Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Πατρώζος - Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικόλας Πατρώζος - Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (10).

 Συνέχεια από: Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

.FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

Τρίτο κεφάλαιο: 3.1. Ο “Λίθος” σύμφωνα με τον Σωκράτη!

Σ’αυτό το κεφάλαιο θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στον Σωκράτη, στον τρόπο με τον οποίο η φιγούρα του διακρίνεται από άλλες οι οποίες είναι παρούσες στο πανόραμα της Αθήνας του IV αιώνος. Όπως διηγείται ο ίδιος ο Αλκιβιάδης, ο Σωκράτης είχε ανοσία στα παιχνίδια γοητείας (217 b- 219 a). Παρ’όλα αυτά, ένα χωρίο τού διαλόγου Χαρμίδης, το οποίο μάς θύμισε ο Price, μοιάζει να διαψεύδει αυτή την βεβαίωση: “Ο πιο ζωντανός, ο γεμάτος ζωή, είναι όταν διακρίνοντας το στήθος τού Χαρμίδη στο εσωτερικό τού μανδύα του, (ο Σωκράτης) ανάβει”. [ A.W. Price, Love and friendship in Plato and Aristotle, Oxford University Press, 1989, σ. 223].  Είναι προφανές λοιπόν ότι η επιθυμία τού Δασκάλου ανάβει τόσο απέναντι στον Αλκιβιάδη, όσο και απέναντι σε άλλους, όπως στην περίπτωση τού Χαρμίδη. Ανάμεσα στον εραστή και τον ερωμένο δεν υπάρχει όμως καμία επαφή, καθότι αυτό θα συνιστούσε για τον Σωκράτη μία υποτίμηση τού “κάλλους” του το οποίο είναι μίας καθαρά ανώτερης μορφής από των εραστών του. 

          Εκ νέου λοιπόν το θέμα της επιθυμίας επιστρέφει στον μύθο τού ηνίοχου παρμένου από τον Φαίδρο και αναλυμένο από τον Βλαστό: “το λευκό άλογο (και αυτός που το οδηγεί) συγκρατείται από την ντροπή για να μην ορμήξει στον αγαπώμενο (254 α 2-3). Το ένστικτο ελέγχεται αλλά δεν διαλύεται. Χωρίς τον έλεγχο τού μαύρου αλόγου, που γίνεται εδώ το σύμβολο ενός σκληρού ελέγχου τού εαυτού, θα ακολουθούσαν στην κατάσταση αυτή πράξεις “απαίσιες και εκτός νόμου”. Η φυσική επιθυμία είναι ακόμη εκεί, στον αγαπώμενο έφηβο και ακόμη περισσότερο στον εραστή. Χρειάζεται μία ολυμπιακή δύναμη για να ελεγχθεί! [G. Vlastos, Platonic studies, Princeton University press, 1973]. Και αυτή την ολυμπιακή δύναμη κατέχει ο Σωκράτης με την φλογερή συμπεριφορά του! Η ερωτική του επιθυμία λοιπόν δεν είναι νεκρωμένη καθότι ο Σωκράτης, έχοντας συνείδηση τής φύσεως τών “φυσικών” του επιθυμιών, λόγω πείρας, ξέρει πως να τις ξεγελά, κατορθώνοντας έτσι να τις εμποδίζει να πάρουν κεφάλι και να τού επιβληθούν, αλλά χωρίς να αρνείται αναγκαίως την έντονη παρουσία τους. Η συγκέντρωσή του είναι τέτοια ώστε κατορθώνει να διατηρεί κάτω από κάθε περίσταση εκείνη την εσωτερική ομορφιά, γνωστή σε όλους και πολύ συχνά αιτία φθόνου.

          Ο Σωκράτης μοιάζει να είναι μία φιγούρα απόμακρη, με την ικανότητά του να αντέχει την πείνα, την δίψα, τον πόνο, την κούραση, τις ατυχίες, την ζέστη και το κρύο. Αυτή η φυσική αντοχή, αυτή η κυριαρχία τού σώματος, στις ανάγκες τροφής και ξεκούρασης… στους σεξουαλικούς πειρασμούς, τον καθιστούν έναν διαφορετικό άνθρωπο από τους άλλους. [C. Calame, L’amore in Grecia, Laterza, 1988, σ.12].

          Ο Σωκράτης αδιαφορεί για το ντύσιμό του, είναι αδιάφορος για την εξωτερική ομορφιά. Είναι ελεύθερος από πάθη και υλικές διαφυγές. Η Nussbaum τον ερμηνεύει σαν “ένα πρόσωπο “διαχωρισμένο” από το σώμα του, το οποίο εκ γενετής δεν αισθάνεται τον πόνο και δεν θεωρεί τα βάσανα σαν κάτι που του συμβαίνουν πραγματικά. Μοιάζει με ένα όν του οποίου η διάνοια είναι ξεχωρισμένη από το σώμα, του οποίου η προσωπικότης δεν ταυτίζεται κατά κανένα τρόπο με το σώμα”. [M. Nussbaum, The fragility of goodness, Cambridge university press, 2001, σ. 183].

          Σαν να υπέστη μία μετάλλαξη η οποία τον άλλαξε τελείως. Σ’αυτόν μοιάζει να απουσιάζει η τάση, τυπική τού ανθρώπου, να δεθεί στα αναρίθμητα γήινα αγαθά. Ο Σωκράτης πράγματι σχετίζεται με την πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει μόνον διανοητικά, μετέχοντας στις ανθρώπινες δραστηριότητες καθότι ενεργός πολίτης τής πόλης. Η φιγούρα του μάς μεταδίδεται σαν να είναι μονίμως συγκεντρωμένη, μετρημένη σε κάθε πράξη και κίνηση, αδιαπέραστη τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα, ώστε να μοιάζει εν τέλει περισσότερο στις νοητές μορφές παρά τους κοινούς ανθρώπους. [Nussbaum, σ. 195]. Η μεταμόρφωσή του, ακολουθώντας την διδασκαλία τής Διοτίμα, έφερε και μία αλλαγή στην αντίληψη του τού κόσμου: Όταν βλέπει ένα σώμα κατορθώνει να δεί “ακριβώς το ίδιο ίχνος και τον τόνο αγαθότητος και κάλλους σαν μίας μαθηματικής αποδείξεως- η οποία διαφέρει μόνον ως προς την ποσότητα και την θέση. (σ.180). Ο Σωκράτης δεν βλέπει πλέον τον φαινομενικό κόσμο με τα ασυνειδητοποιημένα μάτια τού ανώριμου ανθρώπου, αλλά κατορθώνει να τον παρατηρήσει στην πληρότητά του, όπως μέσω ενός φίλτρου το οποίο επαναφέρει κάθε στοιχείο στην δική του νοητή μορφή. Γι’αυτόν κάθε ωραίο πράγμα ή όμορφο πρόσωπο είναι τέτοιο καθότι μετέχει στην μορφή τού κάλλους. “Ο Αλκιβιάδης είναι στα μάτια του μόνον μία άλλη από τις ωραιότερες, ένα κομμάτι τής μορφής, ένα καθαρό πράγμα σαν κόσμημα” (σ. 195). Ο Σωκράτης αναγνωρίζει τις αιώνιες ποιότητες παρούσες στον κόσμο και στα πρόσωπα και δοκιμάζει μέσω τού λόγου να τις γνωρίσει και στους άλλους. Και δεν δείχνει μία ανάρμοστη συμπεριφορά διότι ταυτίζει την ποιότητα τής αφαίρεσης με το συγκεκριμένο και τα χειρίζεται με τον ίδιο τρόπο: γι’αυτόν η ύλη είναι κάτι που παραπέμπει πάντοτε στις μορφές.

          Ένα περαιτέρω αποτέλεσμα τής μεταμόρφωσης τού Σωκράτη είναι η παρατεταμένη του ακινησία, η οποία, όπως μας μεταφέρουν οι πηγές, συμβαίνει πάντοτε σε ακατάλληλες στιγμές. [Εδώ αναφέρεται στην ακινησία τού Σωκράτη πριν από το συμπόσιο, αλλά και στην μεγαλύτερη ακινησία του κατά την διάρκεια τής μάχης τής Ποτίδαιας.] Κατά την διάρκεια αυτών τών ξαφνικών στιγμών τής “ησυχίας και ειρήνης” δεν γνωρίζουμε τί ακριβώς σκέπτεται ο Σωκράτης, και δεν είναι ούτε καν γνωστό τί τύπο εμπειρίας ζει. Γνωρίζουμε μόνον ότι έχουν κυρίως στοχαστική φύση, στην ησυχία τής οποίας ο Φιλόσοφος συγκεντρώνεται αποκλειστικά στον εαυτό του. Στον Φαίδωνα αυτή η πρακτική τής απόσυρσης στην ίδιαν εσωτερικότητα ονομάζεται αναχώρησις, και εξηγείται σαν την “ακινησία τής ψυχής και τού σώματος: τού σώματος που αντιστέκεται και στέκεται ακίνητο και της ψυχής που δεν κινείται, αλλά παραμένει καθηλωμένη, ακίνητη, στον εαυτό της, γύρω από τον άξονά της, από όπου τίποτε δεν μπορεί να την απομακρύνει” [M. Foucault, The Hermeneutics of the subject, Macmillan, London, 2005, σ. 49]. Αυτή η απομάκρυνση δείχνει μία πλήρη απόσταση από τις αισθήσεις οι οποίες μπορεί να είναι πηγή πιθανών ψευδαισθήσεων. Το υποκείμενο σ’αυτή την κατάσταση παραμένει συγκεντρωμένο στον εαυτό του: δεν επηρεάζεται από εξωτερικά γεγονότα, και είναι σαν μία σταθερή κατασκευή-μία κατάσταση η οποία είναι πάντοτε στην διάθεση τού φιλοσόφου.

