Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Meyendorff. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Meyendorff. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η επινόηση του Παλαμισμού 1

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η επινόηση του Παλαμισμού 1


άρθρο στον Τόμο 3 – St Gregory Palamas, Ειδική σειρά – Μέρος 1
του Norman Russell
Επίτιμου Ερευνητικού Συνεργάτη, St Stephen’s House, Οξφόρδη

Ο «Παλαμισμός» είναι ένας σύγχρονος όρος, που επινοήθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα από τον Ασσουμψιονιστή Martin Jugie. Σκοπός του Jugie ήταν να αποδείξει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ένοχη «καινοτομίας» με την αποδοχή της διάκρισης ουσίας–ενεργειών στον Θεό, όπως τη διατύπωσε ο Παλαμάς, και ότι επομένως δεν μπορούσε να κατηγορεί τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως τη μόνη που εισήγαγε νέα δόγματα. Ο John Meyendorff επιχείρησε να απαντήσει στον Jugie αποδεικνύοντας τη συνέχεια του Παλαμά με την πατερική παράδοση, αλλά, απέναντι στη νεοσχολαστική κατασκευή του «Παλαμισμού» από τον Jugie, αντέταξε μια δική του υπαρξιστική και προσωποκεντρική κατασκευή. Οι σύγχρονοι Δυτικοί μελετητές τείνουν να ακολουθούν τον Jugie μάλλον παρά τον Meyendorff. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960 και εξής, η δημοσίευση ολόκληρου του σώματος των έργων του Παλαμά οδήγησε σε μια σειρά μελετών που εμβάθυναν την κατανόησή μας για τη σκέψη του. Σήμερα ο «Παλαμισμός» απομακρύνεται από την αρχική ιδεολογική του κατασκευή και, αν και παραμένει αμφιλεγόμενος, έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την κατανόηση τόσο των Ορθοδόξων όσο και των Δυτικών θεολόγων ως προς το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μετέχουν στον Θεό.;;;

Γιατί ο Γρηγόριος Παλαμάς αποτελεί τόσο αμφιλεγόμενη μορφή; Περισσότερα από εξακόσια πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, συχνά δέχεται επιθέσεις ή υπερασπίσεις με ζήλο που κανένας άλλος αρχαίος ή μεσαιωνικός θεολόγος (με πιθανή εξαίρεση τον Άγιο Αυγουστίνο) δεν προκαλεί. Το πάθος που εγείρεται ακόμη και σήμερα, τόσο στους υπερασπιστές όσο και στους αντιπάλους του, υποδηλώνει ότι πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους όχι τόσο στα ογκώδη κείμενα του ίδιου του Παλαμά, όσο στις δομές των δικών μας νοητικών κόσμων.

Ο «Παλαμισμός» είναι σύγχρονος όρος. Φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Martin Jugie στις αρχές του εικοστού αιώνα, για να χαρακτηρίσει μια ορθόδοξη —την αποκαλεί «ελληνορωσική»— διδασκαλία, την οποία ήθελε να στιγματίσει ως οιονεί αιρετική. Υπάρχει βέβαια μια έννοια κατά την οποία η θεολογική δικαίωση του αγιορείτικου ησυχασμού από τον Παλαμά, με την ειδική ορολογία που ανέπτυξε, επικεντρωμένη κυρίως στη διάκριση ουσίας–ενεργειών, μπορεί θεμιτά να διακριθεί από τη διδασκαλία σύγχρονων ησυχαστών όπως ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο οποίος δεν κάνει καμία μνεία ουσίας και ενεργειών. Ωστόσο, οι αντίπαλοι του Παλαμά τον δέκατο τέταρτο αιώνα αναφέρονταν απλώς στις «καινοτομίες» ή στην «αίρεσή» του. Ο όρος «Παλαμισμός» έχει μια χροιά που υποδηλώνει σύστημα σκέψης, ίσως αντίστοιχο προς τον «Θωμισμό» — και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που τον υιοθέτησε ο Jugie. Από την αρχή είχε πολεμικό χρωματισμό.

Ο «Παλαμισμός» του Martin Jugie

Ο Martin Jugie (1878–1954) υπήρξε ένας από τους πλέον λόγιους Καθολικούς της εποχής του σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την Ορθοδοξία.[1] Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εισήλθε στους Αυγουστινιανούς της Κοιμήσεως (Assumptionists), ένα τάγμα που ιδρύθηκε στη Γαλλία το 1845 με ειδική αποστολή τον καθολικό ευαγγελισμό. Μόλις δύο χρόνια αργότερα έδωσε τις πανηγυρικές μοναχικές υποσχέσεις στον οίκο των Ασσουμψιονιστών στην Ιερουσαλήμ. Από τον δέκατο έβδομο αιώνα Γάλλοι θρησκευτικοί, κυρίως Ιησουίτες και Φραγκισκανοί, δραστηριοποιούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου, βάσει διαδοχικών συνθηκών με τη Γαλλία (γνωστών ως «Διομολογήσεις»), τους επιτρεπόταν να προσηλυτίζουν μεταξύ των Ορθοδόξων — η μεταστροφή μουσουλμάνων, φυσικά, απαγορευόταν. Στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι Ασσουμψιονιστές ακολούθησαν τα ίχνη των παλαιότερων ταγμάτων. Το 1895, τη χρονιά που εντάχθηκε ο Jugie, ίδρυσαν εκπαιδευτικό ίδρυμα στο Καντίκιοϊ, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ενθαρρύνουν την «επιστροφή» των «χωρισμένων αδελφών» στη Ρώμη, σύμφωνα με την έκκληση του Πάπα Λέοντος ΙΓ΄ στην Αποστολική του Επιστολή Praeclara gratulationis publicae (20 Ιουνίου 1894). Ο Jugie στάλθηκε στο Καντίκιοϊ το 1902 και παρέμεινε εκεί έως το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διδάσκοντας αρχικά ελληνικά και κατόπιν δογματική θεολογία και κανονικό δίκαιο σε νέους που προορίζονταν να εκπαιδευθούν ως ουνίτες ιερείς.

Το Ασσουμψιονιστικό ινστιτούτο στο Καντίκιοϊ εξελίχθηκε γρήγορα σε σημαντικό πνευματικό κέντρο. Δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του εγκαινίασε το περιοδικό Echos d’Orient, το οποίο, υπό τη διεύθυνση του Louis Petit (εκδότης 1897–1912 και κατόπιν Λατίνος αρχιεπίσκοπος Αθηνών), έγινε το σημαντικότερο δυτικό περιοδικό για τη χριστιανική Ανατολή.[2] Μεταξύ των συναδέλφων του Jugie συγκαταλέγονταν γνωστοί λόγιοι όπως ο Jules Pargoire (1872–1907) και ο Siméon Vailhé (1873–1960). Στο Καντίκιοϊ, στο πλαίσιο του σχεδίου εκπαίδευσης ουνιτών κληρικών που θα εργάζονταν διακριτικά στον ορθόδοξο κόσμο για να προάγουν μεταστροφές προς τη Ρώμη, ο Jugie έθεσε τα θεμέλια της τεράστιας λόγιας του κατάρτισης.

Μετά τη στρατιωτική του υπηρεσία στον γαλλικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (οι Γάλλοι κληρικοί δεν απαλλάσσονταν από τη στράτευση), ο Jugie κλήθηκε στη Ρώμη, όπου διορίστηκε διδάσκων στο νεοϊδρυθέν Pontificio Istituto Orientale. Το 1922 το Orientale τέθηκε από τον Πάπα Πίο ΙΑ΄ υπό την προεδρία του Ιησουίτη Michel d’Herbigny (1880–1957), ο οποίος διηύθυνε το έργο του ινστιτούτου έως την πτώση του (για λόγους που παραμένουν ασαφείς) το 1933.[3] Η φαντασία του d’Herbigny είχε διεγερθεί από τις προοπτικές καθολικού προσηλυτισμού που διέβλεπε στη Ρωσία μετά τη Μπολσεβικική Επανάσταση. Όπως οι περισσότεροι Καθολικοί έως τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962–65), μπορούσε να συλλάβει την επανένωση των Χριστιανών μόνο ως επιστροφή Προτεσταντών και Ορθοδόξων «διαφωνούντων» στην υπακοή προς την Αγία Έδρα.[4] Ο Jugie συμμεριζόταν πλήρως αυτή την οπτική. Τα κύρια έργα του —το δίπτυχο άρθρο για τον Παλαμά και την παλαμική έριδα στο Dictionaire de théologie catholique (DTC), καθώς και η ογκώδης πεντάτομη επισκόπηση της ορθόδοξης θεολογίας— ανήκουν σε αυτή την περίοδο.[5] Ως άνθρωπο, οι συνάδελφοί του τον θεωρούσαν «ταπεινό, ντροπαλό και ακόμη και αυτοϋποβαλλόμενο»·[6] ως συγγραφέας όμως ήταν σαφής, αιχμηρός και πολεμικός.

Ο Jugie γνώριζε πολύ καλά τις πηγές, έχοντας μελετήσει εκτενώς τόσο χειρόγραφα όσο και έντυπο υλικό. Η παρουσίασή του της σκέψης του Παλαμά είναι λεπτομερής και πραγματολογικά αξιόπιστη· το ερμηνευτικό του πλαίσιο είναι εκείνο που την καθιστά αμφιλεγόμενη. Στις εναρκτήριες στήλες των άρθρων του στο DTC διατυπώνει καθαρά τη θέση του: «Το σύστημα του Παλαμά είναι αναμφισβήτητα μια καινοτομία στην ιστορία της βυζαντινής θεολογίας.»[7] Ο χαρακτηρισμός της σκέψης του Παλαμά ως καινοτομίας δεν ήταν καθαυτός νέος· δυτικοί θεολόγοι το έλεγαν ήδη από την εποχή του Petau.[8] Νέο ήταν ότι τη χαρακτήριζε ως σύστημα. Ο Παλαμάς στην πραγματικότητα δεν υπήρξε συστηματικός στοχαστής, και ο Jugie το γνώριζε πλήρως, επισημαίνοντας ότι ο Παλαμάς διεξήγε τις πολεμικές του όχι στο φιλοσοφικό αλλά στο θρησκευτικό και θεολογικό επίπεδο.[9] Το να παρουσιάζεται η σκέψη του ως σύστημα προδίδει τις ίδιες τις νεοθωμιστικές προϋποθέσεις του Jugie. Δεν πρόκειται για συνεχή σύγκριση Παλαμά–Θωμά σημείο προς σημείο· ο στόχος του είναι να κατασκευάσει τον «Παλαμισμό» ως σύνολο προτάσεων, ως συνεκτικό σώμα σκέψης, το οποίο μπορεί κατόπιν να κρίνει πρώτα με ορθολογικά κριτήρια, έπειτα σε σχέση με την πατερική παράδοση και τέλος υπό το φως του διδασκαλικού κύρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Ο Παλαμάς έχει μερικές φορές χαρακτηρισθεί Πλατωνικός ή Νεοπλατωνικός. Ο Jugie δεν πείθεται, επειδή ο Παλαμάς δεν θέτει ενδιάμεσες οντότητες μεταξύ Θεού και κόσμου. Πράγματι, στον Jugie φαίνεται ότι ο Παλαμάς δεν λαμβάνει επαρκώς σοβαρά τη θεία υπερβατικότητα. Τον επικρίνει, σε ορθολογικό επίπεδο, ότι συλλαμβάνει τον Θεό με υπερβολικά ανθρωπομορφικούς όρους. Η ψυχή και οι δυνάμεις της είναι μια εικόνα που χρησιμοποιεί συχνά ο Παλαμάς για να υποδηλώσει τον τρόπο με τον οποίο οι ενέργειες σχετίζονται προς την ουσία — οι δυνάμεις της ψυχής διατηρούν δική τους πραγματικότητα, αλλά όχι ανεξάρτητη ύπαρξη. Ο ήλιος και οι ακτίνες του είναι άλλη αγαπημένη αναλογία, με τις ακτίνες να εκπορεύονται από τον ήλιο όπως οι ενέργειες από τον Θεό, χωρίς να επιφέρουν μεταβολή στην πηγή τους. Η υπερβατικότητα της θείας ουσίας διαφεύγει του Παλαμά, λέγει ο Jugie (αγνοώντας την αποφατική πλευρά της θεολογίας του), διότι ο Παλαμάς συζητεί τον Θεό ως ον με την ίδια έννοια που τα κτίσματα είναι όντα.[10] Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζει τον Θεό ως σύνθετη οντότητα αποτελούμενη από πρωτεύοντα και δευτερεύοντα στοιχεία.

Αν ο Παλαμάς είναι ανεπαρκής στο ορθολογικό επίπεδο, ίσως αποδίδει καλύτερα στα πατερικά του επιχειρήματα. Καθόλου, απαντά ο Jugie. Καταχράται το κύρος των Πατέρων, χειραγωγώντας τους για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα, κατά τον Jugie, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Παλαμάς επικαλείται τους Καππαδόκες για να υποστηρίξει ότι, αν οι υποστάσεις μπορούν να διακριθούν από τη θεία φύση που έχουν κοινή χωρίς να καταστρέφεται η απλότητα του Θεού, τότε και οι ενέργειες μπορούν να διακριθούν κατά τον ίδιο τρόπο. Άλλο παράδειγμα είναι ο ισχυρισμός που διατύπωσε ο Παλαμάς στη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1351, ότι, διακρίνοντας ουσία και ενέργειες, απλώς προσέφερε μια «ανάπτυξη» (anaptyxis) του Όρου της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.[11] Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη το 680–681 για να επιλύσει το μονοθελητικό ζήτημα, όρισε ότι ο Χριστός έχει δύο θελήσεις, μία θεία και μία ανθρώπινη, καθεμία με τη δική της ενέργεια ή λειτουργία, με το ανθρώπινο θέλημα πάντοτε να υποτάσσεται και να ακολουθεί το θείο. Σκοπός των Πατέρων της Συνόδου ήταν να διακηρύξουν ότι ο Χριστός είναι ένα ενιαίο ενεργούν υποκείμενο, διαφυλάσσοντας συγχρόνως και τη θεία και την ανθρώπινη φύση του. Το επιχείρημα που άντλησε ο Παλαμάς από τον Όρο —ότι, αν η ανθρώπινη ενέργεια διακρίνεται πραγματικά από την ανθρώπινη φύση, τότε και η θεία ενέργεια διακρίνεται πραγματικά από τη θεία φύση— φάνηκε στον Jugie διαστρεβλωμένο.

