Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανώλης Γ. Βαρδής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανώλης Γ. Βαρδής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Ισλαμική επανάσταση: Ο Πλάτωνας σε εφαρμογή

Μανώλης Γ. Βαρδής


Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ήταν καλά εξοικειωμένος και είχε βαθύ ενδιαφέρον για την ισλαμική μυστικοφιλοσοφική παράδοση της πολιτικής θεωρίας. Στους μελετητές της ισλαμικής μυστικοφιλοσοφικής παράδοσης, οι οποίοι ήταν οικείοι στον Χομεϊνί, συγκαταλέγονταν οι Farabi (θ. 950), Suhrawardi (θ. 1191), Αβικέννας (θ. 1037), Ιμπν Αραμπί (θ. 1240) και Μουλά Σάντρ (θ. 1641), οι οποίοι με τη σειρά τους επηρεάστηκαν από τον Πλάτωνα (348-347 π.Χ.). Αυτοί οι μελετητές βασίστηκαν σε κλασικές ισλαμικές πηγές και συχνά σε γραπτά αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Ο Χομεϊνί αναγνωρίζει επίσης την επιρροή του Πλάτωνα σε αυτούς τους φιλοσόφους.

Το 1970, μια ομάδα φοιτητών θεολογικής σχολής δημοσίευσε μια σειρά διαλέξεων σχετικά με τη θεωρία της ισλαμικής διακυβέρνησης με τίτλο “Velayat e faqih” ή «Η Κηδεμονία των Ισλαμιστών Νομικών». Ο συγγραφέας αυτών των διαλέξεων ήταν ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο οποίος αργότερα ίδρυσε την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν. Στο Velayat e faqih, ο Χομεϊνί υποστηρίζει, ενώ περιμένει την επιστροφή του Madhi - του 12ου διαδόχου του προφήτη - ένας θρησκευτικός ηγέτης θα πρέπει να διορίζεται ως φύλακας του κράτους, «όπως ο διορισμός ενός κηδεμόνα για έναν ανήλικο». Το τέλειο κράτος, κήρυττε ο Χομεϊνί, θα πρέπει να κυβερνάται από έναν Ισλαμιστή νομικό. Παρόμοια με αυτό που ισχυρίστηκε ο Πλάτωνας όταν έγραφε στην Πολιτεία – «Αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς [473d] στις πόλεις, ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι όσο χρειάζεται, σε τρόπο που να συμπέσει στο ίδιο πρόσωπο και δύναμη και φιλοσοφία, και δεν αποκλειστούν αναγκαστικά οι πολλές και διάφορες φύσεις ανθρώπων, που τραβούν σήμερα χωριστά τον ένα ή τον άλλο απ᾽ αυτούς τους δυο δρόμους, είναι αδύνατο, φίλε μου Γλαύκων, να σταματήσει το κακό στις πόλεις και σ᾽ όλο, νομίζω, το ανθρώπινο γένος» (Πλάτων, Πολιτεία).[ΝΟΜΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΑΡΙΣΑΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΕΚΥΨΕ Ο ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΣ. ΠΑΡΟΜΟΙΟΣ Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟ; ΟΠΩΣ Ο ΠΑΠΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ; Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ;]

Ο Πλάτωνας και ο Χομεϊνί υποστήριζαν και οι δύο ένα κράτος που κυβερνιόταν από φιλοσόφους, καθώς πίστευαν ότι οι άνθρωποι είναι εγγενώς υλιστές και ότι η όρεξη και τα πάθη διέπουν την ανθρώπινη λογική. Ο Χομεϊνί, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ωστόσο, συμφωνεί ότι οι Ισλαμιστές στοχαστές επηρεάστηκαν από Έλληνες φιλοσόφους όπως ο Πλάτωνας και ο Σωκράτης, αλλά ταυτόχρονα δικαιολογεί και τροποποιεί ορισμένες πτυχές της Πολιτείας του Πλάτωνα και προσπαθεί να φέρει σύγκλιση με τις ισλαμικές παραδόσεις για να φέρει μια συγκεκριμένη εκδήλωση της ιδεολογίας. Ο Χομεϊνί σίγουρα γνώριζε τα γραπτά του Πλάτωνα. Αυτό μπορεί να συναχθεί από μια συνέντευξη στο περιοδικό Time, στην οποία ο Χαμενεΐ λέει ότι ήταν βαθιά «γοητευμένος από τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα στα νιάτα του, των οποίων η Δημοκρατία παρείχε το μοντέλο για την έννοια της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Χομεϊνί». Αυτό το συγκεκριμένο γεγονός αποτέλεσε ένα από τα θεμελιώδη γεγονότα στην ιστορία της Ιρανικής Ισλαμικής Δημοκρατίας και ο Αγιατολάχ Χομεϊνί το αναφέρει στο βιβλίο του Kashf-al-Asrar. Οι ιστορικές γνώσεις αυτού του γεγονότος επηρέασαν το ιρανικό λαό, στην πραγματικότητα αναστάτωσαν τα συναισθήματα του λαού και οδήγησαν στην ενότητα και την ευρεία υποστήριξη του Αγιατολάχ Χομεϊνί.

Οι πρώην μαθητές του Χομεϊνί, Javad Bahonar και Madhi Ha’iri Yazdi, είχαν αποκαλύψει την επιρροή του Πλάτωνα στην πολιτική σκέψη του Χομεϊνί σε μια συνέντευξη με τον δημοσιογράφο του Time. Ο Χομεϊνί αναφέρθηκε σε ένα από τα βιβλία του Πλάτωνα, τον Τίμαιο, στο βιβλίο του Kashf al-asrar, γνωστό και ως “Η Αποκάλυψη των Μυστικών”. Αν και δεν μπορεί να σχολιαστεί με βεβαιότητα. Οι δημοκρατίες, όπως περιγράφονται τόσο από τον Χομεϊνί όσο και από τον Πλάτωνα, βασίζονται εν μέρει σε παρόμοιες υποθέσεις σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τον ρόλο του κράτους, καθώς και την ιδέα της Δικαιοσύνης και των κοινών πόρων εντός της κοινότητας. Ο Πλάτωνας και ο Χομεϊνί υποστήριζαν και οι δύο ότι χωρίς την καθοδήγηση μιας σωστής κυβέρνησης, οι άνθρωποι μπορεί να διαφθαρούν. Ο Πλάτωνας αφιέρωσε ένα ολόκληρο μέρος της Πολιτείας στο να θρηνεί την κοινωνία χωρίς επαρκή κυβέρνηση, αποκαλώντας την μια απαίσια κατάσταση όπου ο «τυραννικός άνθρωπος... γίνεται μεθυσμένος, λάγνος, εμπαθής» (Πλάτων, Πολιτεία). Ομοίως, ο Χομεϊνί υποστήριξε ότι χωρίς την κατάλληλη εξουσία «όλοι θα καταπιέζονταν και θα βλάπτονταν οι άλλοι για χάρη των δικών τους απολαύσεων και συμφερόντων».[ΚΑΙ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ Ο ΣΟΦΟΣ ΛΟΙΠΟΝ.ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ]

Ο Πλάτωνας και ο Χομεϊνί υπαγόρευσαν αυστηρούς όρους για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι φύλακες (του Κράτους). Ο Πλάτωνας υποστήριξε: «οι φύλακες μας [δεν πρέπει] να γελάνε» και «η μέθη και η μαλθακότητα και η νωθρότητα είναι εντελώς ανάρμοστες στον χαρακτήρα των φύλακών μας». Ο Χομεϊνί επανέλαβε πολλά από τα ίδια, λέγοντας ότι «οι fuqaha είναι οι επίτροποι των προφητών, εφόσον δεν ασχολούνται με τις παράνομες επιθυμίες, τις απολαύσεις και τον πλούτο του κόσμου». Οι φύλακες, έλεγαν, δεν πρέπει να είναι «υλιστικά πλάσματα που προσπαθούν να συσσωρεύσουν κοσμικό πλούτο».

Ο Χομεϊνί και ο Πλάτωνας συμμερίζονταν την πεποίθηση ότι ο ρόλος των κηδεμόνων είναι να παρεμβαίνουν στις ζωές των υπηκόων τους προκειμένου να τους προστατεύουν από τη διαφθορά. Ο Πλάτωνας αφιέρωσε εκτενή χρόνο συζητώντας διάφορες κοινωνικές πτυχές του τέλειου κράτους, συμπεριλαμβανομένου του «είδους κοινότητας» γυναικών και παιδιών και του τρόπου «διαχείρισης» της περιόδου μεταξύ γέννησης και εκπαίδευσης». Προσδιόρισε τελετές αναπαραγωγής, κοινές συζύγους και παιδιά και διάφορους άλλους κοινωνικούς ελέγχους. Ο Χομεϊνί, από την άλλη πλευρά, δικαιολόγησε την ικανότητα του κηδεμόνα του να παρεμβαίνει στις ζωές των πολιτών του με το Ισλάμ. Είπε ότι το Κοράνι είναι περιεκτικό στις αποφάσεις του σχετικά με την ορθή συμπεριφορά στη ζωή, από «καθήκοντα... ενώ το βρέφος θηλάζει... πώς πρέπει να ανατρέφεται το παιδί, και πώς ο σύζυγος και η σύζυγος πρέπει να σχετίζονται μεταξύ τους και με τα παιδιά τους». Δεδομένου ότι το Κοράνι είχε κανόνες για όλες τις πτυχές της ζωής, ο κηδεμόνας ήταν επομένως δικαιολογημένος να παρεμβαίνει σε όλες τις πτυχές της ζωής. Ο Χομεϊνί υποστήριξε το ίδιο δικαίωμα παρέμβασης. [Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΤΕΛΙΚΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΧΑΡΕΜΙΟΥ. ΔΙΔΑΞΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΧΑΡΑΓΙΑΔΕΣ]

Σε όλο το “Velayat e faqih”, ο Χομεϊνί πήρε τις ιδέες του Πλάτωνα και τις τροποποίησε ώστε να ταιριάζουν στους δικούς του σκοπούς. Ενώ ο Χομεϊνί μπορεί να χρησιμοποίησε το Ισλάμ και τις παραδόσεις του για να δικαιολογήσει ένα ισλαμικό κράτος, το κράτος του Χομεϊνί μοιάζει πολύ με την Πολιτεία του Πλάτωνα. Πράγματι, ο μόνος σημαντικός τρόπος με τον οποίο ο Χομεϊνί παρέκκλινε από τον Πλάτωνα ήταν η πίστη του στον οικουμενισμό ενός ισλαμικού κράτους. Ο Χομεϊνί πίστευε ότι «το παγκόσμιο κίνημα όλων των άγρυπνων Μουσουλμάνων μπορεί να εγκαθιδρύσει ισλαμική κυβέρνηση στη θέση των τυραννικών καθεστώτων». Αυτός ο τύπος κράτους είναι παγκόσμιος: δεν περιορίζεται σε μία μόνο χώρα. Ο Πλάτων, από την άλλη πλευρά, πίστευε ότι «μία χώρα είναι αρκετή».