          Κατόπιν αυτής τής αναλύσεως και υπολογίζοντας την διήγηση τού Αλκιβιάδη, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αγάπη τού Αλκιβιάδη προς τον Σωκράτη δεν είναι καθόλου αμοιβαία. Εκείνη τού Σωκράτη προς τον Αλκιβιάδη, πράγματι, έχει μία φύση με αποκλειστική κατεύθυνση προς ένα νοητό επίπεδο, δηλαδή το Βασίλειο τής Νοήσεως. Το ίδιο το σώμα δεν μπαίνει ούτε καν σε πειρασμό. Με απόλυτη διαφορά από τους σάτυρους, με τους οποίους ο Σωκράτης συγκρίθηκε στην αρχή της ομιλίας τού Αλκιβιάδη, αυτός δεν συμμετέχει στην πομπή του Διόνυσου εγκαταλείποντας τον εαυτό του στις σωματικές ηδονές.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. (9).

 Συνέχεια από: Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

.FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

          2.5. Ο τυφλός φθόνος του Αλκιβιάδη (συνέχεια).

Δεν μπορεί να έχει μία στάση κηλιδωμένη από εγωϊσμό ή από φθόνο ούτε και ο δάσκαλος εραστής. Ο Έρως όπως τον αφηγείται στον λόγο του ο Σωκράτης, έχει σαν στόχο τήν τεκνοποίηση αντί τής κατοχής, του τόκου εν καλώ. Όταν εκείνοι που είναι γόνιμοι στην ψυχή πλησιάζουν τα ωραία σώματα και συναντούν μία όμορφη και αγνή ψυχή, καλής φύσεως, τότε μ’αυτούς είναι εύκολο να μιλήσουν για αρετή, για τον χαρακτήρα και τις ασχολίες που ενδείκνυνται στον λαμπρό άνθρωπο (209 b-c). Ο δάσκαλος πλησιάζει τον “μαθητή” επειδή είναι γόνιμος στην ψυχή, προσπαθεί να τον οδηγήσει, μέσω τού μέτρου, στο ωραίο, στο κάλλος. Δεν ερευνά το ωραίο σώμα στην τύχη, για κάποιον προσωπικό λόγο ή προσωπική επιθυμία. Εάν αυτή η ωραία ψυχή δεν βρίσκεται μέσα στο ωραίο σώμα, δεν κατορθώνει να γεννήσει. Η ομορφιά προκαλεί την επιθυμία σ’αυτούς που είναι ήδη γόνιμοι-και εγκυμονούν-στην ψυχή. Ο δάσκαλος έχει τους πόνους τής γέννας και ψάχνει για κάποιον, αλλά αυτοί οι πόνοι του είναι ενδογενείς και τον ωθούν στην δράση: δεν είναι ο ίδιος ο δάσκαλος που τους προκαλεί και επομένως δεν ξεκινά αυτός όλη την κίνηση τής διαδικασίας. Γι’αυτόν τον λόγο ο εραστής δεν μπορεί ούτε να ζηλέψει, ούτε να υπερηφανευθεί, για την δημιουργία κάποιου πράγματος για τό οποίο έχει δεχθεί ο ίδιος βοήθεια, παρότι αυτή η βοήθεια ήλθε από κάποια θεότητα όπως ο Διόνυσος ή από κάποια Μούσα στην περίπτωση των ποιητών ή από κάποια Ιέρεια όπως στην περίπτωση τού Σωκράτη.

          Σε ένα άλλο χωρίο ο Stenzel διαφωτίζει καθαρά το ότι ο σκοπός τής ερωτικής ανάβασης προς το ωραίο-με το οποίο ασχολείται ο Σωκράτης με τον Αλκιβιάδη-είναι προορισμένος να πλουτίσει την κοινωνία να τήν αλλάξει [θα το δούμε αναλυτικότερα στην συνέχεια]: “Η άνοδος ακριβώς, η οποία έχει περιγραφεί δύο φορές μέσω όλων τών αναβαθμών τών κοινωνικών επιδιώξεων, από την αγάπη για ένα άλλο άτομο σε εκείνη για όλα τα μέλη τής κοινωνίας και για τις καλές πράξεις, και για την συνέχεια, την γνώση και τέλος για το υπέρτατο μάθημα, δείχνει αυτή την ανάπτυξη τής γνώσης μέσα σε μία κοινωνία συναισθήματος και δράσης, σαν μία ριζωμένη οργανική μορφή, ανεπτυγμένη στην συλλογική ζωή” (J. Stenzel, Platone educatore, Laterza, σ. 235). Και είναι ακριβώς αυτή η συλλογική αύξηση η οποία προσφέρει την ευτυχία, όπου ευτυχία και δράση προσλαμβάνουν αξία όχι από την ατομική ανάγκη, αλλά από την ευτυχή οργάνωση του όλου (Πλάτων, Πολιτεία V, 464 a ), “η ερωτική άνοδος, αναγωγή, και επομένως ο έρως όπως τον εξηγεί η Διοτίμα, δεν εμπλέκει μόνο το άτομο, αλλά αγκαλιάζει όλη την κοινωνία. Φανερώνει μία δυναμική μεταμόρφωση των βίαιων παθών που μπορούν να σπρώξουν το άτομο στην πραγματοποίηση πράξεων που θα το ντροπιάσουν. Αντιθέτως τα άτομα καλούνται να υποτάξουν τα πάθη τους και να τα ελέγξουν, να μοιραστούν με τους άλλους τον καλύτερο τρόπο για να το κάνουν μ’έναν τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν μία κοινωνία η οποία θα είναι οργανωμένη με τον καλύτερο τρόπο.”

          “Στην σύλληψη τού Πλάτωνος ο αρσενικός έρως κατανοημένος με ακρίβεια και εκφρασμένος, δεν είναι ιεραρχικός αλλά αμοιβαίος, δεν είναι κατοχικός αλλά δημιουργικός (D.M. Halperin, Why is Diotima a woman, Princeton University Press, 1990). Και είναι ακριβώς αυτή η αμοιβαιότης τού έρωτος που δεν γίνεται κατανοητή από τον Αλκιβιάδη. Ενώ ο Σωκράτης, όπως οποιοσδήποτε άλλος “γεμάτος με αυτά τα πράγματα στην ψυχή, όταν φτάνει η στιγμή, επιθυμεί να γεννήσει και να γονιμοποιήσει… και πλήρης όπως είναι πλησιάζει τα ωραία σώματα και εάν συναντήσει μία ωραία και αριστοκρατική ψυχή, καλής φύσεως, τού έρχεται πολύ εύκολο να μιλήσει για την αρετή, για τον χαρακτήρα και για τις ασχολίες που ταιριάζουν στον λαμπρό άνθρωπο και αρχίζει τοιουτοτρόπως την διαπαιδαγώγηση… πλησιάζοντας τήν όμορφη προσωπικότητα και μιλώντας μ’αυτή, γεννά αυτό που τόν πλήρωνε ενδόμυχα από καιρό…” (Πλάτων, Συμπόσιο, 209 c). Η αμοιβαιότης βρίσκει, γι’αυτόν που είναι γόνιμος στην ψυχή, την πιο υψηλή της έκφραση στον διάλογο, ενώ γι’αυτόν που είναι γόνιμος μόνο στο σώμα αυτή ξεθυμαίνει στην σεξουαλική πράξη. Επι πλέον η στάση του Σωκράτη, η οποία τον καθοδηγεί να πλησιάσει τους όμορφούς νέους, όπως “ο Χαρμίδης, ο Ευθύδημος και τόσοι άλλοι” τούς οποίους μνημονεύει ο Αλκιβιάδης στο τέλος τής ομιλίας του (222 b), από μία άποψη τοποθετεί αυτούς τους νέους σε ένα ίσο επίπεδο με εκείνο του Αλκιβιάδη. Όλοι τους πλησιάζονται και μεταμορφώνονται από τον Σωκράτη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αλκιβιάδης δεν περιγράφεται σαν μία εξαιρετική φιγούρα η οποία υψώνεται υπεράνω του πλήθους μ’έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο Σωκράτης δεν φυλάσσει για τον Αλκιβιάδη μία ειδική συμπεριφορά και περιποίηση, αλλά αυτή η κίνηση λαμβάνεται από τον νεαρό σαν ταπείνωση. Ο Έρως του Αλκιβιάδη προς τον Σωκράτη είναι προσκολλημένος κυρίως στην κατοχή. Αλλά εκείνος του Σωκράτη προς τον Αλκιβιάδη, τον Ευθύδημο και τον Χαρμίδη είναι ένας έρως που στοχεύει στην διαπαιδαγώγησή τους!

Συνεχίζεται.

Αμέθυστος.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (8)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

          ΙΙ. Το πάθος μάθος στήν τραγωδία.

Η γνωσιολογική μέθοδο τού πάθους μάθους τού Αλκιβιάδη παρομοιάστηκε από την Nussbaum με τις επιλογές που αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν ο Αγαμέμνων και ο Ετεοκλής στις τραγωδίες του Αίσχυλου. Επιλογές που ελήφθησαν με πόνο από μέρους τών πρωταγωνιστών, καθότι απαιτούν μία “ηθική μάχη” η οποία τις καθιστά πολύ δύσκολες. Εν συντομία, από το ένα μέρος ο Αγαμέμνων βρίσκεται απέναντι σε μία τραγική επιλογή υποχρεωμένος να θυσιάσει την κόρη του Ιφιγένεια για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Θεάς Άρτεμης, ώστε να πραγματοποιήσει την εκστρατεία εναντίον τής Τροίας κάτω από την κυριαρχία τού Διός, για να εκδικηθεί την παράβαση ενός παραπτώματος ενάντια στην φιλοξενία των Ελλήνων. Από το άλλο την επιλογή να μην πραγματοποιήσει την θυσία να σώσει την κόρη του αλλά να καταδικάσει όλους στον θάνατο παραβιάζοντας και τις δύο παραπάνω συνθήκες. Στην περίπτωση του Ετεοκλή, βασιλέως τής Θήβας, αυτός αντιμετωπίζει έναν στρατό εισβολής καθηγούμενο από τον αδελφό του Πολυνίκη. Αφού διάλεξε έξι άλλους πρωταθλητές Θηβαίους για να αντιμετωπίσουν έξι από τους επτά πρωταθλητές του εχθρού στις πύλες των Θηβών, ανακαλύπτει ότι ο έβδομος αντίπαλος είναι ο ίδιος ο αδελφός του. Στην αρχή ουρλιάζει από τον πόνο, αλλά στην συνέχεια δηλώνει αντίπαλός του.

          Το επεισόδιο τού Αγαμέμνονος μας δείχνει μία κατάσταση στην οποία και οι δύο εναλλακτικές οδηγούν σε άλλα τόσα κακά. Και μέσω αυτής της εσωτερικής διαμάχης ο Αγαμέμνων “αρχίζει να συνεργάζεται εσωτερικά με την ανάγκη, οργανώνοντας τα συναισθήματα του για να συμφωνήσουν με την τύχη του!” (M. Nussbaum). Αυτή η δραστηριότης τής εσωτερικής συνεργασίας τον βοηθά να πάρει την απόφαση να πραγματοποιήσει την θυσία και να το παρουσιάσει με ηρεμία και με μία “ιδιαίτερη αισιοδοξία”. Αυτή η πρόοδος του εσωτερικού πόνου όταν ωθείται στο τέρμα της από μέρους του ηθοποιού στην σκηνή δίνει γνώση στον θεατή τής τραγωδίας ο οποίος παρακολουθεί προσεκτικά. Στο δεύτερο επεισόδιο ο βασιλιάς Ετεοκλής δηλώνει χωρίς κανένα δισταγμό την υποψηφιότητά του, σαν αντίπαλος τού αδελφού του, και προχωρεί μπροστά “με ενθουσιασμό, και μάλιστα με πάθος”, μία επιλογή η οποία δεν το κατατάσσει σε μία “ηθική σύγκρουση” βαθιά όπως εκείνη του προηγούμενου επεισοδίου. Σ’αυτή την περίπτωση ο Αισχύλος θέλει να μεταφέρει στους πολίτες το μήνυμα λόγω τού οποίου το πιο σημαντικό τους χρέος είναι προς την πόλη τους, όχι προς την οικογένειά τους. Ο σύντομος χρόνος της αγωνίας πριν την απόφαση του Ετεοκλή τον τοποθετεί σε κάτι ακραίο, ενώ στο κέντρο μπορούμε να φανταστούμε τον Αγαμέμνονα, ο οποίος μετά από μία κάποια περίοδο εσωτερικής εργασίας, κατόρθωσε να πάρει την απόφαση και να προχωρήσει με την θυσία. Στο άλλο άκρο όμως υπάρχει η φιγούρα του Αλκιβιάδη, δηλαδή ενός προσώπου το οποίο υποφέρει, το οποίο βρίσκεται φανερά σε “ηθική εσωτερική σύγκρουση”, αλλά δεν κατορθώνει να πάρει μία οριστική απόφαση: να ακολουθήσει την συμβουλή του Σωκράτη ή να απομακρυνθεί από αυτόν. Ο Αλκιβιάδης βρίσκεται σε μία κατάσταση πόνου, είναι ένας εραστής καταδικασμένος να μην επιτύχει ποτέ με τον ερωμένο του. Οι εμπειρίες του τον οδήγησαν στην νοητική γνώση, αλλά αυτός δεν είναι διατεθειμένος να αποχωριστεί το συναίσθημα και την φαντασία για να αφοσιωθεί μόνον σ’αυτή!

          Αυτόν τον τρόπο γνώσεως και πρακτικής αντίδρασης τον συναντούμε και σήμερα. Στην καθημερινή ζωή ιδιαιτέρως όταν κάποιος διανύει μία δύσκολη περίοδο ή συγκλονίζεται από ένα τραγικό συμβάν, θα είναι επιρρεπής στο να πλησιάζει πρόσωπα που έχουν αντιμετωπίσει μία παρόμοια εμπειρία, διότι θα μπορέσουν να κατανοήσουν την κατάσταση του με ακριβέστερο τρόπο. Άλλα πρόσωπα όμως που δεν αντιμετώπισαν μία παρόμοια εμπειρία, καταλαβαίνουν με την σειρά τους με διανοητικό τρόπο την πολυπλοκότητα τής καταστάσεως αλλά δεν κατανοούν όλες τις λεπτομέρειες!

2.5. Απώλεια μίας ευκαιρίας; Ο τυφλός φθόνος τού Αλκιβιάδη.

          Ο Αλκιβιάδης αντιπροσωπεύει την ακραία ζήλεια, τον λεγόμενο φθόνο (S. Stenzel, Platone educatore, Laterza, Roma-Bari, 1966, σ.240), ο οποίος περιέχει μέσα του την ροπή στην βία. Ο απότομος χαρακτήρας, σχεδόν καταχρηστικός του Αλκιβιάδη μάς επιβεβαιώνεται και από τον Ξενοφώντα, ο οποίος στα Απομνημονεύματά (Ι, 2,12) τού αποδίδει την “πρώτη θέση για τρία ελαττώματα τα οποία ήταν ιδιαιτέρως μισητά για το Ελληνικό ήθος. Ο Αλκιβιάδης ήταν, περισσότερο από κάθε άλλον, ακρατέστατος (χωρίς αυτοκυριαρχία), επιρρεπής στις υπερβολές, στις ύβρεις (υβριστικότατος) όπως και στην βία (βιαιότατος)”, (J.de Romilly, Alcibiade, 1997, σ.29) και αυτές ακριβώς οι ιδιότητες τον οδηγούν να αναποδογυρίσει τον έρωτα σε κάτι περιοριστικό αντί για κάτι που μορφώνει!

          Δεν είναι εκτός τόπου προφανώς και το αίτημα που αναφωνεί ο Σωκράτης όταν αμυνόμενος λέει: “Αγάθων, δες αν μπορείς να με βοηθήσεις, διότι ο έρως αυτού του ανθρώπου έγινε μία υπόθεση καθόλου ασήμαντη. Και πράγματι από τότε που τον ερωτεύτηκα δεν μου επιτρέπεται να κοιτάξω και να μιλήσω ούτε με έναν που είναι ωραίος. Μάλλον ζηλιάρης και φθονερός έλαβε μία στάση που με εξέπληξε: αποθρασύνεται και με δυσκολία αποφεύγει να σηκώσει τα χέρια του πάνω μου” (212 c-d). Εξαντλημένη η μικρή του υπομονή, ο Αλκιβιάδης δεν κατορθώνει να αντέξει την φυσική συμπεριφορά του Σωκράτη, η οποία τον οδηγεί να βρίσκεται πάντοτε περικυκλωμένος από τους νεαρούς-όπως συμβαίνει και στο τέλος του διαλόγου, όταν κατευθύνεται προς το Λύκειο- και γι’αυτό ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να τον περιορίσει. Του θέτει εμπόδια για να τον εμποδίσει να κοιτάξει κάποιον άλλον, για να αποφύγει να ερωτευθεί ο Σωκράτης κάποιον άλλον νεαρό και να χάσει το αποκλειστικό ενδιαφέρον του γι’αυτόν. Ο έρωτάς του είναι ένας έρωτας ο οποίος εξωτερικεύεται στην ζήλεια, κάτι που σημαίνει ότι “είναι το σημείο το υποκείμενικό-προσωπικό του Εγώ… το οποίο λόγω προσωπικής φιλοσοφίας κατέστρεψε την πατρίδα του” (J. Stenzel, Platone educatore, Laterza, 1974, σ.241). Για τον Πλάτωνα αυτός ο φθόνος, αυτός ο πόθος “κατοχής τού άλλου, είναι το αντίθετο του αγαθού, καθότι ζητά να επεκτείνει σε κάθε πράγμα την εξουσία του Το αντίστροφο τής χάρης, τής εγκαταλείψεως στην κοινότητα” είναι η αμφιβολία προς τον άλλον, η δυσκολία να εμπιστευθεί και να πραγματοποιήσει το άλμα έξω από την ατομικότητά του-όπως είδαμε ήδη προηγουμένως (πάθος μάθος Ι).

Συνεχίζεται.

ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΚΡΙΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΕΙ ΤΑ ΠΑΘΗ ΠΟΥ ΦΘΕΙΡΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΓΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΝ ΣΤΙΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΤΟΥΣ. ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΔΕ ΤΟΝ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑΣ ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΚΑΛΛΟΣ. ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΦΘΟΝΟ ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΠΑΘΟΣ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΨΕΥΔΟΣΩΤΗΡΩΝ ΜΑΣ. 

ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΕ ΟΛΗ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΗ ΣΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ, ΘΕΙΑ ΟΝΤΟΤΗΣ.

Αμέθυστος.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. (7)-επανάληψη.

Συνέχεια από:Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020 

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

2.4. Παθόντα γνώναι Ι.

          Όταν ο Ερυξίμαχος ζητά από τον Αλκιβιάδη να μιλήσει για τον Έρωτα, αυτός προχωρεί στο εγκώμιο του Σωκράτη. Προκαλεί τον Σωκράτη, λέγοντας : “Αυτός είναι που θα βάλει τα χέρια του πάνω μου, εάν στην παρουσία του, εγκωμιάσω κάποιον άλλον, που δεν είναι ο ίδιος, Θεόν ή άνθρωπο”. Και ο Σωκράτης απαντά, “Σιωπή! Μην λες ανοησίες” και είναι η μοναδική φορά στην ομιλία τού Αλκιβιάδη που ο Σωκράτης φωνάζει κάτι για να τον διακόψει! Αλλά ο Ερυξίμαχος με υπομονή και πονηριά συνεχίζει λέγοντας: “Κάνε όπως καταλαβαίνεις εάν θέλεις. Εγκωμίασε τον Σωκράτη και ο Αλκιβιάδης απαντά : “Νομίζεις ότι με συμφέρει; Να επιτεθώ σ’αυτόν τον άνθρωπο και να τον εκδικηθώ μπροστά σας; ” (214 C-E).

          Είναι προφανές ότι σ’αυτό το χωρίο ο Αλκιβιάδης εγκωμιάζει τον Σωκράτη λέγοντας μόνον την αλήθεια, αλλά το κάνει για να εκδικηθεί γι’αυτό που τού συνέβη. Ο Ερυξίμαχος τού προτείνει να “πει έναν λόγο, τον πιο όμορφο ει δυνατόν, σαν εγκώμιο τού Έρωτος”, αλλά αυτός δεν θέλει να κάνει ένα εγκώμιο στον Έρωτα και “διαλέγει να μιλήσει για μία ιδιαίτερη αγάπη χωρίς ορισμούς ή εξηγήσεις για την φύση κάποιου αφηρημένου πράγματος, αλλά μόνον την ιστορία ενός ιδιαιτέρου πάθους για ένα συγκεκριμένο άτομο. Ζητώντας του να πει έναν λόγο, μας δίνει μία ιστορία τής ίδιας του τής ζωής: την κατανόηση τού έρωτος που πέτυχε μέσω της δικής του εμπειρίας” (M. Nussbaum. Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge, 2001, σ.185). Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει τον τρόπο ανάπτυξης τής θεωρίας, αλλά την ανάπτυξη τού λόγου με ένα συγκεκριμένο παράδειγμα : και γι’αυτό εγκωμιάζει τον Σωκράτη! Δεν ενδιαφέρεται να ορίσει τί πράγμα είναι ο Θεός του Έρωτος ή να κάνει διακρίσεις ανάμεσα στην αιτία, δηλαδή τον ίδιο τον έρωτα και τα αποτελέσματά του, όπως έκανε προηγουμένως ο Αγάθων! Κατορθώνει να αποφύγει το λάθος που έκαναν οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, για το οποίο “παρατηρήθηκαν” επίσης από τον Σωκράτη: το λάθος να κάνουμε το καλύτερο δυνατό εγκώμιο, “είναι δεν είναι τα πράγματα έτσι: ακόμη και αν είναι ένα ψέμα, δεν έχει σημασία…” (198 d-e). Ο Αλκιβιάδης κάνει την πιο απλή και αποτελεσματική κίνηση, μιλά για κάτι που έζησε ο ίδιος: εξηγεί αυτό που υπήρξε ο έρως γι’αυτόν, δηλαδή μία εκδοχή τού έρωτος, μία του πλευρά, η οποία δεν μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία και γι’αυτό ο Σωκράτης δεν τον διακόπτει ποτέ. Δεν τον διορθώνει για κάποιον λανθασμένο του λόγο! (L. Strauss, Στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, Chicago University Press, 2001, σ.282). “

          Αντιθέτως η επιστήμη τού Σωκράτη αφορά τα ερωτικά πράγματα (την πραγματικότητα) και αναφέρεται στα καθόλου: “η σωκρατική έρευνα τών ορισμών που ενσαρκώνουν την επιστήμη είναι - μέσω τών διαλόγων – η έρευνα ενός καθολικού απολογισμού ο οποίος καλύπτει και εξηγεί όλες τις λεπτομέρειες”, (L. Strauss, Στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, Chicago…2001, σ. 282). Δηλαδή, έναν τρόπο συγκομιδής, μέσω τού διαλόγου, όλων τών πλευρών, τών εκδοχών τού θέματος τού έρωτος, και ένα μέρος αυτών τών εκδοχών αφορά τα καθαυτά βιώματα, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε και την επιρροή που απέκτησε στην ζωή κάποιου. Ο Αλκιβιάδης ιδιαιτέρως, τυραννιέται από τον έρωτα, διότι χωρίς να το περιμένει, ο ρόλος του σαν αγαπημένου μεταμορφώνεται σε εκείνον τού εραστού! Προσπαθεί να κατακτήσει τον Σωκράτη, χωρίς να κατορθώσει ποτέ να αλλάξει πραγματικά τον χαλκό με χρυσό (219 α) όπως θα ήθελε! Γι’αυτόν τον λόγο η εμπειρία τού έρωτος που μας διηγείται ο Αλκιβιάδης είναι πικρή και παρομοιάζεται με το δάγκωμα τής οχιάς (217 e). Πολύ διαφορετικά από τον αφηρημένο λόγο (ομιλία) που εξασφαλίζει μία απόσταση ασφαλείας και μία δυνατότητα διάφορων ερμηνειών, η μαρτυρία του Αλκιβιάδη είναι σαφής και φορτωμένη συναισθήματος. Η μεθοδολογία του η οποία συνίσταται στην αμεσότητα τής γνώσεως και τής μάθησης, δείχνει πόσο αυτή η εμπειρία είναι πονεμένη γι’αυτόν-καθώς γίνεται κατανοητό από τις κραυγές πόνου, και από τον δισταγμό του να διηγηθεί αυτή την εμπειρία σε πρόσωπα τα οποία δεν την βίωσαν αυτά τα ίδια (218 α)-Γι’αυτόν τον λόγο ο Αλκιβιάδης ολοκληρώνει την ομιλία του προειδοποιώντας τον Αγάθωνα: “ είναι ανάγκη να μην ξεγελαστείς από αυτόν, αλλά γνωρίζοντας τί συνέβη με μας, να είσαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην σου συμβεί, όπως λέει η παροιμία, να μάθεις υποφέροντας σαν ένας βλάκας” (222 b).

          Αυτό που προτείνει ο Αλκιβιάδης με την διήγησή του είναι μία γνώση τού Σωκράτη μέσω ενός είδους πρακτικής συνειδητοποιήσεως: και “αυτό που υπάρχει στην έντονη αντίδραση του νου, της φαντασίας και του συναισθήματος απέναντι σε ιδιαίτερες καταστάσεις” (Nussbaum… σ.1). Και οι τρείς αυτές όψεις αποτελούν μέρος της αλήθειας η οποία αφορά ένα συγκεκριμένο θέμα, ένα συγκεκριμένο άτομο ή μία ηθική επιλογή. Και στο πάθος μάθος του Αλκιβιάδη είναι αυτό που κατορθώνει να μεταφέρει στον αναγνώστη και τίς τρείς “σφαίρες” γνώσεως με κατανοητό τρόπο (ποιο κατανοητό στην πραγματικότητα από το παράδειγμα του Αριστοφάνη, που αφορά πλάσματα ξένα σε μας). Μοιάζει σαν να μας προσκαλεί ο Αλκιβιάδης να “μπούμε μέσα του” για να κατανοήσουμε με ακρίβεια το βίωμα του, το οποίο θα ήταν ίσως ποιο πλούσιο εάν είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει την ανταλλαγή του με επιτυχία. Η αφήγηση του περιέχει μία μεγάλη έκταση και ποικιλία πληροφοριών που δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν μόνο με το μυαλό!

          Για τον Αλκιβιάδη, να ξεκινήσει την ανάβαση τής σκάλας τής Διοτίμας, θα ήθελε να πει να αφήσει κάτι πίσω του. Μένει μαγεμένος από την μοναδικότητα τού Σωκράτη και δεν κατορθώνει να περάσει από τον αισθησιακό έρωτα στον ανθρώπινο έρωτα: να πραγματοποιήσει δηλαδή το άλμα από ένα όμορφο σώμα σε όλα τα όμορφα σώματα (210 α-b) διότι δεν είναι πεπεισμένος ότι “μία φορά που θα ξεκινήσει μία τέτοια διαδρομή θα επιτευχθεί το τελικό αποτέλεσμα, όπως ακριβώς το βεβαιώνει ο Διοτίμα” (J. Stannard, Σωκρατικός έρως και πλατωνική διαλεκτική, “Phronesis”, 4, 1959, σ. 124). Η ομορφιά και η άμεση ευχαρίστηση που γίνονται αισθητά από τα αισθητήρια, είναι γι’αυτόν μία εγγύηση για όλα τα σώματα. Δηλαδή είναι συγκεκριμένα, πραγματικά και πάντοτε κατορθωτά χωρίς αποτυχία. Γι’αυτό ο Αλκιβιάδης καταπιέζεται και θυμώνει, έτοιμος να χτυπήσει ακόμη καί τον Σωκράτη, όταν αυτός ο τελευταίος τον συμβουλεύει με έμμεσο τρόπο, αλλά πειστικά, να εγκαταλείψει αυτή την βεβαιότητα των αισθητηρίων και ότι τα συναισθήματα δεν είναι επαρκή για να φτάσουμε σε ένα νοητό επίπεδο ποιο θεωρητικό!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. (7)

Συνέχεια από:Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020 

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

2.4. Παθόντα γνώναι Ι.

          Όταν ο Ερυξίμαχος ζητά από τον Αλκιβιάδη να μιλήσει για τον Έρωτα, αυτός προχωρεί στο εγκώμιο του Σωκράτη. Προκαλεί τον Σωκράτη, λέγοντας : “Αυτός είναι που θα βάλει τα χέρια του πάνω μου, εάν στην παρουσία του, εγκωμιάσω κάποιον άλλον, που δεν είναι ο ίδιος, Θεόν ή άνθρωπο”. Και ο Σωκράτης απαντά, “Σιωπή! Μην λες ανοησίες” και είναι η μοναδική φορά στην ομιλία τού Αλκιβιάδη που ο Σωκράτης φωνάζει κάτι για να τον διακόψει! Αλλά ο Ερυξίμαχος με υπομονή και πονηριά συνεχίζει λέγοντας: “Κάνε όπως καταλαβαίνεις εάν θέλεις. Εγκωμίασε τον Σωκράτη και ο Αλκιβιάδης απαντά : “Νομίζεις ότι με συμφέρει; Να επιτεθώ σ’αυτόν τον άνθρωπο και να τον εκδικηθώ μπροστά σας; ” (214 C-E).

          Είναι προφανές ότι σ’αυτό το χωρίο ο Αλκιβιάδης εγκωμιάζει τον Σωκράτη λέγοντας μόνον την αλήθεια, αλλά το κάνει για να εκδικηθεί γι’αυτό που τού συνέβη. Ο Ερυξίμαχος τού προτείνει να “πει έναν λόγο, τον πιο όμορφο ει δυνατόν, σαν εγκώμιο τού Έρωτος”, αλλά αυτός δεν θέλει να κάνει ένα εγκώμιο στον Έρωτα και “διαλέγει να μιλήσει για μία ιδιαίτερη αγάπη χωρίς ορισμούς ή εξηγήσεις για την φύση κάποιου αφηρημένου πράγματος, αλλά μόνον την ιστορία ενός ιδιαιτέρου πάθους για ένα συγκεκριμένο άτομο. Ζητώντας του να πει έναν λόγο, μας δίνει μία ιστορία τής ίδιας του τής ζωής: την κατανόηση τού έρωτος που πέτυχε μέσω της δικής του εμπειρίας” (M. Nussbaum. Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge, 2001, σ.185). Ο Αλκιβιάδης δεν γνωρίζει τον τρόπο ανάπτυξης τής θεωρίας, αλλά την ανάπτυξη τού λόγου με ένα συγκεκριμένο παράδειγμα : και γι’αυτό εγκωμιάζει τον Σωκράτη! Δεν ενδιαφέρεται να ορίσει τί πράγμα είναι ο Θεός του Έρωτος ή να κάνει διακρίσεις ανάμεσα στην αιτία, δηλαδή τον ίδιο τον έρωτα και τα αποτελέσματά του, όπως έκανε προηγουμένως ο Αγάθων! Κατορθώνει να αποφύγει το λάθος που έκαναν οι υπόλοιποι συνδαιτυμόνες, για το οποίο “παρατηρήθηκαν” επίσης από τον Σωκράτη: το λάθος να κάνουμε το καλύτερο δυνατό εγκώμιο, “είναι δεν είναι τα πράγματα έτσι: ακόμη και αν είναι ένα ψέμα, δεν έχει σημασία…” (198 d-e). Ο Αλκιβιάδης κάνει την πιο απλή και αποτελεσματική κίνηση, μιλά για κάτι που έζησε ο ίδιος: εξηγεί αυτό που υπήρξε ο έρως γι’αυτόν, δηλαδή μία εκδοχή τού έρωτος, μία του πλευρά, η οποία δεν μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία και γι’αυτό ο Σωκράτης δεν τον διακόπτει ποτέ. Δεν τον διορθώνει για κάποιον λανθασμένο του λόγο! (L. Strauss, Στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, Chicago University Press, 2001, σ.282). “

          Αντιθέτως η επιστήμη τού Σωκράτη αφορά τα ερωτικά πράγματα (την πραγματικότητα) και αναφέρεται στα καθόλου: “η σωκρατική έρευνα τών ορισμών που ενσαρκώνουν την επιστήμη είναι - μέσω τών διαλόγων – η έρευνα ενός καθολικού απολογισμού ο οποίος καλύπτει και εξηγεί όλες τις λεπτομέρειες”, (L. Strauss, Στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, Chicago…2001, σ. 282). Δηλαδή, έναν τρόπο συγκομιδής, μέσω τού διαλόγου, όλων τών πλευρών, τών εκδοχών τού θέματος τού έρωτος, και ένα μέρος αυτών τών εκδοχών αφορά τα καθαυτά βιώματα, τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε και την επιρροή που απέκτησε στην ζωή κάποιου. Ο Αλκιβιάδης ιδιαιτέρως, τυραννιέται από τον έρωτα, διότι χωρίς να το περιμένει, ο ρόλος του σαν αγαπημένου μεταμορφώνεται σε εκείνον τού εραστού! Προσπαθεί να κατακτήσει τον Σωκράτη, χωρίς να κατορθώσει ποτέ να αλλάξει πραγματικά τον χαλκό με χρυσό (219 α) όπως θα ήθελε! Γι’αυτόν τον λόγο η εμπειρία τού έρωτος που μας διηγείται ο Αλκιβιάδης είναι πικρή και παρομοιάζεται με το δάγκωμα τής οχιάς (217 e). Πολύ διαφορετικά από τον αφηρημένο λόγο (ομιλία) που εξασφαλίζει μία απόσταση ασφαλείας και μία δυνατότητα διάφορων ερμηνειών, η μαρτυρία του Αλκιβιάδη είναι σαφής και φορτωμένη συναισθήματος. Η μεθοδολογία του η οποία συνίσταται στην αμεσότητα τής γνώσεως και τής μάθησης, δείχνει πόσο αυτή η εμπειρία είναι πονεμένη γι’αυτόν-καθώς γίνεται κατανοητό από τις κραυγές πόνου, και από τον δισταγμό του να διηγηθεί αυτή την εμπειρία σε πρόσωπα τα οποία δεν την βίωσαν αυτά τα ίδια (218 α)-Γι’αυτόν τον λόγο ο Αλκιβιάδης ολοκληρώνει την ομιλία του προειδοποιώντας τον Αγάθωνα: “ είναι ανάγκη να μην ξεγελαστείς από αυτόν, αλλά γνωρίζοντας τί συνέβη με μας, να είσαι πολύ προσεκτικός ώστε να μην σου συμβεί, όπως λέει η παροιμία, να μάθεις υποφέροντας σαν ένας βλάκας” (222 b).

          Αυτό που προτείνει ο Αλκιβιάδης με την διήγησή του είναι μία γνώση τού Σωκράτη μέσω ενός είδους πρακτικής συνειδητοποιήσεως: και “αυτό που υπάρχει στην έντονη αντίδραση του νου, της φαντασίας και του συναισθήματος απέναντι σε ιδιαίτερες καταστάσεις” (Nussbaum… σ.1). Και οι τρείς αυτές όψεις αποτελούν μέρος της αλήθειας η οποία αφορά ένα συγκεκριμένο θέμα, ένα συγκεκριμένο άτομο ή μία ηθική επιλογή. Και στο πάθος μάθος του Αλκιβιάδη είναι αυτό που κατορθώνει να μεταφέρει στον αναγνώστη και τίς τρείς “σφαίρες” γνώσεως με κατανοητό τρόπο (ποιο κατανοητό στην πραγματικότητα από το παράδειγμα του Αριστοφάνη, που αφορά πλάσματα ξένα σε μας). Μοιάζει σαν να μας προσκαλεί ο Αλκιβιάδης να “μπούμε μέσα του” για να κατανοήσουμε με ακρίβεια το βίωμα του, το οποίο θα ήταν ίσως ποιο πλούσιο εάν είχε κατορθώσει να πραγματοποιήσει την ανταλλαγή του με επιτυχία. Η αφήγηση του περιέχει μία μεγάλη έκταση και ποικιλία πληροφοριών που δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν μόνο με το μυαλό!

          Για τον Αλκιβιάδη, να ξεκινήσει την ανάβαση τής σκάλας τής Διοτίμας, θα ήθελε να πει να αφήσει κάτι πίσω του. Μένει μαγεμένος από την μοναδικότητα τού Σωκράτη και δεν κατορθώνει να περάσει από τον αισθησιακό έρωτα στον ανθρώπινο έρωτα: να πραγματοποιήσει δηλαδή το άλμα από ένα όμορφο σώμα σε όλα τα όμορφα σώματα (210 α-b) διότι δεν είναι πεπεισμένος ότι “μία φορά που θα ξεκινήσει μία τέτοια διαδρομή θα επιτευχθεί το τελικό αποτέλεσμα, όπως ακριβώς το βεβαιώνει ο Διοτίμα” (J. Stannard, Σωκρατικός έρως και πλατωνική διαλεκτική, “Phronesis”, 4, 1959, σ. 124). Η ομορφιά και η άμεση ευχαρίστηση που γίνονται αισθητά από τα αισθητήρια, είναι γι’αυτόν μία εγγύηση για όλα τα σώματα. Δηλαδή είναι συγκεκριμένα, πραγματικά και πάντοτε κατορθωτά χωρίς αποτυχία. Γι’αυτό ο Αλκιβιάδης καταπιέζεται και θυμώνει, έτοιμος να χτυπήσει ακόμη καί τον Σωκράτη, όταν αυτός ο τελευταίος τον συμβουλεύει με έμμεσο τρόπο, αλλά πειστικά, να εγκαταλείψει αυτή την βεβαιότητα των αισθητηρίων και ότι τα συναισθήματα δεν είναι επαρκή για να φτάσουμε σε ένα νοητό επίπεδο ποιο θεωρητικό!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (6)

 Συνέχεια από:Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

2.3. Η ντροπή καί η οδύνη. (Στοιχεία τού Έρωτος).

          Ο νεαρός Αλκιβιάδης ήταν “προικισμένος” με φυσική χάρι και λάμψη και γοήτευε όλη την πόλη. Αυτές οι ποιότητες δεν μειώθηκαν με την ώριμη ηλικία, αλλά ανθούσαν σε κάθε στάδιο με νέα κυριαρχία και δύναμη. Είχε πάντοτε επίγνωση τού σώματός του και ήταν υπερήφανος για την επιρροή πού ασκούσε το σώμα του! Μιλούσε για την ομορφιά σαν την δική του απίστευτη τύχη… αλλά τα φυσικά του δώρα δεν σταματούσαν σ’αυτή. Η ενέργεια και η διανοητική δύναμη τον είχαν καταστήσει έναν από τους πιο ικανούς ρήτορες όλων. Και στις δύο του δραστηριότητες η ιδιοφυΐα του συνίστατο στο κοφτερό του βλέμμα για κάθε κατάσταση! Σχετικά με αυτά τα δώρα ήταν εξίσου υπερήφανος αλλά και σχεδόν παθολογικά απασχολημένος με κριτικές και κουτσομπολιά…(M. Nussbaum. Η αδυναμία τού αγαθού.)

          Όμορφος, αριστοκράτης, πλούσιος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και με μεγάλη εκτίμηση τού εαυτού του. Ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του ώστε “είχε πάψει να σέβεται τούς άλλους και σκέφτηκε ότι στην ζωή, έπρεπε να τού δοθούν τα πάντα… με μία συμπεριφορά προκλητικά αλαζονική.. ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που θα είχε κριτικάρει και τους 12 Θεούς ακόμη” (J. de Romilly. Αλκιβιάδης). Ακόμη και απέναντι στους πιο ικανούς διανοούμενους τής Αθήνας, όπως βλέπουμε στο συμπόσιο, δεν φοβάται. Η αμφιβολία δεν κατορθώνει να ακουμπήσει καν την διάσημη πανοπλία τής σιγουριάς του. Χάρη στην “οξύτατη ματιά του για την κατάσταση” είχε κατορθώσει να μάθει από τους καλύτερους ρήτορες, κυβερνήτες και δασκάλους ρητορικής τής Αθήνας. Σε κάθε στιγμή και μπροστά στον οποιονδήποτε κατόρθωνε να ελέγχει την κατάσταση με έναν τρόπο ώστε να μην βρίσκεται σε δυσκολία ή κάτω από πίεση! Σπανίως μπορούσε να βρεθεί σε αμηχανία, εκτός από τις περιπτώσεις που συναντούσε τον Σωκράτη! Το μοναδικό πρόσωπο που τον έκανε να αισθανθεί ντροπή. “Και μπροστά σ’αυτόν τον άνθρωπο ένοιωσα εκείνο που κανένας δεν θα υποπτευόταν σε μένα: την ντροπή μπροστά σε κάποιον. Μόνον μπροστά σ’αυτόν αισθάνομαι ντροπή, διότι έχω επίγνωση ότι δεν μπορώ να ισχυρισθώ εναντίον του ότι δεν πρέπει να κάνουμε αυτό που διατάζει : και όμως ξέρω καλά ότι μόλις απομακρύνομαι από αυτόν, υποκύπτω στην δόξα που έρχεται από το πλήθος. Ξεφεύγω από αυτόν και τον αποφεύγω: και όταν τον βλέπω ντρέπομαι για εκείνα τα πράγματα που τού έχω δώσει δίκαιο” (216 b). Αυτή η ψυχική κατάσταση τής ντροπής μπορεί να γίνει αισθητή από ένα άτομο όταν πραγματοποιεί ενέργειες οι οποίες είναι εκτός κανονικότητος. Ενέργειες και πράξεις που δεν συμφωνούν με τις προδιαγραφές τής κοινωνίας ή όπως στην περίπτωσή μας τής πόλης. Αυτή η γνώση που το άτομο έχει για τις πράξεις του δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί με την βοήθεια του πλήθους. Το πλήθος, το οποίο αντικατοπτρίζει την διάσημη μάσκα τού Αλκιβιάδη, πιστεύει ακριβώς σ’αυτό που μεταδίδει με ακριβέστατο τρόπο και κατορθώνει να τον υποτάσσει με την δόξα του, φυλακίζοντας τον σταθερά στην ίδια του τήν αλαζονεία. Για να καταλάβουμε καλύτερα την διαφορά ανάμεσα στην επίδραση τού πλήθους από εκείνη που προξενεί ο Σωκράτης μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια αλληγορία που μάς προσφέρει η μυθολογία: η αντανάκλαση τού Διόνυσου, του παιδιού-Θεού, εκ μέρους τών Τιτάνων. “… ο Διόνυσος συλλαμβάνεται από τον καθρέφτη διότι φαίνεται να καθρεφτίζεται ένας άλλος, άγνωστος στον εαυτό του (διότι αλειμμένος με γύψο)” (A. Tagliapietra, Η μεταφορά τού καθρέφτη, Bollati Boringhieri, Torino, 2008, σ. 42). Ο νεαρός Θεός Διόνυσος έμεινε μαγεμένος μόνον για μία στιγμή και στην συνέχεια κομματιάστηκε από τους Τιτάνες. Αυτό το καθρέφτισμα, η αντανάκλαση, αντιστοιχεί στο πλήθος, ενώ το καθρέφτισμα από τον Σωκράτη, πάει πέρα από την λαμπρή μάσκα τού Αλκιβιάδη, αντικατοπτρίζει την ουσία του ή αυτό που πραγματικά τού ανήκει. Ο Σωκράτης, με την απολλώνια επιρροή του, έχει το αντίδοτο στην αλαζονεία τού Αλκιβιάδη, παρόμοια με αυτό που συμβαίνει στον Διόνυσο την στιγμή κατά την οποία “ο Απόλλων τον συγκεντρώνει και τον επαναφέρει στην ζωή, καθότι είναι ο Θεός του καθαρτηρίου και πραγματικά ο σωτήρας τού Διόνυσου… τον μαζεύει, συγκεντρώνοντάς τον και ξαναδίνοντας του την χαμένη του ενότητα…” ( τού ιδίου, σ.42). Αυτό το ενωτικό αποτέλεσμα που έχει ο Σωκράτης πάνω στον Αλκιβιάδη, το οποίο τόν επαναφέρει να δει τον εαυτό του κάτω από το φως τού ήλιου και να κατανοήσει τήν μερικότητά του, είναι που τον αναγκάζει να ντραπεί και να αισθανθεί αμηχανία. Ο Σωκράτης τον θέτει μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στην φιλοσοφία και την άμεση επιτυχία και έτσι η ντροπή τού Αλκιβιάδη αυξάνει.

          Μία πλευρά τής ψυχικής του κατάστασης, η οποία βασανίζει τον Αλκιβιάδη μέχρι τού σημείου να αποφεύγει τον Σωκράτη, περιγράφεται από τον Strauss σαν ένα “θρησκευτικό συναίσθημα”, που σημαίνει ότι “ο Αλκιβιάδης αισθάνεται σαν αμαρτωλός… σαν κάποιος ο οποίος γνωρίζει ότι αμαρτάνει αλλά δεν μπορεί παρά να αμαρτάνει… Ο Αλκιβιάδης νικιέται, δεν μπορεί να ζήσει πραγματοποιώντας αυτό που έμαθε από τον Σωκράτη. Το πράγμα που τον εμποδίζει να συμμορφωθεί με τον Σωκράτη είναι μία κοινή φιλοδοξία. Ο Σωκράτης το γνωρίζουμε, είναι ελεύθερος από την φιλοδοξία, υψηλή ή κοινή”. Ο Αλκιβιάδης αποφεύγει τον Σωκράτη διότι δεν γνωρίζει πώς να τον αντιμετωπίσει, ένα πρόβλημα που δεν υφίσταται γι’αυτόν με τα άλλα πρόσωπα. Μπρος στους άλλους, στο πλήθος αισθάνεται καλύτερος, μπαίνει σε ανταγωνισμό μαζί τους και στις περισσότερες περιπτώσεις αποδεικνύεται πραγματικά καλύτερος και πιο διάσημος από αυτούς. Αλλά δεν μπορεί να ανταγωνισθεί τον Σωκράτη, διότι όπως είδαμε ο Σωκράτης είναι ελεύθερος από την φιλοδοξία και δεν προκαλεί τον Αλκιβιάδη με εξωτερικό τρόπο, δηλαδή προσπαθώντας να είναι πιο φιλόδοξος , πιο διάσημος, να έχει μεγαλύτερη φήμη, αλλά εσωτερικά: τόν προκαλεί να γνωρίσει τον εαυτό του και κατά συνέπειαν να γίνει ένας φιλόσοφος!

Συνεχίζεται

ΑΣ ΔΟΥΜΕ, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΝ ΤΙ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΕ ΝΑ ΜΑΣ ΚΡΥΨΕΙ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΤΟΥ "ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΕΡΩΣ". 

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΡΑΙΟΥΣΑ ΔΟΞΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΥΤΟΕΡΩΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ  ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΟΤΙΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ  ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΘΕΑ ΤΟΥ ΚΑΘΑΥΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ.


Αμέθυστος.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (5)

Συνέχεια από: Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ 

Τού Νικολάου Πατρώζου.

2.2. Η συγκεκριμένη πλευρά τού Έρωτος.
         
Ο λόγος στον Έρωτα τον οποίο εκφώνησε ο Αλκιβιάδης δεν είναι αφηρημένος και ιδανικός, αλλά προσωπικός. Σε πρώτη όψη  μοιάζει με την μνήμη μιάς αποτυχίας, η οποία τον άφησε πληγωμένο. Ο Αλκιβιάδης διηγείται την σχέση που είχε με τον Σωκράτη τα προηγούμενα χρόνια. Μ’έναν τόνο τον οποίο θα χαρακτηρίζαμε σήμερα επιθετικό, παρομοιάζει τον Σωκράτη με έναν σειληνό, τον Μαρσία, ένα μυθολογικό πρόσωπο το οποίο προκάλεσε τον Απόλλωνα, πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να παίξει καλύτερα από αυτόν το φλάουτο που πέταξε μακριά η Αθηνά. “Όπως είναι γνωστό, ο Σειληνός ήταν ένα μυθικό πρόσωπο, πλατσομύτης, μέ πεταμένα μάτια και χοντρή κοιλιά, τον οποίο είχε μεγαλώσει ο Διόνυσος (G. Reale, Έρως, μεσολαβητής. Το παιχνίδι με τις μάσκες στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, Rizzoli, Milano, 1997, σ. 228). Αυτή η περιγραφή ταιριάζει στον ίδιο το Σωκράτη: όχι μόνον για το άσχημο φυσικό του, αλλά και για την ικανότητα του, παρόμοια με τού έμπειρου φλαουτίστα (τον οποίο, όπως μας πληροφορεί η Nussbaum, μισούσε)[M. Nussbaum, Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge University Press, 2001, σ.165], να μπορεί να μαγεύει με εξαιρετικό ταλέντο την καρδιά αυτού που ακούει, να τον κάνει να αισθάνεται “κατειλημμένος”, “χτυπημένος και άρρωστος” (Συμπόσιο 215 d). Ο Σωκράτης, πράγματι, δεν έχει την ανάγκη ούτε τού φλάουτου, τού αρκεί το στόμα του για να ενθουσιάσει τους ανθρώπους. Ούτε με τον Περικλή και με άλλους ικανούς ρήτορες δεν έφτανε ο Αλκιβιάδης να θέλει να βουλώσει τα αυτιά του όταν τους συναντούσε στον δρόμο.
          Ο Αλκιβιάδης σοκάρεται από τον Σωκράτη, ο οποίος τον στριμώχνει όχι όμως με μία ρητορική γεμάτη πονηριά και ψεύδος όπως είναι των σοφιστών, αλλά φέρνοντάς τον απέναντι από τον εαυτό του με μία μόνον ερώτηση: την αυτογνωσία. Τα διαλεκτικά επιχειρήματα τού Σωκράτη υποχρεώνουν τον Αλκιβιάδη να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει όπως ζει, παραμελώντας τον εαυτό του για να αφοσιωθεί στα θέματα τών Αθηναίων. Ο Σωκράτης κατορθώνει να κερδίσει την προσοχή τού νεαρού Αλκιβιάδη ο οποίος στον λόγο του εξηγεί πώς αυτή η σχέση μαζί του υπήρξε μοναδική. Πώς αυτή η αόριστη ιστορία αγάπης είναι στην πραγματικότητα προσωπική και αποκλειστική. “Ο Αλκιβιάδης, αφού τού ζητήθηκε να μιλήσει για τον Έρωτα, μιλά μόνον για ένα πρόσωπο. Δεν μπορεί να περιγράψει το πάθος ή το αντικείμενό του με γενικούς όρους, διότι η εμπειρία τής αγάπης τού συνέβη μ’αυτόν τον τρόπο, μόνον μία φορά, σε σχέση με ένα κάποιο άτομο το οποίο είδε ο Αλκιβιάδης να είναι σαν κανένα άλλο στον κόσμο. Όλος του ο λόγος είναι μία προσπάθεια να εκφράσει αυτή την μοναδικότητα…” (M. Nussbaum, Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge University Press, 2001, σ. 187).
          Ο Σωκράτης πλησιάζει τον Αλκιβιάδη όταν βλέπει ότι αυτός ο τελευταίος θέλει να πάρει στα χέρια του την μοίρα τής πόλης και του θυμίζει αμέσως, ότι πέραν τών εσωτερικών αντιπάλων στην πόλη, οι οποίοι θέλουν με την σειρά τους να κυβερνήσουν (και με τους οποίους ο Αλκιβιάδης θα μπει αμέσως σε σύγκρουση), θα βρει τούς “κλασσικούς” εχθρούς της Αθήνας τής εποχής τους. Από το ένα μέρος την Σπάρτη και από το άλλο την Περσική αυτοκρατορία, οι οποίοι είναι αμφότεροι δυνατότεροι των Αθηνών τόσο από οικονομικής πλευράς όσο και από τής παιδείας και τής εκπαίδευσης. Επιπλέον ο Σωκράτης ζητά από τον Αλκιβιάδη εάν μπορεί νά ανταγωνιστή με τον πλούτο τού Πέρση αυτοκράτορος. Μία ερώτηση η οποία όπως υποθέτουμε μπορεί να έχει μόνον μία αρνητική απάντηση εκ μέρους τού νεαρού Αλκιβιάδη. Έπειτα, όσον αφορά την Παιδεία, εκείνη τής Σπάρτης, είναι μία παιδεία η οποία εξασφαλίζει “την σταθερότητα, το μεγαλείο τής ψυχής, το κουράγιο, την αντίσταση, το γούστο για την νίκη και για την δόξα…” (M. Nussbaum, Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge University Press, 2001, σ.34). Επι πλέον εκείνη τού Πέρση αυτοκράτορος κατέστη προφανής από το γεγονός ότι είναι “πάντοτε περικυκλωμένος από τέσσερις δασκάλους, εκείνον τής σοφίας, εκείνον τής δικαιοσύνης, έναν τρίτο τής εγκράτειας και τελευταίο εκείνον τού θάρρους” Πώς μπορεί να συγκριθεί λοιπόν η μόρφωση τού Αλκιβιάδη με εκείνη των άλλων; Ο Σωκράτης απαντά ότι ακόμη και αν εμπιστεύτηκαν τον Αλκιβιάδη στον Περικλή όταν έχασε τον πατέρα του, ο Περικλής τον εμπιστεύτηκε με την σειρά του σ’έναν γέρο σκλάβο, τον Zopiro από την Θράκη, ο οποίος ήταν ένα “μνημείο άγνοιας” και δεν μπορούσε να του διδάξει τίποτε! (Μ. Φουκώ, Οι ερμηνείες του υποκειμένου, Λονδίνο, 2005, σ.35). Φαίνεται λοιπόν καθαρά, έπειτα από τον λόγο αυτόν, ότι ο Αλκιβιάδης δεν είναι ο καλύτερος υποψήφιος για να εισέλθει στήν πολιτική σκηνή τής Αθήνας.
          Παρόλα όμως τα προβλήματα που φέρνει στό φως ο Σωκράτης, ένα χωρίο τού Πλουτάρχου μας δείχνει την ερεθισμένη και παθιασμένη φύση τού Αλκιβιάδη: “η φιλοδοξία του και το πάθος του για δόξα, η οποία τον παρακίνησε να αναλάβει μεγάλα κατορθώματα ακαίρως, πριν την ώρα τους, τον οδήγησαν να πιστέψει ότι μόλις θα δίνονταν στην πολιτική, όχι μόνον θα συσκότιζε την δόξα των άλλων στρατηγών και ρητόρων, αλλά θα ξεπερνούσε ακόμη και του Περικλή την δύναμη και την δόξα” (J. De Romilly, Αλκιβιάδης, Garzanti, Milano, 1997, σ. 48). Αυτή η στάση τής αλαζονείας και τής ολοκληρωτικής απουσίας ταπεινοφροσύνης αποκαλύπτει ένα άτομο το οποίο δεν συνειδητοποιεί αυτό που βρίσκεται γύρω του, έτοιμο να κάνει άδικες πράξεις σε λάθος στιγμές, καταδικάζοντας μία ολόκληρη πόλη, χωρίς να ενεργεί σε συμφωνία με τον νόμο αλλά ακολουθώντας την διαίσθησή του και την κρίση του. Γι’αυτόν τον λόγο ο Σωκράτης δοκίμασε να φέρει στην προσοχή τού Αλκιβιάδη, την ακαταλληλότητά του, ξεκαθαρίζοντας του ότι αυτή η στάση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την δημοκρατία της πόλεως.
          Γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης είχε ξοδέψει ένα μεγάλο μέρος τής ζωής του “σαν αυτό το είδος τού κλειστού και αυτό-απορροφημένου πλάσματος και αυτή η εμπειρία τής αγάπης (του πλησιάσματος τού Σωκράτη) γίνεται αντιληπτή από τον νεαρό σαν ένα “άνοιγμα ξαφνικό και ταυτοχρόνως και σαν μία επιθυμία ανοίγματος” (M. Nussbaum, Η αδυναμία του αγαθού, Cambridge University Press, 2001, σ. 188). Αυτό το ενδιαφέρον από μέρους τού πιο σοφού ανθρώπου τής Αθήνας συμβαίνει όταν ο Αλκιβιάδης είχε ήδη χάσει την πιο απαστράπουσα νεότητα του και αυτό σημαίνει ότι ο Σωκράτης δεν είναι σαν τους υπόλοιπους εραστές του, οι οποίοι ενδιαφέρονται με εφήμερο τρόπο γι’αυτόν, ότι δεν ψάχνει κάτι υλικό, αλλά αντιθέτως ψάχνει την καλυτέρευσή του. Ο Αλκιβιάδης δεν εκμεταλλεύεται την συμβουλή τού Σωκράτη, αλλά αντιθέτως ερωτεύεται μαζί του και προσπαθεί να τον κατακτήσει. (“Ο Πλάτων… μας υποχρεώνει να σταθούμε… και να αναρωτηθούμε στην στιγμή κατά την οποία, τοποθετημένος απέναντι στην επιλογή ανάμεσε σε δύο οδούς: εκείνη της φιλοσοφίας και εκείνη τής αμέσου επιτυχίας, ο Αλκιβιάδης δεν επέλεξε, αλλά αγνόησε τήν επιλογή η οποία ήταν ακόμη εφικτή”). [J. De Romilly, Αλκιβιάδης, Garzanti, Milano, 1997, σ.43].

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ (4)

Συνέχεια από:Πέμπτη 7 Μαίου 2020

FIORENTINA UNIVERSITAS STUDIORUM.

Ο ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ.

Του Νικολάου Πατρώζου.
         
Κεφάλαιο Δεύτερο: 2.1. Η άφιξη του Αλκιβιάδη!
         
Il Simposio di Platone, dipinto di Anselm Feuerbach (1869). Nel dipinto si possono scorgere:
Fedro, Pausania, Erissimaco, Aristofane, Agatone, Socrate, Alcibiade, Aristodemo
Όπως στον Πίνακα του Φώυερμπαχ [“ο Αγάθων υποδέχεται τον Αλκιβιάδη… στο Συμποσιο προς τιμήν του" Alnselm Feuerbach, XIX αιών], ο Αλκιβιάδης εισέρχεται στην σκηνή οδηγώντας μιά ενθουσιώδη πομπή. Χωρίς πρόσκληση, μεθυσμένος αλλά ωραίος όπως πάντοτε, με μία κορώνα από κισσό και βιολέτες (212 d-e), επιβάλλει στους άλλους την παρουσία του, αναλαμβάνοντας αυθαίρετα τον ρόλο τού Συμποσιάρχη (διαιτητής τής πόσης). Μ’αυτόν τον τρόπο, φέρει μαζί του, εκεί που πριν υπήρχε μία ήσυχη ατμόσφαιρα, έντονα συναισθήματα ζωντάνιας, παραγγέλλοντας σε όλους να “κρατούν στο χέρι την κούπα και να πίνουν μόνον, σαν διψασμένοι” [Πλάτων Συμπόσιο, μετάφραση F. Zanatta, Feltrinelli, Milano, 1995, 5η έκδοση 2006, σ.12]. Μία τολμηρή χειρονομία εκείνη τού Αλκιβιάδη, διότι λόγω τής πυκνής κορώνας λουλουδιών τα οποία εμπόδιζαν την οπτική του, δεν είχε καταλάβει ποιος βρισκόταν γύρω του ούτε το θέμα τών συζητήσεών τους, οι οποίες διακόπηκαν από τα ουρλιαχτά τής πομπής του. Και πράγματι ο Ερυξίμαχος τον συντονίζει με όλους τους άλλους πληροφορώντας τον για το εγκώμιο τού Έρωτος, κάτι που τον ωθεί να συνεχίσει με μία “επίθεση στην Διοτίμα, την παγωμένη μάσκα πίσω από την οποία είχε κρυφθεί η ομιλία τού Σωκράτη στην ωραιότητα” (G. Garelli, Το θέμα της ωραιότητος του κάλλους, Einaudi, Torino, 2016, σ. 146).
          Ο τρόπος με τον οποίο ο Αλκιβιάδης φτάνει ντυμένος στο συμπόσιο δεν είναι τυχαίος: “Στάθηκε στήν είσοδο. Είχε στην κεφαλή μία πυκνή κορώνα κισσού και βιολέτας και έναν μεγάλο αριθμό από κορδέλες…” (212 d, e). Ο Πλάτων δίνει έναν συμβολικό αντίκτυπο στην κορώνα την οποία φέρει ο Αλκιβιάδης για να στεφανώσει τον Αγάθωνα. Και κατ’αρχάς οι βιολέτες είναι ένα σύμβολο τής Αφροδίτης και παρουσιάζονται πολύ συχνά όταν εμφανίζεται η Θεά τής ομορφιάς. Επι πλέον, σημειώνει η Nussbaum, οι βιολέτες αντιπροσωπεύουν την πόλη της Αθήνας, και φανερώνουν “το λεπτό, αυξανόμενο σημείο τής άνθησης αυτής τής παράξενης και εύθραυστης δημοκρατίας, η οποία κατά την διάρκεια αυτής τής περιόδου τού Αλκιβιάδη είναι στον μεγαλύτερο κίνδυνο” [M. Nussbaum, Η αδυναμία τού αγαθού, Cambridge University Press, Revised edition, 2001 σ. 193]. Αυτός δε ο κίνδυνος που απειλεί τήν Αθήνα εξηγείται με το γεγονός ότι μοναδικά πρόσωπα σαν τον Αλκιβιάδη, με την διαίσθησή τους και τις αυθόρμητες πράξεις τους, προσπαθούν να δώσουν την απάντηση απέναντι στην ανάγκη, αντί να υπηρετήσουν τούς νόμους τής πόλεως με μία ταπεινή συμπεριφορά. “Είναι ο Έρως, με τον νόμο ή με τον φόβο ο οποίος οδηγεί τήν πράξη. Αλλά αυτή η εξάρτηση από τον έρωτα βάζει την δημοκρατία, όπως κάνει ο Αλκιβιάδης στο έλεος τής τύχης και τών άλογων παθών” (Nussbaum, σ. 194). Επι πλέον ο Κισσός ο οποίος αποτελεί μέρος “τής πυκνής κορώνας τών λουλουδιών” είναι ένα σύμβολο τού Διόνυσου, τού Θεού τού οίνου και τής εμπνεύσεως, όπως επίσης και ο προστάτης τής τραγικής καί κωμικής ποίησης! Αυτή η ποίηση παρουσιάστηκε ήδη στο συμπόσιο με τον λόγο τού Αριστοφάνη και τον λόγο τού Αγάθωνος, ενώ ο λόγος που είναι έτοιμος να εκφωνήσει ο Αλκιβιάδης θα έχει στοιχεία και από τις δύο ειδικότητες! “Το τραγικό στην αναπαράστασή του τής απογοητεύσεως και τού συμβολισμού τής καταστροφής, το κωμικό στον συνειδητό εγωϊσμό τού αφηγητού ο οποίος εκθέτει την ματαιοδοξία του και τις ψευδαισθήσεις του με τήν χάρη τού Αριστοφάνη”.
          Αυτό το δεύτερο σύμβολο το οποίο αναφέρεται στον Διόνυσο είναι συναφές με ένα επόμενο χωρίο, όταν ο Αλκιβιάδης εισέρχεται στον οίκο και συνοδεύεται να ξαπλώσει μαζί με τούς άλλους. Το χωρίο είναι το ακόλουθο: “Τον προσκάλεσαν να ξαπλώσει και ο Αγάθων τον κάλεσε! Προχώρησε προς τα εμπρός καθοδηγούμενος από εκείνους τούς ανθρώπους…” (213 a-b). Και ακριβώς σ’αυτή την δεύτερη φράση “καθοδηγούμενος από εκείνους τούς ανθρώπους”μάς εφιστά την προσοχή ο Strauss, όταν λέει ότι αυτό το χωρίο έχει μία πολύ εμφατική σημασία, διότι ποιος φέρεται από εκείνους τούς ανθρώπους, με εμφατικό τρόπο; Ένας ο οποίος δεν είναι ένα ανθρώπινο όν, είναι ένα είδος Θεού… Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζεται σαν το υλικό από το οποίο οι ποιητές δημιουργούν τους Θεούς” [L. Strauss, On Plato’s Symposium, Chicago University Press, 2001, σ. 256]. Από κάποια οπτική γωνία η άφιξη τού Αλκιβιάδη μ’αυτόν τον τρόπο, αυτή η παρουσία η οποία δεν μοιάζει να ανήκει σ’έναν απλό θνητό, αλλά σ’έναν Θεό, επικυρώνει αυτό που δήλωσε ο Αγάθων στήν αρχή τού Συμποσίου όταν είπε στον Σωκράτη “παίζεις μαζί μου, Σωκράτη… αλλά αυτό τής σοφίας είναι ένα θέμα το οποίο εσύ και εγώ θα εξετάσουμε εκλέγοντας, σαν δικαστή και κριτή, τόν Διόνυσο” (175 e). Φαίνεται πώς ο Διόνυσος δίνει την παρουσία του στο συμπόσιο τού Αγάθωνος μέσω τού Αλκιβιάδη για να στεφανώσει τόσο τον Αγάθωνα όσο και τον Σωκράτη και αντιστοίχως μαζί τους τόσο την τραγική ποίηση όσο και την φιλοσοφία.
          Η εκκεντρική είσοδος τού Αλκιβιάδη στο συμπόσιο δεν τού ήταν κάτι καινούργιο. Ο Πλούταρχος διηγείται ότι ο Άνιτος ερωτευμένος με τον Αλκιβιάδη “μία μέρα οργάνωσε ένα δείπνο στο οποίο κάλεσε τον αγαπημένο του. Ο Αλκιβιάδης αρνήθηκε, μέθυσε στο σπίτι του, και στην συνέχεια πήγε στον Άνιτο με μία πομπή ανθρώπων θορυβούντων και διέταξε τούς υπηρέτες του να πάρουν τα μισά αγγεία από χρυσό και ασήμι” [J. De Romilly, Αλκιβιάδης, Garzanti, Milano, 1997, σ. 34) Προφανώς στον οίκο τού Αγάθωνος, με φιλοξενούμενους αυτού τού βεληνεκούς δεν θα ήταν δυνατόν για τον Αλκιβιάδη να συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο. Ας σημειώσουμε όμως ότι, παρότι ο Αλκιβιάδης είναι 35 ετών, του φέρονται σαν σε “ένα κακομαθημένο μωρό” που μπορεί να πει και να κάνει ο,τιδήποτε και στο “οποίο συγχωρούνται τα πάντα”.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.