Ωστόσο, το ύστατο κριτήριο με το οποίο ο Jugie κρίνει τον Παλαμισμό είναι εκείνο της παπικής και συνοδικής αυθεντίας. Δύο αιώνες πριν από τον Παλαμά, ο Gilbert de la Porrée είχε επιπληχθεί από τη Σύνοδο της Ρεμς (1148) επειδή εισήγαγε μια πραγματική διάκριση, συγκρίσιμη με εκείνη του Παλαμά, μεταξύ της θείας ουσίας και των θείων προσώπων. Στη Δ΄ Σύνοδο του Λατερανού (1215) η τριαδολογική διδασκαλία του Joachim Da Fiore καταδικάστηκε μεταθανάτια για παρόμοιο σφάλμα: προέβαινε σε πραγματική διάκριση μεταξύ της θείας ουσίας και καθενός από τα θεία πρόσωπα, προκειμένου να ορίσει τον χαρακτήρα τριών εποχών της ανθρώπινης ιστορίας — την εποχή του Πατρός (στο προχριστιανικό παρελθόν), την εποχή του Υιού (υπό την οικονομία της Καινής Διαθήκης) και την εποχή του Πνεύματος (που επρόκειτο ακόμη να έλθει). Ο Παλαμισμός επίσης αντιφάσκει προς την καθολική διδασκαλία περί δικαιώσεως, όπως διατυπώθηκε στη Σύνοδο του Τριδέντου (1545–63), καθώς και προς τον δογματικό ορισμό της Α΄ Βατικανής Συνόδου (1869–70), η οποία διακήρυξε ότι ο Θεός είναι απολύτως απλή πνευματική ουσία. Όλα αυτά τα προβάλλει ο Jugie με άφθονες παραπομπές στον Denzinger. Για εκείνον, η εκκλησιαστική αυθεντία υπερίσχυε κάθε ορθολογικού επιχειρήματος ή κάθε επίκλησης πατερικών κειμένων.

Προς το τέλος του δεύτερου από τα άρθρα του στο DTC, το οποίο πραγματεύεται την ιστορία της παλαμικής έριδας, ο Jugie καταβάλλει προσπάθεια να δείξει ότι ο Παλαμισμός στην εποχή του ήταν γράμμα νεκρό: «όχι μόνο έχει λησμονηθεί, αλλά και αντιφάσκεται ανοιχτά στη θεολογική διδασκαλία [της Ελληνορωσικής Εκκλησίας]».[12] Γιατί, λοιπόν, κατέβαλε τόσο κόπο για να τον αντικρούσει; Λίγες στήλες αργότερα, η απάντηση γίνεται φανερή. Οι καθολικοί θεολόγοι, λέγει, δεν δυσκολεύονται «να αποδείξουν με σαφή και αποφασιστικά επιχειρήματα ότι η αποσχισθείσα Εκκλησία της Ανατολής δεν είναι η αληθινή Εκκλησία».[13] Οι Ανατολικοί ανταπαντούν επιτιθέμενοι στον Καθολικισμό με το επιχείρημα ότι αυτός εισήγαγε καινοτομίες, ενώ η δική τους Εκκλησία διατήρησε απαραχάρακτη την αρχέγονη χριστιανική πίστη. Η παλαμική έριδα αποτελεί μία από τις πολλές αποδείξεις ότι αυτό απλώς δεν ισχύει. Αν οι Λατίνοι εισήγαγαν το Filioque, όπως ισχυρίζονται οι Ανατολικοί, τότε και οι τελευταίοι εισήγαγαν τη δική τους καινοτομία, τον Παλαμισμό — έστω κι αν σήμερα διστάζουν να το παραδεχθούν.

Ο Παλαμισμός ως «σύστημα» επινοήθηκε, λοιπόν, από τον Jugie ως μέρος του οπλοστασίου που μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκειμένου να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη σε αυτήν ως αξιόπιστο φορέα σωτηρίας και έτσι να ενθαρρύνει μεταστροφές στον Καθολικισμό. Η προσέγγιση αυτή δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερα ασυνήθιστο για την εποχή, όσο ξένη κι αν φαίνεται υπό το φως του οικουμενισμού που επικρατεί (τουλάχιστον στη Δύση) σήμερα. Η Καθολική Αντιμεταρρύθμιση του ύστερου δέκατου έκτου αιώνα, με την παραδοχή της σωτηριολογικής αποκλειστικότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, έδειχνε μικρό ενδιαφέρον για το είδος της «εταιρικής επανενώσεως» που είχε επιχειρήσει να επιτύχει η Σύνοδος της Φλωρεντίας τον προηγούμενο αιώνα. Η οδός προς τη σωτηρία στη νέα εποχή περνούσε μέσα από την υποταγή μεμονωμένων πιστών στη Ρώμη. Τον δέκατο έβδομο αιώνα, ο Ιησουίτης François Richard είχε δημοσιεύσει έργο στη δημώδη ελληνική γλώσσα, επιτιθέμενος στον Παλαμά ως αιρετικό, ακριβώς για τον ίδιο λόγο — για να ενθαρρύνει μεταστροφές.[14] Προς μεγάλη οργή της ελληνικής ιεραρχίας, το έργο κυκλοφόρησε ευρέως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έως ότου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος Δ΄ κατόρθωσε να το καταστείλει.[15] Ο Jugie εργαζόταν μέσα σε μια μακρά καθιερωμένη παράδοση.

Ο Παλαμισμός του John Meyendorff

Η μνημειώδης δημοσίευση του John Meyendorff, Introduction à l’étude de Grégoire Palamas, που εμφανίσθηκε το 1959,[16] σχεδιάστηκε ειδικά ως απάντηση στον Jugie και σε άλλους σύγχρονους επικριτές του Παλαμά. Στο έργο αυτό, όπως και στα προγενέστερα άρθρα του της δεκαετίας του 1950, ο Meyendorff φαίνεται ότι δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να αναφέρεται στον «θρίαμβο του Παλαμισμού» ή να περιγράφει τον Παλαμισμό ως την «επίσημη διδασκαλία της Βυζαντινής Εκκλησίας».[17] Όταν όμως επέβλεψε την αγγλική μετάφραση της Introduction στις αρχές της δεκαετίας του 1960,[18] φαίνεται ότι θέλησε να αποστασιοποιηθεί από τον όρο. Στην αγγλική μετάφραση, A Study of Gregory Palamas, ο όρος «Palamism» διατηρήθηκε όταν αναφέρεται στις απόψεις του Jugie, αλλά στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις αφαιρέθηκε.[19] Η πρωτότυπη γαλλική έκδοση τοποθετείται σαφέστερα από την αγγλική μετάφραση ως πολεμική απάντηση στον Jugie.[20] Στη γαλλική έκδοση ο Meyendorff εξακολουθεί να δέχεται τον όρο του Jugie, αλλά επιχειρεί να του δώσει μια νέα σημασία, που θα τον καθιστούσε σήμα κατατεθέν της ορθόδοξης ιδιαιτερότητας μέσα στον γαλλόφωνο καθολικό κόσμο.

Ο John Meyendorff (1926–92) ανήκε στη δεύτερη γενιά της ρωσικής διασποράς που εγκαταστάθηκε στη Δύση μετά τη Μπολσεβικική Επανάσταση και τον επακόλουθο Εμφύλιο Πόλεμο. Γεννήθηκε στη Γαλλία, στο Neuilly-sur-Seine, και —εκτός από λίγα χρόνια στο Institut Saint-Serge, όπου η γλώσσα διδασκαλίας ήταν τα ρωσικά— εκπαιδεύθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα.[21] Στη Σορβόννη (τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Παρισίων) έλαβε licence ès lettres το 1948, diplôme d’études supérieures το 1949, diplôme de l’école pratique des hautes études το 1954 και τέλος doctorat ès lettres το 1958. Η διδακτορική του διατριβή, υπό την επίβλεψη του διακεκριμένου βυζαντινολόγου Rodolphe Guilland, αποτέλεσε τη βάση για την Introduction à l’étude de Grégoire Palamas.

Αν και οι σπουδές του Meyendorff στο Institut Saint-Serge ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με το κύριο έργο του στη Σορβόννη, απείχαν πολύ από το να είναι ασήμαντες. Το Saint-Serge είχε ιδρυθεί το 1925 από τον Μητροπολίτη Ευλόγιο (Georgievskii) (1868–1946) ως θεολογικό ινστιτούτο για την εκπαίδευση ορθοδόξων ιερέων της ρωσικής διασποράς. Ο Μητροπολίτης Ευλόγιος αισθανόταν έντονα ότι χωρίς μορφωμένο κλήρο οι Ρώσοι στη Δύση θα έχαναν την αίσθηση της ορθόδοξης ταυτότητάς τους. Ωστόσο, το κίνητρό του δεν ήταν καθαρά αμυντικό. Γράφει στα απομνημονεύματά του:

Το άνοιγμα του Θεολογικού Ινστιτούτου ακριβώς στο Παρίσι, στο κέντρο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, που δεν είναι ρωσικός αλλά χριστιανικός, είχε μεγάλη σημασία, διότι προδιέγραφε έναν οικουμενικό προσανατολισμό για την ανώτερη θεολογική μας σχολή στη διατύπωση ορισμένων θεωρητικών προβλημάτων και πρακτικών θρησκευτικών καθηκόντων, ώστε η Ορθοδοξία να μη μένει πλέον κρυμμένη «υπὸ τὸν μόδιον», αλλά να γίνεται σταδιακά κληρονομιά όλων των Χριστιανών.[22]

Το οικουμενικό όραμα του Μητροπολίτη Ευλογίου επρόκειτο τελικά να καρποφορήσει, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της ζωής του. Έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Kern (1899–1960), που δίδασκε λειτουργική και αργότερα πατρολογία στο Saint-Serge, υπερασπίστηκε το πρώτο διδακτορικό του Ινστιτούτου, μια μελέτη για τη θεολογική ανθρωπολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.[23] Ήταν σημαντικό γεγονός για το Saint-Serge. Προσκλήσεις εστάλησαν στον βοηθό επίσκοπο Παρισίων και σε κορυφαίους Γάλλους θεολόγους, αλλά προς μεγάλη απογοήτευση του Kern μόνο δύο ή τρεις Καθολικοί παρέστησαν στην υποστήριξη, κανένας τους ιδιαίτερης σημασίας.[24] Το ότι η διατριβή —και πιθανότατα και η υποστήριξη— ήταν στα ρωσικά ασφαλώς δεν έκανε την εκδήλωση ιδιαίτερα ελκυστική για τους Γάλλους. Αλλά, σημαντικότερα, η επίσημη καθολική γραμμή έναντι των Ορθοδόξων το 1945 παρέμενε εκείνη του Λέοντος ΙΓ΄ και του Πίου ΙΑ΄.

Περίπου εκείνη την εποχή ο Meyendorff άρχισε τις σπουδές του στο Saint-Serge υπό τον Κυπριανό Kern, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Georges Florovsky στην έδρα της πατρολογίας το 1940. Ο Kern θεωρούσε τον Παλαμά θεολόγο σπερματικό, πλήρως ενταγμένο στην ορθόδοξη παράδοση αλλά ταυτόχρονα στοχαστή που άνοιγε νέους ορίζοντες και χάραζε νέες οδούς για τη διερεύνηση της χριστιανικής σκέψης. Ο Meyendorff εμπνεύσθηκε από αυτόν να καταστήσει τον Παλαμά αντικείμενο της δικής του έρευνας. Εδώ υπήρχε ένας Πατέρας της Εκκλησίας που μπορούσε να εκπροσωπήσει μια Ορθοδοξία «που δεν θα ήταν πλέον κρυμμένη κάτω από τον μόδιον» (κατά τη φράση του Ευλογίου), αλλά θα λάμβανε τη θέση της στην πνευματική ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ευρώπης και συγχρόνως θα αντέκρουε τον ρωμαιοκαθολικό θριαμβολογισμό. Το απολογητικό δυναμικό της σκέψης του Παλαμά προσείλκυσε τον Meyendorff και το ανέπτυξε με ενθουσιασμό.

Ο Παλαμισμός που παρουσιάζει ο Meyendorff στην Introduction αντανακλά αυτή την απολογητική μέριμνα. Είναι πλήρως ορθόδοξος, καθώς συνοψίζει (με ορισμένες διορθώσεις) την ησυχαστική παράδοση των προηγουμένων χιλίων ετών. Αλλά είναι επίσης μια «υπαρξιακή θεολογία», πλήρως εναρμονισμένη με το φιλοσοφικό ρεύμα που κυριαρχούσε στη Γαλλία αμέσως μετά τον πόλεμο. Για να αποδείξει την ορθοδοξία της διδασκαλίας του Παλαμά, ο Meyendorff υποστηρίζει (εναντίον του Jugie) ότι η διάκριση ουσίας–ενεργειών δεν είναι καινοτομία αλλά θεμιτή εξέλιξη της καππαδοκικής σκέψης περί Τριάδος, και (εναντίον του von Ivanka) ότι ο Παλαμάς δεν είναι δουλικός οπαδός του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου (πράγμα που θα τον καθιστούσε νεοπλατωνικό), αλλά διορθώνει τον Διονύσιο ώστε να τον καταστήσει ορθόδοξο από χριστολογική άποψη.[25] Ως απόδειξη του «υπαρξισμού» του Παλαμά, ο Meyendorff υποστηρίζει ότι αυτός αναπτύσσει τον «θεολογικό προσωπισμό» των Καππαδοκών και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.[26] Χάρη σε αυτόν τον προσωπισμό, μέσω του οποίου ο Θεός καθιστά εαυτόν μεθεκτό στους ανθρώπους, οι Χριστιανοί έχουν τη δυνατότητα να μετέχουν στη ζωή του Θεού, να θεώνονται και έτσι να φθάνουν στην έσχατη εκπλήρωση της κτιστής τους υπάρξεως.

Ο Meyendorff είχε μελετήσει εκτενώς τις πηγές, τις οποίες συμβουλεύθηκε σε χειρόγραφα που φυλάσσονταν στις βιβλιοθήκες του Παρισιού, του Αγίου Όρους, της Μόσχας και αλλού, καθώς τα περισσότερα κείμενα δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί, πόσο μάλλον σε κριτικές εκδόσεις. Η αφήγησή του για τη ζωή του Παλαμά στην Introduction εδράζεται σε αυτές τις πηγές, γεγονός που προσδίδει στο βιβλίο του διαρκή αξία. Το ερμηνευτικό του πλαίσιο, ωστόσο, προέρχεται από νεότερους συγγραφείς — όχι μόνο από τους ορθοδόξους προκατόχους του στη μελέτη του Παλαμά (Dumitru Stăniloae, Basil Krivoshein, Kiprian Kern και ιδίως Vladimir Lossky), αλλά και από σύγχρονους Γάλλους εκπροσώπους του υπαρξισμού και του προσωπισμού.[27]

Ο Vladimir Lossky (1903–58) αναφέρεται συγκριτικά σπάνια στην Introduction, αλλά η προοπτική του —η αποφατικότητά του, η επιμονή του στη σημασία της ἀντινομίας, η ερμηνεία του για τη διάκριση ουσίας–ενεργειών— διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Ο Lossky εκθέτει τις απόψεις του για τον Παλαμά με τη μεγαλύτερη σαφήνεια σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1945 στο πρώτο τεύχος του Dieu vivant, ενός περιοδικού που είχε συμβάλει να ιδρυθεί μαζί με τον Jean Daniélou και άλλους, οι οποίοι εργάζονταν για το ressourcement της καθολικής θεολογίας μέσω επιστροφής στους Έλληνες Πατέρες.[28] Το περιοδικό υπήρξε πρωτοποριακό εγχείρημα ρωμαιοκαθολικο-ορθόδοξης οικουμενικής προσέγγισης.

Ο Lossky εξετάζει τον Παλαμά όχι αντιπαραθετικά αλλά «για να γνωριστούμε καλύτερα» και να υπερβούμε τις πολυάριθμες παρανοήσεις «που αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για την κατανόηση της αληθινής αξίας εκείνου που στη Δύση ονομάζεται “Παλαμισμός”».[29] Για τον Lossky, ο Παλαμάς είναι ταυτόχρονα η σύνοψη του διονυσιακού αποφατισμού αλλά και το σημείο εκκίνησης μιας ἀντινομικής θεολογίας, μιας θεολογίας «που προχωρεί μέσω αντιθέσεων αντιφατικών αλλά εξίσου αληθών προτάσεων»[30] ώστε να διακηρύξει συγχρόνως και την αγνωσία του Θεού και τη δυνατότητα γνώσεώς Του — όχι μέσω διανοητικής ανάλυσης αλλά εμπειρικά, βιωματικά.

Ακριβώς αυτή είναι και η οπτική που υιοθετεί ο Meyendorff. Ο Lossky, προφανώς υπαινισσόμενος τη νεοσχολαστική κριτική του Jugie στον Παλαμισμό, είχε δηλώσει ότι για να καταστεί δυνατή μια προσέγγιση «πρέπει να συμφωνήσουμε να δούμε και να κρίνουμε αυτή την παράδοση διαφορετικά από ό,τι μέσω των άκαμπτων εννοιών μιας ακαδημαϊκής θεολογίας που της είναι ξένη».[31] Ο Meyendorff επιμένει ορθά ότι η παλαμική διαμάχη δεν είναι διαμάχη Ανατολής–Δύσεως αλλά διαμάχη εντός της βυζαντινής παραδόσεως, την οποία έβλεπε να επικεντρώνεται στη σωστή ερμηνεία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Ωστόσο, ενώ απορρίπτει τις νεοσχολαστικές έννοιες, εισάγει άλλες έννοιες από τη σύγχρονη γαλλική σκέψη, τις οποίες ορισμένοι επικριτές του θεώρησαν εξίσου ξένες. Ο Basil Krivoshein (1900–85), για παράδειγμα, που είχε καταστεί επίσκοπος στη δυτική εξαρχία του Πατριαρχείου Μόσχας λίγους μήνες πριν από τη δημοσίευση της Introduction, τον επιπλήττει σε βιβλιοκρισία του επειδή επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τον Παλαμά συζητώντας τον με σύγχρονους φιλοσοφικούς όρους ως υπαρξιστή και προσωπιστή, αντί να τον μελετά σε σχέση με τις πατερικές ρίζες της σκέψεώς του.[32] Ακόμη και ένας συμπαθής καθολικός μελετητής όπως ο André de Halleux (1929–94) δυσαρεστήθηκε από την «αποκρυπτογράφηση» —όπως λέει— των βυζαντινών θεολόγων του 14ου αιώνα μέσα από ένα σύγχρονο ερμηνευτικό πλέγμα.[33]

Εάν ο Παλαμισμός του Jugie είναι μια πολεμική νεοσχολαστική κατασκευή σχεδιασμένη να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην ορθοδοξία της «Ελληνορωσικής Εκκλησίας», τότε ο Παλαμισμός του Meyendorff είναι μια απολογητική υπαρξιστική και προσωπιστική κατασκευή, σχεδιασμένη να αντικρούσει τον Jugie και να παρουσιάσει τον Παλαμά ως ορθόδοξο θεολόγο που θα μπορούσε να γίνει «κληρονομιά όλων των Χριστιανών».

Αλλά ο Παλαμισμός του Jugie ήταν υπερβολικά καλά θεμελιωμένος στη μελέτη των κειμένων και στη δυτική διανοητική παράδοση για να ανατραπεί τόσο εύκολα. Ο Παλαμισμός του Meyendorff, παρότι αρχικά απέσπασε μεγάλο σεβασμό, έχει και ο ίδιος υποστεί διεξοδικές κριτικές από τη δεκαετία του 1970,[34] και πράγματι έχει τύχει λιγότερο ευνοϊκής υποδοχής από την εκδοχή του Jugie.


Σημειώσεις:

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Ο Άγιος Αυγουστίνος … στην Αμερική του εικοστού αιώνα;

Μύρων Ζαχαράκης
 


Eugene Dennis Rose. Ένας Αμερικανός νέος ευαίσθητος, εσωστρεφής και προικισμένος με σπάνια διανοητικά χαρίσματα. Είχε έφεση στη γλωσσομάθεια (η γερμανική, η ρωσική και η κινεζική είναι μονάχα μερικές απ’ τις γλώσσες που γνώριζε άπταιστα), μελετητής των ανατολικών θρησκειών, με πανεπιστημιακές σπουδές κοντά στον Alan Watts. Το έτος 1956 αποφοίτησε από το Κολέγιο Pomona και το 1961 έλαβε το μεταπτυχιακό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, με τη διπλωματική εργασία του «Το “άδειο” και το “γεμάτο” στον Lao Tzu». Βαπτισμένος Μεθοδιστής, όμως σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών θα απορρίψει τον Χριστιανισμό και θα γίνει επιθετικά άθεος. Ύστερα από μια πολύχρονη και απεγνωσμένη πνευματική περιπλάνηση, αυτός ο ατίθασος νεαρός θαυμαστής του Nietzsche θα βρει τελικά στην Ορθοδοξία ό,τι αναζητούσε στη ζωή του, βαπτιζόμενος τελικά Ορθόδοξος. Πρόκειται, για τον μετέπειτα γνωστό ως Σεραφείμ Rose, που κατόπιν θα γίνει μοναχός και θα του δοθεί το όνομά του, προς τιμήν τον Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο Σεραφείμ θα χειροτονηθεί τελικά ιερέας, διατελώντας «μαθητής» του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς, και ιδρύοντας το μοναστήρι του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας. Τα υπόλοιπα χρόνια της (σύντομης και εξαιρετικά ασκητικής) ζωής του θα τ’ αφιερώσει στα ιερατικά του καθήκοντα και στη συγγραφή βιβλίων και άρθρων για το ιεραποστολικό περιοδικό The Orthodox word, το οποίο και εξέδιδε μαζί με τον Gleb Podmoshensky, μετέπειτα π. Γερμανό, καθώς και στη μετάφραση κλασικών κειμένων των μεγάλων Εκκλησιαστικών Πατέρων, που κυκλοφορούσαν έπειτα παράνομα στη Σοβιετική Ένωση, ως samizdat. Έκδηλη ήταν η επιφυλακτική του στάση για οτιδήποτε εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησία, αφού για τον Rose η συντριπτική πλειονότητα των Χριστιανών είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μονάχα κατ’ όνομα τέτοιοι. Μετά τον θάνατό του, από οξεία εντερική ισχαιμία, στις 2 Σεπτεμβρίου 1982, πλήθος επισκεπτών θαύμαζε τη γαλήνια έκφραση του προσώπου του (υπάρχει η σχετική φωτογραφία)[1]. Τα βιβλία του διαβάστηκαν πολύ και απέκτησαν μεγάλη δημοφιλία, την οποία διατηρούν μέχρι και σήμερα, επειδή επιχειρούν μια προσεκτική και συστηματική καταγραφή των πνευματικών αδιεξόδων του σύγχρονου κόσμου, που ο συγγραφέας τους θεωρούσε πως προηγείται άμεσα αυτής του Αντίχριστου. Ας δούμε τώρα τις βασικές του ιδέες.

Αρχικά, ο π. Σεραφείμ επιχείρησε ν’ ανασυνθέσει, ή μάλλον να εκθέσει συστηματικά, τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας περί του μεταθανάτιου «τελωνισμού» της ψυχής.

«Η διδασκαλία περί τελωνίων στις Ορθόδοξες πηγές δεν έχει ποτέ ορισθεί ως “δόγμα”, αφού μάλλον ανήκει στην παράδοση της Ορθόδοξης ευσέβειας· αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρόκειται για κάτι “ασήμαντο” ή για θέμα “προσωπικής άποψης”. Έχει διδαχθεί παντού και πάντοτε στην Εκκλησία, οπουδήποτε έχει μεταβιβασθεί η Ορθόδοξη ασκητική παράδοση. Το ότι το συγκεκριμένο θέμα βρίσκεται έως τώρα εκτός του πεδίου ενδιαφερόντων πολλών σύγχρονων Ορθοδόξων θεολόγων, οφείλεται στο ότι οι θεολόγοι αυτοί ανήκουν πρωτίστως στον ακαδημαϊκό κόσμο και όχι στον κόσμο της ασκητικής παράδοσης».

Τι ακριβώς πρεσβεύει η θεολογική διδασκαλία των τελωνίων; Τα «τελώνια» ονομάζονται έτσι από τους τελώνες της Ύστερης Αρχαιότητας, οι οποίοι παραμόνευαν σε διάφορα σημεία και απαιτούσαν απ’ τους διαβάτες τους φόρους. Σύμφωνα με τη θεωρία των τελωνίων, το «εναέριο» τμήμα αυτού του κόσμου, δηλαδή ανάμεσα στον κόσμο αυτόν και τον άλλον, είναι αυτό των πεπτωκότων πνευμάτων (δαίμονες). Εκεί υπάρχουν είκοσι τέτοια «τελώνια» (δαίμονες), που η ψυχή διέρχεται από μια δοκιμασία σε μορφή αμαρτίας. Καθένα απ’ τα τελώνια είναι υπεύθυνο για έναν συγκεκριμένο τύπο συγκεκριμένης αμαρτίας, επιχειρώντας να φράξει τον «δρόμο» της, ελκύοντάς τη στην κόλαση. Σε περίπτωση που η ψυχή δεν είναι αποκαθαρμένη από τα πάθη, θα ελκυστεί από εκείνο το αμαρτωλό πάθος που της ασκεί τη μεγαλύτερη έλξη. Πιο συγκεκριμένα, η εκάστοτε ανθρώπινη ψυχή περιπλανιέται τις δύο πρώτες ημέρες του θανάτου της στα μέρη όπου ζούσε στη γη, ενώ τις υπόλοιπες τριάντα οκτώ ημέρες περνά από τους τόπους του παραδείσου και της κόλασης, κάτι στο οποίο οφείλονται τ’ αντίστοιχα εκκλησιαστικά μνημόσυνα, τα οποία βοηθούν την ψυχή, ανάλογα πάντα και με την προαίρεσή της. Αν και η διδασκαλία περί των τελωνίων δεν έχει ορισθεί επίσημα ως δόγμα, μας λέει, διαδραματίζει όχι μικρό ρόλο στην ασκητική παράδοση, και η Ορθόδοξη Εκκλησία ώστε έχει συμπεριλάβει αναφορές σε πολλές απ’ τις Ακολουθίες της. Η αυθεντική χριστιανική εμπειρία, συνοψίζει, προέρχεται αληθινά από τους τόπους παράδεισο/ και κόλαση, ενώ εκείνη των πνευματιστών προέρχεται από το «εναέριο» τμήμα αυτού του κόσμου των πεπτωκότων πνευμάτων/δαιμόνων[2]. Βέβαια, τα περισσότερα από τα σύγχρονα «οράματα» δεν βιώνονται αποκλειστικά από Χριστιανούς δεν έχουν στοιχεία χριστιανικής πνευματικότητας, η οποία είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον φόβου Θεού και το κάλεσμα σε μετάνοια.

Ο π. Σεραφείμ περιγράφει επίσης μια ολόκληρη γκάμα λατρευτικών πρακτικών που υπερβαίνουν τον ορθολογισμό και τον «επιστημονικό» υλισμό, στον δρόμο μιας μοντέρνας και «εναλλακτικής» μορφής θρησκευτικότητας, η οποία θα προσφέρει στους πιστούς τους γαλήνη, νόημα ζωής και μια διέξοδο από τα προβλήματά τους. Από τη «χαρισματική αναζωπύρωση» που επέφερε ο Πεντηκοστιανισμός στις ΗΠΑ, την «ουφολογία» και τα «νέα θρησκευτικά κινήματα» (π.χ. Hare Krishna, Maharishi) που εισήγαγαν στη Δύση διάφορες πρακτικές του Ινδουισμού, αλλά και ο παραδοσιακός Ινδουισμός[3], ο π. Σεραφείμ ομαδοποιεί πολλές διαφορετικές τάσεις και ποικίλα πνευματικά κινήματα, αφού κύριο μέλημά του είναι να καταδείξει την «αντίχριστη» φύση τους, κάτι που κατά την άποψή του στοιχειοθετεί και την «αντίχριστη» φύση του καιρού μας, ο οποίος αποτελεί τον καιρό της «μεγάλης αποστασίας», λίγο πριν την έλευση του Αντιχρίστου[4]. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, υποστηρίζει αδιάκοπα ο π. Σεραφείμ, περιτριγυρίζονται από μια «θάλασσα» κοσμικής φιλοσοφίας και πρακτικής, γι’ αυτό πρέπει να φτιάξουν τις δικές τους «νησίδες»:

«Ορθόδοξοι Χριστιανοί! Μείνετε σταθεροί στη χάρη που έχετε· ποτέ μην την αφήνετε να γίνει θέμα συνήθειας· ποτέ μην τη μετράτε μόνο με ανθρώπινα κριτήρια, ποτέ μην προσδοκάτε να είναι αυτή λογική ή κατανοητή σ’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τίποτα υψηλότερο από τα ανθρώπινα, ή που σκέφτονται να αποκτήσουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος με κάποιον άλλο τρόπο από αυτόν που μας έχει παραδώσει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Η αληθινή Ορθοδοξία από την ίδια της τη φύση μοιάζει εντελώς εκτός τόπου σ’ αυτούς τους δαιμονικούς καιρούς, μια ξεπερασμένη μειονότητα των περιφρονημένων και “ανόητων”, στη μέση μιας θρησκευτικής ‘αναζωπύρωσης” εμπνευσμένης από ένα άλλο είδος πνεύματος».

Σε τελική ανάλυση, η χαρισματική αναζωπύρωση και οι νέες συγκρητιστικές τάσεις δεν έχουν άλλο ρόλο από το να προετοιμάσουν μια ενωμένη και πνευματικά αλλοιωμένη χριστιανοσύνη, που με τη σειρά της μέλλει να είναι ο προθάλαμος για την ένωση όλων των θρησκειών της ανθρωπότητας: αυτή πρόκειται να είναι η θρησκεία του μέλλοντος, που στην ουσία της δεν είναι παρά η προετοιμασία για την αποδοχή του Αντιχρίστου. Ζούμε ήδη την περίοδο της αποστασίας και βρισκόμαστε μπροστά στα έσχατα χρόνια, λίγο πριν τα μεγάλα γεγονότα. Οι πιστοί Ορθόδοξοι έχουν λοιπόν ελπίδες σωτηρίας, αρκεί να παραμένουν σ’ εγρήγορση. Όσο για την υπόλοιπη ανθρωπότητα, αν δεν κάνει κάποιο θαύμα ο Θεός, είναι πιθανώς χαμένη. Με τα λόγια του π. Σεραφείμ:

«Στη Δύση είναι σίγουρο ότι η χάρη του Θεού έχει χαθεί εδώ και πολλούς αιώνες. Οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Προτεστάντες δεν έχουν γευθεί πλήρως τη χάρη του Θεού, κι έτσι δεν είναι εκπληκτικό που δεν μπορούν να διακρίνουν τη δαιμονική απομίμησή της. Όμως αλίμονο! Η επιτυχία της κίβδηλης πνευματικότητας ακόμα και ανάμεσα σε Ορθοδόξους Χριστιανούς σήμερα, αποκαλύπτει πόσο έχουν χάσει κι αυτού την ουσία του Χριστιανισμού, κι έτσι δεν μπορούν πια να διακρίνουν μεταξύ αληθινού Χριστιανισμού και ψευδοχριστιανισμού. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θεωρούσαν για πολύ καιρό ως δεδομένο τον πολύτιμο θησαυρό της πίστης τους, και παραμέλησαν να θέσουν σε χρήση το ατόφιο χρυσάφι των διδασκαλιών της. Πόσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν καν την ύπαρξη των βασικών κειμένων της Ορθόδοξης πνευματικής ζωής, τα οποία διδάσκουν επακριβώς πως να διακρίνουμε μεταξύ γνήσιας και κίβδηλης πνευματικότητας, κειμένων που δίνουν τη ζωή και τη διδασκαλία αγίων ανδρών και γυναικών που έφθασαν σε μεγάλα μέτρα της χάρης του Θεού σ’ αυτή τη ζωή; Πόσοι έχουν κάνει δική τους τη διδασκαλία της Λαυσαϊκής Ιστορίας, την Κλίμακα του αγίου Ιωάννη, τις Ομιλίες του αγίου Μακαρίου, τους βίους των θεοφόρων Πατέρων της ερήμου, τον Άγνωστο Πόλεμο του αγίου Νικοδήμου, την Εν Χριστώ ζωή μου του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης;».

Ο π. Σεραφείμ ασχολήθηκε και με τη νεωτερική φιλοσοφία και πολιτική. Βασική του ιδέα είναι πως το ιστορικό θεμέλιο της αποστασίας του ανθρώπου, που ξεκίνησε κατά τον 18ο αιώνα, δεν είναι άλλο από την άρνηση της απόλυτης αλήθειας. Φιλοσοφικά, μας λέει, υπάρχει ανάγκη για τουλάχιστον μία απόλυτη αλήθεια, η οποία να μη στηρίζεται σε κάποια άλλη, αλλά να προϋποθέτει και να στηρίζει όλες τις άλλες. Αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από τον Θεό της χριστιανικής θρησκείας. Δίχως αυτή την Αλήθεια, ως «αρχιμήδειο σημείο», ο άνθρωπος στέκεται δυστυχώς στον αέρα, παλεύοντας αδιάκοπα με την απειλητική και τρομακτική προοπτική του σχετικισμού των πάντων. Αυτές οι γνωσιοθεωρητικές και επιστημολογικές σκέψεις έχουν όμως και σαφείς πολιτικές προεκτάσεις: ο π. Σεραφείμ παρουσιάζεται υποστηρικτής μιας «Ορθόδοξης χριστιανικής ηγεμονίας», απορρίπτοντας σφοδρά όχι απλώς τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τη Γαλλική επανάσταση, αλλά μέχρι και την ιδέα μιας περιορισμένης συνταγματικής μοναρχίας. Ιδανικό του; Η απόλυτη μοναρχία ενός Χριστιανού ηγεμόνα. Μετά την πτώση αυτού, η ανθρωπότητα πορεύεται απ’ το κακό στο χειρότερο, καταλήγοντας στον μηδενισμό. Τα στάδια της «διαλεκτικής» του μηδενισμού, όπως την ονομάζει ο ίδιος, ήταν ιστορικά τα εξής τέσσερα: φιλελευθερισμός, ρεαλισμός, βιταλισμός, και τέλος, ο πλήρης μηδενισμός. Όλα τους είναι πνευματικές πλάνες, ωστόσο κάθε πλάνη εμπεριέχει ένα ίχνος αλήθειας διότι, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει καθόλου. Κάθε στάδιο επιπλέον αποτελεί την άρνηση του προηγούμενου και ταυτόχρονα την επίρρωσή του, που είναι η άρνηση της χριστιανικής αλήθειας. Αν ο φιλελευθερισμός, αντιτιθέμενος στο Παλαιό Καθεστώς, διακρινόταν από αδιαφορία απέναντι στην αλήθεια (που είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, τονίζει εμφατικά ο π. Σεραφείμ), ο ρεαλισμός προέβαλε ευθεία άρνηση εναντίον της, ο βιταλισμός, με τη σειρά του, έδινε μιαν ανορθολογική έμφαση στις αξίες της «ζωής» (με τη βιολογική σημασία του όρου, κατώτερα ένστικτα κ.λπ.) και αποζητούσε τη λύτρωση σε νέες θρησκείες. Ο μηδενισμός ήταν πλέον η ενεργή, συστηματική και με κάθε μέσο επίθεση σε οτιδήποτε θυμίζει, έστω και ελάχιστα, την αλήθεια του χριστιανικού κόσμου[5].

Τέλος, ο ιερομόναχος Σεραφείμ επιχείρησε να ξεκαθαρίσει ένα ζήτημα που στην εποχή του είχε καταλήξει ακανθώδες. Αυτό δεν είναι άλλο από την Ορθόδοξη άποψη για τον Άγιο Αυγουστίνο. Παραθέτοντας τις πρωτότυπες πηγές, παρατηρεί πως ο Άγιος Αυγουστίνος απέκλινε από την Ορθοδοξία σε τρία βασικά θέματα: την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, τη σχέση θεϊκής Χάρης με το ανθρώπινο αυτεξούσιο, καθώς και τη θεία «τιμωρία» του κακού. Οι αυγουστίνειες θέσεις, όμως, δεν υπήρξαν τόσο εσφαλμένες όσο «ατελείς» και υπερβολικά διανοητικές, εξαιτίας της γενικότερης «δυτικής» του παιδείας, πράγμα που, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να μας ωθεί σε συλλήβδην απόρριψη του έργου του. Σύμφωνα με τον π. Σεραφείμ, ο Άγιος διακατεχόταν από θείο έρωτα, όπως φαίνεται μέσα στις Εξομολογήσεις του, και γι’ αυτό αποτελεί σημαντική πηγή έμπνευσης για τους Χριστιανούς, ως και σήμερα, ιδίως όταν αυτοί είναι νεοφώτιστοι[6]. Ο «προορισμός» που ασπαζόταν ο Αυγουστίνος δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ταυτίζεται με το δόγμα του απόλυτου προορισμού που διατύπωσε αργότερα ο Καλβίνος, αλλά επρόκειτο για έναν μετριοπαθή προορισμό, που απώτερο στόχο του είχε να επιλύσει το δίλημμα του τι προηγείται στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο: η ανθρώπινη ελευθερία ή η θεϊκή Χάρη; Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Άγιος πρέσβευε ότι ο Θεός γνωρίζει a priori την ανθρώπινη πρόθεση και προσφέρει τη θεϊκή Του χάρη σε όσους την επιθυμούν εσωτερικά. Γεγονός είναι ότι η Εκκλησία προβάλλει τους Αγίους της ως πρότυπα, τα οποία οφείλει να μιμείται κάθε πιστός Χριστιανός. Για την Εκκλησία, οι βίοι των Αγίων είναι ιερές μαρτυρίες για τη θαυματουργική δύναμη του Ιησού Χριστού. Ο π. Σεραφείμ ευλαβούνταν βαθιά τον Άγιο Αυγουστίνο, πιθανόν ταυτιζόταν μαζί του συναισθηματικά, τιμούσε πρόθυμα τους κοινούς (δηλ. τους προ του Σχίσματος) Αγίους και ζητούσε ν’ αποφεύγονται οι ανούσιες και ανώφελες διαμάχες μεταξύ Ορθοδόξων.

«Σ’ αυτήν ακριβώς την “τρίτη εναλλακτική λύση” βρίσκουμε το Ορθόδοξο μίγμα της χάριτος και της ελευθέρας βουλήσεως, το οποίο αργότερα θα γίνει γνωστό με τον όρο συνεργία, συνεργασία δηλαδή της θείας χάριτος και της ανθρώπινης ελευθερίας, στην οποία ούτε η θεία χάρη ούτε η ελεύθερη βούληση ενεργούν ανεξάρτητα ή αυτόνομα».

Και επιπρόσθετα:

«Η Ορθόδοξη διδασκαλία περί της συνεργίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου, της αναγκαιότητας δηλαδή του ασκητικού αγώνα και του θελήματος του Θεού όλοι να σωθούν, επαρκεί να διαλύσει κάθε δυσκολία που προτάσσει η ανθρώπινη λογική».

Σύμφωνα με τον Rose, οι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης διδασκαλίας περί χάριτος, κατά τον πέμπτο αιώνα στη Γαλατία, όπως και πολλοί άλλοι Ανατολικοί Πατέρες, θεωρούσαν τον Άγιο Αυγουστίνο έναν μεγάλο Πατέρα και διδάσκαλό, αν και θεωρούσαν απαραίτητο να μην διαφύγουν της προσοχής μας τα λάθη του[7]. Αυτή είναι και η Ορθόδοξη θέση για τον Αυγουστίνο μέχρι και σήμερα. Ποιο είναι το συμπέρασμα; Ασφαλώς, πρέπει να προσπαθούμε να διορθώνουμε τυχόν λάθη και να πολεμούμε τις «δυτικές επιδράσεις», σημειώνει ο π. Σεραφείμ, αποφεύγοντας τα όποια σφάλματα έπραξαν οι αρχαίοι πατέρες. Παράλληλα, ο π. Σεραφείμ επισημαίνει:

«Σήμερα, εν ονόματι του Χριστιανισμού αλλά και της Ορθοδοξίας ακόμη, παρουσιάζονται τόσες πολλές ανεπαρκείς και αντικρουόμενες ιδέες- πολλές από τις οποίες πραγματικά είναι αντίθετες προς το πνεύμα της Εκκλησίας-, ώστε μπορεί κάποιος εύκολα να δικαιολογήσει αυτούς που οι Ορθόδοξες σκέψεις και τα συμπεράσματά τους δεν είναι ισορροπημένα, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτοί που αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια της Χριστιανοσύνης».

Σήμερα, οι ακρότητες εναντίον του Αγίου Αυγουστίνου είναι χειρότερες από τα υποτιθέμενα σφάλματα τα οποία υποτίθεται ότι διορθώνουν. Πράγματι, προσθέτει ο π. Σεραφείμ υπάρχουν θεολόγοι που ρέπουν στον σχηματισμό ενός «κόμματος» εκλεκτών διανοητών της «ανατολικής σοφίας» απέναντι σε οποιαδήποτε «δυτική επίδραση», χρεώνοντας στους περισσότερους (ακόμη και σε παλιούς Αγίους, όπως τον Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον Θεοφάνη τον Έγκλειστο) «έλλειψη Ορθόδοξου φρονήματος», το οποίο θεωρούν ότι διαφυλάσσουν οι πρωτεργάτες της «πατερικής αναβίωσης». Η αλήθεια είναι πως όσοι δεν δείχνουν την παραμικρή κατανόηση σε όσους έχουν τυχόν «δυτικά» θεολογικά στοιχεία, μαρτυρούν περισσότερο «δυτικό» πνεύμα στους ίδιους, παρά σε αυτούς που στηλιτεύουν. Αυτές είναι εν συντομία οι θέσεις των κυριότερων συγγραμμάτων του π. Σεραφείμ. Τι μπορεί να σχολιάσει κανείς; Αν έπρεπε να κάνουμε εδώ μια κριτική, θα λέγαμε απλώς ότι η μεγαλύτερη ίσως αντινομία της σκέψης του π. Σεραφείμ είναι ότι παρότι συνιστούσε να αποφεύγονται προσεκτικά οι ανώφελες εσωτερικές διαμάχες, ο ίδιος έβλεπε συνεχώς γύρω του αιρετικούς ή αποστάτες [ΕΙΝΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ]. Αν κάποτε αναγνώριζε την ανάγκη για ορισμένες ήπιες «διορθώσεις» στους Αγίους, η απόρριψη των συγκαιρινών θεολόγων εκ μέρους του είναι απόλυτη και σχεδόν μανιχαϊστική[8]. Ο βασανισμένος αυτός πνευματικός άνθρωπος ήταν σχεδόν βέβαιος ότι ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει ποτέ ξανά χριστιανικός στο σύνολό του, άρα το μόνο που απομένει σε όσους επιθυμούν να ζήσουν πνευματικά είναι ο αναχωρητισμός, δηλαδή η καταφυγή στην ησυχία και στην άσκηση, όπου θα προσεύχονται με τον Θεό και θα προσπαθούν να παραμένουν πιστοί στις εντολές Του[9]. Σε τελική ανάλυση, ο π. Σεραφείμ υπήρξε ένας αληθινά ερωτευμένος άνθρωπος. Και όπως κάθε ερωτευμένος, δεν μπόρεσε να αποφύγει μερικές σε αστοχίες και υπερβολές. Ίσως στην περίπτωσή του προσιδιάζει η περιγραφή που ο ίδιος έκανε κάποτε για τον Άγιο Αυγουστίνο: τα λάθη του δεν είναι σοβαρές παρεκκλίσεις ή «αιρέσεις», αλλά απλές ατέλειες και ανθρώπινες αδυναμίες. Όσοι τα επισημαίνουμε, ας μην λησμονούμε πως εκείνος κατόρθωσε αυτά που για εμάς φαντάζουν ακατανόητα, αδύνατα και απίστευτα.

Σημειώσεις


[1] Πιθανολογείται πως ο π. Σεραφείμ είναι υποψήφιος για μια μελλοντική αγιοκατάταξη.
[2] Αντίθετα με τη ρωμαιοκαθολική παράδοση, όπου το έργο μεγάλων ασκητών της όπως ο Ιγνάτιος Loyola επικεντρώνεται στην ενθάρρυνση της χρήσης της φαντασίας από τους πιστούς για να ταυτισθούν με τη ζωή του Χριστού, σημειώνει ο π. Σεραφείμ, η Ορθοδοξία είναι καχύποπτη με τη φαντασία, την οποία θεωρεί μεταπτωτικό γεγονός και προειδοποιεί αυστηρά για τους πνευματικούς κινδύνους που αυτή φέρει.
[3] Όταν ερωτήθηκε για την αρμόζουσα Ορθόδοξη στάση προς τις μη χριστιανικές θρησκείες, σε μια διάλεξη προς το τέλος της ζωής του, ο ιερομόναχος Σεραφείμ αποκρίθηκε πως οι άλλες θρησκείες εμπεριέχουν συχνά πολύ βαθιές επιμέρους αλήθειες και είναι συχνά «καλές» ως ένα σημείο, αλλ’ αδυνατούν να προσφέρουν την αιώνια ζωή και τη Βασιλεία των ουρανών, για την οποία μας είναι απαραίτητος ο Ιησούς Χριστός.
[4] Γνωστές είναι επίσης οι διαφωνίες του με τον θεολόγο Αλέξανδρο Καλόμοιρο και τον π. Παντελεήμονα Μητρόπουλο, σχετικά με τη δαρβινική θεωρία της εξέλιξης, την οποία ο θεωρούσε σοβαρή πνευματική απειλή και μέρος μιας ευρύτερης αντιχριστιανικής φιλοσοφίας που κυριαρχεί στη Δύση εδώ και τρεις αιώνες, και διαρθρώνεται σε πολλές πτυχές. Ο π. Σεραφείμ επιχείρησε να περιβάλλει τον «δημιουργισμό της νεαρής γης» (young earth creationism) σαν δόγμα πίστης των απανταχού αυθεντικών Ορθοδόξων, γεγονός που θ’ απομάκρυνε από την Ορθοδοξία τον επιστημονικό χώρο και θα ευνοούσε ακριβώς εκείνες τις διαιρέσεις ανάμεσα στους πιστούς που ο ίδιος επεδίωκε ν’ αποφύγει.
[5] Βασικές επιρροές στη συλλογιστική αυτή του Rose, εκτός φυσικά από την Ορθόδοξη πατερική γραμματεία, είναι και κάποιοι επιφανείς Ρωμαιοκαθολικοί συγγραφείς, όπως ο π. Lubac, ο Max Picard και ακόμη περισσότερο οι Maistre και Donoso Cortés. Κύρια πηγή του, όμως, είναι τα μεγάλα ντοστογιεφσκικά μυθιστορήματα, τα οποία χρησιμοποιεί σαν οδοδείκτες της γνήσιας χριστιανικής πνευματικότητας.
[6] Όπως αναφέρει ο ίδιος ο π. Σεραφείμ σε μια επιστολή του: «Σίγουρα μπορούμε να κάνουμε λάθη σε μόνιμη βάση, ακόμη και όταν δρούμε με καθαρή συνείδηση! Πάντως και αυτό δεν συνιστά θανατηφόρα αμαρτία, αρκεί να κρατάμε την καρδιά μας και τον λογισμό μας ανοικτό και να ιεραρχούμε σωστά τα πράγματα». Σε αντιστοιχία με αυτό, η κύρια διαφορά της παραδοσιακής Ορθοδοξίας και του παραδοσιακού Ρωμαιοκαθολικισμού, μας λέει, είναι η αντίληψη περί Αγίου Πνεύματος. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν πως το Άγιο Πνεύμα καθοδηγεί την Εκκλησία, και δεν θα την «προδώσει» ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος που οι Ορθόδοξοι δεν επιχείρησαν να θεσπίσουν κάποιο «αλάθητο», όπως έκανε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, όπου μέχρι πρόσφατα ο πιστός καλούνταν να υπακούει ένα ολόκληρο σύνολο κανόνων και από αυτό να καλύπτεται με μια νομικίστικη έννοια. Όποιος δεν πιστεύει πολύ στη φροντίδα του Πνεύματος, αναζητεί «υποκατάστατα» για να εξασφαλισθεί.
[7] Αν και αμφισβητείται το αν και κατά πόσον εκείνος προσυπέγραφε ιδέες περί προορισμού, γεγονός είναι ότι αποτέλεσε επιρροή για τη μετέπειτα διακήρυξή τους από θεολόγους του προτεσταντικού χώρου: “[…] ο Αυγουστίνος πραγματικά αρνείται ότι ο Θεός θέλει όλοι να σωθούν. Ακόμα, παρασύρεται τόσο πολύ από τον ορθολογιστικό τρόπο της σκέψης του, που διδάσκει (μολονότι σε ελάχιστα σημεία) έναν “αρνητικό” προορισμό, έναν προορισμό που οδηγεί σε αιώνια καταδίκη, κάτι που είναι εντελώς ξένο προς τις Γραφές. Μιλάει ξεκάθαρα για “μία κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι προορίζονται για την απώλεια” (Περί της τελειότητος εν δικαιοσύνη, κεφ. 13), και πάλι λέει, ότι “ο Θεός είναι ο δικαιότατος Κριτής” ακόμη και απέναντι σ’ αυτούς που έχει προορίσει για αιώνιο θάνατο” (Περί της ψυχής και της προελεύσεως αυτής, κεφ. 16). Θα πρέπει όμως ξανά εδώ να προσέξουμε, ώστε να μην παρερμηνεύσουμε τα λόγια του Αυγουστίνου δίνοντας τις μεταγενέστερες ερμηνείες του Καλβίνου. Ο Αυγουστίνος σ’ αυτή του τη διδασκαλία πουθενά δεν ισχυρίζεται ότι ο Θεός προορίζει να θέλει κάποιος να κάνει το κακό. Το όλο περιεχόμενο της σκέψης του δείχνει ξεκάθαρα πως ποτέ δεν πίστευε κάτι τέτοιο, μάλιστα συχνά απέκρουε τη συγκεκριμένη αυτή κατηγορία, μερικές φορές δε με εμφανή οργή».
[8] Αυτό παρεμπιπτόντως δεν ισχύει μόνο για «αμφιλεγόμενες» περιπτώσεις, όπως ο π. Σέργιος Bulgakov και ο φιλόσοφος Nicolas Berdyaev (δεν τον θεωρεί καν Χριστιανό, αλλά ουμανιστή Γνωστικό) αλλά, ως έναν βαθμό, και τους π. Γεώργιο Florovsky, π. Ιωάννη Meyendorff και προ παντός τον π. Αλέξανδρο Schmemann, τον οποίο και στις επιστολές του μέμφεται με κάθε ευκαιρία.
[9] Δύσκολα μπορεί κανείς να μην επισημάνει τις ομοιότητες του π. Σεραφείμ με μια άλλη, επίσης ιδιάζουσα προσωπικότητα στην Ορθοδοξία του περασμένου αιώνα: τον Philip Sherrard. Και οι δύο τους ήταν πολυτάλαντες ιδιοφυΐες της Δύσης, με γνώση ξένων γλωσσών και πλούσιο μεταφραστικό έργο, το οποίο αργότερα έστρεψαν (εγκαταλείποντας τις προοπτικές μιας πιθανώς λαμπρής ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας) στην έκδοση έργων της εκκλησιαστικής γραμματείας, παράλληλα με τον ασκητικό βίο που ο καθένας από αυτούς διήγαγε, ζώντας λιτά και δίχως ηλεκτρικό ρεύμα, μια έμπρακτη καταδίκη του σύγχρονου τεχνολογικού κόσμου με τους πειρασμούς του. Τέλος, αμφότεροι στάθηκαν αταλάντευτοι πολέμιοι της εξελικτικής θεωρίας, επιχειρώντας να αναβιώσουν εκείνο που θεωρούσαν παραδοσιακή «Ορθόδοξη» κατανόηση του φυσικού κόσμου.

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

John Meyendorff - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (4)

  Συνέχεια από: Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

 John Meyendorff 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από την πρωτότυπη γαλλική έκδοση

ΕΛ. ΜΑΪΝΑΣ


Η πνευματική παράδοση των μοναχών της Ανατολής

Ο Μακάριος και η μυστική ζωή της καρδιάς.

Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν ο δάσκαλος του Ευάγριου στην έρημο της Σκήτης. Μας άφησε μόλις μερικά «αποφθέγματα» όπου παρουσιάζεται ως ένας από τους εισηγητές της «μονολογικής» προσευχής, προσευχής που περιορίζεται σε μια σταθερή επανάληψη σύντομης ευχής και που το ουσιώδες στοιχείο της είναι το όνομα του Θεού: «Κύριε».

Ρώτησαν τον Αββά Μακάριο: Πως πρέπει να προσευχόμαστε; Ο γέροντας απάντησε: Δεν υπάρχει ανάγκη να χάνεσαι στα λόγια. Είναι αρκετό ν' απλώσεις τα χέρια και να πείς: Κύριε, όπως θέλεις κι όπως ξέρεις, ελέησέ με. Αν σε πιέζει η μάχη, πες: Κύριε, βοήθεια! Αυτός ξέρει τι χρειάζεται και θα σ' ελεήσει. (Trad. Gouillard, Petite Philocalie, Éditions des Cahiers du Sud, Paris, 1953, p. 58).

Η πρωταρχική μορφή της «Προσευχής του Ιησού» φαίνεται λοιπόν πως είναι το Κύριε ελέησον και που η μόνιμη επανάληψή του στις ανατολικές λειτουργίες ανάγεται ως τους πατέρες της ερήμου...

Το όνομα του αγίου Μακαρίου έχει απ' το άλλο μέρος συνδεθεί μ' ένα σπουδαίο έργο, τις «Πνευματικές ομιλίες» που δεν ανήκουν στον ίδιο το Μακάριο, αλλά σ' άγνωστο συγγραφέα του Ε' αιώνα. Το έργο λοιπόν που θα μελετήσουμε σ' αυτό το κεφάλαιο είναι το έργο του μεγάλου αυτού ανώνυμου, στον οποίο θ' αφήσουμε το συμβατικό όνομα του Μακαρίου. Σημειώνουμε πρώτα πρώτα αυτό που τον αντιθέτει ανοιχτά στον Ευάγριο: την ανθρωπολογία του. Ο Ευάγριος, ουσιαστικά πλατωνικός, παραδέχεται τον άνθρωπο σαν νού που φυλακίστηκε στην ύλη: Το σώμα δεν μπορεί να έχει θέση στην πνευματική ζωή, μήτε περισσότερη, μήτε λιγότερη απ' όση κατέχει ο ενσαρκωμένος Λόγος... Όσο για το Μακάριο εντάσσσει τη διδασκαλία του για την αδιάλειπτη προσευχή στο πλαίσιο μιας ανθρωπολογίας μονιστικής, που εμπνέεται κατ' ευθείαν από τη Βίβλο απηχώντας κάπως τη διδασκαλία των Στωικών: Ο άνθρωπος είναι αδιαίρετο ον και έρχεται, ως ενιαίο ον, σε επικοινωνία με το Θεό.[ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Η ΠΤΩΣΗ]

Ορισμένοι συγγραφείς, εδώ και τριάντα χρόνια, είδαν στο Μακάριο ένα πρόμαχο της «μεσσαλιανικής» αίρεσης και προχώρησαν, εξαιτίας της προκατάληψής τους, σε εσωτερικά επιχειρήματα, θεμελιωμένα πάνω σ' ορισμένες παραγράφους του Μακαρίου με δυαλιστική συνήχηση κι ακόμα θεμελιωμένα πάνω στην «υλιστική» ανθρωπολογία του συγγραφέα των Ομιλιών. Η θέση αυτή βρίσκει ευτυχώς σήμερα όλο και περισσότερους εχθρούς. «Είναι φανερό, γράφει πάνω σ' αυτό το θέμα ο W. Jaeger, πως ο Μακάριος δεν είχε δανειστεί από τον αιρετικό αυτό όμιλο δοξασίες, που οι σοφοί σύγκριναν με τα λίγα που ξέρουμε για το «μεσσαλιανισμό», αλλά από κάποια κοινή μοναστική παράδοση: (Two rediscovered words of ancient christian literature. Gregory of Nyssa and Macarius, E. S. Brill, Leide, 1954, p. 225). O μεσσαλιανισμός και ο νεοπλατωνισμός δημιουργούν, πραγματικά, τους δυό ακραίους και αντίθετους μεταξύ τους πειρασμούς, στην πνευματική παράδοση της Χριστιανικής Ανατολής, αλλά ο Μακάριος πρόσφερε σίγουρα θυσία λιγότερο στους Μεσσαλιανούς, απ' όση ο Ευάγριος στους νεοπλατωνικούς...

Ο μυστικισμός του Μακαρίου θεμελιώθηκε ολοκληρωτικά πάνω στην Ενσάρκωση του Λόγου. Η μοναχική ζωή δεν είναι γι' αυτόν η αποκατάσταση της καθαρής ενέργειας του νού, αλλά η πιο ολοκληρωμένη πραγματοποίηση της χάρης του βαπτίσματος μέσα μας. Η αδιάλειπτη προσευχή του μοναχού δεν έχει για σκοπό να ελευθερώσει το πνεύμα από τους δεσμούς του με τη σάρκα. Η ζωή αυτή επιτρέπει στον άνθρωπο να φθάσει από δω κάτω στη γη στην εσχατολογική πραγματικότητα, στη Βασιλεία του Θεού, που περιλαμβάνει το σώμα του και το πνεύμα του μέσα στη θεϊκή κοινωνία. Ολόκληρος ο άνθρωπος, σώμα και ψυχή, έχει δημιουργηθεί κατ' εικόνα του Θεού και έχει κληθεί ολόκληρος στη θεϊκή δόξα.[ΑΝ ΕΞΑΙΡΕΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ!] Ο πλατωνικός διανοητισμός του Ευαγρίου βγάζει τον άνθρωπο από την ορατή ιστορία για να τον κάνει να εισέλθει στο υπερπέραν, σε κάποια διαστημική ζωή εντελώς αποσπασμένη από την ύλη. Η μυστική του Μακαρίου αντίθετα κάνει να διεισδύσει η Βασιλεία μέσα στον ορατό κόσμο για να τον απελευθερώσει από την κυριαρχία του Σατανά και για ν' αστραποβολήσει μέσα του προκαταβολικά το φως του ερχόμενου αιώνα: Ο ιστορικός Χριστός, που ήλθε, που θα 'ρθει και που είναι με τα άγια Μυστήρια παρών μέσα στην Εκκλησία, είναι, λοιπόν, για το Μακάριο, το μοναδικό κέντρο της πνευματικής ζωής του μοναχού:[Η ΓΝΩΣΤΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ. ΑΧΡΙ ΤΡΙΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ, ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΖΩΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΗ; ΤΟ ΣΩΜΑ ΥΛΗ. ΕΩΣΦΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ, ΚΑΘΟΤΙ Ο ΕΩΣΦΟΡΟΣ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗΝ ΥΛΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΕΚΑΛΥΨΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ] 

Ο ανέκφραστος και ακατανόητος Θεός ταπεινώθηκε μέσα στην καλοσύνη Του. Ντύθηκε τα μέλη του σώματός Του όπως τον βλέπουμε, και παραιτήθηκε εκούσια από την απροσπέλαστη δόξα Του. Ενανθρώπησε κι ενσαρκώθηκε, μέσα στο έλεος του και στην αγάπη Του για τους ανθρώπους συνενώθηκε με τους αγίους, ευσεβείς και πιστούς και έγινε «Ένα Πνεύμα» μαζί τους σύμφωνα με τα λόγια του απ. Παύλου (Α΄ Κορινθ. στ', 17) – ψυχή της ψυχής τους και υπόσταση της υπόστασής τους, για να μιλήσουμε έτσι – για να δυνηθεί κάθε ζώσα ύπαρξη να ζήσει τη νεότητα, να αισθανθεί την αιώνια ζωή. Και να 'χει μετοχή σε άφθαρτη δόξα. (Ομιλία IV, 10, Ελληνική Πατρολογία, τόμος 34, στήλη 480 BC).[ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ. ΜΟΝΗ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ]

Ο συγγραφέας των Πνευματικών ομιλιών ξεπερνάει καθαρά με το σταθερό χριστοκεντρισμό του το δυαλισμό των Μεσσαλιανών, για τους οποίους ο Θεός και ο Σατανάς συνυπάρχουν ισοδύναμα μέσα στον άνθρωπο.

Ο Δαίμονας κουκούλωσε όλη την ψυχή μ' ένα παχύ πέπλο, επειδή ο άνθρωπος απέρριψε την εντολή. Αλλά έμφανίζεται η χάρη που αποσύρει εντελώς κάθε πέπλο: Στο εξής η ψυχή αποκαθαρμένη... θαυμάζει στην αγνότητά της, με ολοκάθαρα τα μάτια της, τη δόξα του αληθινού φωτός και τον αληθινό Ήλιο της δικαιοσύνης που λαμποκόπησε μέσα στην καρδιά. (Ομιλία XVII, 3, στον ίδιο τόμο, στήλη 625 Β).

Το μοναδικό μέσο για να παλαίψεις με το δαίμονα είναι για τους Μεσσαλιανούς, τους Πελαγιανούς αυτούς της Ανατολής, η προσευχή. Προσπάθεια καθαρά ανθρώπινη, προσελκύοντας τη χάρη, αλλ' ανεξάρτητη στο ξεκίνημά της από κάθε θεική επέμβαση. Η απελευθέρωση του ανθρώπου, για το Μακάριο, προέρχεται από το Βάπτισμα. Η προσευχή, και γενικά όλη η πνευματική ζωή, προκαλούν μόνο τη βλάστηση της σποράς που δέχτηκε με το «λουτρό παλιγγενεσίας».

Το άγιο Πνεύμα, ο Συνήγορός μας, που κατήλθε στους Αποστόλους και χορηγείται απ' αυτούς στη μόνη και αληθινή Εκκλησία του Θεού την ώρα του Βαπτίσματος, συνοδεύει, σύμφωνα με την αναλογία της πίστης, με πολλούς και πολυποίκιλους τρόπους, κάθε άνθρωπο που φθάνει στο Βάπτισμα με την Πίστη. (Grande Lettre, ed. Jaeger, p. 236). [ΤΟΤΕ ΑΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ ΠΡΩΤΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΟΤΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΠΙΔΗΜΕΙ Σ'ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;]

Οι Χριστιανοί ανήκουν σ' άλλο αιώνα, είναι γιοί του ουράνιου Αδάμ, καινούργιο γένος, παιδιά του αγίου Πνεύματος φωτεινά αδέλφια του Χριστού, όμοιοι με τον Πατέρα τους: Τον Πνευματικό και φωτεινό Αδάμ... (Ομιλία XVI, 8, στον ίδιο τόμο, στήλη 617-620).

Όπως ένας άνθρωπος που κατέχει πολλά αγαθά και που έχει συγχρόνως υπηρέτες και παιδιά δίνει άλλη τροφή στους υπηρέτες, κι άλλη στα παιδιά του που γεννηθήκανε απ' τον ίδιο, -τα παιδιά είναι πραγματικά οι κληρονόμοι του Πατέρα, τρώνε μαζί του και είναι ίσοι μ' αυτόν- έτσι και ο Χριστός, ο αληθινός Δάσκαλος δημιούργησε ο ίδιος όλα τα πράγματα. Και τρέφει τους κακούς και τους αχάριστους. Όσο για τα παιδιά που γέννησε ο ίδιος, που τους έδωσε τη χάρη Του, που ο Κύριος τα σφράγισε με τη μορφή Του, τα ανέβασε σ' ένα ιδιαίτερο γεύμα, με ξεχωριστή τροφή, ξεχωριστό φαγητό και πιοτό. Προσφέρεται ο ίδιος για βρώση σ' αυτούς, αφού ζούν με τον Πατέρα τους. Ο Κύριος τους είπε: Όποιος τρώγει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου μένει μαζί μου κι εγώ μαζί του» (Ιωαν. στ', 56), και δεν θα ιδεί το θάνατο. (Ομιλία XIV, 4, στον ίδιο τόμο, στήλη 572 CD).[ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ, ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΟΛΟΙ!]

Η δόξα που κατέχουν οι άγιοι από σήμερα στις ψυχές τους θα καλύψει, θα ντύσει και θ' ανυψώσει στους ουρανούς τα γυμνά σώματα (την ημέρα της 'Ανάστασης). Το σώμα μας και η ψυχή μας θα αναπαυθούνε, λοιπόν, αιώνια μαζί με τον Κύριο μέσα στη Βασιλεία. Ο Θεός δημιουργώντας τον Αδάμ, δεν του 'χε δώσει σωματικά φτερά όπως στα πουλιά, αλλά εκ των προτέρων του είχε προετοιμάσει φτερά του αγίου Πνεύματος –αυτά που επιθυμεί να του δώσει στην ανάσταση – για να τον ανυψώσουν και να τον οδηγήσουν εκεί όπου το Πνεύμα επιθυμεί να βρεθούν. Οι άγιες ψυχές δέχονται αυτά τα φτερά από τώρα, όταν πετούν, διά του πνεύματος, προς τις ουράνιες σκέψεις. Οι Χριστιανοί, πραγματικά ζούν σε διαφορετικό κόσμο: Έχουν το δικό τους τραπέζι, τα δικά τους φορέματα, μια ευφροσύνη, μια ξεχωριστη κοινωνία και σκέψη. Να γιατί είναι οι πιο δυνατοί από τους ανθρώπους. Δέχονται τη δύναμή τους στο ενδόμυχο της ψυχής τους διά του Αγίου Πνεύματος. Να γιατί, στην ανάσταση, και το σώμα τους ακόμα θα δεχθεί τα αιώνια αγαθά του Πνεύματος και θα ενωθεί στη δόξα, που την εμπειρία της κατέχουν από τώρα οι ψυχές τους. (Ομιλία V, 12, στον ίδιο τόμο, στήλη 516).

Η τελευταία αυτή παράγραφος δείχνει καθαρά, πως για το Μακάριο, η χριστιανική ζωή και εντελώς ιδιαίτερα η αδιάλειπτη προσευχή των μοναχών έχουν για σκοπό να φανερώσουν τη ζύμη της θείας χάρης, που κατέχουν από εδώ στη γη οι χριστιανοί στην ύπαρξή τους και που προετοιμάζει μέσα τους την έλευση της Βασιλείας του Θεού;;;;. Ο ξεχωριστά εκλεκτός τόπος της θείας χάρης είναι «η καρδιά»:

Έτσι, μέσα στο χριστιανισμό, είναι δυνατό να γευθείς τη θεία χάρη: Γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος. (Ψαλμός ΚΔ', 9). Η γεύση αυτή είναι η ενεργοποιός δύναμη του Αγίου Πνεύματος που φανερώνεται μέσα στην καρδιά. Οι γιοί του φωτός, λειτουργοί της Καινής Διαθήκης εν Πνεύματι Αγίω, δεν έχουν τίποτα να διδαχθούν από τους ανθρώπους. Διδάσκονται από το Θεό. Η ίδια η χάρη εγγράφει πάνω στις καρδιές τους τους νόμους του Πνεύματος... Η καρδιά, πραγματικά, είναι ο ηγεμόνας και ο βασιλιάς όλου του σωματικού οργανισμού, και όταν η χάρη ηγεμονικά ποιμαίνει την καρδιά, βασιλεύει πάνω σ' όλα τα μέλη του σώματος και σ' όλες τις σκέψεις. Επειδή εδώ βρίσκεται η διάνοια, εδώ βρίσκονται όλες οι σκέψεις της ψυχής και εδώ περιμένει η ψυχή το αγαθό. Να γιατί η θεία χάρη διεισδύει μέσα σ' όλα τα μέλη του σώματος. (Ομιλία XV, 20, στον ίδιο τόμο, στήλη 589 ΑΒ).[Η ΔΙΑΝΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΝΟΙΑ. ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ]

Η αντίληψη αυτή της καρδιάς, κέντρο του οργανισμού και έδρα της διάνοιας, θα έχει, όπως θα το δούμε, ιδιαίτερη επιτυχία στη μυστική ζωή της Χριστιανικής 'Ανατολής. Σημειώνουμε απλώς εδώ πως ο Μακάριος στοχάζεται σ' ένα κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον κόσμο του Ευαγρίου: Η πνευματικότητα της ερήμου, η αδιάλειπτη προσευχή ξαναβρίσκονται στο έργο του στο πλαίσιο μιάς αντίληψης για τον άνθρωπο, όπου ολόκληρο το ον, ξαναγεννημένο από τα Μυστήρια, συγκατατίθεται στη χάρη.[ΛΕΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ:"κάθε άνθρωπο που φθάνει στο Βάπτισμα με την Πίστη"]. Τέτοιες η παρόμοιες εκφράσεις θα πετύχουνε πολύ φυσικά να διατυπωθούνε με ακρίβεια. Η θεμελιώδης όμως έμπνευση, αποχωρισμένη καθαρά από το χονδροειδή υλισμό που γι' αυτόν κατηγορούν τους Μεσσαλιανούς – «όραση της θεϊκής ουσίας με τους σωματικούς οφθαλμούς»– έχει τεράστια αξία γιατί περιορίζει μέσα στη μοναστική παράδοση, την αποκλειστική επικράτηση του Ευαγριανού διανοητισμού.

ΛΟΓΟΣ
ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙ ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΠΟΙΟ ΒΑΘΜΟ ΕΙΝΑΙ ΩΦΕΛΙΜΗ Η ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΡΩΤΗ
Άκουσα μερικούς να λένε, ότι την εξωτερική σοφία πρέπει να την επιδιώκουν και οι μοναχοί, γιατί χωρίς αυτήν τάχα δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί κανείς από την άγνοια και τις ψευδείς δοξασίες, ακόμη και αν φθάσει στην κορυφή της απάθειας, ούτε να  φτάσει την τελειότητα και αγιότητα, εάν δεν συλλέξει από παντού τις γνώσεις (το ειδέναι), και μάλιστα από την αρχαία ελληνική παιδεία, γιατί και αυτή είναι δώρο του Θεού, όμοιο με τα προσφερόμενα στους προφήτες και τους αποστόλους μέσω αποκαλύψεως και με αυτήν προκαλείται στην ψυχή γνώση των όντων και κοσμεί το γνωστικό, το οποίο είναι το ανώτερο όλων των δυνάμεων της ψυχής, εφόσον κάθε πάθος από άγνοια φυτρώνει και ενδυναμώνει, αλλά και στη γνώση του Θεού καθοδηγεί τον άνθρωπο, καθόσον δεν είναι δυνατόν να γνωρίσει κανείς τον Θεό, παρά μόνο μέσω των κτισμάτων αυτού.
Όταν λοιπόν άκουσα να λένε αυτά, κάθε άλλο παρά πείσθηκα, εφόσον η μικρή μου πείρα στη μοναχική πολιτεία μου απέδειξε ακριβώς το αντίθετο, αλλά δεν μπόρεσα ν’ απολογηθώ προς αυτούς, επειδή προβάλλουν και έναν υψηλότερο λόγο. Λένε ότι τάχα «δεν είναι απλώς ότι πολυεξετάζουμε τα μυστήρια της φύσεως και καταμετρούμε τον κύκλο του ουρανού και ερευνούμε τις αντιπαρατασσόμενες κινήσεις των άστρων, κυνηγούμε τις συζυγίες και αποστάσεις και ανατολές αυτών και όσα συμβαίνουν από αυτά και καυχόμαστε γι’ αυτά, αλλά επειδή οι λόγοι αυτών βρίσκονται στον θειο και πρώτο και δημιουργικό νου, και οι εικόνες των λόγων που βρίσκονται σ’ αυτόν είναι εντεθειμένες μέσα στην ψυχή μας, σπεύδουμε να γνωρίσομε αυτούς καλά και να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από τους τύπους της άγνοιας με μεθόδους διαιρετικές και συλλογιστικές και αναλυτικές και έτσι να γίνουμε καθ’ ομοίωση του δημιουργού (ποιήσαντος), και όσο ζούμε και μετά θάνατον».
Επειδή λοιπόν έκρινα ότι δεν είμαι ικανός να αντικρούσω εσιώπησα τότε προς αυτούς, παρακαλώ τώρα να διδαχθώ από σένα, πάτερ, τους λόγους υπέρ της αλήθειας, ώστε να καταστώ έτοιμος, σύμφωνα με τον απόστολο, «να δίνω λόγο για την ελπίδα την οποία έχουμε από την πίστη μας».

ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΠΡΩΤΗ

1,1

1. Αδελφέ, για να μιλήσω αποστολικά, «είναι καλό η καρδιά να λαμβάνει διαβεβαιώσεις με τη βοήθεια της χάριτος», πώς όμως θα μπορούσε κανείς ν’ αποδείξει με λόγο το πάνω από τη λογική (υπέρ λόγον) αγαθό; Πρέπει λοιπόν και ως προς αυτό να ομολογείς ευγνωμοσύνη στον Θεό, γιατί σου έδωσε τέτοια χάρη, η οποία ούτε στον νου έρχεται σε εκείνους που νομίζουν ότι από περίσσεια σοφίας γνωρίζουν τα πάντα. Και αν δεν έχεις να τους αντικρούσεις, αν και δεν έχουν ως στόχο την αλήθεια όπως γνωρίζεις, δεν πρέπει να στεναχωρείσαι. Γιατί συ βέβαια, πεπεισμένος με έργα, θα είσαι παντού και με κάθε τρόπο για πάντα στηριγμένος και αμετακίνητος, αφού έχεις μέσα σου (σεαυτῷ) μόνιμη τη θεμελίωση της αλήθειας, ενώ εκείνοι που στηρίζονται σε λογικές αποδείξεις οπωσδήποτε θα εκτραπούν, έστω και αν όχι τώρα από σένα. Γιατί «κάθε λόγος παλεύει προς άλλο λόγο», άρα και αντιπαλεύεται από λόγο, και είναι αδύνατο να βρεθεί ο μέχρι τέλους νικητής λόγος, ώστε να μην αναμένεται η δική του ήττα· και αυτό το έδειξαν οι Έλληνες και οι κατ’ εκείνους σοφοί και οι μαθητές τους, ανατρέποντας διαρκώς ο ένας τον άλλο και ανατρεπόμενοι ο ένας από τον άλλο με ανώτερη φαινομενικά απόδειξη.

2. Αφού λοιπόν πεις αυτά σ’ αυτούς που προσέχουν εκείνους σ’ όλη τη ζωή τους και επιδιώκουν ν’ αποκτήσουν γνώση από την έξω παιδεία και εγκωμιάζουν αυτήν τόσο πολύ, νομίζω ότι κατά τρόπο κατάλληλο και πρέποντα να πεις επίσης σ’ αυτούς· «δεν εξασφαλίζετε στον εαυτό σας από εκείνους, αγαπητοί, γνώση, αλλά μάλλον αγνωσία». Γιατί, όπως εκείνοι που ποθούν την εκ μέρους των ανθρώπων δόξα και κάνουν γιά χάρη της τα πάντα πετυχαίνουν αδοξία μάλλον, παρά δόξα, καθόσον σ’ άλλους αρέσουν αλλά, κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που επιδιώκουν τη γνώση από τους έξω σοφούς του κόσμου αποκτούν σύμφωνα με τη δική τους γνώμη μάλλον αγνωσία, παρά γνώση· γιατί οι δοξασίες διαφέρουν μεταξύ τους και διαφωνούν η μία πρός την άλλη και εκείνοι που αντιτάσσονται σε κάθε δοξασία είναι περισσότεροι από αυτούς που αποδέχονται αυτήν. Το να πιστεύει όμως κανείς ότι μπόρεσε να βρει τους λόγους στον δημιουργικό νού, ίσως να είναι και πολύ πλημμελές· γιατί λέγει ο απόστολος· «ποιος γνώρισε τον νού του Κυρίου;». Και αν δεν μπορεί να βρει τους λόγους αυτούς, δεν είναι δυνατόν ούτε τις εντός της ψυχής εικόνες αυτών να κατανοήσει με την έξω σοφία. Επομένως το ν’ αναζητά θεία γνώση το κατ' εικόνα από αυτή την έξω σοφία είναι ψευδογνωσία. Η ψυχή που έχει αυτή τη γνώση (από τους έξω σοφούς) δεν καθοδηγείται δι’ αυτής κατά κανένα τρόπο προς την αυτοαλήθεια, αλλ’ ούτε είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί από αυτήν προς την αλήθεια. Για το λόγο αυτόν λοιπόν είναι μάταια και η καύχηση εκείνων που καυχώνται γι’ αυτήν. Ας ακούσουν τον Παύλο ο οποίος καλεί «σαρκική σοφία» την εξωτερική και «νού σαρκός» λέγει «τη γνώση που φέρει αλαζονεία»Επομένως η σοφία της σάρκας πώς θα προσφέρει το κατ’ εικόνα στην ψυχή; «Βλέπετε», λέγει, «την κλήση μας· δεν είναι πολλοί σοφοί κατά σάρκα, δεν είναι πολλοί δυνατοί, δεν είναι πολλοί ευγενείς». Όπως λοιπόν η ευγένεια και η δύναμη του σώματος δεν θα μπορούσαν να ενδυναμώσουν ούτε να εξευγενίσουν την ψυχή, έτσι ούτε η σοφία της σάρκας θα καταστήσει σοφή την διάνοια. Και πράγματι αρχή της σοφίας είναι η γνώση της Σοφίας, ώστε να διακρίνει και να προτιμήσει αντί την χαμερπή και γήινη και ανωφελή, τη μεγαλωφελή και ουράνια και πνευματική, που παρέχεται από τον Θεό και κατευθύνεται προς τον θεό και καθιστά σύμμορφους προς τον Θεό εκείνους που την αποκτούν.

3. Αλλ’ όμως, επειδή, όπως λέγουν και εκείνοι, οι εικόνες των λόγων που υπάρχουν μέσα στον δημιουργικό νού βρίσκονται μέσα μας, ποιο είναι εκείνο που αχρείωσε στην αρχή τις εικόνες αυτές; Δεν είναι η αμαρτία και η άγνοια ή η περιφρόνηση του πρακτέου (εκείνου που οφείλει να πράττει κανείς); Γιατί δεν τις αντιλαμβανόμαστε χωρίς διδασκαλία, αφού είναι εντυπωμένες μέσα μας; Δεν συμβαίνει αυτό, επειδή το παθητικό μέρος της ψυχής, αφού επαναστάτησε κακώς, και αυτές διέστρεψε, και το διορατικό αυτής γέμισε με σύγχυση και το απομάκρυνε από την αρχέτυπη καλλονή; Επομένως εκείνος που θέλει να έχει το κατ’ εικόνα σώο και την αληθογνωσία, περισσότερο από κάθετι άλλο πρέπει να φροντίζει αυτό (το διορατικό), και να απέχει από την αμαρτία, και τον νόμο των εντολών να μελετά δια πράξεως, και ν’ αποκτήσει κάθε αρετή, και να επιστρέψει προς τον Θεό με προσευχή και αληθινή θεωρία. Γιατί χωρίς καθαρότητα, ακόμη και αν μάθεις τη φυσική φιλοσοφία από τον Αδάμ μέχρι τη συντέλεια, θα είσαι όχι λιγότερο μωρός, αν μη και περισσότερο, παρά σοφός· ενώ χωρίς εκείνη, αφού καθαρθείς και απαλλάξεις την ψυχή από τα πονηρά ήθη και δόγματα, θ’ αποκτήσεις τη σοφία του Θεού, η οποία νικά τον κόσμο, και θα ζήσεις αιώνια μαζί με «τον μόνον σοφό, τον Θεό» γεμάτος αγαλλίαση. Λέγοντας δόγματα, δεν εννοώ τα σχετικά με το μέγεθος και την κίνηση του ουρανού και των σωμάτων του ουρανού και τα όσα συμβαίνουν εξαιτίας αυτών, ούτε τα σχετικά με τη γη και τα γύρω από τη γη και τα θησαυρισμένα μέσα της μέταλλα και τους πολύτιμους λίθους, ούτε τα όσα συμβαίνουν στον αέρα από τη διπλή αναθυμίαση. Γιατί το να αφιερώνουμε όλον τον ζήλο και όλη την αναζήτηση αποβλέποντας στην μάθηση (επιστήμη) αυτών των πραγμάτων είναι προτίμηση (αίρεσις) ελληνική· καθόσον οί Στωϊκοί στο σύνολό τους σκοπό της θεωρίας ορίζουν την επιστήμην (επιστημονική μάθηση).

ΔΙΑΙΡΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕ, ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ, ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΟΥ ΣΑΝ ΔΙΑΝΟΙΑ.

Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰαμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.   
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Κυριακή 19 Μαΐου 2024

Ο π. Γ. Μεταλληνός για τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά - Β´ Νηστειών (1987)


Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως ένας από τους καίριους κρίκους που μας συνδέει με την αλήθεια της Εκκλησίας. Η παρέμβαση του αγίου τη στιγμή που η ορθόδοξη θεολογία κινδύνευε να χάσει (μέσω των προτάξεων του Βαρλαάμ) τον εμπειρικό της χαρακτήρα, για να συσταλεί σε μια διανοητική ασχολία. Ως επίκεντρο του προβληματισμού, η καθοριστική διάκριση – από πλευράς Παλαμά – μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Υψίστου. Δια της οποίας χαρίζεται η δυνατότητα στο κτιστό να μετάσχει στη ζωή του ακτίστου. Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, σε θέση οικοδεσπότη και ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, από θέση φιλοξενούμενου, τιμούν – εν έτει 1987 – το νόημα της Β΄ Κυριακής των νηστειών, μέσα στα πλαίσια της εκπομπής της ΕΡΤ «Σήμερα είναι Κυριακή».


Ο ΜΕΓΕΝΤΟΡΦ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ  ΚΑΠΕΛΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΗΣΥΧΑΣΜΟ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ. 
Η ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΠΟΤΗΡΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. 
ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ. ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ. ΜΕΓΑΛΗ Η ΔΙΑΦΟΡΑ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΕΡΙ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ. 
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΗΤΑΝ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ Ο ΒΑΡΛΑΑΜ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΟ ΑΚΙΝΑΤΗ. ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ. 
ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΤΕΡΑΤΩΔΗ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ. ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΑΓΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2023

John Meyendorff - Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1)

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ 

 John Meyendorff 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από την πρωτότυπη γαλλική έκδοση

ΕΛ. ΜΑΪΝΑΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η πνευματική παράδοση των μοναχών της Ανατολής

- Ο αρχέγονος μοναχισμός

-  Ευάγριος ο Ποντικός (†399) και η καθαρή Προσευχή

- Ο Μακάριος και η μυστική ζωή της καρδιάς

- Η προσευχή του Ιησού

- Η διδασκαλία της θέωσης· Γρηγόριος ο Νύσσης και Μάξιμος ο Ομολογητής

- Συμεών ο Νέος Θεολόγος (917– 1927)

- Ο βυζαντινός Ησυχασμός στο ΙΓ΄ και ΙΔ΄ αιώνα

Γρηγόριος Παλαμάς. Ο Θεολόγος του Ησυχασμού

- Τα νεανικά χρόνια

- Η σύγκρουση με το Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο

- Η θεολογία του Ησυχασμού

- Ένας χριστιανικός υπαρξισμός

Ο Ησυχασμός μετά τον Παλαμά

- Στη Χριστιανική Ανατολή· από το ΙΔ΄ αιώνα ως τις μέρες μας

- Η ησυχαστική παράδοση στη Ρωσία

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Oρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τό στήριγμα και διδάσκαλε, τῶν μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε, θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τό καύχημα, κήρυξ τῆς χάριτος, ἱκέτευε διά παντός σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο ύμνος αυτός στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ψάλλεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στη λειτουργία της Δεύτερης εβδομάδας της Μεγάλης Σαρακοστής. Εξυμνεί αυτόν που κατόρθωσε να συνοψίσει, μερικές δεκαετίες πριν από την πτώση του Βυζαντίου, σε δογματική σύνθεση την αιωνόβια παράδοση του θεωρητικού μοναχικού βίου της χριστιανικής 'Ανατολής, που είναι γνωστός με το όνομα του «ησυχασμού».

Ο ησυχασμός είναι μοναχική κίνηση που οι ρίζες της ανεβαίνουν ως τους πατέρες της Ερήμου. Δεν μπορεί σίγουρα να προβάλει την απαίτηση πως αντιπροσωπεύει μόνος του την «ορθόδοξη μυστική» που γνώρισε και γνωρίζει ακόμη και σήμερα διαφορετικές μορφές. Ο Παλαμάς, ιδιαίτερα, μπορεί να παρουσιαστεί ως δάσκαλος «ορθόδοξης μυστικής» στο μέτρο που ξεπερνάει τα πλαίσια μιας πνευματικής σχολής και κάνει να ξαναζήσει στο έργο του η ίδια η ουσία του Χριστιανικού Μυστηρίου.

Στην Παλαμική εποχή, ο ανατολικός μοναχισμός είχε ήδη μακριά ιστορία. Οι μεγάλοι δάσκαλοι του είχαν κληροδοτήσει τεράστια φιλολογία. Είχε γνωρίσει τους πειρασμούς του. Διέθετε απεριόριστη δύναμη επιβολής πάνω στους ανθρώπους εκείνης της εποχής. Ο Παλαμάς δέχτηκε ανεπιφύλακτα όλη αυτή την κατάκτηση του παρελθόντος. Ο ρόλος του έγκειται ωστόσο στο ότι ανέσυρε απ' το παρελθόν αυτό ένα μόνιμο δογματικό και πνευματικό στοιχείο. Κι αυτό το έκανε σε μια εποχή που είχε αρχίσει να πνέει στο Βυζάντιο το πνεύμα της Αναγέννησης και τη στιγμή που η χριστιανική Δύση υφίστατο έναν από τους πιο ριζικούς μετασχηματισμούς της ιστορίας της.

 Οι Μοντέρνοι Καιροί, παρασύροντας σε τελειωτική ερείπωση τόσες αξίες που είχε απολυτοποιήσει ο Μεσαίωνας, θα έφθαναν ως στο σημείο ν' αποσαθρώσουν την ουσία του Χριστιανισμού;

Η νέα πολιτεία, αφού κατόρθωσε να κατακτήσει την αυτονομία του ορθού λόγου και της δημιουργίας, θα παραχωρούσε θέση στην υπερφυσική ζωή, που ο Χριστός είχε προσφέρει ανεξάρτητα από όλα τα καθαρώς ανθρώπινα επιτεύγματα;

Το έργο του Παλαμά δίνει θετικές απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα. Να γιατί ο δογματικός θρίαμβός του στο Βυζάντιο του 14ου αιώνα θεωρήθηκε από την 'Ανατολική Εκκλησία όχι ως ο θρίαμβος μιάς ιδιαίτερης μυστικής, αλλά ως ο θρίαμβος της ίδιας της Ορθοδοξίας. Η εκκλησιαστική αυτή επιδοκιμασία ανέδειξε έτσι ο,τι παντοτεινό και παγκόσμιο βρισκόταν σε μια καθαρώς μοναχική παράδοση.

John Meyendorff

ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΥΤΟ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ, ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΙΤ, ΠΟΥ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΛΗΘΗ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙ ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΔΗΛ. ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ. ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΗΠΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΣΜΟ, ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2021

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (5)

Συνέχεια από: Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2021

Hans Georg Gadamer.

"Είμαστε έτσι στο σημείο στο οποίο θέλουμε να φτάσουμε: η Χριστιανική πίστη και η Αριστοτελική οντο-θεολογία δεν συμβιβάζονται. Η αριστοτελική έννοια του Θεού δεν αντιστοιχεί στην θρησκευτική εμπειρία της μεταστροφής, στην έλευση τού Σωτήρος, της παρουσίας σαν γεγονός. Τότε πώς είναι δυνατόν να επεξεργαστούμε μία κατάλληλη εννοιολόγηση σ’αυτή την θρησκευτική εμπειρία; Αυτό υπήρξε το έργο της ζωής του Χάιντεγκερ , να σκεφτεί δηλαδή μία οντολογία που θα αντιστοιχούσε στην θρησκευτική εμπειρία με μία καλύτερη μορφή, πιο προσαρμοσμένη, πιο ανάλογη, από την αριστοτελική [το πρόσωπο και ο Έρως;]"
Προσπαθήσαμε να δείξουμε κάποια συμφωνία με την νεωτερικότητα τού Αριστοτέλη και ιδιαιτέρως μία νέα ερμηνεία τού Αριστοτέλη η οποία γεννιέται από την φαινομενολογία του Χούσσερλ και την ερμηνευτική μεταφυσική τού Μάρτιν Χάιντεγκερ.  Φανέρωσα την καθοριστική εντύπωση που μου προκάλεσε η ανάγνωση του κειμένου τού Χάιντεγκερ, όπου βρίσκουμε μία νέα ώθηση, μία διανοητική πρόκληση, που μας δείχνει έναν νέο Αριστοτέλη, έναν Αριστοτέλη, δηλαδή για τον οποίο ο λόγος είναι η γλώσσα όπως είναι στην ζωή, όπως συμβαίνει όχι μόνον στην επιστημονική έννοια, αλλά και στην πρακτική ζωή.[ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Ο ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ, Η ΓΝΩΜΗΚαι από εδώ λοιπόν συμπεραίνεται καθαρά πώς η φιλοσοφία τού Χάιντεγκερ είναι κατά κάποιο τρόπο και σημασία, η συνέχεια και η ανάπτυξη τής φαινομενολογίας του Χούσσερλ, προς την ερμηνευτική. Αυτό το φαινομενολογικό πλαίσιο είναι φανερό περισσότερο στο "Είναι και χρόνος" παρά στον τελευταίο Χάιντεγκερ. 


          Αυτό το κείμενο του 1922 εκδόθηκε με μία δική μου εισαγωγή, την προηγούμενη χρονιά. Σ'αυτή την εισαγωγή έδωσα τον τίτλο "θεολογικά νεανικά γραπτά του Χάιντεγκερ" , μιμούμενος μία αντίστοιχη έκδοση για τα γραπτά του Χέγκελ. Διότι όπως και τα κείμενα του Χέγκελ και τα κείμενα αυτά του Χάιντεγκερ, υπερβαίνουν την οποιαδήποτε θεολογική τους προσφορά. 

          Ο Χάιντεγκερ άσκησε μία μεγάλη επιρροή στην γενιά μας διότι εκτός του ότι ήταν τόσο νέος και ιδιοφυής, η ικανότης υποβολής που διέθετε, η ικανότης πειθούς, φανερωνόταν ακόμη και όταν ασχολιόταν με θέματα ιστορικό-φιλολογικά, όπως με την ερμηνεία του Αριστοτέλη ακριβώς, όπου μας βοηθούσε να δούμε με την ερμηνεία του ένα ολόκληρο παράδειγμα θεωρητικής φιλοσοφίας. Η ανάλυση της αριστοτελικής οντολογίας ήταν και μία έμμεση κριτική τής επιρροής που άσκησε στην Χριστιανική θεολογία. Ο Χάιντεγκερ με την δική του ανάγνωση, διάνοιγε έναν ιδιαίτερο φιλοσοφικό δρόμο, δρόμο σκέψης, ο οποίος θα απομακρυνθεί πολύ από την καθολική θεολογία [και θα φτάσει μέχρι τον Βουδισμό της Ανατολής, διότι δεν κατενόησε το τείχος της ελληνικής φιλοσοφίας που μας προστάτευε από το Ανατολικό αδιαφοροποίητο], αλλά δεν θα ταυτιστεί ούτε και με την προτεσταντική ή την θεολογία του Μπούλτμαν, στην οποία παραμένει ακόμη κάτι μυθολογικό και αόριστο, χωρίς φιλοσοφική αιτιολόγηση. 

          Υπάρχει όμως και άλλος ένας λόγος για τον οποίο η ερμηνεία του Χάιντεγκερ παραμένει ακόμη επίκαιρη. Παρουσιάζοντας τον Αριστοτέλη σαν την καταγωγή μίας παραμορφώσεως της Χριστιανικής Θεολογίας [δίνουν τα πάντα για να σώσουν τον Αυγουστίνο], καθότι η οντολογία του ήταν ασυμβίβαστη με το Χριστιανικό μήνυμα, ο Χάιντεγκερ πήγαινε πέραν του Αριστοτέλη τής Θωμιστικής  παραδόσεως, πέραν του Αριστοτέλη της Μεταφυσικής και της Φυσικής, και απευθυνόταν και στην Ηθική επίσης και στην Ρητορική. 

          Το θέμα της Ρητορικής είναι η κανονική (κοινή) γλώσσα, της καθημερινής ζωής, και όχι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στην επιστημονική ομιλία. Είναι η γλώσσα που βρίσκεται στο στόμα των ανθρώπων [μία προδρομική προσπάθεια από το φασιστικό πνεύμα να πάρει την μπουκιά από το στόμα των ανθρώπων] όπως αυτοί την ομιλούν επικοινωνώντας μεταξύ τους. [η αρχαία γνώμη και η σύγχρονη άποψη]. Στηριζόμενος λοιπόν στο πλαίσιο της Ρητορικής, ο Χάιντεγκερ, αναγνώριζε το αδιαχώριστο της λογικής διαστάσεως της σκέψης, από την σφαίρα των συγκινήσεων, θα λέγαμε της συναισθηματικής ζωής. Αυτό εξάλλου ήταν και το μεγάλο προσόν της Ρητορικής Θεωρίας των Ελλήνων, για την οποία διαθέτουμε μία αποφασιστικής σημασίας απόδειξη στον Φαίδρο του Πλάτωνος (259 d….). Εδώ η Ρητορική δεν είναι απλώς κολακεία, και επομένως δημαγωγία, αλλά και μία μορφή κοινωνίας, δηλαδή μεταδόσεως του αληθινού και του αγαθού (όχι της αλήθειας, ούτε της αρχής της ενότητος που είναι το επέκεινα της ουσίας Αγαθό), πάνω στην βάση ψυχολογικών προϋποθέσεων, πάνω στην ικανότητα του ρήτορος δηλαδή ,να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν να πλησιάσει τον ακροατή και να τον ερεθίσει με την ομιλία του. Αυτή ήταν η θετική πλευρά της γνωστής κριτικής του Πλάτωνος στην Ρητορική των σοφιστών, και μ'αυτή την έννοια ο Φαίδρος άνοιγε τον δρόμο για μία νέα θεωρία της ρητορικής, την οποία θα διαγράψει ο Αριστοτέλης στα τρία βιβλία της Ρητορικής, το έργο που εκθέτει την Ρητορική τεχνική και τους τρόπους με τους οποίους διδασκόταν στην Ακαδημία του Πλάτωνος. 

          Επιπλέον πρέπει να τονίσουμε πώς ο Χάιντεγκερ είχε προ οφθαλμών και την ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την σπουδαιότητα της πρακτικής αίσθησης της ζωής, της πρακτικής νοήσεως, την ΦΡΟΝΗΣΗ. Και έτσι μπορούμε να ολοκληρώσουμε σ'αυτό το σημείο λέγοντας πώς όταν ο Χάιντεγκερ ερμήνευε τον Αριστοτέλη, δεν υπολόγιζε μόνον την μεταφυσική και την ηθική, αλλά και την ψυχολογία και την ανθρωπολογία τού Σταγειρίτη. Και όλο αυτό συνδέεται με την ερμηνεία τού ΛΕΓΕΤΑΙ, στο βιβλίο Ζ της μεταφυσικής, σαν αναφορά στις σημασίες που αναδύονται στην γλώσσα που ομιλούν οι άνθρωποι επικοινωνώντας μεταξύ τους.

          Υπάρχει μία άλλη διάσημη ερμηνεία του Αριστοτέλη από τον Χάιντεγκερ, στην οποία δεν θα επιμείνουμε όμως, όπου ερμηνεύει το περί φύσεως του Αριστοτέλη, και ιδιαιτέρως το Β1. Συντάχθηκε το 1940. Στην διάρκεια του πρώτου έτους τού παγκοσμίου πολέμου. Και η καταστροφή που προξένησε φαίνεται να αντικατοπτρίζεται, κατά κάποιο τρόπο, στην διαπραγμάτευση ακριβώς τής έννοιας τής φύσεως, η οποία φύσις από την αρχαιότητα πλαισιώνει όλη την ανθρώπινη εμπειρία και πάνω στην οποία είχε εμφανισθεί με τον πόλεμο, ο κίνδυνος μίας καθοριστικής καταστροφής, που δεν αντιπροσωπευόταν μόνον από τον πόλεμο, αλλά από την υπερδύναμη της τεχνολογίας. Ακόμη και στην ωριμότητα του λοιπόν ο Χάιντεγκερ συνέχισε να ερμηνεύει τον Αριστοτέλη.  
    
          Ας επιστρέψουμε όμως τώρα στο θέμα μας, στο πέρασμα δηλαδή  από την Πλατωνική διαλεκτική στην αριστοτελική φιλοσοφία, για να είμαστε δε ακριβείς, στην μεταμόρφωση της πρώτης στην δεύτερη. 

          Ας κάνουμε όμως ξανά μία προσημείωση ερμηνευτικού χαρακτήρος. Έχουμε από το ένα μέρος τους διαλόγους του Πλάτωνος και από το άλλο τα γραπτά του Αριστοτέλη. Και τα μεν και τα δε είναι φιλοσοφικά ντοκουμέντα αλλά εξ'απόψεως λογοτεχνικής είναι διαφορετικού γένους διότι, ενώ οι Πλατωνικοί διάλογοι είναι και ένα έργο μεγάλης ποιητικής αξίας, τα γραπτά του Αριστοτέλη είναι σημειώσεις και πραγματείες για την διδασκαλία. Βεβαίως έγραψε διαλόγους και ο Αριστοτέλης, που κέρδισαν τον θαυμασμό στην αρχαιότητα σαν "flumen aureum orationis", σύμφωνα με τα λόγια του Κικέρωνος, αλλά δεν έφτασαν σε μας. Ο Werner Jaeger προσπάθησε να τους επανασυνθέσει, αλλά γνωρίζουμε καλά πώς είναι αδύνατον να επανασυνθέσουμε μία σκέψη βασιζόμενοι σε ένα απόσπασμα ή μία αναφορά. Διότι σ'αυτή την περίπτωση η σκέψη που επανορθώνεται δεν ανήκει στο πρωτότυπο, αλλά στα συμφραζόμενα μέσα στα οποία το απόσπασμα αναφέρεται. Έτσι παίζουν καθοριστικό ρόλο, στην αποκατάσταση των αποσπασμάτων και οι προθέσεις αυτού που τα αναφέρει, διότι κατά κάποιο τρόπο τα ιδιοποιείται και προσθέτει σ'αυτά σημασίες διαφορετικές από το πρωτότυπο, οι οποίες στην συνέχεια εγκαθίστανται σαν νόμιμες στην παράδοση. Γι'αυτό το πρώτο πράγμα που πρέπει να σημειώσουμε είναι πώς η Πλατωνική φιλοσοφία και η αριστοτελική είναι επεξεργασμένες σε κείμενα που χαρακτηρίζονται από διαφορετικές λογοτεχνικές μορφές, που αντιστοιχούν και στις διαφορετικές προθέσεις των συγγραφέων. 

          Η ερμηνευτική είναι ακριβώς η τέχνη που επιτρέπει να ακουστεί η πρόθεση ενός κειμένου, ειδικά εάν πρόκειται για κείμενα τόσο διαφορετικά, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνος από το ένα μέρος, και τα "χαρτιά εργασίας"  θα μπορούσαμε να πούμε, του Αριστοτέλη, από το άλλο. 

Συνεχίζεται 

ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΥΠΗΡΞΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΤΟΥ ΓΡ. ΝΥΣΣΗΣ ΑΛΛΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ. 
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΣΕ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ ΧΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΜΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΙ. ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΕΜΒΟΛΙΑΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΠΑΡΟΤΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΥ. 
ΕΧΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΕΝΑΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΗ ΑΚΙΝΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΕΙΣΑΓΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΥ ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΥ, ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ.
 ΚΑΙ ΜΕΤΡΑΜΕ ΗΔΗ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΘΥΜΑΤΑ. ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΕΝΤΟΡΦ ΜΕΙΩΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΣΕ ΘΕΟΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΛΓΚΑΚΟΦ ΜΕΙΩΣΑΝ ΤΗΝ ΥΠΕΡΟΥΣΙΟ ΟΥΣΙΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΕΣ ΣΕ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑΣ.

Αμέθυστος.