Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Κάτι σαν Ιστορία της Οντολογίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Κάτι σαν Ιστορία της Οντολογίας». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ανθρωπολογία και Θεοδικία

Γιώργος Βαρδαβάς
[Για το βιβλίο του Βασιλείου Π. Γούλα Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού, εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2026]

Στο βιβλίο του Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού ο Βασίλειος Π. Γούλας καταπιάνεται και ανατέμνει δύο κεφαλαιώδη -και ακανθώδη συνάμα- ζητήματα της χριστιανικής ανθρωπολογίας: το πρόβλημα του κακού και το ζήτημα της Πτώσης.

Ο συγγραφέας ανέλαβε ένα ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα, δοθέντος του γεγονότος ότι ομού με την πατερική σκέψη συμπεριέβαλε στη θεματική του και την αναμέτρηση με τη σκέψη ενός εκ των κορυφαίων ορθοδόξων διανοουμένων: του χαλκέντερου Χρήστου Γιανναρά. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει διαρκή και ανεξάντλητη μελέτη και μεγάλο πνευματικό μόχθο. Ο συγγραφέας ανταποκρίθηκε επαρκώς και μας δίδει μια διατριβή συστηματική, γραμμένη με επιμέλεια, ενάργεια και σαφήνεια. Πρόκειται αναντίλεκτα για ένα οιονεί “τεχνούργημα”, για ένα τεχνικό έργο/ανάγνωσμα, το οποίο εντούτοις δεν κουράζει τον αναγνώστη. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει ότι ο τελευταίος διαθέτει μια βασική θεολογική σκευή, ειδάλλως θα “χαθεί στη μετάφραση”, κατά το κοινώς λεγόμενον.

Δεν θα προβούμε σε μια οιονεί “τεχνική” ανάγνωση. Αυτό θα το αφήσουμε στους πλέον και καθ' ύλην ειδικούς αλλά και στον φιλέρευνο αναγνώστη. Στο δικό μας σύντομο σημείωμα θα αναφερθούμε σε ορισμένα -ελάχιστα θα λέγαμε σε σχέση με τον πλούτο του βιβλίου- σημεία, που θεωρούμε πως πρέπει να βγούν στο προσκήνιο διότι αναδεικνύουν εναργώς τη σκέψη και τη στοχοθεσία του συγγραφέα:

1.Η σημαντική διαπίστωση πως “τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν το καθένα για τον εαυτό του, δε διεκδικούν υπαρκτική αυτονομία” (σελ. 43). Για να ομιλήσει λοιπόν κάποιος θεολογικά για ανθρωπολογία οφείλει να ξεκινήσει από την τριαδολογία. Ο συγγραφέας με σαφήνεια και, θα τολμούσαμε να πούμε, θεολογική εμμένεια αναδεικνύει τις οντολογικές προϋποθέσεις της Δημιουργίας (σελ. 41-54).
2.Η επισήμανση ότι το ex nihilo της Δημιουργίας προϋποθέτει πως πρίν από αυτήν δεν υπήρχε χρόνος, ούτε χώρος (σελ. 59).
3.Η διασύνδεση της Πτώσεως με το ενδεχόμενο της τρεπτότητας της ανθρωπίνης φύσεως ένεκα του αυτεξουσίου (σελ. 65-77).
4.Η ανάδειξη από το συγγραφέα της κεφαλαιώδους διαπίστωσης του Ηλία Παπαγιαννόπουλου πως η Πτώση είναι “ένα εσχατολογικό συμβάν” (σελ. 87)
5.Η σημασία του μύθου και της αφήγησης στη θεολογική/εικονολογική γλώσσα (σελ. 102 κ.ε.). Πολύ σωστά ο συγγραφέας επισημαίνει πως “ό,τι είναι μεταφυσικό είναι συλλογική ανάγκη” (σελ. 102). Μόλις που χρειάζεται στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε τον ορισμό του μύθου που αποδίδεται στον πατέρα της Υπατίας Θέωνα τον Αλεξανδρέα: “μῦθος ἐστί λόγος ψευδής εἰκονίζων ἀλήθειαν” αλλά και τον πασίγνωστο στίχο του Ανδρέα Κάλβου: “καὶ ὁ μῦθος κρύπτει νοῦν ἀληθείας”. Αλλά παρέλκει, φρονώ, η περαιτέρω ανάλυση, δοθέντος του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο ζήτημα μελετάται εξαντλητικά στο βιβλίο.
6.Μια αντινομία: Πώς συμβιβάζεται ο κατά Χ. Γιανναρά οντολογικός χαρακτήρας της Πτώσης (σελ. 114) με την άρνηση ή έστω την άμβλυση των ιστορικών προκειμένων της; Συμβιβάζεται, με άλλα λόγια, η κατάφαση σε μια οιονεί “ανιστορικότητα” με την επένδυση στον οντολογικό χαρακτήρα της Πτώσεως; Η αντινομία, νομίζω, γίνεται παραπάνω από φανερή. Καταφαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω εκτεθέντα για ποιο λόγο είναι προβληματική η εκ μέρους του συγγραφέα υιοθέτηση του όρου “ιστορική εκδοχή” προκειμένου περί της διήγησης της Πτώσεως. Ο χριστιανισμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να είναι ανιστορικός, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει κινδυνεύει να απολέσει την εσχατολογική του διάσταση ή για να θυμηθούμε κάπου εδώ τον μέγα δάσκαλο Κώστα Αγόρα την “εσχατολογική εκκρεμότητα” του.
7.Η εκτίμηση ότι “με την πτώση των πρωτοπλάστων παγιώθηκε οριστικά η εγγενής θνητότητα στην κτίση” (σελ. 120). Στη σκέψη του Γιανναρά το κακό είναι “ο τρόπος της κτιστότητας” (σελ. 126). Η θέση αυτή ομολογουμένως είναι sui generis και κάπως προβληματική θα λέγαμε εξ επόψεως θεολογικής, διότι παρεισάγει a priori το κακό στην ανθρώπινη κατάσταση.
8.Η σημαντική τω όντι παρατήρηση ότι η σκέψη του Γιανναρά άνοιξε το δρόμο σε δύο σημαντικά γνωσιολογικά πεδία: α. τον αποφατισμό, ήτοι τη φιλοσοφική αντίληψη ότι η γνώση δεν εξαντλείται στην απλή λεκτική διατύπωση, β. την εικονολογική εκδοχή της γνώσης. Ο συγγραφέας με παρρησία τονίζει πως “όσοι βάλλουν εναντίον του Γιανναρά αποδεικνύονται εκ των υστέρων ότι είναι ευεργετηθέντες από αυτόν” (σελ. 130).
9.Η επισήμανση εκ μέρους του συγγραφέα ότι “για την εκκλησιαστική εμπειρία δεν έχει οντολογική υπόσταση το κακό, έχει όμως οντολογικό περιεχόμενο” (σελ. 161).
10.Ο συγγραφέας επισημαίνει μια σημαντική αντινομία στη σκέψη του Γιανναρά και εύλογα διερωτάται “πώς θα συμβιβαστεί η οντολογία του προσώπου με την εμπειρία του κακού;” (σελ. 167).
11.Ο συγγραφέας συζητά αναλυτικά το ζήτημα του απροϋπόθετου της θείας ενανθρωπήσεως (σελ. 174 κ.ε.), την “μετοχική γνωσιολογία” του Χρήστου Γιανναρά (σελ. 187) και το ζήτημα της δημιουργίας του διαβόλου (σελ. 204).
12.Η εύστοχη διατύπωση εκ μέρους του συγγραφέα ότι ο Χριστός “προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση στην αποτυχία της” (σελ. 215) καθώς και το συμπέρασμα ότι “εάν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί της κτιστότητας, δε θα υπήρχε η διαφορά κτιστού και ακτίστου”(αυτόθι).
13.Η παρατήρηση από το συγγραφέα ότι η άμβλυνση της ιστορικότητας της Πτώσης εκ μέρους του Γιανναρά παρεισάγει σειρά προβλημάτων. Δεν είναι μόνον ότι φέρνει στο προσκήνιο το αιώνιο και αναπάντητο πρόβλημα της θεοδικίας ή το δίπολο θεοδικίας και οιονεί “ανθρωποδικίας”, για να θυμηθούμε τον αείμνηστο Ματσούκα. Είναι κυρίως διότι χωρίς ιστορικό πλαίσιο, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει χώρος για την εσχατολογία.
14.Μια (ενδεχομένως αχρείαστη, διότι μπορεί να πρόκειται για παρόραμα) αντίρρηση θεολογικού χαρακτήρα: στη σελίδα 228 του βιβλίου φαίνεται ο συγγραφέας να συγχέει φυσικό και γνωμικό θέλημα. Γράφει επί λέξει: “Η ενεργοποίηση του φυσικού θελήματος του ανθρώπου, δηλαδή η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό” (sic). Θα ήταν φρόνιμο στην επόμενη έκδοση του βιβλίου το “φυσικού θελήματος” να αντικατασταθεί δια του “γνωμικού θελήματος”. Φρονώ πάντως ότι πρόκειται περί παροράματος διότι από τη συνολική μελέτη της διατριβής διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας κατέχει το θέμα της διάκρισης φυσικού και γνωμικού θελήματος επαρκώς. Επί παραδείγματι, αν ανατρέξει ο αναγνώστης στην αμέσως επόμενη σελίδα θα διαβάσει τα εξής: “(...) η κακή χρήση του γνωμικού θελήματος και η επιθυμία του ανθρώπου για αποθέωση αποδείχτηκαν θανατηφόρα για το ανθρώπινο είδος” (σελ. 229).
15.Ένα από τα καλύτερα σημεία του βιβλίου είναι η εξής επισήμανση: “Ο τριαδικός Θεός ως άκτιστος δεν κλωνοποίησε τον εαυτό του, όταν δημιούργησε την κτίση” (σελ. 235).

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο του Βασίλη Π. Γούλα συνθέτει γόνιμα την πατερική θεολογία με την πολυπρισματική και ενίοτε ριζοσπαστική σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και προβαίνει, όπου χρειάζεται, σε ουσιαστικές κριτικές παρεμβάσεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή όχι μόνο των ομοτέχνων του συγγραφέα θεολόγων αλλά και κάθε φίλεργου αναγνώστη.

Απείρανθος Νάξου, 11-12 Αυγούστου 2026


ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ. 

 Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΜΟΝΟ Ο ΠΗΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΕ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΓΕΝΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΔΙΑΣΗΜΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

 ΤΟ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ ΣΑΣ ΜΑΡΑΝΕ. ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΤΟ ΒΙΒΛΙΑΡΑΚΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ. ΣΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΕΝΟ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΝΕΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ΣΤΡΙΜΩΧΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ Β. ΓΟΥΛΑΣ.

 (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (24)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
Του Pierre Aubenque.
Κριτήρια για την επιλογή τών μέσων.
        
  ... Για τον Κάντ, η κατηγορική προσταγή τής ηθικής είναι απόλυτη και πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς ενδοιασμούς, όσες και αν είναι οι προοπτικές επιτυχίας και οι συνέπειες της. "Πρέπει, επομένως μπορείς," δηλώνει ο Κάντ. Με άλλους λόγους, η δύναμις πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία τού δέοντος, ακόμη και αν είναι χωρίς ελπίδα, και αντιστρόφως η άσκηση του δέοντος δέν πρέπει να υποταχθεί στον υπολογισμό της πραγματοποιήσεως του. Ο Κάντ λέει : ο υπολογισμός της δυνατότητος επιτυχίας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε παραίτηση, είναι ένα άλλοθι της αργίας και της ανευθυνότητος. Ο Αριστοτέλης όμως απαντά: μία πράξη χωρίς προοπτική είναι μία καθαρή επιδειξιομανία (καθώς η επίδειξη είναι αυτή η ίδια ένα πάθος) και αντί να παράγει περισσότερη ευτυχία ( η οποία αντιστοιχεί στο φυσικό της τέλος), διατρέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει μία διπλή δυστυχία: δηλαδή εάν ριχτώ στο νερό χωρίς να γνωρίζω κολύμπι, στο τέλος θα υπάρχουν δύο πνιγμένοι αντί για έναν.....

Η περίπτωση της απολύτου αδυναμίας είναι οριακή. Στο μεγαλύτερο μέρος των περιπτώσεων τής ζωής υπάρχει πάντοτε μία διέξοδος, ακόμη και αν είναι δύσκολη. Οφείλει λοιπόν ο φρόνημος άνθρωπος να καθορίσει τα μέσα. Και η φρόνημη επιλογή τών μέσων πρέπει να υπακούει σε τρία κριτήρια!
1) Τα μέσα πρέπει να είναι ηθικά, με άλλα λόγια πρέπει να είναι ομογενή με τον σκοπό που στοχεύουμε, ο οποίος είναι αγαθός εξ' ορισμού, εάν η θέληση είναι ενός αληθινού φρόνημου ανθρώπου. Ο ενυπάρχων σταθερός χαρακτήρας τής πράξεως, η οποία στοχεύει στην τελειότητα τού φορέως και όχι
στην απόκτηση κάποιου εξωτερικού πλεονεκτήματος,
καθιστά απόλυτο αυτόν τον κανόνα. Το θέμα δέν είναι να πράξουμε το καλό, αλλά να το κάνουμε καλά. Η ποιότης του σκοπού δέν μπορεί να ξεχωρίσει απο την ποιότητα των μέσων που χρησιμοποιούνται. Η ιδέα ότι ο σκοπός θα μπορούσε να δικαιολογήσει ή νά αγιάσει τα μέσα, ότι δηλαδή ένας σκοπός ο οποίος υποτίθεται ηθικός θα μπορούσε να επιτευχθεί με ανήθικα μέσα, είναι ολοκληρωτικώς αντίθετη στις προδιαγραφές τής φρονήσεως, η οποία είναι το σημείο συνάντησης τής ικανότητος και της αρετής και δέν μπορεί σε καμμία περίπτωση να θυσιαστεί μία απο αυτές τις στιγμές για την άλλη.

2) Τα μέσα πρέπει να είναι επαρκή. Αυτό σημαίνει ότι ο ενάρετος άνθρωπος δέν μπορεί να προστατευθεί πίσω απο την καθαρότητα τών προθέσεών του για να αδιαφορήσει για τις συνθήκες της εφαρμογής των. Μάλιστα δέ είναι υποχρεωμένος να είναι ικανός καθότι η ικανότητά του είναι στην υπηρεσία του αγαθού. Η ικανότης όμως προϋποθέτει μία κάποια γνώση, την οποία ο ενάρετος άνθρωπος έχει το χρέος να καλλιεργήσει. Πρέπει να πληροφορηθεί πρίν πάρει μία απόφαση, χωρίς αυτό το χρέος τής πληροφόρησης να καθυστερεί υπερβολικά την απόφαση (και εδώ επίσης είναι επιθυμητή μία ισορροπία ανάμεσα στην βιασύνη τής αποφάσεως και την ανάγκη μίας προπληροφόρησης). Ένα σύγχρονο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι αυτό: εάν θέλω να συμμετάσχω στην απόδοση τής δικαιοσύνης στην πόλη, πρέπει να γνωρίζω τους οικονομικούς νόμους που επιτρέπουν την εξασφάλιση τού πολλαπλασιασμού του πλούτου, που είναι και μία εμφανής συνθήκη τού καταμερισμού του. Ο Αριστοτέλης θα είχε καταδικάσει χωρίς αμφιβολία στο όνομα τής φρονήσεως, τις επαναστατικές θεωρίες που είναι αδιάβροχες στην εμπειρία, που επιθυμούσαν ειλικρινά να εξασφαλίσουν στους ανθρώπους μία μεγαλύτερη ευτυχία, χρησιμοποιώντας όμως μέσα (όπως η κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής) που επιλέγονται για την ηθική τους αξία και όχι για την επάρκειά τους, όπως η εμπειρία το αποδεικνύει απο καιρό. Ο φρόνημος άνθρωπος είναι εκείνος που θέλει να πραγματοποιήσει πραγματικά τον σκοπό και όχι εκείνος που μπορεί να πεί μόνον ότι έκανα τα πάντα προσπαθώντας να τόν πετύχω. Ακόμη και στο ηθικό πεδίο η αποτυχία δέν είναι δικαιολογημένη.
3) Τα μέσα δέν πρέπει να είναι βλαβερά. Για να ικανοποιήσει αυτό το κριτήριο ο φρόνημος πρέπει να υπολογίσει τις συνέπειες, δηλαδή να λογαριάσει το γεγονός ότι τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι προικισμένα με μία δική τους επαρκή αιτιότητα, η οποία δέν συμπίπτει με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται. Το μέσον που χρησιμοποιείται μπορεί να προκαλέσει αφύσικα δευτερεύοντα αποτελέσματα, τα οποία διατρέχουν τον κίνδυνο να δημιουργήσουν μία κατάσταση χειρότερη απο εκείνη που προσπαθούν να αποκαταστήσουν (έτσι π.χ. η χειρουργική επέμβαση διατρέχει τον κίνδυνο να σκοτώσει τον ασθενή, μία επανάσταση, ακόμη και αν καθοδηγείται απο ένα ιδανικό δικαιοσύνης, μπορεί να προκαλέσει σε μία κοινωνία χειρότερα δεινά απο εκείνα που προσπαθούσε να αποκλείσει, η τεχνολογική εκμετάλλευση της ατομικής ενέργειας, ακόμη και αν οδηγείται απο την ανησυχία της καλυτερεύσεως των συνθηκών τής ζωής ενός λαού, μπορεί να έχει τις γνωστές σε όλους μας συνέπειες). Στο μέτρο βεβαίως που σάν ηθικός φορέας, μπορώ να αδιαφορήσω για τους κινδύνους που αναλαμβάνω για τον εαυτό μου. Αλλά έχω το χρέος να αξιολογήσω τους κινδύνους στους οποίους εμπλέκω τούς άλλους, δηλαδή στην κοινωνία τής οποίας αποτελώ μέλος και μάλιστα σήμερα θα προσθέταμε: στο ανθρώπινο είδος και στην φύση εν γένει. Ο Κάντ, πεπεισμένος ότι η επιστήμη-εάν θα μπορούσαμε να αφιερωθούμε πλήρως σ'αυτή-θα μας έδινε μία πληρέστατη γνώση του μέλλοντος, βγάζει σαν συμπέρασμα παραδόξως ότι η γνώση του μέλλοντος, καθότι μία προσπάθεια επιστημολογικώς άπειρη, δέν πρέπει να εμπλακεί με κανένα τρόπο με την ηθική απόφαση: η γνώση του κόσμου την οποία μπορούμε να έχουμε κάθε στιγμή είναι "αμφίβολη", και επομένως το δέον, στην κατηγορηματικότητα του, μας επιβάλλεται με μία τέτοια αποδεικτική αξία, η οποία αποκλείει κάθε "ερμηνεία". Ενώ αντιθέτως η φρόνηση μάς διδάσκει ότι υπάρχει μία υποχρέωση παθογόνος και επομένως μία υποχρέωση γνώσεως. Και απο εδώ προέρχεται η ανάγκη αποδοχής τού συμπεράσματος ότι η γνώση μπορεί να αποδυναμώσει την ριζικότητα του δέοντος, καθιστώντας τοιουτοτρόπως υποθετική την κατηγορηματικότητα του.
Η κατηγορηματικότης τής φρονήσεως θα μπορούσε να εκφραστεί έτσι: "Ενήργησε πάντοτε μ' έναν τρόπο ώστε το μέγιστο της πράξεως σου, όσο κι' άν είναι λογική, δέν μεταστρέφεται ενάντια στην ακεραιότητα τής φύσεως μέσα σου και έξω σου, ενάντια στην ευτυχία ενός άλλου ανθρώπου, ενάντια στην φιλία και στην ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους". Σ' έναν πεπερασμένο κόσμο όπου ο περιορισμός τών αποθεμάτων δέν επιτρέπει την πραγματοποίηση όλων τών δυνατοτήτων, είναι αντιφατική η ιδέα ενός αγαθού το οποίο μπορεί να είναι ταυτοχρόνως απόλυτο, ελεύθερο δηλαδή απο κάθε περιορισμό στην πραγματοποίησή του, και πραγματοποιήσιμο.

Το μοναδικό πραγματοποιήσιμο αγαθό, δέν είναι το απόλυτο αγαθό, αλλά το καλύτερο δυνατό. Αυτό εισάγει χωρίς αμφιβολία έναν φαύλο κύκλο στον καθορισμό τού δέοντος, καθότι το δέον πρέπει να ενσωματώσει στον ορισμό του τις περιοριστικές συνθήκες της τέλειας πραγματοποίησής του. Χρειάζεται να βρεί μία ισορροπία ανάμεσα στην φιλοδοξία, ακόμη και αν είναι νόμιμη, και τον κίνδυνο. Η ηθική, η οποία σύμφωνα με την ετυμολογία του ονόματός της (κατοικία, ήθος, διαμονή), είναι η τέχνη της εγκαταστάσεως στο πεπερασμένο, πρέπει να στοχεύει πάντοτε στο καλύτερο, αλλά όχι στο μέγιστο.
 
ΟΙ ΠΑΡΑΜΕΛΗΜΕΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΧΑΝ ΚΑΘΑΡΙΣΕΙ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΛΑΝΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ. 
ΕΔΩ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΦΟΡΤΩΝΕΙ ΤΟ ΟΥΣΙΩΔΕΣ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΜΕ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ. 
ΑΠΟ ΔΩ Η ΑΡΧΑΙΑ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΚΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ.

Αμέθυστος.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

«Η σιωπή πριν από τη λέξη» Από Σύνταξη Inchiostronero

Πριν από τον Λόγο, ο Άνθρωπος Άκουγε τον Κόσμο: Μια Ανθρωπολογική Ιστορία της Χαμένης Σιωπής
Γιάκοπο Ζούκι, Σιωπή, 1572, λάδι σε καμβά, 146×163 εκ., Πινακοθήκη Ουφίτσι, Φλωρεντία

                                              «Η σιωπή πριν από τη λέξη»

Από την προέλευση του ανθρώπου στον θόρυβο του ψηφιακού πολιτισμού

                                                    Σύνταξη Inchiostronero

Συντακτικό σημείωμα

Αυτό το δοκίμιο ανοίγει έναν στοχασμό πάνω στη σχέση μεταξύ σιωπής, λόγου και πολιτισμού σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Δεν πρόκειται για νοσταλγία για ένα χαμένο παρελθόν, αλλά για μια διερεύνηση του ανθρωπολογικού ρόλου της σιωπής στη διαμόρφωση της σκέψης, της κοινότητας και της εμπειρίας του κόσμου. Από το αρχικό ηχητικό περιβάλλον μέχρι τον σύγχρονο ψηφιακό θόρυβο, το ταξίδι δείχνει πώς η απώλεια της σιωπής συμπίπτει με μια βαθιά μεταμόρφωση της ανθρώπινης παρουσίας στην πραγματικότητα.

«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου.»
- Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
Ζοζέφ Ντυκρέ, Ο Διακριτικός, 1791
Στην αρχή δεν υπήρχε η λέξη.

Όχι επειδή δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί, αλλά επειδή δεν υπήρχε ακόμη κανείς ικανός να πει τον κόσμο.
Η γη ήταν γεμάτη ήχους: ο άνεμος στο ψηλό χορτάρι, το νερό στα βράχια, το ξαφνικό χτύπημα των φτερών μέσα στη νύχτα, οι κραυγές των ζώων στις αόρατες αποστάσεις του δάσους. Κι όμως όλα αυτά δεν ήταν ακόμα γλώσσα. Ήταν μια ηχηρή παρουσία χωρίς ερμηνεία.
Η σιωπή στην αρχή δεν ήταν η απουσία ήχου. Ήταν η απουσία νοήματος.
Ο κόσμος υπήρχε, αλλά δεν είχε γίνει ακόμη ανθρώπινη εμπειρία.
Μπορούμε να φανταστούμε τον πρώτο άνθρωπο όχι ως ένα ον που μιλάει, αλλά ως ένα ον που ακούει. Ακόμα και πριν ονομάσει την πραγματικότητα, την αντιλαμβάνεται. Ακόμα και πριν την κατακτήσει, την διαπερνά με το βλέμμα και την ακοή του.
Η σιωπή είναι ο πρώτος χώρος του ανθρώπου.
Ο πρώιμος άνθρωπος δεν κατοικούσε στη σιωπή όπως κατοικούμε σήμερα σε ένα κλειστό δωμάτιο, ένα εκούσιο καταφύγιο ή μια παύση μεταξύ δύο δραστηριοτήτων. Η σιωπή ήταν το περιβάλλον του. Δεν ήταν ένα διάστημα αλλά μια συνθήκη. Δεν ήταν αυτό που παρέμενε όταν ο κόσμος ήταν σιωπηλός: ήταν αυτό που έκανε δυνατό τον κόσμο να εμφανιστεί. Ακόμα και πριν ο άνθρωπος μάθει να διακρίνει τον εαυτό του από το περιβάλλον του, ήταν βυθισμένος σε μια συνέχεια παρουσίας στην οποία η σιωπή δεν αντιπροσώπευε την απουσία ήχων αλλά την αμοιβαία τους απόσταση, την κατανοητικότητά τους, τη δυνατότητά τους να αναγνωριστούν. Για αυτόν τον λόγο, το αρχικό τοπίο δεν ήταν σιωπηλό. Ήταν ευανάγνωστο.
Ο άνεμος στο γρασίδι δεν ήταν απλώς μια κίνηση του αέρα. Ήταν μια κατεύθυνση. Το νερό δεν ήταν απλώς μια ροή. Ήταν ένα βάθος. Το βήμα ενός ζώου δεν ήταν απλώς ένας ήχος. Ήταν μια προσέγγιση. Ο R. Murray Schafer παρατήρησε ότι στους αρχαϊκούς πολιτισμούς, ο ακουστικός κόσμος διατηρούσε ακόμα μια προσανατολισμένη δομή, ένα πλέγμα σχέσεων στις οποίες κάθε ήχος διατηρούσε τη δική του ταυτότητα και θέση. Το ανθρώπινο αυτί δεν ήταν αναγκασμένο να αμυνθεί από τον θόρυβο: ήταν ένα όργανο προσανατολισμού. Η σιωπή δεν εξάλειφε τους ήχους. Τους έκανε δυνατούς.
Για αυτόν τον λόγο, ο άνθρωπος δεν κινούνταν ανάμεσα στα πράγματα με την ταχύτητα με την οποία κινούμαστε σήμερα ανάμεσα στα αντικείμενα που μας περιβάλλουν. Έπρεπε να τα φτάσει. Έπρεπε να διασχίσει μια πραγματική απόσταση πριν τα συναντήσει. Ανάμεσα σε αυτόν και τον κόσμο υπήρχε ένας χώρος που δεν είχε ακόμη γεμίσει από τη λέξη. Αυτός ο χώρος δεν ήταν άδειος. Ήταν σιωπή. Όχι μια αναστολή αλλά ένα κατώφλι.
Ο Μαξ Πικάρντ έγραψε ότι κάποτε, ο άνθρωπος δεν μπορούσε να ρίξει αμέσως τον εαυτό του πάνω σε πράγματα ή σκέψεις, αλλά έπρεπε πρώτα να μετακινήσει τον βράχο της σιωπής που στεκόταν μπροστά τους. Αυτή η εικόνα δεν είναι μια ποιητική μεταφορά. Είναι μια περιγραφή της αρχικής εμπειρίας. Ανάμεσα στον άνθρωπο και την πραγματικότητα υπήρχε μια αόρατη αντίσταση που εμπόδιζε την άμεση κατοχή του κόσμου. Μόνο ξεπερνώντας αυτή την αντίσταση ο κόσμος γινόταν παρών.
Η λέξη γεννήθηκε ακριβώς σε αυτή τη διασταύρωση.
Δεν γεννιέται για να γεμίσει τη σιωπή, αλλά για να περάσει μέσα από αυτήν.


Όταν ένας άνθρωπος προφέρει το μικρό του όνομα, δεν επινοεί απλώς ένα σημάδι. Εγκαινιάζει μια σταθερή σχέση με αυτό που υπάρχει. Ο Mircea Eliade έδειξε ότι στις αρχαϊκές κοινωνίες, η ονομασία ισοδυναμεί πάντα με την ίδρυση. Το να δίνεις όνομα σημαίνει να μεταμορφώνεις έναν αδιαφοροποίητο χώρο σε κατοικήσιμο, να διαχωρίζεις το χάος από την τάξη, να εγκαθιδρύεις μια κατεύθυνση στον κόσμο. Οι λέξεις, επομένως, δεν γεννιούνται από τον θόρυβο αλλά από τη σιωπή που διατηρεί αυτό που δεν έχει ακόμη έρθει στο φως.
Για πολύ καιρό, η ανθρωπότητα συνέχισε να ζει σε αυτή τη σχέση. Οι αρχαίοι πολιτισμοί δεν θεωρούσαν τη σιωπή στέρηση αλλά μια διάσταση της πραγματικότητας. Ο ναός δεν ήταν απλώς ένα κτίριο. Ήταν ένας χώρος στον οποίο η σιωπή γινόταν αισθητή. Η είσοδος σε αυτόν σήμαινε τη διάβαση ενός αόρατου κατωφλίου. Η σιωπή σήμαινε την αλλαγή θέσης κάποιου στο σύμπαν.
Ο Ελιάντε επέμενε ότι ο αρχαϊκός άνθρωπος δεν ζει σε έναν ομοιογενή χώρο αλλά σε έναν προσανατολισμένο χώρο, που διασχίζεται από αόρατα κέντρα και όρια. Η σιωπή ανήκει σε αυτά τα όρια. Η υπέρβασή της σημαίνει την αναγνώριση ότι δεν είναι όλα διαθέσιμα, ότι δεν μπορούν όλα να αξιοποιηθούν, ότι δεν ανήκουν όλα στον άνθρωπο. Με αυτή την έννοια, η σιωπή δεν περιορίζει την εμπειρία: τη γειώνει.
Στις αρχαίες κοινωνίες, η σιωπή δεν ήταν απλώς θρησκευτική. Ήταν κοσμολογική. Ήταν μέρος του ίδιου του ιστού του χώρου. Το βουνό δεν ήταν απλώς ένα γεωγραφικό εμπόδιο αλλά μια ιερή απόσταση. Η έρημος δεν ήταν απλώς ένα εχθρικό περιβάλλον, αλλά μια περιοχή όπου ο κόσμος ξέφευγε από την χρηστικότητά του και επέστρεφε στην ύπαρξη. Η νύχτα δεν ήταν απλώς σκοτάδι αλλά βάθος.

Το να σωπαίνεις σήμαινε να κατοικείς σε αυτό το βάθος.

Με τη γέννηση της πόλης, κάτι αλλάζει αργά αλλά σταθερά. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, ο ήχος δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον φυσικό κόσμο. Εξαρτάται από τον άνθρωπο. Η αγορά δεν σιωπά. Οι δρόμοι δεν σιωπούν. Η εργασία δεν σιωπά. Ο χρόνος αρχίζει να γεμίζει. Η σιωπή δεν εξαφανίζεται, αλλά η λειτουργία της αλλάζει. Δεν είναι πλέον το αρχικό περιβάλλον του ανθρώπου. Γίνεται ένα διάστημα μεταξύ δύο πράξεων, μια παύση μεταξύ δύο δραστηριοτήτων, μια απόσταση μεταξύ δύο ανταλλαγών.
Είναι η πρώτη φορά που η σιωπή χάνει την κοσμική της κεντρικότητα.
Κατά τον Μεσαίωνα, αυτή η μεταμόρφωση γινόταν αντιληπτή με εκπληκτική σαφήνεια. Η σιωπή δεν εγκαταλείφθηκε. Προστατεύτηκε. Το μοναστήρι δεν ήταν μια απόδραση από τον κόσμο, αλλά μια προσπάθεια να διασωθεί μια διάσταση της εμπειρίας που κινδύνευε να εξαφανιστεί. Η σιωπή σήμαινε την αφαίρεση του λόγου από την κατανάλωση και την αποκατάσταση του χρόνου που ήταν απαραίτητος για τη διαμόρφωσή του.
Ο Πικάρντ παρατηρεί ότι η σιωπή που παρατηρούνταν στα μοναστήρια δεν ήταν μια απλή πειθαρχία αλλά μια παρουσία ισχυρότερη από την ίδια τη λέξη, μια πραγματικότητα που προηγούνταν της γλώσσας και τη συντηρούσε εκ των έσω. Χωρίς αυτήν την παρουσία, ο λόγος γίνεται φως. Με αυτήν, ο λόγος διατηρεί τη βαρύτητά του.
Η νεωτερικότητα διαταράσσει αυτή την ισορροπία χωρίς να την δηλώνει. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι άνθρωποι ζουν μέσα σε ένα συνεχές ακουστικό περιβάλλον. Οι μηχανές δεν είναι σιωπηλές. Τα εργαστήρια δεν είναι σιωπηλά. Οι πόλεις δεν είναι σιωπηλές. Ο ήχος δεν εξαρτάται πλέον από την ημέρα και τη νύχτα, δεν εξαρτάται πλέον από τις εποχές, δεν εξαρτάται πλέον από την απόσταση. Γίνεται μόνιμος.
Ο Ζακ Αταλί παρατήρησε ότι ο θόρυβος είναι πάντα μια προφητεία. Ακόμα και πριν μια κοινωνία κατανοήσει τον εαυτό της, παράγει τον ήχο που την αντιπροσωπεύει. Ο βιομηχανικός θόρυβος δεν είναι απλώς ένα αποτέλεσμα της παραγωγής: είναι το αναμενόμενο σημάδι μιας νέας οργάνωσης της εξουσίας. Όπου ο ήχος γίνεται συνεχής, ο χρόνος γίνεται επίσης συνεχής. Όπου ο χρόνος γίνεται συνεχής, η αναμονή γίνεται μάταιη.
Και ακριβώς η αναμονή εξαφανίζεται πρώτη.

Κάποτε, ο άνθρωπος έπρεπε να διασχίσει τη σιωπή πριν φτάσει σε μια σκέψη. Ανάμεσα στη μία σκέψη και στην άλλη, υπήρχε μια πραγματική απόσταση. Ο Picard γράφει ότι ο ρυθμός της σιωπής σηματοδοτούσε την κίνηση της σκέψης και ότι μόνο διασχίζοντας αυτή την απόσταση η σκέψη γινόταν πραγματικά παρούσα. Σήμερα, αυτή η απόσταση συνεχώς μικραίνει. Οι σκέψεις δεν προσεγγίζονται πλέον: φτάνουν. Οι εικόνες δεν αναζητούνται πλέον: εμφανίζονται. Οι λέξεις δεν λέγονται πλέον: κυκλοφορούν.

Ο Byung-Chul Han περιέγραψε αυτόν τον μετασχηματισμό ως τη διάλυση της απόστασης. Το ψηφιακό σμήνος δεν παράγει κοινότητα αλλά ταυτοχρονισμό. Δεν παράγει διάλογο αλλά αντίδραση. Δεν παράγει ακρόαση αλλά συνεχή παρουσία. Σε αυτό το κίνημα, η σιωπή δεν καταστρέφεται. Καθίσταται άχρηστη.
Η σιωπή είναι, στην πραγματικότητα, το μόνο φαινόμενο που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί. Δεν επιταχύνει τίποτα. Δεν παράγει τίποτα. Δεν αυξάνει τίποτα. Ο Picard γράφει ότι η σιωπή είναι το μόνο φαινόμενο χωρίς χρησιμότητα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει αποβληθεί από τον σύγχρονο κόσμο. Όλα τα άλλα έχουν απορροφηθεί από τη λογική της χρησιμότητας. Ο χώρος μεταξύ ουρανού και γης έχει γίνει μια τροχιά για αεροπλάνα. Το νερό και η φωτιά έχουν γίνει όργανα. Ο χρόνος έχει γίνει παραγωγή.

Μόνο η σιωπή παρέμενε έξω.
Και ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο συνεχίζει να διαφυλάσσει κάτι που κανένα άλλο φαινόμενο δεν διαφυλάσσει πλέον.
Κρατάει την απόσταση.
Κρατάει την αναμονή.
Διατηρεί την ίδια τη δυνατότητα ακρόασης.
Επειδή ο άνθρωπος δεν ξεκίνησε μιλώντας.
Ξεκίνησε ακούγοντας.
Και ίσως το πιο δύσκολο έργο της εποχής μας δεν είναι η εύρεση νέων λέξεων.
Ανακαλύπτει ξανά τον τόπο από τον οποίο μπορούν ακόμα να γεννηθούν οι λέξεις.
Αλλά αυτό το μέρος από το οποίο προέρχεται η λέξη δεν είναι απλώς ένα απομακρυσμένο σημείο στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν ανήκει μόνο στις απαρχές. Ανήκει επίσης στη μόνιμη δομή της ανθρωπότητας. Η σιωπή δεν είναι ένα αρχαϊκό υπόλειμμα που έχει επιβιώσει από αδράνεια μέσα στη νεωτερικότητα: είναι μια συνθήκη που συνεχίζει να λειτουργεί ακόμα και όταν φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Για αυτόν τον λόγο, κάθε πολιτισμός,
αργά ή γρήγορα, αναγκάζεται να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με αυτήν.

Σαλβατόρ Ρόζα, Αυτοπροσωπογραφία ως Φιλόσοφος ή Η Σιωπή, 1641, λάδι σε καμβά, 116×94 εκ., Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο

Η πρώτη ανθρώπινη σιωπή δεν ήταν απλώς ακρόαση. Ήταν επίσης φόβος. Όχι ο φόβος ως δευτερεύον συναίσθημα, αλλά ο φόβος ως πρωταρχική μορφή συνείδησης. Στη νύχτα χωρίς τεχνητό φως, στο απέραντο σκοτάδι, στο τοπίο που διασχίζεται από αόρατους ήχους, η σιωπή δεν υποδήλωνε απλώς την απουσία κίνησης: υποδήλωνε την πιθανότητα του απρόβλεπτου. Ήταν το μέρος όπου κάτι μπορούσε να συμβεί χωρίς να το δουν. Οι άνθρωποι έμαθαν να σκέφτονται ακριβώς επειδή έμαθαν να περιμένουν μέσα σε αυτόν τον χώρο. Η συνείδηση ​​προκύπτει πάντα εκεί που υπάρχει μια απόσταση μεταξύ αυτού που συμβαίνει και αυτού που θα μπορούσε να συμβεί.
Για αυτόν τον λόγο, η σιωπή προηγείται της ομιλίας με μια άλλη, πιο βαθιά έννοια: προηγείται της κοινότητας. Ακόμα και πριν οι άνθρωποι μιλήσουν μεταξύ τους, άκουγαν μαζί. Η πρώτη γλώσσα δεν ήταν μια λογική κατασκευή, αλλά ένας κοινός προσανατολισμός. Τα καλέσματα, τα σήματα, οι παύσεις και οι αναμονές αποτελούσαν ήδη μια μορφή σχέσης. Η σιωπή δεν χώριζε τους ανθρώπους: τους κρατούσε στον ίδιο χώρο.
Η λέξη γεννιέται όταν αυτός ο χώρος γίνεται σταθερός.
Δεν δημιουργήθηκε για να εξαλείψει τη σιωπή, αλλά για να την κάνει κατοικήσιμη.
Ο Eliade παρατήρησε ότι στους αρχαϊκούς πολιτισμούς, ο κόσμος δεν είναι ποτέ απλώς δεδομένος: πρέπει να θεμελιώνεται συνεχώς. Κάθε τελετουργική χειρονομία, κάθε χωρικός προσανατολισμός, κάθε προφερόμενο όνομα επαναλαμβάνει συμβολικά την αρχική πράξη της δημιουργίας. Ακόμα και ο λόγος συμμετέχει σε αυτήν την επανάληψη. Το να ονομάζεις σημαίνει να καθιερώνεις μια κατεύθυνση στον κόσμο. Σημαίνει να καθιστάς δυνατή τη μνήμη. Σημαίνει να μετατρέπεις την εμπειρία σε διάρκεια.
Γι' αυτό οι λέξεις δεν είναι ποτέ απλώς επικοινωνία. Είναι πάντα θεμέλια.
Κι όμως αυτή η θεμελίωση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς σιωπή.
Ο Picard γράφει ότι η λέξη χάνεται όταν χάνει τη σύνδεσή της με τη σιωπή. Όχι επειδή παύει να λέγεται, αλλά επειδή παύει να κατοικείται. Μια λέξη που δεν γεννιέται από τη σιωπή γίνεται γρήγορη, διαθέσιμη, εναλλάξιμη. Συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά δεν έχει πλέον νόημα.
Αυτή η αλλαγή γίνεται ορατή κυρίως με τη γέννηση των μεγάλων πόλεων.
Η πόλη δεν μεταβάλλει απλώς τον χώρο. Μεταβάλλει τον ανθρώπινο χρόνο. Στο φυσικό τοπίο, η σιωπή σηματοδότησε τον ρυθμό της εμπειρίας. Στην πόλη, η εργασία την υπαγορεύει. Ο ήχος δεν είναι πλέον ένα διάστημα μεταξύ δύο παρουσιών, αλλά γίνεται μια συνεχής ροή δραστηριότητας. Καταστήματα, εργαστήρια, αγορές, κυκλοφορία και αλληλεπικαλυπτόμενες φωνές δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η σιωπή δεν εξαφανίζεται, αλλά ωθείται προοδευτικά στο περιθώριο.
Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που ο άνθρωπος έζησε μέσα σε ένα κατασκευασμένο ηχοτοπίο.
Ο Schafer έχει δείξει ότι αυτή η μετάβαση αντιπροσωπεύει έναν αποφασιστικό μετασχηματισμό της αντίληψης. Στον πρωτόγονο κόσμο, ο ήχος διατηρεί μια απόσταση. Στον αστικό κόσμο, αρχίζει να χάνει την κατεύθυνσή του. Στον βιομηχανικό κόσμο, χάνει επίσης βάθος. Ο θόρυβος δεν υποδηλώνει πλέον κάτι: γεμίζει τον χώρο.
Με τη βιομηχανική επανάσταση, αυτή η διαδικασία έγινε μη αναστρέψιμη.
Ο ήχος δεν είναι πλέον ένα γεγονός.
Γίνεται μια μόνιμη κατάσταση.


Οι μηχανές δεν σιωπούν επειδή δεν μπορούν να παραμείνουν σιωπηλές. Δεν γνωρίζουν τον ρυθμό της νύχτας, δεν γνωρίζουν τον ρυθμό των εποχών, δεν γνωρίζουν τη φυσική εναλλαγή μεταξύ παρουσίας και απουσίας. Παράγουν έναν ομοιόμορφο χρόνο. Παράγουν έναν συνεχή χρόνο.
Ο Attali έγραψε ότι ο θόρυβος είναι μια μορφή πολιτικής προσμονής. Κάθε κοινωνία παράγει τον δικό της θόρυβο πριν καν δημιουργήσει τη δική της ορατή οργάνωση. Ο βιομηχανικός θόρυβος δεν είναι απλώς προϊόν των εργοστασίων: είναι η ηχητική διακήρυξη μιας νέας σχέσης μεταξύ της ανθρωπότητας και του κόσμου. Όπου ο θόρυβος γίνεται συνεχής, η εξουσία γίνεται επίσης συνεχής.
Δεν υπάρχει πλέον αναμονή.
Δεν υπάρχει άλλη απόσταση.
Η σιωπή δεν υπάρχει πλέον ως δομή εμπειρίας.
Και ακριβώς αυτή τη στιγμή η σιωπή αλλάζει νόημα.
Δεν είναι πλέον το αρχικό περιβάλλον του ανθρώπου.
Γίνεται επιλογή.
Κατά τον Μεσαίωνα, η σιωπή εξακολουθούσε να αποτελεί πειθαρχία. Στα μοναστήρια, δεν αντιπροσώπευε την αποποίηση του λόγου, αλλά μάλλον την προστασία του. Η σιωπή σήμαινε την αποτροπή της σπατάλης του λόγου. Σήμαινε την επιστροφή του χρόνου που χρειαζόταν για να γεννηθεί. Σήμαινε την προστασία του εσωτερικού χώρου του ανθρώπου από τη διασπορά.
Ο Πικάρντ παρατήρησε ότι η μοναστική σιωπή δεν ήταν μια άδεια σιωπή, αλλά μια παρουσία που περιέβαλλε και συντηρούσε τον λόγο. Ήταν το μέρος όπου ο λόγος μπορούσε να γίνει αληθινός επειδή δεν ήταν αναγκασμένος να είναι άμεσος.
Η νεωτερικότητα δεν έχει καταστρέψει αυτή την παρουσία.
Την έκανε αόρατη.
Ο σύγχρονος θόρυβος δεν είναι απλώς πιο έντονος. Είναι και πιο κοντά. Δεν προέρχεται πλέον από ένα συγκεκριμένο μέρος. Δεν μπορεί να εντοπιστεί. Δεν μπορεί να διασχιστεί. Δεν μπορεί να αναμένεται.
Ο Byung-Chul Han περιέγραψε αυτόν τον μετασχηματισμό ως τη διάλυση της απόστασης. Το ψηφιακό σμήνος δεν δημιουργεί κοινότητα επειδή εξαλείφει το διάστημα που είναι απαραίτητο για τη σχέση. Όπου δεν υπάρχει διάστημα, δεν υπάρχει ακρόαση. Όπου δεν υπάρχει ακρόαση, δεν υπάρχει ομιλία.
Η σιωπή δεν έχει εξαλειφθεί.
Έχει γίνει αδιάβατο.
Ο Πικάρντ έγραψε ότι κάποτε, ο άνθρωπος έπρεπε να εισχωρήσει σιγά σιγά σε μια σκέψη. Ανάμεσα στη μία σκέψη και στην άλλη, υπήρχε πάντα σιωπή. Σήμερα, οι σκέψεις φτάνουν πριν καν ο άνθρωπος προλάβει να τις φτάσει. Τον περικυκλώνουν, τον διαπερνούν, τον καταλαμβάνουν.
Ο άνθρωπος δεν μπαίνει πια σε σκέψεις.
Οι σκέψεις εισέρχονται στον άνθρωπο.
Αυτή η μεταμόρφωση δεν αφορά μόνο τη γλώσσα.
Πρόκειται για την παρουσία.
Γιατί χωρίς σιωπή δεν υπάρχει πλήρης παρουσία.
Η σιωπή δεν είναι αυτό που διακόπτει την εμπειρία.
Αυτό είναι που το κάνει κατοικήσιμο.
Γι' αυτό η σιωπή σήμερα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται απλή νοσταλγία για το παρελθόν. Δεν είναι η ανάμνηση ενός χαμένου κόσμου. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για το μέλλον. Σε έναν πολιτισμό που έχει μετατρέψει τα πάντα σε λειτουργία, παραγωγή, επιτάχυνση, η σιωπή παραμένει ο μόνος χώρος που δεν μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς να καταστραφεί.
Είναι ο μόνος χώρος όπου τα πράγματα μπορούν ακόμα να εμφανιστούν χωρίς να καταναλωθούν αμέσως.
Είναι ο μόνος χώρος στον οποίο η λέξη μπορεί ακόμα να γεννηθεί χωρίς να αντικατασταθεί αμέσως.
Είναι ο μόνος χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί ακόμα να συναντήσει τον εαυτό του πριν μιλήσει.

«Il silenzio prima della parola» - Inchiostronero

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ ΑΠΟ ΕΔΩ ΠΗΓΑΖΕΙ Η ΝΕΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Η ΤΙΤΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΦΤΑΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΑΥΤΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΧΕΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

«Ρίλκε, ο ποιητής του μελλοντικού θεού» Από Μαρτσέλο Βενετσιάνι

Ο ποιητής που περπάτησε στα όρια μεταξύ Θεού και Μηδενός.

                                                «Ρίλκε, ο ποιητής του μελλοντικού θεού»

Ο Ρίλκε και η εύθραυστη και αβυσσαλέα φωνή του σε μια Ευρώπη που φθίνει.

από τον Μαρτσέλο Βενετσιάνι

Στην 150ή επέτειο από τη γέννησή του, ο Μαρτσέλο Βενετσιάνι ανατρέχει στην περιπλανώμενη ζωή και το φωτεινό, ανήσυχο έργο του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, του ποιητή που κατοίκησε την Ευρώπη την παραμονή της πνευματικής της καταστροφής. Παιδί του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμού στο λυκόφως του, ο Ρίλκε διέσχισε πρωτεύουσες, εποχές και βάσανα, αφήνοντας ένα λεπτό αλλά βαθύ σημάδι στην ποίηση του εικοστού αιώνα. Οι επιστολές, οι στοχασμοί και τα ποιήματά του αφηγούνται την ιστορία ενός άστεγου άνδρα, που αιωρείται ανάμεσα στην πίστη και τον μηδενισμό, την αποκάλυψη και την αμηχανία: ενός προσκυνητή του εσωτερικού που αναζήτησε το θείο όχι στο δόγμα, αλλά στην αέναη αρχή της ύπαρξης. Ένα ταξίδι στην ψυχή ενός μάρτυρα της Ευρώπης που, όπως ο Κάφκα, έζησε το πεπρωμένο του αιώνα του χωρίς ποτέ να το συναντήσει πραγματικά . (Σημείωμα Σύνταξης)

Η μόνη ευδαιμονία είναι «να γίνεις αυτός που αρχίζει ». Ποιος ξέρει αν ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε βίωσε αυτή την ευδαιμονία της αρχής, όπως έγραψε στις πρώτες γραμμές των σημειώσεών του για τη μελωδία των πραγμάτων. Βλέποντάς τον με τα μεταθανάτια μάτια μας και διαβάζοντας τα γραπτά του, τις επιστολές του και τα ποιήματά του, ο Ρίλκε μας φαίνεται μάλλον σαν να ζει στο κατώφλι ενός τέλους, ενός λυκόφωτος και μιας καταστροφής: της όμορφης και τραγικής εποχής στην οποία ο πολιτισμός της Κεντρικής Ευρώπης παρήκμασε και στην οποία αναδύθηκαν οι δαίμονες του παγκόσμιου πολέμου, οι επαναστάσεις και ο ολοκληρωτισμός, ο μηδενισμός, η τεχνολογία και η έλευση του απάνθρωπου.

Το αποτύπωμα του Ρίλκε είναι ελαφρύ και άφατο, αλλά αγγίζει ανεξιχνίαστα βάθη σκέψης και ποιητικού πνεύματος.

Ο Ρίλκε γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου, πριν από 150 χρόνια στην Πράγα, αλλά έζησε στην καρδιά της εποχής του, στις πρωτεύουσές της, από το Παρίσι μέχρι το Μόναχο, από τη Βιέννη μέχρι το Βερολίνο, από τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη μέχρι τις μεγάλες πόλεις της Ελβετίας, από τη Ρώμη —την οποία δεν αγαπούσε— μέχρι τη Φλωρεντία, τη Νάπολη, το Κάπρι, τη Βενετία, από το κάστρο Ντουίνο μέχρι το κάστρο Μουνιόθ, όπου και τελείωσε τις μέρες του. Ήταν ποιητής και μάρτυρας της Ευρώπης, στα σύνορα του Θεού και του Μηδενός.

«Δεν έχω αγάπη, δεν έχω σπίτι, δεν έχω συγκεκριμένο μέρος να ζήσω» γράφει στα «νέα ποιήματά» του.

Έζησε την ίδια περίοδο με τον Φραντς Κάφκα, αλλά οι δύο πολίτες της Πράγας, συμπολίτες και σύγχρονοί τους, δεν συναντήθηκαν ποτέ.


Ο Ρίλκε ακολούθησε τα βήματα του Νίτσε, αναζητώντας το θείο πέρα ​​από τον Χριστιανισμό και βρίσκοντας τη λάμψη του στην τέχνη και τη δημιουργική μοναξιά της ποίησης. Για αυτόν, η θρησκεία είναι η τέχνη εκείνων που είναι ανίκανοι για δημιουργία. Αντιστάθμισε την απώλεια του Λόγου με στίχο, αναζήτησε την ύπαρξη στην απουσία του, αντάλλαξε την αλήθεια με την ομορφιά και την ανθρωπιά με την αγάπη για τα πράγματα. Όταν οι άνθρωποι έγιναν ξένοι για μένα, έγραψε ο Ρίλκε, ήταν τα πράγματα που με προσέλκυσαν: από αυτά είδε τη χαρά της ύπαρξης να αναδύεται. Στην τέχνη και τον στίχο βρήκε την πιο απέραντη και ανυπολόγιστη αγάπη, την αγάπη του Θεού, η οποία ξεπερνά τα μεμονωμένα άτομα, περνά ακούραστα μέσα από αυτά και πηγαίνει παραπέρα: «η αγάπη είναι το αληθινό κλίμα του πεπρωμένου ». Πώς να ορίσουμε την τέχνη; «Η τέχνη είναι η σκοτεινή επιθυμία όλων των πραγμάτων» και ο καλλιτέχνης, ένας θαυματουργός απόστολος της ομορφιάς, είναι « ο άνθρωπος του τελικού στόχου, που περνάει νέος μέσα από τους αιώνες, χωρίς παρελθόν πίσω του ». Η φτερωτή καρδιά του, γράφει, χτυπάει παντού στα τείχη του χρόνου. Φτάνει πολύ νωρίς για την εποχή της. Κατά τη γνώμη του, υπήρχε πάντα μια μεγάλη αποξένωση μεταξύ της μεγάλης τέχνης και της εποχής της. Και η φήμη, προειδοποιεί για τον Ωγκύστ Ροντέν, είναι το άθροισμα όλων των παρεξηγήσεων που συσσωρεύονται γύρω από ένα νέο όνομα. Για αυτόν, το έργο τέχνης γεννιέται από μια κατάσταση κινδύνου, όταν κάποιος διεισδύει στην εμπειρία σε σημείο που δεν μπορεί να την ξεπεράσει.

Ο Ρίλκε αναζητούσε την κοινότητα στο απαλό τραγούδι που ρέει μέσα από τα πράγματα, ακριβώς τη στιγμή που αυτά πρόκειται να εξαφανιστούν· αυτή η χορωδιακή μελωδία στην οποία συμμετέχουν ουσίες, συναισθήματα και περασμένα πράγματα, λυκόφωτα και νοσταλγίες. Ακόμα και καλλιεργώντας τη μοναξιά, ο Ρίλκε πίστευε ότι η σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων ήταν αμετάκλητη και αποφασιστική. Έπαινος στο Πνεύμα που μπορεί να μας συνδέσει, τραγουδά στα σονέτα στον Ορφέα.

Ο Ρίλκε ήταν πεπεισμένος ότι υπήρχε ένας παγκόσμιος, πρωτότυπος εγκέφαλος, «η μεγάλη φαιά ουσία της γης ». Αναγνώριζε τον Δάντη ως τον πρόγονο των ποιητών της γενιάς του. Αλλά αγαπούσε τον Ρεμπώ, ο οποίος ήξερε πώς να κλονίζει τη γλώσσα με όλη την ορμητικότητα της καρδιάς του μέχρι να γίνει άχρηστη, μόνο και μόνο για να « φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω και να γίνει έμπορος ». Σε ένα ποίημα για τον Μποντλέρ, ο Ρίλκε γράφει ότι ο ποιητής έχει ενοποιήσει τον κόσμο που είναι θρυμματισμένος μέσα στον καθένα μας. Είναι ένας απαράμιλλος μάρτυρας της ομορφιάς και δίνει άπειρη αγνότητα στην καταστροφή.
Λου φον Σαλομέ


Ο Ρίλκε είχε μεγάλους και διάσημους έρωτες, από τη Λου Σαλώμη μέχρι τη Μαρίνα Τσβετάεβα. Κατά τη γνώμη του, η αληθινή αγάπη υπάρχει όταν δύο μοναξιές προστατεύονται η μία από την άλλη. Αφιέρωσε τις Ελεγείες του Ντουίνο στη Μαρκησία Μαρί φον Τουρμ ουντ Τάξις, την προστάτιδά του που τον φιλοξένησε στο κάστρο του Ντουίνο, κάνοντάς τον κατά καιρούς να νιώθει σαν αιχμάλωτός της.

Σε μια επιστολή προς τη Μάργκοτ Σίτσο-Νόρις, ο Ρίλκε λέει ότι αντιπαθεί τη χριστιανική εικόνα της μετά θάνατον ζωής, από την οποία αποστασιοποιήθηκε. Κατά την άποψή του, το χριστιανικό όραμα καθιστά τον νεκρό πιο ασαφή και πιο ανέφικτο, και μεταμορφώνει τους ζωντανούς σε εξίσου ασαφή και απροσδιόριστα πλάσματα, λιγότερο γήινα, ενώ εμείς είμαστε «συγγενείς του δέντρου, του λουλουδιού και του αγρού». Για τον Ρίλκε, ο Θεός είναι το αρχαιότερο έργο τέχνης: είναι κακώς διατηρημένο και πολλά από τα μέρη του είναι τεχνητά.

Για τον Ρίλκε, όπως λέει στα «Τετράδια της Μάλτε Λαυρίδης Μπριγκ», για να γράψεις έναν μόνο στίχο, πρέπει να δεις πολλές πόλεις, ανθρώπους και πράγματα, πρέπει να γνωρίσεις τα ζώα, πρέπει να ακούσεις πώς πετούν τα πουλιά και να γνωρίσεις τις κινήσεις με τις οποίες ανοίγουν τα μικρά λουλούδια το πρωί. Πρέπει να μπορείς να σκεφτείς τα μονοπάτια σε άγνωστες χώρες, τις απροσδόκητες συναντήσεις, και δεν αρκεί να έχεις αναμνήσεις. Πρέπει να ξέρεις πώς να τις ξεχνάς, όταν είναι πολλές, και να έχεις την υπομονή να περιμένεις να επιστρέψουν. Αλλά πέρα ​​από τις αναμνήσεις, χρειάζεσαι εμπειρίες που γίνονται μέσα μας αίμα, βλέμμα, χειρονομία... μόνο τότε είσαι έτοιμος για έναν στίχο. Η ποίηση ως κοσμική εμπειρία: σε έναν στίχο είναι ο κόσμος, η πνοή της ζωής. Άσε τη ζωή να πάρει την πορεία της, είπε: η ζωή είναι σωστή, σε κάθε περίπτωση.

Στις επιστολές του προς έναν νεαρό ποιητή, ο Ρίλκε προσφέρει πολύτιμες συμβουλές στον αρχάριο: αναζητήστε τον βαθύ λόγο που σας καλεί να γράψετε· μην γράφετε ερωτικά ποιήματα· εμβαθύνετε στα βάθη των παιδικών αναμνήσεων· μην αναζητάτε κανενός είδους αποζημίωση από την ποίηση και να θυμάστε ότι ένα έργο τέχνης είναι καλό αν γεννιέται από ανάγκη.

Ο Ρίλκε δεν ήταν ποτέ αιχμάλωτος της εποχής του και της νεωτερικότητας. Αγαπούσε την αρχή και φλερτάρει το μέλλον.
Για τον Ράινερ, οι επιθυμίες είναι οι αναμνήσεις του μέλλοντός μας. Στο φλωρεντινό του ημερολόγιο, μας προέτρεπε να είμαστε μη μοντέρνοι, έστω και για μία μόνο μέρα: «τότε θα δείτε πόση αιωνιότητα υπάρχει μέσα σας». «Μην ενδώσετε στη λάμψη του εφήμερου», έγραψε αργότερα σε ένα σονέτο, «σύντομα αυτός που επαινεί το «Καινούριο» θα σιωπήσει... τα αστέρια είναι μια αρχαία φωτιά ενώ οι νεότερες φωτιές θα σβήσουν».

Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα σκοτεινιάζει και χάνεται, ο Ρίλκε λέει σε μια επιστολή του προς την Καρολάιν Σενκ φον Στάουφενμπεργκ, ότι είναι απαραίτητο να ενισχύσουμε την οικειότητα με τον θάνατο, σε σημείο που να τον κάνουμε γνωστό και απτό· ο θάνατος είναι ο «σιωπηλός συνεργός κάθε ζωντανού πράγματος». Για να αναβιώσουμε τη ζωή, πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά την οικειότητα του θανάτου. Λίγο πριν, ένας νεαρός ποιητής από τη Γκορίτσια, ο Κάρλο Μικέλστεντερ, είχε γράψει: το όνειρο της ζωής είναι ισχυρότερο αν ο θάνατος μας βοηθά να ζήσουμε. Στο Βιβλίο των Ωρών του, ο Ρίλκε συνοψίζει το νόημα της ζωής ως εξής: «Ζω τη ζωή μου σε κύκλους που διευρύνονται, που προσπερνούν τα πράγματα. / Το τελευταίο, ίσως, δεν μπορώ να το ολοκληρώσω, αλλά θέλω να απλώσω το χέρι μου, να προσπαθήσω».

Κάνω κύκλο γύρω από τον Θεό, γύρω από τον αρχαίο πύργο της αρχής, τον κάνω κύκλο εδώ και χιλιάδες χρόνια:/και ακόμα δεν ξέρω: είμαι γεράκι, ή καταιγίδα, ή τραγούδι, ίσως – και μάλιστα μεγάλο.

Σε μια επιστολή προς την Τσβετάγιεβα, ο Ρίλκε αφηγείται ότι πέτυχε πλήρη αρμονία με το σώμα του, σε σημείο που το θεωρούσε καρπό της ψυχής του, εύπλαστο σε σημείο που οδηγήθηκε στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πνεύματός του και βιώνει, μέσω αυτού, τις πιο ζωντανές εμπειρίες του κόσμου, των ουρανών και όλων όσων είναι αδιαπέραστα.

Τελικά, ποιος είναι ο Ρίλκε; «Είναι αυτό που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί — ανά τους αιώνες», έγραψε η Μαρίνα Τσβετάεβα τρία χρόνια μετά τον θάνατό του· και συνέχισε: «Ο Ρίλκε είναι ένας μύθος, η αρχή του νέου μύθου του μελλοντικού Θεού. Και είναι ακόμα πολύ νωρίς για να μελετήσουμε αυτόν τον μύθο· ας γίνει πραγματικότητα». Αλλά σχεδόν έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, η πραγματικότητά του δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί και ο μελλοντικός Θεός του δεν έχει αποκαλυφθεί. Παραμένει στον ουρανό σαν ένα ποιητικό σύννεφο.
Η Αλήθεια – 14 Ιουνίου 2024

 

Κριτικό σχόλιο

Το «Herbsttag» είναι ένα από τα πιο εμβληματικά ποιήματα της ώριμης περιόδου του Ρίλκε: ένας στοχασμός για τον χρόνο που γλιστράει, για την ατέλεια και για τη μοναξιά ως εσωτερικό πεπρωμένο. Το φθινόπωρο δεν είναι απλώς μια εποχή, αλλά μια κατάσταση της ψυχής: η στιγμή που αυτό που υπήρξαμε πρέπει να βρει οριστική μορφή, σαν τα τελευταία φρούτα που ωθούνται στην τελική τους ωριμότητα.

Στην εναρκτήρια προσευχή του, ο Ρίλκε επικαλείται έναν Θεό που δεν παρηγορεί αλλά εκπληρώνει: έναν Θεό που ρίχνει σκιές, συντομεύει τις μέρες, επιταχύνει την ωρίμανση και προετοιμάζει για τον χωρισμό. Δεν υπάρχει συναισθηματισμός εδώ. υπάρχει ένα συμβολικό όραμα της ζωής ως μιας οργανικής διαδικασίας που τείνει προς την ολοκλήρωσή της.

Το τέλος είναι από τα πιο διάσημα στην ποίηση του εικοστού αιώνα: όσοι δεν έχουν σπίτι δεν θα ξαναχτίσουν ποτέ σπίτι, όσοι είναι μόνοι θα παραμείνουν μόνοι. Δεν είναι απελπισία, αλλά διαύγεια. Ο Ρίλκε δεν περιγράφει μια καταδίκη, αλλά μάλλον μια υπαρξιακή αλήθεια: έρχεται μια εποχή που κανείς δεν μπορεί πλέον να αναβάλει τη δική του μορφή, ούτε να ξαναχτίσει από την αρχή ό,τι δεν έχει επιτευχθεί.

Η μοναξιά εδώ δεν είναι διαφυγή, αλλά κατάσταση επαγρύπνησης: το διάβασμα, το γράψιμο, η αγρυπνία, το ανήσυχο περπάτημα ανάμεσα στα φύλλα που πέφτουν σημαίνει ότι αφαιρείς τη ζωή σου με ριζική σοβαρότητα. Ο άνθρωπος του Ρίλκε, όπως και το φθινόπωρο, καλείται να αφήσει πίσω του όλα όσα δεν είναι απαραίτητα.

Το «Herbsttag» παραμένει έτσι ένα ποίημα για τις αρχές και τα τέλη, για την αναπόληση και την αποστασιοποίηση, για την ευθραυστότητα που προηγείται κάθε εκπλήρωσης: ένα μικρό αριστούργημα που συμπυκνώνει, σε λίγους στίχους, ολόκληρο το δράμα της σύγχρονης συνείδησης.


Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΚΤΙΣΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (2)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 

LUIGI SCARAVELLI.

Η αντίληψη…είναι ο μοναδικός χαρακτήρας τής πραγματικότητος.

          Εισαγωγή!(συνέχεια)

          Και σχετικά μ’αυτή την έννοια τής αιτίας, αυτής τής μεταφυσικής έννοιας τής αιτίας, η οποία αποδίδεται στην μεταφυσική του, εξίσου στον Κάντ, τον Νεύτωνα και τον Αριστοτέλη, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κατά νού ότι η επάρκειά της αντηχεί στο πρόβλημα τής διακρίσεως τού κόσμου σε υποκείμενο και αντικείμενο. [JEANS, ι νέοι ορίζοντες τής επιστήμης": Η εξέταση τής έννοιας τής αιτίας όπως την ορίζει ο Κάντ στην Κριτική, μας δείχνει ότι είναι το αντίθετο εκείνης που εικονίζει ο πρωτομαθής του πιάνου. Είναι μία έννοια η οποία δένει μεταξύ τους το σύνθετο όλον των πολλαπλών γεγονότων που συνοδεύουν και συντρέχουν τα οποία αντιδρούν-πολυφωνικώς το ένα στο άλλο-και σχηματίζουν μ’αυτή την αλληλεπίδραση, το σύνθετο δίκτυο τής εμπειρίας. Κάτι που επιθυμεί και ψάχνει και ο Αϊνστάιν σαν έννοια τής αιτίας![ Τό εγώ σκέπτομαι]

          Έτσι λοιπόν “για την σύσταση ενός αντικειμενικού φυσικού κόσμου είναι αναγκαίο να υποθέσουμε την ύπαρξη ιδανικών μέτρων, τα οποία δεν επηρεάζουν καθόλου το παρατηρούμενο φαινόμενο-κάτι που καθίσταται δυνατό από την συνέχεια τής προόδου τών μακροφυσικών διαδικασιών. Καθότι εάν πρέπει να λογαριαστούμε με πράξεις οι οποίες δεν ορίζονται με ακρίβεια από έναν αιτιατό νόμο, δεν μπορούμε πλέον να είμαστε σίγουροι, στις διαδικασίες παρατήρησης, ότι η καταγωγή τού αποτελέσματος που μας ξαφνιάζει πρέπει να ερευνηθεί στο παρατηρούμενο αντικείμενο ή μάλλον σε μία τυχαία αντίδραση τού εργαλείου τής παρατήρησης. Και αντιστρόφως, να αναπαραστήσουμε μία αντικειμενική φυσική διαδικασία είναι μία προφανής αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση τής αναπαραστάσεως τής φύσεως σύμφωνα με μία αιτιότητα χωρίς κενά. Ότι αυτή στην συνέχεια, πρέπει να προϋποτεθεί, για να είναι δυνατή να αναπαραστήσουμε πραγματικά φυσικές αντικειμενικές διαδικασίες, είναι ένα πράγμα που αναγνώρισε καθαρά ο Κάντ. Αλλά είναι αδικαιολόγητο να βγάλουμε το συμπέρασμα, ότι η αρχή τής αιτιότητος πρέπει να υπολογισθεί σαν ισχύουσα apriori για όλη την φύση, ανεξαρτήτως τής εμπειρίας μας. Μπορούμε να συμπεράνουμε μόνο ότι παραιτούμενοι από αυτή την αιτιότητα, καταργείται και η αντικειμενικότης. Έτσι είναι ακριβώς στην ατομική φυσική: σ’αυτή και στην κβαντική φυσική, η συνέχεια όπως είδαμε ήδη, λείπει. Οφείλουμε να θεωρήσουμε την ασυνέχεια στις βασικές φυσικές διαδικασίες σαν την πιο βασική διαβεβαίωση της φυσικής τών κβάντων”.

          Για να υπάρχει επι πλέον, η δυνατότης αυτής τής αιτιότητος χωρίς κενά και αυτού τού μηχανικού κόσμου, να λυθούν σαν ένα αντικείμενο απέναντί μας, ανεξαρτήτως από εμάς, είναι απαραίτητη ακόμη η παρουσία τού χώρου και του χρόνου στον οποίο λαμβάνει χώρα κάθε φυσικό γεγονός. Και παρότι η ατομική φυσική δεν πολέμησε με τον παραδοσιακό χώρο (αλλά σήμερα αρχίζει και αυτή να το κάνει για λογαριασμό της), αυτή η πολεμική έγινε ήδη από την σχετικότητα τού Αϊνστάιν.

          Αυτή η πολεμική δεν ήθελε να αρνηθεί ούτε την πραγματικότητα, ούτε την “συνέχεια” τού χώρου και του χρόνου, αλλά μόνον την ισχύ ενός χώρου στον οποίο είναι δυνατόν να γίνουν οπουδήποτε και σε οποιαδήποτε συνθήκη (ακινησίας ή κινήσεως) και αν βρίσκεται ο πειραματιστής, μετρήσεις τών διαλειμμάτων μήκους, που προκύπτουν de jure ταυτόσημα μεταξύ τους [που είναι η βασική συνθήκη του απολύτου χώρου]. Το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνεται και με τον χρόνο, του οποίου, η θεωρία τής σχετικότητος, δεν αρνείται ούτε την πραγματικότητα, ούτε την “συνέχεια”. Αλλά η άρνηση αφορά μόνο την δυνατότητα μετρήσεων διαλειμμάτων (ανάμεσα σε δυο γεγονότα) τής ροής του που έγιναν σε συγκεκριμένες συνθήκες, να δύνανται να είναι ταυτόσημες με μετρήσεις που έγιναν σε άλλες συνθήκες. Δηλαδή ενώ για τον Νεύτωνα ο χρόνος ρέει παντού και σε οποιαδήποτε συνθήκη ησυχίας ή κινήσεως βρίσκεται ο παρατηρητής, ρέει με τρόπο ακριβέστατα ταυτόσημο (αυτό σημαίνει απόλυτος χρόνος), για την θεωρία τής σχετικότητος αυτή η ταυτόσημη ροή δεν έχει επιστημονική σημασία.

          Όσον αφορά στις διαφορές του τρόπου συμπεριφοράς τής θεωρίας τής σχετικότητος και τής θεωρίας τών κβάντων σε σχέση με τις κλασσικές έννοιες μπορούν να συμπυκνωθούν αυτές οι διαφορές στο ακόλουθο σχήμα: Η θεωρία τής σχετικότητος διατηρεί: την συνέχεια, την έννοια της αιτίας, την δυνατότητα να έχουμε ταυτόχρονα την θέση ενός σωματιδίου και την ταχύτητα του, την διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο παρατηρητή και αντικείμενο παρατηρούμενο. Απωθεί και αποκλείει: την άπειρη ταχύτητα, την άκαμπτη ενότητα του μέτρου του χρόνου. Η θεωρία των κβάντων είναι περίπου όμοια, αδιάφορος, στις δύο τελευταίες θέσεις, αλλά απωθεί: την συνέχεια, την έννοια της αιτίας (με την στενή σημασία), την δυνατότητα να έχουμε ταυτοχρόνως την θέση και την ταχύτητα, την διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο παρατηρητή και αντικείμενο παρατηρούμενο.

          Ο Jeans συνθέτοντας με λίγες λέξεις τον πυρήνα αυτής τής πολεμικής γράφει: “Εν συντομία, για τον Κάντ, όπως και για τον Καρτέσιο και τον Νεύτωνα, τα αντικείμενα δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς τον χώρο. Για τον Αϊνστάιν ο χώρος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τα αντικείμενα. Αντικατέστησε λοιπόν στον χώρο και στον χρόνο, τον συσταλτό χώρο και τον τοπικό ή ακριβή χρόνο.

Συνεχίζεται

ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΙΤΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ, ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.

Αμέθυστος.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (1)

    Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 

LUIGI SCARAVELLI.

Η αντίληψη…είναι ο μοναδικός χαρακτήρας τής πραγματικότητος. [ΠΕΡΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ]       

 Εισαγωγή!

          Στο τέλος τού κεφαλαίου πάνω στην “Στατιστική ερμηνεία τής θεωρίας τών κβάντων”, ο Χάιζενμπεργκ γράφει: “όταν προσαρμόζεται η σκέψη μας και η γλώσσα μας στις εμπειρίες τής ατομικής φυσικής, μπαίνουμε σε δυσκολίες, όπως συνέβη και στην περίπτωση τής θεωρίας τής σχετικότητος, σε δυσκολίες πολύ μεγάλες μάλιστα. Όσον αφορά την θεωρία τής σχετικότητος, οι παλιές φιλοσοφικές συζητήσεις στα προβλήματα τού χώρου και τού χρόνου αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμες σ’αυτή την προσαρμογή. Αναλόγως μπορούμε καί για την φυσική τού ατόμου, να ωφεληθούμε από τίς βασικές συζητήσεις  σε κάθε θεωρία τής γνώσεως, στις δυσκολίες οι οποίες συνδέονται με την διάκριση τού κόσμου σε υποκείμενο και αντικείμενο. Η φιλοσοφία τών περασμένων αιώνων είχε ήδη συζητήσει αρκετές αφαιρέσεις οι οποίες είναι σήμερα χαρακτηριστικές τής μοντέρνας θεωρητικής φυσικής. Σ’εκείνες τις εποχές οι επιστήμονες, συγκεντρωμένοι αποκλειστικά στο πραγματικό, μπορούσαν να απορρίψουν εκείνες τις αφαιρέσεις σαν να ήταν μόνον πνευματικά παιχνίδια. Σήμερα όμως οι πρόοδοι της πειραματικής τεχνικής τής μοντέρνας φυσικής  μάς υποχρεώνουν να τις συζητήσουμε εις βάθος.

          Και οι συζητήσεις με τους φιλοσόφους μιάς εποχής και με τις αφαιρέσεις τους, τις οποίες δεν υπολόγιζαν οι επιστήμονες τού περασμένου αιώνος θεωρώντας τες απλά νοητικά παιχνίδια, βρίσκονται τόσο στις ακαδημαϊκές εργασίες τής εποχής όσο και σε γραπτά επιστημονικής εκλαΐκευσης. Ανάμεσα σ’αυτούς τους φιλοσόφους πρωτοστατεί ο Κάντ, ο οποίος ασχολήθηκε τόσο βαθιά με το πρόβλημα τής δυνατότητος τής φυσικής ώστε μοιάζει σαν να συγκέντρωσε πάνω του ολόκληρη την επιστημονική εμπειρία τών αιώνων 17ου και 18ου, και να έθεσε τις βάσεις όλης τής μελλοντικής επιστήμης. Έτσι δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι, μετά την επανάσταση τής θεωρίας τών κβάντων, είναι ο Κάντ αυτός που γίνεται στόχος στην μεταμόρφωση τών εννοιών και τών αρχών τίς οποίες έχει ανάγκη η νέα φυσική. Έννοιες και αρχές οι οποίες μοιάζουν αντίθετες με εκείνες που εδραίωσε ο Κάντ στους φυσικούς.

          Ας ακούσουμε από τους ίδιους τούς φυσικούς τά κυριότερα σημεία αυτής τής πολεμικής.

          Ο Pasquale Jordan, στο «Η φυσική στον ΧΧ αιώνα», γράφει: “Είναι γνωστό ότι ο Κάντ ανέπτυξε την βαθειά έννοια ότι η δική μας εννοιολόγηση τής φύσης είναι ουσιωδώς εξαρτημένη, όχι τόσο από τις ιδιότητες που έχουν καθαυτά τα αντικείμενα αυτής τής φύσεως, όσο από τις αμετάβλητες μορφές σκέψης, οι οποίες ανήκουν στην ίδια την ουσία της σκέψης μας, φόρμες και μορφές οι οποίες δεν έχουν εξαχθεί (απαγωγή) από την εμπειρία αλλά μάλλον προβάλλονται από εμάς στην φύση την οποία αντιλαμβανόμαστε και εξερευνούμε. Ο Κάντ δεν εξέφρασε αυτές τις ιδέες μόνον στην πιο γενική μορφή αλλά επιπλέον, βάσει αυτών, ανέλυσε αυτές τις μορφές τής σκέψης, οι οποίες κατ’αυτόν είναι αμετάβλητα δεμένες στην φύση τού ανθρωπίνου πνεύματος. Οι φυσικές εμπειρίες οι οποίες οδήγησαν στην θεωρία τής σχετικότητος, μάς υποψιάζουν εναντίον αυτών τών κατασκευών, οι οποίες θα μπορούσαν να θεμελιώσουν συγκεκριμένες έννοιες σαν δεδομένα ανεξάρτητα και αμετάβλητα! Επειδή η θεωρία τής σχετικότητος μάς διδάσκει να αναγνωρίζουμε έναν κάποιο αριθμό αυτών τών εννοιών υποκείμενες σε γενικεύσεις και μεταμορφώσεις. Έννοιες τις οποίες είχαμε την τάση να πιστεύουμε σαν αληθινές και ανεξάρτητες από την εμπειρική πραγματικότητα”! Και στην συνέχεια : “Ο Κάντ ο ίδιος ομολόγησε τήν βαθειά εντύπωση πού έλαβε από τό έργο τού Νεύτωνος, με τήν διάσημη «νεφελοειδή υπόθεση», τήν οποία χρησιμοποίησε για να εξηγήσει τήν καταγωγή τού πλανητικού συστήματος τής φύσεως και παρουσίασε την μηχανιστική εικόνα τής φύσεως σαν την μοναδική δυνατή φόρμα τής επιστημονικής σκέψης….Απέδειξε δηλαδή ότι το μηχανιστικό όραμα τής φύσεως ερχόταν στην επιστήμη απλώς από το γεγονός ότι αυτή είναι μία αναγκαία και αμετάβλητη μορφή σκέψης του ανθρωπίνου πνεύματος: δεν είναι λοιπόν μέσα στην καθαυτή φύση, αλλά μέσα στο πνεύμα μας αυτή η ανάγκη να την εννοήσουμε με την μηχανιστική σημασία. Μόνον αργότερα, μετά την δημιουργία τής θεωρίας τής σχετικότητος και τής θεωρίας τών κβάντων, μπορέσαμε να αναγνωρίσουμε ότι αδικαιολογήτως ο Κάντ υπολόγισε σαν απόλυτες τις βασικές εννοιολογήσεις τής μηχανικής τού Νεύτωνος”.

          Τα θέματα εδώ είναι δύο: 1) μερικές έννοιες τις οποίες πιστέψαμε αληθινές και ανεξάρτητες από την εμπειρική πραγματικότητα, δεν είναι τέτοιες και 2) η μηχανική εννοιολόγηση τού σύμπαντος με τον τρόπο τού Νεύτωνος, την οποία πίστεψε σαν αναγκαία ο Κάντ (διότι ριζωμένη στην δομή τού πνεύματος μας) και απόλυτη δεν είναι τέτοια. Αυτή η μηχανική εννοιολόγηση βασίζεται σε δύο έννοιες: την συνέχεια τών φαινομένων τού σύμπαντος, και την άκαμπτη αιτιότητα τής αναπτύξεώς τους. Σ’αυτές τις βάσεις βασίστηκε τόσο ο μηχανισμός τού σύμπαντος, όσο και το γεγονός ότι αυτό είναι αυστηρά αντικειμενικό, δηλαδή καθαρώς ξεχωρισμένο από τον παρατηρητή (ή υποκείμενο). Και ακριβώς ο εκσυγχρονισμός με την βοήθεια τής κριτικής αυτών των δύο εννοιών σχηματίζει ένα από τα κεντρικά σημεία τής θεωρίας των κβάντων. [Ο Κάντ θεωρεί την φυσική τού Νεύτωνος μία θεωρία εμπειρική, καθόλου apriori (Κριτική καθαρού Λόγου Α.σ.259 Β.σ,213)] Το πρόβλημα είναι λοιπόν να γνωρίσουμε εάν πέραν τής εμπειρικής χρήσεως τής νοήσεως (μέσα στην ίδια την σύλληψη τού σύμπαντος τού Νεύτωνος) είναι δυνατή και μία υπερβατική χρήση η οποία θα αναφέρεται στο νοούμενο σαν αντικείμενο, στην οποία όμως ερώτηση απαντήσαμε αρνητικά.

          “Όταν ο Αριστοτέλης και οι σχολαστικοί καθόρισαν τι πράγμα εννοούσαν σαν “αιτία” -λέει ο Αϊνστάιν- η ιδέα ενός αντικειμενικού πειράματος, με την επιστημονική σημασία, δεν υπήρχε ακόμη. Γι’αυτό έμειναν ευχαριστημένοι με τον ορισμό τής μεταφυσικής έννοιας της αιτίας. Το ίδιο ισχύει και για τον Κάντ. Ο ίδιος ο Νεύτων μοιάζει να αντιλήφθηκε ότι αυτή η προεπιστημονική διατύπωση τής αιτιώδους αρχής θα ήταν ανεπαρκής στην μοντέρνα φυσική. Εγώ λοιπόν πιστεύω ότι τα συμβάντα τής φύσεως ελέγχονται από έναν νόμο πιο αυστηρό από εκείνον που υποπτευόμαστε σήμερα όταν λέμε ότι ένα γεγονός είναι η αιτία ενός άλλου! Η έννοιά μας εδώ είναι περιορισμένη σ’ένα γεγονός, σε μία τομή του χρόνου. Αυτή είναι χωρισμένη από ολόκληρη την ανάπτυξη ή την πρόοδο. Ο αόριστος τρόπος με τον οποίο εφαρμόζουμε σήμερα την αιτιώδη αρχή είναι απολύτως επιφανειακός. Είμαστε σαν ένας μαθητευόμενος πιάνου, για τον οποίο μία νότα είναι σε σχέση με εκείνη που προηγείται ή ακολουθεί. Μέχρις ενός σημείου, δηλαδή εφόσον πρόκειται για πολύ απλές συνθέσεις και πρωτόγονες, θα μπορούσαμε να πούμε, (όπως είναι η κλασσική φυσική ή η μακροσκοπική) αυτό γίνεται ανεκτό, αλλά δεν θα είναι δυνατό όταν θα θελήσουμε να ερμηνεύσουμε μία φούγκα τού Μπαχ (δηλαδή τις μοντέρνες εμπειρίας της ατομικής φυσικής). Η φυσική των κβάντων μας προσφέρει διαδικασίες πολύ πιο σύνθετες και για να κατανοηθούν οφείλουμε να πλατύνουμε, να ανοίξουμε περισσότερο και να εκλεπτύνουμε την έννοιά μας τής αιτιότητος”.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.