Συνέχεια από Παρασκευή 30. Οκτωβρίου 2026
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 5
Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Εξέταση της «Υπερβατολογικής Αναλυτικής»
Κεφάλαιο Ι — Αναλυτική των εννοιών
Η Αναλυτική των εννοιών διαιρείται σε δύο κεφάλαια άνισης έκτασης: το Κεφάλαιο Ι —πολύ σύντομο—, που έχει τον τίτλο «Για τον οδηγητικό μίτο προς την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών της διάνοιας», αφορά τη μεταφυσική παραγωγή· το Κεφάλαιο ΙΙ —πολύ εκτενές— αφορά την υπερβατολογική παραγωγή.
Ο Kant αποδίδει τη μέγιστη σημασία στη μεταφυσική παραγωγή [1], επειδή χρησιμεύει για να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες —και, κατά συνέπεια, η σύνθεση που επιτελείται από αυτές— είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γενική λογική· εξασφαλίζεται έτσι τόσο στις κατηγορίες όσο και στη σύνθεση η ίδια αυστηρότητα και η ίδια απολυτότητα που διαθέτει η γενική λογική.
Πράγματι, χωρίς αυτή τη σύνδεση με την τυπική λογική, η σύνθεση του αισθητού πολλαπλού θα μπορούσε να είναι μόνο ένας ψυχολογικός συνειρμός, ένας τυχαίος δεσμός. Και ο Kant γνωρίζει καλά ότι τέτοιοι συνειρμοί στερούνται αντικειμενικής ή επιστημονικής αξίας, όπως θέλει κανείς να την ονομάσει.
Δεν είχαν λείψει οι απόπειρες να δοθεί στα αισθήματά μας μια σύνδεση βασισμένη στον συνειρμό, στη φαντασία, στη συνήθεια, σε ένα έμφυτο ένστικτο κ.λπ. Δεν είχαν κατορθώσει όμως να προσφέρουν μια αυστηρή δικαιολόγηση των επιστημών —ιδίως της μηχανικής— ούτε της αυστηρής αντιστοιχίας που υπάρχει σε αυτές τις επιστήμες ανάμεσα στις γνώσεις μας, π.χ. στα θεωρήματα κ.λπ., και στην πραγματική συμπεριφορά των φαινομένων, π.χ. των μηχανικών. Κάποιες άλλες απόπειρες εξήγησης αυτής της σχέσης τις έχουμε ήδη δει στην επιστολή του Φεβρουαρίου του 1772 προς τον Herz, την οποία παραθέσαμε στις εισαγωγικές μας σελίδες· επομένως, δεν χρειάζεται να επιμείνουμε εδώ.
Σε αντίθεση, και μάλιστα σε ριζική αντίθεση προς όλες αυτές τις απόπειρες, ο Kant ακολουθεί έναν άλλο δρόμο. Η απόλυτη εγκυρότητα της ενότητας της σύνθεσης του αισθητού πολλαπλού θα εξασφαλιστεί ακριβώς από την επιστήμη που, στα μάτια του Kant και στην εποχή του Kant, θεωρούνταν η αυστηρότερη και η απολυτότερη: την τυπική λογική. Μόνο όταν κατέκτησε τη σύνδεση ανάμεσα στην ενότητα της σύνθεσης του πολλαπλού και στην τυπική λογική αισθάνθηκε ο Kant ότι είχε φτάσει σε εκείνο που του ήταν αναγκαίο για να προσδώσει επιστημονική ισχύ στο σύνθετο υλικό που επεξεργαζόταν εδώ και δέκα ή δώδεκα χρόνια. Μόλις ανακαλύπτει αυτή τη σύνδεση —ανακάλυψη που έγινε μόλις στο τέλος—, τη θεωρεί θεμελιώδη αρχή· και τη θέτει ως βάση όχι μόνο της ανακάλυψης όλων των καθαρών εννοιών ή κατηγοριών, αλλά προπάντων της απόλυτης, αυστηρής και αντικειμενικής εγκυρότητάς τους. Αφού κάνει αυτή την ανακάλυψη, την οποία θα εκθέσει στις λίγες σελίδες της μεταφυσικής παραγωγής, θα καταπιαστεί με τη συγγραφή της Κριτικής· και θα ρίξει στο χαρτί μέσα σε λίγους μήνες ένα υλικό που είχε επεξεργαστεί επί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, όπως έγραψε ο ίδιος στον Mendelssohn στις 18 Αυγούστου 1783: «Ολοκλήρωσα σε τέσσερις ή πέντε περίπου μήνες, σχεδόν πετώντας, το προϊόν του στοχασμού μιας χρονικής περιόδου τουλάχιστον δώδεκα ετών».
