Συνέχεια από Τρίτη 25. Αυγούστου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 14
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
2. ΔΟΜΗ, ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ
Η σημασία του «παραγώγου», η οποία παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 1, βρίσκει επομένως τη λειτουργία της στο κεφάλαιο 8, όπου γίνεται σαφές ότι «[…] η παρωνυμία αποτελεί αναμφίβολα το βασικό κλειδί για τη ρητή, από γλωσσική άποψη, επίλυση της σχέσης μεταξύ της ποιότητας και του ποιοτικά προσδιορισμένου όντος». Και αυτό που υπάγεται στην κατηγορία τού κεῖσθαι δηλώνεται επίσης μέσω παραγώγων:
«Η κατάκλιση, η όρθια στάση και η καθιστή στάση είναι ορισμένες θέσεις, και η θέση ανήκει στα προς τι· αντίθετα, το να είναι κανείς ξαπλωμένος, όρθιος ή καθισμένος δεν είναι καθαυτό θέση, αλλά λέγεται παρωνυμικά από τις θέσεις που αναφέρθηκαν» (Κατηγορίαι 7, 6b11–14).[66]
Όχι μόνο το κεφάλαιο 1, το οποίο αναλύσαμε έως εδώ, αλλά και τα επόμενα κεφάλαια των antepraedicamenta διαθέτουν εσωτερική συνοχή μέσα στο έργο. Στο κεφάλαιο 2 τίθεται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η διάκριση μεταξύ των λεγομένων που λέγονται «με συμπλοκή» και εκείνων που λέγονται «χωρίς συμπλοκή». Η συμπλοκή (symplokē, «σύνδεση») δεν είναι οποιοδήποτε είδος ένωσης και σύνθεσης μεταξύ λέξεων, αλλά ακριβώς εκείνη η σύνδεση που επιτρέπει να αποδοθεί αλήθεια ή ψεύδος σε μια απόφανση. Πράγματι, τα ονόματα και τα ρήματα, όταν λαμβάνονται καθαυτά, χωρίς να συνδέονται ή να χωρίζονται από κάτι, είναι απλές έννοιες, ανεξάρτητες από το αληθές και το ψευδές. Στο κεφάλαιο 4, αφού παρουσιάζει τις δέκα κατηγορίες και παραθέτει παραδείγματα για καθεμία από αυτές, ο Αριστοτέλης επανέρχεται στη διάκριση των λεγομένων που είχε παρουσιάσει στο κεφάλαιο 2 και εξηγεί:
«Καθένα από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, όταν εξετάζεται καθαυτό, δεν λέγεται μέσα σε μια κατάφαση· η κατάφαση προκύπτει από τη μεταξύ τους συμπλοκή. Πράγματι, κάθε κατάφαση θεωρείται αληθής ή ψευδής, ενώ τίποτε από όσα λέγονται χωρίς καμία συμπλοκή δεν είναι αληθές ή ψευδές, όπως, παραδείγματος χάριν, “άνθρωπος”, “λευκό”, “τρέχει”, “νικά”» (Κατηγορίαι 4, 2a5–10).
Εκείνο, λοιπόν, που λέγεται χωρίς συμπλοκή υπάγεται σε μία από τις δέκα κατηγορίες και βρίσκεται πέρα από τη δυνατότητα να είναι αληθές ή ψευδές. Η διάκριση του κεφαλαίου 2 είναι επομένως χρήσιμη για την κατανόηση του νοήματος των κατηγοριών και για τη διάκρισή τους από τις αποφάνσεις: οι αποφάνσεις υποστηρίζουν κάτι σχετικά με την πραγματικότητα, ενώ οι κατηγορίες συγκροτούν το πλαίσιο αναφοράς των τρόπων με τους οποίους η πραγματικότητα παρουσιάζεται και/ή μπορεί να νοηθεί και να λεχθεί, σχηματίζοντας σχεδόν μια λογική των «κλάσεων».
Η τετραμερής διαίρεση των όντων, η οποία εκτίθεται επίσης στο κεφάλαιο 2, είναι αντίθετα χρήσιμη για τη συσχέτιση των δύο τύπων κατηγόρησης, δηλαδή του ἐν ὑποκειμένῳ εἶναι και του καθ’ ὑποκειμένου λέγεσθαι. Από τη διασταύρωσή τους καθίσταται δυνατή η διάκριση των γνωρισμάτων των πρώτων ουσιών, των δεύτερων ουσιών —των γενών και των ειδών— και των συμβεβηκότων. Υπό το φως όσων περιγράφονται στο κεφάλαιο 3, οι δεύτερες ουσίες σχετίζονται με τις πρώτες ουσίες σύμφωνα με μια ουσιώδη κατηγόρηση του τύπου «λέγεται για»: όταν κάτι λέγεται για ένα υποκείμενο, όλα όσα λέγονται για το κατηγορούμενο λέγονται επίσης και για το υποκείμενο.
Αυτό γίνεται σαφές από το παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω: επειδή το «ζώο» λέγεται για τον «άνθρωπο» και ο «άνθρωπος», με τη σειρά του, λέγεται για έναν ορισμένο άνθρωπο, έστω για τον Σωκράτη, τότε και το «ζώο» θα λέγεται για τον Σωκράτη· πράγματι, ο Σωκράτης είναι τόσο άνθρωπος όσο και ζώο. Εάν προσθέσουμε σε αυτό το πλαίσιο όσα αναφέρθηκαν λίγο προηγουμένως σχετικά με το κεφάλαιο 5, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η συνωνυμία εμφανίζεται στην περίπτωση των υπάλληλων γενών, όχι όμως στην περίπτωση των μη υπάλληλων γενών.
Μετά το κεφάλαιο 3, το οποίο πραγματεύεται τις σχέσεις μεταξύ γενών, ειδών και διαφορών, ακολουθεί η παρουσίαση των δέκα κατηγοριών στο κεφάλαιο 4, σε πλήρη συμφωνία με τα επόμενα κεφάλαια, όπου αναλύονται οι κατηγορίες της ουσίας στο κεφάλαιο 5, της ποσότητας στο κεφάλαιο 6, της σχέσης στο κεφάλαιο 7, της ποιότητας στο κεφάλαιο 8 και του ποιεῖν και του πάσχειν στο κεφάλαιο 9.
2.2.2. Η αξία και η λειτουργία των κεφαλαίων 10–15
Είναι προφανές ότι η εισαγωγή των κεφαλαίων των λεγόμενων postpraedicamenta διακόπτει τη μεθοδική και αναλυτική εξέταση των επιμέρους κατηγοριών που περιέχεται στα κεφάλαια 5–9. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να θεωρηθούν τα κεφάλαια αυτά ένα ύστερο νόθο τμήμα που προσαρτήθηκε εκ των υστέρων στο αριστοτελικό κείμενο. Πράγματι, δεν μπορούμε να απαιτούμε από το κείμενο των Κατηγοριών την υφολογική και θεματική συνέχεια που χαρακτηρίζει ένα έργο προορισμένο για δημοσίευση.
Αυτή η τρίτη ενότητα, εάν διαβαστεί μέσα από την ενιαία προοπτική ενός διδακτικού εργαλείου, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια διαλεκτική συζήτηση ή μια επιστημονική πραγματεία, δεν φαίνεται πλέον αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της και απομονωμένη, όπως θεωρήθηκε κατά κύριο λόγο από την παράδοση. Αντιθέτως, παρουσιάζει έντονες θεματικές και υφολογικές συγγένειες όχι μόνο με τα Τοπικά, αλλά επίσης και κυρίως με το βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών, όπου εκτίθενται, έστω και με διαφορετικό τρόπο, οι έξι έννοιες των postpraedicamenta.
Εάν μπορούμε να δεχθούμε, όπως επιχειρήθηκε να καταδειχθεί, ότι τα antepraedicamenta έχουν λόγο ύπαρξης και συγκεκριμένη λειτουργία στη θέση στην οποία μας παραδόθηκαν, καθόσον αποτελούν έννοιες χρήσιμες για την προσέγγιση της εξέτασης των κατηγοριών που ακολουθεί —η οποία συνιστά το κεντρικό μέρος του έργου—, τότε μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε ότι, σε ένα εργαλείο όπως οι Κατηγορίαι, η λειτουργία των postpraedicamenta δικαιολογείται όχι μόνο από τη στενή σύνδεσή τους με την ανάλυση των κατηγοριών, αλλά και επειδή συγκροτούν το εννοιολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ο στοχασμός γύρω από τα ανώτατα γένη και την κατηγόρηση.
Τα postpraedicamenta, τα οποία οι υποστηρικτές της μη γνησιότητάς τους θεωρούν συχνά απλές παραθέσεις ετερογενών στοιχείων, αποτελούν αντιθέτως λογικοδιαλεκτικές δομές, συχνά δυαδικές, χρήσιμες τόσο για την καλύτερη κατανόηση των κατηγοριών όσο και για την αντιμετώπιση των αποφασιστικών ζητημάτων που αφορούν τους όρους της κατηγόρησης. Πρόκειται δηλαδή για εγκάρσια εννοιολογικά εργαλεία, τα οποία συμβάλλουν σε μια διαφορετική ανάγνωση των κατηγοριών, εμβαθύνοντας τόσο στη μορφή τους όσο και στις συντακτικές και σημασιολογικές σχέσεις τους. Συγκροτούν επίσης ένα «υλικό εργασίας» για την επανεξέταση των ανώτατων γενών ως προς τις συνέπειες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Σε αναφορά προς τις κατηγορίες, οι έννοιες των postpraedicamenta φαίνεται να είναι χρήσιμες για την κατανόηση διαφόρων θεμάτων, όπως τα ακόλουθα:
Τα προς τι, τα οποία συγκροτούν μία κατηγορία που εξετάζεται εκτενώς στο κεφάλαιο 7, αλλά αποτελούν επίσης έναν από τους τέσσερις τύπους αντίθεσης που πραγματεύεται το κεφάλαιο 10, μαζί με τα εναντία, την έξη και τη στέρηση, την κατάφαση και την απόφαση.
Η κατάφαση και η απόφαση, με τις οποίες συνδέονται οι έννοιες της αλήθειας και του ψεύδους, είναι χρήσιμες για τη διάκριση μεταξύ όσων λέγονται «με συμπλοκή», δηλαδή μιας απόφανσης, και όσων λέγονται «χωρίς συμπλοκή», δηλαδή των επιμέρους κατηγορουμένων —κυριολεκτικά, των κατηγοριών (πρβλ. Κατηγορίαι 2, 1a16–19· Κατηγορίαι 4).
Η εναντιότητα: σε κάθε ειδική εξέταση των επιμέρους κατηγοριών (Κατηγορίαι 5, 6, 7, 8, 9) αναλύονται τα γνωρίσματα που τους ανήκουν και διερευνάται σταθερά εάν υπάρχει ή όχι εναντιότητα. Η έρευνα αυτή διεξάγεται προς δύο κατευθύνσεις: εάν η πραγματικότητα που υπάγεται σε μια κατηγορία έχει κάποιο εναντίο προς το οποίο αντιτίθεται και εάν η ίδια είναι ικανή να δέχεται εναντία. Μοναδική περίπτωση αποτελεί η ουσία, η οποία, μολονότι δεν έχει εναντίο, μπορεί να δέχεται εναντία μεταβαλλόμενη η ίδια, ενώ παραμένει μία και ταυτόσημη. Η έννοια της εναντιότητας, με τις πολλαπλές συνέπειές της, εξετάζεται στο κεφάλαιο 10 μαζί με τους άλλους τρεις τύπους αντιθέτων και, ειδικότερα, στο κεφάλαιο 11. Από εκεί αντλούνται θεωρητικοί στοχασμοί χρήσιμοι για την κατανόηση της εναντιότητας του καλού και του κακού, της αδυναμίας ταυτόχρονης παρουσίας των εναντίων στο ίδιο υποκείμενο, της γένεσης των εναντίων σε ένα υποκείμενο που είναι το ίδιο είτε κατά το είδος είτε κατά το γένος, καθώς και της θέσης των εναντίων σε σχέση με τα γένη: τα εναντία είτε βρίσκονται μέσα στο ίδιο γένος είτε ανήκουν σε αντίθετα γένη είτε συγκροτούν τα ίδια γένη.
Το πρότερο και το ύστερο: η ανάλυση των διαφορετικών σημασιών του «προτέρου», η οποία περιέχεται στο κεφάλαιο 12, και η αντιπαράθεσή τους προς τις σημασίες του «ταυτοχρόνου», οι οποίες παρουσιάζονται στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, φωτίζουν τη σχέση μεταξύ γένους, είδους και διαφορών. Η σχέση αυτή —η οποία εξετάζεται στα κεφάλαια 3 και 5— στηρίζεται, αφενός, στην προτεραιότητα του γένους έναντι του είδους· όχι βεβαίως από την άποψη της ουσίας, διότι σε αυτό το επίπεδο το είδος είναι περισσότερο ουσία από το γένος, καθόσον βρίσκεται «πλησιέστερα στην πρώτη ουσία» και λειτουργεί ως υποκείμενο του γένους, αλλά από την άποψη της «αντιστροφής σύμφωνα με την ακολουθία της ύπαρξης». Εάν υπάρχει το είδος, υπάρχει και το γένος· εάν όμως υπάρχει το γένος, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και το είδος. Εάν υπάρχει το υδρόβιο, υπάρχει και το ζώο· εάν όμως υπάρχει το ζώο, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και το υδρόβιο. Μεταξύ γένους και είδους δεν υπάρχει, επομένως, αμοιβαία αντιστρεψιμότητα. Αφετέρου, στο κεφάλαιο 13 των Κατηγοριών αναφέρεται ότι όλα τα είδη που προέρχονται από το ίδιο γένος, σύμφωνα με την ίδια διαίρεση, είναι ταυτόχρονα· πρόκειται για θέση που συνδέεται στενά με εκείνη που εκτίθεται στο κεφάλαιο 3, όπου όμως η έμφαση δίνεται στην κατηγόρηση. Το πρότερο και το ταυτόχρονο, επομένως, τα οποία δεν πρέπει να νοούνται μόνο ως χρονολογικές έννοιες, συμβάλλουν στην κατανόηση των σχέσεων μεταξύ των «δεύτερων ουσιών».
Η σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ των προς τι, τα οποία, υπό το φως του κεφαλαίου 13, μπορούν να νοηθούν ως «φύσει ταυτόχρονα». Μπορούν, δηλαδή, να αντιστρέφονται αμοιβαία, χωρίς το ένα να αποτελεί αιτία του άλλου: παραδείγματος χάριν, εάν υπάρχει το διπλάσιο, υπάρχει και το μισό· και εάν υπάρχει το μισό, υπάρχει και το διπλάσιο. Από την άλλη πλευρά, όμως, από τις Κατηγορίες 7, 7b22–8a12 γνωρίζουμε ότι δεν φαίνεται να ισχύει για όλα τα προς τι πως είναι φύσει ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με τα ζεύγη ἐπιστήμη/ἐπιστητόν και αἴσθηση/αἰσθητόν. Το επιστητό και το αισθητό εμφανίζονται μάλλον ως πρότερα, αντιστοίχως, από την επιστήμη και την αίσθηση: εάν υπάρχει επιστήμη, πρέπει να υπάρχει και το επιστητό —διότι αποκτούμε γνώση πραγματικοτήτων που προϋπάρχουν—, εάν όμως υπάρχει το επιστητό, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και επιστήμη. Και εάν δεν υπάρχει το επιστητό, δεν υπάρχει ούτε η επιστήμη· εάν όμως δεν υπάρχει επιστήμη, τίποτε δεν εμποδίζει να υπάρχει το επιστητό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την αίσθηση. Η εξέταση του «προτέρου» και του «ταυτοχρόνου» έχει, επομένως, σημασία όχι μόνο λογικοδιαλεκτική αλλά και καθαυτό φιλοσοφική: οι σημασίες τους εκτείνονται από τη σημασία της τάξης της διαδοχής στη «φυσική» σημασία του χρόνου και στη φιλοσοφική σημασία της «φύσεως».
Η μεταβολή, της οποίας στο κεφάλαιο 14 των Κατηγοριών διακρίνονται έξι είδη: η γένεση, η φθορά, η αύξηση, η μείωση, η αλλοίωση και η κατά τόπον μεταβολή. Η εξέταση επικεντρώνεται κυρίως στην αλλοίωση, ίσως για να εξηγηθεί η μεταβολή μέσω της οποίας η ουσία μπορεί να δέχεται τα εναντία, παραμένοντας ωστόσο η ίδια. Σε αυτό διαφέρει από την απόφανση και τη γνώμη, οι οποίες γίνονται άλλοτε αληθείς και άλλοτε ψευδείς όχι επειδή δέχονται οι ίδιες τα εναντία, αλλά επειδή μεταβάλλεται η κατάσταση των πραγμάτων στα οποία αναφέρονται (Κατηγορίαι 5, 4a10–b18).
Το ἔχειν, του οποίου οι διαφορετικές σημασίες παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 15. Οι σημασίες αυτές δεν ταυτίζονται με εκείνες της αντίστοιχης κατηγορίας και, ακριβώς γι’ αυτό, βοηθούν να διακριθούν και να προσδιοριστούν: το ἔχειν ως κατηγορία, το ἔχειν με την έννοια της κατοχής, το ἔχειν με την έννοια του περιέχειν κάτι μέσα σε ένα δοχείο και ούτω καθεξής.
Τα postpraedicamenta, όμως, δεν αποτελούν μόνο εγκάρσιες αναγνώσεις για την κατανόηση όσων αναπτύχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Αποτελούν τη συνέχιση της ανάλυσης των τρόπων με τους οποίους λέγεται κάθε πράγμα, η οποία είχε ήδη αρχίσει στα κεφάλαια 1–3 και διευρύνθηκε στα κεφάλαια 4–9· πράγματι, ακόμη και οι ίδιες οι κατηγορίες λέγονται με πολλούς τρόπους. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ποιότητα, για την οποία αναφέρεται ρητώς:
«Η ποιότητα […] είναι ένα από εκείνα τα πράγματα που λέγονται με πολλούς τρόπους» (Κατηγορίαι 8, 8b25).
Όσον αφορά τα postpraedicamenta, «για καθένα από αυτά τα θέματα πρόκειται για τη διάκριση των πολλαπλών σημασιών του· καθένα αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα πολλαχῶς λεγόμενον. Εάν, από τη μία πλευρά, αυτό θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη γενικότερα γλωσσική σκοπιά υπό την οποία ο Αριστοτέλης προσεγγίζει τη μελέτη αυτών των θεμάτων, από την άλλη πλευρά αναδεικνύει ότι, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον της εφαρμογής μιας διαλεκτικής επιχειρηματολογικής διαδικασίας· διότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης, στα Τοπικά, συγκαταλέγει την πράξη της “διάκρισης των πολλών σημασιών με τις οποίες λέγεται κάθε όρος” μεταξύ των “εργαλείων” (ὄργανα) της διαλεκτικής».
Μεταξύ των τύπων κειμένων που προσεγγίζουν την ενότητα των postpraedicamenta, εκτός από το ήδη αναφερθέν βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών, «φαίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθεί και εκείνος που αντιπροσωπεύεται από τις Divisiones Aristoteleae. Πρόκειται επίσης για έργο διαλεκτικού χαρακτήρα, αποτελούμενο κάθε φορά είτε από “διαιρέσεις” μιας έννοιας σε είδη είτε από “διακρίσεις των πολλαπλών σημασιών” της· είναι επομένως συγγενές με την τρίτη ενότητα των Κατηγοριών, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους».
3. Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
2. ΔΟΜΗ, ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ
Η σημασία του «παραγώγου», η οποία παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 1, βρίσκει επομένως τη λειτουργία της στο κεφάλαιο 8, όπου γίνεται σαφές ότι «[…] η παρωνυμία αποτελεί αναμφίβολα το βασικό κλειδί για τη ρητή, από γλωσσική άποψη, επίλυση της σχέσης μεταξύ της ποιότητας και του ποιοτικά προσδιορισμένου όντος». Και αυτό που υπάγεται στην κατηγορία τού κεῖσθαι δηλώνεται επίσης μέσω παραγώγων:
«Η κατάκλιση, η όρθια στάση και η καθιστή στάση είναι ορισμένες θέσεις, και η θέση ανήκει στα προς τι· αντίθετα, το να είναι κανείς ξαπλωμένος, όρθιος ή καθισμένος δεν είναι καθαυτό θέση, αλλά λέγεται παρωνυμικά από τις θέσεις που αναφέρθηκαν» (Κατηγορίαι 7, 6b11–14).[66]
Όχι μόνο το κεφάλαιο 1, το οποίο αναλύσαμε έως εδώ, αλλά και τα επόμενα κεφάλαια των antepraedicamenta διαθέτουν εσωτερική συνοχή μέσα στο έργο. Στο κεφάλαιο 2 τίθεται, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η διάκριση μεταξύ των λεγομένων που λέγονται «με συμπλοκή» και εκείνων που λέγονται «χωρίς συμπλοκή». Η συμπλοκή (symplokē, «σύνδεση») δεν είναι οποιοδήποτε είδος ένωσης και σύνθεσης μεταξύ λέξεων, αλλά ακριβώς εκείνη η σύνδεση που επιτρέπει να αποδοθεί αλήθεια ή ψεύδος σε μια απόφανση. Πράγματι, τα ονόματα και τα ρήματα, όταν λαμβάνονται καθαυτά, χωρίς να συνδέονται ή να χωρίζονται από κάτι, είναι απλές έννοιες, ανεξάρτητες από το αληθές και το ψευδές. Στο κεφάλαιο 4, αφού παρουσιάζει τις δέκα κατηγορίες και παραθέτει παραδείγματα για καθεμία από αυτές, ο Αριστοτέλης επανέρχεται στη διάκριση των λεγομένων που είχε παρουσιάσει στο κεφάλαιο 2 και εξηγεί:
«Καθένα από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, όταν εξετάζεται καθαυτό, δεν λέγεται μέσα σε μια κατάφαση· η κατάφαση προκύπτει από τη μεταξύ τους συμπλοκή. Πράγματι, κάθε κατάφαση θεωρείται αληθής ή ψευδής, ενώ τίποτε από όσα λέγονται χωρίς καμία συμπλοκή δεν είναι αληθές ή ψευδές, όπως, παραδείγματος χάριν, “άνθρωπος”, “λευκό”, “τρέχει”, “νικά”» (Κατηγορίαι 4, 2a5–10).
Εκείνο, λοιπόν, που λέγεται χωρίς συμπλοκή υπάγεται σε μία από τις δέκα κατηγορίες και βρίσκεται πέρα από τη δυνατότητα να είναι αληθές ή ψευδές. Η διάκριση του κεφαλαίου 2 είναι επομένως χρήσιμη για την κατανόηση του νοήματος των κατηγοριών και για τη διάκρισή τους από τις αποφάνσεις: οι αποφάνσεις υποστηρίζουν κάτι σχετικά με την πραγματικότητα, ενώ οι κατηγορίες συγκροτούν το πλαίσιο αναφοράς των τρόπων με τους οποίους η πραγματικότητα παρουσιάζεται και/ή μπορεί να νοηθεί και να λεχθεί, σχηματίζοντας σχεδόν μια λογική των «κλάσεων».
Η τετραμερής διαίρεση των όντων, η οποία εκτίθεται επίσης στο κεφάλαιο 2, είναι αντίθετα χρήσιμη για τη συσχέτιση των δύο τύπων κατηγόρησης, δηλαδή του ἐν ὑποκειμένῳ εἶναι και του καθ’ ὑποκειμένου λέγεσθαι. Από τη διασταύρωσή τους καθίσταται δυνατή η διάκριση των γνωρισμάτων των πρώτων ουσιών, των δεύτερων ουσιών —των γενών και των ειδών— και των συμβεβηκότων. Υπό το φως όσων περιγράφονται στο κεφάλαιο 3, οι δεύτερες ουσίες σχετίζονται με τις πρώτες ουσίες σύμφωνα με μια ουσιώδη κατηγόρηση του τύπου «λέγεται για»: όταν κάτι λέγεται για ένα υποκείμενο, όλα όσα λέγονται για το κατηγορούμενο λέγονται επίσης και για το υποκείμενο.
Αυτό γίνεται σαφές από το παράδειγμα που αναφέρθηκε παραπάνω: επειδή το «ζώο» λέγεται για τον «άνθρωπο» και ο «άνθρωπος», με τη σειρά του, λέγεται για έναν ορισμένο άνθρωπο, έστω για τον Σωκράτη, τότε και το «ζώο» θα λέγεται για τον Σωκράτη· πράγματι, ο Σωκράτης είναι τόσο άνθρωπος όσο και ζώο. Εάν προσθέσουμε σε αυτό το πλαίσιο όσα αναφέρθηκαν λίγο προηγουμένως σχετικά με το κεφάλαιο 5, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η συνωνυμία εμφανίζεται στην περίπτωση των υπάλληλων γενών, όχι όμως στην περίπτωση των μη υπάλληλων γενών.
Μετά το κεφάλαιο 3, το οποίο πραγματεύεται τις σχέσεις μεταξύ γενών, ειδών και διαφορών, ακολουθεί η παρουσίαση των δέκα κατηγοριών στο κεφάλαιο 4, σε πλήρη συμφωνία με τα επόμενα κεφάλαια, όπου αναλύονται οι κατηγορίες της ουσίας στο κεφάλαιο 5, της ποσότητας στο κεφάλαιο 6, της σχέσης στο κεφάλαιο 7, της ποιότητας στο κεφάλαιο 8 και του ποιεῖν και του πάσχειν στο κεφάλαιο 9.
2.2.2. Η αξία και η λειτουργία των κεφαλαίων 10–15
Είναι προφανές ότι η εισαγωγή των κεφαλαίων των λεγόμενων postpraedicamenta διακόπτει τη μεθοδική και αναλυτική εξέταση των επιμέρους κατηγοριών που περιέχεται στα κεφάλαια 5–9. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να θεωρηθούν τα κεφάλαια αυτά ένα ύστερο νόθο τμήμα που προσαρτήθηκε εκ των υστέρων στο αριστοτελικό κείμενο. Πράγματι, δεν μπορούμε να απαιτούμε από το κείμενο των Κατηγοριών την υφολογική και θεματική συνέχεια που χαρακτηρίζει ένα έργο προορισμένο για δημοσίευση.
Αυτή η τρίτη ενότητα, εάν διαβαστεί μέσα από την ενιαία προοπτική ενός διδακτικού εργαλείου, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια διαλεκτική συζήτηση ή μια επιστημονική πραγματεία, δεν φαίνεται πλέον αποκομμένη από τα συμφραζόμενά της και απομονωμένη, όπως θεωρήθηκε κατά κύριο λόγο από την παράδοση. Αντιθέτως, παρουσιάζει έντονες θεματικές και υφολογικές συγγένειες όχι μόνο με τα Τοπικά, αλλά επίσης και κυρίως με το βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών, όπου εκτίθενται, έστω και με διαφορετικό τρόπο, οι έξι έννοιες των postpraedicamenta.
Εάν μπορούμε να δεχθούμε, όπως επιχειρήθηκε να καταδειχθεί, ότι τα antepraedicamenta έχουν λόγο ύπαρξης και συγκεκριμένη λειτουργία στη θέση στην οποία μας παραδόθηκαν, καθόσον αποτελούν έννοιες χρήσιμες για την προσέγγιση της εξέτασης των κατηγοριών που ακολουθεί —η οποία συνιστά το κεντρικό μέρος του έργου—, τότε μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε ότι, σε ένα εργαλείο όπως οι Κατηγορίαι, η λειτουργία των postpraedicamenta δικαιολογείται όχι μόνο από τη στενή σύνδεσή τους με την ανάλυση των κατηγοριών, αλλά και επειδή συγκροτούν το εννοιολογικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί ο στοχασμός γύρω από τα ανώτατα γένη και την κατηγόρηση.
Τα postpraedicamenta, τα οποία οι υποστηρικτές της μη γνησιότητάς τους θεωρούν συχνά απλές παραθέσεις ετερογενών στοιχείων, αποτελούν αντιθέτως λογικοδιαλεκτικές δομές, συχνά δυαδικές, χρήσιμες τόσο για την καλύτερη κατανόηση των κατηγοριών όσο και για την αντιμετώπιση των αποφασιστικών ζητημάτων που αφορούν τους όρους της κατηγόρησης. Πρόκειται δηλαδή για εγκάρσια εννοιολογικά εργαλεία, τα οποία συμβάλλουν σε μια διαφορετική ανάγνωση των κατηγοριών, εμβαθύνοντας τόσο στη μορφή τους όσο και στις συντακτικές και σημασιολογικές σχέσεις τους. Συγκροτούν επίσης ένα «υλικό εργασίας» για την επανεξέταση των ανώτατων γενών ως προς τις συνέπειες και τις μεταξύ τους σχέσεις. Σε αναφορά προς τις κατηγορίες, οι έννοιες των postpraedicamenta φαίνεται να είναι χρήσιμες για την κατανόηση διαφόρων θεμάτων, όπως τα ακόλουθα:
Τα προς τι, τα οποία συγκροτούν μία κατηγορία που εξετάζεται εκτενώς στο κεφάλαιο 7, αλλά αποτελούν επίσης έναν από τους τέσσερις τύπους αντίθεσης που πραγματεύεται το κεφάλαιο 10, μαζί με τα εναντία, την έξη και τη στέρηση, την κατάφαση και την απόφαση.
Η κατάφαση και η απόφαση, με τις οποίες συνδέονται οι έννοιες της αλήθειας και του ψεύδους, είναι χρήσιμες για τη διάκριση μεταξύ όσων λέγονται «με συμπλοκή», δηλαδή μιας απόφανσης, και όσων λέγονται «χωρίς συμπλοκή», δηλαδή των επιμέρους κατηγορουμένων —κυριολεκτικά, των κατηγοριών (πρβλ. Κατηγορίαι 2, 1a16–19· Κατηγορίαι 4).
Η εναντιότητα: σε κάθε ειδική εξέταση των επιμέρους κατηγοριών (Κατηγορίαι 5, 6, 7, 8, 9) αναλύονται τα γνωρίσματα που τους ανήκουν και διερευνάται σταθερά εάν υπάρχει ή όχι εναντιότητα. Η έρευνα αυτή διεξάγεται προς δύο κατευθύνσεις: εάν η πραγματικότητα που υπάγεται σε μια κατηγορία έχει κάποιο εναντίο προς το οποίο αντιτίθεται και εάν η ίδια είναι ικανή να δέχεται εναντία. Μοναδική περίπτωση αποτελεί η ουσία, η οποία, μολονότι δεν έχει εναντίο, μπορεί να δέχεται εναντία μεταβαλλόμενη η ίδια, ενώ παραμένει μία και ταυτόσημη. Η έννοια της εναντιότητας, με τις πολλαπλές συνέπειές της, εξετάζεται στο κεφάλαιο 10 μαζί με τους άλλους τρεις τύπους αντιθέτων και, ειδικότερα, στο κεφάλαιο 11. Από εκεί αντλούνται θεωρητικοί στοχασμοί χρήσιμοι για την κατανόηση της εναντιότητας του καλού και του κακού, της αδυναμίας ταυτόχρονης παρουσίας των εναντίων στο ίδιο υποκείμενο, της γένεσης των εναντίων σε ένα υποκείμενο που είναι το ίδιο είτε κατά το είδος είτε κατά το γένος, καθώς και της θέσης των εναντίων σε σχέση με τα γένη: τα εναντία είτε βρίσκονται μέσα στο ίδιο γένος είτε ανήκουν σε αντίθετα γένη είτε συγκροτούν τα ίδια γένη.
Το πρότερο και το ύστερο: η ανάλυση των διαφορετικών σημασιών του «προτέρου», η οποία περιέχεται στο κεφάλαιο 12, και η αντιπαράθεσή τους προς τις σημασίες του «ταυτοχρόνου», οι οποίες παρουσιάζονται στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, φωτίζουν τη σχέση μεταξύ γένους, είδους και διαφορών. Η σχέση αυτή —η οποία εξετάζεται στα κεφάλαια 3 και 5— στηρίζεται, αφενός, στην προτεραιότητα του γένους έναντι του είδους· όχι βεβαίως από την άποψη της ουσίας, διότι σε αυτό το επίπεδο το είδος είναι περισσότερο ουσία από το γένος, καθόσον βρίσκεται «πλησιέστερα στην πρώτη ουσία» και λειτουργεί ως υποκείμενο του γένους, αλλά από την άποψη της «αντιστροφής σύμφωνα με την ακολουθία της ύπαρξης». Εάν υπάρχει το είδος, υπάρχει και το γένος· εάν όμως υπάρχει το γένος, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και το είδος. Εάν υπάρχει το υδρόβιο, υπάρχει και το ζώο· εάν όμως υπάρχει το ζώο, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και το υδρόβιο. Μεταξύ γένους και είδους δεν υπάρχει, επομένως, αμοιβαία αντιστρεψιμότητα. Αφετέρου, στο κεφάλαιο 13 των Κατηγοριών αναφέρεται ότι όλα τα είδη που προέρχονται από το ίδιο γένος, σύμφωνα με την ίδια διαίρεση, είναι ταυτόχρονα· πρόκειται για θέση που συνδέεται στενά με εκείνη που εκτίθεται στο κεφάλαιο 3, όπου όμως η έμφαση δίνεται στην κατηγόρηση. Το πρότερο και το ταυτόχρονο, επομένως, τα οποία δεν πρέπει να νοούνται μόνο ως χρονολογικές έννοιες, συμβάλλουν στην κατανόηση των σχέσεων μεταξύ των «δεύτερων ουσιών».
Η σχέση αμοιβαιότητας μεταξύ των προς τι, τα οποία, υπό το φως του κεφαλαίου 13, μπορούν να νοηθούν ως «φύσει ταυτόχρονα». Μπορούν, δηλαδή, να αντιστρέφονται αμοιβαία, χωρίς το ένα να αποτελεί αιτία του άλλου: παραδείγματος χάριν, εάν υπάρχει το διπλάσιο, υπάρχει και το μισό· και εάν υπάρχει το μισό, υπάρχει και το διπλάσιο. Από την άλλη πλευρά, όμως, από τις Κατηγορίες 7, 7b22–8a12 γνωρίζουμε ότι δεν φαίνεται να ισχύει για όλα τα προς τι πως είναι φύσει ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με τα ζεύγη ἐπιστήμη/ἐπιστητόν και αἴσθηση/αἰσθητόν. Το επιστητό και το αισθητό εμφανίζονται μάλλον ως πρότερα, αντιστοίχως, από την επιστήμη και την αίσθηση: εάν υπάρχει επιστήμη, πρέπει να υπάρχει και το επιστητό —διότι αποκτούμε γνώση πραγματικοτήτων που προϋπάρχουν—, εάν όμως υπάρχει το επιστητό, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει και επιστήμη. Και εάν δεν υπάρχει το επιστητό, δεν υπάρχει ούτε η επιστήμη· εάν όμως δεν υπάρχει επιστήμη, τίποτε δεν εμποδίζει να υπάρχει το επιστητό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την αίσθηση. Η εξέταση του «προτέρου» και του «ταυτοχρόνου» έχει, επομένως, σημασία όχι μόνο λογικοδιαλεκτική αλλά και καθαυτό φιλοσοφική: οι σημασίες τους εκτείνονται από τη σημασία της τάξης της διαδοχής στη «φυσική» σημασία του χρόνου και στη φιλοσοφική σημασία της «φύσεως».
Η μεταβολή, της οποίας στο κεφάλαιο 14 των Κατηγοριών διακρίνονται έξι είδη: η γένεση, η φθορά, η αύξηση, η μείωση, η αλλοίωση και η κατά τόπον μεταβολή. Η εξέταση επικεντρώνεται κυρίως στην αλλοίωση, ίσως για να εξηγηθεί η μεταβολή μέσω της οποίας η ουσία μπορεί να δέχεται τα εναντία, παραμένοντας ωστόσο η ίδια. Σε αυτό διαφέρει από την απόφανση και τη γνώμη, οι οποίες γίνονται άλλοτε αληθείς και άλλοτε ψευδείς όχι επειδή δέχονται οι ίδιες τα εναντία, αλλά επειδή μεταβάλλεται η κατάσταση των πραγμάτων στα οποία αναφέρονται (Κατηγορίαι 5, 4a10–b18).
Το ἔχειν, του οποίου οι διαφορετικές σημασίες παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 15. Οι σημασίες αυτές δεν ταυτίζονται με εκείνες της αντίστοιχης κατηγορίας και, ακριβώς γι’ αυτό, βοηθούν να διακριθούν και να προσδιοριστούν: το ἔχειν ως κατηγορία, το ἔχειν με την έννοια της κατοχής, το ἔχειν με την έννοια του περιέχειν κάτι μέσα σε ένα δοχείο και ούτω καθεξής.
Τα postpraedicamenta, όμως, δεν αποτελούν μόνο εγκάρσιες αναγνώσεις για την κατανόηση όσων αναπτύχθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια. Αποτελούν τη συνέχιση της ανάλυσης των τρόπων με τους οποίους λέγεται κάθε πράγμα, η οποία είχε ήδη αρχίσει στα κεφάλαια 1–3 και διευρύνθηκε στα κεφάλαια 4–9· πράγματι, ακόμη και οι ίδιες οι κατηγορίες λέγονται με πολλούς τρόπους. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η ποιότητα, για την οποία αναφέρεται ρητώς:
«Η ποιότητα […] είναι ένα από εκείνα τα πράγματα που λέγονται με πολλούς τρόπους» (Κατηγορίαι 8, 8b25).
Όσον αφορά τα postpraedicamenta, «για καθένα από αυτά τα θέματα πρόκειται για τη διάκριση των πολλαπλών σημασιών του· καθένα αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα πολλαχῶς λεγόμενον. Εάν, από τη μία πλευρά, αυτό θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη γενικότερα γλωσσική σκοπιά υπό την οποία ο Αριστοτέλης προσεγγίζει τη μελέτη αυτών των θεμάτων, από την άλλη πλευρά αναδεικνύει ότι, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση, βρισκόμαστε ενώπιον της εφαρμογής μιας διαλεκτικής επιχειρηματολογικής διαδικασίας· διότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης, στα Τοπικά, συγκαταλέγει την πράξη της “διάκρισης των πολλών σημασιών με τις οποίες λέγεται κάθε όρος” μεταξύ των “εργαλείων” (ὄργανα) της διαλεκτικής».
Μεταξύ των τύπων κειμένων που προσεγγίζουν την ενότητα των postpraedicamenta, εκτός από το ήδη αναφερθέν βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών, «φαίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθεί και εκείνος που αντιπροσωπεύεται από τις Divisiones Aristoteleae. Πρόκειται επίσης για έργο διαλεκτικού χαρακτήρα, αποτελούμενο κάθε φορά είτε από “διαιρέσεις” μιας έννοιας σε είδη είτε από “διακρίσεις των πολλαπλών σημασιών” της· είναι επομένως συγγενές με την τρίτη ενότητα των Κατηγοριών, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους».
3. Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
[65] S. Maso, «Aristotele, Categorie 8, 10b11–11a39. Forma, qualità, relativi», στο Bonelli – Guadalupe Masi (επιμ.), Studi sulle Categorie di Aristotele, σ. 229–247, εδώ σ. 238.
[66] Πρβλ. Κατηγορίαι 9, 11b10–11.
[67] Πρβλ. Περὶ ἑρμηνείας 1, 16a12–16.
[68] Πρβλ. Κατηγορίαι 3, 1b10–15.
[69] Για μια διεξοδικότερη εξέταση αυτού του παραλληλισμού, πρβλ. Bodéüs, Aristote, Catégories…, σ. XLI–LXXX· Pellegrin–Crubellier, Aristote, Catégories…, σ. 59–69· C. Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
[70] Η αντίθεση εξετάζεται στις Κατηγορίες 10 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 10, Ε΄ 15 και Ε΄ 22· το πρότερο στις Κατηγορίες 12 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 11· το ταυτόχρονο στις Κατηγορίες 13 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 11· η μεταβολή στις Κατηγορίες 14 και στα Μεταφυσικά ΙΑ΄ 12· το ἔχειν στις Κατηγορίες 15 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 23. Όπως παρατηρούμε, στα ζεύγη αντίθεση/εναντιότητα και πρότερο/ταυτόχρονο, των οποίων οι αναλύσεις διαχωρίζονται στο κείμενο των Κατηγοριών, αφιερώνεται στα Μεταφυσικά το ίδιο κεφάλαιο. Δεδομένης της στενής θεματικής σύνδεσης μεταξύ αυτών των ζευγών, θα ήταν ίσως χρήσιμο να διαβάζονται ως ενότητες και τα κεφάλαια 10–11 και 12–13. Πράγματι, η εννοιολογική διαίρεση δεν συμπίπτει πάντοτε πλήρως με τη διαίρεση σε κεφάλαια, η οποία εισήχθη εκ των υστέρων. Το ότι τα κεφάλαια αυτά πρέπει να διαβάζονται από κοινού φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το ελληνικό κείμενο, όπου στην αρχή των κεφαλαίων 11 και 13 εμφανίζεται το μόριο δέ, το οποίο τα συνδέει με την προηγούμενη εξέταση. Την ίδια άποψη υποστηρίζει και η Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
Εκτός από τα postpraedicamenta, έντονες αναλογίες προς τα Μεταφυσικά γενικά και κυρίως προς το βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών παρουσιάζουν και άλλα θέματα που εξετάζονται στις Κατηγορίες: η σχέση αληθούς και ψευδούς (Κατηγορίαι 4· Μεταφυσικά ΣΤ΄), το ζήτημα όλου και μερών (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά Ε΄), η προτεραιότητα της ουσίας (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά ΙΑ΄ και ΙΒ΄), τα μέρη της ουσίας (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά Ε΄), η ποσότητα (Κατηγορίαι 6· Μεταφυσικά Ε΄ 13), ο αριθμός (Κατηγορίαι 6· Μεταφυσικά Ε΄ 25–26), το άνω και το κάτω (Κατηγορίαι 7· Μεταφυσικά ΙΒ΄ 7–8), η διάθεση και η έξη (Κατηγορίαι 8· Μεταφυσικά Ε΄ 19–20).
[71] Για όλες τις έννοιες που θα εκτεθούν στη συνέχεια, παραπέμπουμε στις αναλυτικές εξετάσεις του αριστοτελικού κειμένου, στις αναλυτικές περιλήψεις των κεφαλαίων, στις σημειώσεις του κειμένου, στο Γλωσσάριο και στο αναλυτικό Ευρετήριο εννοιών.
[72] Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
[66] Πρβλ. Κατηγορίαι 9, 11b10–11.
[67] Πρβλ. Περὶ ἑρμηνείας 1, 16a12–16.
[68] Πρβλ. Κατηγορίαι 3, 1b10–15.
[69] Για μια διεξοδικότερη εξέταση αυτού του παραλληλισμού, πρβλ. Bodéüs, Aristote, Catégories…, σ. XLI–LXXX· Pellegrin–Crubellier, Aristote, Catégories…, σ. 59–69· C. Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
[70] Η αντίθεση εξετάζεται στις Κατηγορίες 10 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 10, Ε΄ 15 και Ε΄ 22· το πρότερο στις Κατηγορίες 12 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 11· το ταυτόχρονο στις Κατηγορίες 13 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 11· η μεταβολή στις Κατηγορίες 14 και στα Μεταφυσικά ΙΑ΄ 12· το ἔχειν στις Κατηγορίες 15 και στα Μεταφυσικά Ε΄ 23. Όπως παρατηρούμε, στα ζεύγη αντίθεση/εναντιότητα και πρότερο/ταυτόχρονο, των οποίων οι αναλύσεις διαχωρίζονται στο κείμενο των Κατηγοριών, αφιερώνεται στα Μεταφυσικά το ίδιο κεφάλαιο. Δεδομένης της στενής θεματικής σύνδεσης μεταξύ αυτών των ζευγών, θα ήταν ίσως χρήσιμο να διαβάζονται ως ενότητες και τα κεφάλαια 10–11 και 12–13. Πράγματι, η εννοιολογική διαίρεση δεν συμπίπτει πάντοτε πλήρως με τη διαίρεση σε κεφάλαια, η οποία εισήχθη εκ των υστέρων. Το ότι τα κεφάλαια αυτά πρέπει να διαβάζονται από κοινού φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το ελληνικό κείμενο, όπου στην αρχή των κεφαλαίων 11 και 13 εμφανίζεται το μόριο δέ, το οποίο τα συνδέει με την προηγούμενη εξέταση. Την ίδια άποψη υποστηρίζει και η Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
Εκτός από τα postpraedicamenta, έντονες αναλογίες προς τα Μεταφυσικά γενικά και κυρίως προς το βιβλίο Ε΄ των Μεταφυσικών παρουσιάζουν και άλλα θέματα που εξετάζονται στις Κατηγορίες: η σχέση αληθούς και ψευδούς (Κατηγορίαι 4· Μεταφυσικά ΣΤ΄), το ζήτημα όλου και μερών (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά Ε΄), η προτεραιότητα της ουσίας (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά ΙΑ΄ και ΙΒ΄), τα μέρη της ουσίας (Κατηγορίαι 5· Μεταφυσικά Ε΄), η ποσότητα (Κατηγορίαι 6· Μεταφυσικά Ε΄ 13), ο αριθμός (Κατηγορίαι 6· Μεταφυσικά Ε΄ 25–26), το άνω και το κάτω (Κατηγορίαι 7· Μεταφυσικά ΙΒ΄ 7–8), η διάθεση και η έξη (Κατηγορίαι 8· Μεταφυσικά Ε΄ 19–20).
[71] Για όλες τις έννοιες που θα εκτεθούν στη συνέχεια, παραπέμπουμε στις αναλυτικές εξετάσεις του αριστοτελικού κειμένου, στις αναλυτικές περιλήψεις των κεφαλαίων, στις σημειώσεις του κειμένου, στο Γλωσσάριο και στο αναλυτικό Ευρετήριο εννοιών.
[72] Rossitto, «Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione…», σ. 250.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου