Συνέχεια από Τετάρτη 14. Οκτωβρίου 2026
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ!(5)
Τής Maria Isabel Santa Cruz.
Η έννοια της ποιότητας μπορεί να αποσαφηνιστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς την έννοια της ουσίας. Όπως έχει επισημάνει ο Baldry, οι περισσότεροι στοχαστές του 5ου αιώνα δεν διακρίνουν μεταξύ «ουσιών» και «γνωρισμάτων», αλλά θεωρούν αόριστα τις ποιότητες ως «πράγματα», στο ίδιο επίπεδο με άλλα «πράγματα». Οι προκάτοχοι και οι σύγχρονοι του Πλάτωνα αρνούνται τη δυνατότητα χωριστής ύπαρξης των αισθητών υλικών ποιοτήτων και τις αποδίδουν στα πράγματα. Ο Πλάτων μεγαλώνει μέσα στη συζήτηση για το αν οι ποιότητες μπορούν να υπάρχουν χωριστά από τα πράγματα, και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την υιοθέτηση των όρων από μέρους του, στην προσπάθειά του να δείξει τη χωριστότητα των ποιοτήτων από τα πράγματα στα οποία υποτίθεται ότι αυτές ανήκουν. Στους πρώιμους διαλόγους συναντούμε μια χρήση όρων όπως εἶδος και ἰδέα, τους οποίους οι συνομιλητές του Σωκράτη μπορούν να κατανοήσουν απόλυτα με τη φυσική ή την τρέχουσα σημασία τους. Υπάρχουν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας και σκέψης που εξηγούν γιατί ο Πλάτων μπορεί να χρησιμοποιεί στους πρώιμους διαλόγους κάποια ορολογία με φυσικό τρόπο και γιατί αργότερα δεν χρειάζεται να επινοήσει μια τεχνική γλώσσα, αλλά να γεμίσει παλιές εκφράσεις με καινούργια νοήματα. Πράγματι, ο Baldry επισημαίνει ότι στους προκατόχους και στους συγχρόνους του Πλάτωνα απαντούν όχι σπάνια χρήσεις των όρων εἶδος ή ἰδέα που θα μπορούσαν να αποδοθούν κατά προσέγγιση ως «ποιότητα», με την έννοια της ποιοτικής όψης. (34)
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον Ch. Kahn, ένα από τα γνωρίσματα της ελληνικής σκέψης και γλώσσας είναι ένας ορισμένος «πλατωνισμός»: ένας τρόπος, δηλαδή, αναφοράς σε ιδιότητες ή χαρακτηριστικά με μια μορφή που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αφηρημένη, μέσω ενός ουσιαστικού όπως «ομορφιά» ή «ισότητα», ή μέσω ενός ουσιαστικοποιημένου επιθέτου όπως «το ωραίο», και συγχρόνως θεώρησης αυτών των ιδιοτήτων ως θεμελιωδέστερων από αιτιακή άποψη από τις αντίστοιχες συγκεκριμένες περιπτώσεις τους, οι οποίες εκφράζονται με την περιγραφική χρήση του ίδιου επιθέτου. Στα ελληνικά φαίνεται φυσικό να θεωρείται μια έννοια όπως η ομορφιά ή το ωραίο όχι ως αφαίρεση από τις αντίστοιχες επιθετικές περιγραφές — ωραίο πρόσωπο, ωραίο σώμα —, αλλά ως λογικά προγενέστερη αυτών των περιγραφών. Πρόκειται για μια προτεραιότητα της αφηρημένης ονοματικής μορφής, για παράδειγμα «ομορφιά» ή «το ωραίο», έναντι των αντίστοιχων επιθετικών περιγραφών ή των επιμέρους περιπτώσεων του καθόλου μέσα στα επιμέρους πράγματα, όπως «ωραίο σώμα» ή «ωραία φοράδα». (35)
Ένα άλλο γνώρισμα της ελληνικής σκέψης και γλώσσας που επισημαίνει ο Kahn είναι ότι η αιτία πρέπει να διαθέτει, κατά τον προσήκοντα τρόπο, το ίδιο χαρακτηριστικό με το αποτέλεσμα, εφόσον τίποτε δεν μπορεί να δώσει εκείνο που δεν διαθέτει. (36) Μια αιτία παράγει αποτελέσματα της ίδιας φύσης, αλλά συγχρόνως κανένα αποτέλεσμα δεν είναι ταυτόσημο με την αιτία του ούτε καμία αιτία ταυτόσημη με το αποτέλεσμά της. Έτσι, τίποτε δεν μπορεί να είναι F δυνάμει του εαυτού του. (37) Αυτό είναι σαφές στον Φαίδωνα 100c: αν κάτι είναι ωραίο πέρα από το καθ’ εαυτό ωραίο, δεν είναι ωραίο για καμία άλλη αιτία παρά επειδή μετέχει στο Ωραίο. Αυτή η αρχή της μη ταυτότητας θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό θεμέλιο για τον χωρισμό που πραγματοποιεί ο Πλάτων μεταξύ των Ειδών και των επιμέρους περιπτώσεών τους, αν δεν είχε ήδη, προτού προχωρήσει σε αυτόν, καθιερώσει μια διάκριση μεταξύ μιας ιδιότητας και των επιμέρους περιπτώσεών της — για παράδειγμα, Ευθύφρων 6d6, Μένων 72c. Μόνο που αυτή η διαφοροποίηση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην έναν οντολογικό χωρισμό.
Ας περάσουμε τώρα στον Φαίδωνα. Θα ήθελα να σταθώ σε ορισμένα σημαντικά και πολύ γνωστά χωρία αυτού του διαλόγου. Στο 78c–80b ο Πλάτων χαράσσει μια σαφή διάκριση μεταξύ δύο τύπων πραγματικότητας (δύο εἴδη τῶν ὄντων, 79a6): από τη μία πλευρά, όπως γνωρίζουμε, τα αισθητά πράγματα, πολλαπλά, μεταβαλλόμενα, πολύμορφα, σύνθετα, υποκείμενα στη γένεση και τη φθορά· από την άλλη, τα νοητά Είδη, αμετάβλητα, μοναδικά στο είδος τους, απλά, αιώνια, πάντοτε ταυτόσημα με τον εαυτό τους. Παρακάτω τονίζεται ο αιτιακός χαρακτήρας των Ειδών. (38) Πράγματι, λόγω του ωραίου — δοτική της αιτίας —, χάρη στο ωραίο, τα ωραία πράγματα είναι ωραία, ή λόγω του μεγάλου τα μεγάλα πράγματα είναι μεγάλα (100d7–8, e2–3, 5–6). Είναι όμως θεμελιώδες να προσέξουμε ότι τα Είδη δεν είναι αίτια των πραγμάτων, αλλά του ότι αυτά είναι τέτοια ή αλλιώτικα. Η Ομορφιά δεν είναι η αιτία των ωραίων πραγμάτων, αλλά του ότι τα πράγματα είναι ωραία, όπως και το μέγεθος δεν είναι η αιτία των μεγάλων πραγμάτων, αλλά του ότι τα πράγματα είναι μεγάλα. (39) Με άλλα λόγια, τα Είδη δεν είναι αίτια της ύπαρξης — ίσως ούτε και της ουσίας — των αισθητών πραγμάτων, αλλά των ιδιοτήτων που αυτά τα πράγματα διαθέτουν.
Εκτός όμως από τη διάκριση μεταξύ δύο πεδίων, των Ειδών και των πραγμάτων, ο Πλάτων καθιερώνει μια διάκριση μεταξύ των Ειδών και των ενυπαρχουσών ιδιοτήτων που διαθέτουν τα πράγματα. Το καθ’ εαυτό μεγάλο είναι διαφορετικό από εμάς ως υποκείμενα που διαθέτουμε την ιδιότητα να είμαστε μεγάλοι, αλλά είναι επίσης διαφορετικό από το μεγάλο μέσα μας. Ας θυμηθούμε το χωρίο 102b1 κ.ε. του Φαίδωνα. Αφού επαναλάβει ότι τα πράγματα μετέχουν στα Είδη, ο Σωκράτης λέει: «Αν αυτό εννοείς όταν λες ότι ο Σιμμίας είναι μεγαλύτερος από τον Σωκράτη και μικρότερος από τον Φαίδωνα, δεν λες τότε ότι βρίσκονται στον Σιμμία (εἶναι ἐν τῷ Σιμμίᾳ, 102b5–6) και τα δύο, τόσο το μέγεθος όσο και η μικρότητα; — Ναι. […] Αλλά τότε, είπε εκείνος, δέχεσαι ότι στη διατύπωση “ο Σιμμίας υπερέχει του Σωκράτη” αυτή η έκφραση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Διότι ο Σιμμίας δεν υπερέχει λόγω της φύσης του, δηλαδή επειδή είναι ο Σιμμίας, αλλά εξαιτίας του μεγέθους που διαθέτει (ὃ τυγχάνει ἔχων, 102c2–3)· εξάλλου, δεν υπερέχει του Σωκράτη επειδή ο Σωκράτης είναι ο Σωκράτης, αλλά επειδή ο Σωκράτης διαθέτει (ἔχει, c4) μικρότητα σε σχέση με το μέγεθος του άλλου. — Είναι αλήθεια. Ομοίως, δεν τον ξεπερνά ο Φαίδων επειδή ο Φαίδων είναι ο Φαίδων, αλλά επειδή ο Φαίδων διαθέτει (ἔχει, c8) μέγεθος σε σχέση με τη μικρότητα του Σιμμία; — Έτσι είναι». Ο Σιμμίας, όπως διαβάζουμε αμέσως μετά, λαμβάνει έτσι τόσο την ονομασία «μεγάλος» όσο και την ονομασία «μικρός».
Τρία σημεία αξίζει να υπογραμμιστούν σε αυτό το χωρίο: 1) αν μια ιδιότητα βρίσκεται μέσα σε ένα υποκείμενο, τότε το υποκείμενο διαθέτει αυτή την ιδιότητα: το «το x βρίσκεται μέσα στο Α» ισοδυναμεί με το «το Α διαθέτει το x»· 2) από αυτές τις ιδιότητες το υποκείμενο λαμβάνει ένα όνομα, μια ονομασία: επειδή διαθέτει το x, το Α ονομάζεται x· και 3) ένα υποκείμενο μπορεί να διαθέτει ταυτόχρονα εναντίες ιδιότητες: το Α μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, όχι επειδή είναι αυτό που είναι, αλλά ανάλογα με τη σχέση στην οποία βρίσκεται ή υπό την οποία εξετάζεται. Αυτή τη σχέση μεταξύ του «βρίσκομαι μέσα σε» και του «έχω ή διαθέτω» την έχουμε ήδη συναντήσει στους πρώιμους διαλόγους.
Πρέπει τώρα να προσέξουμε το χωρίο που ακολουθεί λίγες γραμμές παρακάτω (102d6–103a1): «Μου είναι σαφές ότι όχι μόνο το ίδιο το μέγεθος (αὐτὸ τὸ μέγεθος, d6) δεν δέχεται ποτέ να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, αλλά και το μέγεθος που βρίσκεται μέσα μας (τὸ ἐν ἡμῖν μέγεθος, d7–8) δεν θα δεχθεί ποτέ τη μικρότητα ούτε θα συγκατατεθεί να ξεπεραστεί· αντίθετα, θα συμβεί ένα από τα δύο: είτε φεύγει και αποσύρεται όταν το πλησιάζει το αντίθετό του, η μικρότητα, είτε, όταν το αντίθετο αυτό το πλησιάζει, χάνεται. Αν παραμείνει και δεχθεί τη μικρότητα, δεν συγκατατίθεται να είναι κάτι διαφορετικό από εκείνο που ήταν. Για παράδειγμα, εγώ, έχοντας δεχθεί και έχοντας υπομείνει (δεξάμενος καὶ ὑπομείνας, e4) τη μικρότητα, εξακολουθώ να είμαι αυτός που είμαι, εγώ ο ίδιος, πάντοτε μικρός· αλλά το μέγεθος, όντας μεγάλο, δεν μπορεί να δεχθεί να είναι μικρό. Κατά τον ίδιο τρόπο, η μικρότητα που βρίσκεται μέσα μας (τὸ σμικρὸν τὸ ἐν ἡμῖν, e7) δεν συγκατατίθεται ποτέ να γίνει μεγάλη ούτε να είναι μεγάλη, όπως και οποιοδήποτε άλλο αντίθετο, όντας αυτό που είναι, δεν συγκατατίθεται ούτε να γίνει ούτε να είναι συγχρόνως το ίδιο του το αντίθετο· αν του συμβεί αυτό, είτε απομακρύνεται είτε χάνεται».
Σε αυτό το χωρίο λέγεται σαφώς όχι μόνο ότι το ίδιο το μέγεθος (αὐτὸ τὸ μέγεθος) δεν συγκατατίθεται ποτέ να είναι συγχρόνως μεγάλο και μικρό, αλλά και ότι το μέγεθος μέσα μας (τὸ ἐν ἡμῖν μέγεθος) δεν δέχεται ποτέ τη μικρότητα ούτε συγκατατίθεται να ξεπεραστεί. Όταν το αντίθετο το πλησιάζει (προσίῃ), είτε αποσύρεται είτε χάνεται. Αυτός ο τελευταίος ισχυρισμός δεν μπορεί να αναφέρεται στο Είδος, αφού αυτό δεν θα μπορούσε να χαθεί. Το μέγεθος μέσα μας, αντίθετα, μπορεί να «χαθεί» ή να «αποσυρθεί». Αλλά το να χαθεί σημαίνει μόνο ότι αποσύρεται από εμάς, δηλαδή ότι παύει να είναι παρόν μέσα μας, επειδή καθ’ εαυτό αυτό το μέγεθος δεν χάνεται. Σε αυτό συνίσταται η απομάκρυνση ή η απώλεια του ενός αντιθέτου όταν το πλησιάζει το άλλο: στο ότι η ιδιότητα παύει να είναι παρούσα μέσα στο υποκείμενο που τη διαθέτει. Το Είδος, όπως και η ιδιότητα που είναι παρούσα μέσα σε ένα υποκείμενο, δεν χάνεται· αλλά το Είδος δεν είναι παρόν μέσα στο πράγμα ούτε το πράγμα το διαθέτει.
Το υποκείμενο όμως που παραμένει και δέχεται τη μικρότητα, ο Σωκράτης ή ο Σιμμίας, δεν συγκατατίθεται να είναι διαφορετικό από αυτό που είναι. Το παράδειγμα το καθιστά φανερό: εγώ — λέει ο Σωκράτης — παραμένω και δέχομαι τη μικρότητα και εξακολουθώ να είμαι αυτός που είμαι. Πρέπει εδώ να προσέξουμε τη χρήση του ὑπομένον (102e2· πρβλ. ὑπομείνας, e4), το «υπόστρωμα» ή «υποκείμενο» που παραμένει ταυτόσημο με τον εαυτό του, καθώς και τη χρήση των ὅπερ και ὅσπερ (e3 και e5). Δεν πρόκειται για το να εξακολουθεί κανείς να είναι όπως ήταν, αλλά για το να παραμένει αυτός που είναι. Οὗτος ὁ αὐτὸς σμικρός εἰμι (e5). Εκείνο που δεν πρέπει να γίνει δεκτό είναι ότι το Είδος, όντας μεγάλο, είναι μικρό· και, κατά τον ίδιο τρόπο, η μικρότητα μέσα μας (τὸ σμικρὸν τὸ ἐν ἡμῖν, e7) δεν συγκατατίθεται ποτέ ούτε να γίνει ούτε να είναι μεγάλη. Κανένα αντίθετο δεν δέχεται, όντας αυτό που είναι, να είναι συγχρόνως ή να γίνει το ίδιο του το αντίθετο.
Το ίδιο το αντίθετο — επιμένει ο Πλάτων — δεν μπορεί ποτέ να γίνει το δικό του αντίθετο, ούτε εκείνο που βρίσκεται μέσα μας ούτε εκείνο που βρίσκεται στη φύση (οὔτε τὸ ἐν ἡμῖν οὔτε τὸ ἐν τῇ φύσει, 103b4–5), όπου το «στη φύση» πρέπει να αναφέρεται στα Είδη. Ας προσέξουμε όμως ότι αυτά τα αντίθετα είναι διαφορετικά από τα υποκείμενα που διαθέτουν τα αντίθετα, υποκείμενα τα οποία ονομάζουμε με το όνομα των αντιθέτων. Πράγματι, αυτά τα αντίθετα, επειδή βρίσκονται μέσα στα υποκείμενα (ἐνόντων, b8), τους δίνουν το όνομά τους (ἐπωνυμία). (40)
Στα χωρία που μόλις αναλύσαμε, η σαφής διάκριση μεταξύ του Είδους και της ενυπάρχουσας ιδιότητας, μεταξύ του «καθ’ εαυτό μεγέθους» και του «μεγέθους μέσα μας», μας δείχνει ότι ο Πλάτων αναγνωρίζει πως το μέγεθος — όπως και κάθε άλλη ποιότητα — πρέπει, κατά κάποια έννοια, να είναι τόσο υπερβατικό όσο και ενυπάρχον. (41) Από τη μία πλευρά, ο Πλάτων θέλει να επισημάνει ότι ένα γνώρισμα, μια ιδιότητα, πρέπει να είναι πάντοτε ταυτόσημη με τον εαυτό της, δεν μπορεί να μεταβάλλεται. Από την άλλη, όμως, παρατηρεί ότι τα πράγματα εμφανίζουν ιδιότητες, και τότε φαίνεται δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι αυτά, μεταβλητά και μεταβαλλόμενα, μπορούν να έχουν μέσα τους, ως ενυπάρχουσες, ιδιότητες που είναι πάντοτε ταυτόσημες με τον εαυτό τους και μοναδικές.
Η λύση που βρίσκει ο Πλάτων στους μέσους διαλόγους είναι να παρουσιάζει τα Είδη ως αίτια των ιδιοτήτων που διαθέτουν τα αισθητά πράγματα. Για παράδειγμα, ένα Είδος, το μέγεθος, είναι η αιτία του ότι τα μεγάλα πράγματα είναι μεγάλα. Μολονότι το Είδος είναι ένα και αδιαίρετο, μπορεί να ασκεί αιτιακή δράση, με την έννοια ότι κάνει ένα πλήθος επιμέρους πραγμάτων να ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο. Όλα τα επιμέρους πράγματα του ίδιου τύπου θα διαθέτουν x-ότητα — κατώτερη —, ενώ το Είδος θα είναι η ίδια η x-ότητα. (42) Εκείνο που είναι παρόν μέσα στο πράγμα είναι η ενυπάρχουσα ποιότητα και όχι το ίδιο το Είδος, και οι δυσκολίες που προκύπτουν όταν αυτό δεν γίνεται κατανοητό εκτίθενται εύστοχα στον Παρμενίδη, στο δίλημμα της μέθεξης. Για να απαντήσουμε σε αυτό το δίλημμα, χρειάζεται να κάνουμε μια διάκριση που εκεί σκόπιμα δεν γίνεται: τη διάκριση μεταξύ της ατελούς ενυπάρχουσας ιδιότητας και του υπερβατικού Είδους. (43)
Σημειώσεις:
34 Μερικές φορές οι όροι χρησιμοποιούνται για το σύνολο των ποιοτήτων ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης, με σημασία σχεδόν ισοδύναμη προς τον «χαρακτήρα» ή τη φύση τους· άλλες φορές χρησιμοποιούνται για κάποια συγκεκριμένη ποιότητα, κυρίως για το χρώμα, επειδή γίνεται αντιληπτό με την όραση, αλλά η χρήση τους επεκτείνεται και σε ποιότητες που γίνονται αντιληπτές με τις άλλες αισθήσεις. Καθώς αναπτύσσεται η αφηρημένη σκέψη, εφαρμόζονται σε μη αισθητές ιδιότητες, όπως οι αξιολογικές ποιότητες. Πρβλ. Baldry, «Plato’s “technical terms”», στο Classical Quarterly, 31 (1937), σ. 142–143.
35 Ο Kahn επισημαίνει — ό.π., σ. 332–333 — ότι η παραγωγή δεν συντελείται στο επίπεδο της γλωσσικής μορφολογίας, αλλά μάλλον σε εκείνο της ψυχολογικής ή ηθικής εξήγησης και ότι αντιστοιχεί στη σημασιολογική σχέση την οποία ο Αριστοτέλης ονομάζει παρωνυμία: το γραμματικός παράγεται από το γραμματική, όπως το ἀνδρεῖος παράγεται από το ἀνδρεία. Κάποιος είναι ανδρείος επειδή διαθέτει ανδρεία. Ως αιτιακός ή εξηγητικός παράγοντας αντιμετωπίζεται κάτι που εμείς θα θεωρούσαμε αφηρημένο καθόλου.
36 Πρβλ. Kahn, Ch., ό.π., σ. 333. Η φωτιά, για παράδειγμα, μπορεί να δίνει θερμότητα επειδή η ίδια διαθέτει θερμότητα.
37 Πρβλ. Sedley, ό.π., σ. 131–132· Fine, G., On Ideas. Aristotle’s Criticism of Plato’s Theory of Forms, Οξφόρδη: Clarendon Press, 1993, σ. 206.
38 Για τις σημασίες της «αιτίας» στον Πλάτωνα, πρβλ. Sedley, ό.π., σ. 114–132.
39 Πρβλ. Fujisawa, ό.π., σ. 52, ο οποίος παραπέμπει στον Hackforth.
40 Δεν φαίνεται δύσκολο να συσχετίσουμε αυτή την έννοια της πλατωνικής επωνυμίας με την αριστοτελική παρωνυμία. Πράγματι, υπάρχει μια παρωνυμική σχέση μεταξύ της ποιότητας και εκείνου που διαθέτει την ποιότητα. Πρβλ. Κατηγορίες 8, 8b25· 10a27–10b11.
41 Πρβλ. Rist, J., «The Immanence and Transcendence of the Platonic Form», στο Philologus, 108 (1964), σ. 217–232, ιδίως σ. 217.
42 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 222.
43 Εδώ ο Rist — στο ίδιο, σ. 221 — μιλά για ενυπάρχουσα ουσία αντί για ιδιότητα. Το ίδιο το παράδειγμα του Παρμενίδη — «μεγάλο» — υποδηλώνει ότι δεν αρμόζει να μιλούμε εδώ για ουσία. Αν ο Σωκράτης δεν απαντά στο δίλημμα στον Παρμενίδη, αυτό συμβαίνει επειδή ο Πλάτων τον τοποθετεί σκόπιμα σε αυτή τη θέση, επειδή τον ενδιαφέρει να επισημάνει δυσκολίες και όχι να δώσει λύσεις, αφού τα στοιχεία που επιτρέπουν την απάντηση βρίσκονται ήδη στον Φαίδωνα.
Μια διαφορετική ερμηνεία υποστηρίζει η M. Dixsaut, στο Πλάτων, Phédon, Παρίσι: Flammarion, 1991, σ. 388, σημ. 298: στον Φαίδωνα η μέθεξη υπενθυμίζεται ως «παρουσία» του Είδους μέσα στο πράγμα — πρβλ. 100d. Βεβαίως, αυτή η παρουσία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ύπαρξη ενός μέρους του Είδους μέσα μας, επειδή αυτό θα οδηγούσε στις δυσκολίες που τίθενται στον Παρμενίδη. Για να αποφύγει αυτή τη δυσκολία, ο Bluck εισάγει την έννοια του «Είδους-αντιγράφου», του «γνωρίσματος» ή της «ιδιότητας» του πράγματος, ως ενδιάμεσου μεταξύ του Είδους και του ίδιου του πράγματος — πρβλ. σημ. 277. Για την Dixsaut, αυτό το ενδιάμεσο είναι αναγκαίο μόνο αν σκεφτόμαστε το Είδος ως πράγμα καθ’ εαυτό, το οποίο, ως τέτοιο, δεν θα μπορούσε να ενυπάρχει στο αισθητό επιμέρους. Εδώ δεν πρόκειται ούτε για ενύπαρξη ούτε για υπερβατικότητα: το μέγεθος είναι παρόν μέσα μας στον βαθμό που μετέχουμε σε αυτό. Εκείνο που μπορεί να αποσυρθεί είναι αυτή η «προσδιοριστική» παρουσία, ενώ το Είδος δεν μπορεί να χαθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου