Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Γεώργιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, Η συνομιλία του με τα είδωλα

 

Θαυμαστές Διηγήσεις
23.04.2025
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Τότε τινές των αρχόντων του παλατίου είπον προς τον βασιλέα·
«Βασιλεύ Διοκλητιανέ, ο Γεώργιος, αν και εν τη φυλακή κεκλεισμένος, αναστατώνει το πλήθος και πολλούς εκ των ειδωλολατρών με τας μαγείας του έκαμε Χριστιανούς· λοιπόν η ας καταπεισθή εις τον ορισμόν σου και να ζήση ή, αν εξακολουθή να παραμένη εχθρός σου, ας θανατωθή το συντομώτερον».

Ο δε βασιλεύς ηρώτησε περί του πρακτέου τον επίτροπόν του Μαγνέντιον και εκείνος του είπε·
«Αύριον, βασιλεύ, να κάμης τελείαν ανάκρισιν εις τον ναόν του θεού Απόλλωνος».

Κατά δε την νύκτα εκείνην, ενώ ο Άγιος προσηύχετο, εκοιμήθη· και τότε βλέπει καθ’ ύπνον τον Χριστόν, όστις τον ησπάζετο και του έθετε στέφανον εις την κεφαλήν λέγων·
«Μη φοβού, Γεώργιε, αλλά θάρσει· διότι από της σήμερον αξιούσαι να βασιλεύης μετ’ εμού· λοιπόν, μη αργήσης, αλλά ταχέως ελθέ προς εμέ, ίνα απολαύσης τα ητοιμασμένα σοι αγαθά».
[…]
Ο δε παρανομώτατος βασιλεύς Διοκλητιανός, το πρωΐ, όταν εξημέρωσεν, ήλθεν εις τον ναόν του Απόλλωνος, ίνα έξωθι αυτού [έξω από αυτόν] κάμη την εξέτασιν, προσέταξε δε να φέρουν εκεί και τον Άγιον.

Τούτου δε γενομένου είπε προς αυτόν ο βασιλεύς με πολλήν ημερότητα και ταπείνωσιν·
«Δεν είναι, Γεώργιε, μεγάλη φιλανθρωπία και πολλή καλωσύνη αυτό το οποίον κάμνω εγώ, να αναμένω δηλαδή την μετάνοιάν σου και να μη σε θανατώνω; Ναι, εις την δύναμιν των μεγάλων θεών, διά την νεότητά σου και διά την ανδρείαν σου λυπούμαι να σε θανατώσω. Διότι επιθυμώ, εάν μετανοήσης, να σε τιμήσω, να σε δοξάσω και να σε κάμω συγκάθεδρον της βασιλείας μου. Ειπέ μου λοιπόν και συ την γνώμην σου· τι σκέπτεσαι»;

Ο Άγιος απεκρίθη·
«Έπρεπε, βασιλεύ, αυτήν την αγάπην, την οποίαν δεικνύεις τώρα, να την είχες δείξει πρωτύτερα, ώστε να μη με εβασάνιζες τόσον απάνθρωπα».

Ο βασιλεύς ως ήκουσε τον λόγον τούτον εχάρη και λέγει προς τον Άγιον·
«Αν θελήσης να με κάμης πατέρα σου και να μου χαρίσης την χαράν αυτήν, εγώ θέλω σε ανταμείψει με πλούσια χαρίσματα».

Απεκρίθη ο Άγιος·
«Αν ορίζης, βασιλεύ, ελθέ να εισέλθωμεν εις τον ναόν, ίνα ίδω τους θεούς σου».

Ευθύς τότε ο βασιλεύς επρόσταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν, ενώ το πλήθος από την χαράν του επολυχρόνιζον τον βασιλέα. Εισήλθον δε όλοι εις τον βωμόν και ανέμενον να ίδουν τι θέλει πράξει ο Άγιος.

Τότε ο του Χριστού Μάρτυς Γεώργιος ήγειρε την δεξιάν του χείρα προς το είδωλον του Απόλλωνος και είπε·
«Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να λάβης, ως θεός, από εμέ θυσίαν»;

Ομού δε με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν του· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, διά φωνής, μεγάλης εβόησε·
«Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε άλλος τις από ημάς, μόνον αυτός τον οποίον συ κηρύττεις είναι Θεός αληθινός. Ημείς είμεθα άλλοτε Άγγελοι και λόγω της υπερηφανείας μας εγίναμεν διάβολοι, από τότε δε περιπαίζομεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούσιν ως θεούς».

Λέγει τότε ο Άγιος·
«Διατί λοιπόν παραμένετε τώρα εδώ, όπου παρευρίσκομαι και εγώ ο δούλος του αληθινού Θεού»;

Παρευθύς τότε με τον λόγον του Αγίου βοή και σύγχυσις και κλαυθμοί ηκούσθησαν προερχόμενοι από τα είδωλα του βωμού, καταπεσόντα δε ταύτα εις την γην συνετρίβησαν εις τεμάχια. Τότε τινές των ιερέων του ναού και άλλοι εκ του πλήθους ήρπασαν τον Άγιον από τον βωμόν και δέροντες και ωθούντες τον εξέβαλον έξω, κράζοντες προς τον βασιλέα·
«Φόνευσε αυτόν τον μιαρόν και πλάνον, φόνευσέ τον πριν κατακρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ».

Τότε η βοή από τας κραυγάς του πλήθους έφθασε μέχρι του παλατίου. Ακούσασα δε ταύτας τι βασίλισσα Αλεξάνδρα δεν ηδυνήθη πλέον να κρατή την Πίστιν της μυστικήν και ηθέλησε να την αποκαλύψη. Ευθύς λοιπόν τρέχει δρομαίως προς τον ναόν του Απόλλωνος, μη δυναμένη δε να διασχίση το πλήθος, έκραζε λέγουσα· «Ο Θεός του Γεωργίου βοήθει μοι, ότι Συ είσαι μόνος Θεός αληθινός».

Όταν δε το πλήθος ησύχασεν, εκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον και μετά πολλού θυμού του είπεν·
«Αυτή είναι η ευγλωμοσύνη σου, κακή κεφαλή; Κατ’ αυτόν τον τρόπον έμαθες να θυσιάζης εις τους θεούς;».

Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ναι, ανόητε βασιλεύ, έμαθα να καταφρονώ τους θεούς, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να σώσουν τους εαυτούς των από τον αφανισμόν».

Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος 4ος.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος: Ο Ναός κι ο τάφος του στην Λύδδα

Ὡς τῶν αἰχμαλώτων (απ' την Νέα Τάξη) ἐλευθερωτὴς καὶ τῶν πτωχῶν (Ελλήνων απ' την τρόικα) ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός,(Μαρμαρωμένων) βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρεσβεῦε Χριστῷ Τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν.
 

Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου μαρτυρεί την ακμή του Χριστιανισμού στη Λύδδα, που ήταν επισκοπή και μετέπειτα αρχιεπισκοπή.Σήμερα υπάρχει (τιτουλάριος) αρχιεπίσκοπος Λύδδης, που διαμένει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στη Λύδδα διαμένει ο ηγούμενος της Μονής.
Μέχρι σήμερα επικρατούσε η γνώμη ότι η Λύδδα είχε κτιστεί από τη φυλή του Βενιαμίν, αλλά από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύεται ότι η Λύδδα είναι κτισμένη από τους Αιγυπτίους. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Λοντ (LOD) και οι Άραβες Λιντ (LID).
Ο Δημήτριος Νικάτωρ απέσπασε την Λύδδα από τη Σαμάρεια και την κατέταξε στην Ιουδαία. Μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρος, ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κάσσιος, αφού τυράννησε για αρκετό χρόνο τους κατοίκους της Παλαιστίνης πούλησε τους κατοίκους της Λύδδας ως δούλους, αυτοί όμως δεν άργησαν να απελευθερωθούν και να επανέλθουν στην πόλη τους, κατόπιν διατάγματος του Αντωνίου.
Η Καινή Διαθήκη αναφέρει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού Αινέα στη Λύδδα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. θ’ 32-35).
Μετά το Χριστό ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε από τη Λύδδα και την κατεδάφισε αλλά μετά λίγο χρόνο η πόλη επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση, όπως φαίνεται, επειδή στη μεταγενέστερη Ιουδαία γίνεται έδρα τοπάρχου, που παραδόθηκε.
Καθώς πολλές πόλεις επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας μετονομάστηκαν, έτσι και η λύδδα πήρε το όνομα Διόσπολις, προς τιμή του Δία. Και το όνομα υπάρχει στα νομίσματα, που χαράχθηκαν επί Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα.
Η Λύδδα των πρώτων Χριστιανικών αιώνων ήταν έδρα επισκόπου υπό το Μητροπολίτη Καισαρείας, αλλά έπειτα έγινε Αρχιεπισκοπή.
Στη Λύδδα έγινε η σύνοδος κατά του Πελαγίου, το 415, που έλεγε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τα έργα του, χωρίς να έχει ανάγκη της θείας χάριτος.
Ποιος έκτισε το ναό του Αγίου Γεωργίου δε γνωρίζουμεν ακριβώς, επειδή δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Άλλοι αναφέρουν ως κτίτορα το Μέγα Κωνσταντίνο, κυρίως οι συναξαριστές, και άλλοι τον Ιουστινιανό. Ο επίσκοπος Τύρου, Γουλιέλμος, λέγει ότι ο ναός κτίστηκε από τον Ιουστινιανό, αλλά ο ιστορικός Προκόπιος, που έγραψε περί των κτισμάτων του Ιουστινιανού, δεν αναφέρει τίποτα. Στους πρώτους πάντως χριστιανικούς αυτούς αιώνες πήρε η Λύδδα και το όνομα Γεωργιούπολις προς τιμή του Αγίου, και όπως αναφέρουν οι συναξαριστές, στις 3 Νοεμβρίου, έγιναν τα εγκαίνια του ναού.
Επί Χοσρόη, το 614 μ.Χ., ο ναός του Αγίου Γεωργίου δεν έπαθε καμμιά καταστροφή, επειδή οι Πέρσες περιορίστηκαν να φθάσουν μέχρι την Ιερουσαλήμ.
Επί Μουσουλμανικής κυριαρχίας, τον 8ον αι., ο Σουλεϊμάν, ο υιός του Χαλίφη Αβδού Ελ Μάλεκ, κατεδάφισε τη Λύδδα αλλά το ναό του Αγίου Γεωργίου τον άφησε ανέπαφο, επειδή οι Μωαμεθανοί σέβονται τον Άγιο και του έχουν δώσει το όνομα Χάντερ (HADER), που σημαίνει πράσινος.
Επί Χαλίφου Χάκεμ, , το 1010 μ.Χ., ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών, και καταστράφηκε ο ναός της Λύδδας, αλλά πριν την έλευση των Σταυροφόρων τον ανακαίνισε κατ’ άλλους ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ή οι εντόπιοι με τη βοήθεια των Βυζαντινών και κατ’ άλλους ο Στέφανος της Ουγγαρίας.
Αναφέρεται ότι μετά την καταστροφή του Χάκεμ και την ανακαίνιση του ναού, έγινε άλλη μία καταστροφή από τους Μωαμεθανούς στο ναό, και τον ανακαίνισαν οι Σταυροφόροι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή μετά τη μάχη της Αντιοχείας, οι σταυροφόροι ήλθαν στη Λύδδα για να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Άγιο Γεώργιο, που τους βοήθησε. Εκεί βρήκαν μεγαλοπρεπή ναό, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής εκείνης. Μόνο ο Γουλιέλμος, αρχηγός των Σταυροφόρων, αναφέρει ότι λίγο πριν την έλευση των Σταυροφόρων, οι Μωαμεθανοί κατέστρεψαν το ναό, αλλά αυτό αντιφάσκει με τα προαναφερθέντα.
Σε όλη την διάρκεια του Σταυροφοριακού βασιλείου η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις ήταν υπό τους Σταυροφόρους.
Το Λατινικό Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ κατά τα πρώτα έτη της επικρατήσεως των Σταυροφόρων, απετελείτο από την Ιερουσαλήμ, την Ιόππη (Γιάφφα), και τη Λύδδα.
Ο Ιωάννης ο Φωκάς, το 1185, ήλθε στη Λύδδα και γράφει για το ναό του Αγίου Γεωργίου ότι κάτω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο τάφος του Αγίου, όπως του είπαν οι κληρικοί του ναού. Ο Λατίνος επίσκοπος έβγαλε τις πλάκες του ναού και βρήκε το σπήλαιο, που ήταν ο τάφος του Αγίου Γεωργίου, αφού προηγουμένως ο τάφος δεν φαινόταν και οι προσκυνητές προσκυνούσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο άνθρωποι προσπάθησαν να σηκώσουν την πλάκα του τάφου, αλλά βγήκε φωτιά, που άφησε τον ένα ημικαή και τον άλλο πεθαμένο.
Μετά τη μάχη της Χαττήν, η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις, ήλθαν στα χέρια των Μωαμεθανών, με αρχηγό τον Σαλαχεντίν, οι οποίοι κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου.
Το 1191 μ.Χ., το ίδιο έτος της καταστροφής, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανά τη Λύδδα, και επισκεύασε το ναό και ήλθε σε συνθηκολόγηση με τον αρχηγό των Μωαμεθανών, Σαλαχεντίν, αλλά η συνθήκη δεν κράτησε πολύ, επειδή το 1291 οι Σαρακηνοί έδιωξαν τους Σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου της Λύδδας.
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου έμεινε κατεστραμμένος έως το 1349 μ.Χ., οπότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Κατακουζηνός, έστειλε πρέσβεις στο Σουλτάνο της Αιγύπτου, Νασρεντίν Χασάν Ίμπιν Ελ Νάσσερ, για την ανακαίνιση των ιερών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης, όπως και ανακαινίσθηκαν.
Το 1442, ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών της Παλαιστίνης επί Σουλτάνου της Αιγύπτου Αλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, που κατέστρεψε το ναό και το δυτικό μέρος το μετέτρεψε σε τζαμί. Τότε επίσης πρέπει να πήρε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και χρησιμοποίησε πέτρες της Εκκλησίας για την κατασκευή της γέφυρας του Ντάχερ.
Όπως φαίνεται από την Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, ο ναός του Αγίου Γεωργίου ανακαινίστηκε μετά το 1517 επί Σουλτάνου Σελήμ του Α’, που έδιωξε τους Μαμελούκους και έδωσε ελευθερία για την εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων στους Χριστιανούς.
Για την τελευταία καταστροφή του ναού του Αγίου Γεωργίου δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά υπάρχουν δύο πιθανότητες. Η πρώτη είναι ότι στις αρχές του 19ου αι. καταστράφηκε από τους γενίτσαρους, επειδή τότε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έπαθε μεγάλο πλήγμα από εκείνους.
Η δεύτερη είναι όταν το 1837 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό, που έγινε στην περιοχή, εξαιτίας του οποίου έπεσε η σκεπή του ναού και το ιερό του Παρεκκλησίου των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Το 1871, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Κύριλλος ο Β’, ανακαίνισε το ναό και επιπλέον μαρμαρόστρωσε το πάτωμα και τον τάφο του Αγίου Γεωργίου. Εκείνη η ανακαίνιση ήταν η τελευταία. Έκτοτε γίνονται μικρές ανακαινίσεις.
0205geo (1).jpg
0205geo (2).jpg
0205geo (3).JPG
0205geo (4).jpg
0205geo (5).jpg
0205geo (6).jpg
0205geo (7).jpg
0205geo (8).jpg
0205geo (9).jpg


Αναβλύζει Άγιο μύρο και λάδι και βρισκεται στην πολη
(στα ελληνικα) Λύδδα της Παλαιστίνης και είναι ο πάνσεπτος τάφος του Αγ Γεωργίου...

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, Η συνομιλία του με τα είδωλα



Θαυμαστές Διηγήσεις
23.04.2025
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Τότε τινές των αρχόντων του παλατίου είπον προς τον βασιλέα·
«Βασιλεύ Διοκλητιανέ, ο Γεώργιος, αν και εν τη φυλακή κεκλεισμένος, αναστατώνει το πλήθος και πολλούς εκ των ειδωλολατρών με τας μαγείας του έκαμε Χριστιανούς· λοιπόν η ας καταπεισθή εις τον ορισμόν σου και να ζήση ή, αν εξακολουθή να παραμένη εχθρός σου, ας θανατωθή το συντομώτερον».

Ο δε βασιλεύς ηρώτησε περί του πρακτέου τον επίτροπόν του Μαγνέντιον και εκείνος του είπε·
«Αύριον, βασιλεύ, να κάμης τελείαν ανάκρισιν εις τον ναόν του θεού Απόλλωνος».

Κατά δε την νύκτα εκείνην, ενώ ο Άγιος προσηύχετο, εκοιμήθη· και τότε βλέπει καθ’ ύπνον τον Χριστόν, όστις τον ησπάζετο και του έθετε στέφανον εις την κεφαλήν λέγων·
«Μη φοβού, Γεώργιε, αλλά θάρσει· διότι από της σήμερον αξιούσαι να βασιλεύης μετ’ εμού· λοιπόν, μη αργήσης, αλλά ταχέως ελθέ προς εμέ, ίνα απολαύσης τα ητοιμασμένα σοι αγαθά».

[…]

Ο δε παρανομώτατος βασιλεύς Διοκλητιανός, το πρωΐ, όταν εξημέρωσεν, ήλθεν εις τον ναόν του Απόλλωνος, ίνα έξωθι αυτού [έξω από αυτόν] κάμη την εξέτασιν, προσέταξε δε να φέρουν εκεί και τον Άγιον.

Τούτου δε γενομένου είπε προς αυτόν ο βασιλεύς με πολλήν ημερότητα και ταπείνωσιν·
«Δεν είναι, Γεώργιε, μεγάλη φιλανθρωπία και πολλή καλωσύνη αυτό το οποίον κάμνω εγώ, να αναμένω δηλαδή την μετάνοιάν σου και να μη σε θανατώνω; Ναι, εις την δύναμιν των μεγάλων θεών, διά την νεότητά σου και διά την ανδρείαν σου λυπούμαι να σε θανατώσω. Διότι επιθυμώ, εάν μετανοήσης, να σε τιμήσω, να σε δοξάσω και να σε κάμω συγκάθεδρον της βασιλείας μου. Ειπέ μου λοιπόν και συ την γνώμην σου· τι σκέπτεσαι»;

Ο Άγιος απεκρίθη·
«Έπρεπε, βασιλεύ, αυτήν την αγάπην, την οποίαν δεικνύεις τώρα, να την είχες δείξει πρωτύτερα, ώστε να μη με εβασάνιζες τόσον απάνθρωπα».

Ο βασιλεύς ως ήκουσε τον λόγον τούτον εχάρη και λέγει προς τον Άγιον·
«Αν θελήσης να με κάμης πατέρα σου και να μου χαρίσης την χαράν αυτήν, εγώ θέλω σε ανταμείψει με πλούσια χαρίσματα».

Απεκρίθη ο Άγιος·
«Αν ορίζης, βασιλεύ, ελθέ να εισέλθωμεν εις τον ναόν, ίνα ίδω τους θεούς σου».

Ευθύς τότε ο βασιλεύς επρόσταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν, ενώ το πλήθος από την χαράν του επολυχρόνιζον τον βασιλέα. Εισήλθον δε όλοι εις τον βωμόν και ανέμενον να ίδουν τι θέλει πράξει ο Άγιος.

Τότε ο του Χριστού Μάρτυς Γεώργιος ήγειρε την δεξιάν του χείρα προς το είδωλον του Απόλλωνος και είπε·
«Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να λάβης, ως θεός, από εμέ θυσίαν»;

Ομού δε με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν του· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, διά φωνής, μεγάλης εβόησε·
«Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε άλλος τις από ημάς, μόνον αυτός τον οποίον συ κηρύττεις είναι Θεός αληθινός. Ημείς είμεθα άλλοτε Άγγελοι και λόγω της υπερηφανείας μας εγίναμεν διάβολοι, από τότε δε περιπαίζομεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούσιν ως θεούς».

Λέγει τότε ο Άγιος·
«Διατί λοιπόν παραμένετε τώρα εδώ, όπου παρευρίσκομαι και εγώ ο δούλος του αληθινού Θεού»;

Παρευθύς τότε με τον λόγον του Αγίου βοή και σύγχυσις και κλαυθμοί ηκούσθησαν προερχόμενοι από τα είδωλα του βωμού, καταπεσόντα δε ταύτα εις την γην συνετρίβησαν εις τεμάχια. Τότε τινές των ιερέων του ναού και άλλοι εκ του πλήθους ήρπασαν τον Άγιον από τον βωμόν και δέροντες και ωθούντες τον εξέβαλον έξω, κράζοντες προς τον βασιλέα·
«Φόνευσε αυτόν τον μιαρόν και πλάνον, φόνευσέ τον πριν κατακρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ».

Τότε η βοή από τας κραυγάς του πλήθους έφθασε μέχρι του παλατίου. Ακούσασα δε ταύτας τι βασίλισσα Αλεξάνδρα δεν ηδυνήθη πλέον να κρατή την Πίστιν της μυστικήν και ηθέλησε να την αποκαλύψη. Ευθύς λοιπόν τρέχει δρομαίως προς τον ναόν του Απόλλωνος, μη δυναμένη δε να διασχίση το πλήθος, έκραζε λέγουσα· «Ο Θεός του Γεωργίου βοήθει μοι, ότι Συ είσαι μόνος Θεός αληθινός».

Όταν δε το πλήθος ησύχασεν, εκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον και μετά πολλού θυμού του είπεν·
«Αυτή είναι η ευγλωμοσύνη σου, κακή κεφαλή; Κατ’ αυτόν τον τρόπον έμαθες να θυσιάζης εις τους θεούς;».

Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ναι, ανόητε βασιλεύ, έμαθα να καταφρονώ τους θεούς, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να σώσουν τους εαυτούς των από τον αφανισμόν».

Απόσπασμα από τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», μήνας Απρίλιος, τόμος 4ος.

Ομιλία στον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους).

Ο άγιος Γεώργιος είναι ένας κατ’ εξοχήν αναστημένος άνθρωπος του Θεού και θυσιάζει όλη του την ζωή την καλομαθημένη. Και το μαρτύριό του ήταν μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού, όπως άλλωστε και όλη του η ζωή ήταν και αυτή μία φανέρωση του Σταυρού και της Αναστάσεως του Κυρίου. Γι’ αυτό και η Εκκλησία καθιέρωσε, και όταν ακόμα η μνήμη του συμπίπτει με την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, να μετατίθεται και να εορτάζεται πάντοτε στην Πασχάλια περίοδο. Συνέδραμε με την Ανάσταση του Κυρίου, λέγουν κάποιοι ύμνοι, και η μνήμη του Μεγαλομάρτυρος. Και μαζί με το έαρ το υλικό, την άνοιξη της φύσεως, ήρθε και το έαρ το πνευματικό, της Αναστάσεως του Χριστού και της μνήμης του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου αγίου Γεωργίου.

Κάθε ένας Άγιος –και ο άγιος Γεώργιος– είναι μία απόδειξη του Αναστάντος Χριστού. Διότι, εάν ο Χριστός δεν ανίστατο εκ των νεκρών, οι άγιοι Μάρτυρες δεν θα καταφρονούσαν τον θάνατο. Με την δύναμη του Αναστάντος Κυρίου καταφρόνησαν όχι μόνο τον θάνατο αλλά και τα ανείπωτα κολαστήρια, τα βασανιστήρια εκείνα τα φρικτά, τα οποία εμείς ασθενούμε και μόνο που τα διαβάζουμε ή τα ακούμε. Αλλά εκείνοι τα υπέμειναν καρτερικότατα.


Γι’ αυτό ο άγιος Γεώργιος, που κατ’ εξοχήν άσκησε την καρτερία, την υπομονή στα βασανιστήρια για την αγάπη του Χριστού, για τον θείο έρωτα ο οποίος έκαιγε στην καρδιά του, χαρακτηρίζεται από τους ύμνους της Εκκλησίας μας ως «νοερός αδάμας της καρτερίας» και ως γενναιότατος «αθλητής» και «στρατιώτης» του Χριστού μας. Γι’ αυτό σήμερα εορτάζουμε τον άγιο Γεώργιο, τον Αναστάσιμο άγιο Γεώργιο, μέσα στην Αναστάσιμη χαρά της μεγάλης αυτής και λαμπρής ημέρας, της Πανηγύρεως των Πανηγύρεων και της Βασιλίδος των Εορτών, του Αγίου Πάσχα της Πίστεώς μας. Και έχουμε προεξάρχοντα τον άγιο Γεώργιο στην πανήγυρή μας και στην χαρά μας.

Τον ευχαριστούμε, διότι με την αγάπη του προς τον Χριστό, με τον πόθο του προς τον Χριστό, με την αφοσίωση του στον Χριστό, με τον θείο έρωτά του προς τον Χριστό, έγινε ο οδηγός μας προς την αγάπη του Χριστού μας.

Νομίζω, πατέρες και αδελφοί Χριστιανοί, ότι κάθε φορά που εορτάζουμε τους Μάρτυρες, και σήμερα τον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, και μία ευχαριστία βαθιά πρέπει να κατέχει την ψυχή μας γι’ αυτό που οι μάρτυρες προσφέρουν σε εμάς. Αλλά και μία ικεσία προς τον Χριστό με την πρεσβεία των Αγίων: “Κύριε, δώσε μας την Χάρη σου, δια πρεσβειών του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, να σε αγαπήσουμε και εμείς όπως ο άγιος Γεώργιος σε αγάπησε, όπως οι Άγιοί σου σε αγάπησαν”.

Γιατί πράγματι, νομίζω, ότι αν εξετάσουμε όλη την ζωή μας, θα δούμε ότι, πέρα από τις μικρές ή μεγάλες αμαρτίες μας, εκείνο που περισσότερο από όλα μας λείπει είναι μία ζωντανή αγάπη προς τον Χριστό μας, ένας έρως προς τον Χριστό μας· αυτό που χαρακτηρίζει όλους τους Αγίους. Γιατί το κοινό χαρακτηριστικό όλων των Αγίων είναι αυτός ο θείος έρως. Αυτός ο θείος πόθος, ο οποίος κατέφλεγε τα στήθη τους και δεν τους άφηνε να ησυχάσουν, έως ότου προσφέρονταν ως θυσία, ως ολοκαυτώματα ιερά προς τον αγαπώμενο Κύριο.

Και γι’ αυτό, το μαρτύριο και τα βασανιστήρια και τα κολαστήρια και τους μύριους και φρικτούς θανάτους όχι μόνο δεν τα φοβούνταν αλλά και τα επιζητούσαν, για να εκπληρώσουν και να εκφράσουν με αυτά την αγάπη τους προς τον Σωτήρα Χριστό, τον έρωτά τους προς τον Νυμφίο της ψυχής των. Και όταν δεν ερχόταν το μαρτύριο, στεναχωρούνταν, διότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν με τόση τελειότητα, με όση το μαρτύριο δίνει την ευκαιρία, την αγάπη τους προς τον Χριστό.

Τι να πούμε εμείς, που τόσο πολύ απέχουμε από το να αγαπούμε τον Χριστό, όπως τον αγαπούσαν οι άγιοι Μάρτυρες και ο άγιος Γεώργιος; Γι’ αυτό, ας ευχηθούμε όλοι, η πρεσβεία του αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου προς τον Κύριο αυτή να είναι: Να δώσει και σε μας πόθο Χριστού, αγάπη Χριστού, έρωτα Χριστού.

Θυμάστε εκεί που λέγει στο μαρτύριό του, ότι, όταν μεταξύ των άλλων βασανιστηρίων τού φόρεσαν τα πυρακτωμένα σιδηρά υποδήματα, τα οποία από μέσα είχαν και καρφιά, και τον διέταξαν να τρέχει, ο άγιος Γεώργιος περιχαρής έτρεχε και έλεγε: «Τρέχε, Γεώργιε, να φθάσεις τον ποθούμενο Κύριο».

Ας το κάνουμε ο καθένας για τον εαυτό του. “Τρέχε, Νικόλαε, Βασίλειε, Δημήτριε –ο καθένας ό,τι όνομα έχει– να φθάσεις τον ποθούμενο Κύριο”. Τι ωραίο πράγμα όλη μας η ζωή να γίνει ένα τρέξιμο, ένας πόθος, μία ανάβαση προς τον ποθούμενο Κύριο!

Ο Κύριος να είναι όντως ποθούμενος για μας. Και όλη μας η ζωή να είναι όχι απλώς μία πορεία προς τον Κύριο, αλλά ένα τρέξιμο, μία ζωντανή νοσταλγία και μία ανύψωσή μας με πολύ πόθο προς τον Χριστό.

(1983)

[Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές Αγίων (των ετών 1981-1991) Β’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2016, σελ. 180] (Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Ομιλία στον άγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους). | ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ

ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΜΕ ΣΤΟΥΣ ΣΧΕΤΙΚΟΥΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπαΚαὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Λόγος στην ημέρα της μνήμης του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (Άγιος Λουκάς αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)

«Δικαίων δέ ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ, καί οὐ μή ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολομ. 3, 1).
Πώς λοιπόν αυτό το μαρτύριο δεν άγγιξε τον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο; Πώς το μαρτύριο δεν άγγιξε τα πλήθη των μαρτύρων;

Από τους βίους των αγίων είναι γνωστό ότι υπήρξε πλήθος μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένου και του αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, οι οποίοι δεν ένιωθαν τα μαρτύριά τους.

Αυτό πιθανό να σας φαίνεται παράδοξο, αδύνατο, όμως είναι ένα γεγονός το οποίο δεν αφορά μόνο τους μάρτυρες. Αυτό το γεγονός είναι αρκετά γνωστό στην ιστορία: όταν κατά τον Μεσαίωνα υπέβαλλαν σε μαρτύρια τις δύστυχες γυναίκες, τις οποίες θεωρούσαν μάγισσες, τότε συχνά παρατηρείτο ότι κατά τη διάρκεια των μαρτυρίων αυτές οι δύστυχες έπεφταν σε κατάσταση μακαριότητας. Στην αρχή φώναζαν, βασανίζονταν, υπέφεραν, μετά, όταν τα μαρτύρια εντείνονταν, γίνονταν αφόρητα, το πρόσωπό τους φωτιζόταν με το αίσθημα της μακαριότητας, δεν ένιωθαν τα μαρτύρια.

Τον μεγάλο άγιο, τη μνήμη του οποίου εορτάζουμε τώρα, τον Άγιο Γεώργιο τον Τροπαιοφόρο, δεν τον έθιξε το μαρτύριο, ο ίδιος δεν ένιωθε τα μαρτύρια.

«Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καί ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν καί ἡ ἀφ’ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καί γάρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων, ἐάν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπίς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης˙ καί ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεός ἐπείρασεν αὐτούς καί εὗρεν αὐτούς ἀξιους ἑαυτοῦ˙ καί ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς» (Σοφ. Σολομ. 3, 2-6). Επειδή για τον Κύριο Ιησού Χριστό αρκούσε μόνο η αποφασιστικότητα τους να υποφέρουν για το άγιο όνομά Του τα πλέον φοβερά και φρικτά μαρτύρια, τα ίδια τα μαρτύρια δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Γιατί ο Κύριος γνώριζε ότι είχαν την αποφασιστικότητα να υπομείνουν αυτά τα μαρτύρια. Διότι ο Κύριος εκτιμά τις προθέσεις μας, τις ειλικρινείς προθέσεις, όχι λιγότερο από τα έργα μας.

Γνωρίζουμε από τους βίους πολλών αγίων ότι όταν τους οδηγούσαν στον θάνατο, πέθαιναν πριν από την εκτέλεση. Έτσι συνέβη και με την γυναίκα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, ενός από τους πιο άσπονδους διώκτες των χριστιανών. Εκπληττόμενη από τα ασυνήθιστα θαύματα του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, τα οποία συνόδευαν τα μαρτύριά του, η γυναίκα του αυτοκράτορα, Αλεξάνδρα, πίστεψε στον Χριστό με όλη της την καρδιά και ομολόγησε ενώπιον του άσπλαχνου συζύγου, την πίστη της. Και ο Διοκλητιανός δεν σταμάτησε πριν παραδώσει και αυτή στην εκτέλεση.

Μετά τα φοβερά μαρτύρια, στα οποία υποβλήθηκε για την ομολογία της πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό, αφού ο Διοκλητιανός βεβαιώθηκε για την ανυποχώρητη στάση της, διέταξε να την αποκεφαλίσουν και να την σύρουν στην εκτέλεση έξω από την πόλη. Όμως η Αλεξάνδρα στην πορεία εξαντλήθηκε, κάθισε σε μια πέτρα στην άκρη του δρόμου και πέθανε.

Έτσι πέθαιναν, ενώ δεν είχαν υποβληθεί στα τελευταία επιθανάτια μαρτύρια και στην εκτέλεση, πέθαιναν από φυσικό θάνατο πολλοί μάρτυρες. Έτσι συνέβη και με πολλούς άλλους, οι οποίοι ομολόγησαν το όνομα του Χριστού. Η Εκκλησία τους κατέταξε στην κατηγορία των αγίων μαρτύρων.

Οι λόγοι της Αγίας Γραφής πραγματοποιήθηκαν σε πάρα πολλούς αγίους και μεγαλομάρτυρες και στους ίδιους τους αποστόλους.
«Δικαίων δέ ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ, καί οὐ μή ἅψηται αὐτῶν βάσανος».

Δε τους έθιξε το μαρτύριο και ασφαλώς θα απέχουν από τα μαρτύρια και στην αιώνια ζωή, στην αιώνια μακαριότητα, την οποία αξιώθηκαν με την αφοσίωσή τους στον Χριστό. Στα μάτια των βασανιστών πολλές φορές φαίνονταν νεκροί, όμως αυτοί ήταν ζωντανοί. Συχνά συνέβαινε, κατά τη διάρκεια των φοβερών βασανιστηρίων των μαρτύρων, να τους θεωρούν ήδη νεκρούς, όμως ο Κύριος τους γιάτρευε.

Έτσι συνέβη και με τον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο: φαινόταν ήδη νεκρός, ήταν εντελώς εξουθενωμένος. Πίστεψαν ότι πέθανε στην φυλακή, όπου τον έριξαν και παραξενεύτηκαν πάρα πολύ όταν έμαθαν ότι είναι ζωνταντός.
Όπως είπε ο απόστολος Παύλος: «Τό γάρ παραυτίκα ἐλαφρόν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ’ ὑπερβολήν εἰς ὑπερβολήν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμίν» (Β’ Κορ. 4, 17).

Και αυτοί λοιπόν οι λόγοι της Αγίας Γραφής πραγματοποιήθηκαν σε πολλούς μάρτυρες και ομολογητές ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός τους ανύψωσε και βρίσκονται στην αιώνια ζωή, στην αιώνια χαρά, δεν θανατώθηκαν, όπως νόμιζαν οι άνθρωποι.

Ο Κύριος δοκιμάζει τους αγίους Του με φοβερά μαρτύρια, όπως καίγεται το χρυσάφι μέσα στο χωνευτήρι, γιατί δεν συνέβαινε πάντα αυτό για το οποίο σας μίλησα, ότι οι άγιοι δεν ένιωθαν τα μαρτύρια. Στην πλειονότητά τους τα ένιωθαν και υπέφεραν τις φρικαλεότητες με υπομονή. Ο Θεός τούς δοκίμασε όπως το χρυσάφι μέσα στο χωνευτήρι και τους δέχθηκε ως θυσία ολοκαυτώματος.

Σαν το χρυσάφι μέσα στο χωνευτήρι δοκιμάστηκε ο άγιος Γεώργιος και έγινε θυσία τέλεια στον Θεό.

«Καί ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καί ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται» (Σοφ. Σολομ. 3, 7).

Κατά τον καιρό της καθολικής ανταποδόσεως στην Φοβερά Κρίση θα λάμπει και ο άγιος Γεώργιος σαν φωτεινή σπίθα, η οποία διατρέχει τα καλάμια. Και ήδη από τώρα παρίσταται ενώπιον του Θρόνου του Θεού.

Ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος υπέμεινε φοβερά μαρτύρια σε πολύ νεαρή ηλικία. Καταγόταν από ένδοξο, αριστοκρατικό γένος, ο πατέρας του, επίσης χριστιανός, έγινε άγιος μάρτυρας.

Ήταν ακόλουθος στην αυλή του Διοκλητιανού, είχε εξαιρετικά ωραίο πρόσωπο, ήταν λεβεντόκορμος, διέθετε πολύ μεγάλη στρατιωτική γενναιότητα και ανδρεία και τοποθετήθηκε από τον Διοκλητιανό σε πολύ υψηλή θέση˙ στην αρχή ήταν τριβούνος και ύστερα έγινε κόμητας, που είναι ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα˙ έγινε επιφανής, αφού δοξάστηκε στις μάχες. Ήταν στην ακολουθία του αυτοκράτορα, τον συνόδευε πάντα.

Και ο άγιος Γεώργιος τα περιφρόνησε όλα αυτά˙ προτίμησε την δόξα του Χριστού από την επίγεια δόξα, από την δόξα του Διοκλητιανού. Με εκπληκτική τόλμη στηλίτευσε την ασέβεια του Διοκλητιανού, με την προσευχή του γκρέμισε τα είδωλα στο ναό, έκανε στο δικαστήριο καταπληκτικά θαύματα, τα οποία πολλούς προσείλκυσαν στον Χριστό.

Προσέφερε τον εαυτό του θυσία στον Θεό σε νεαρή ηλικία, όταν ανοιγόταν μπροστά του ένα διαρκές λαμπρό μέλλον.

Αυτό το οποίο θα διαβάσω τώρα από το βιβλίο της Σοφίας του Σολομώντα, είθε να γίνει μεγάλη παρηγοριά για όσους χάνουν τους υιούς και τις θυγατέρες τους στα πλέον ανθηρά χρόνια της ζωής τους. «Δίκαιος δέ ἐάν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται» (Σοφ. Σολομ. 4, 7).

«Τελειωθείς ἐν ὀλίγῳ ἐκπλήρωσε χρόνους μακρούς, ἀρεστή γάρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχή αὐτοῦ˙ διά τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δέ λαοί ἰδόντες καί μή νοήσαντες, μηδέ θέντες ἐπί διανοίᾳ τό τοιοῦτον, ὅτι χάρις καί ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καί ἐπισκοπή ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σολομ. 4, 13-15).

Γνωρίζουμε ότι όχι μόνο υπήρξαν πολλοί τέτοιοι νέοι, αλλά επίσης και παιδιά και έφηβοι που πέθαναν πριν ακόμα φθάσουν σε νεανική ηλικία, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα εκπλήρωσαν εκείνο που άλλοι δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν σε μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί αυτές οι ψυχές ήταν αρεστές στον Θεό και γι’ αυτό ο Κύριος έσπευσε να τους βγάλει ανάμεσα από το πλήθος των ασεβών.

Και οι άνθρωποι έβλεπαν και δεν υποψιάζονταν ότι η χάρις και το έλεος ήταν με τους αγίους Του.

Όλα αυτά εκπληρώθηκαν στον άγιο Γεώργιο και σε νεαρή ηλικία έγινε ένα από τα λαμπερά άστρα του εκκλησιαστικού στερεώματος και λάμπει ενώπιον του Θεού με την πρωτοφανή πίστη και αφοσίωση του στον Χριστό.

Να ξέρετε, να θυμάστε ότι η Εκκλησία είναι ζωντανή και μάχιμη και οι πύλες του Άδου ποτέ δεν θα μπορέσουν να την γκρεμίσουν, ακριβώς επειδή υπάρχει μεγάλο πλήθος ανθρώπων όμοιων με τον άγιο μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, επειδή υπάρχει η τεράστια χορεία των μαρτύρων που έχυσαν το αίμα τους για τον Χριστό, που θυσίασαν στον Θεό το πιο ανεκτίμητο, την ίδια την ζωή τους.

Το αίμα των μαρτύρων, το αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού είναι ο πιο μεγάλος θησαυρός της Εκκλησίας του Χριστού, είναι εκείνο που διαφυλάσσει την Εκκλησία μας.

Και δίπλα στους μάρτυρες βρίσκονται οι ομολογητές, οι οποίοι υπέμειναν τα βάσανα και τα μαρτύρια για χάριν του Χριστού, αλλά όχι μέχρι τον τελικό θάνατο.

Ας τιμούμε με όλη μας την καρδιά, πολύ βαθιά, τη μνήμη των αγίων, των μαρτύρων, των μεγαλομαρτύρων και των ομολογητών που υπέφεραν για τον Χριστό. Ας μιμηθούμε την πίστη τους στον Χριστό, την αφοβία τους μπροστά στα μαρτύρια, με τα οποία τους απειλούσαν. Ας θυμόμαστε τα λόγια του Χριστού, τα οποία πρέπει να φέρουμε στην καρδιά μας: «Μή φοβηθῆτε ἀπό τῶν ἀποκτεννόντων τό σῶμα, τήν δέ ψυχήν μή δυναμέμων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10, 28).

Να φοβάστε τον διάβολο, ο οποίος μπορεί να αφανίσει την ψυχή σας.
Μη φοβάστε τίποτα χάριν του ονόματους του Χριστού.

Ας είμαστε πιστοί στον Χριστό, όπως ήταν πιστοί ο άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος και η αγία μάρτυς βασίλισσα Αλεξάνδρα!

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Ηγούμενος, π. Ανδρέας, Του εμφανίστηκε ο άγιος Γεώργιος και όταν κοιμήθηκε ήταν μαζί του ο όσιος Σωφρόνιος, ενώ βρισκόταν στο Έσσεξ!

Ηγούμενος, π. Ανδρέας Αγιοπαυλίτης (1904-1987).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Ο Άγγελος [βαπτιστικό όνομα του Hγουμένου, π. Ανδρέα Αγιοπαυλίτη] ήταν ευλαβής και η ζωή του πολύ προσεκτική. Είχε πόθο να γίνη καλόγερος και να αφιερωθή στον Θεό. Ως λαϊκός ήξερε τους χαιρετισμούς της Παναγίας απ᾿ έξω και τους έλεγε κάθε μέρα. Ήταν αδύνατο να κοιμηθή, όση δουλειά κι αν είχε, όσο κουρασμένος και αν ήταν, χωρίς να πη τους Χαιρετισμούς.

Όταν ενηλικιώθηκε έγινε Αστυνομικός. Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και την προσευχή. Απεφάσισε πλέον να γίνη μοναχός και το πραγματοποίησε.

Αν και η Κεφαλλονιά [ο τόπος καταγωγής του] είχε Μοναστήρια, αυτός προτιμούσε να μονάση μακρυά για λόγους ξενητείας, για να μην τον ξέρουν και τον ενοχλούν οι δικοί του. Άκουσε ότι υπάρχει ένα μεγάλο Μοναστήρι στη Λειβαδιά, του οσίου Λουκά. Απεφάσισε να πάη εκεί.

Δεν ήξερε ακριβώς πού είναι, αλλά αποφασισμένος την Δευτέρα να φύγη για την Λειβαδιά. Την προηγούμενη μέρα, την Κυριακή, λειτουργήθηκε στο Ληξούρι σε μία Εκκλησία. Πήγε από νωρίς.

Μόλις μπήκε στο ναό βλέπει ένα νέο ψηλό με ρωμαλέο σώμα. Είχε στρατιωτική ενδυμασία με χλαμύδα σαν αρχαίος. Δεν περιεργάστηκε ποιος είναι αυτός ο νέος, αλλά εκείνος του έκανε νόημα να πάη κοντά του.

Άγιος Γεώργιος.

Δεν έδωσε σημασία. Έφυγε ο νέος, πήγε πίσω από την Αγία Τράπεζα και του ξανάκανε νόημα να πλησιάση.

Ο Άγγελος πάλι δεν έδωσε σημασία και δεν μπήκε στο Ιερό. Κάθησε στην θέση του και όταν τελείωσε η Λειτουργία πήγε σπίτι του.

Την Δευτέρα ξεκίνησε για την Λειβαδιά. Πήγε πρώτα στην Πάτρα και από κει στην Αθήνα. Στην Πάτρα συνάντησε έναν καλόγερο, τον χαιρέτησε και του εκμυστηρεύτηκε τον σκοπό του, ότι δηλαδή πάει και αυτός να γίνη μοναχός στον όσιο Λουκά Λειβαδιάς.

Ο καλόγερος του είπε:
– Τι θα κάνεις εκεί; Έλα στο Άγιον Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας∙ το Άγιον Όρος ένα είναι.

Του είπε διάφορα ο καλόγερος και εκείνος άλλαξε γνώμη. Έτσι απεφάσισε να πάη μαζί του στο Άγιον Όρος. Έφθασαν στον Πειραιά, με καράβι στην Θεσσαλονίκη και από κει στην Δάφνη. Ο καλόγερος ήταν από του Εσφιγμένου.

Ο Άγγελος πήγε να προσκυνήση στην Σιμωνόπετρα. Ρώτησε αν έχη άλλο μοναστήρι κοντά και πήγε στου Γρηγορίου, και από κει Διονυσίου και εν συνεχεία Αγίου Παύλου. Όλα αυτά τα προσκύνησε σε μία μέρα με τα πόδια.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1934.

Στον Άγιο Παύλο έφθασε την ώρα του Εσπερινού. Μπήκε στην Εκκλησία να προσκυνήση και βλέπει την εικόνα του αγίου Γεωργίου στο τέμπλο δεξιά. Κοιτάει προσεκτικά, ξανακοιτάει, αναρωτιέται: «Πού την είδα αυτήν την εικόνα»;

Θυμάται: «Την εικόνα δεν την είδα, αλλά αυτό το παλληκάρι, (τον Άγιο Γεώργιο) το είδα! Αυτός ήταν στην Εκκλησία, στον Παντοκράτορα στο Ληξούρι. Αυτός ήταν! Δεν θα φύγω. Εδώ θα μείνω». Έτσι έμεινε και έβαλε μετάνοια για δόκιμος. […]

[Όταν ο Γέροντας, π. Ανδρέας κοιμήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1987]: Ειδοποίησαν τον φίλο του και συνασκητή του τον γέροντα Σωφρόνιο [πλέον όσιο Σωφρόνιο] του Έσσεξ ότι εκοιμήθη ο παπα-Ανδρέας και απάντησε:

– Το ξέρω, ήμουν εκεί.

Απόσπασμα Από Το Βιβλίο “Από Την Ασκητική Και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση”, Άγιον Όρος, 2011.

Ηγούμενος, π. Ανδρέας, Του εμφανίστηκε ο άγιος Γεώργιος και όταν κοιμήθηκε ήταν μαζί του ο όσιος Σωφρόνιος, ενώ βρισκόταν στο Έσσεξ! | Διακόνημα (diakonima.gr)