Με τον όρο «μεταφυσική παραγωγή» εννοούμε, επομένως, την απόδειξη ότι εκείνες οι κατηγορίες, οι οποίες κατόπιν, στην υπερβατολογική παραγωγή, τίθενται ως θεμέλιο της συνθετικής ενότητας του αισθητού πολλαπλού, πηγάζουν ακριβώς από εκείνη την τυπική λογική που ισχύει άνευ όρων και δεν εξαρτώνται από την υποκειμενική συγκρότηση των διαφορετικών ατόμων.
Προτού αρχίσει, με το Κεφάλαιο Ι —«Για τον οδηγητικό μίτο προς την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών της διάνοιας»—, τη μεταφυσική παραγωγή, ο Kant εφιστά την προσοχή σε ορισμένα σημεία: 1) ότι το «ιδιαίτερο έργο μιας υπερβατολογικής φιλοσοφίας» είναι να αποσυνθέσει ή να αναλύσει την ικανότητα της διάνοιας, για να αναζητήσει μέσα σε αυτή τη γένεση των εννοιών.
Αυτές οι έννοιες, που βρίσκονται σαν σπέρματα μέσα στην ανθρώπινη διάνοια και τις οποίες η ίδια η διάνοια αρχίζει να διερευνά, ονομάζονται ακριβέστερα κατηγορίες. Ο Kant τις ονομάζει επίσης καθαρές έννοιες. Είναι περιττό να πούμε ότι δεν πρέπει να συγχέονται με τις έννοιες γενικά —με τις εμπειρικές έννοιες ή με τις αφηρημένες έννοιες, π.χ. τις μαθηματικές, για να χρησιμοποιήσουμε μετακαντιανούς όρους. «Θα παρακολουθήσουμε λοιπόν», λέει ο Kant, «τις καθαρές έννοιες [ανατρέχοντας από την εμπειρική εμπειρία, μέσα στην οποία αυτές οι έννοιες είναι, ούτως ειπείν, αναμεμειγμένες και συγκεχυμένες] έως τα πρώτα τους σπέρματα και τις πρώτες τους δυνατότητες μέσα στην ανθρώπινη διάνοια, όπου βρίσκονται προδιατεθειμένες, μέχρις ότου τελικά… παρουσιάζονται στην ευκρίνειά τους» — μετάφραση περισσότερο κατά λέξη από εκείνη της ιταλικής έκδοσης. Και αυτές οι καθαρές έννοιες μπορούν να παρουσιαστούν στην ευκρίνειά τους μόνο αφού, «με τη δράση της ίδιας της διάνοιας [δηλαδή εκείνης της διάνοιας που περιέχει αυτές τις καθαρές έννοιες], [έχουν] απαλλαγεί από τις εμπειρικές συνθήκες που συνδέονται με αυτές». Αυτές οι εμπειρικές συνθήκες, που συνδέονται πάντοτε με τις κατηγορίες —επειδή συγκροτούν μαζί τους μια a priori σύνθεση, ή μάλλον επειδή συντίθενται ακριβώς από τις κατηγορίες—, είναι το πολλαπλό της αισθητικότητας εν γένει. Η παρενθετική φράση «ξεδιπλώθηκαν [καλύτερα: “αναπτύχθηκαν”] με αφορμή την εμπειρία» είναι σημαντική: σημαίνει ότι οι κατηγορίες δεν παραμένουν αδρανείς, αλλά, ακριβώς όπως τα σπέρματα, αναπτύσσονται δίνοντας γένεση στην εμπειρία. Επιπλέον, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε γνώση τους, αν δεν είχαν αναπτυχθεί και δεν είχαν σχηματίσει την υπόγεια δομή της εμπειρίας. Πρέπει όμως να προσέξουμε την έκφραση που χρησιμοποιεί ο Kant: «αναπτύχθηκαν με αφορμή την εμπειρία». Θα μπορούσε να φανεί ότι η εμπειρία είναι εξωτερική ή τυχαία σε σχέση με αυτές, ενώ γνωρίζουμε ότι οι κατηγορίες αποτελούν τον αναγκαίο κεντρικό σκελετό αυτών των εμπειριών. Θα έλεγα ότι αποτελούν την απαραίτητη σπονδυλική τους στήλη. Ίσως όμως εδώ ο Kant, ο οποίος χρησιμοποιεί, όπως πάντοτε, την εκθετική —αλλά όχι μόνο εκθετική— μέθοδο της απομόνωσης των στοιχείων που συνενώνονται στη σύνθεση, χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση για να τονίσει την απομόνωση στην οποία θέλει να υποβάλει τη διάνοια μέσω της ανάλυσης που ακολουθεί.
Μια διάνοια για την οποία λέει ότι είναι «μια αυτοτελής ενότητα, αυτάρκης». Και προχωρεί στη διερεύνηση των λειτουργιών αυτής της διάνοιας στην ευκρίνειά τους.
Για να ανατρέξουμε μέσα στη διάνοια έως τα πρώτα σπέρματα των καθαρών εννοιών —για να ανατρέξουμε δηλαδή στις πρώτες πηγές, στις απαρχές της γνώσης, όπως λέει στα Προλεγόμενα—, χρειάζεται ένας οδηγητικός μίτος: ένας μίτος που να είναι μια έννοια ή μια ιδέα ή μια αρχή —όροι που, σε αυτή την περίπτωση, είναι συνώνυμοι και χρησιμοποιούνται από τον Kant—· ένας μίτος που θα μας παρουσιάζει την ενότητα στις οργανικές της διαρθρώσεις. Χωρίς αυτή την ιδέα ή αρχή, θα είχαμε ένα «συσσωμάτωμα συγκροτημένο με δοκιμές», χωρίς οργανικότητα, και όχι έναν αληθινό οργανισμό. Αυτός ο μίτος, επομένως, 1) θα μας δώσει το σύνολο των διαρθρώσεων της διάνοιας, δηλαδή τον πλήρη πίνακα των κατηγοριών· 2) θα μας δείξει την παραγωγή τους από μία και μοναδική αρχή ή τη σύνδεσή τους με μία και μοναδική αρχή. Θα δείξει, δηλαδή, ότι δεν έχουν βρεθεί εμπειρικά, οπότε όλα θα μπορούσαν να εξαρτώνται «από την αυθαιρεσία ή την τύχη», αλλά ότι έχουν παραχθεί. Αυτός ο μίτος ή αυτή η αρχή είναι η λειτουργία της κρίσης και, ειδικότερα, η λειτουργία της ενότητας που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κρίσης.
Εξέταση του πρώτου τμήματος
«Για τη λογική χρήση της διάνοιας εν γένει»
Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Εξέταση της «Υπερβατολογικής Αναλυτικής»
Κεφάλαιο Ι — Αναλυτική των εννοιών
Η Αναλυτική των εννοιών διαιρείται σε δύο κεφάλαια άνισης έκτασης: το Κεφάλαιο Ι —πολύ σύντομο—, που έχει τον τίτλο «Για τον οδηγητικό μίτο προς την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών της διάνοιας», αφορά τη μεταφυσική παραγωγή· το Κεφάλαιο ΙΙ —πολύ εκτενές— αφορά την υπερβατολογική παραγωγή.
Ο Kant αποδίδει τη μέγιστη σημασία στη μεταφυσική παραγωγή [1], επειδή χρησιμεύει για να αποδειχθεί ότι οι κατηγορίες —και, κατά συνέπεια, η σύνθεση που επιτελείται από αυτές— είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γενική λογική· εξασφαλίζεται έτσι τόσο στις κατηγορίες όσο και στη σύνθεση η ίδια αυστηρότητα και η ίδια απολυτότητα που διαθέτει η γενική λογική.
Πράγματι, χωρίς αυτή τη σύνδεση με την τυπική λογική, η σύνθεση του αισθητού πολλαπλού θα μπορούσε να είναι μόνο ένας ψυχολογικός συνειρμός, ένας τυχαίος δεσμός. Και ο Kant γνωρίζει καλά ότι τέτοιοι συνειρμοί στερούνται αντικειμενικής ή επιστημονικής αξίας, όπως θέλει κανείς να την ονομάσει.
Δεν είχαν λείψει οι απόπειρες να δοθεί στα αισθήματά μας μια σύνδεση βασισμένη στον συνειρμό, στη φαντασία, στη συνήθεια, σε ένα έμφυτο ένστικτο κ.λπ. Δεν είχαν κατορθώσει όμως να προσφέρουν μια αυστηρή δικαιολόγηση των επιστημών —ιδίως της μηχανικής— ούτε της αυστηρής αντιστοιχίας που υπάρχει σε αυτές τις επιστήμες ανάμεσα στις γνώσεις μας, π.χ. στα θεωρήματα κ.λπ., και στην πραγματική συμπεριφορά των φαινομένων, π.χ. των μηχανικών. Κάποιες άλλες απόπειρες εξήγησης αυτής της σχέσης τις έχουμε ήδη δει στην επιστολή του Φεβρουαρίου του 1772 προς τον Herz, την οποία παραθέσαμε στις εισαγωγικές μας σελίδες· επομένως, δεν χρειάζεται να επιμείνουμε εδώ.
Σε αντίθεση, και μάλιστα σε ριζική αντίθεση προς όλες αυτές τις απόπειρες, ο Kant ακολουθεί έναν άλλο δρόμο. Η απόλυτη εγκυρότητα της ενότητας της σύνθεσης του αισθητού πολλαπλού θα εξασφαλιστεί ακριβώς από την επιστήμη που, στα μάτια του Kant και στην εποχή του Kant, θεωρούνταν η αυστηρότερη και η απολυτότερη: την τυπική λογική. Μόνο όταν κατέκτησε τη σύνδεση ανάμεσα στην ενότητα της σύνθεσης του πολλαπλού και στην τυπική λογική αισθάνθηκε ο Kant ότι είχε φτάσει σε εκείνο που του ήταν αναγκαίο για να προσδώσει επιστημονική ισχύ στο σύνθετο υλικό που επεξεργαζόταν εδώ και δέκα ή δώδεκα χρόνια. Μόλις ανακαλύπτει αυτή τη σύνδεση —ανακάλυψη που έγινε μόλις στο τέλος—, τη θεωρεί θεμελιώδη αρχή· και τη θέτει ως βάση όχι μόνο της ανακάλυψης όλων των καθαρών εννοιών ή κατηγοριών, αλλά προπάντων της απόλυτης, αυστηρής και αντικειμενικής εγκυρότητάς τους. Αφού κάνει αυτή την ανακάλυψη, την οποία θα εκθέσει στις λίγες σελίδες της μεταφυσικής παραγωγής, θα καταπιαστεί με τη συγγραφή της Κριτικής· και θα ρίξει στο χαρτί μέσα σε λίγους μήνες ένα υλικό που είχε επεξεργαστεί επί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια, όπως έγραψε ο ίδιος στον Mendelssohn στις 18 Αυγούστου 1783: «Ολοκλήρωσα σε τέσσερις ή πέντε περίπου μήνες, σχεδόν πετώντας, το προϊόν του στοχασμού μιας χρονικής περιόδου τουλάχιστον δώδεκα ετών».
Με τον όρο «μεταφυσική παραγωγή» εννοούμε, επομένως, την απόδειξη ότι εκείνες οι κατηγορίες, οι οποίες κατόπιν, στην υπερβατολογική παραγωγή, τίθενται ως θεμέλιο της συνθετικής ενότητας του αισθητού πολλαπλού, πηγάζουν ακριβώς από εκείνη την τυπική λογική που ισχύει άνευ όρων και δεν εξαρτώνται από την υποκειμενική συγκρότηση των διαφορετικών ατόμων.
Προτού αρχίσει, με το Κεφάλαιο Ι —«Για τον οδηγητικό μίτο προς την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών της διάνοιας»—, τη μεταφυσική παραγωγή, ο Kant εφιστά την προσοχή σε ορισμένα σημεία: 1) ότι το «ιδιαίτερο έργο μιας υπερβατολογικής φιλοσοφίας» είναι να αποσυνθέσει ή να αναλύσει την ικανότητα της διάνοιας, για να αναζητήσει μέσα σε αυτή τη γένεση των εννοιών.
Αυτές οι έννοιες, που βρίσκονται σαν σπέρματα μέσα στην ανθρώπινη διάνοια και τις οποίες η ίδια η διάνοια αρχίζει να διερευνά, ονομάζονται ακριβέστερα κατηγορίες. Ο Kant τις ονομάζει επίσης καθαρές έννοιες. Είναι περιττό να πούμε ότι δεν πρέπει να συγχέονται με τις έννοιες γενικά —με τις εμπειρικές έννοιες ή με τις αφηρημένες έννοιες, π.χ. τις μαθηματικές, για να χρησιμοποιήσουμε μετακαντιανούς όρους. «Θα παρακολουθήσουμε λοιπόν», λέει ο Kant, «τις καθαρές έννοιες [ανατρέχοντας από την εμπειρική εμπειρία, μέσα στην οποία αυτές οι έννοιες είναι, ούτως ειπείν, αναμεμειγμένες και συγκεχυμένες] έως τα πρώτα τους σπέρματα και τις πρώτες τους δυνατότητες μέσα στην ανθρώπινη διάνοια, όπου βρίσκονται προδιατεθειμένες, μέχρις ότου τελικά… παρουσιάζονται στην ευκρίνειά τους» — μετάφραση περισσότερο κατά λέξη από εκείνη της ιταλικής έκδοσης. Και αυτές οι καθαρές έννοιες μπορούν να παρουσιαστούν στην ευκρίνειά τους μόνο αφού, «με τη δράση της ίδιας της διάνοιας [δηλαδή εκείνης της διάνοιας που περιέχει αυτές τις καθαρές έννοιες], [έχουν] απαλλαγεί από τις εμπειρικές συνθήκες που συνδέονται με αυτές». Αυτές οι εμπειρικές συνθήκες, που συνδέονται πάντοτε με τις κατηγορίες —επειδή συγκροτούν μαζί τους μια a priori σύνθεση, ή μάλλον επειδή συντίθενται ακριβώς από τις κατηγορίες—, είναι το πολλαπλό της αισθητικότητας εν γένει. Η παρενθετική φράση «ξεδιπλώθηκαν [καλύτερα: “αναπτύχθηκαν”] με αφορμή την εμπειρία» είναι σημαντική: σημαίνει ότι οι κατηγορίες δεν παραμένουν αδρανείς, αλλά, ακριβώς όπως τα σπέρματα, αναπτύσσονται δίνοντας γένεση στην εμπειρία. Επιπλέον, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε γνώση τους, αν δεν είχαν αναπτυχθεί και δεν είχαν σχηματίσει την υπόγεια δομή της εμπειρίας. Πρέπει όμως να προσέξουμε την έκφραση που χρησιμοποιεί ο Kant: «αναπτύχθηκαν με αφορμή την εμπειρία». Θα μπορούσε να φανεί ότι η εμπειρία είναι εξωτερική ή τυχαία σε σχέση με αυτές, ενώ γνωρίζουμε ότι οι κατηγορίες αποτελούν τον αναγκαίο κεντρικό σκελετό αυτών των εμπειριών. Θα έλεγα ότι αποτελούν την απαραίτητη σπονδυλική τους στήλη. Ίσως όμως εδώ ο Kant, ο οποίος χρησιμοποιεί, όπως πάντοτε, την εκθετική —αλλά όχι μόνο εκθετική— μέθοδο της απομόνωσης των στοιχείων που συνενώνονται στη σύνθεση, χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση για να τονίσει την απομόνωση στην οποία θέλει να υποβάλει τη διάνοια μέσω της ανάλυσης που ακολουθεί.
Μια διάνοια για την οποία λέει ότι είναι «μια αυτοτελής ενότητα, αυτάρκης». Και προχωρεί στη διερεύνηση των λειτουργιών αυτής της διάνοιας στην ευκρίνειά τους.
Για να ανατρέξουμε μέσα στη διάνοια έως τα πρώτα σπέρματα των καθαρών εννοιών —για να ανατρέξουμε δηλαδή στις πρώτες πηγές, στις απαρχές της γνώσης, όπως λέει στα Προλεγόμενα—, χρειάζεται ένας οδηγητικός μίτος: ένας μίτος που να είναι μια έννοια ή μια ιδέα ή μια αρχή —όροι που, σε αυτή την περίπτωση, είναι συνώνυμοι και χρησιμοποιούνται από τον Kant—· ένας μίτος που θα μας παρουσιάζει την ενότητα στις οργανικές της διαρθρώσεις. Χωρίς αυτή την ιδέα ή αρχή, θα είχαμε ένα «συσσωμάτωμα συγκροτημένο με δοκιμές», χωρίς οργανικότητα, και όχι έναν αληθινό οργανισμό. Αυτός ο μίτος, επομένως, 1) θα μας δώσει το σύνολο των διαρθρώσεων της διάνοιας, δηλαδή τον πλήρη πίνακα των κατηγοριών· 2) θα μας δείξει την παραγωγή τους από μία και μοναδική αρχή ή τη σύνδεσή τους με μία και μοναδική αρχή. Θα δείξει, δηλαδή, ότι δεν έχουν βρεθεί εμπειρικά, οπότε όλα θα μπορούσαν να εξαρτώνται «από την αυθαιρεσία ή την τύχη», αλλά ότι έχουν παραχθεί. Αυτός ο μίτος ή αυτή η αρχή είναι η λειτουργία της κρίσης και, ειδικότερα, η λειτουργία της ενότητας που βρίσκεται στην καρδιά κάθε κρίσης.
Εξέταση του πρώτου τμήματος
«Για τη λογική χρήση της διάνοιας εν γένει»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου