟΙΟ ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ Η ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. Ο ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΕΝΝΑ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΕΚΠΟΡΕΥΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΛΗΣΗ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ.

Αμέθυστος.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ (1)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ 

Τού HANS JONAS.

18. Η άβυσσος τής θελήσεως.

          Φιλοσοφικοί στοχασμοί στο εβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου!

Αυτό το κεφάλαιο είναι ένα κλειδί για την κατανόηση τής ελεύθερης βούλησης στην Χριστιανική ζωή. Όμως έχει το δικαίωμα να παίξει έναν τόσο αποφασιστικό ρόλο στην Χριστιανική ζωή μόνον εάν οι βεβαιώσεις του Παύλου εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες και όχι ευκαιριακές και τυχαίες.

          Οι δηλώσεις αυτές λοιπόν θα λογαριαζόταν σαν ευκαιριακές αλήθειες εάν το “Εγώ” που μιλά για τον εαυτό του ήταν το πρόσωπο τού Παύλου, εάν δηλαδή αποτελούσαν ένα αυτοβιογραφικό συμπέρασμα (στο οποίο ένα μέρος θα περιέγραφε το παρελθόν και ένα άλλο το παρόν). Θα ήταν τυχαίες και ευκαιριακές εάν το “Εγώ” που μιλά είχε την πρόθεση να αντιπροσωπεύσει έναν ψυχολογικό τύπο-έναν τύπο προσωπικότητος, για τον οποίο το απαγορευμένο, ακριβώς επειδή είναι απαγορευμένο, αποκτά μία έλξη ακαταμάχητη και επειδή το γεγονός αυτό είναι διαδεδομένο, ο γενικός του χαρακτήρας θα ήταν απλά εμπειρικός, οπότε θα δεχόταν εξαιρέσεις στον κανόνα, οι οποίες θα έπρεπε να είναι χωρισμένες από τις συνέπειες του κανόνος, όπως π.χ. η ανάγκη της χάρης. Οι δηλώσεις θα ήταν επιπλέον ευκαιριακές εάν το “Εγώ” ήταν η ιστορική ανθρωπότης (ή ο λαός του Ισραήλ) σαν το πρωτότυπό της) και πρέπει να διέλθει στην σειρά μέσα από τις δύο φάσεις “πριν τού Νόμου” και κάτω “από τόν Νόμο” έχοντας τον σκοπό να φθάσει την φάση τής χάρης “μετά τον Νόμο”. Όσο και αν αυτή η ακολουθία είναι αναγκαία στην πρόοδο τής ιστορίας, η τοποθέτηση ενός ατόμου σε μία ιδιαίτερη φάση αυτής της προόδου θα ήταν τυχαία και σ’αυτή την προοπτική θα καθιστούσε τα περιεχόμενα τής άλλης φάσης αδιάφορα-για παράδειγμα, για την Χριστιανοσύνη την μετά-Παύλειο ένα απλό θέμα ιστορικής οπισθοδρομικής θεωρίας . Αντιθέτως, οι δηλώσεις αυτές θα ήταν αναγκαίες εάν ο ομιλών ήταν ο καθαυτός Άνθρωπος, έτσι ώστε αυτό που ελέχθη σ’αυτή την υποκειμενική φόρμα, στην αποτυχία τής προσπάθειας να πραγματοποιηθεί ο Νόμος ισχύει για τον Χριστιανό όσο και για τον Εβραίο και τον Εθνικό και συνιστά ακριβώς γι’αυτόν τον λόγο ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ τής Χριστιανικής εναλλακτικής ακόμη και μία κίνηση ολοκλήρωσης τής κινήσεως της τής εσωτερικής. Έτσι είναι απαραίτητη η εξήγηση τού τρόπου της υπάρξεως κατά τον οποίο μία κατάσταση όπως εκείνη που περιγράφεται στο Ρωμ. 7 τοποθετείται με νοητό τρόπο και υποχρεούται να αναδυθεί στήν ριζική της διάσταση και έκφραση.

          Μία εισαγωγή, ένα προοίμιο τής αναλύσεως μάς προσφέρει ο Αυγουστίνος σύμφωνα με τον οποίο στον τρόπο ζωής τού ανθρωπίνου όντος τό “προπατορικό αμάρτημα” είναι αναπόφευκτα διαπραγμένο και σταθερώς ανανεωμένο. Η ανάλυση λοιπόν προτίθεται να αποδείξει την καθαρή διαλεκτική ανάγκη τής δομής η οποία ενεργεί στο προπατορικό αμάρτημα-πρωτογενής διότι είναι ριζωμένη στην αυτόνομη κίνηση τής ανθρώπινης θελήσεως, τής καθαυτής θελήσεως, και διαλεκτική διότι, παρότι είναι αναγκαία, είναι το αποτέλεσμα τής ατομικής θελήσεως και έτσι η μοίρα μιάς ελευθερίας αυτό-παραγόμενης η οποία δόθηκε στον καθένα μας. Η φιλοσοφική ανάλυση, συνδέοντας τήν ανάγκη στο υπαρξιακό της βάθος, πρέπει να αποδείξει πως η εν λόγω διαλεκτική-η οποία καταλήγει στην εμπειρία τής ανθρώπινης ανεπάρκειας-προέρχεται από την βασική οντολογία του ανθρώπινου όντος. Μόνο μ’αυτή την συνθήκη οι δηλώσεις τού Παύλου μπορούν να ισχύουν. Και μόνο βάσει αυτής ο σοφός μπορεί να δοκιμάσει μία συγκεκριμένη κατανόηση αυτών τών δηλώσεων. Γι’αυτόν τον σκοπό εάν η ερμηνευτική μας προ-εννοιολόγηση είναι ακριβής οφείλουμε να χρησιμοποιήσουμε την μετάφραση τού περιεχομένου τών δηλώσεων τού Παύλου στην γλώσσα τής υπαρξιακής περιγραφής (ίσως πρέπει να πούμε “επαναμεταφράζουμε”). Παρουσιάζουμε λοιπόν το χωρίο τής Επιστολής στους Ρωμαίους αλλά αυτό που ακολουθεί δεν είναι μία εξήγηση τού κειμένου, αλλά ένας ελεύθερος στοχασμός ή φιλοσοφικός διαλογισμός στα γενικά υπαρξιακά φαινόμενα τα οποία βάσει τής υποθέσεώς μας ενυπάρχουν στις δηλώσεις τού Παύλου και αφορούν την συστατική (δομική) πραγματικότητα τού ανθρωπίνου όντος.

          Ρωμαίους 7,7: “Τί θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο, αλλά τήν αμαρτίαν δεν θα την είχα γνωρίσει παρά διά τού νόμου. Ούτε θα είχα γνωρίσει την φιληδονία, εάν ο νόμος δεν έλεγε: ούκ επιθυμήσεις. Διά της εντολής εκείνης βρήκε την ευκαιρία η αμαρτία και ξύπνησε μέσα μου κάθε κακή επιθυμία διότι χωρίς νόμο η αμαρτία είναι νεκρή. Εγώ δε ζούσα κάποτε χωρίς νόμον, έλθούσης δε τής εντολής η αμαρτία ανέζησε, εγώ δε απέθανον και έτσι ο νόμος που έπρεπε να χρησιμεύσει για την ζωή, σ’εμένα έφερε θάνατον. Η γάρ αμαρτία αφορμήν λαβούσα διά τής εντολής με εξαπάτησε και δι’αυτής με θανάτωσε. Ώστε ο νόμος μεν άγιος και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή αλλά το αγαθόν έγινε για μένα θάνατος; Μη γένοιτο. Αλλά η αμαρτία για να φανερωθεί σαν αμαρτία χρησιμοποίησε το αγαθόν για να μου προξενήσει θάνατον και έτσι να γίνει η αμαρτία υπερβολικά αμαρτωλή διά της εντολής! Γνωρίζουμε ότι ο νόμος είναι πνευματικός αλλά εγώ είμαι σαρκικός πουλημένος στην αμαρτία. Δεν μπορώ να εννοήσω ούτε αυτό που κάνω (κατεργάζομαι), διότι δεν κάνω εκείνο που θέλω, αλλά αυτό που μισώ αυτό ποιώ. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω τότε συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός. Επομένως δεν κατεργάζομαι εγώ αυτό που μισώ (δεν θέλω) αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Διότι ξέρω ότι δεν κατοικεί τίποτε αγαθό μέσα μου, δηλαδή στην σάρκα μου. Η θέλησις να κάνω το καλό υπάρχει αλλά δεν έχω την δύναμιν να το κάνω, διότι δεν κάνω το καλό που θέλω αλλά το κακό που δεν θέλω, τούτο πράσσω. Βρίσκω λοιπόν μέσα μου αυτόν τον νόμο, τω θέλοντι ποιείν το καλόν, μέσα μου όμως παράκειται (είναι πρόχειρο) το κακό. Αλλά εάν κάνω εκείνο που δεν θέλω, τότε δεν ενεργώ πλέον εγώ αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. Αισθάνομαι μεγάλη ευχαρίστηση εις τον νόμον τού Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, αλλά βλέπω άλλον νόμον εις τα μέλη μου αντιστρατευόμενον τον νόμον τού νοός μου και να με αιχμαλωτίζει στον νόμο τής αμαρτίας που υπάρχει στα μέλη μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος. Ποιος θα με ελευθερώσει από του σώματος τούτου του θανάτου; Ευχαριστώ τον Θεόν διά τού Ιησού Χριστού τού Κυρίου μας. Άρα λοιπόν εγώ ο ίδιος με τον νού μου δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, αλλά με την σάρκα μου εις τον νόμον τής αμαρτίας.”

Ο άνθρωπος είναι εκείνο το όν το οποίο όχι μόνον αναφέρεται στον κόσμο με πράξει τις οποίες αντιλαμβάνεται (cogitationes) αλλά κάνοντας τοιουτοτρόπως, γνωρίζει τις πράξεις του και τον εαυτό του ενώ τις πραγματοποιεί. Η σκέψη είναι πάντοτε και ταυτοχρόνως μία “σκέψη τής σκέψης” (cogito me cogitare). Είναι λοιπόν ένα όν το οποίο ουσιωδώς και συστατικώς αναφέρεται στον εαυτό του, καθότι μόνον σ’αυτή την σχέση και χάρη σ’αυτή, συστήνεται καθότι Εγώ!

Συνεχίζεται

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΓΩ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΟΥ ΝΟΟΣ ΜΑΣ.

Αμέθυστος.