Βασικές πηγές:


Αlansha Malviya, “Khomeinis of Iran and the Idea of Philosopher Kings”. The Macksey Journal: Volume 3, Article 112.
Alina Utrata, “A Greek and a Persian: Plato’s Influence on Ayatollah Khomeini”. Avicenna/ The Stanford Journal of Muslim Affairs, 5/2, 2015, 6-9.
“Iran: The Unknown Ayatullah Khomeini,” Time, July 16, 1979.


ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΗΓΕΣ. ΤΟΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ.

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Ορισμένοι είχαμε σχηματίσει, εδώ και πολλά χρόνια, την εικασία ότι παραδόξως το πολιτειακό σύστημα του μετεπαναστικού Ιράν είχε αναλογίες με το πολίτευμα της πλατωνικής Πολιτείας. Η αφορμή ήταν μια διερώτηση του Μαρξ στις Θέσεις για τον Φόυερμπαχ, η οποία οδηγούσε στο “ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες” της Πολιτείας, όπου και η απάντηση: ο Βασιλιάς-Φιλόσοφος… Σας ευχαριστώ για την υποδειγματική τεκμηρίωση της εικασίας μας…
Καλό Πάσχα να έχετε.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΑΧΟΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.

"Μια επίθεση στα θεμέλια της αλήθειας και της συγκεκριμένης ελευθερίας βρίσκεται σε εξέλιξη από ένα Κράτος που έχει γίνει βιοκρατικό, με εξουσία πάνω στις ζωές μας, τόσο τις σωματικές όσο και τις πνευματικές, γυρίζοντάς μας πίσω στις απαρχές του πολιτισμού μας, συγκεκριμένα στο Βιβλίο Ι της Πολιτείας του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης διαφωνεί για την ιδέα της δικαιοσύνης με τον Θρασύμαχο, έναν σοφιστή που υποστήριζε μια θέση ή την αντίθετή της, ανάλογα με την αμοιβή του - εν ολίγοις, έναν «διανοούμενο» της αρχαίας Ελλάδας. Ο Θρασύμαχος, αυτή τη φορά, είναι ασυνήθιστα σαφής και συνοπτικός, και το επιχείρημά του εξακολουθεί να ισχύει, είκοσι πέντε αιώνες αργότερα. «Λέω ότι η δικαιοσύνη δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που ωφελεί τον ισχυρότερο. Κάθε κυβέρνηση θεσπίζει τους νόμους που την ωφελούν καλύτερα. (...) Μόλις θεσπιστούν αυτοί, οι ηγεμόνες δηλώνουν ότι αυτό που ωφελεί τους ίδιους είναι δίκαιο και για τους υπηκόους τους και τιμωρούν όσους παραβιάζουν τις εντολές τους ως παραβάτες των νόμων και ένοχους αδικίας. Αυτό, λοιπόν, καλέ άνθρωπε, είναι αυτό που λέω ότι είναι εξίσου δίκαιο σε όλες τις πόλεις: αυτό που ωφελεί την καθιερωμένη κυβέρνηση, η οποία είναι η κυρίαρχη εξουσία. Όποιος σκέφτεται καλά πρέπει να αναγνωρίσει ότι αυτό είναι εξίσου δίκαιο παντού: αυτό που ωφελεί τον ισχυρότερο.»[ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΑΜΠ ΕΠΗΡΕΑΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ]

Υπάρχει ακόμα στην πράξη η ελευθερία, η αρχέγονη και φυσική ικανότητα που μας δίνει τη δύναμη να σκεφτόμαστε και να αποφασίζουμε; Είναι ακόμα επιτρεπτό να συλλογιζόμαστε διαφορετικά από την κυρίαρχη, ενιαία και αποδεκτή άποψη, να αμφισβητούμε την επίσημη αφήγηση, είτε πρόκειται για πανδημία, εμβολιασμούς, θεωρία φύλου ή οποιοδήποτε άλλο αστικό και ηθικό ζήτημα, ή είμαστε καταδικασμένοι σε πολιτικό θάνατο λόγω της ομοιομορφίας; Είμαστε ελεύθεροι στον σημερινό κόσμο ή υποκείμεθα σε μια νέα τάξη πραγμάτων που έχει μεταμορφώσει την υποταγή, την υποτέλεια, την κατάσταση της δουλείας, τη δουλεία και τη φυλάκιση σε κάτι ελαφρύ, μάταιο, ανεπαίσθητο, ακόμη και γλυκό, αποδεκτό ως όφελος και αναπόφευκτο; Οι απαντήσεις είναι άβολες, αλλά δεν μπορούν να παραμείνουν αναπάντητες.[ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕ ΤΟ ΚΟΡΑΝΙ; ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟ]

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2025

Καίριες επισημάνσεις του Ράμφου (μία ανάγνωση του)

Μανώλης Γ. Βαρδής

[προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για λόγους δεοντολογίας επισημαίνω πως στον κ. Ράμφο ανήκουν μόνο οι φράσεις σε εισαγωγικά και με πλάγια γράμματα]

Νομίζω πως ξαναβρίσκουμε τον «καλό» Ράμφο. Αφορμή το άρθρο του στην Καθημερινή της Κυριακής (2 Μαρτίου 2025), με θέμα «Τα ιερογλυφικά του προέδρου Τραμπ».

Πράγματι, αναλύει πολύ εύστοχα την πορεία μετάλλαξης του φιλελευθερισμού των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ προς τον ιστορικό σχετικισμό και τον δικαιωματισμό ως αποτέλεσμα της εργαλειοποίησης του χρόνου «με σκοπό ένα παρόν της στιγμής το οποίο κυνηγά τον εαυτό του». Η αποθέωση της στιγμής και ο κυρίαρχος χρόνος του «εμπρός» είναι μία πραγματικότητα που χαρακτηρίζει τη νέα μηχανική της τεχνολογίας και μια διεκπεραιωτική πολιτική, που ως τέτοια δεν μπορεί να «παράγει» ηγέτες, διότι η ηγεσία απαιτεί όραμα, άρα τη διασύνδεση παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Οι όποιες προσπάθειες και η ρητορική των δικαιωμάτων ανακαλούν βέβαια το παρελθόν, μόνο που αυτό είναι ένα παρελθόν απονευρωμένο και απόλυτα τιθασευμένο. Ουσιαστικά είμαστε στο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου το κράτος (ως διοίκηση) κυριαρχεί, «το κράτος είναι μηχανική κατασκευή της οποίας οι ποσοτικοί προσδιορισμοί αναπτύσσουν δυνάμεις καταστροφικές των αξιών». Το ευρωπαϊκό κράτος -και ως Ε.Ε.- είναι το κληροδότημα της νεωτερικής αντικατάστασης της απόλυτης μοναρχίας, οπότε ως συνέπεια της εκκοσμίκευσης (και όχι αρχή της, αυτή είχε αρχίσει πολύ πιο πριν) πλέον υπάρχει μόνο ως ρυθμιστικό διοικητικό πλαίσιο. Στην περίπτωση που αυτό το κράτος υπηρετεί το έθνος», το οποίο «μπορεί να προσφέρει το τελολογικό στοιχείο που απαιτεί ο χρόνος», τότε τα πράγματα βαίνουν καλώς. Στη δική μας περίπτωση, μία τέτοια περίοδος- με τις όποιες αντιφάσεις και όρια της- ήταν η περίοδος της Βενιζελικής επέκτασης. Ο Ράμφος αξιολογεί θετικά το έθνος, διότι σε αυτό διαβλέπει μία «πραγματικότητα κατ’ εξοχήν αξιακή» και συνεκτική. Μάλιστα, θεωρεί ότι η του έθνους αξιακή και ανασχετική του μηδενισμού λειτουργία αχνοφαίνεται στην «υπογεννητικότητα και το μεταναστευτικό» που είναι «παρενέργειες του απωθημένου εθνικού αισθήματος». Άρα, αισθανόμαστε όλοι μας που ανήκουμε στο έθνος την υπαρξιακή απειλή της δημογραφικής συρρίκνωσης και της μεταναστευτικής επιδρομής ως φαινόμενο κατεξοχήν απειλητικό της ενότητας μας.

Και φτάνουμε στα Τέμπη και τον Τραμπ. Λέει ο Ράμφος «για τον Τραμπ και για τον μέσο Αμερικανό, ευοίωνο μέλλον προετοιμάζει η ενότητα κι ενότητα σφυρηλατεί η ιδέα του έθνους». Η εθνική νοηματοδότηση του Τραμπ μπορεί να μας ξενίζει, διότι δεν ταιριάζει στην περί έθνους εικόνα μας ο ατομικισμός του πλουτισμού και τα ολιγαρχικά λόμπι που περιβάλλον τον Πρόεδρο των ΗΠΑ. Ας δούμε όμως την πολιτική του λειτουργία. Τι κάνει ο Τραμπ; Κάνει κινήσεις και θέλει να εκφράσει μία ιδεολογία «ηθικοποίησης των πολιτικών αντανακλαστικών». Εκφράζει το ότι εμένα δεν με νοιάζει η νομική τεχνικότητα της συνύπαρξης των μειονοτήτων (φύλου, φυλετικού προσδιορισμού κ.λπ.), δεν με νοιάζει το ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά η αξιακή, με προοπτική χρόνου, ενότητα: θέλω να ανήκω -ως μέσος πολίτης- σε μία αξιακή και οργανική εθνική κοινότητα. Εδώ, κάποιος πολύ κριτικός θα μπορούσε ίσως να δει μία αμυδρή επιβίωση «οργανικότητας», που ήταν ίδιον του Μεσοπολέμου. Είναι αυτό που οι τεχνοκράτες ΗΠΑ και Ευρώπης ονοματίζουν ως «αντισυστημισμό». Και είναι αυτό που φοβούνται, διότι, για παράδειγμα, φαινόμενα όπως τα «Τέμπη» ξαφνικά ρηγματώνουν τη διαχειριστική «τακτοποίηση» και απαιτούν Δικαιοσύνη. Οι αρχές δεν εγκαλούνται γιατί απλά δεν κάναν καλά τη δουλειά τους. Μια χαρά την έκαναν για να «μπαζώσουν», αλλά γιατί οι ρυθμίσεις και οι σκοποί τους είναι μη-ηθικοί. Διασπούν την εθνική ενότητα και μένουν στο «κουκούλωμα» του παρόντος. Ο Τραμπ θα ήταν μαζί με τον «εκτεταμένο αντισυστημισμό» των Τεμπών στις «ψυχές των ανθρώπων», διότι μέσα σε δευτερόλεπτα, αλλά και για δύο στη συνέχεια χρόνια, οι (ύποπτες) τεχνικότητες μετρίων και διορισμένων υπαλλήλων θέλουν να αλλοιώσουν τη συνέχεια και το μέλλον του έθνους. Στο προσκλητήριο των νεκρών των Τεμπών ακούγονται τα ονόματα του έθνους. Στο «Κάνε την Αμερική Μεγάλη και πάλι» ο Ράμφος διαβάζει «έναν αναπροσανατολισμό της αμερικανικής κοινωνίας με υποβιβασμό του διαδικαστικού εν ονόματι της στροφής στο αξιακό». Για αυτούς, προφανώς, είναι διακύβευμα επιβίωσης της αυτοκρατορίας τους (έστω και περιορισμένης εκ των πραγμάτων). Για εμάς, τα διάφορα Τέμπη είναι το στοίχημα της επιβίωσης του έθνους μας.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Παραδοσιακό καφενείο") είναι έργο του Άγγελου Ραζή.


H AΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. ΤΟ ΚΑΙΡΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΦΕΥΓΕΤΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ. ΠΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ; ΕΑΝ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΠΟΙΟΣ;

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Η προσπάθεια αντίστασης του Αlasdair Macintyre

Μανώλης Γ. Βαρδής

Eυτυχώς υπάρχουν και τέτοια κείμενα (Μετά την αρετή. Μελέτη ηθικής θεωρίας, εκδόσεις Άρτος Ζωής, 2021). Κείμενα που ξεφεύγουν από την κυρίαρχη συστηματική περί ηθικής αντίληψη, θυμίζοντας μας την αξία των προ-νεωτερικών συστημάτων. Ο Αlasdair Macintyre σαφώς αποδίδει την θεωρία και την κουλτούρα της συγκινησιοκρατίας στα «απόνερα» του νιτσεϊσμού και της αδυναμίας άρθρωσης μίας αντικειμενικής ηθικής. Ο έρημος ο Νίτσε δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι έσπειρε τα σπέρματα μίας αντίληψης που «το νόημα και η χρήση της κάθε αξιολογικής πρότασης ανάγονται μόνο στην έκφραση των συναισθημάτων και στη συμπεριφορά... και ταυτόχρονα στον μετασχηματισμό των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς των άλλων» (σελ. 81). Οι χαρακτήρες του μάνατζερ και του ψυχοθεραπευτή με την τεχνικότητά τους και την αδιαφορία τελικών κριτηρίων μίας πράξης, είναι οι τυπικές ενσαρκώσεις αυτής της κουλτούρας της εποχής μας. 

Οι ηθικές κρίσεις και αξιολογήσεις είναι ισόκυρες, δεν ανάγονται σε μία τελεολογία ούτε έχουν μία μεταφυσική ή ανθρωπολογική αναφορά, κατά συνέπεια στο έδαφος της απαξίωσης που καλλιέργησε ο νιτσεϊσμός, εύκολα έχουν πείσει ότι «κάτι κάνουν». Οι εύκολες ηθικές αξιολογήσεις περί λαϊκισμού, συντηρητισμού, δικαιωμάτων του ανθρώπου και οι πολλοί, πάρα πολλοί κανόνες, προσφέρουν μία επιδέξια θεατρική μίμηση ενός ελέγχου της κοινωνίας. «Αυτό που παρέχει αυθεντία και ισχύ στον δικό μας πολιτισμό είναι ο επιτυχημένος θεατρισμός» (σελ. 255). Η ηθική των ομηρικών ηρώων είναι μία ηθική που καθορίζεται από τον ρόλο τους στην κοινωνία, έτσι άλλωστε εξηγείται και η περίφημη προσβολή στο πρόσωπο του Αχιλλέα, είναι η ηθική των αριστοκρατών - πολεμιστών. Η ηθική του κλασικού Αριστοτέλη είναι το σύστημα κοινής δέσμευσης για την κοινή επιδίωξη του αγαθού της Πόλης. «Από αριστοτελική άποψη, μια νεωτερική φιλελεύθερη πολιτική κοινωνία δεν είναι παρά η συνάθροιση πολιτών του πουθενά με σκοπό την κοινή ασφάλεια» (σελ. 357). Δεν υπάρχει Πόλις παρά μόνο άτομα συναθροισμένα για την επιβίωση τους. Πόσο μακριά είμαστε από τους στόχους της κατεστημένης και παράνομης τρομοκρατίας. Τα φοβικά σύνδρομα της πανδημίας και πιο πριν της ισλαμιστικής τρομοκρατίας υπάρχουν γιατί δεν υπάρχει Πόλις. Για τον Αριστοτέλη σκοπός των ανθρώπινων πράξεων είναι ο αγαθός βίος, μόνο που η σχέση των μέσων με τον σκοπό είναι εσωτερική και όχι εξωτερική. Δεν θα ενδιέφερε τον Αριστοτέλη και τους μεσαιωνικούς συνεχιστές του μία εξωτερική θεώρηση των αρετών, όπως όταν αυτές είναι χρήσιμες ή ωφέλιμες (ωφελιμισμός) ή όταν επιβάλλονται από κάποιον Λόγο (καντιανισμός). Τα εξωγενή αγαθά, οι περιβόητες αριστείες των θεραπόντων του συστήματος που μας κυβερνά, είναι αντικείμενα ανταγωνισμού, στον οποίον αναπόφευκτα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Για τον Αριστοτέλη, αντίθετα, το κοινό αγαθό είναι για όλη την κοινότητα. Σε κοινωνίες της επιδίωξης των εξωγενών αγαθών (χρήμα, καριέρα, υγεία, μόρφωση) τελικά η έννοια των αρετών διαβρώνεται και σχεδόν εκλείπει εντελώς, «παρόλο που τα είδωλά της μπορεί να συνεχίσουν να αφθονούν» (σελ. 441). 

Η στοχοθεσία του ατόμου, ακόμα και όταν μιλά για ηθική, είναι τόσο ατροφική, χαμένη στα εξηγητικά σχήματα των κοινωνικών επιστημών της εποχής μας που θέλουν να διαχωρίσουν τα «γεγονότα» από κάθε μορφής αξιολόγηση. Για τους αριστοτελικούς αρκετός λόγος ιστορικής εξήγησης είναι ότι για τη μοίρα μίας πόλης υπεύθυνη είναι η αδικία ενός τυράννου ή η γενναιότητα των υπερασπιστών της. Αυτές οι εξηγήσεις δεν ικανοποιούν πια, αλλά αναζητούνται δομές και αιτίες. Η δικαιοσύνη και η αρετή εκπίπτουν. Ο φοιτητής της εποχής μας μπορεί ίσως να εξηγήσει τις κοινωνικές δυνάμεις που οδήγησαν στην πτώση του Βυζαντίου, αλλά δεν θα έχει τίποτα να μας πει για την αδικία ή την αμαρτία των βυζαντινών που οδήγησαν στην πτώση. Θεωρητικές αναλύσεις, λοιπόν, που δεν οδηγούν πουθενά. Και «επειδή η αγνότητα της καρδιάς, έλεγε ο Κίρκεγκωρ, συνίσταται στο να επιθυμείς μόνο ένα πράγμα» (σελ. 454), η πολλαπλότητα των επιθυμιών έρχεται να από-ηθικοποιήσει ακόμα περισσότερο την κοινωνία. Στις προ-νεωτερικές εποχές οι άνθρωποι επιθυμούσαν ένα πράγμα, τώρα επιθυμούν πολλά ταυτόχρονα και αντιφατικά, άρα δεν μπορούν να συλλάβουν την έννοια της συνολικής και ενιαίας αγαθής ζωής, και ούτε να την επιδιώξουν. Η αφηγηματικότητα της ανθρώπινης ζωής δεν υπάρχει και το άτομο βιώνει τον εαυτό του θραυσματικά. «Για να απαντήσω στο ερώτημα, τι οφείλω να πράξω;, θα πρέπει πρώτα να μπορώ να απαντήσω στο ερώτημα, σε ποια ιστορία ή σε ποιες ιστορίες συμβαίνει να λαμβάνω μέρος;» (σελ. 482). Η αφηγηματικότητα της ζωής παρέχει την ενότητα στον εαυτό που τόσο την έχει ανάγκη. Ο εγκιβωτισμός της τρέχουσας βυζαντινής ιστορίας στην ιστορία του κόσμου από την Παλαιά Διαθήκη μέχρι τα έσχατα (από τους βυζαντινούς χρονογράφους), δίνει νόημα, η ένταξη της ατομικής μας ταλαιπωρίας στα βάσανα του προλεταριάτου που στα έσχατα θα κυριαρχήσει, δίνει νόημα, διότι η προσωπική ταυτότητα είναι «ακριβώς η ταυτότητα που προϋποτίθεται από την ενότητα του χαρακτήρα, η οποία, με τη σειρά της, απαιτείται από την ενότητα της αφήγησης» (σελ. 486). 

Εφόσον δεν υπάρχει αυτό, η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ενοποιημένη, είναι αντίθετα πολυδιασπασμένη και αντιμετωπίζει τις αρετές και τα ελαττώματα ως ατομικές ιδιότητες. Οι σύγχρονες θεωρίες της διανεμητικής δικαιοσύνης θα μιλήσουν για πολλά, αλλά δεν θα μιλήσουν για αξία και για αφηγηματικό παρελθόν. Οι θεωρίες των Ρώλς και Νόζικ είναι οι τυπικές εκφράσεις μίας ατομικιστικής έννοιας περί δικαιοσύνης που αρέσουν γιατί ταιριάζουν στο άθυρμα. Η κατάληξη της ατομικιστικής (ωφελιμιστικής ή όποιας άλλης) εποχής είναι η βεμπεριανή σοσιαλδημοκρατία ή η ωμή τυραννία, για κάποιους μάλιστα μαρξιστές μία νιτσεϊκή φαντασίωση - για να παραφράσω τον Αlasdair Macintyre (σελ. 579). Τα οράματα των Μακρόν και των αυταρχισμών Πούτιν ή Κίνας είναι οράματα μόνο κατ’ όνομα αντίθετων στρατοπέδων. Το κοινό τους υπόβαθρο είναι η νεωτερική θεώρηση της κοινωνίας ως ατόμων τυχαία συναθροισμένων που κάπως θα πρέπει να επιβιώσουν. Η εκδοχή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας (στη σύγχρονη εποχή μας), η εκδοχή της Ε.Ε., έχει τα όρια της στις εσωτερικές της αντιφάσεις (πράσινη ανάπτυξη και αύξηση των τιμών στην ενέργεια, μείωση της ρύπανσης στην Ευρώπη και εξαγωγή των αποβλήτων σε άλλες ηπείρους, όχι πόλεμος, αλλά μόνο στη γειτονιά μας), γιατί δεν μπορεί ο διασπασμένος εαυτός να ικανοποιηθεί, αφού θέλει ταυτόχρονα πολλά και διαφορετικά. Η εκδοχή της ωμής τυραννίας, τύπου Σαγκάης ή Πούτιν, βλέπει τα άτομα εντελώς απογυμνωμένα από κάθε κοινοτική διάσταση - είναι τόσο νέο-φιλελεύθερη που μερικές φορές, τους ξεφεύγει, και την ζηλεύουν οι ευρωπαίοι. Τα περιθώρια δράσης για τη νιτσεϊκή φαντασίωση (στυλ Χίτλερ και Στάλιν) είναι σήμερα περιθωριακή. Η ιστορία έχει βρει άλλους τρόπους. 

