Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Γοντικάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η Λαχτάρα και οι Ανύπαρκτοι. Συζήτηση για τον γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη

Η Λαχτάρα και οι Ανύπαρκτοι. Συζήτηση για τον Γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη 

Δημήτρης Μαυρόπουλος

Ποιος ήταν ο Γέροντας Βασίλειος; Ποια ήταν η πνευματική του παρακαταθήκη και τι σημαίνει σήμερα η παρουσία και η μαρτυρία του;

Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος συζητά με τον Βασίλη Ξυδιά και τον Αλέξανδρο Περούδη για τον προηγούμενο της Ιεράς μονής Ιβήρων Γέροντα Βασίλειο Γοντικάκη, τη ζωή, τη σκέψη και το έργο του.

Μια ιδιαίτερη συζήτηση εις μνήμην, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκδημία του.


ΓΟΝΤΙΚΑΚΗΣ. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΠΟΥ ΜΕΤΕΦΕΡΕ ΤΟ ΙΕΡΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΠΑΙΟΥΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ. 
Η ΓΕΝΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΜΕ ΠΑΘΟΣ ΤΗΝ ΠΑΛΗΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΑΝ ΝΑ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΛΗΟ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΠΟΥ ΘΕΛΗΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙ, ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΜΕΝΟ ΝΕΟ ΤΥΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΣΗΜΕΡΑ. ΟΥΤΕ ΠΙΣΤΟΣ ΟΥΤΕ ΑΠΙΣΤΟΣ ΣΑΝ ΤΗΝ ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΣΡΕΝΤΙΓΚΕΡ ΤΗΣ ΚΒΑΝΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΟΥΤΙΟΥ. ΜΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΟΣ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥ SPIRITUS CREATOR. ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (9)

 Συνέχεια από:Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Του Pierre Aubenque.     

Ο εξανθρωπισμός των περιστάσεων.
     
     Αυτή η πολεμική του Αριστοτέλη θα μπορούσε να θεωρηθεί τίποτε άλλο απο μία αντίδραση τού καθαρού κοινού αισθήματος στις υπερβολές ενός κάποιου σωκρατικού ηθικισμού. Στην πραγματικότητα, μέσω της φαινομενικής του κοινοτυπίας, φωτίζει τα οντολογικά θεμέλια τής αριστοτελικής θεωρίας της Ευτυχίας. Για τους σωκρατικούς όπως αργότερα για τους στωϊκούς, το πρόβλημα ήταν να κατανοηθεί η ευτυχία μ' έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να την αποκτήσει κάθε άνθρωπος ήδη σ' αυτόν τον κόσμο, όποιες και αν ήταν οι συνθήκες τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσει ο καθένας. Αντιθέτως, ο Αριστοτέλης, υιοθετεί το λαϊκό αίσθημα, το ετυμολογικό τής ευδαιμονίας: η λέξη αποδίδει την ευτυχή συνθήκη αυτού ο οποίος στην γέννησή του έλαβε σαν τύχη έναν καλόν "δαίμονα", ο οποίος θα του εξασφαλίσει μία καλή μοίρα. Υπάρχει η ανάγκη ενός μεγάλου μέρους "τύχης"-γεννημένοι ευγενείς, μία καλή υγεία, η πλούσια κληρονομιά και γενικώς ευνοϊκές περιστάσεις-για να είμαστε ευτυχείς. Χρειαζόταν λοιπόν τόση φιλοσοφία για να επιστρέψουμε στο λαϊκό αίσθημα, το οποίο εξαρτά την ευτυχία απο την τυχαιότητα;
          Σ'αυτή την κριτική, στην οποία υπέβαλλαν την Αριστοτελική ηθική, οι επόμενοι αιώνες, ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να απαντήσει δύο πράγματα. Κατά πρώτον, αυτά τα "εξωτερικά αγαθά" που εξαρτώνται απο την τύχη είναι βεβαίως μία αναγκαία συνθήκη, αλλά δέν είναι επαρκής, για την ευτυχία: η παρουσία αυτών των ευνοϊκών συνθηκών πρέπει να λαμβάνεται σαν δυνατότητα εκπληρώσεως ενός υψηλότερου τέλους και χωρίς την νοητική αρετή τής φρόνησης, υπάρχει ο κίνδυνος της απώλειας ή της σπατάλης αυτής της δυνατότητος. Κατά δεύτερον οι περιστάσεις και ο περίγυρος δέν είναι ποτέ τόσο σκληρές, τοσο καθοριστικές ώστε να μήν μπορούν να οργανωθούν μ' έναν τέτοιο τρόπο ώστε να χρησιμοποιηθούν μ' έναν ευνοϊκό τρόπο (αυτό που ο Μάρξ θα ονομάσει "να μορφοποιηθούν οι συνθήκες μ' έναν ανθρώπινο τρόπο).
          Με αριστοτελικούς όρους η σχέση ανάμεσα στο πνευματικό αγαθό και τις εξωτερικές συνθήκες μπορεί να θεωρηθεί μία ιδιαίτερη περίπτωση της σχέσεως ανάμεσα στην μορφή, το είδος και την ύλη. Η ύλη μπορεί και μάλιστα κατά κάποιο τρόπο "θέλει" να μορφωθεί, να μορφοποιηθεί. Αλλά δέν είναι "λευκός πίνακας" ένα τίποτα που μπορεί να χειραγωγηθεί κατα βούλησιν. Υπηρετεί σαν θεμέλιο και βάση για έναν ανώτερο καθορισμό μόνον επειδή υφίσταται λόγω της ίδιας της τής αρετής αυτής και αντιστέκεται έμπρακτα στην ενέργεια τής μορφής, του είδους [είναι ένα όριο].
          "Ο άνθρωπος που είναι στ'αλήθεια καλός και σοφός ανάμεσα στις πράξεις που τού παρουσιάζονται πραγματοποιεί πάντοτε τις ωραιότερες, όπως ακριβώς και ο καλός στρατηγός χρησιμοποιεί τον στρατό που διαθέτει με τον πιό αποτελεσματικό τρόπο, στον πόλεμο, και ο καλός παπουτσής, με το δέρμα που τού δίνεται δημιουργεί το πιό ωραίο παπούτσι και όπως ακριβώς συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο και όλοι οι άλλοι τεχνίτες" (1101 α 1-6). Σ'αυτούς τους υπολογισμούς στηρίζεται στην συνέχεια, στο βιβλίο Ι των Ηθικών Νικομάχειων, η αναφορά τής πολιτικής σαν την κατεξοχήν ηγεμονική επιστήμη. Η πόλις είναι ο μοναδικός τόπος στον οποίο ο άνθρωπος βρίσκει όχι μόνον το ευνοϊκό περιβάλλον για την ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών, και για την κυριαρχία του εξωτερικού κόσμου και την καλύτερη δυνατή χρήση του, αλλά και την πνευματική πατρίδα στον κόλπο της οποίας μπορεί να αναπτύξει τις πιό υψηλές του δυνατότητες. Η πόλις ιδρύθηκε κατ'αρχάς για να υπηρετήσει την ζωή, αλλά στην συνέχεια υφίσταται εν όψει του Ευ ζείν". Καθότι τόπος στον οποίο διαμορφώνονται οι περιστάσεις και δημιουργούνται οι συνθήκες που είναι οι πιό κατάλληλες στην ζωή και στο Ευ ζείν, η πολιτική είναι το αναγκαίο πέρασμα πρός την τελειότητα. Αυτό προέρχεται απο την φύση του ανθρώπου η οποία τον κάνει ένα "ζώον πολιτικόν", κάτι που τον ξεχωρίζει ταυτοχρόνως απο τα θηρία και απο τον Θεό: "Όποιος θα ζούσε φυσικά, και όχι τυχαία, έξω απο κάθε πόλη, θα ήταν ένα όν ή εκφυλισμένο ή υπεράνθρωπο".

Συνεχίζεται

Η ΜΕΣΗ ΟΔΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ, ΣΤΗ ΣΚΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ, ΣΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΗΡΞΑΝ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΓΟΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΕΛΑΒΑΝ ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ Woke ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ. ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΔΩΣΕ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΣΤΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ. ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ. Η ΜΑΧΗ ΑΥΤΗ ΞΑΝΑΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΕΝΙΑ ΑΛΩΝΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ  ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΙΣΙΟ. ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΑΣ ΑΝΑΡΩΤΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΕΓΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ.Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΝΤΟΠΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΦΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΙΟΥΤΟΤΡΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΜΕ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

Αμέθυστος.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Πατήρ Βασίλειος Γοντικάκης Ο αγαπητός μας Γέροντας

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

«Προγεύομαι τη μέρα της εξόδου μου και της νεκρωσίμου ακολουθίας στον Άγιο Αθανάσιο (τον ναό τού κοιμητηρίου της Μονής). Περιμένω τη μεγάλη γιορτή στο κοιμητήριο της Ιβήρων. Θα είμαι εκεί και θα απολαμβάνω. Και το κελί μου θα βλέπω και όλους σας. Θα φύγω, αλλά θα είμαι εδώ… », έλεγε ο πατέρας Βασίλειος κατά τις τελευταίες ημέρες της νοσηλείας του. «Να με ράψετε ολόκληρο στον μοναχικό μανδύα, να μη φαίνεται ούτε το πρόσωπο. Ραμμένο, ραμμένο, θέλω να είμαι ραμμένος… Ο τάφος δεν είναι πέρασμα στο θάνατο, αλλά στη ζωή, την όντως ζωή».

Μετά από λίγο έπαυσε να μιλά, καθώς προσηλωνόταν στην έξοδο του από τον κόσμο. Έτοιμος από πάντα να αναχωρήσει εκ του κόσμου τούτου, καθώς ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου, έχοντας εισέλθει στο αειφόρο ρεύμα της αενάου ζωής.

Ο θάνατος τεθανάτωται, ήταν μία από τις προσφιλείς εκφράσεις του. Αυτή η υπέρβαση τού έδινε τη δύναμη της ανατροπής όλων των σχημάτων, που χαρακτήριζε τους λόγους και τα γραπτά του. Οι συγγραφές του μια συνεχής αναμόχλευση των ανθρωπίνων και της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίστευε στους αφανείς εν Χριστώ, τους κρυμμένους, τους ανύπαρκτους. Η αιμορροούσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα στο οποίο συχνά αναφερόταν. Η γυναίκα υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε δαπανήσει στους γιατρούς το βιός της χωρίς να δει όφελος. Πλησίασε τον Ιησού από πίσω και άγγιξε την άκρη του ιματίου του. Ο Ιησούς, χωρίς καν να την έχει δει, ένιωσε να φεύγει δύναμη από πάνω του, ενώ τον συνέθλιβαν τα πλήθη. Η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του Ιησού την έκανε να ξεχάσει τον φόβο της. Αρκείται στο άγγιγμα του ιματίου του Κυρίου. Η αδυναμία της μετατράπηκε σε δύναμη πίστεως. Εξ ου και ο λόγος που της απηύθυνε ο Ιησούς∙ Θάρσει θύγατερ. Την αποκαλεί «θυγατέρα» και την καθιστά υγιή, αποκαθιστώντας και την πραγματική της υπόσταση.

Οι αφανείς, οι ανύπαρκτοι, είναι που συμμετέχουν για τον Βασίλειο στη Βασιλεία των ουρανών. Οι ανύπαρκτοι και οι ελάχιστοι για τον κόσμο είναι αυτοί που βρίσκονται κοντά στον Χριστό και ζουν μέσα στη Χάρη του. Η σκέψη, η ζωή, η ύπαρξη του ήταν στραμμένες στον ουρανό. Ουράνιες ελλάμψεις τον εξακόντιζαν πάνω και πέρα από τα γήινα, ώστε να ομιλεί με μια γλώσσα που δεν διαβρωνόταν από τα εγκόσμια πράγματα. Η Χάρις του Θεού τον στεφάνωνε, και από τη Χάρη του Θεού αντλούσε τη δύναμη να μιλά και να γράφει. Εάν το Άγιον Όρος είναι η νοητή ναυς που πλέει μέσα στους αιώνες χωρίς να αλλοιώνεται, ο Βασίλειος είναι ένας φάρος αλήθειας στην τρικυμισμένη θάλασσα του κόσμου. «Είναι» όχι «ήταν», γιατί ο Βασίλειος είναι ζωντανός, και όχι μόνο στις καρδιές μας.

Στην τελευταία τηλεφωνική μας επικοινωνία δέκα μέρες πριν από την μοιραία πτώση του, μου είχε πει: «Δεν είμαι θεολόγος». Πράγματι, δεν είναι θεολόγος. Ο Βασίλειος είναι κατά βάση λογοτέχνης. Αλλά τι λογής λογοτέχνης; Την απάντηση έδωσε ο ίδιος, μιλώντας για τον αββά Ισαάκ τον Σύρο που τόσο αγαπούσε: «Και για τη λογοτεχνία και εξομολόγησι των λογοτεχνών; Τις ξέρει, τις καταλαβαίνει, τις γνωρίζει, τις δέχεται. Είναι και ο ίδιος λογοτέχνης Και τόσο πολύ λογοτέχνης, που φτάνει στο σημείο να μην είναι. Έχει ξεπεράσει τη λογοτεχνία και βρίσκεται στον επέκεινα χώρο, όπου οδηγεί τον άνθρωπο ο αληθινός πόνος και ο καημός της λογοτεχνίας… Έτσι, από την πολλή ανθρωπιά, την οποία πετυχαίνουν με τον αγώνα και τον κόπο που καταβάλλουν, οι αληθινοί λογοτέχνες μπορούν να προχωρήσουν φυσιολογικά στη θεανθρωπία. Ο λόγος και η ύπαρξι τού λογοτέχνη εγκεντρίζεται στην αιώνια ζωή. Τρέφεται απ’ αυτήν. Τρέφεται από τον ένα Λόγο, ‘‘δι’ ου τα πάντα εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν’’ (Ιω. 1, 3). Τότε βρίσκουν αυτό που προσδοκούν. Ψηλαφούν αυτό που υπαινίσσονται και ενσαρκώνουν αυτό που επιθυμούν. Συνεχίζουν τον αγώνα τον λογοτεχνικό. Τους δίδεται το ανέφικτο, τους χαρίζεται εκείνο που ‘‘επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη’’ (Α΄Κορ. 2, 9). Δεν σταματά κάπου η πορεία, η επέκτασι, η άνοδος. Συνέχεια προχωρείς. Απεκδύεσαι την προβολή. Εγκαταλείπεις την άμυνα. Όλα σου κάνουν καλό. Με άλλο ασχολείσαι. Αποφεύγεις τα ανθρώπινα και βρίσκεις τους ανθρώπους. Φτάνεις στη σιωπή. Και μιλά με άλλο τρόπο ο λόγος και η ζωή σου».*

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει έτσι για τη λογοτεχνία αν δεν είναι αληθινός λογοτέχνης. Ο Βασίλειος αναφέρεται πρωτίστως στον αββά Ισαάκ αλλά αναφέρεται εξίσου και στον ίδιο, και σε όλους εκείνους που τους κατακαίει ο καημός της λογοτεχνίας, και λαχταρούν δια της λογοτεχνίας να γίνουν μέρος του Λόγου, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Ο καημός της λογοτεχνίας συνοψίζεται στη φράση του Ρωμανού του Μελωδού: Δος μοι λόγον Λόγε, μη σιγών παρέλθης με, συ ει εν τω πάσχειν και εν τω μη πάσχειν, συ ει θνήσκων σώζων.

Τα γραφόμενα και τα λόγια του στάθηκαν για μένα οδηγός και πηγή έμπνευσης. H εκτεταμένη αναφορά του στον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο σε μια συζήτησή μας στη Μονή Σταυρονικήτα, στάθηκε αφορμή για τη συγγραφή τού βιβλίου μου Θηριομαχία. Όπως και η φράση του Νικολάου Καβάσιλα, Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος, που μου είπε βαδίζοντας κατά την περιφορά της Παναγίας της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων όντας ηγούμενος, και όσα μου είπε κατά καιρούς για τον αββά Ισαάκ και τον Ντοστογιέβσκη, γράφτηκαν στην καρδιά μου με ανεξίτηλα γράμματα. Και ήρθε «Η Μεγάλη Ιδέα ενός Μικρού Λαού» για να ενώσει τα διεστώτα, τον Ηράκλειτο με τη λατρεία του Μονογενούς Υιού του Θεού, και να αναπαύσει τις ψυχές μας.

«Είμαστε μαζί, προχωράμε μαζί», μου έλεγε. Γέροντα, εσύ προχωράς, μας αγκαλιάζεις και μας παίρνεις μαζί σου, και τώρα κοντά στον ουράνιο Πατέρα εύχεσαι για μας, και η ολόφωτη Παρουσία σου μας συνοδεύει σε κάθε μας βήμα.

 Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι.Μ.Ιβήρων, Φως Χριστού φαίνει πάσι, σελ. 86-89, Ι.Μ. Ιβήρων.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Κλέος ἀέναον θνητῶν


Ἀρχιμ. Βασιλείου

Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων


ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Κλέος ἀέναον θνητῶν

Θεολογική προσέγγισι

Ιερά Μονή Ιβήρων, 2025

Εἰσαγωγικά

Όταν πήγα νὰ μιλήσω σε κάποιον γιὰ τὸν Ηράκλειτο, ἀντέδρασε ἀπότομα λέγοντας μου: Δὲν μ' ἐνδιαφέρουν οἱ φιλοσοφίες τῶν ἀρχαίων, οὔτε τῶν νέων. Δὲν ἔχω διάθεσι νὰ ἀκούσω καὶ ἄλλες θεωρίες.

Στὴν ἀντίδρασι αὐτὴ πόνεσα γιατί συμφωνοῦσα. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίδρασι τοῦ ἴδιου τοῦ Ἡρακλείτου ποὺ τὸν κάνει ἀείποτε οἰκεῖο καὶ ἀγαπητό.

Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ φιλοσοφικὲς ἀπόψεις καὶ ἀνθρώπινα δοξάσματα. Οὔτε γιὰ ποιητικές καλλιέπειες, ἔστω καὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς Σαπφοῦς. Τὰ ἀφήνει ὅλα στὴν ἄκρη καὶ πάει παραπέρα. Αὐτὸ τὸν καθιστᾶ συνέχεια σύγχρονο καὶ ἐνδιαφέροντα γιὰ ὅλους ὡς παρόντα καὶ ἀπόντα. Μᾶς κρίνει καὶ μᾶς προβληματίζει μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς καὶ τῆς δουλειᾶς του. Τὰ ξεπερνᾶ ὅλα, καὶ τὸν ἑαυτό του.

Φτάνει στὸ ἀνέλπιστο, ὅπου ὅλα ὑπάρχουν καὶ συλλειτουργοῦν ἄλλως.

Γεννήθηκε στὴν Ἔφεσο. Ἐκεῖ ἔζησε, πέθανε καὶ ἀναστήθηκε τὸ μεγάλο καὶ ἀείφυλλο δέντρο τῆς ὑπάρξεώς του ποὺ κάλυψε τὴν οἰκουμένη. Κατέστη φύλακας ζώντων καὶ νεκρῶν, ὑλιστῶν καὶ ἰδεαλιστῶν σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι.

Ζῶντας μέσα στὴν ἐλευθερία καὶ τὴ χάρι τοῦ ὀρθοδόξου Πνεύματος συγκινείσαι ὅταν συν αντᾶς κάποιον συγγενῆ στὰ ξένα, ποὺ εἶναι οἱκεία. Κάποιον ποὺ βλέπει καὶ ζῆ τὰ πράγματα ὡς ἀφιερωμένος στη μία Ἀλήθεια.

Ἀκοῦς τὸν Κύριο νὰ λέη: «οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραήλ τοσαύτην πίστιν εὔρον» (Ματθ. 8, 10,). Αὐτὸ συμβαίνει στο μέγιστο βαθμὸ μὲ τὸν Ἡράκλειτο ποὺ μὲ τὸ πλησίασμά του σὲ ἐκπλήττει. Σὲ κρίνει καὶ σὲ ἐλευθερώνει. Γιατὶ ἐνῶ ζῆ τόσες χιλιετίες πρίν, βρίσκεται ἀγωνιζόμενος τόσο κοντά. Σὰ νὰ τὸν γνώριζες πρὶν τὸν συναντήσης. Σὰ νὰ σὲ εἶχε ἐπηρεάσει πρὶν τὸν γνωρίσης. Σὰ νὰ μὴν λέη τί ποτε δικό του. Ἀλλὰ ἐξαφανιζόμενος ὁ ἴδιος σε ἀφήνει νὰ ἀκούσης τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς Θεὸν Λόγου καὶ νὰ ἐλλαμφθῆς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ποὺ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται. Σὰ νὰ τρεφώμαστε ἀπὸ τὴν ἴδια πηγή. Μιλᾶμε τὴν ἴδια γλώσσα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ σὲ παραξενεύει καὶ σὲ ἀναπαύει. Ὅλα εἶναι προλεγόμενα (προεόρτια) καὶ ἐπιλεγόμενα (μεθέορτα) τοῦ Ἑνὸς γεγονότος ποὺ λέγεται Ἡράκλειτος. Αὐτὸς μπαίνει στὴν ἱστορία τοῦ πνεύματος ὡς ἕνα ἕκτακτο φαινό μενο ἀπειλητικῆς καταιγίδας, ποὺ τρομάζει τὸν κόσμο. Κρίνει τὶς ὑπάρχουσες αὐθεντίες τῆς φιλοσοφίας, τῆς ποιήσεως, τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς λατρείας. Δὲν ἀφήνει τίποτε χωρὶς νὰ τὸ περάση κάτω ἀπὸ μιὰ ἀμείλικτη κριτική. Αὐτὸ προκαλεῖ τὴν ἀντίδρασι τῶν συγχρόνων του που τὸν φορτώνουν ἁμυνόμενοι μὲ τοὺς πιὸ βαρεῖς χαρακτηρισμούς· τοῦ σκοτεινοῦ, ὑπερόπτη, όχλο λοίδορου, κοκκυστή... Μὲ τὴ συμπεριφορὰ καὶ τοὺς λόγους των τὸν διώχνουν.

Ἀπομακρύνεται, φεύγει. Συνεχίζει τὸν ἀγῶνα του. Διζεῖται έωυτόν. Ψάχνει τὸν ἑαυτόν του. Ὅλα τὰ ἀκούει, τὰ βλέπει, τὰ ὀσφραίνεται μὲ τὶς αἰσθήσεις ποὺ διαθέτει.

Σὰν μαγνητική βελόνη στρέφεται ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξί του στὴ μία κατεύθυνσι. Σαν λαγωνικό μυρίζεται τὸ θήραμά του, ποὺ γι' αὐτὸν εἶναι πολὺ κοντὰ καὶ γιὰ τοὺς πολλοὺς εἶναι ἀνύπαρκτο. Κτυπιέται ὁλόκληρος καὶ τρέχει. Τὰ ἐγκαταλείπει ὅλα. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τίποτε ἄλλο, πέρα ἀπ' αὐτὸ τὸ ἕνα. Φαίνεται παράξε νος καὶ μονομανής. Δημιουργεί προβλήματα καὶ ἀπορίες στοὺς συγχρόνους του. Εἶναι ἀκατα-νόητος, μὲ ἀδικαιολόγητη συμπεριφορά. Δὲν ἀναπαύεται πουθενά. Οὔτε μπορεῖ νὰ κάνη κάποια ἔργα ποὺ ἐκτιμοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του. Δὲν σταδιοδρομεῖ ὅπως οἱ πολλοί. Τὰ θυσιάζει ὅλα καὶ βγαίνει στὴν ἀναζήτησι τοῦ ἑνός.

Αὐτὸ εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς του καὶ ὁ λό γος τῆς ὑπάρξεώς του. Γιὰ νὰ τὸ πετύχη ἀρνείται ὅ,τι τοῦ προτείνουν ὡς μόρφωσι καὶ ἀπασχόλησι. Ἀπεκδύεται τὰ κληρονομικά προνόμια ποὺ θεωρεῖ φορτία γιὰ τὴν ἀναζήτησι. Παραδίδει στὸν νέωτερο ἀδελφό του τὸ προνόμιο νὰ προΐσταται στις πανηγύρεις. Κρίνει καὶ κατα κρίνει ὅλες τὶς αὐθεντίες του καιρού του. Άπο φαίνεται ὅτι οἱ πολλοὶ εἶναι κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί. Δὲν δέχεται νὰ συμμετάσχη στη διοίκησι τῆς πόλεως· οὔτε νὰ νομοθετήση. Γιατὶ ἔχουν παραδοθή ὅλοι σὲ πονηρὰ πολιτεία. Ἔκθειάζει τὸν ἄριστο ποὺ τὰ θυσιάζει ὅλα χάριν τοῦ ἑνὸς καὶ καθίσταται τὸ κλέος, ἡ δόξα καὶ τὸ καύχημα τῶν θνητῶν.

Γιὰ νὰ ἐπιτευχθῆ τὸ αἰτούμενο πρέπει νὰ τὰ ξεπεράση ὅλα, νὰ τὰ θυσιάση, νὰ τὰ χάση. Νὰ θυσιάση καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν του γιὰ νὰ βρῆ τὸ ἕνα, ποὺ διοικεῖ καὶ διοργανώνει τὰ πάντα. Καὶ ἀποδεικνύει ὅτι τὰ πάντα στὸ τέλος εἶναι ένα.

Κάτι ὑπάρχει ποὺ εἶναι πολὺ μακρινὸ καὶ ταυτόχρονα οἰκεῖο. Αὐτὸ διοργανώνει καὶ ρυ θμίζει τὰ πάντα χωρὶς νὰ ἐνοχλή κανένα.

Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ τὰ θυσιάσης ὅλα καὶ τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ βρῆς αὐτό. Χωρὶς τὴν εὔρεσί του όλα σβήνουν, γκρεμίζονται στὸ σκοτάδι, σω ριάζονται σὰν σκουπίδια.

Ὅταν βρεθῆ αὐτὸ ὅλα ἐρμηνεύονται. Άπο κτοῦν νόημα. Παίρνουν τὴ θέσι τους στὸ ἕνα συλλείτουργο τῶν πάντων. Ψάχνει τὸν ἑαυτό του (δὲν ἔχει ἄλλον). Δι' αὐτοῦ ψάχνει καὶ ζητὰ τὰ πάντα. Μελετᾶ ὅλους τοὺς ἄλλους, ποὺ τὸν βοηθοῦν θετικὰ ἢ ἀρνητικά.

Δὲν μπορεῖ νὰ ἀναπαυθῆ στὴν ψευτιά. Δὲν θέλει νὰ διαπρέψη στη φθορά. Ὁ ἄνθρωπος δὲν χωρά στη φθαρτὴ κίνησι τῆς φθορᾶς. Ἀρνείται νὰ σταδιοδρομήση σ' αὐτὸ τὸ χώρο μ' αὐτὴ τὴ λογική.

Εἶναι θαυμάσιος ἐκ παίδων. Διαγράφει μια πορεία πραγματικής θυσίας.
Προχωρεῖ ἀπὸ τὴν ἄγνοια τῆς νεότητος στη γνῶσι τῆς τελειότητος.
Ἀπὸ τὴ γνῶσι στὴν πίστι.
Ἀπὸ τὸν κάματο στὴν ἀνάπαυσι.
Ἀπὸ τὴν ἐπανάστασι στὴν ὑπακοή.
Ἀπὸ τὴν ἀντιλογία στὴν ὁμολογία.
Ἀπὸ τὴ φθαρτὴ κίνησι τῶν φθαρτῶν στὴν ἀἱδια τῶν ἀϊδίων.
Ἀπὸ τὸν ὀρυμαγδὸ τοῦ πολέμου στη χαρὰ τοῦ παιχνιδιού.

Ἀπὸ τὴν ἄρνησι νὰ πολιτευθῆ καὶ νὰ νομο-θετήση στη γενέτειρά του πόλι στὸ νὰ ἀναδείξη τὴν οἰκουμένη μιὰ πόλι, ὅπου νομοθετεῖ ὁ θεῖος νόμος ποὺ ἐξαρκεῖ πᾶσι καὶ περιγίνεται (Απ. 114. Οἱ παραπομπές στὸν Ηράκλειτο ἀφοροῦν τὴν ἔκδοσι Η. Diels - W. Kranz. Die Fragmente der Vor-sokratiker. Ὁ ἀριθμὸς μετὰ τὴν ἔνδειξι Ἀπ. άφορά δικά του ἀποσπάσματα, ἐνῶ αὐτὸς μετὰ τὴν ἔνδειξι Τest. παραπέμπει σε μαρτυρίες ἄλλων συγγραφέων γιὰ τὸν Ηράκλειτο.).

Ἀπὸ τὴν ἀπόρριψι σχεδὸν ὅλων μὲ τὸν ἀφο ρισμό: «οἱ πολλοὶ κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί», στὴν ἀποδοχὴ ὅλων, ὡς δυνάμει ἀγαθῶν, μὲ τὴν ὁμολογία: «πᾶσι μέτεστι γινώσκειν έωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν» (Απ. 116).

Ἐνῶ στὸ χῶρο τῆς φθορᾶς δὲν μποροῦν ὅλα νὰ πρωτεύσουν (εἶναι ἀδύνατο καὶ ἀνάξιο λόγου). Μποροῦν ὅμως νὰ ταπεινωθοῦν προσφερόμενοι στὸν ἕνα καὶ νὰ ἀναδειχθοῦν κλέος ἀέναον θνητῶν. Βρίσκει τὸ ἕνα ποὺ τοῦ χαρίζει τὰ πάντα. Καὶ ζῇ αὐτὴ τὴ γνῶσι ὡς ἐπιστροφή πρὸς ὅλους καὶ δικαίωσι τῶν πάντων. Τοὺς ἀναφέρει τι συμβαίνει καὶ ποῦ καταλήγει: Ενώ ἔκρινα τοὺς πάντας γιατὶ δὲν μὲ ἀνέπαυαν, βρήκα κάποιον ποὺ δὲν τὸν κρίνω, ἀλλὰ αὐτὸς μὲ κρίνει. Αὐτὸς εἶναι τὸ κριτήριο τῆς ἀλήθειας, Τὸν δέχομαι. Μὲ ἀναπαύει, γιατὶ ἀναπαύει ὅλους. Γι' αὐτὸν ὅλα εἶναι καλά. Αὐτὸς ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται. Μετέχοντες αὐτοῦ ἀληθεύομε, ἰδιάζοντες ψευδόμεθα...

Βρῆκα τὸ ἀνέλπιστο ποὺ ζητοῦσα, ποὺ μοῦ χαρίζει τὰ πάντα γιὰ χάρι τῶν πολλῶν.

Βρήκα τὸ ἕνα ποὺ εἶναι ἐπιτυχία, εὐαγγέλια χαρᾶς γιὰ ὅλους. Ἀλλιῶς ἂν δὲν εἶναι χαρὰ γιὰ ὅλους, δὲν εἶναι γιὰ κανένα.

Δὲν νίκησε τελικὰ ὁ Ἡράκλειτος ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ διοικεῖ τὰ πάντα διὰ πάντων, ἄρα νικᾶ ἡ οἰκουμένη. Δὲν ἐπιβάλλεται μὲ τὴ δύναμι τῶν στοχασμῶν του, οὔτε μὲ τὴν εὐγλωττία τῆς ποιήσεως. Ἀλλὰ λάμπει μὲ τὴ μαρμαρυγὴ τῆς πίστεως καὶ τὴν τόλμη τῆς θυσίας τῶν πάντων καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του. Βρήκε τὸ ἕνα που σώζει ὅλους. Βγήκε ἀπὸ τὴ φθαρτὴ κίνησι τῶν φθαρτῶν καὶ πέρασε στὴν ἀΐδια τῶν ἀἰδίων. Τοῦ χαρίστηκαν τὰ πάντα χάριν τῶν πολλῶν. Αὐτὰ δὲν τὸν ὁδηγοῦν στὴν ἔπαρσι τῆς οἰήσεως ἀλλὰ στὴν ὁμολογία τῆς ἀλήθειας καὶ στὴν ὁμόνοια τῆς εἰρήνης ποὺ σώζει ὅλους.

Αὐτὸ λέγεται μὲ τὴ φράσι: «πᾶσι μέτεστι γινώσκειν ἑωυτοὺς καὶ σωφρονεῖν» (Απ. 116). Εἶναι δυνατὴ γιὰ ὅλους ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ φρόνησι.

ΣΧΟΛΙΟ: ΑΥΤΟΣ Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ ΜΗΠΩΣ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΚΡΥΜΕΝΟ ΜΑΣ ΕΑΥΤΟ; ΒΡΗΚΑΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΠΙΣΤΗΣ. ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΟΥΜΕ; ΟΛΑ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΔΥΣΚΟΛΑ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.  Η ΕΠΟΧΗ ΜΆΣ ΦΟΡΤΩΣΕ ΜΕ ΕΓΩ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕ ΣΑΦΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΡΥΨΑΜΕ ΤΟ ΕΓΩ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΟ. ΑΠΕΤΥΧΕ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΕΤΕΡΟΤΗΣ. ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ.ΟΠΟΤΕ; ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΦΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΤΟΥ ΓΑΛΙΛΑΙΟΥ, ΣΑΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ, ΚΥΡΙΕΥΣΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ; 
ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΟΠΩΣ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ ΡΩΤΗΣΑΝ ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ. ΕΙΔΟΜΕΝ.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

π. Ευάγγελος: Από τον π. Βασίλειο Γοντικάκη στον όσιο Ισαάκ Σύρο



Τα Ευρεθέντα ασκητικά του οσίου Ισαάκ του Σύρου έχουν εμπνεύσει αγίους και γέροντες μέσα στους αιώνες. Ανάμεσά τους και ο μακαριστός π. Βασίλειος Γοντικάκης, στον οποίο αφιερώνει αυτή την ομιλία ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου.


ΘΟΛΩΝΕΙ ΤΑ ΝΕΡΑ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΧΝΗ. ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ.  Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΙΣΧΥΣΗ.

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Ιερομόναχος Βασίλειος (Γοντικάκης): Η ευλογία και το χρέος να είσαι Αγιορείτης


Αγίων και Γερόντων παραινέσεις
20.10.2025

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Από την ομιλία που έγινε μετά την αγρυπνία της αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας (29) Οκτωβρίου 1977) στην Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους από τον τότε Καθηγούμενο της Ι. Μονής Σταυρονικήτα Αρχιμ. Βασίλειο (Γοντικάκη).

Δεν θέλω να σας κουράσω, γιατί όλοι περάσαμε αυτή τη μεγάλη νύχτα, που έγινε φυσικά μικρή με τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου και τη βοήθεια της Αγίας Αναστασίας, στην εκκλησία μέσα. Συγχρόνως νομίζω ότι κάθε φορά που πάει να πει κανείς μερικά λόγια στο Άγιον Όρος, αισθάνεται ότι είναι και περιττά, γιατί μόνη της η σιωπή μιλά στον ιερό μας Τόπο.

Θυμάμαι έναν επισκέπτη που είχε πεί κάποτε: «Μα τι κάνετε τόση ώρα μέσα στην εκκλησία; Δεν μπορώ να καταλάβω πώς περνάτε τόσες ώρες, κοιμάστε; Εγώ δεν μπορώ να καθήσω άπραγος. Θέλω κάτι να κάνω, αλλοιώς θα με πιάσουν τα νεύρα μου».

Κι έτσι που τα έλεγε ο άνθρωπος αυτός, τον δικαιολογούσα. Δεν είχα όμως εκείνη τη στιγμή να του πω κάτι. Μετά από λίγες μέρες μπαίνοντας στην εκκλησία ένοιωσα την απάντηση:

Λέω, οι αγιορείτες μπαίνουν μέσα στην εκκλησία. Κάνουν το σταυρό τους. Προσκυνούν τις εικόνες. Κάθονται στο στασίδι. Και απλώς μένουν μέσα στην εκκλησία.

Σάματι τι κάνει το μωρό που είναι μέσα στη μήτρα της μάνας του, δεν κάνει απολύτως τίποτα, αλλά απλώς μένει μέσα στη μήτρα της μάνας του, και συνέχεια αυξάνει.

Κι εμείς είμαστε μέσα στη μήτρα της μάνας μας. Και βλέπομε ότι οι σχέσεις που έχομε με την Εκκλησία είναι σχέσεις οργανικές Και μπορεί να κάθεται κανείς μουγκός. Να φαίνεται ότι δεν κάνει τίποτα. Ή να φαίνεται ότι λέει συνέχεια τα ίδια πράγματα. «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον…». Ή να φαίνεται ότι με τα τεριρέμ κάποιον νανουρίζει. Ή ότι απλώς αναβοσβήνει τα καντήλια. Και όμως ουσιαστικά γίνεται με ολ’ αυτά κάτι πάρα πολύ μεγάλο και πάρα πολύ γερό.

Έτσι καταλαβαίνομε, γινόμενοι αγιορείτες, την παραβολή που είπε ο Κύριος: «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα». Νοιώθει κανείς ότι, ζώντας μέσα στο Άγιον Όρος, μπαίνοντας μέσα σε μια ακολουθία αγιορείτικη, γίνεται ένα κλήμα της αμπέλου της ζωής. Νοιώθει αθόρυβα και διαρκώς, να έρχωνται ζωοπάροχοι χυμοί στο κλήμα αυτό από βαθειές ρίζες. Και τούτο είναι το μεγάλο που έχομε εδώ: οι βαθειές ρίζες, η Παράδοση.

Όταν ένας ψάλτης Αγιορείτης ψάλλει, κάνει κάτι πολύ σπουδαίο. Και δεν εκτιμά κανείς αυτόν που ψάλλει καλά, αλλά αυτόν που είναι Αγιορείτης. Μακάρι να κραυγάζει, να κάνει παραφωνίες. Είναι καλίτερες αυτές οι αγιορείτικες παραφωνίες από τις κοσμικές αρμονίες. Γιατί όταν ψάλλει ένας Αγιορείτης ψάλτης, δεν ψάλλει αυτός μόνος. Δεν διατυπώνει μια άποψη δική του με μουσικούς φθόγγους. Φτάνει δι’ αυτού η φωνή μιας παραδόσεως μακράς, και η ελευθερία που του χάρισε η υπακοή στην παράδοση αυτή.

Και δεν είναι μόνο οι ψάλτες που ψάλλουν «ξένως». Ψάλλουν και οι Άγιοι που δεν μιλούν και είναι παρόντες μαζί μας. Ψάλλουν και τα γεροντάκια τα, οποία βρίσκονται εδώ. Ο γέροντας μοναχός που σιγά-σιγά έσυρε τα βήματά του για να ασπαστεί το άγιο λείψανο της αγίας Αναστασίας.

Έτσι λοιπόν νοιώθομε, όπως είπε ο Γέροντάς σας [ο Αρχιμανδρίτης Γεώργιος (Καψάνης)], αυτή τη μεγάλη ευλογία που έχομε να βρισκόμαστε στο Άγιον Όρος. Να βρισκόμαστε μέσα στην άγια μήτρα της μητέρας μας της Εκκλησίας. Τι μεγάλο πράγμα είναι αυτό!

Και όταν καθόμαστε στην αγρυπνία και αγρυπνούμε και μας δίδει τη χάρη ο Θεός, εκείνη την ώρα η ανάσα η βαθειά που παίρνομε, φέρνει παράκληση που φθάνει «εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν». Αυτή η ίδια παράκληση και η αγαλλίαση ουσιαστικά φθάνει και εις πάντας τους αδελφούς μας τους ταλαιπωρημένους, τους δυσκολεμένους, τους βασανισμένους, που ζουν μέσα στον κόσμο. Οπότε ζώντας εμείς σωστά μέσα εδώ και ευγνωμονώντας τον Κύριο, αληθινά κηρύττομε και βοηθούμε όλους τους άλλους. «Εν σώμα εσμέν οι πολλοί».

Συνεχίζεται
Απόσπασμα από την ετήσια έκδοση της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, «Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β’, έτος 1978, τεύχος 3.

Ιερομόναχος Βασίλειος (Γοντικάκης): Η ευλογία και το χρέος να είσαι Αγιορείτης - Pemptousia

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα (Antifono.gr) Ομιλία του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη

 

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα (Antifono.gr)
Ομιλία του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη

https://www.youtube.com/watch?v=5hca5P0v_m0


Μετά από όλα αυτά, νομίζω, μπαίνω κατευθείαν στο θέμα.

Εάν είχαμε περισσότερη άνεση χρόνου, θα προτιμούσα να μιλήσω προφορικά. Επειδή, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να τηρήσουμε τον χρόνο, έχω γράψει ένα κείμενο, το οποίο ζητώ συγγνώμη γιατί είναι σύντομο και γραμμένο πρόχειρα, οπότε θα το διαβάσω λίγο αργά και στη συνέχεια θα πούμε περισσότερα στη συζήτηση.
Υπάρχουν δύο παραδόσεις:
Η μία, όπου δεσπόζουν οι δεσπότες και οι άρχοντες των εθνών, και η άλλη, όπου τιμώνται εκείνοι που ζητούν να γίνει το θέλημα του Ενός.

Στην ελληνική παράδοση συναντούμε έναν μικρό λαό με μεγάλες απαιτήσεις. Έχει μια παιδικότητα στην έκπληξη· τον ξαφνιάζει το μυστήριο της ζωής. Ζητά την αλήθεια για την αλήθεια — όχι για να τη χρησιμοποιήσει σε κάτι άλλο. Όπως τα παιδιά αγαπούν το παιχνίδι για το ίδιο το παιχνίδι, έτσι κι εκείνοι αγαπούν τη γνώση για τη γνώση.

Περιεχόμενο της απασχόλησής τους είναι η απορία που τους γεννά η ζωή· ζητούν την αιτία αυτού του μυστηρίου, όχι την κατάκτηση του κόσμου.

Αυτό αποτελεί το κοινό περιεχόμενο και τον σκοπό τους. Ο Δημόκριτος θεωρεί πιο σημαντικό να βρει μία αιτιολογία για το πρόβλημα της ζωής, παρά να αποκτήσει τη βασιλεία των Περσών και τα πλούτη τους. Αυτό φανερώνει πού βρίσκονται και τι ζητούν.

Αγαπούν τη σοφία και το κάλλος· καλλιεργούν τη φιλοσοφία και τη φιλοκαλία· ζητούν το μέτρο και την αρμονία στην τέχνη· απορρίπτουν τις υπερβολές· τονίζουν παντού το «μηδὲν ἄγαν». Διαμορφώνουν τη γλώσσα τους με τέτοιο τρόπο ώστε να εκφράζει με συντομία και σαφήνεια. Διατυπώνουν καθαρά τις ερωτήσεις τους και τις απαντήσεις που βρίσκουν.

Αυτός ο πολιτισμός απλώνεται τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο· δεν επιβάλλεται με την υπεροχή της δύναμης ως κατακτητής, αλλά με την έλξη του πνεύματος ως ελευθερωτής. Δοκιμάζεται στην ειρήνη και στον πόλεμο, στη νίκη και στην ήττα.

Φτάνει με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως την Ινδία, και θεωρείται προνόμιο για τους λαούς που κατακτήθηκαν απ’ αυτόν. Υποδουλώνονται οι Έλληνες στους Ρωμαίους και γίνονται οι φωτισμένοι δάσκαλοι των κατακτητών. Οι Εβραίοι της Διασποράς μεταφράζουν την Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά.

Πρόκειται για μια ζωντανή και ανοιχτή κοινωνία· συνυπάρχουν με άλλους λαούς, κρίνουν και συγκρίνουν, δίνουν και παίρνουν· ό,τι πάρουν, το καλλιεργούν περισσότερο απ’ αυτούς που το είχαν.

Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού έχουμε τους πρώτους Έλληνες Χριστιανούς στη «Γαλιλαία των Εθνών». Όταν ο Παύλος έρχεται στην Αθήνα, εντυπωσιάζεται που βλέπει την πόλη «κατείδωλον γεμάτην ειδώλων». Χαρακτηρίζει τους Αθηναίους ως «κατά πάντα δεισιδαιμονεστέρους»· διακρίνει ότι γυρεύουν την αλήθεια.

Δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να συζητούν και να ζητούν να ακούσουν ό,τι νεότερο λέγεται και προτείνεται. Έχουν θεούς με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη, αλλά έχουν και βωμό «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».

Από εκεί αρχίζει το κήρυγμα του Αποστόλου. Αυτό του δίνει την αφορμή να αναφερθεί σε γνώμες και αναζητήσεις των δικών τους ποιητών και φιλοσόφων.

Όταν στήνεις βωμό στον Άγνωστο Θεό, φανερώνεις ποιο είναι το επίπεδο της ζωής σου και τι σε απασχολεί. Όταν τιμάς τον Θεό ως άγνωστο, σημαίνει ότι σέβεσαι τον Θεό — όχι το είδωλό Του. Βρίσκεσαι σε πορεία αναζητήσεως, όχι σε ψευδαίσθηση πληρότητας.

Η μυσταγωγική συνάντηση της ελληνικής ψυχής με τον Αναμενόμενο ιερουργείται από την αρχή της ιστορίας των Ελλήνων. Δεν είναι άγνωστος ο Θεός —συντροφεύει αγνώριστος εκείνον που Τον σέβεται· όλοι θα Τον γνωρίσουν.

Εάν στηρίζεσαι στη δύναμη των λογισμών σου για να πετύχεις κάτι δικό σου και να ξεπεράσεις τους άλλους, τότε κερδίζεις αυτά που χάνονται και χάνεσαι μαζί τους. Εάν λατρεύεις τον Άγνωστο Θεό και θυσιάζεις τα πάντα χάριν αυτού του αγνώστου, τότε ανοίγεις τον δρόμο της ζωής σου για την έκπληξη που γεμίζει τα πάντα με φως και υψώνει τον άνθρωπο σε άλλο επίπεδο.

Η τόλμη να ζητάς το Ένα σε βάζει σε δρόμο επικίνδυνο και ιερό. Εάν είσαι τίμιος στην έρευνα, έρχεται ο Άγνωστος και συμπορεύεται μαζί σου.

Δεν χαρακτηρίζονται οι άριστοι από τη δουλοπρέπεια του να φάνε για να ζήσουν, αλλά από μια θεία μανία να βρουν την απάντηση στα μεγάλα προβλήματα. Το λέει ξεκάθαρα ο Ηράκλειτος: «Οι άριστοι προτιμούν το ένα αντί πάντων, ενώ οι πολλοί τρώνε αχόρταγα σαν τα κτήνη».

Αυτοί οι τολμηροί, με τις πνευματικές απαιτήσεις, που διατυπώνουν τα μεγάλα ερωτήματα και θυσιάζουν τη ζωή τους γι’ αυτά, είναι οι γενάρχες αυτού του πολιτισμού — της γλώσσας, της τέχνης, του λαού. Δεν είναι οι σπερματιστές; της αλήθειας, αλλά οι μανικοί εραστές της.

Αποφεύγουν την ύβρη και την οίηση· πιστεύουν ότι υπάρχει θείος νόμος που επιβάλλει να υπακούμε στη θέληση του Ενός — όχι οποιουδήποτε, αλλά του Ενός και Θείου Λόγου, του Λόγου και Θεού.

Αυτός, με τη σοφία Του, κυβερνά τα πάντα.


Κι όταν οι Έλληνες λατρεύουν τον Άγνωστο Θεό, για τον Οποίον ζουν, φιλοσοφούν και αγωνίζονται μια ζωή, αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζονται για τη γνώση —και μάλλον βρίσκονται ήδη στην οδό της θεογνωσίας— εκείνου που είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».

Έτσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες μετεστράφησαν στον Χριστιανισμό και εγκατέλειψαν την παράδοσή τους, αλλά —ορθότερα— ότι στο πρόσωπο του Θεού Λόγου βρήκαν την απάντηση στα αιτήματα που, από την αρχή, βασάνιζαν την ψυχή τους.

Η συνάντηση αυτή πραγματοποιείται στον ευρύτερο χώρο της προσωπικής τους ζωής και εκφράζεται με τον λειτουργικό ύμνο:
«Ἔφλεξάς πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἤλλαξάς με τῷ θείῳ σου ἔρωτι·
ἔφλεξάς με τῷ πόθῳ σου καὶ ἤλλαξάς με· σὺ δ’ οὐκ ἠλλάχθης».


Έτσι αρχίζει και συνεχίζεται η ιστορία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Άλλοι μιλούν για Χριστιανισμό του Ελληνισμού, και άλλοι για Εξελληνισμό του Χριστιανισμού· όμως στην πραγματικότητα έχουμε την Καινή Κτίση, όπου όλα τα γεννά και τα μεταμορφώνει η χάρις του Πνεύματος. Ξεπερνιούνται όλα τα παλαιά· ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός, γιατί «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη».

Έχουμε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία συνεχίζεται στην εποχή της Γεννήσεως του Χριστού, και τους διωγμούς κατά των Χριστιανών. Σταματούν οι διωγμοί· μεταφέρεται η πρωτεύουσα από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη.
Εξακολουθεί να είναι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά σιγά σιγά εκδηλώνεται η Ελληνική Ορθόδοξη ταυτότητά της. Υπάρχει το ελληνικό πνεύμα· η νοοτροπία της αναζητήσεως.

Προχωρούμε στη Θεία Αλλοίωση. Προσλαμβάνεται, καθαίρεται και μεταμορφώνεται ο ελληνορωμαϊκός κόσμος. Από τη φιλοσοφία, που ήταν μελέτη του θανάτου, προχωρούμε στη λειτουργική θεολογία, όπου έχουμε την κατάργηση του θανάτου. Από τη μέθη και τη μανία των αρχαίων οργίων, περνούμε στη νηφάλια μέθη και στη σώφρονα μανία των αχράντων Μυστηρίων. Από την τέχνη που επιζητούσε να πετύχει το άκαρπο κάλλος και την αγαλλίαση των αισθήσεων, προχωρούμε στην παράκληση του Πνεύματος, που διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου.

Από τους κλασικούς φιλοσόφους φθάνουμε στους μεγάλους Πατέρες και Οικουμενικούς Διδασκάλους. Αυτοί, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, βραδύ βήματι και με πολλή σύνεση, διέκριναν και διατύπωσαν το δόγμα της Αληθείας.
Αγωνίστηκαν για την Ορθοδοξία της πίστεώς τους, συγκρότησαν τις Οικουμενικές Συνόδους, καθόρισαν τους κανόνες της πνευματικής ζωής, οργάνωσαν το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας. Θέσπισαν τους όρους του κοινοβιακού μοναχισμού, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της ερημικής ζωής και της ασκήσεως, και εμελώθησαν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐν ἁρμονίᾳ θεολογίας.

Δηλαδή, έσωσαν τον αυθεντισμό και το πλήρωμα της ζωής.

Αυτό που κατορθώνουν οι τολμηροί της πίστεως —όσοι δίδουν τα πάντα για την αγάπη του Θεού— δεν είναι αποτέλεσμα ανθρωπίνου κόπου ή εξυπνάδας, αλλά η έκπληξη της θείας δωρεάς, που καταλύει τους όρους της φθοράς και χαρίζει το θαύμα της Θεώσεως.

Οι μεγάλοι Πατέρες και Άγιοι της πίστεως έφτασαν έως εκεί όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος· από εκεί και πέρα ενεργεί η χάρη του Πνεύματος.
Τότε ο άνθρωπος δεν πράττει, αλλά πάσχει τα θεία.


Και ο Απόστολος Παύλος έφτασε έως εκεί όπου γίνεται η αρπαγή· γι’ αυτό αναφέρεται ότι «ἡρπάγη ἕως τρίτου οὐρανοῦ» — όχι με τις δικές του δυνάμεις.
Όταν φτάσεις εκεί, όλα τελειώνουν και όλα αρχίζουν από άλλη δύναμη.


Και στην πορεία προς Εμμαούς συνέβη κάτι παρόμοιο. Όταν πλησίαζαν στην πόλη όπου πήγαιναν, ο άγνωστος συνοδοιπόρος των δύο μαθητών προσποιήθηκε ότι θα προχωρήσει παραπέρα. Εκείνοι όμως Τον παρακάλεσαν να μείνει μαζί τους, «ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστί». Και τότε, στην κλάση του Άρτου — στο τέλος της οδοιπορίας τους — Τον γνώρισαν.

Εκείνος έγινε άφαντος· δηλαδή, φανερώθηκε όντως ως Αναστημένος Κύριος.
Τώρα δεν μπορούσαν —ούτε ήθελαν— να Του ζητήσουν να μείνει μαζί τους· Τον είχαν γνωρίσει αληθινά. Άνοιξαν τα μάτια τους· έγιναν μία αίσθηση, μπήκαν στην Καινή Κτίση, ευφραινόμενοι μέσα στο φως του Αναστημένου, μέσα στο οποίο και αναπαύονται.


Αν η αλήθεια σου χάνεται όταν γίνεται άφαντη, σημαίνει πως δεν είναι αλήθεια, αλλά φαντασία. Εδώ έλαμψε η Αλήθεια που γέμισε τα πάντα με φως. Αποκαλύφθηκε μέσα από τα παρόντα και τα μέλλοντα, σαν να είναι σκοπός της ζωής του ανθρώπου να φτάσει στη στιγμή εκείνη της λειτουργικής πληρότητας.

Αμέσως θυμήθηκαν τι συνέβαινε μέσα στην καρδιά τους όταν τους εξηγούσε τις Γραφές. Κατάλαβαν ότι έπρεπε να πάθει ο Χριστός, για να εισέλθει στη Δόξα Του.
Έπρεπε και αυτοί να περάσουν όλο τον κόπο της οδοιπορίας, για να ανοιχθούν οι οφθαλμοί τους. Και έπρεπε να συγκεντρωθεί όλος ο θεολογικός αγώνας της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, για να φτάσουμε στην ομολογία προς τον Θεάνθρωπο και στη λειτουργική αυτή, αναιμάκτως τελούμενη, θυσία, ώστε να γεμίσουν τα πάντα από θεϊκή αγαλλίαση.

Λύθηκε η απορία των αρχαίων. Ήρθε το φως της Αλήθειας. Τελείωσε η επίγεια πορεία της Αυτοκρατορίας. Αρχίζει τώρα η επόμενη, ως ευλογία όλων — η Αυτοκρατορία του Πνεύματος και της Αγάπης του Αναστημένου.

Οι μαθητές δεν θα είχαν φέρει τον Χριστό μαζί τους, αν είχε μείνει κοντά τους· αφού τότε θα Τον περιόριζαν τοπικά. Τώρα, όμως, ο Χριστός, γινόμενος άφαντος, έγινε πανταχού παρών· είναι παντού και πάντοτε με όλους. Και η Ορθόδοξη Λειτουργική Θεολογία προσφέρεται ως ουράνια τροφή σε όλο τον κόσμο. Η ακολουθία και η αλήθεια της Θείας Λειτουργίας βρίσκονται στην ταπείνωση, που φέρνει τη γαλήνη του Πνεύματος σε όλους.Ο Νικητής δεν έρχεται ως κάποιος ισχυρός για να προσβάλει εκείνους που νικήθηκαν· αλλά η νίκη του Μεγάλου Νικητού χαρίζεται σε όλους.

Γι’ αυτό λέμε ότι η πρωτοτυπία και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας φανερώνονται σ’ αυτό:
στη χάρη και την τομή της Ορθόδοξης ζωής, που εκφράζεται με λεπτότητα στη θεία Λειτουργία, στη σύζευξη ζωής και τέχνης.


Μέσα στη σιωπή ξεσπά μια κοσμογονική επανάσταση, που καταλύει τον θάνατο.
Ο Βασιλεύς της Δόξης δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτής Αναστημένος, αλλά ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός στον Επιτάφιο.
Έτσι, δεν πληγώνει κανέναν πονεμένο· αλλά ανιστά όλους τους νεκρούς. Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, ολοφώτεινα η βεβαιότητα ότι «Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωή πολιτεύεται».

Θα ήθελα τώρα να προσθέσω κάτι ακόμη. Αρχίζουμε από μία τόλμη, μία μανία, μία τρέλα — να τα θυσιάζουμε όλα για το Ένα. Και αυτό είναι σαφές και προχωρεί έτσι.
Ενώ στον αρχαίο ελληνισμό υπήρχαν χίλια πάθη, υπήρχαν κι εκείνοι που τα θυσίαζαν όλα για το Ένα.

Ο Απόστολος Παύλος δεν πήγε στον Άγνωστο Θεό στη Ρώμη, αλλά στην Αθήνα· και ένα μικρό πράγμα, ένα σημείο, χαρακτηρίζει όλον τον κόσμο:
υπάρχει ένας ηγέτης, ο οποίος τα θυσιάζει όλα για το Ένα — και παίρνει μαζί του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και ο Χριστός, στην Ανάσταση, δεν παρουσιάζεται —όπως συχνά στη Δύση— ως κάποιος που καμαρώνει γιατί νίκησε· αλλά ως Εκείνος που κατέρχεται στα βάθη, λύει τις αλυσίδες των πεπεδημένων και τους βγάζει στο φως.


Η «μαγεία» —αυτό το ελληνικό χαρακτηριστικό— αν πάρει τον δρόμο της αυτοπεποίθησης, γίνεται καταστροφή· αν πάρει τον δρόμο της θυσίας, για να γίνει το θέλημα του Ενός, τότε οδηγεί σε άλλον δρόμο: σε δρόμο εκπλήξεων, σε αποδόσεις εις δόξαν. Καταλήγουμε έτσι στο μεγαλείο της ταπεινώσεως· στην επανάσταση του να έρχεται ο Νικητής ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός. Αυτό αρχίζει από τη μανία των αρχαίων Ελλήνων· εκείνων που, αν και δεν μιλούν για ταπείνωση, καταδικάζουν την ύβρη, την υπερηφάνεια. «Και ὁ ἥλιος, ἐὰν ὑπερβῇ τὸ μέτρον, τιμωρεῖται» λέγει ο Ηράκλειτος.

Βλέπετε, λοιπόν, αυτό το πιστεύω, γιατί το ζούμε μέσα στην παράδοση· δεν τη μαθαίνουμε απ’ όσους την εξέτασαν απ’ έξω, αλλά την ζούμε. Και αυτή η παράδοση έχει κυκλοφορία αίματος· έχει τρέλα που γίνεται θεία μανία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας παραλαμβάνουν τη σκυτάλη και δεν υποστέλλουν τη σημαία της τόλμης· ούτε βάζουν νερό στο κρασί της μανίας· αλλά όλα αλλοιώνονται, μεταμορφώνονται, καθαγιάζονται.

Η μανία και η μέθη των αρχαίων οργίων έδειχναν μια αναζήτηση του Ενός που ξεπερνά τα πάντα· όταν όμως αυτή η αναζήτηση έμενε ανθρώπινη, κατέληγε στα πάθη και στα όργια. Όταν όμως φθάνουμε στην περίοδο της Χάριτος, δεν χάνεται η δύναμη της ζωής, αλλά μεταμορφώνεται· γι’ αυτό μιλούμε για νηφάλια μέθη και σώφρονα μανία.

Και στο τέλος, το να φτάσεις στο Ένα σημαίνει να ξεπεράσεις την ανθρώπινη λογική και να τιμήσεις όχι τον δυνατό που εξουθενώνει τους άλλους,
αλλά τον ταπεινό που εξουθενώνει τον εαυτό του, για να σωθούν οι πάντες.

Και τότε μπορούμε να πούμε:
«Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, χαίρετε πάντες·
εἰς τὸ δεῖπνον τῆς πίστεως προσέλθετε·
πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς χαρᾶς».


Αυτά δεν λέγονται πουθενά αλλού· αυτά μόνο βιώνονται— και για να τα ζήσεις χωρίς να σκανδαλιστείς, πρέπει να περάσεις μέσα από την ταπείνωση, την άρνηση, τη θυσία.
Να διαρραγείς, να λιώσεις, να γίνεις τίποτα· να αγαπήσεις το τίποτα, να αγαπήσεις την ταπείνωση, να αγαπήσεις τη διαγραφή· να γίνεις ο τελευταίος των τελευταίων·
και τότε ανασταίνεσαι από μια άλλη δύναμη. Και τότε χαίρεσαι — όχι γιατί σώθηκες εσύ, αλλά γιατί σώθηκαν όλοι, και «οὐδεὶς νεκρός ἐν τῷ μνήματι».


Αυτό είναι το ήθος μας. Άκουσα κάποτε, λέει, κάποιον να διαβάζει ποιήματα — του Βάρναλη. Φωνές, ένταση, ολοκληρωτισμός· θέλει να σε επιβάλει με τη φωνή.

Φωνάζω κι εγώ, αλλά φωνάζω για να φτάσω στη μη φωνή. Άκουσα κι έναν ιεροκήρυκα να φωνάζει για τον Χριστό με τον ίδιο τρόπο· και σκέφτηκα: το ήθος το δικό μας, μετά από όλες τις φωνές και τις συγχύσεις, είναι η ηρεμία, η γαλήνη· μια γαλήνη που τα περιέχει όλα· και αυτή η γαλήνη, αφώνως, ανασταίνει τους νεκρούς.

Και αυτό το ήθος έχει σαρκωθεί μέσα στην ίδια τη ζωή μας. Είχα βάλει ως τίτλο: «Ελληνορθόδοξη Παράδοση». Κάποιος μου είπε πως αισθάνεται αλλεργία όταν ακούει για Ελληνισμό και Ορθοδοξία. Εγώ όμως του απαντώ: είναι μεγάλο πράγμα να είσαι Έλληνας Ορθόδοξος.

Λέω το εξής: να είσαι μη Έλληνας και μη Ορθόδοξος, να είσαι μια … ψυχή· αλλογενής, αλλά με την τρέλα σου. Η Ορθοδοξία, με τη θεία μανία, τη σώφρονα μανία και τη νηφάλια μέθη, σε οδηγεί στο ξεπέρασμα των πάντων. Η θεολογία μας, με την αποφατική της διατύπωση, φτάνει σε αυτή την ελευθερία· και η πνευματική ζωή φτάνει στην ελευθερία της ανυπαρξίας. Λέω, βάσει αυτού, ότι ο ταπεινός είναι ο άνθρωπος που μη ερχόμενος, «είναι»· και είναι απόλυτα ελεύθερος. Δεν ενοχλεί κανέναν, δεν ενοχλείται από κανέναν· και σώζει όλους, γιατί σώζει με τη χάρη του Πνεύματος.

Πήγα, λοιπόν, να σας γράψω αυτά τα λογικά, αλλά σας λέω: στην ουσία, μια θεία τρέλα ρέει και τελειώνει μέσα σε όλα. Και αυτή η θεία τρέλα κορυφώνεται στη Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα σε αυτή τη γαλήνη. Θεωρώ κορυφαία στιγμή την Ακολουθία του Επιταφίου, όταν το σέντονο πλημμυρίζει φως, σαν τα μάτια να γεμίζουν ουρανό.

Εκείνος ο ύμνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή και την Κυριακή των Μυροφόρων, περικλείει τα πάντα· νοούνται όλα, σώζονται όλοι· και νεκρός οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι.

Δεν λέω τίποτε τολμηρότερο ή μαλακότερο απ’ ό,τι λέει η Εκκλησία. Αλλά, αν κάποτε υποφέρουμε στη ζωή, αν φτάσουμε στην απόγνωση, αν διαλυθούμε και δεν υπάρχουμε, τότε θα νιώσουμε πως έρχεται Εκείνος που μας ανιστά. «Χριστός κατελθών εἰς
άδην, μόνος ἀνῆλθε, σκυλεύσας τὴν νίκην». Μόνος κατέβηκε στον Άδη και ανέστησε όλο τον κόσμο. Μόνος κατεβαίνει στον άδη της δικής μας απελπισίας, της κολάσεως, και μας ανασταίνει. Θέλει να περάσουμε πολλά βάσανα για να σωθούμε. Θα μπορούσε να μας κάνει όλους καλούς και να μας έχει βάλει σ’ έναν παράδεισο, όπου θα ήμασταν καλοκουρδισμένα μαριονετάκια.
Αλλά αυτό θα ήταν κόλαση. Αυτό δεν το κάνει ο Χριστός — το κάνουν οι άνθρωποι.


Ο Χριστός σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό μας αφήνει να φτάσουμε στα χάλια μας.
Κι αυτά τα χάλια είναι, τελικά, η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.


Συγγνώμη που πήρα το λόγο παραπάνω· σταματώ εδώ.

[Παρεμβολή ερώτησης από το κοινό]

– Είχα διαβάσει, Γέροντα, μια φράση σας σε ένα βιβλίο, όπου λέτε:
«Αν δεν με αγαπάς, στενεύει ο χώρος σου και λιγοστεύει ο χρόνος σου».
Το συνέκρινα με έναν στίχο του Μισελ Τουρνιέ, που λέει:
«Τα λευκά παιδιά έχουν μεγάλη καρδιά· εκεί μετατρέπεται ο χρόνος σε χώρο».
Θα ήθελα να ρωτήσω:
τι σπουδή χρειάζεται να κάνει ο άνθρωπος, για να φτάσει σ’ αυτό το σημείο — όπου ο χρόνος μετατρέπεται σε χώρο;

– (Παρέμβαση άλλου ακροατή)
Πατέρα Βασίλειε,
από τότε που “ἐκοιμήθη” ο Κύριος, έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια.
Στο διάστημα αυτό έγιναν δύο εκατομμύρια μαρτύρια, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο κίνδυνος του πυρηνικού αφανισμού, και σήμερα βλέπουμε ένα νέο φαινόμενο:
την επιστημονική πλύση εγκεφάλου που ξεκίνησε από τον θετικισμό και κατέληξε στη λεγόμενη «Νέα Εποχή», που κάνει το άσπρο μαύρο.

Πότε, λοιπόν, ήταν ευκολότερη η σωτηρία του ανθρώπου;
Τότε, που δεν υπήρχαν διδακτορικά, μάστερ και υπολογιστές, ή σήμερα, που έχουμε πολλή γνώση αλλά λιγότερη πίστη;
Η σωτηρία θα έρθει “ἄνωθεν”, όπως τότε, ή υπάρχουν ακόμη δυνάμεις μέσα στην Εκκλησία που μπορούν να βοηθήσουν στην επιστροφή του ανθρώπου;

– (Απάντηση π. Βασιλείου)
Μου αρέσει μια φράση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης που λέει:
«Ὁ Θεὸς ἀπαντᾷ, διότι ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἀπανᾷ· ἀπαντᾷ ὁ Θεὸς σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἀνοίγει νὰ ἀπαντήσει».
Και λέγει κάπου ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Τὸν λόγον τοῦ Κυρίου γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀκούει καὶ τὴ σιωπή Του».


Όποιος γνωρίζει τον Λόγο του Κυρίου, ακούει και τη σιωπή Του. Όταν, λοιπόν, λάβουμε την αίσθηση τη σωστή από την Εκκλησία, τότε ακούμε τον Λόγο του Θεού και μέσα από τη σιωπή, αλλά και μέσα από την παραποίηση των ανθρώπων που, με τον δικό τους τρόπο, εκφράζουν τον πόνο τους και ζητούν το πλήρωμα της ζωής — το οποίο βρίσκεται στην Εκκλησία.

Και από την άλλη πλευρά, όπως λέγει η Παλαιά Διαθήκη:
«Οὐκ ἔστιν ὅς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ». Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, που καλύπτει τα πάντα· και το τέλος είναι εκείνο που φωτίζει όλη την οδοιπορία.

Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια των μαθητών·
θυμήθηκαν τα παλιά, την πορεία, την ερμηνεία των Γραφών, και πήραν δύναμη για το μέλλον· και φτάνουμε στην Ανάσταση, όπου φωτίζεται ο ουρανός και μαζί του τα καταχθόνια. Όταν φτάσει κανείς εκεί, τα βλέπει όλα διαφορετικά. Θυμάμαι τη φράση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού:
«Στο πλήρωμα της αγάπης δεν υπάρχει κανένας χωρισμός·
δεν υπάρχει διαφορά άρρενος και θήλεος, πιστού και απίστου».


Βλέπετε, για να πει «πιστού και απίστου», έχει την αφόρητη τόλμη — όχι του σχολαστικού θεολόγου, αλλά του Θεόπνευστου· εκείνου που δεν μιλά απλώς για τον Ιησού, αλλά μιλά ο ίδιος ο Θεός μέσα του. Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού!

Και όταν μας αφήνει να υποφέρουμε, να πνιγόμαστε, τότε αποκαλύπτει μέσα στη ζωή μας έμπρακτα την αγάπη Του. Δεν θέλει να μας σώσει μαγικά· θα μπορούσε. Αλλά μπορούμε να πούμε πως, πλάθοντας τον άνθρωπο ελεύθερο, ο Θεός έβαλε και τα βάσανα στη ζωή του.

Λέμε στην ευχή: «Ὁ Κύριος ἀεί σφαγιάζεται, ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας».
Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως ο Θεός «ἀγαπᾷ τὸν καθένα ἄνθρωπο μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ἀγαπᾷ ὅλη τὴν οἰκουμένη».
Τον καθένα άνθρωπο, κάθε ζωντανό πλάσμα, κάθε κτίσμα — αυτή είναι η αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό λέω: μπαίνοντας μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, καθυστερώντας μέσα στον Παράδεισο, παιδευόμαστε. Κάνουμε υπομονή, περνούμε μέσα από κλάματα, απογοητεύσεις, πτώσεις — και στο τέλος βλέπουμε ότι όλα αυτά ήταν χρήσιμα, για να φτάσουμε σε μια στιγμή που είναι αιωνιότητα. Δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί, αν δεν κουραστούμε, κι ακόμη περισσότερο — αν δεν φτάσουμε στην απόγνωση.
Γι’ αυτό λέει και ο Βασίλειος ο Μέγας:
«Οὐδὲν ὅπλον ἰσχυρότερον τῆς ἀπογνώσεως» —
κανένα όπλο δεν είναι ισχυρότερο από την απόγνωση,
όταν αυτή μεταστραφεί σε εμπιστοσύνη στο Θεό.


Όλα αυτά τα λέω για τον εξής λόγο: μπορούμε να αρχίσουμε να συζητούμε για πολλά θέματα, αλλά, στο τέλος, ένα είναι το θέμα για όλους.

Αρχίζουμε από την αγάπη του Θεού και φτάνουμε στην Ανάσταση — όπου τα πάντα είναι γεμάτα φως. Στη μέση, μπορεί να πέσουμε σε θεολογίες, σε ερμηνείες,
και να χάνουμε την ουσία· το ζήτημα είναι να μην μπλέξουμε σε φανταστικούς κύκλους,
αλλά να επιμείνουμε στην πορεία. Στο τέλος, ο τελευταίος γίνεται πρώτος· εκείνος που είναι «τίποτα», γίνεται ο φορέας του «Ενός». Όποιος φτάσει, όπως οι μαθητές προς Εμμαούς, μετά τον κόπο της οδοιπορίας και το βάσανο της απορίας, θα Τον δει — τον Αναστημένο. Αυτό είναι γεγονός σωτηρίας και αληθινής έκπληξης· εκεί που νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα, και Εκείνος είναι το Παν, εκεί όπου σε βγάζει από τον θάνατο στη ζωή.
Αυτό είναι γεγονός που συνιστά την οικουμένη.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν· ας ζήσουμε τα προβλήματά μας, χωρίς να βιαζόμαστε να δώσουμε δικές μας ερμηνείες. Στο τέλος θα αφήσουμε τον Θεό — όχι για τις ευλογίες,
όχι για την υγεία ή την επιτυχία, αλλά για τις δοκιμασίες και τα βάσανα.

Και τότε θα είμαστε ευγνώμονες — ακόμη και στα γεγονότα και στους ανθρώπους που μας κάνουν τη ζωή μαύρη. Θα έχουμε παράπονο όχι για όσους μας πλήγωσαν, αλλά για όσους δεν μας διέλυσαν· γιατί από τη διάλυση αρχίζει η Ανάσταση.

Αυτό — λέει ο Αθανάσιος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος — είναι το ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας: η ήσυχη δύναμη της ελπίδας.

Μην απελπίζεστε· ελπίζετε, μέσα στην Εκκλησία θα δείτε πως από όλα βγαίνει κάτι καλό. Γι’ αυτό απαντώ χωρίς να απαντώ.

ΜΙΑ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ.

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Συζήτηση: H παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα


Εκδήλωση - συζήτηση της Σύναξης και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών την Δευτέρα 1 Απριλίου 2013 με θέμα: 

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα

 Ομιλητές: π. Βασίλειος Γοντικάκης, προηγούμενος ι. μονής Ιβήρων Αγ. Όρους 
Μάριος Μπέγζος, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Αθηνών 
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Δρ. Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού "Σύναξη" Συντονιστής: Βασίλης Ξυδιάς, Θεολόγος καθηγητής 
Αντίφωνο ( Antifono.gr)

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

π. Βασίλειος Γοντικάκης | Εντυπώσεις από τα πρώτα βήματα στο Άγιον Όρος

Παναγιώτης Χαχής

[Μια μικρή συνεισφορά, ως αντίδωρο αγάπης στην προσφορά του πατρός Βασιλείου]
Βασικές βιογραφικές πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια του π. Βασιλείου, δημοσιεύτηκαν ήδη στις σελίδες του φιλόξενου Αντιφώνου και αλλού. Θα ήθελα να παραθέσω κι εγώ κάποια στοιχεία που αφορούν την πρώτη του επαφή με το Άγιον Όρος και τα πρώτα χρόνια ως μοναχού και ηγουμένου της μονής Σταυρονικήτα.

Την πρώτη του επίσκεψη στο Όρος την έχει περιγράψει κατά καιρούς ο ίδιος σε ομιλίες του[1]. Το 1958 ο θεολόγος της «Ζωής» Αθανάσιος Φραγκόπουλος διοργάνωσε εκδρομή για φοιτητές ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο νεαρός τότε Μιχαήλ, ο οποίος από την πρώτη αυτή επίσκεψη «δέθηκε» όπως έλεγε ο ίδιος με το Όρος.
Ο Φραγκόπουλος πρόσφυγας από τις Κυδωνιές της Μ. Ασίας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας και κατηχητής αρχικά στη Νάουσα και στα Ιωάννινα, ενώ αργότερα στα Χανιά και το Ηράκλειο της Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη συμβάλει στην λειτουργία των εκεί συσσιτίων, θα γίνει διευθυντής του Φοιτητικού Οικοτροφείου ‘Απόστολος Παύλος’, ενώ από το 1956 θα επιστρέψει στην Αθήνα[2]. Ενδεικτική της αγάπης του Φραγκόπουλου για το Άγιο Όρος είναι η μαρτυρία του π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, για αντίστοιχη προσκυνηματική επίσκεψη, όπου συμμετείχαν θεολόγοι, κατηχητές και φοιτητές, το 1954:
«[…] δεν είχα επισκεφθεί το Όρος μέχρι τότε και διότι δεν συνηθίζονταν συχνά τέτοια προσκυνήματα. Ήταν ένα από τα πρώτα παρόμοια ιερά ταξίδια, όπως και το άλλο που έγινε εκείνα τα χρόνια με την Θεολογική Σχολή Αθηνών και επικεφαλής τον Καθηγητή Π. Τρεμπέλα».
Κατά την επίσκεψη μάλιστα αυτή, ο π. Ηλίας θα συναντήσει και θα γνωρίσει στη Νέα Σκήτη τον άγιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή[3].
Θεολόγος αργότερα και νεαρό μέλος της αδελφότητας «Ζωή», ο π. Βασίλειος θα αποτελέσει ένα από τα πνευματικά παιδιά του Δημήτρη Κουτρουμπή. Ύστερα από τη διάσπαση της αδελφότητας θα επιλέξει τον δρόμο του μοναχισμού στον Άγιον Όρος. Περιγράφει ο ίδιος σε εκδήλωση για τα 40 χρόνια των Εκδόσεων «Δόμος» στη 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. τον Μάιο του 2018[4]:
«- Θα θέλω να πω εξομολογητικά, το ότι βρίσκομαι στο Άγιο Όρος οφείλεται και στον Κουτρουμπή. Ο Κουτρουμπής ήταν μια επανάσταση –ήρεμη– για μας. Αυτός που μας οδήγησε στον Κουτρουμπή ήταν ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος. Ο Κουτρουμπής είναι ένας άνθρωπος σταλμένος από τον Θεό, όπως στέλνονται κάποιοι άνθρωποι –μεγάλοι, οι οποίοι δρουν μυστικά.
- Πηγαίναμε λοιπόν κάτω στην Βουλιαγμένη, Κυριακή το απόγευμα και μας έκανε ανάλυση των δογματικών θεοτοκίων της Παρακλητικής, μας μίλαγε για την θεία Λειτουργία. Μαζευόμαστε τρεις, τέσσερεις, πέντε, καμιά δεκαριά. Παρακολουθούσε τον καθένα, έλεγε ο καθένας μας μια απλή κουβέντα –ή μια αρλούμπα– αυτός τη σεβότανε, της έδινε υπόσταση, έκανε από όλα αυτά που άκουγε μια παναρμόνια σύνθεση, που παρουσίαζε τη σημασία της ορθοδόξου εκκλησίας, της θείας Λειτουργίας, και έμπαζε στο στόμα σου ότι εμείς τα είπαμε αυτά – ενώ αυτός τα έκανε.
- Ενώ αυτός δεν είχε να φάει, ένα κομμάτι ψωμί, όταν πήγαινε ο καθένας μας δινότανε στο πρόβλημά του, και γινότανε ένα με το δικό μας το πρόβλημα. Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος είναι αυτός ο οποίος υπηρέτησε μέχρι τελευταία στιγμή τον άνθρωπο ο οποίος βοήθησε όλο τον κόσμο χωρίς να ζητά τίποτα από κανέναν.
- Πόσες διαλέξεις, πόσες διατριβές, πόσες δουλειές έχουν πίσω τους τον Κουτρουμπή. Και ο Κουτρουμπής δεν παρουσιάζεται πουθενά. Αυτό που ήθελε ο Κουτρουμπής ήτανε να ζήσει ο κόσμος.
- Όταν πήγα στο Άγιο Όρος, αυθόρμητα είπα σε κάποιον ότι βοηθήθηκα πολύ από ένα θεολόγο, τον Δημήτρη τον Κουτρουμπή, και μου λέει αυτός «μα πώς, ένας κοσμικός μπορεί να σε βοηθήσει;!». Εγώ σταμάτησα λίγο. Τώρα πέρασαν τα χρόνια και νιώθω ότι η ιεροσύνη, η άσκηση, η αλήθεια κυκλοφορεί ελεύθερα, όπου θέλει πάει και βρίσκεται στους ταπεινούς. Όλοι οι άλλοι, οι επίσημοι, μετέχομε στην ανοησία, είμαστε ανύπαρκτοι, είμαστε ενοχλητικοί. Ο άρχοντας είναι ο ανύπαρκτος, που δίνει κουράγιο μυστικά σ’ όλο τον κόσμο. Κι ενώ αυτός φεύγει, τότε η παρουσία του γίνεται αισθητότερη […] Και τέτοιοι ανύπαρκτοι, μεγάλοι, κρύβονται στη ζωή, στο Άγιο Όρος, στον κόσμο».
Την εποχή εκείνη, αρχές της δεκαετίας του 60’ εξετάζει το ενδεχόμενο της μοναστικής αφιέρωσης, όπως περιγράφει ο ίδιος:
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Είκοσι πέντε».
«Στη βράση κολλά το σίδερο. Ή να παντρευτείς, όπως ευλογεί η Εκκλησία‧ ή να έλθεις εδώ και να γίνεις καλόγερος σωστός. Όχι σαν και εμένα, που κοιμάμαι ολόρθος, σαν το μουλάρι. Αλλά ό,τι και να κάνεις, να είσαι ντόμπρος, να είσαι αληθινός άνθρωπος». Μου έσφιγγε το χέρι. Το άφησε δακρυσμένος και πήρε το ανηφορικό μονοπάτι δεξιά για το κελλί των Αγίων Αρχαγγέλων, που ήταν το κελλί του.
Αυτή ήταν η πρώτη συζήτηση που είχα στη Σκήτη των Ιβήρων τον Αύγουστο του 1961, με τον π. Ευμένιο, ενώ προχωρούσα για την καλύβη του Αγίου Αντωνίου.
Εκεί βρήκα τον γέρο-Γαβριήλ. Καθήσαμε στην απλωταριά. Ήμασταν μέσα στην καρδιά της μεγάλης λαγκαδιάς περιβαλλόμενοι από τις κατάφυτες πλαγιές. Μια στιγμή ο Γέροντας με έκπληξη γεμάτη κατάνυξη μου λέει: «Τι έκαμα και με έφερε ο Θεός στον παράδεισο; Να, μέσα σε ένα μπουκέτο περνά η ζωή μας».
Όταν μετά από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 1965, πήγα με το σκοπό να μείνω στη Σκήτη, ο π. Ευμένιος και ο π. Γαβριήλ είχαν φύγει για την άλλη ζωή.
[…]
Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν ζει πια κανείς στη Σκήτη απ’ αυτούς που ζούσαν εκεί το 1965. Το 1966 ήλθε η πρώτη φιάλη υγραερίου. Το 1967 ακούστηκε να ουρλιάζει το πρώτο αλυσοπρίονο, ξαφνιάζοντας όλους στο δάσος της Σκήτης. Την ίδια χρονιά ήλθαν τα «ραμποτέ» σανίδια. Τώρα έχει πάει μπουλντόζα. Περνούν καμιόνια…
Τα αναφέρω αυτά, γιατί υπάρχουν […][5]».
Μαζί με τους, επίσης θεολόγους με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία, και πρώην μέλη της Ζωής, Γρηγόριο Χατζηεμμανουήλ και Παναγιώτη Νέλλα, θα εγκατασταθούν το χειμώνα του 1966 στη Σκήτη των Ιβήρων, κοντά στον γέροντα Παΐσιο. Βασίλειος και Γρηγόριος έχουν γίνει ήδη κληρικοί, ενώ ο Νέλλας, παραμένοντας λαϊκός, θα παραμείνει μαζί τους για μια μαθητεία στην ασκητική πνευματικότητα[6].
Τον γέροντα Παΐσιο τον είχε γνωρίσει ο Νέλλας σε ένα μοναστήρι στην Κόνιτσα[7], όπου είχε εγκατασταθεί για ένα διάστημα, από τον Αύγουστο του 1958. Σχετική μαρτυρία έχουμε από τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό, ο οποίος περιγράφει την πρώτη τους συνάντηση με τον γέροντα Παΐσιο, μέσω του Νέλλα το 1962[8]. Εκεί ο Δαμιανός, διάκονος τότε στη μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, θα προσκαλέσει τον Παΐσιο να τους επισκεφθεί και να μείνει μαζί τους. Ο γέροντας θα δεχθεί και θα παραμείνει στο Σινά από το Σεπτέμβριο του 1962 έως τον Μάιο του 1964, όμως η επιδείνωση των προβλημάτων υγείας που είχε θα τον αναγκάσει να επιστρέψει στο Άγιο Όρος και να εγκατασταθεί στη Σκήτη των Ιβήρων στην καλύβα των Αγίων Αρχαγγέλων[9].
Οι δύο νεαροί μοναχοί θα γίνουν υποτακτικοί του γέροντα και θα τον συνοδεύσουν μάλιστα όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη και έκανε εγχείρηση για την αφαίρεση τμήματος του πνεύμονα το 1966. Ο Νέλλας θα παραμείνει μαζί τους για κάποιους μήνες και ύστερα, με προτροπή του γέροντα θα επιστρέψει στον κόσμο[10]. Κατά την παραμονή τους στην Σκήτη των Ιβήρων θα τους επισκεφθούν παλιοί τους φίλοι από τη συντροφιά του περιοδικού Σύνορο και τον κύκλο του Κουτρουμπή. Καταγραφή μιας τέτοιας συνάντησης έχουμε από τον Τάσο Ρωμανό (ψευδώνυμο του Τάσου Ζαννή[11]), σε άρθρο με τίτλο «Συναντήσεις στο Άγιο Όρος», στο τελευταίο τεύχος του Συνόρου, όπου μεταξύ συναντήσεων με άλλους μοναστές περιγράφει:
«Βασίλειος.
Ένας γερός ανήφορος μας βγάζει σ’ ένα λαγκάδι. Καμμιά δεκαριά σπιτάκια κι εξωκκλήσια είναι σκορπισμένα και στις δυο πλαγιές. Σε ποιο να μένει ο π. Βασίλειος; Χτυπάμε τις πόρτες στη σειρά. Καμμιά απόκριση: όλα τα σπιτάκια στην πλαγιά που βρισκόμαστε είναι ακατοίκητα. Πέρα στην απέναντι πλαγιά διακρίνουμε έναν άνθρωπο. Του φωνάζουμε πως ζητάμε τον π. Βασίλειο. Σ’ έναν εξώστη λίγο πιο κει προβάλλει μια ρασοφορεμένη σιλουέττα. «Ποιος είναι;» φωνάζει. Γνωρίζω τη φωνή, είναι ο Βασίλειος. Λέω τ’ όνομά μου. «Πάρτε το μονοπάτι», φωνάζει και κατεβαίνει να μας υποδεχτεί.
Ανεβαίνουμε στο σπιτάκι από μια πρόχειρη ανεμόσκαλα, φτιαγμένη με χοντρά κλαδιά. Το κελλί είναι μικροσκοπικό. Πλάι στο παράθυρο ένα τραπέζι με σύνεργα ζωγραφικής. Στο μικρό καβαλέττο μια μισοτελειωμένη αντιγραφή ενός θαυμάσιου βυζαντινού Χριστού. Σ’ ένα ράφι μια σειρά βιβλία. Ένα σκαμνί. Στον απέναντι τοίχο ένα σανιδένιο ντιβάνι σκεπασμένο με μια κουρελού. Ο π. Βασίλειος μας προσφέρει ρακί και γλυκό. «Βοήθειά μας η Κυρία Θεοτόκος», είναι η συνηθισμένη πρόποση. […]
Τον ρωτάμε από πότε άρχισε να ζωγραφίζει.
- «Πήρα μερικά μαθήματα απ’ τον Ουσπένσκη, όταν ήμουν στο Παρίσι…» μας λέει.
Περιμένουμε ανυπόμονα ν’ ακούσουμε την εμπειρία του ανήσυχου φίλου, που έφτασε ως εδώ, αναζητώντας με πάθος «το εν». Ο π. Βασίλειος σωπαίνει.
-«Δεν θα μας πήτε τίποτε πάτερ;»
Γελάει.
- «Έ, εμένα με γνωρίζετε κι απ’ την Αθήνα», λέει, «ό,τι λέγαμε εκεί θα πούμε κι εδώ…»
-«Πάτερ», επιμένουμε, «είστε ένας από τη γενιά μας και είδατε το Όρος με τα μάτια σας, που είναι όμοια με τα δικά μας μάτια. Γι’ αυτό η εμπειρία σας θα μας ήταν πολύτιμη…» Έτσι ανοίγει η συζήτηση.
Μας μιλά για την πορεία του, που αρχίζει με τη θητεία του στις χριστιανικές κινήσεις, συνεχίζεται με τη μαθητεία του κοντά στους ρώσους Ορθοδόξους του Παρισιού και, μετά από αγωνιώδη αναζήτηση, φτάνει σ’ αυτό το λαγκάδι του Αγίου όρους. Στη Σκήτη αυτή, γέροντα έχει τον π. Παΐσιο, μελέτη τον Άγιο Ισαάκ, και «εργόχειρο» τη βυζαντινή αγιογραφία.
Τον βεβαιώνουμε πως δεν πάψαμε να τον θεωρούμε σαν μέλος της συντροφιάς μας, και πως αυτή ακριβώς η «έξοδός» του από τον κόσμο μας κάνει να βλέπουμε τη δική μας ζωή μέσα στον κόσμο μ’ ξιος μον. Ιβηρίτης, Καλλίνικος προηγ. Ιβηρίτης, Κωνσταντίνος προηγ. Λαυριώτης, αρχιμ. Βασίλειος, Ιεζεκιήλ αρχιεπ. Αυστραλίας, Σταύρος Παπαδάτος Πολιτικός Διοικητής, Ιερόθεος μον. Σταυρονικητιανός

Από αριστερά: Ευθύμιος μον. Καρακαλλινός, αρχιμ. Βασίλειος, Ιεζεκιήλ αρχιεπ. Αυστραλίας, Σταύρος Παπαδάτος Πολιτικός Διοικητής, Κωνσταντίνος προηγ. ΛαυριώτηςΤο 1968 η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους θα ζητήσει από τους ιερομονάχους Βασίλειο και Γρηγόριο, να αναλάβουν την ευθύνη της Ι. Μ. Σταυρονικήτα, που ήταν στα πρόθυρα να κλείσει λόγω έλλειψης μοναχών[13]. Την ίδια χρονιά, θα εγκατασταθούν στην Σταυρονικήτα, ηγούμενος της οποίας θα γίνει ο π. Βασίλειος[14], ενώ ο γέροντας Παΐσιος θα τους βοηθήσει, καθοδηγώντας πνευματικά τη νέα κοινότητα, διαμένοντας στο κοντινό κελί του Τίμιου Σταυρού. Σε λίγα χρόνια, η κοινοβιακή πλέον Σταυρονικήτα θα επανδρωθεί θεαματικά και θα αποτελέσει πόλο έλξης για τον αυξανόμενο αριθμό, νέων κυρίως ανθρώπων που επισκέπτονται πλέον το Άγιο Όρος[15].
Ο π. Γρηγόριος, τα επόμενα χρόνια θα εγκατασταθεί στο Ι. Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου έκτοτε θα επιδοθεί σε ένα αξιόλογο συγγραφικό έργο, ιδίως με βιβλία σχετικά με τη θεία Λειτουργία. Ο π. Βασίλειος, θα παραμείνει ηγούμενος έως το 1990, χρονιά κατά την οποία θα αναλάβει την ηγουμενία της Ι.Μ.Ιβήρων.
Η πολυσχιδής συγγραφική του δραστηριότητα και οι πολλαπλές ομιλίες του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, θα τον καταστήσουν μια από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του σύγχρονου αγιορείτικου μοναχισμού. Ο π. Βασίλειος θα συνδεθεί με στενή φιλία με τον Ν.Γ. Πεντζίκη[16] και θα του γνωρίσει και τον π. Συμεών ντε λα Χάρα, τότε μοναχό Γρηγοριάτη. Ενδεικτική της πνευματικής φιλίας με τον Πεντζίκη, είναι η βιβλιοκριτική του π. Βασιλείου για τα Ομιλήματα του πρώτου, το 1973 στο περιοδικό Ευθύνη[17]. Αθησαύριστο ίσως, κάνει φανερό ωστόσο, πόσο έχει επηρεάσει ο ένας τον άλλον, στην γραφή και την «σαλότητα». Το παραθέτω ολόκληρο:
«Η «των σαλευομένων μετάθεσις» (Εβρ.12,27) αποκαλύπτει των αιωνίων το άπτωτο, ακίνητο και αεικίνητο.
Όλη η εξωτερική ασυναρτησία την οποία μπορεί κανείς στην αρχή να βρή, στον παρά μέσα χώρο βλέπει να υπάρχει σα ζωή εχεφροσύνης με μια άριστη περιχώρησι και κυκλοφορία του αίματος.
Ο αυτοεξευτελισμός και αυτοδιασυρμός που επίμονα γίνεται από τον συγγραφέα δεν τον ρίχνει στα μάτια του αναγνώστη, τον εξαφανίζει, τον θανατώνει. Και τον κάνει να παρουσιάζεται «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» μπροστά μας ως εκ νεκρών ζων.
Το ανίλεο χτύπημα που γίνεται από τον ίδιο είναι κάτι σκληρό που χτυπά άσκημα σ’ έναν που βασανίζεται μάταια να σώσει την «αξιοπρέπειά» του. Στο τέλος-τέλος όμως βλέπει κανείς πως όλα τα άσχετα έχουν σχέσι. Όλα τα ανισόρροπα μιλούν έλλογα και εναρμόνια. Όσα φαίνονται υπέρμετρα και σκληρά, ενσταλάζουν ρανίδες αληθινής παρακλήσεως, βαθειάς παρηγοριάς στα έγκατα του ανθρώπου.
Το κακό είναι ότι πολυσυνηθίσαμε να ζούμε έξω από την Εκκλησία, στον άκαμπτο χώρο του «ορθού λόγου» που μας έφερε στο απαγχονίζον παράλογο.
Πάψαμε να χτίζουμε εκκλησίες όπως οι Βυζαντινοί, σεβόμενοι τον κόσμο της καθεμιάς πέτρας. Χάσαμε την αίσθηση που μας έδειχνε τον πλούτο που κρύβει η προτροπή του Παληού Αββά: «Προσπάθησε να καταφρονηθής αναφανδόν υπό πάντων των ανθρώπων».
Κάναμε το βίο αβίωτο. Φέραμε τον εαυτό μας σε χώρο κλειστό, ανήλιο και ανάερο. Γι’ αυτό και τα κείμενα αυτά τα «παρεμφερή, βρίσκονται σε γραφή αδιάβαστη. Είναι γραμμένα σ’ άλλη εποχή, σ’ άλλο χώρο: σ’ αυτό τον βαθειά ανθρώπινο και εφετό, από τον οποίο όμως εκούσια ή ακούσια εκπατριστήκαμε, και ρίξαμε τον εαυτό μας σε τούτη την αλλοδαπή χώρα της μηχανής και της μηχανικότητος, όπου όταν κάτι τσαλακωθεί παύει να υπάρχει.
Ενώ ο άνθρωπος υπάρχει μέσα σ’ όλες τις μεταβολές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι απειλές του γίνονται ευλογίες. Οι κατάρες, ευχές. Οι πόνοι, παρηγοριά. Και ο θάνατος, ζωή. Και δεν είναι τίποτε άλλο το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής, της κοινωνίας μας με τη Ζωή που θανάτω θάνατον πάτησε.
Η ζωή, η υπόστασή μας δεν είναι το άθροισμα «των καυσουμένων στοιχείων», (Β΄Πέτρ. 3,10) ούτε η αρχιτεκτονική των σαλευομένων. Μετά από το χώνεμα των καυσουμένων και από των «σαλευομένων την μετάθεσιν» υπάρχει ο άνθρωπος, χάρι στον άφθαρτο και άραφο χιτώνα που ενδύεται στο Βάφτισμα αναδυόμενος από τα ύδατα του θανάτου.
Αυτή η αιώνια ύπαρξι του ανθρώπου, η πέρα της φθοράς, αυτή η άκτιστη χάρη, δίνει νόημα στο εφήμερο και ανόητο.
Μέσα από τα ερείπια, «τους λίθους και κέραμους» φωτίζει η άφθαρτη μορφή του ανθρώπου με μια αντοχή ακατάβλητη. Ανήκει στον άλλο κόσμο γι’ αυτό και σε τούτο κινείται άνετα. Πέρα από τη μετάθεσι μας φέρνει το χαρούμενο μήνυμα (ευαγγέλιο) πως υπάρχει κάτι το αμετάθετο. Και αυτό το αμετάθετο, μετατίθεται ακατάπαυστα, όπου θέλει πνει, ζωογονώντας τα πάντα.
Έτσι η πράξη του Συγγραφέα να μιλά με τον τρόπο που μιλά είναι μια επίσκεψη ξένη∙ μια άνωθεν άφιξη εν τοις καθ’ ημάς. Κάτι το άλλο. Ένας ασπασμός του πέραν, του επέκεινα και χρυσώνει το τώρα, το περαστικό, που έτσι και το ζούμε συχνά μας απογοητεύει σαν ξένο και αποξενωτικό.
Τα «Ομιλήματα» είναι μια εξομολόγηση που δεν τολμά κανείς να κάνει στον πνευματικό του, και αυτός την κάνει όχι δημόσια, μα καταγράφοντάς την τρισδιάστατα και προσυπογράφοντάς την ξεκάθαρα, μ’ όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς του για να μη χωρά καμιά παρεξήγησι. Δεν μας δείχνει έτσι μόνο ένα νέο τρόπο γραψίματος, αλλά μας θυμίζει και τον καινό τρόπο ζωής. Είναι μια νεκρανάσταση. Και είναι αλήθεια πως δεν μπορεί να βιωθή τούτη η ζωή παρά αφού πεθάνει κανείς. Γι’ αυτό η Εκκλησία βαφτίζοντάς μας στο θάνατο μας ντύνει στη ζωή την αθάνατη. Και ο Παύλος ζητά να «παραστήσωμεν εαυτούς τω Θεώ ως εκ νεκρών ζώντας (Ρωμ. 6,13).
Ποιός πράγματι μας κόλλησε αυτή τη μανία να σώσουμε το καταδικασμένο, να λατρέψωμε την κτίσι; Και πνιγόμαστε άδικα. Ενώ πέρα από το θάνατο του θνητού, τη φθορά του φθαρτού, υπάρχει χάριτι Κυριου η αθανασία και αφθαρσία που διαπερνά από τώρα το είναι μας, τα πάντα. Και καταπίνεται το θνητό, από τη ζωή, και το φθαρτόν ενδύεται αφθαρσίαν.
Ο Ν.Γ.Πεντζίκης παρουσιάζεται ως ο τολμηρός που πεθαίνει και παραδίνεται σ’ άλλα χέρια. Και δε μας πέφτει λόγος να πούμε τίποτα. Αλλά και αν πούμε –εκείνο ή το άλλο– τα χέρια αυτά δρουν ασχέτως ημών.
Μόνα αυτά πλάθουν τον άγνωστο Παράδεισο, τον ητοιμασμένον προ καταβολής κόσμου, για μας όλους τους καθημερινούς. Αυτά πλάσανε τον άγνωστο εαυτό μας και έως άρτι εργάζονται πάνω μας.
«Ο αποθανών δεδικαίωται».
Ένας που κάνει τον εαυτό του κουρέλι. Ένας που καταφέρει στον ίδιο εαυτό του τέτοια θανατηφόρα για την κοινωνική του ευπρέπεια πλήγματα, έχει την άδεια και δυνατότητα να προχωρεί ελεύθερα κεκλεισμένων των θυρών.
Δεν ενοχλεί κανένα γιατί κανενός δεν παίρνει τη θέσι. Κανέναν δεν πάει να προσπεράσει, να παραγκωνίσει. Έχει θέσι που κανείς δεν την υποβλέπει. Ποιός στ’ αλήθεια θα επιθυμούσε το διασυρμό, τη διαγραφή, την απώλεια;
Είναι κάτω από τον καθένα. (Πέρα από τις επιδιώξεις μας). Είναι μέσα σ’ όλους. Είναι ακίνδυνος για όλους, όπως ο νεκρός που κοίτεται μπροστά μας ακίνητος. Έτσι ακούμε με ανοιχτά αυτιά ό,τι μας λέει. Και μπορούμε άνετα να πούμε και γι’ αυτόν ένα καλό λόγο.
Έτσι σώζεται μέσα στην καρδιά μας και ανασταίνεται στη ζωή μας. Και κυκλοφορεί στο είναι μας. Αυτός είναι οι άλλοι, και μείς είμαστε αυτός.
Τότε βλέπομε ότι μέσα στην Εκκλησία υπάρχει χώρος για όλους. Όλοι βρίσκονται μέσα μας. Και ολόκληρος ο άνθρωπος «μεταβαίνει εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5,24) μπαίνοντας στην Εκκλησία.
†Β. Σταυρ.»[18]
Το 1974 θα εκδοθεί το πρώτο βιβλίο του π. Βασιλείου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Εισοδικόν». Βιβλιοκριτική του συναντάμε στο αγιορείτικο περιοδικό «Αθωνικοί Διάλογοι», που εξέδιδε ο μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, στην οποία, χαρακτηρίζεται μάλιστα ως «νεοπατερική φωνή». Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμά ενδεικτικό της εποχής που περιγράφουμε:
«Συγγραφεύς του μετά χείρας πονήματος είναι ο Καθηγούμενος της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης, γνωστός ευρύτατα εν Ελλάδι και εις το εξωτερικόν ως μια των πλέον φωτεινών μορφών του σύγχρονου αγιορείτικου μοναχισμού. Παρά ταύτα, η αγαθή φήμη του ανδρός τούτου ουδεμίαν μέχρι τούδε είχε σχέσιν με συγγραφικήν δράσιν. Μετά τας εν Αθήναις και εν Παρισίοις λαμπράς σπουδάς εγκατεβίωσεν εις την Σκήτην του Αγίου Προδρόμου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, ένθα υπό την πνευματικήν καθοδήγησιν του Γέροντός του Μοναχού Παϊσίου, επεδόθη εις την κατά Θεόν ησυχίαν. Και θα παρέμενεν ασφαλώς ακόμη κρυπτόμενος υπό την σκιάν του Γέροντος Παϊσίου, εάν ανάγκη επιτακτική ανασυγκροτήσεως της προς καιρόν χειμασθείσης Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα δεν επέβαλεν εις την Εκκλησίαν όπως τοποθετήση τούτον Ηγούμενον της εν λόγω Μονής, από ιδιορρύθμου εις κοινόβιον μετατραπείσης. Δεν συνεπληρώθη ακόμη πενταετία από της αλλαγής ταύτης και ήδη η Μονή Σταυρονικήτα έχει καταλάβει προ πολλού εις τα ψυχάς των ευλαβών επισκεπτών του Όρους θέσιν νοσταλγικού προσκυνήματος. Ο γόνιμος διάλογος και η κατανυκτική λατρεία είναι τα χαρακτηριστικώτερα γνωρίσματα της πνευματικής ταύτης εστίας. Ο Γέρων Παΐσιος όμως όστις εξακολουθεί να είναι ο Πνευματικός τόσο του Ηγουμένου όσον και ολοκλήρου της εκλεκτής αδελφότητος, δεν ακούει ευχαρίστως όσα περί αυτών λέγονται και γράφονται κατά καιρούς αγαθά, διότι φοβείται τον έπαινον του κόσμου. Θεμελιώδες αξίωμα της πνευματικής ζωής θεωρεί το ότι «ο μοναχός κρύπτει εαυτόν και μόνον η χάρις του Θεού τον προδίδει». Κατ’ επανάληψιν ηκούσθη διαμαρτυρόμενος προς επαινούντας το εν Σταυρονικήτα έργον: «Αφήσατε τους ανθρώπους να αγωνισθούν τον αγώνα των. Δεν τους κάμνετε καλόν επαινούντες. Είναι ωσάν να επισημαίνετε εις τον εχθρόν τον στόχον, προς τον οποίον πρέπει να στρέψη τα πυρά του. Το Όρος άλλωστε είναι πάντοτε ανεξάντλητον εις τιμίους αγωνιστάς του πνευματικού στίβου, ασχέτως εάν τους γνωρίζει ή όχι ο κόσμος. Δεν είναι δίκαιον να επαινήται μια μόνον εστία. Τούτο καταντά βλασφημία δια το Άγιον Όρος» […] «Είθε η εκ του Αγιωνύμου Όρους προερχομένη αύτη νεοπατερική φωνή να τύχη της δεούσης προσοχής υπό των εχόντων ακόμη παρ’ ημίν ώτα ακούειν»[19].
Το Νοέμβριο του 1974 ο π. Βασίλειος θα κάνει μια εισήγηση, «ποὺ ἀναγνώσθηκε γαλλικὰ» στο Συνέδριο Ορθοδόξων Νέων Δυτικής Ευρώπης τον Νοέμβριο στην Ντιζόν της Γαλλίας. Η εισήγηση με τίτλο «Η υπέρβαση του θανάτου στη μοναχική ζωή» θα δημοσιευτεί το 1976 στο περιοδικό της Ι. Μονής Γρηγορίου ‘Ο Όσιος Γρηγόριος’[20]. Εκεί θα δούμε διαμορφωμένο πιά τόσο το γνώριμό του ύφος όσο και αρκετές από τις βασικές θεματικές που θα τον απασχολήσουν κατά τη μακρόχρονη κα πλούσια συγγραφική του πορεία. Αντιγράφω ως κατακλείδα, ένα μικρό, χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Ένας μοναχός έγραφε:
«Δεν είναι η δουλειά μου να χτίζω σπίτια και να ασπρίζω.
Ούτε ακόμη είναι να διαβάζω και να γράφω.
Ποια είναι η αποστολή μου;
Είναι -αν είναι δυνατόν- να πεθάνω εν τω Θεώ. Τότε ζω και κινούμαι από άλλη Δύναμη.
‘Έτσι ελεύθερα μπορώ να τα κάνω όλα (και να σκάβω και να διοργανώνω και να διαβάζω και να γράφω), χωρίς να δένωμαι με τίποτα. Άπ’ όλα μπορώ να περάσω, οφείλω να περάσω κυνηγώντας. πάντα ήρεμα το ένα και μοναδικό. ‘Όλα, όλους τους «μετεωρισμούς» να άφήσω ελεύθερα δι’ εμού να διέλθουν περιμένοντας το ένα που καταξιώνει τα πάντα.
Όταν χτίζης για να χτίζης, φτιάχνεις τον τάφο σου.
Όταν γράφης για να γράφης, πλέκεις τα σάβανά σου.
Όταν ζης, αναπνέεις ζητώντας το έλεος του Θεού, τότε γύρω σου υφαίνεται καταστολή αφθαρσίας και μέσα σου αναδεύεται γλυκασμός ουράνιας παρακλήσεως. Το αν χτίζης η αν γράφης, είναι πολύ δευτερεύον[21]».

Σημειώσεις
[1] https://www.youtube.com/watch?v=hXTyXDkazLg, https://www.youtube.com/watch?v=5t5FqPL5hJQ
[2]https://megasvasileios.gr/2019/%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82/
[3] https://www.pemptousia.gr/2020/02/mia-alismoniti-sinantisi/
[4] https://www.pemptousia.gr/video/den-echi-oria-i-pisti-i-parousia-tou-theanthropou/
[5] π. Βασίλειος Γοντικάκης, Αναμνήσεις από τη Σκήτη των Ιβήρων, Πρωτάτο, αριθμ 22, Μάρτιος-Απρίλιος 1990, σ. 34-41
[6] Χ. Γιανναράς, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, Δόμος, Αθήνα 2006 (5η επανέκδοση), σελ. 473.
[7] π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλος,, Εδώ θα πας στο στενό μονοπάτι, Εν πλω, Αθήνα, σελ 237.
[8] https://www.iellada.gr/thriskeia/o-agios-paisios-sina-kai-i-anapantehi-synantisi-1
[9] Ιερομόναχος Ισαάκ, Βίος Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος, 2022 (11η επανέκδοση) σ. 185-187
[10] Ορθοδοξία και Δύση, σελ. 475, Εδώ θα πας στο στενό μονοπάτι σ. 237-238.
[11] https://anastasiosk.blogspot.com/2020/05/blog-post_53.html
[12] Τάσου Ρωμανού, Συναντήσεις στο Άγιο Όρος, Σύνορο τ. 40 (Δεκ, 66-Φεβρ. 1967), σ. 311-312.
[13]Βίος Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, σ. 209-211.
[14] https://athosphotoarchive.blogspot.com/2020/03/4.html
[15] Ορθοδοξία και Δύση, σελ 475.
[16] Για τις σχέσεις γέροντος Παϊσίου, π. Βασιλείου και Πεντζίκη, διαφωτιστική είναι η μαρτυρία του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου:
«Τὸν Γέροντα Παΐσιο τὸν γνώρισες τό 1971 ὅταν σὲ εἶχαν στείλει νὰ τὸν ρωτήσεις γιὰ μία γυναίκα ποὺ ἔβλεπε ὁράματα καὶ ἦταν περιστοιχισμένη ἀπὸ μία ἀδελφότητα λαϊκῶν ἀνθρώπων δοσμένων στὴν προσευχή. Δὲν εἶχες ξανακούσει τὸ ὄνομά του, καὶ ἦταν ὁ πρῶτος καλόγερος ποὺ γνώρισες. Ἔμενε στὸ κελὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πάνω ἀπ’ τὴν Καλλιάγρα, κοντὰ στὴ Σταυρονικήτα […] Τὸν π. Παΐσιο τὸν συνάντησες γιὰ δεύτερη φορὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1973. Ὅμως τότε πῆγες γιὰ τὸν ἑαυτό σου, σὲ μιὰ ἀπ’ τὶς συζητήσεις σας ἔγινε λόγος γιὰ τὸν Πεντζίκη. «Γιατί δὲν πᾶς νὰ τὸν γνωρίσεις;», σοῦ εἶπε. «Ἡ γυναίκα του, ἡ κυρία Νίκη, εἶναι πολὺ καλή». Ἕνα μήνα μετὰ τὴν ἐπιστροφή σου τοῦ τηλεφώνησες. «Σᾶς τηλεφωνῶ ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς Παϊσίου», εἶπες. «Ἐφ’ ὅσον ἔρχεσαι ἐκ μέρους τοῦ πατρὸς Παϊσίου εἶσαι εὐπρόσδεκτος», ἀπάντησε. Βέβαια γνώριζε τὸ οἰκογενειακό σου ὄνομα καὶ τὸν πατέρα σου, ὅμως ἐσένα οὔτε εἶχε περάσει ἀπ’ τὸ μυαλό σου κάτι τέτοιο. Πῆγες στὸ σπίτι του καὶ ἄρχισε νὰ σοῦ μιλάει γιὰ διάφορα πράγματα. Ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἀνταποκρινόσουν. Ἦταν ὅλα καταβαραθρωμένα μέσα σου. Μιὰ μέρα ἔτυχε νὰ συντύχετε στὸ σπίτι του μὲ τὸν τότε ἡγούμενο τῆς Μονῆς Σταυρονικήτα καὶ νῦν τῆς Μονῆς Ἰβήρων, Βασίλειο. «Μοῦ τὸν ἔστειλε ὁ πατὴρ Παΐσιος», τοῦ εἶπε ὁ Πεντζίκης, «ἀλλὰ δὲν μιλάει». Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Ο πιο σύντομος δρόμος, Ιανός, Θεσσαλονίκη, 1999, σ. 57,59-60.
[17] Τα Ομιλήματα του Πεντζίκη, Ευθύνη, τ. 15, Μάρτιος 1973, σ. 139-140. Η δεύτερη έκδοση των Ομιλημάτων στις εκδόσεις Ακρίτα το 1992, θα συνοδευτεί από πρόλογο του π. Βασιλείου.
[18] Τα «Ομιλήματα» του Πεντζίκη, Ευθύνη, τ. 15, Μάρτιος 1973, σ. 139-140.
[19] †Μ.Μ.Σ., Αρχιμ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ (στοιχεία λειτουργικής βιώσεως του μυστηρίου της ενότητος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία), Άγ. Όρος 1974., Αθωνικοί Διάλογοι, τ.25-26, Ιαν,-Φεβ.1975, σ.28-30. Είχε προηγηθεί μια ακόμη παρουσίαση του βιβλίου στο τεύχος 23 (Μάιος-Ιούλιος 1974), σελ 30.
[20] αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, «Η υπέρβαση του θανάτου στην μοναχική ζωή», περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 1ο, Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1976, σ. 18-26, https://www.imgrigoriou.gr/pdf%20files/Periodiko_teyxi/01-1976.pdf
[21] Ο,π, σελ. 20.
π. Βασίλειος Γοντικάκης | Εντυπώσεις από τα πρώτα βήματα στο Άγιον Όρος - Αντίφωνο

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Eισοδικόν στη Θεολογία της καρδιάς (εις μνήμην γέροντα Βασιλείου Γοντικάκη)


Συζήτηση μεταξύ του Βασίλη Ξυδιά, του Κώστα Μπλάθρα και του Στρατή Ψάλτου—λίγες μέρες μετά την κοίμηση και την ταφή του γέροντα πατρός Βασιλείου Γοντικάκη. 

Η συζήτηση εστιάζει στην προσωπικότητα και την κληρονομιά του Γέροντα Βασιλείου, εξετάζοντας τη συμβολή του στην αναγέννηση του μοναχισμού στο Άγιον Όρος τη δεκαετία του 1960. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον αποφασιστικό ρόλο του Γέροντα στην προσέλκυση της νεολαίας προς την Ορθοδοξία κατά τη μεταπολίτευση, ειδικά της αριστερής και αναζητούσας νεολαίας. Οι ομιλητές αναλύουν το μοναδικό, ιμπρεσιονιστικό ύφος του λόγου του Βασιλείου, ο οποίος ξεπερνούσε τη συμβατική θεολογία και προσέφερε μια βιωματική κατανόηση του Ευαγγελίου, εστιάζοντας στο μυστήριο της καρδιάς και την έννοια της χάριτος. Τέλος, αναφέρεται η μετάβαση από τον ιδιόρρυθμο στον κοινοβιακό μοναχισμό στο Άγιον Όρος, όπου ο Γέροντας Βασίλειος υπήρξε πρωτεργάτης, ιδιαίτερα στη Μονή Σταυρονικήτα και αργότερα στην Ιβήρων.


Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΟΠΩΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΒΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ. Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ  ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ.
ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΙ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ Ή ΤΗΝ ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΖΩΗ.  
Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΛΗΣΗ, ΟΧΙ ΚΛΙΣΗ, ΚΑΙ ΖΩΗ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕΩΣ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ. 
ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΔΙΑΦΕΡΟΥΝ.  ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΘΗΚΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ. ΦΥΣΙΚΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ. ΚΑΝΕΙ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΘΕΟ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΓΙΑ ΘΕΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΣ.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Βασίλειος Γοντικάκης (1935-2025): Ο Αγιορείτης διανοούμενος που γέμιζε τα αμφιθέατρα

Ο Βασίλειος Γοντικάκης με την ευρύτατη παιδεία υπήρξε ένας εκ των μεγαλυτέρων θεολόγων της εποχής μας. «Θα μείνει στην ιστορία του μοναχισμού ως ο κατ’ εξοχήν πρωτεργάτης της αναγέννησης της Αθωνικής Πολιτείας»

«Εμείς είμαστε αναρχικοί, εσύ τι πρεσβεύεις;»
, φώναζαν στον Βασίλειο Γοντικάκη κάποιοι φοιτητές για να τον προκαλέσουν. «Μα και εγώ με τον “άναρχο Θεό” είμαι», απαντούσε ο βαθιά φιλοσοφημένος, μειλίχιος, γοητευτικός ομιλητής, Αγιορείτης μοναχός... κερδίζοντας το ακροατήριο.

Σταύρος Τζίμας

Όταν κατά την δεκαετία του 80 ο ιερομόναχος Βασίλειος Γοντικάκης έβγαινε από τον Αθω- και το έκανε συχνά- για κάποια ομιλία του στην Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα, γινόταν ένας μικρός πανικός.

Τα αμφιθέατρα γέμιζαν ασφυκτικά και στα ντουβάρια των Εξαρχείων και του Αριστοτέλειου εμφανίζονταν- απουσία διαδικτύου- συνθήματα του τύπου “ελάτε στο αμφιθέατρο της (….) σχολής, μιλάει ο Βασίλειος από το Άγιο Όρος και θα πάθετε την πλάκα σας”.

Ήταν η εποχή της αμφισβήτησης και ο “αναρχικός καλόγερος από το Άγιο Όρος”, ήταν περιζήτητος στις πιάτσες των “ζυμώσεων” του “χώρου” αλλά και της Ορθοδοξίας.

Η παρουσία ενός ηγουμένου, ενσαρκωτή του μεταφυσικού και του “σκοταδισμού”, στα “επαναστατημένα” μεταπολιτευτικά φοιτητικά αμφιθέατρα, ήταν από μόνη της ένα σκάνδαλο-όχι όμως και αυτή του αγιορείτη ανατρεπτικού διανοούμενου. Οι συζητήσεις, ξεκινούσαν ως θεολογικού περιεχόμενου και κατέληγαν στον Ηράκλειτο, την αναρχία και την Επανάσταση.
Γοητευτικός ομιλητής και βαθειά φιλοσοφημένος, ο Βασίλειος δεν δίσταζε να απαντήσει, εν μέσω οχλαγωγίας πολλές φορές, με ηρεμία, στις καταιγιστικές ερωτήσεις, ακόμα και στις πιο “προβοκατόρικες”.
“Εμείς είμαστε αναρχικοί, εσύ τι πρεσβεύεις;”, φώναζαν από κάτω για να τον προκαλέσουν. “Μα και εγώ με τον “άναρχο Θεό” είμαι ” απαντούσε.


“Τι λέτε για την Επανάσταση;”, τον ρωτούσαν συχνά για να λάβουν την απάντηση ότι “και εγώ με την επΑΝΑΣΤΑΣΗ είμαι” και συνήθως κατέληγε στο συμπέρασμα ότι “είμαστε το ίδιο”..
“Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες”, έφευγαν από τις αίθουσες ευφρανθέντες ιδεολογικά και ψυχικά, και προετοιμάζονταν για τον επόμενο γύρο, σε κάποιο άλλο αμφιθέατρο..

Ο Βασίλειος Γοντικάκης, κηδεύτηκε στις 18 Σεπτεμβρίου, στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Άθω έχοντας αφήσει ισχυρό αποτύπωμα τόσο στον αγιορείτικο μοναχισμό όσο και στην έξω, κοσμική κοινωνία.

Γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης το 1935, μολονότι εμφάνιζε ιδιαίτερη κλίση στα Μαθηματικά, σπούδασε Θεολογία στον πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία.

Νεότατος, εκάρη μοναχός στο Άγιο Όρος, όπου οργάνωσε με υποδειγματικό τρόπο τα κοινόβια, πρώτα της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα και στη συνέχεια της Ιβήρων.

Το 2005 όμως παραιτήθηκε από το πόστο του ηγουμένου της Ιβήρων- κίνηση ασυνήθιστη για τη μοναστηριακή ζωή-και πήρε τον δρόμο του ασκητισμού.

Κατέφυγε στο γειτονικό δάσος παρέα με τον καλογερίστικο ντορβά (ταγάρι), έχτισε εκεί ο ίδιος μια ξύλινη καλύβα και αφοσιώθηκε, απαλλαγμένος από τα διοικητικά καθήκοντα της ηγουμενίας, στην θεολογική και φιλοσοφική σκέψη. Τουλάχιστον δεκαπέντε βιβλία, δεκάδες ομιλίες και διαλέξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό αφήνει ως παρακαταθήκη του, μαζί με την αύρα της σκέψης τούτου, απλωμένη στην χερσόνησο του Άθω.

Κοσμικοί που βρέθηκαν κοντά του περιέγραψαν στην “Κ”, in memoriam, την προσωπικότητα του ευφυέστατου και φιλοσοφημένου αυτού ιερωμένου, μέσα από ιστορίες που βίωσαν μαζί του.

“Ο Βασίλειος υπήρξε ένας εκ των μεγαλυτέρων Θεολόγων της εποχής μας”, λέει ο κ. Αρίστος Κασμιρογλου, μακροβιότερος (από το 1977 έως και σήμερα) πολιτικός διοικητής και αναπληρωτής διοικητής στο Άγιο Όρος τον οποίο ο εκλιπών τιμούσε με την φιλία του. “Διέθετε μεγάλη θεολογική παιδεία και όχι μόνο. Ήταν ο ανανεωτής του κοινοβιακού μοναχισμού στο Άγιο Όρος. Υπήρξε συνομιλητής πολιτικών προσωπικοτήτων, τον επισκέφθηκαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, του οποίου υπήρξε επιστήθιος φίλος, ο Τσίπρας, Κυριάκος και πολλοί άλλοι επώνυμοι ενώ ως γνωστόν ήταν τακτικός ομιλητής και στα φοιτητικά αμφιθέατρα της δεκαετίας του 80 ”.

Ο δικηγόρος κ. Διογεννης Καραγιαννακίδης γνώριζε καλά τον Βασίλειο, τον οποίο θεωρεί ως την “σημαντικότερη προσωπικότητα μεταπολεμικά στο Άγιο Όρος”.

“Θα μείνει στην ιστορία του μοναχισμού ως ο κατ εξοχήν πρωτεργάτης της αναγέννησης του Αγίου Όρος στις αρχές της δεκαετίας του 60, καθώς με τον φρέσκο λόγο του μετέφερε και διέδωσε τα μηνύματα της σύγχρονης θεολογίας στον Άθω”, προσθέτει και υπογραμμίζει ότι ο Βασίλειος συν τοις άλλοις υπήρξε στην διαδρομή του “το ισχυρότερο προγεφύρωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Άγιο Όρος. Ήταν επαναστάτης θεολόγος και ταυτόχρονα απολύτως θεσμικός.”.

Κάποιες φήμες, δε, που είχαν κυκλοφορήσει παλαιότερα ήθελαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη να προόριζε τον Βασίλειο για διάδοχο του Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού, πλην όμως ο Γοντικάκης φέρεται να αρνήθηκε.

Εκτός Αγίου Όρους ο Βασίλειος είχε το χάρισμα να “πυρπολεί” τα αμφιθέατρα και τις ψυχές των νέων ανθρώπων στους οποίους απευθυνόταν με τον μοναδικό λόγο του.

“Το νέο κρασί πρέπει να μπει σε νέους ασκούς και όποιος αντέξει”, συνήθιζε να λέει.

Ο δημοσιογράφος κ. Στέλιος Κούκος μας περιέγραψε μια από τις πολλές ομιλίες του στο Αριστοτελειο Πανεπιστήμιο.

“… Η εκδήλωση ήταν στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Α Π Θ μπροστά σε ένα ετερόκλητο φοιτητικό ακροατήριο, αφού, όπως πάντα, στις ομιλίες του συμμετείχαν κυρίως φοιτητές από τους πιο συντηρητικούς μέχρι τους πιο ανήσυχους και ταραχώδεις, αλλά και εξωπανεπιστημιακοί· όπως και μερικές από τις σημαντικότερες μορφές της τέχνης και της διανόησης. Για παράδειγμα ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στην Θεσσαλονίκη, ο Διονύσης Σαββόπουλος στην Αθήνα.

Ξεκίνησε με την φράση «είσαστε όλοι Αγιορείτες» που προκάλεσε, ιδιαίτερη εντύπωση στην αίθουσα!

Είχαν προηγηθεί λίγα δευτερόλεπτα αγιορείτικης σιωπής του ομιλητή, δηλαδή προσευχής, μετά την μικρή παρουσίαση που του έγινε.

Και μετά άρχισε τον υπερ-λόγο, λόγο του που πάσχιζε, όχι να μας ξεσηκώσει, αλλά έμμεσα να μας… ξεκουνήσει”.

Ο Βασίλειος Γοντικάκης, ενέπνευσε στις αρχές της δεκαετίας του 80 με την στάση ζωής του στην μοναστική πολιτεία, την σκέψη και την δράση του, το αποκαλούμενο «ρεύμα των Νεοορθόδοξων», που ευαγγελιζόταν την αναζήτηση μιας ζωντανής Ορθοδοξίας πέρα από την ηθικισμό των παραθρησκευτικών οργανώσεων ή τον δυτικότροπο διαφωτισμό της μεταπολεμικής Ελλάδας και στην κοσμική κοινωνία τροφοδοτούσαν διανοούμενοι όπως οι Χρήστος Γιαναράς, Κωστής Μοσκώφ, Κώστας Ζουράρις, Γιάννης Ζηζούλιας, Διονύσης Σαββόπουλος κ.α.

“Γύρω στο 1983 διάβασα σε κάποιο άρθρο του περιοδικού Σχολιαστής τον πρωτοεμφανιζόμενο όρο “Νεορθοδοξία” αφηγείται ο επί πολλά χρόνια αρχιτέκτων στο Άγιο Όρος κ. Φαίδων Χατζηαντωνίου.

“Με έκπληξη διαπίστωσα πως τρεις πασίγνωστοι άτυποι εκπρόσωποι τριών τάσεων της ελληνικής Αριστεράς, ήτοι ο Κωστής ΜοσκώΦ (ΚΚΕ), Κώστας Ζουράρις (ανανεωτική αριστερά) και Διονύσης Σαβόπουλος (ανένταχτη αριστερά), συνδέονταν με μια τελείως αναπάντεχη συμπόρευση: την σχέση τους με έναν αγιορείτη λόγιο, τον Βασίλειο Γοντικάκη, ο οποίος, μαζί με τον τότε ηγούμενο της Μονής Γρηγορίου Γεώργιο Καψάνη ενσάρκωναν το ιδεώδες ενός νέου αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού.

Περίεργο πράγμα: τα κομμάτια της Αριστεράς που δεν μπορούσαν να τα βρουν μεταξύ τους στους καθημερινούς αγώνες θεωρίας και πράξης, τα έβρισκαν στο Άγιο Όρος, συνδιαλεγόμενα με έναν, παντελώς άγνωστο στους κύκλους της Αριστεράς, αρχιμανδρίτη λόγιο κάνοντας βουτιές στα νερά μιας εν πολλοίς άγνωστης πηγής της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης.

Θυμάμαι έντονα ένα πηγαδάκι με τέσσερις-πέντε συναδέλφους μηχανικούς στην πρώτη μας επίσκεψη στην Μονή Γρηγορίου, αριστεροί εμείς, όπου μας πλησιάζει ο ηγούμενος Γεώργιος και μας λέει ότι «η υπέρτατη μορφή αναρχίας είναι η ορθοδοξία», κατεβάζοντας στη συνέχεια τσιτάτα των νεομαρξιστών της Σχολής της Φρανκφούρτης, όπως ο Μαρκουζε και Χορκχαίμερ. Οι γέροντες Βασίλειος Γοντικακης και Γεώργιος Καψανης ήταν μεγάλες και γοητευτικές προσωπικότητες του σύγχρονου αγιορείτικου μοναχισμού. ”

Η Καλλιτεχνική Διευθύντρια του MOMus-Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης-Συλλογή Κωστάκη κ.Μαρία Τσατσάνογλου, αφηγείται για την γνωριμία της με τον εκλιπόντα Βασίλειο και τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες.

“Τον Βασίλειο, μαζί με τον στενό του συνεργάτη μοναχό Χριστόφορο, τους γνώρισα στη Μόσχα όταν προσπαθούσαν ματαίως να επαναποκτήσουν από την Ρωσική Εκκλησία ένα μετόχι κοντά στην Κόκκινη Πλατεία που ανήκε ιστορικά στην Ιβήρων.

Εγώ δεν είχα καμία σχέση με όλα αυτά, αλλά με συγκινούσε η προσπάθειά τους. Περίμενα τις τακτικές επισκέψεις τους για να τους κεράσω καφέ και να πεταχτώ για κρουασάν στον διπλανό φούρνο ώστε να τους δώσω χρόνο να ξεκουραστούν και να αρχίσουν τις ωραίες διηγήσεις. Μια μέρα με πέτυχαν στο γραφείο μου στην Ελληνική Πρεσβεία να συμπληρώνω τη φορολογική μου δήλωση. Δεν γινόταν, τότε, διαδικτυακά η φορολογική δήλωση και συμπληρώναμε κάτι σεντόνια σαν μεγάλες εφημερίδες.

“Να γιατί χαίρομαι πού έγινα μοναχός, γιατί δεν έχω τέτοιες γραφειοκρατίες” μου είπε γελώντας. Σε ένα ταξίδι μου χάρισε την αγιορείτικη υφαντή τσάντα ταξιδιών του, σε ένα άλλο πήγαμε μαζί σε έκθεση μοντέρνας τέχνης. Εξάλλου αγαπούσε την τέχνη, λάτρευε κυριολεκτικά τον Τσαρούχη και τον θεωρούσε φίλο του. Αυτόν επισκεπτόταν ο Νίκος Αλεξίου και σταδιακά δημιούργησε το σπουδαίο έργο του “The End”, μια μεγάλη εγκατάσταση εμπνευσμένη από το ψηφιδωτό δάπεδο του Καθολικού της Μονής Ιβήρων που έδειξε το 2005 στην Μπιενάλε Αλεξάνδρειας και το 2007 στη Μπιενάλε Βενετίας.

Ο Βασίλειος Γοντικάκης άκουγε κάθε τι προσεκτικά και δεν ήταν ακραίος και λαϊκιστής (“κάτι Καντιώτηδες συκοφαντούν την εκκλησία” έλεγε), δεν θεωρούσε την ορθόδοξη πίστη προαπαιτούμενο για οτιδήποτε, είχε απίστευτο χιούμορ και αγαπούσε και υποστήριζε πραγματικά και βαθειά όλους ανεξαιρέτως τους αδύναμους και καταφρονημένους. Είχε εναντιωθεί με τους μοναχούς που υποχρέωναν τους επισκέπτες, στα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης του τότε νεοσύστατου Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού με θησαυρούς του Αγίου Όρους, να μην φορούν μέσα στο κατακαλόκαιρο αμάνικα και κοντά παντελόνια (τις δε γυναίκες να μην φορούν γενικώς παντελόνια!). “Μα είναι στην πόλη, γυρνούν από βόλτα στη θάλασσα και επισκέπτονται μουσείο και όχι μοναστήρι, τί σημασία έχει πώς είναι ντυμένοι” έλεγε. Θεωρούσε πως η εκκλησία είναι πιστή στον θεολογικό λόγο και δεν λαϊκίζει, διαχωρίζοντας με τον τρόπο του τις σχέσεις εκκλησίας και κράτους:

“Άν με κοσμικό τρόπο διοργανώνουμε τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και με πνευματικό, νομίζουμε, τρόπο κηρύσσουμε το Ευαγγέλιο, αυτό σημαίνει ότι και τα δυο (θεσμός και χάρισμα) πάσχουν και είναι αμφιβόλου γνησιότητας.

Ο κ. Χάρης Τοπαλίδης, εκπρόσωπος της Τραπεζας Μακεδονίας Θράκης τότε, είχε συνταξιδέψει στα μέσα της δεκαετίας του 90 στις Βρυξέλλες με τον Βασίλειο για να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους ενός σημαντικού έργου της Μονής και θυμάται:

“Αφού τελείωσαν οι συναντήσεις με το Γραφείο του αρμόδιου Επιτρόπου και τον ίδιο τον Επίτροπο, τον προσκαλέσαμε σε μια Βrasserie για μια μπίρα και συζήτηση.

Ξεπερνώντας την αρχική έκπληξη μου για το γεγονός ότι ένας Άγιος πατέρας, όπως αυτός, έρχεται να πιούμε μπίρα σε pub στις Βρυξέλλες, δεν ήξερα ότι ήμουν μπροστά σε μια ακόμη μεγαλύτερη. Μετά από μια συγκλονιστική συζήτηση για την κοινωνική διάσταση της Ορθοδοξίας και αφού ανέλυσε το προσωπικό του πιστεύω, ο Βασίλειος κατέληξε: ”Ξέρετε γιατί είμαι Ορθόδοξος; Γιατί η Ορθοδοξία μου επιτρέπει να είμαι αναρχικός“.

Η ανανεωτική ευρύτητα του πνεύματος αυτο΄πυ του ιερωμένου και η απελευθερωτική του θεολογία – υποστηριζόμενη και από ένα διδακτορικό τίτλο στη Φιλοσοφία στη Γαλλία-, μου δημιούργησε τόσο ισχυρή εντύπωση που ήταν ικανή να διαλύσει τα αρνητικά (συντηρητικά) θεολογικά στερεότυπα που μπορεί να έχει κάποιος για την Ορθοδοξία”. Αυτή ήταν η ελευθερία σκέψης του Βασιλείου που γνώρισα εγώ».

Σε προχωρημένη ηλικία και αδυνατώντας να αυτοεξυπηρετηθεί, ο Βασίλειος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την καλύβα του στο βουνό και να επιστρέψει στο μοναστήρι, όπου έτυχε φροντίδας. Στη διάρκεια μιας Θείας Λειτουργίας, στο καθολικό της μονής σκόνταψε, έπεσε και έσπασε το ισχύον.

“Έκοιμήθη έμπλεος χαράς και θείου φωτός”, μερικές μέρες αργότερα σε κλινική της Θεσσαλονίκης και τα τελευταία του λόγια στην εντατική, όπως μας είπαν άνθρωποι που ήταν δίπλα του, ήταν: “ο Χριστός είναι η Ζωή, είναι το Φως, είναι Παράδεισος”.

Πηγή: https://www.kathimerini.gr/society/563836207/vasileios-gontikakis-1935-2025-o-agioreitis-dianooymenos-poy-gemize-ta-amfitheatra/

Ο Βασίλειος Γοντικάκης με την ευρύτατη παιδεία υπήρξε ένας εκ των μεγαλυτέρων θεολόγων της εποχής μας. «Θα μείνει στην ιστορία του μοναχισμού ως ο κατ’ εξοχήν πρωτεργάτης της αναγέννησης της Αθωνικής Πολιτείας»

ΤΟΤΕ Ο ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ  Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΦΙΛΟΘΕΙΤΗΣ; ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ. 

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΒΑΣΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΣΚΕΠΑΣΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ.

 ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΛΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. ΤΟ ΞΕΦΩΤΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΞΑΝΑΒΥΘΙΣΤΕΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ  ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ Ή ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΛΙΓΩΝ;

ΠΡΟΣ ΚΟΡ.Β 3.13..πονηροί δέ άνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν επί τό χείρον  πλανώντες καί πλανώμενοι.