Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 4

Συνέχεια από Σάββατο 25. Απριλίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 4

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori


Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016


ΙΙΙ.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΚΕΙΜΕΝΑ

Για να επαληθεύσουμε τη συμβολή που μπορεί να προσφέρει αυτός ο τόμος στην ανάγνωση του Organon, λαμβάνοντας υπόψη όσα είπαμε για τη φύση αυτού του «συνόλου», είναι αναγκαίο να μιλήσουμε για τα επιμέρους έργα, έστω και συνοπτικά, παραπέμποντας για πιο εκτενείς αναλύσεις στα αντίστοιχα εισαγωγικά δοκίμια και στις σημειώσεις των κειμένων.

1. Οι Κατηγορίες


Αυτή η πραγματεία είναι τόσο ιδιόμορφη, ώστε ακόμη και το ζήτημα της αυθεντικότητάς της έχει συζητηθεί εκτενώς. Υπάρχει ένα πρώτο στοιχείο που λειτουργεί εις βάρος του κειμένου: δεν υπάρχουν στους άλλους τόμους του Corpus ρητές αναφορές στις Κατηγορίες και, αντίστοιχα, στις Κατηγορίες δεν γίνεται μνεία άλλων αριστοτελικών έργων. Επιπλέον, το ύφος είναι εντελώς ασυνήθιστο, με την έννοια ότι είναι λιτό, στεγνό, μερικές φορές «σκανδαλωδώς» σχηματικό ακόμη και στο πλαίσιο των αριστοτελικών έργων. Τέλος, και η τοποθέτησή του προκαλεί συζήτηση, διότι δεν είναι καθόλου αναγκαίο να θεωρηθεί ως εισαγωγή στο «αριστοτελικό μάθημα λογικής»: «είναι αλήθεια ότι, για να διατυπωθεί μια θεωρία της επιστήμης, πρέπει πρώτα να οριστεί τι είναι ένας όρος, μια πρόταση, ένα επιχείρημα· αλλά το έργο αυτό επιτελείται άριστα από το πρώτο κεφάλαιο των Αναλυτικών Προτέρων, έργο που επομένως μπορεί να προσεγγιστεί ανεξάρτητα από την ανάγνωση των Κατηγοριών και του De Interpretatione¹».

Πρόκειται για ζητήματα στα οποία πρέπει να δοθεί απάντηση. Η υπόθεση που προκύπτει από την ανάλυση της Bernardini είναι ότι πρόκειται για ένα ιδιότυπο έργο, όχι για την έκθεση ενός σχήματος προερχόμενου από ή προορισμένου για διδασκαλία, αλλά για ένα γραπτό εργαλείο που, όπως για παράδειγμα το βιβλίο Α της Μεταφυσικής, χρησιμεύει για «σχολική» χρήση: ένα βοήθημα που παρουσιάζει ορισμένα θεμελιώδη στοιχεία για την κατανόηση και την αντιμετώπιση της δομής των κρίσεων. Υπό αυτή την έννοια, δεν έχει εκ των προτέρων μια ακριβή θέση, επειδή είναι (σχεδόν) καθολικά χρήσιμο.

Προβλήματα δημιουργεί και ο τίτλος του. Γνωρίζουμε ότι στους προηγούμενους αιώνες από την έκδοση του Ανδρόνικου του Ροδίου το έργο τιτλοφορούνταν Πρὸ τῶν τόπων, δηλαδή «Πριν από τα Τοπικά» ή «Πριν από τους Τόπους». Ήταν, λοιπόν, ενταγμένο σε μια ακολουθία διαφορετική από τη σημερινή, που το συνέδεε όχι με την επιστήμη (των Αναλυτικών), αλλά με τη λογική του πιθανού και του εἰκότος, των Τοπικών. Ο τίτλος που τελικά επικράτησε φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, απλός: προέρχεται από το ρήμα κατηγορεῖν με τη γενική σημασία του «κατηγορώ» ή «αποδίδω κατηγόρημα». Όμως αυτή η απλότητα είναι φαινομενική: για να κατανοήσουμε σωστά την «κατηγόρηση» και να μην αποπροσανατολιστούμε, πρέπει να αντιληφθούμε μια βασική διαφορά σε σχέση με τον σύγχρονο τρόπο σκέψης. Ο Αριστοτέλης, στη δική του ανάλυση, τείνει να προτιμά διατυπώσεις που αντιστρέφουν τη σειρά που μας είναι συνήθης: εμείς λέμε «το x είναι ή δεν είναι y» (ο Σωκράτης είναι ή δεν είναι άνθρωπος), ενώ για τον Αριστοτέλη «το y λέγεται για το x» ή «το y είναι μέσα στο x» (ο άνθρωπος λέγεται για τον Σωκράτη, αλλά δεν είναι μέσα στον Σωκράτη²). Στις Κατηγορίες αυτή η διάκριση τονίζεται έντονα, ενώ στα Αναλυτικά θα απορροφηθεί μέσα στην έννοια της ενύπαρξης, η οποία θα παρουσιαστεί με πολύ πιο σύνθετο τρόπο στο εσωτερικό της³.


Εδώ, αντίθετα, με το «λέγεται για» αναφερόμαστε στην απόδοση σε ένα υποκείμενο ουσιωδών και θεμελιωδών ιδιοτήτων, ενώ με το «είναι μέσα σε» αναφερόμαστε σε τυχαίες ιδιότητες (συμβεβηκότα).

Ο συνδυασμός των διαφόρων δυνατοτήτων οδηγεί σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει τα όντα που λέγονται για ένα υποκείμενο, αλλά δεν είναι μέσα σε ένα υποκείμενο: είναι ουσιώδη κατηγορήματα του υποκειμένου, αλλά δεν βρίσκονται μέσα σε ένα (συγκεκριμένο) υποκείμενο (ο «άνθρωπος» λέγεται για ένα υπαρκτό άτομο, αλλά δεν είναι μέσα σε αυτό, τόσο επειδή το άτομο δεν είναι κατά τύχη άνθρωπος, όσο και επειδή η έννοια του ανθρώπου δεν εξαντλείται σε ένα μόνο άτομο, αλλά εφαρμόζεται σε περισσότερα υποκείμενα, δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους). Συνοπτικά, εδώ έχουμε τις «καθολικές ουσίες», που, όπως θα δούμε, ο Αριστοτέλης τις ονομάζει δευτέρες ουσίες.

Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει όσα είναι μέσα σε ένα υποκείμενο, άρα είναι τυχαία (συμβεβηκότα), και δεν λέγονται για κανένα υποκείμενο, άρα δεν μπορούν να συνδεθούν με περισσότερα πράγματα: πρόκειται για επιμέρους συμβεβηκότα (μια συγκεκριμένη γραμματική γνώση υπάρχει μέσα σε μια ψυχή και, αν αποχωριστεί από αυτήν, παύει να υπάρχει, αλλά δεν λέγεται για τίποτα, διότι δεν είναι καθολικό κατηγόρημα, αλλά μια συγκεκριμένη εκδήλωση της γνώσης).
Στην τρίτη ομάδα βρίσκονται όσα λέγονται για ένα υποκείμενο και είναι μέσα σε ένα υποκείμενο: πρόκειται για καθολικά συμβεβηκότα (η γνώση υπάρχει μέσα σε μια ψυχή και λέγεται, για παράδειγμα, για τη γραμματική, η οποία αποτελεί συγκεκριμένη μορφή της γνώσης).
Τέλος, η τέταρτη ομάδα περιλαμβάνει όσα ούτε λέγονται για ένα υποκείμενο ούτε είναι μέσα σε ένα υποκείμενο: πρόκειται για επιμέρους ουσίες, όπως ένας συγκεκριμένος άνθρωπος ή ένα συγκεκριμένο άλογο.


Ο πρώτος τύπος σχέσης είναι ο πιο σημαντικός, διότι η απόδοση ενός καθολικού σε ένα υποκείμενο επιτρέπει τη σύλληψη του είδους, ενώ η απόδοσή του σε ένα άλλο καθολικό επιτρέπει τη σύλληψη του γένους. Προφανώς, το χαρακτηριστικό του γένους, μέσω του είδους, εφαρμόζεται και στο επιμέρους ον: ο Σωκράτης (επιμέρους), όντας άνθρωπος (είδος), είναι ζώο (γένος).

Με αυτόν τον τρόπο, ο Αριστοτέλης παρέχει έναν «χάρτη» των όρων καθεαυτών. Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο των Κατηγοριών: τα πράγματα που λέγονται χωρίς σύνδεση, δηλαδή εκτός λόγου, εκτός κρίσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτό το έργο μας δίνει τις δέκα κατηγορίες: ουσία, ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τόπος, χρόνος, θέση, κατάσταση, ενέργεια, πάθος. Πρόκειται για τον πληρέστερο κατάλογο των μορφών του πραγματικού όντος, και συνεπώς των τρόπων με τους οποίους τα πράγματα λέγονται και νοούνται, που βρίσκουμε στο Corpus: οι κατάλογοι που υπάρχουν σε άλλα έργα δεν φτάνουν ποτέ τις δέκα (πρβλ. Τοπικά, I 9, γεγονός που επιβεβαιώνει έναν ιδιαίτερο δεσμό μεταξύ αυτών των δύο κειμένων).

Παραμένει πάντως σαφές ότι, από «λογική» άποψη, βρισκόμαστε, θα λέγαμε, σε μια προϋπόθεση της προϋπόθεσης, καθώς σε μια ανάλυση των όρων καθ’ εαυτούς δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να διατυπωθεί το αληθές ή το ψευδές. Έχουμε μόνο τα ανώτατα γένη, τα οποία, ως τέτοια, δεν ορίζονται ούτε κρίνονται, και υπό αυτή την έννοια είναι δικαίως «πρώτα». Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει ότι υπάρχει μια τάξη στο εσωτερικό τους.

Όπως είναι γνωστό, η ουσία αποτελεί την κατηγορία κατεξοχήν, τη μόνη της οποίας η φύση ως αρχής μπορεί να διατυπωθεί με κυριολεκτική και πρωταρχική έννοια, δεδομένου ότι είναι εκείνη που ούτε λέγεται για κάποιο υποκείμενο ούτε είναι μέσα σε κάποιο υποκείμενο, όπως στην περίπτωση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου ή ενός συγκεκριμένου αλόγου (Κατηγορίες, 2a11-14· πρβλ. επίσης 3a7-10, 3a20-21, 3a36-37). Πρόκειται για έναν ορισμό που διατυπώνεται στο ειδικό πλαίσιο των Κατηγοριών, με τη χρήση των όρων που έχουν προηγουμένως διευκρινιστεί, και ο οποίος εκφράζει εκείνη την αντίληψη της ουσίας ως τόδε τι, δηλαδή «αυτήν εδώ την πραγματικότητα», κάτι συγκεκριμένο, ατομικό και αριθμητικά ένα (Κατηγορίες, 3b10-12), που εμφανίζεται και σε άλλα κείμενα. Στη συνέχεια, ο Σταγειρίτης προσδιορίζει περαιτέρω την ουσία6, τονίζοντας κυρίως ότι αποτελεί το υπόστρωμα όλων των πραγμάτων.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι όλα είναι σαφή και συνεπή· ωστόσο, ακριβώς το ζήτημα της ουσίας υπήρξε ένα από τα θέματα που τροφοδότησαν τις αμφιβολίες σχετικά με την αυθεντικότητα αυτού του κειμένου⁷. Πράγματι, ο Αριστοτέλης εισάγει μια επιπλέον διάκριση, μιλώντας για πρώτες και δεύτερες ουσίες. Οι πρώτες αποτελούν το υπόστρωμα για όλα τα άλλα πράγματα, τα οποία είτε λέγονται γι’ αυτές είτε βρίσκονται μέσα σε αυτές, ενώ οι ίδιες δεν κατηγορούνται για τίποτε· γι’ αυτό είναι ουσίες με την κύρια και κυριολεκτική έννοια, σε τέτοιο βαθμό ώστε, αν δεν υπήρχαν πρώτες ουσίες, δεν θα υπήρχε τίποτε (καθώς όλα τα άλλα είτε λέγονται γι’ αυτές είτε βρίσκονται μέσα σε αυτές).

Το ζήτημα, όμως, είναι ότι ανάμεσα σε όσα κατηγορούνται για τις πρώτες ουσίες υπάρχουν πραγματικότητες που ο Αριστοτέλης δεν μπορεί παρά να θεωρήσει ουσίες, αλλά, δεδομένης της κατάστασης, δεν μπορεί παρά να τις αποδυναμώσει και να τις ονομάσει δεύτερες. Πρόκειται για τα είδη και τα γένη, τα οποία ακριβώς κατηγορούνται: το είδος κατηγορείται για το άτομο (Κατηγορίες, 1a20-22), και το γένος κατηγορείται τόσο για το είδος όσο και για το άτομο. Το γεγονός είναι ότι, για τον Αριστοτέλη, ουσία είναι το συγκεκριμένο, το σύνθετο (σύνολο ύλης και μορφής), αλλά και —και με μια έννοια κυρίως— η μορφή, η οποία, με τον τρόπο της, είναι ένα τόδε τι, ένα «καθορισμένο κάτι». Υπό αυτή την έννοια, του είναι αδύνατον να αρνηθεί την πραγματική ύπαρξη εκείνων των περιεχομένων που εμείς ονομάζουμε είδη και γένη. Οι λογικές μας πράξεις είναι πάντοτε συνδεδεμένες με, και πραγματοποιούνται στη βάση των, δεδομένων που αντλούμε από την πραγματικότητα.