Η προσπάθεια αντίστασης του Αlasdair Macintyre - Αντίφωνο (antifono.gr)

ΟΙ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ. ΟΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΠΟΤΗΡΙΟΥ. ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ. ΚΑΘΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΗΔΗ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥΣ.

Ο ΝΙΤΣΕ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ (1999) 

Τού HANS GEORG GADAMER.

 Αυτό είναι η ερμηνευτική, εκείνη η προσπάθεια να μας βοηθήσει να βγάλουμε άκρη σ’αυτό που δεν κατανοείται, αλλά όχι μόνον για να πούμε: αυτό τώρα το ξέρω, αλλά για να ξεπεράσουμε τα εμπόδια και για να προχωρήσουμε μαζί, όπως ακριβώς όταν κατορθώνουμε να παρακολουθήσουμε μία καλή εκτέλεση μουσικής. Γι’αυτό εμείς δεν πρέπει να γνωρίζουμε ποιες ασκήσεις και ποιες ωθήσεις είχε ο συνθέτης στον νου του ή τί πράγμα κατάλαβε ο λαός από αυτό. Όλο αυτό δεν ανήκει στην παρακολούθηση της μουσικής. Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση! Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Εάν εμείς με την βοήθεια της επιστήμης κατορθώνουμε να ακούσουμε την λέξη έτσι όπως στράφηκε προς εμάς και όπως ελέχθη, τότε μόνον “κατανοούμε” την ποίηση: στην “αντιστοιχία”!

          Έτσι για να τελειώνουμε θα ήθελα να ερμηνεύσω ένα ποίημα του Νίτσε και να προσπαθήσω να δείξω με μερικές λέξεις πώς η ερμηνευτική μπορεί να μας βοηθήσει να καταστήσουμε εν τέλει ομιλούσα την λέξη! Είναι ένα διάσημο ποίημα, ένας σαφέστατος ήχος της ποιήσεως του Νίτσε και έχει τον τίτλο Sils Maria: ένα από τα ποιο διάσημα ποιήματά του ! Υπάρχει ένα διάσημο απόφθεγμα του Stephan Georg: θα’πρεπε να τραγουδά, όχι να μιλά, αυτή η ψυχή. Το ποίημα λέει:

          “Εδώ καθόμουν, περιμένοντας, περιμένοντας-τίποτα σίγουρο, πέραν του καλού και του κακού, του φωτός μερικές φορές απολαμβάνοντας, μερικές φορές την σκιά, όλο το παιχνίδι, όλη την λίμνη, το καταμεσήμερο, όλον τον χρόνο χωρίς σκοπό. Ξαφνικά, φίλη, το ένα έγινε δύο, και ο Ζαρατούστρα πέρασε απέναντί μου!”

          Μία αληθινή αινιγματική ποίηση; Εγώ διαλογίσθηκα πολύ πάνω σ’αυτή, και πιστεύω πώς μπορώ να πω περίπου τι σημαίνει! Εδώ έχουμε μία από εκείνες τις τυπικές δυσκολίες που μιλούσαμε. Πρέπει, αφού την κατανοήσουμε να βρούμε το ποίημα, ακόμη πιο όμορφο, ακόμη πιο εκφραστικό. Τί πράγμα γίνεται κατανοητό λοιπόν με “Ένα και δύο”; Λοιπόν, τί πράγμα εικονίστηκε πριν; Ένας πλήρης συντονισμός, ο συντονισμός τής ατμόσφαιρας τής Engadina, αυτό το υπέροχο τοπίο, στο οποίο μπορούμε να βρούμε στ’ αλήθεια κάτι όπως ο συντονισμός. Οπωσδήποτε αυτό εκφράζει ο κεντρικός στίχος: “η όλη λίμνη, όλο το καταμεσήμερο, όλος ο χρόνος χωρίς σκοπό”! Αλλά τί να σημαίνει η άλλη έκφραση: “Τότε ξαφνικά, φίλη, το ένα έγινε δύο και ο Ζαρατούστρα πέρασε απέναντί μου”; Είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρέπει να σκεφθούμε κάτι άλλο από αυτόν τον συντονισμό, ο οποίος ξαφνικά διαταράσσεται, αλλά “όχι” από κάτι εχθρικό, αλλά από μία παρουσία η οποία γίνεται αισθητή σαν φίλη: σαν την ευτυχία αυτού του συντονισμού. Σ’αυτή την στιγμή ο στοχαστής Νίτσε, γνωρίζει ότι είναι σαν τον Ζαρατούστρα, αλλά επίσης ότι δεν είναι ο Ζαρατούστρα. Αυτό είναι κάτι που το γνώρισε ο ίδιος ο Νίτσε, ο οποίος μαρτυρά για την ξεχωριστή του ανθρωπότητα. Ο Ζαρατούστρα περνά απέναντι του. Σ’ένα άλλο μέρος τόνισα το γεγονός ότι στο Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, το τραγούδι της αιωνίου επανάληψης τραγουδιέται από τα ζώα και όχι από τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ξεχωριστός.

          Από τον λόγο  “ένα που γίνεται δύο” κατανοούμε πώς αυτή η ενότης του συντονισμού με το όλον και με τον εαυτό του, είναι ταυτοχρόνως κάτι που εμείς δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε τόσο που χωρίζει στα δύο. Αυτό είναι το αυθεντικό μήνυμα του Ζαρατούστρα ο οποίος περνά πέραν μας: Το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα αρχίζει επίσης με : “Έτσι άρχισε η δύση, του Ζαρατούστρα”, σ’αυτές τις ανησυχητικές ριζοσπαστικές ιδέες της Βούλησης για Δύναμη, η οποία φαίνεται στο έργο παντού βλέπουμε λοιπόν επί το έργον και την προσπάθεια απομακρύνσεως από την λύτρωση σε μία κάποια φυγή από τον χρόνο, ακόμη ίσως και πέραν του Είναι. Να δούμε και τα δύο αυτά πράγματα και να μπορέσουμε να πούμε ναι, αυτό είναι το μήνυμα. Αυτός που γνωρίζει περνά μακριά, με “αφήνει” πίσω του. Ακριβώς σ’αυτό πιστεύουμε ότι μπορούμε να ακούσουμε αυτό που ο Χάιντεγκερ ο ίδιος, είχε κατά νού, και το οποίο θα μπορούσε να δείξει πιο εύκολα στον Πλάτωνα, παρά στους εννοιολογικούς κόμπους τού "δύναμις και ενέργεια"!


Τό φθινόπωρο τού 1882, γεμάτος δυστυχία ύστερα από τήν συναισθηματική του περιπέτεια μέ τήν Λού Σαλομέ, ο Νίτσε επιστρέφει στήν Λειψία. Πολλοί φίλοι του είχαν παρατηρήσει τότε πώς «φαινόταν σάν φάντασμα, πού είχε έλθει από κάποια ακατοίκητη περιοχή, όπου δέν ήταν πλέον δυνατόν νά τόν συναντήσει κάποιος». Τόν Νοέμβριο ξαναπαίρνει τόν δρόμο τού Νότου. Μετά τήν επίσκεψή του στούς Οβερμπεκ, στήν Βασιλεία, φτάνει στό Rapallo, γιά νά ξεχειμωνιάσει. Ο μοναχικός ζούσε μέ τά τετράδιά του στά οποία έπαιρνε ήδη μορφή από τίς πρώτες γραμμές τό δόγμα τής αιωνίου επιστροφής. Περπατούσε πολύ κατά μήκος τής παραλίας τού  Rapallo, μέχρι τίς άκρες τού Πορτοφίνο. Κάποιες φορές καθόταν απέναντι στήν θάλασσα. Σ’αυτό τό πλαίσιο συμβαίνει ένα καινούριο μυστηριώδες γεγονός.
   
Στεκόμουν εδώ καί περίμενα - τίποτα, περίμενα,
πέραν τού καλού καί τού κακού, ή τού φωτός,
χαιρόμενος, ή τής σκιάς, όλος ένα απλό παιχνίδι,
καί θάλασσα καί καταμεσήμερο, χρόνος χωρίς σκοπό,
καί ξαφνικά, φίλη! Νά καί τό ΕΝΑ έγινε ΔΥΟ -
καί ο Ζαρατούστρα περνά δίπλα μου.....
(ποίημα πού στάλθηκε στήν Λού Σαλομέ).

Εντελώς διαφορετικά από ότι συνέβη στό Sils Maria, εδώ έχουμε ένα όραμα. Ένα όραμα, χωρίς αμφιβολία, ξαφνικό καί συγκεκριμένο : «Θά μπορούσα νά πώ τήν ημέρα καί τήν ώρα». Ο Ζαρατούστρα έπεσε πάνω μου, μού επιτέθηκε, θά πεί επίσης. Καί όμως υπάρχει κάτι λιγότερο από τήν εμπειρία τού Sils Maria. Κάτι λιγότερα εκπληκτικό, κάτι πιό προετοιμασμένο. Ο Νίτσε λοιπόν, δέν διαπερνάται μέχρι τά βάθη του από αντιθετικές εντυπώσεις. Πλήρης χαράς δέν νοιώθει κανέναν φόβο. Μάλιστα πρέπει αναμφίβολα νά πούμε πώς αυτό τό όραμα, η ακτινοβολούσα εικόνα τού Ζαρατούστρα, απομακρύνει κάθε ίχνος τρόμου καί τόν στερεώνει στήν χαρά. Τόν υψώνει κάι τόν καθησυχάζει ταυτόχρονα. Νάτος λοιπόν τρέμοντας ολόκληρος από πολύχρωμη χαρά. Ο Ζαρατούστρα είναι τό φωτεινό του διπλό, είναι αυτός ο ίδιος. «Τό ένα έγινε δύο» καί οι δύο κάνουν ένα όλον. Είχε συλλάβει ήδη τήν προσωπικότητα, τό πρόσωπό του, αλλά μόνον μέ ένδυμα λογοτεχνικό καί αυτός ο ίδιος, σέ περιόδους απογοήτευσης, ανάμεσα στούς δύο αισθανόταν περισσότερο τήν αντίθεση παρά τήν αδελφότητα. Αναρωτιόταν μήπως τό κήρυγμα τού ήρωά του, μήπως θά σήμαινε ταυτόχρονα καί τόν εκμηδενισμό του. 

«Ο μηδενισμός που νικιέται από μόνος του» δεν μπορεί να είναι παρά μία εφήμερη νίκη και η πρόχειρη απόφαση που μεταμορφώνει την απαισιοδοξία σε κραυγή θριάμβου είναι ανίκανη να τροποποιήσει οτιδήποτε στην πραγματικότητα. Γι’αυτόν τον λόγο ο Νίτσε, χωρίς να εγκαταλείπει το όνειρο που ενσάρκωσε στον Ζαρατούστρα, θα αισθανθεί όλο και περισσότερο, αντίθετα από την σιγουριά που είχε αντλήσει στο όραμα του Rapallo, πώς πρέπει με κάθε δύναμη να διακριθεί, να ξεχωρίσει από το διπλό του: δεν είναι εξίσου μ’αυτό ευτυχισμένος και ελεύθερος. Είναι ίσως και ο λόγος για τον οποίο, μέχρι το τέλος, θα διατηρήσει την αίσθηση πώς η αποκάλυψη που φέρει είναι επικίνδυνη και πώς αυτός είναι ένας «Μοιραίος» παρά ένας Ευαγγελιστής. Δεν είναι γεμάτα σημασία τα λόγια που προφέρει ο ήρωάς του; «Στ’αλήθεια σας συμβουλεύω: φύγετε μακρυά από μένα, φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα. Ακόμη καλύτερα: ντραπείτε γι’αυτόν: ίσως σας εξαπάτησε… Μου είστε αφοσιωμένοι, αλλά τι θα συνέβαινε αν μία μέρα γκρεμιζόταν η λατρεία σας; Προσέξτε μήπως σας συνθλίψει ένα άγαλμα….» 

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΟΘΟΥΣΕ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΕΙ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΟΥΤΕ  ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ Η ΥΠΟΨΙΑ ΟΤΙ ΣΥΝΟΛΗ Η ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟΝ ΜΑΤΑΙΟ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ, ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΤΗΣ ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ.


Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Η θεωρία του φύλου, ο Γνωστικισμός της εποχής μας

 Μανώλης Γ. Βαρδής

«Όταν στην τέχνη του τέλους του Μεσαίωνα και σε αυτήν της Αναγέννησης μεταξύ 1350 και 1550, οι ζωγράφοι αποκαλύπτουν στα μάτια του θεατή το φύλο του μωρού Χριστού, αυτό δεν συμβαίνει, όπως υποστηρίζουν οι ιστορικοί τέχνης Ζερόμ Μπασέ και Ζαν- Κλοντ Σμιτ, για λόγους ρεαλισμού ή νατουραλισμού, ούτε, όπως στην περίπτωση του Διόνυσου, για να τονιστεί η αρρενωπή του δύναμη, αλλά για να υποδηλωθεί η συμμετοχή του στην ανθρώπινη συνθήκη» (Jean-Claude Schmitt, J. Baschet: “La ‘sexualité’ du Christ”, σε: Β. Levet, Η θεωρία του φύλου ή Ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος, εκδ. Ποικίλη Στοά, 2019, 145)

Με κάθε αφορμή, από την τραγική ιστορία της «Δήμητρας της Λέσβου» μέχρι το έγκλημα στα Γλυκά Νερά, μία μερίδα της κοινωνίας, η οποία θεωρείται φιλελεύθερη, επιτίθεται στον άδικο και καταπιεστικό κόσμο της πατριαρχίας, των έμφυλων διαχωρισμών και των προκαταλήψεων. Σε επίπεδο «αριστεράς», αυτός ο ιδεολογικός ακτιβισμός έχει πολλά να μας πει για την- από ένα σημείο και μετά- εγκατάλειψη της ταξικής αναφοράς και την υποκατάστασή της από το αφήγημα περί δικαιωμάτων. Δεν περιορίζεται όμως αυτός στους κύκλους της αριστεράς. Ακόμα και νέο-χριστιανοί και κεντροδεξιοί είναι έτοιμοι να καταγγείλουν τον λαϊκισμό και την οπισθοδρομικότητα πεπαλαιωμένων αντιλήψεων, που ακόμα επιμένουν και μιλούν για ετεροφυλία, γάμους και παιδιά. Άλλωστε, στο περίφημο συνέδριο για την γονιμότητα ο σάλος που δημιουργήθηκε ήταν δυσανάλογος της εμβέλειας του ίδιου του συνεδρίου.

Εάν κάποιος θέλει να κρατήσει αποστάσεις από την «καυτή» επικαιρότητα και να δώσει το στίγμα μίας ιστορικής συνθήκης, δεν θα δυσκολευτεί ιδιαίτερα να διαπιστώσει ότι, όπως στο ζήτημα της «λατρείας» και ειδωλοποίησης των μεταναστών και προσφύγων, έχουμε εδώ το φαινόμενο η εν ενεργεία (νέο-) καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση να παράγει κοινωνικά υποκείμενα με τα αξιακά συστήματα, που θέλει αυτή η παγκοσμιοποίηση. Όπως ο «βικτωριανός» καπιταλισμός είχε τη δική του ηθική και ιδεολογία, έτσι και ο σημερινός ευνοεί κάθε αναφορά στην ελευθερία των μετακινήσεων, στην αποδόμηση «νησίδων» στοιχειώδους κοινωνικής σταθερότητας όπως είναι η οικογένεια και ο γάμος. Οι ιστορικές συνθήκες αυτού που λέγεται «δικαιωματισμός» είναι σαφείς. Εάν δεν «διαλύσει» κανείς μέσα του κάθε κοινωνική συνεκτικότητα, δεν μπορεί να εργασθεί και να παράγει (ή να επιβιώσει) στη σύγχρονη κοινωνία. Κατά τρόπο φαινομενικά και μόνο παράδοξο αυτό συνδυάζεται και από μία έξαρση του συναισθηματικού και του βιωματικού στοιχείου σε σημείο παρωδίας: πώς μπορεί άλλωστε να εκλάβει κανείς όλη αυτή την έγνοια και τη μέριμνα για τα ζώα συντροφιάς, όταν όλο το υπόλοιπο πλαίσιο τείνει να γίνει σκληρό όσο ο πιο σκοτεινός Μεσαίωνας;

Η θεωρία του φύλου είναι μία ακόμη φιλοσοφική σχολή αυτής της εποχής. Η σεξουαλική ταυτότητα δεν οφείλει τίποτα απολύτως στη φύση. Το να είναι κανείς άνδρας ή γυναίκα, δεν είναι ένα δεδομένο της φύσης, αλλά του πολιτισμού. Η υπαρξιακή ουδετερότητα είναι πρωταρχική, και μένει στην κοινωνία να παράγει μαζικά άνδρες και γυναίκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι σουηδικοί παιδικοί σταθμοί που απαγόρευσαν την χρήση των αρσενικών και θηλυκών προσωπικών αντωνυμιών, προτιμώντας έναν κατασκευασμένο όρο, τη λέξη hen, που αντιστοιχεί στο ουδέτερο. Σκοπός είναι να μπερδέψουμε τα φύλα ως κοινωνικές νόρμες (gender blending). Εφόσον το αρσενικό και το θηλυκό έχουν χάσει κάθε βάση στη φύση, εφόσον αποτελούν μόνο πολύπλοκες κοινωνικές κατασκευές, όλοι μας είμαστε «τραβεστί», παίζοντας συνεχώς ρόλους. Το πεπερασμένο και η ατέλεια της ανθρώπινης συνθήκης προκαλούν αποστροφή. Το έμφυλο καθεστώς και η σεξουαλική ετερότητα μυρίζουν πολύ «ανθρωπίλα», και αυτό δεν το θέλει ο σύγχρονος Γνωστικισμός. Δεν υπάρχουν φύλα δεδομένα παρά μόνο άτομα. Χαράς ευαγγέλια για τους (νέο-) καπιταλιστές, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Εδώ έχουμε την κατάληξη μίας αντίληψης που ξεκινά πολύ παλιά και αμφισβητεί κάθε δεδομένη παράδοση ή συνθήκη (Θεό ή φύση): το άτομο είναι αυτεξούσιο και ελεύθερο να ορίσει τον εαυτό του και να πειραματίζεται συνεχώς. Στη θέση του «πνεύματος» ή της «ψυχής» υπάρχει μόνο η ατομική βούληση που αποτελεί και την κινητήρια δύναμη. Και αν η Σταχτοπούτα και η Χιονάτη εξοβελίζονται από την θέση τους και αντικαθίστανται από ιστορίες όπως «Το Κίβι και το τρομερό σκυλί», όπου ο ήρωας έχει ένα άφυλο όνομα, τα πράγματα σοβαρεύουν και αγριεύουν αλλού: «η θεωρία του φύλου είναι ένας νέος πουριτανισμός. Απόδειξη το παράδειγμα της φιλοσόφου Μπεατρίς Πρεσιάδο, αρθρογράφου στη Libération, που καλεί να καταργήσουμε το ζεύγος κόλπος- πέος υπέρ ενός άλλου, πρωκτού- δονητή, που θα επέτρεπε μία ‘απεργία της μήτρας’. Προτείνει λοιπόν: αυνανισμό, σοδομισμό, φετιχισμό, κοπροφαγία, ζωοφιλία. Το πρόγραμμά της: ‘να μην επιτρέψουμε να εισχωρήσει στον κόλπο μας ούτε μία σταγόνα εθνικού, καθολικού σπέρματος΄» (Β. Levet, Η θεωρία του φύλου ή Ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος, 12). Ναι, η βαρβαρότητα προχωρά με ηπιότητα. Η ναζιστική (και όχι μόνο) ευγονική ήταν πολύ βάρβαρη για να επικρατήσει. Κληροδότησε όμως την γνωστικίζουσα απέχθεια προς την ανθρώπινη συνθήκη. Οι διάδοχοι της θέλουν και αυτοί να πειραματιστούν και να αλλάξουν την ανθρώπινη φύση. Αυτός ο Γνωστικισμός φάνηκε, ίσως και σε παγκόσμιο επίπεδο, με τον πανικό και την υστερία απέναντι στη νόσο και στον θάνατο της πανδημίας. Το σύγχρονο άτομο είναι έτοιμο να καταναλώσει χιλιάδες σκευάσματα και εμβόλια, να απομονωθεί για μήνες στο σπίτι του, αρκεί να μη νοσήσει και πεθάνει, διότι αυτό του υπενθυμίζει την ανθρώπινη φύση του. Η εικονική μέσω διαδικτύου ενασχόλησή του τον έχει πείσει ότι είναι άυλος, μη πραγματικός και χειροπιαστός, κατά συνέπεια και τα «φύλα» είναι συμβάσεις, κατασκευές, εικονικές αναπαραστάσεις. Αλλάζεις φύλο όπως αλλάζεις όνομα στα facebook. Όμως, η απειλή του θανάτου (από τον όποιον ιό) είναι πραγματική, και αυτό δεν αντέχεται. Εάν ο νεοτερικός άνθρωπος κατεδάφισε τον Θεό της κοινότητας και την εκκλησία, βάζοντας στην θέση τους την ατομικότητά του, ο άνθρωπος της εποχής μας μεταθέτει την ατομικότητα του σε μία εικονική αναπαράστασή της. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι οι κωμικές αντιδράσεις μίας κοινωνίας που δεν ξέρει ότι αυτοκτονεί. Κάπου όμως αυτό το αξιακό μοντέλο, αυτή η νοοτροπία, η νέα πίστη του Γνωστικισμού, κάτι καταλαβαίνει και «μπερδεύεται». Επειδή θέλει να είναι «άφυλη», όπως θέλει να είναι εικονική, μακριά από κάθε ανθρώπινη ατέλεια, δεν μπορεί να κατανοήσει τη διαλεκτική του «αμαυρωμένου» (αλλά όχι σβησμένου) κατ’ εικόνα. Κατεξοχήν, η αμφιθυμία και η αμφιβολία της γυναίκας. Η γυναίκα που για να αιχμαλωτίσει την ανδρική επιθυμία αποθεώνει τη δύναμη γοητείας του σώματος της, ενώ ταυτόχρονα θέλει να την επιθυμούν ως άνθρωπο. Εδώ ο Γνωστικισμός μπερδεύεται: κραυγάζει για πατριαρχίες, ανδρικές αλητείες, δικαιώματα. Αρνείται να δει ότι το μοντέλο (ως παράδειγμα) που εκπορνεύει την εικόνα του, είναι αυτό το ίδιο που θέλει να αγαπηθεί και να κάνει οικογένεια και παιδιά. Η περίπτωση των Γλυκών Νερών είναι μία άλλη εκδοχή αυτής της αδυναμίας αντιμετώπισης της σύνθετης ανθρώπινης φύσης. Οι άφυλοι Γνωστικοί κάνουν λόγο εύκολα για γυναικοκτονίες, δηλαδή προσδίδουν σε μία πολύπλοκη και τραγική σχέση ετικέτα αποστασιοποίησης, διακήρυξης και πουριτανισμού. Δεν εντρυφούν στον ανθρώπινο «βάλτο», στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, αλλά κάνουν ακτιβισμό. Διότι όπως όλοι οι Γνωστικοί πιστεύουν ότι ο άνθρωπος είναι ουδέτερος και αμόλυντος, αθώος και ειρηνικός, με μόνα προβλήματα τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα των συντηρητικών και σεξιστών.

«Ο Μάρτιν μου είπε ότι ζεις ακόμη με τη Λωράνς […] όλα καλά λοιπόν;»

«Ξέρεις πως είναι, είναι νέα. Όσο δεν της ζητάω πολλά ή δεν ζητάει αυτή πολλά…»

«Ναι, πρόσεξε όμως, αν κανείς δεν ζητάει τίποτα από κανέναν… Θα μου φαινόταν περίεργο αν σε αγαπάει έτσι» (Διάλογος, από την ταινία του Κλοντ Σοτέ, Μία απλή ιστορία)

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας: Η αφίσα από την ταινία “Μια απλή ιστορία”, του Κλοντ Σοτέ (1977).

Η θεωρία του φύλου, ο Γνωστικισμός της εποχής μας - Αντίφωνο (antifono.gr)

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Όταν η θεολογία ακολουθεί «λαχανιασμένη»

Μανώλης Γ. Βαρδής
 
Με αφορμή την κρίση της επιδημίας γίναμε μάρτυρες της προσπάθειας κάποιων «γνωστών» θεολογικών και εκκλησιαστικών κύκλων για μία νέα μορφή προσέγγισης της Εκκλησίας προς τον κόσμο. Η αιχμή του δόρατος ήταν η αλλαγή του τρόπου της Θείας Μετάληψης, προκειμένου και να γίνει σεβαστή η αρχαία παράδοση και να μη θιγεί η ευαισθησία των κοσμικών χριστιανών.

Αυτές οι κινήσεις κάτι δηλώνουν. Αίφνης πληροφορήθηκα ότι στα γαλλικά πλέον ως γλώσσα της Θείας Λειτουργίας στους (Ρωμαιο-)Καθολικούς, το μυστήριο της Μετάνοιας μετατρέπεται σε μυστήριο της «συμφιλίωσης», από την «τελευταία μετάληψη» περνάμε στο «ευχέλαιο των ασθενών», ενώ στο μυστήριο του γάμου έχει παύσει να αναγιγνώσκεται το εδάφιο της Επιστολής προς Εφεσίους που ζητά την υποταγή της γυναίκας στον άνδρα (Roy, 2020: 78). Κατ’ αντιστοιχία με τις δικές μας «συμπάθειες» στον «Πράσινο Πατριάρχη» ή στους μορφωμένους αρχιερείς, οι (Ρωμαιο-) Καθολικοί αγαπούν τους «καλούς πάπες» (όπως ο Ιωάννης ΚΓ΄ ή ο Φραγκίσκος), και στηλιτεύουν τους αντιδραστικούς πάπες όταν αυτοί λησμονούν τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (όπως ο Ιωάννης- Παύλος Β΄ και ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄).

Τα επιχειρήματα είναι πολλά και, ω του θαύματος, ομοιάζουν στις δύο πλευρές του χριστιανικού κόσμου. Πολλοί και από τις δύο πλευρές ομνύουν στο όνομα του Ντίτριχ Μπονχέφερ (1906-1945) και της «θεολογίας του κοσμικού κόσμου». Πιστός, πλέον, σήμερα δεν μπορεί παρά να σημαίνει να υπάρχεις «για τους άλλους», όπου η ηθική υπερέχει κάθε θεολογίας της «αλήθειας» (Roy, 2020: 77). Ο Θεός μιλά «κοσμικά» και ο κόσμος επαναλαμβάνει. Ζούμε εποχές που η Εκκλησία τρέχει ασθμαίνουσα να προλάβει τον κόσμο, υιοθετώντας όλες του τις ευαισθησίες. Είναι χαρακτηριστικό το σκίτσο του Plantu στη Le Monde της δεκαετίας του 1980, το οποίο απεικονίζει μία παραδοσιακή οικογένεια μπροστά στην τηλεόραση: τη στιγμή που ανακοινώνεται μια παρέμβαση του πάπα, η μητέρα λέει στον σύζυγο «Τρέχα γρήγορα να βάλεις τα παιδιά για ύπνο, πάλι για σεξ θα μιλήσει» (Roy, 2020: 189).

Σε κοινωνικό επίπεδο η μετάλλαξη των μεταπολεμικών «προοδευτικών χριστιανών» έχει ήδη ολοκληρωθεί. Κινήματα εργατών- ιερέων και η Θεολογία της Απελευθέρωσης που φιλόδοξα συμπορεύονταν με κινήσεις διαμαρτυρίας, πλέον επικεντρώνονται στα μείζονα ζητήματα των αμβλώσεων, του γάμου των ομοφυλοφίλων και της μετανάστευσης. Ως εάν η κοινωνική και ταξική δυναμική των «προοδευτικών χριστιανών» των μεταπολεμικών δεκαετιών να «εξατμίστηκε» σε ένα συνονθύλευμα ελευθεριακού φιλελευθερισμού.

Αυτό το θεολογικό- ίσως και εκκλησιαστικό «λαχάνιασμα»- επιτείνεται ακόμη περισσότερο, καθώς η «άλλη πλευρά», αυτή των κοσμικών χριστιανών, δηλαδή των κατ’ όνομα μόνο χριστιανών, που είναι και η συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνιών, φεύγει τρέχοντας ιλιγγιωδώς προς νέες ανθρωπολογικές και κοινωνικές θεωρήσεις (απόλυτη βιολογικοποίηση της ζωής, my body is my business, δικαίωμα στην ευθανασία). Η αδιαφορία και η έλλειψη στοιχειώδους θρησκευτικής μόρφωσης αυτών των μαζών- ακόμα και ο Πολ Ποτ θα ήξερε περισσότερη θεολογία, δεν σημαίνει ηρεμία ούτε πολιτισμό. Μόλις οι μάζες αυτές στα όρια της καθημερινής υστερίας εντοπίσουν τον εχθρό τους, επιτίθενται λυσσαλέα. Και ο εχθρός δεν είναι οι mainstream χριστιανοί, δηλαδή αυτοί οι αδιάφοροι και «έχω με άλλα να ασχολούμαι», αλλά όσοι πιστοί της Εκκλησίας επιμένουν, σε πείσμα της κουλτούρας της εποχής, να θέλουν να δομήσουν την ζωή τους στα πλαίσια της δογματικής πίστης. Αυτοί οι κατ’ αυτούς «ζηλωτές» είναι στόχος, διότι δεν θέλουν να αποδεχτούν την αυτό- εκκοσμίκευση της θεολογίας και της Εκκλησίας (Roy, 2020: 101). Τους αντιμετωπίζουν ως ευθεία αμφισβήτηση της κυρίαρχης τους ιδεολογίας, στην οποία έχουν ήδη αφομοιωθεί (οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα) οι «προοδευτικοί» και «χαλαροί» χριστιανοί. Οι επιθέσεις είναι πάντοτε αποτελεσματικές: ξεκινούν από δυσφήμηση, κατηγορίες για «αμορφωσιά» και λαϊκισμό, και συνεχίζονται με αποκλεισμούς από κάθε θεσμικό φορέα έκφρασης απόψεων, φθάνοντας μέχρι και το «μπλοκάρισμα» πανεπιστημιακών θέσεων.

«Βρισκόμαστε ενώπιον της δημιουργίας δύο παράλληλων κόσμων που δεν έχουν πια κοινές αξίες: για τους πιστούς το μόνο που μετράει είναι η πίστη, ενώ οι άνθρωποι του κοσμικού κόσμου γνωρίζουν πλέον τόσο λίγα για την θρησκεία, ώστε να θεωρούν ότι ο πιστός είναι στην καλύτερη περίπτωση κάποιος ελαφρώς περίεργος, και στη χειρότερη κάποιος φανατικός» (Roy, 2020: 105).

Αναφορές από Roy, Olivier, Η Ευρώπη είναι χριστιανική;, εκδόσεις Πόλις, 2020

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“H ανθρώπινη κατάσταση”, 1933) είναι έργο του, βέλγου, Rene Magritte.

Aντίφωνο

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Ο Ντοστογιέφσκι του 21ου αιώνα λέγεται Μισέλ Ουελμπέκ

Μόνο ένας πραγματικός μηδενιστής μπορεί να τελειώσει ένα βιβλίο με αυτόν τον τρόπο: «Ο Θεός ασχολείται μαζί μας στην πραγματικότητα, μας σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, και μας δίνει οδηγίες εξαιρετικά ακριβείς, μερικές φορές. Αυτά τα ξεσπάσματα αγάπης που φουσκώνουν στα στήθη μας μέχρι που μας κόβουν την ανάσα, αυτές οι στιγμές φώτισης, αυτές οι στιγμές έκστασης, οι ανεξήγητες βάσει της βιολογικής μας φύσης ως απλών πρωτευόντων, είναι εξόχως πρόδηλα σημάδια. Και καταλαβαίνω, σήμερα, την οπτική του Χριστού, την επανειλημμένη δυσαρέσκειά του μπροστά στην σκληρότητα των καρδιών: έχουν όλα τα σημάδια και δεν τα λαμβάνουν υπόψη. Πρέπει στ’ αλήθεια να δώσω τη ζωή μου κι από πάνω γι’ αυτούς τους βρομιάρηδες; Πρέπει στ’ αλήθεια να γίνω τόσο ξεκάθαρος; Φαίνεται πως ναι» (Σεροτονίνη, 316).
Ο προβοκάτορας συντηρητικός Ουελμπέκ κατάλαβε τα σημάδια. Ο ήρωας του ομολογεί ότι «υποκύψαμε σε ψευδαισθήσεις ατομικής ελευθερίας, ζωής με ανοιχτούς ορίζοντες, με απεριόριστες δυνατότητες; Μπορεί, ήταν στο πνεύμα της εποχής αυτές οι ιδέες· δεν τις τυποποιήσαμε, δεν μας άρεσε αυτό· αρκεστήκαμε να συμμορφωθούμε, να τις αφήσουμε να μας καταστρέψουν· και μετά, για πολύ, πολύ καιρό, να μας κάνουν να υποφέρουμε» (Σεροτονίνη, 316)
Η πορεία απόσυρσης και αποσύνθεσης του ήρωα διαδραματίζεται σε ένα παραδείσιο νορμανδικό τοπίο, από αυτά που τόσο ζηλεύουν να επισκεφθούν στη Γαλλία οι «ψαγμένοι» τουρίστες· είναι ένα τοπίο που με την σκοτεινιά, την υγρασία και την ομίχλη, αλλά και με την καθημερινότητα της αποβιομηχάνισης και της κρίσης της γεωργίας που φέρνουν οι Βρυξέλλες της παγκοσμιοποίησης, αντανακλά την ερημιά της ψυχής, την πορεία προς την κόλαση του ήρωα.
Οι δημοσιογράφοι της εποχής μας είδαν στο κεφάλαιο του βιβλίου που περιγράφει μία πολύ βίαιη αγροτική εξέγερση, μία προεικόνιση των «κίτρινων γιλέκων». Σε πολλά, κατά καιρούς, πέφτει μέσα ο Ουελμπέκ (σε άλλα του βιβλία προεικονίζει την ισλαμική τρομοκρατία ή την επιδίωξη της αθανασίας μέσω του μετανθρώπου). Τα σημάδια τα αντιλαμβάνεται ο Ουελμπέκ, αλλά δεν κάνει κοινωνιολογία ή πολιτική, κάνει κάτι πολύ περισσότερο: «κάτι διαφορετικό φάνηκε τότε στο πρόσωπό του, κάτι σαν γενικευμένος πόνος· γύρισε ανάποδα την κάνη, την έβαλε κάτω απ’ το σαγόνι του και πάτησε την σκανδάλη» (Σεροτονίνη, 238). Ο ήρωας της αγροτικής εξέγερσης, φίλος παιδικός του ήρωα, που στην κορύφωση της σύγκρουσης με τα ΜΑΤ αυτοκτονεί, είναι ένας απόγονος αριστοκρατικής οικογένειας που επίλεξε να ζήσει την αγροτική ζωή στην περιφέρεια, αηδιασμένος από τις καριέρες της εποχής μας. Συμβολοποιεί την έσχατη παράδοση, βίαιη και επιθετική, της παλιάς Ευρώπης απέναντι στην επελαύνουσα νέα εποχή. Η ενοποίηση του κόσμου, ως αποτέλεσμα του εμπορίου και της τεχνικής, δεν μπορεί να γιατρέψει τον καθημερινό θάνατο. Ο ήρωας του βιβλίου παρατηρεί αυτή την έσχατη παράδοση, μέσα σε ένα σουπερμάρκετ με εξωτικά προϊόντα όλων των ειδών σε μία πόλη της νορμανδικής περιφέρειας και, μπροστά σε αυτό το οξύμωρο, αναστενάζει: «μετά από μία ώρα σουλάτσο, κι ενώ το καρότσι μου ήταν ήδη πάνω απ’ το μισό γεμάτο, δεν μπόρεσα να μην ξανασκεφτώ τη δυνητική Μολδαβή που θα μπορούσε, θα’ πρεπε να’ χε κάνει ευτυχισμένο τον Αιμερίκ [: ο φίλος του που αυτοκτονεί], και που πέθαινε τώρα, σε μια σκοτεινή άκρη της Μολδαβίας, χωρίς να’ χει καν υποψιαστεί την ύπαρξη αυτού του παραδείσου. Τάξη κι ομορφιά, το λιγότερο που μπορούσες να πεις. Γαλήνη κι αρχοντιά ηδονή, πραγματικά. Καημένη Μολδαβή· και καημένε Αιμερίκ» (Σεροτονίνη, 248).
Η μάχη για τις αγροτικές ποσοστώσεις, η μάχη για την εθνική ανεξαρτησία οδηγεί στην αυτοκτονία της εξέγερσης, διότι είναι πιο δυνατή η νέα εποχή (του εμπορίου και του τουρισμού), αλλά η Μολδαβή δεν θα αγαπήσει ποτέ τον Γάλλο- ο κόσμος δεν μπορεί ποτέ να ενοποιηθεί μέσω της αγάπης. Μία απογοήτευση, που τελικά εκβάλλει σε μία υπονόηση εσχατολογικής ελπίδας: «εγώ είχα μπει σε μία νύχτα χωρίς τέλος, ωστόσο παρέμενε βαθιά μέσα μου κάτι, πολύ λιγότερο από ελπίδα, ας πούμε μια αβεβαιότητα. Θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε πως ακόμα κι όταν κανείς έχει χάσει προσωπικά το παιχνίδι, όταν έχει παίξει το τελευταίο του χαρτί, παραμένει σε κάποιους- όχι σε όλους- η ιδέα πως κάτι στον ουρανό θ’ αναλάβει ξανά δράση, θ’ αποφασίσει αυθαίρετα να κάνει μια νέα μοιρασιά, να ξαναρίξει τα ζάρια, και τούτο, ακόμη κι όταν δεν έχει νιώσει ποτέ κανείς, σε καμία στιγμή της ζωής του, ούτε την παρέμβαση ούτε καν την παρουσία οποιασδήποτε θεότητας» (Σεροτονίνη, 278).
Η απελπισία είναι βαθειά. Είναι ένα αξεπέραστο έρεβος. Ο άνθρωπος χωρίς πίστη ζει μέσα στον κυκεώνα των λιμπιντικών αναζητήσεων ως υπομνήσεων αθανασίας. Τα αντικαταθλιπτικά του ήρωα συνδυάζονται με την αγωνία για την εξασθένηση της λίμπιντο, σκιές προηγούμενων σχέσεων κατατρώγουν το είναι του, φαντασιώνεται ευθανασία ή ακόμα και δολοφονίες. Σχεδιάζει την ίδια του την αυτοκτονία και αποτυχαίνει. Ο ντοστογιεφσκικός Ουελμπέκ δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει τη σαπίλα της ευρωπαϊκής ζωής: από τους καριερίστες νέους μέχρι τις δήθεν πολιτισμικές εκπομπές και αφιερώματα, από τη βιομηχανική κτηνοτροφία ως νέου τύπου Άουσβιτς μέχρι τις εκπομπές μαγειρικής που κατακλύζουν την τηλεόραση (διολίσθηση στο στοματικό στάδιο ενός ολόκληρου πολιτισμού, όπως λέει). Ο ζόφος είναι αδιαπέραστος, μη συνεκτικός, μία συνεχιζόμενη διάβρωση. Στο βιβλίο αυτό η χριστιανική προσδοκία είναι πιο πραγματική από όσο ποτέ άλλοτε, διότι η αποτυχία του μεταμοντέρνου ανθρώπου της Δύσης είναι υπερπραγματική.
Μισέλ Ουελμπέκ, Σεροτονίνη, Γ. Καράμπελας (μετάφραση), εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2019.

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Ορθοδοξία και αίρεση

Μανώλης Γ. Βαρδής
 
Αν θες να καταλάβεις τι πάει να πει ‘ακολουθώ έναν κανόνα’, θα πρέπει ήδη να είσαι σε θέση να ακολουθήσεις έναν κανόνα
Ο κανόνας, ως κανόνας, είναι αποκομμένος. Στέκεται κει δα σαν απόλυτος μονάρχης· ενώ εκείνο που του δίνει σπουδαιότητα είναι τα γεγονότα της καθημερινής εμπειρίας
Αν ένας κανόνας δεν σε αναγκάζει, τότε δεν ακολουθείς έναν κανόνα
[Βιττγκενστάϊν, Στοχασμοί]
 
Βρισκόμαστε σε μία μεταιχμιακή εποχή. Στα όρια αποφάσεων. Σήμερα, πιο πολύ από ποτέ. Η συζήτηση γύρω από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας (2016), η επιστολική διαμάχη του Μητροπολίτη Πειραιώς με τον Αργολίδος, οι εκφρασθείσες κρίσεις του Μητροπολίτη Πειραιώς για σημαντικά ζητήματα, έχουν διεγείρει τα θεολογικά πνεύματα.
Το αποκορύφωμα φαίνεται να είναι η αποστροφή του Πειραιώς ότι ο Άγιος και Τριαδικός Θεός χρησιμοποιεί το αλλόθρησκο Ισλάμ ως έσχατο παιδαγωγικό μέσο τιμωρίας, εξαιτίας της αποστασίας από την Ορθόδοξη πίστη, και ως αφύπνιση για τον εγκεντρισμό στην Ορθόδοξη Εκκλησία Του [1]. Δεν νομίζω ότι ο Μητροπολίτης Πειραιώς θεωρεί εαυτόν Προφήτη, όμως θυμίζουμε ότι στον λεγόμενο Δευτεροησαϊα (Ησαΐας, 45,1-7), ο Πέρσης κατακτητής Κύρος, ο βασιλιάς μίας ξένης χώρας, εγκωμιάζεται και η νικηφόρα προέλασή του θεωρείται ως μεσσιανική αποστολή για να δοξασθεί ο Κύριος [2].
Θα πει κανείς ότι αυτά όλα είναι «φανατισμοί». Ας είμαστε όμως λίγο πιο προσεκτικοί στις κρίσεις μας. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα. Το πρώτο είναι ο περίφημος αφορισμός του Πωλ Βαλερύ: «ένας μοντέρνος άνθρωπος, και ως προς αυτό είναι μοντέρνος, ζει εξοικειωμένος με πλήθος αντιθέτων εγκατεστημένων στο ημίφως της σκέψης του και που έρχονται το καθένα με την σειρά του στο προσκήνιο. Δεν είναι μόνο αυτό:  αυτές οι εσωτερικές αντιφάσεις ή αυτές οι ανταγωνιστικές συνυπάρξεις στον χώρο μας δεν γίνονται γενικά αισθητές και σπάνια μόνο σκεπτόμαστε ότι δεν υπήρχαν ανέκαθεν. Θα ήταν ωστόσο αρκετό να θυμηθούμε ότι η ανεκτικότητα, η ελευθερία της εξομολόγησης και της γνώμης είναι πάντοτε πράγμα πολύ όψιμο· δεν μπορεί να νοηθεί και να διεισδύσει στους νόμους και στα ήθη παρά σε μια προχωρημένη εποχή, όταν τα πνεύματα έχουν πλουτίσει και αποδυναμωθεί προοδευτικά από την ανταλλαγή των διαφορών τους. Ο φανατισμός, αντίθετα, θα ήταν μία τρομακτική αρετή των καθαρών καιρών…» [3].
 Το δεύτερο είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός: το 1949 κυκλοφορεί η μελέτη του καθηγητή του Κανονικού Δικαίου Αμίλκα Αλιβιζάτου μερί της «εκκλησιαστικής οικονομίας» ως μίας παράδοσης που υπάρχει και εφαρμόζεται από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, κανείς δεν προέβλεπε τότε ότι πολύ σύντομα- στις 7 Ιουλίου του 1949- η Δ.Ι.Σ. θα απονείμει στον Χρύσανθο (πρώην Τραπεζούντος) τον τίτλο του «Αρχιεπισκόπου Πρώην Αθηνών) εφαρμόζοντας την εκκλησιαστική οικονομία. Ο τίτλος απονεμήθηκε διότι ο εν λόγω άσκησε τα καθήκοντα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος στο χρονικό διάστημα από τις 18 Δεκεμβρίου 1938 μέχρι και τις 5 Ιουλίου 1941. Η Δ.Ι.Σ. δεν αναγνώρισε στον Χρύσανθο ότι υπήρξε Αρχιεπίσκοπος, αλλά ότι απλώς άσκησε τα καθήκοντα του προκαθημένου της Εκκλησίας και γι’ αυτό επιστρατεύτηκε η «εκκλησιαστική οικονομία» για να τον προσαγορεύσουν «Πρώην Αθηνών». Απλά να θυμίσουμε ότι ο Χρύσανθος είχε κατηγορηθεί ότι η εκλογή του το 1938 οφείλεται στην πολιτειακή παρέμβαση της τότε κυβέρνησης Ι. Μεταξά που συνεπέφερε και τον παραγκωνισμό του ανθυποψηφίου Δαμασκηνού, ενώ με την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου το 1941 πραγματοποιήθηκε μέσα από μία Μείζονα Ιερά Σύνοδο η αποκατάσταση του Δαμασκηνού και η συνακόλουθη αποπομπή από τον αρχιερατικό θρόνο του Χρύσανθου [4].
Με αυτά θέλω να πω ότι καμία εφαρμογή κανόνος ή επιείκειας (στα εκκλησιαστικά πράγματα, της «οικονομίας») δεν είναι απροϋπόθετες. Επίσης, θέλω να πω ότι είναι φυσικό σε εποχές κρίσης και σχετικισμού, σε πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα (οιονεί η πραγματικά), να αποδυναμώνονται οι θέσεις και να επιδιώκεται ένας «διάλογος», που εμφανίζεται να είναι το αντίθετο του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Αναγνωρίζω την ιστορική αναγκαιότητα, όμως διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.
Προς τι όλα αυτά; Αφορμή το τελευταίο τεύχος του περιοδικού της Σύναξης, με αφιέρωμα στο θέμα «Ετεροδοξία και αίρεση» [5]. Το εν λόγω τεύχος, θεωρώ ότι είναι από τα πιο ενδιαφέροντα της μακρόχρονης παρουσίας της έκδοσης. Το ζήτημα της σχέσης μας με τους ετερόδοξους και της διασάφησης της έννοιας της αίρεσης, είναι κεντρικά ζητήματα στη σύγχρονη θεολογία. 
Σταχυολογώ: «στις ενωτικές ψευδοσυνόδους της Λυώνος (1274) και της Φερράρας/ Φλωρεντίας (1438/39) οι συνοδικοί δεν έλαβαν μέρος οι μεν ως αιρετικοί, οι δε ως ορθόδοξοι, ως κατηγορούμενοι και κατήγοροι, αλλ’ ως ισότιμα μέλη της Εκκλησίας Ανατολής και Δύσεως για την λύση των κοινών προβλημάτων. Δυστυχώς απέτυχαν» [6]· την ίδια στιγμή που ανιχνεύεται εύστοχα η αντίφαση του Παν. Τεμπέλα σχετικά με τα μυστήρια των ετεροδόξων, προσάγεται η επισήμανση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι «η ουσία της Εκκλησίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί από την σκοπιά της ορθόδοξης πίστης. Η Εκκλησία αποτελεί πραγματικότητα που προσεγγίζει κανείς πνευματικά και εμπειρικά» [7]· εάν «η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνο διά του συνοδικού συστήματος» [8]- για το οποίο συμφωνώ απόλυτα- τότε αυτό είναι ένα επιχείρημα μόνο κατά των ατόμων ή ομάδων που δήθεν προασπίζουν την γνήσια Ορθοδοξία (είναι σαφές ποιοι εννοούνται) ή και κατά του οιουδήποτε που έχει τη» δική του», «προσωπική» Ορθοδοξία; 
Δεν θα ήθελα να αδικήσω το έργο των συγγραφέων, από τα άρθρα των οποίων «απομόνωσα» κάποια ενδεικτικά, για εμένα, αποσπάσματα. Εξακολουθώ όμως να τα θεωρώ ενδεικτικά μίας «εργαλειακής» χρήσης δεδομένων της Πατερικής, συνοδικής και βιβλικής ιστορίας, με σκοπό την «επίθεση» ή την «αποδόμηση» αυτών που θεωρούνται ως φανατικοί. 
Η συζήτηση θα έπρεπε να είναι σε άλλο επίπεδο. Η «οικονομία» για τους Πατέρες της Εκκλησίας ήταν στενά συνδεδεμένη με τη διαχείριση της μετάνοιας από την Εκκλησία. Οι επίσκοποι ως «οικονόμοι ψυχών» ασκούν το ποιμαντικό τους έργο, ακριβώς παρέχοντας πλήρη ή εν μέρει μετάνοια. Δεν καταδικάζεις ως ποιμένας ψυχών ούτε τον ετερόδοξο, ακόμα και ούτε τον αιρετικό, διότι δεν υποκαθιστάς την Θεία φιλανθρωπία, όμως απ’ αυτό το σημείο μέχρι το σημείο να «εμπλέκεσαι» σε διαλόγους με τις άλλες εκκλησίες, δεν είμαι σίγουρος ότι έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Το αποδέχομαι ως ιστορική- συγκυριακή απαίτηση. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. 
Μεγαλύτερη σημασία έχει το ακόλουθο απόσπασμα: «ο άγιος Ιουστίνος κατηγορεί, λ.χ., τον Πάπα ότι υπήρξε ο πρώτος Προτεστάντης. Ο Προτεσταντισμός κατ’ αυτόν είναι ένας γενικά εφαρμοσμένος παπισμός, καθώς μετέφερε τη θεμελίωση του Χριστιανισμού από τον Θεάνθρωπο όχι στον αλάθητο Πάπα, αλλά στο κάθε ανθρώπινο άτομο. Ο Προτεσταντισμός είναι, με άλλα λόγια, ένα ‘εκλαϊκευμένος’ παπισμός, στερημένος από τον μυστικισμό, την αυθεντία και την εξουσία του τελευταίου» [9]. Πρέπει να αναδεικνύονται οι διαφορές για να καταπολεμούνται. Η ένταση και η αντιπαράθεση είναι προϋποθέσεις μίας συνάντησης. Στο σημείο αυτό ίσως θα μπορούσε να υπάρξει ένας κοινός τόπος ανάμεσα στις δύο τάσεις- και εννοώ τις απόψεις της τάσης του Πειραιώς και αυτές της Σύναξης. Αναφέρω τα περί συμφιλίωσης του Ν. Νησιώτη: «Η συμφιλίωση δεν αποτελεί απλώς ένα ειρηνικό, παμπεριεκτικό μήνυμα το οποίο καλεί τους ανθρώπους σε παθητικότητα ενώπιον της αδικίας. Βεβαίως αποτελεί μήνυμα ειρήνης και αγάπης σε κάθε περίσταση, όμως η αγάπη εμπεριέχει και την αντίθεση στο κακό και την αμοιβαία διόρθωση μέσω της κριτικής και της πράξης. Η βιβλική συμφιλίωση περιλαμβάνει την ένταση και την αντιπαράθεση, κατά περίπτωση» [10]
 
Σημειώσεις
[1] Επιστολή προς τον Κόπτη Πατριάρχη Θεόδωρο τον Β’, 9.1.2017, https://imp.gr/2012-03-27-20-22-23/1127-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%8C%CE%BD-%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%84%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF-%CF%84%CF%8C%CE%BD-%CE%B2.html 
[2] Klaus Koch, Οι προφήτες, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2009, 459-460.
[3] Πωλ Βαλερύ, Επιλογή από το έργο του, μετ. Χαρά Μπανάκου- Καραγκούνη, Σοχασμοί, στιγμή, 2007, 34. 
[4] Γρ. Ψαλίδας, Συνεργασία και Ανυπακοή. Η πολιτική της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κατοχή (1941-1944), εκδόσεις της Εστίας, Αθήνα 2016. 
[5] Σύναξη, τεύχος 143, Ιούλιος- Σεπτέμβριος 2017. 
[6] Γρ. Λαρεντζάκης, «Αίρεση και σχίσμα σήμερα», Σύναξη, 143/2017, 12. 
[7] Κύριλλος (Κατερέλος), επίσκοπος Αβύδου, «Ορθοδοξία και αίρεση στον 21ο αιώνα», Σύναξη, 143/2017, 23.
[8] Στ. Τσομπανίδης, «Ορθοδοξία εντός τόπου και χρόνου. Από την στατική ‘αιρεσιολογία’ στη δυναμική εκκλησιολογία», Σύναξη, 143/2017, 43.
[9] Βλ. Τσβέτκοβιτς, «Ο άγιος Ιουστίνος ο Νέος (Πόποβιτς) για τον οικουμενισμό», Σύναξη, 143/2017, 71. 
[10] Θαν. Παπαθανασίου, «Νίκος Νησιώτης και θεολογίες της συνάφειας», Σύναξη, 143/2017, 88.
 
 
Η συμφιλίωση των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Φορητή εικόνα (τέλη 15ου αι.) από τη Μονή του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Πάτμο.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Tι Αφγανιστάν, τι Πακιστάν, τι Ελλάδα; Σκηνές σοκ διαδραματίζονται καθημερινά σε περιοχές της Ελλάδας που σε κάνουν να αναρωτιέσαι προς τα που βαδίζει αυτή η χώρα. Μέχρι και ρωσικά ΜΜΕ πήγαν στον Πειραιά για να δουν το αυτομαστίγωμα των Μουσουλμάνων. Αφωνοι οι Ρώσοι ανταποκριτές δεν πίστευαν στα μάτια τους…


ΣΧΟΛΙΟ: Ασχολούμαστε μέ σοβαρά, μεγάλα καί αξιοπρεπή θέματα τόν τελευταίο καιρό καί δέν προσέχουμε τί συμβαίνει ακριβώς στήν γειτονιά μας. Οπου έφτασαν οι ομόπιστοι, αυτοί πού πιστεύουν καί λατρεύουν τόν ίδιο μέ μάς αληθινό Θεό (κατά Βαρθολομαίο). Από τόν καρπό κρίνεται τό δένδρο καί ο καρπός τού Βαρθολομαίου είναι η ένωση τών Θρησκειών. Πικρός καί ανάλατος γιά τούς διανοούμενους τής πίστης μας. Οι διάλογοι κρύβουν άλλες προθέσεις καί ρίχνουμε στάχτη στά μάτια μας μπλέκοντας τήν Αλήθεια τού Κυρίου σ'αυτές.

Αμέθυστος