Πρόκειται για πραγματικότητες που λέγονται για ένα υποκείμενο (το είδος για το άτομο· το γένος τόσο για το είδος όσο και για το άτομο), αλλά δεν είναι μέσα σε ένα υποκείμενο. Η διαφορά, λοιπόν, έγκειται αποκλειστικά στο «λέγεται για»: και οι δύο μορφές ουσίας δεν είναι μέσα σε ένα υποκείμενο, αλλά οι πρώτες ουσίες δεν λέγονται για κάτι άλλο, ενώ οι δεύτερες λέγονται. Το ρητό συμπέρασμα (Κατηγορίες, 3a7-10) είναι, συνεπώς, ότι το κοινό χαρακτηριστικό κάθε ουσίας είναι ότι δεν βρίσκεται μέσα σε ένα υποκείμενο.

Είμαι, προφανώς, υποχρεωμένος να παραπέμψω στο ίδιο το κείμενο για όλα τα ζητήματα που εγείρει η πραγματεία περί ουσίας· εδώ μπορώ να προσθέσω ότι, αν δεχθούμε το ερμηνευτικό κλειδί που προτάθηκε, είναι δυνατόν να επιχειρήσουμε και τη λύση του ζητήματος της ενότητας αυτού του έργου. Πράγματι, το έργο περιστρέφεται γύρω από τα κεντρικά κεφάλαια, τα λεγόμενα Praedicamenta των κεφαλαίων 4-9, που είναι αφιερωμένα στις κατηγορίες. Πριν από αυτά, ο Αριστοτέλης θεώρησε σκόπιμο να διευκρινίσει τρεις τύπους όρων (ομώνυμα, συνώνυμα και παράγωγα) και κατόπιν τους δύο βασικούς τρόπους σύνδεσης, το «λέγεται για» και το «είναι μέσα σε», οι οποίοι, όπως είδαμε, είναι απαραίτητοι για την ανάλυση της ουσίας. Στο τέλος τίθενται επίσης έξι θέματα —η αντίθεση, η εναντίωση, το πρότερο, το σύγχρονο, η μεταβολή, το έχειν— τα οποία, όπως δείχνεται στο αντίστοιχο εισαγωγικό δοκίμιο, έχουν και αυτά κάποια σημασία σε σχέση με την κεντρική ανάλυση.

Έτσι καθίσταται επίσης δυνατό να προσεγγιστεί το γνωστό πρόβλημα της τριπλής ανάγνωσης των Κατηγοριών —γραμματικής, οντολογικής ή λογικο-σημασιολογικής— δείχνοντας ότι όλες αυτές οι τρεις διαστάσεις είναι παρούσες στο κείμενο, χωρίς ιδιαίτερες αντιφάσεις. Το ίδιο το κείμενο νομιμοποιεί αυτές τις αναγνώσεις, όχι όμως την μονομερή και αποκλειστική έμφαση σε μία από αυτές. Η συνύπαρξη και η αλληλοδιαπλοκή αυτών των επιπέδων πρέπει, αντίθετα, να γίνει αποδεκτή, αφού μαρτυρείται από τα ίδια τα κείμενα.

Συμπερασματικά, οι Κατηγορίες δεν είναι βεβαίως ένα έργο «λογικής», αλλά η τοποθέτησή τους σε αυτή τη θέση φαίνεται απολύτως δικαιολογημένη. Δεν πρόκειται για ένα εκλαϊκευτικό έργο ή μια απλή εισαγωγή, δεδομένου του βαθμού δυσκολίας και των θεμάτων που πραγματεύεται, αλλά η τοποθέτησή του ως αφετηρία μιας «αναλυτικής» πραγματείας έχει τη δική της δικαιολογία και λειτουργικότητα.

2. Το Peri hermeneias / De interpretatione

Και αυτό το δεύτερο κείμενο του Organon δεν αναφέρεται ποτέ στα αριστοτελικά έργα, γεγονός που προκάλεσε αμφιβολίες για την αυθεντικότητά του — αμφιβολίες που δεν έχουν βάση, αφού το περιεχόμενό του δεν δημιουργεί κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα από αριστοτελική άποψη. Εδώ βρίσκουμε, πράγματι, την πραγματεία για την κρίση, η οποία εκδηλώνεται σε μια πρόταση, δηλαδή σε μια εκφορά που συνδέει ένα όνομα με ένα ρήμα μέσω μιας κατάφασης ή μιας άρνησης¹².

Το πρόβλημα, ωστόσο, υπήρξε κατά κάποιον τρόπο ο ακριβής προσδιορισμός της λειτουργίας αυτού του κειμένου. Αυτό φαίνεται από το ζήτημα του τίτλου, ο οποίος, στην παραδοσιακή του μορφή, όχι μόνο δεν βοηθά τον αναγνώστη να κατανοήσει το νόημα του κειμένου, αλλά κινδυνεύει ακόμη και να τον παραπλανήσει. Υπάρχει ένα πρώτο πολύ ενδιαφέρον δεδομένο:
η λέξη του ελληνικού τίτλου, hermeneia, όχι μόνο δεν χρησιμοποιείται ποτέ από τον Αριστοτέλη σε αυτό το έργο, αλλά δεν εμφανίζεται ούτε σε άλλα κείμενα του Organon. Πρόκειται, λοιπόν, για μια επιλογή όχι μόνο μεταγενέστερη, αλλά και δύσκολα κατανοητή, δεδομένου ότι βασίζεται σε μια παράδοση εντελώς εξωτερική προς το ίδιο το κείμενο.

Μπορεί κανείς να επιχειρήσει μια κάποια (κατά τη γνώμη μου ασθενή) δικαιολόγηση, αν αντί να κατανοήσουμε τον όρο με τη συνήθη έννοια της «ερμηνείας», τον λάβουμε με την έννοια της «έκφρασης», η οποία στο αριστοτελικό πλαίσιο γίνεται «έκφραση των σκέψεων μέσω των λέξεων». Ωστόσο, το παραμορφωτικό αποτέλεσμα παραμένει — και μάλιστα εντείνεται από το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια τριπλή μετατόπιση: την επιλογή ενός εκδότη που το ονόμασε Peri hermeneias, την επιλογή των Λατίνων μεταφραστών που κατέληξαν στο interpretatio, δηλαδή αποδέχθηκαν ακριβώς την παραπλανητική σημασία του όρου, και τέλος τη μετάφραση στις σύγχρονες γλώσσες, όπου δεν είναι τυχαίο ότι συχνά εγκαταλείπεται υπέρ της διατήρησης της παραδοσιακής λατινικής εκδοχής.

Στην πραγματικότητα, ο πιο κατάλληλος τίτλος, κατά τη γνώμη της Palpacelli, που θα απέδιδε καλύτερα το περιεχόμενο του κειμένου, θα μπορούσε να είναι «Η γλώσσα», καθώς το έργο αυτό μελετά ακριβώς τα στοιχεία της γλώσσας, τη δομή της και τα αποτελέσματά της. Το θεωρητικό ενδιαφέρον έγκειται στο ότι, ξεκινώντας από αυτό το πεδίο —το δηλωτικό ή αποφαντικό— καθίσταται δυνατή (και αναγκαία) η διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς.

Με βάση αυτό το δεδομένο, ο Αριστοτέλης αναδεικνύει την ανάγκη να ταξινομηθούν οι διάφορες μορφές κρίσης: καταφατική και αποφατική, καθολική (katholou) χρησιμοποιούμενη καθολικά («όλοι οι άνθρωποι είναι x»), επιμέρους (kath’ ekaston) χρησιμοποιούμενη με την έννοια του ατομικού («ο Σωκράτης είναι x»), και μια επιπλέον μορφή που αφορά την έκφραση «μερικοί άνθρωποι», η οποία για τον Αριστοτέλη αποτελεί ένα καθολικό που δεν χρησιμοποιείται καθολικά.

Σε αυτή την τελευταία θέση, που εξαφανίζεται στη μεταγενέστερη λογική (καθώς δεν εμφανίζεται στο λογικό τετράγωνο που παρουσιάζεται στη συνέχεια ως υπόμνηση για τον αναγνώστη), πιθανώς επιδρά ο ισχυρός ρόλος του τόδε τι: αν ο πρώτος όρος αναφοράς είναι το επιμέρους (ο Σωκράτης), τότε είναι εύκολο να θεωρηθούν όσα αντιτίθενται σε αυτό («όλοι οι άνθρωποι», «μερικοί άνθρωποι») ως ένα καθολικό σε δύο διαφορετικές εκδοχές.

Η αριστοτελική ανάλυση συνεχίζεται φτάνοντας και σε αναφορές στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι κρίσεις, οι οποίες μπορούν να σχετίζονται, για παράδειγμα, με την αναγκαιότητα ή τη δυνατότητα. Ο Σταγειρίτης οικοδομεί έτσι ένα σύνθετο σύστημα αντιθέσεων, εναντιώσεων και αντιφάσεων, που είναι σημαντικό για την αναζήτηση της αλήθειας (βλ. το σχήμα στην επόμενη σελίδα).

Σε αυτό το σημείο πρέπει να επαναλάβουμε όσα είπαμε για το προηγούμενο έργο: η θεματική είναι τόσο γενική ώστε ισχύει για σχεδόν όλα τα πεδία (όλα εκείνα που δέχονται καταφάσεις και αρνήσεις, το παιχνίδι των αντιθέσεων ή εκφράσεις όπως «είναι αληθές/ψευδές ότι»). Ταυτόχρονα, η τοποθέτησή του σε αυτή τη θέση, μετά την ανάλυση των όρων καθεαυτών στις Κατηγορίες, ανταποκρίνεται σε μια αποτελεσματική εκθετική λογική.

Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι Κατηγορίες και το De interpretatione συνδέονται αρχικά μεταξύ τους: πράγματι, αυτό το κείμενο, πλούσιο σε ρήματα λόγου (verba dicendi), φαίνεται να παρουσιάζει τη δομή μαθημάτων και έχει έναν ορισμένο εισαγωγικό χαρακτήρα — στοιχεία που δεν μπορούν να αποδοθούν στις Κατηγορίες.

Το πρόβλημα του κειμένου του De interpretatione είναι, ωστόσο, άλλο: το έργο πραγματεύεται μια πολλαπλότητα θεμάτων, ώστε σε πολλούς μελετητές φαίνεται λίγο οργανωμένο και όχι ενιαίο. Στην πραγματικότητα, αν δεχθούμε την πολυπλοκότητα των επιπέδων που ο Αριστοτέλης εξετάζει ταυτόχρονα, είναι δυνατό να διακρίνουμε μια ενιαία λογική και σε αυτό το κείμενο. Ο Σταγειρίτης αναπτύσσει μια ανάλυση που ξεκινά από μια γλωσσικού τύπου προσέγγιση —στην οποία αφιερώνονται τα πρώτα κεφάλαια (1-4), όπου εξετάζονται το όνομα και το ρήμα, και κατόπιν ο λόγος—· σε αυτό το σημείο καθίσταται δυνατό να προσεγγιστεί, σε λογικό επίπεδο, η δομή της καταφατικής και της αποφατικής πρότασης (5-6), και στη συνέχεια να εισαχθεί το θέμα της αντίφασης, με μια εκτενή ανάλυση των βασικών μορφών αντίθεσης (7-9). Στα επόμενα και τελευταία κεφάλαια (10-15), ο Αριστοτέλης αφιερώνει περαιτέρω προσοχή στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ άρνησης και κατάφασης, το οποίο φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαίτερα (αφού επανέρχεται σε πολλά σημεία του έργου), καθώς ανοίγει τον δρόμο για ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με το αληθές και το ψευδές — θέμα που, άλλωστε, εμφανίζεται ήδη στο τμήμα που είναι αφιερωμένο στην αντίφαση.

Για παράδειγμα, αν έχουμε μια κατάφαση και μια άρνηση («το Α είναι x», «το Α δεν είναι x»), αναγκαστικά η μία είναι αληθής και η άλλη ψευδής — αυτό όμως ισχύει μόνο στην περίπτωση των καθολικών και ατομικών κρίσεων· στις επιμέρους κρίσεις, αντίθετα, είναι δυνατόν να είναι και οι δύο αληθείς. Αυτό επιτρέπει στην Palpacelli να υποθέσει ότι το fil rouge που προκύπτει από τη δομή αυτών των κεφαλαίων, και που φαίνεται να αποτελεί το υπόβαθρο που δικαιολογεί την ενότητά τους και τη λογική τους, είναι «ο προσδιορισμός του αληθούς και του ψευδούς στις διάφορες μορφές και εκφάνσεις του λόγου» (Εισαγωγικό δοκίμιο, σ. 181).

Αν ο γλωσσικο-λογικός άξονας εδώ προβάλλεται έντονα, δεν πρέπει να λησμονούμε τον οντολογικό άξονα. Έχουμε ήδη αναφέρει, σε παραλληλισμό με ένα χωρίο από τις Σοφιστικές Ἔλεγχοι, το De interpretatione 1, 16a3-8, όπου ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι οι φθόγγοι και τα γράμματα είναι σύμβολα των σκέψεων, οι οποίες, ως εκφράσεις των παθημάτων της ψυχής, μπορούν να θεωρηθούν εικόνες της πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, δεν προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία παραπέμπει ρητά στην εμπειρική επαλήθευση για να κριθεί η αλήθεια ή η ψευδότητα μιας πρότασης (6, 17a26-37) — κάτι που δεν συναντά κανείς εύκολα σε ένα σύγχρονο έργο λογικής.

Μια τελευταία παρατήρηση αφορά τη θέση αυτού του κειμένου μέσα στο Organon. Σε γενικές γραμμές, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα: η ανάλυση της κρίσης και η έμφαση στο ζήτημα του αληθούς και του ψευδούς αποτελούν υπεραρκετή δικαιολόγηση. Ακόμη πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο 11 (το οποίο, παρά τη γνώμη πολλών σημαντικών μελετητών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταγενέστερη προσθήκη, αφού συνδέεται ρητά με τα κεφάλαια 5 και 8) εισάγει το θέμα της διαλεκτικής ερώτησης, συνδέοντάς το άμεσα με τα ζητήματα που εξετάζονται στα Τοπικά (11, 20b22-30).

Επομένως, η ένταξή του στο Organon δεν αποτελεί πρόβλημα· εκείνο που μπορεί να θεωρηθεί προβληματικό είναι η τοποθέτησή του πριν από τα Αναλυτικά, καθώς το προαναφερθέν χωρίο υποδηλώνει έναν άξονα περισσότερο προσανατολισμένο σε ζητήματα της εμπειρικής σφαίρας (δηλαδή της διαλεκτικής των Τοπικών) παρά της επιστημονικής (δηλαδή των Αναλυτικών). Μπορεί, λοιπόν, να διατυπωθεί μια υπόθεση: το De interpretatione ήταν ένα είδος λογικο-γλωσσικής εισαγωγής, που αρχικά απευθυνόταν κυρίως στη διαλεκτική και είχε ως στόχο να ταξινομήσει τις διάφορες γλωσσικές μορφές σε σχέση με το αληθές και το ψευδές, ώστε να προσφέρει στον διαλεκτικό ένα είδος «εγχειριδίου» χρήσιμου για τη συζήτηση» (Εισαγωγικό δοκίμιο, σ. 204).

Επειδή, όμως, για τον σκοπό αυτό είναι αναγκαίο να παρουσιαστούν όλες οι «μορφές» και οι σχέσεις μεταξύ κατάφασης και άρνησης που πρέπει να γνωρίζει ο διαλεκτικός, το έργο αυτό δεν έχει μόνο ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο εφαρμογής, αλλά αφορά άμεσα και την αναλυτική πραγματεία. Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη που —αν και με λιγότερο άμεσο και πιο γενικό τρόπο— ισχύει και για τις Κατηγορίες.

Σημειώσεις:


1.Natali, Aristotele..., σ. 40.
2.Ίσως εδώ λειτουργεί η μακροχρόνια επίδραση της πλατωνικής προσέγγισης, που μιλούσε για συμμετοχή στην Ιδέα, σύμφωνα με την οποία ο εμπειρικός όρος υπάρχει και γίνεται κατανοητός σε αναφορά προς την Ιδέα.
3
,Στα Αναλυτικά, όπως εξηγεί η Bontempi, «το βασικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ των κατηγορηματικών σχέσεων είναι αν το κατηγόρημα λέγεται (ή δεν λέγεται) για όλο το υποκείμενο ή για μέρος αυτού», γι’ αυτό και η σχέση μεταξύ των δύο όρων μπορεί να θεωρηθεί με την ίδια εννοιολογική προσέγγιση και στην αντίθετη κατεύθυνση. Πράγματι, αν η κατηγόρηση ληφθεί εδώ με την έννοια ότι εστιάζει στη εκτατική διάσταση της σχέσης μεταξύ δύο όρων και όχι τόσο στην εντατική (όπως όταν διακρίνουμε μεταξύ ουσιώδους και τυχαίας κατηγόρησης), τότε μπορούμε να θεωρήσουμε ότι, αν είναι αληθές ότι «ζώο» κατηγορείται για τον άνθρωπο σε όλα τα μέρη του, είναι επίσης αληθές ότι «άνθρωπος» κατηγορείται για ένα μέρος του «ζώου» (ορισμένα ζώα είναι άνθρωποι)... Σε αυτό συνδέεται και το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης, κατά τη διάρκεια της θεωρητικής ανάλυσης, προτιμά τη διατύπωση «ενυπάρχει σε» (hyparchei...) για να περιγράψει τη σημασιολογική δομή των προτάσεων που εξετάζει (Εισαγωγικό δοκίμιο, σ. 321).
4.
Ίσως είναι προτιμότερο να ειπωθεί έτσι αντί για «πλήρης κατάλογος», διότι ο ακριβέστερος αριθμός είναι οκτώ, αφού το «είναι σε θέση» και το «κείται» και το «έχει» μπορούν να υπαχθούν σε άλλες κατηγορίες (Reale, Introduzione, σ. 146).
5.Πρβλ., για παράδειγμα, Μεταφυσικά Ζ, 1029a27-28· Σοφιστικοί Ἔλεγχοι, 69a35-36.
6.Η ουσία δεν έχει αντίθετα, δεν δέχεται το περισσότερο και το λιγότερο, μπορεί να δεχθεί τα αντίθετα παραμένοντας η ίδια ταυτόσημη και αριθμητικά μία (Κατηγορίες, 3b1–4b20).
7
.Για τις αντιφάσεις μεταξύ αυτού του κειμένου και της αντίληψης περί ουσίας στη Μεταφυσική Ζ και Α, βλ. το Εισαγωγικό δοκίμιο στις Κατηγορίες, σσ. 16-18, 40-47.
8.
Κατηγορίες 2b15-17· πρβλ. επίσης 2a34-35· 2b3-5· 2b37–3a11· πρβλ. επίσης Μεταφυσικά Α, 1017b13-14· Ζ, 1028b36-37, 1029a7-9.
9
.Κατηγορίες 2b5-9.
10
.Όπως επισημαίνει η Bernardini (Εισαγωγικό δοκίμιο, σ. 37): «Τα μετακατηγορήματα, που συχνά θεωρούνται από τους υποστηρικτές της μη αυθεντικότητας ως απλές συσσωρεύσεις ετερογενών στοιχείων, είναι στην πραγματικότητα λογικο-διαλεκτικές δομές, συχνά δυαδικές, χρήσιμες τόσο για την καλύτερη κατανόηση των κατηγοριών όσο και για την αντιμετώπιση των κρίσιμων ζητημάτων των όρων της κατηγόρησης. Είναι δηλαδή διαθεματικά εννοιολογικά εργαλεία που βοηθούν να διαβαστούν οι κατηγορίες με διαφορετικό τρόπο, εμβαθύνοντας τόσο στη μορφή όσο και στις συντακτικές και σημασιολογικές τους σχέσεις, και αποτελούν ένα "εργασιακό" υλικό για την επανεξέταση των ανώτατων γενών στις συνεπαγωγές και στις σχέσεις τους».
11.
«Στο κείμενο διαπιστώνεται η συνύπαρξη και η συνεχής διαπλοκή διαφορετικών επιπέδων, πράγμα που επιτρέπει την υπέρβαση του παραδοσιακού ερμηνευτικού "διλήμματος" υπέρ της μίας ή της άλλης ανάγνωσης και την ανάδειξη της φύσης της αριστοτελικής δομής, τοποθετώντας την σε μια διάσταση, ίσως πιο πειστική, μιας "λογικής", αλλά και μιας πρωταρχικής γραμματικής, όπου τα διάφορα στοιχεία δεν ήταν και δεν μπορούσαν να διακριθούν σαφώς. Οι προσπάθειες να θεωρηθούν ορισμένες όψεις ως εξαντλητικές δημιουργούν παρεξηγήσεις, απόλυτοποιώντας μια μεμονωμένη προοπτική, σημαντική μεν, αλλά μερική» (Bernardini, Εισαγωγικό δοκίμιο, σσ. 50-51).
12
.Αυτό φαίνεται να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον Σταγειρίτη, όπως δείχνει και η ίδια η επιλογή της ορολογίας: «Ο Αριστοτέλης, στην πραγματικότητα, δεν διαθέτει ακριβή ορολογία σε αυτό το θέμα· αυτό που εμείς ονομάζουμε κρίση, εκείνος το δηλώνει μάλλον με τους όρους apóphasis (κατάφαση) και katáphasis (άρνηση), δηλαδή με όρους που υποδηλώνουν τις πράξεις από τις οποίες αποτελείται η κρίση· και αυτό που εμείς ονομάζουμε πρόταση, εκείνος το αποδίδει με τον όρο protasis» (Reale, Introduzione, σ. 149).
13
.Πρβλ. το Εισαγωγικό δοκίμιο της Palpacelli στο De interpretatione, σ. 162.
14.Ο Αριστοτέλης γνωρίζει τις διαφορετικές μορφές έκφρασης και, συνεπώς, αποκλείει ρητά από τη λογική αξιολόγηση όσες δεν είναι δηλωτικές, όπως, για παράδειγμα, οι προσευχές (De interpretatione, 17a1-7).
15.Εδώ φαίνεται καθαρά η λογική σε πρώιμη μορφή και, συνεπώς, η ανάγκη να στηριζόμαστε στο ίδιο το κείμενο και όχι στη δική μας εννοιολόγηση: αρκεί να συγκρίνουμε το λογικό τετράγωνο με αυτό το κείμενο για να αντιληφθούμε τη διαφορά αλλά και τη συγγένεια με την αριστοτελική σκέψη.

Συνεχίζεται με

3. Τα Αναλυτικά


Δεν υπάρχουν σχόλια: