Συνέχεια από Δευτέρα 18. Μαΐου 2026
Meister Eckhart-Η αιώνια γέννηση 3
Συστηματική ανθολογία από τα λατινικά και γερμανικά έργα
Συστηματική ανθολογία από τα λατινικά και γερμανικά έργα
Εισαγωγικό δοκίμιο και σημειώσεις επιμέλεια Giuseppe Faggin
Αν η σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον Άνθρωπο εξαντλούνταν απολύτως στη γέννηση, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό. Αν η ανθρώπινη σκέψη είναι εμμενής στη θεία Σκέψη, αν το ον είναι εμμενές στο Είναι, τότε στον Θεό δεν επιστρέφει κανείς, διότι ήδη είναι μέσα σε Αυτόν. Είναι το πρόβλημα που διαισθάνθηκε ο Silesius και υπαινίχθηκε με εckhartικούς τόνους:
Το κτίσμα είναι περισσότερο μέσα στον Θεό παρά μέσα στον εαυτό του: παρέρχεται, κι όμως παραμένει ολόκληρο μέσα σε Αυτόν.
—Der Cherubinische Wandersmann, I 193.
Η επιστροφή είναι ένα e-gredere για να ad-ire: μια έξοδος για να προσέλθει κανείς· η εγκατάλειψη εκείνου που δεν πρέπει να είναι και η ανάκτηση του ουσιώδους.
Τώρα, εκείνο που δεν πρέπει να είναι δεν είναι το Είναι, αλλά η αξίωση του να είναι· αν ήταν το Είναι, δεν θα μπορούσαμε ούτε θα έπρεπε να το υπερβούμε· αν δεν ήταν απολύτως, θα ήταν μηδέν και η υπέρβασή του δεν θα είχε κανένα νόημα. Για τον Eckhart, εκείνο που πρέπει να υπερβεί κανείς είναι το αισθητό, η πολλαπλότητα, η φύση, δηλαδή το κτιστό ως τέτοιο.
Το κτιστό είναι εκείνο που δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, ώστε εκείνο που είναι και πρέπει να είναι να είναι: δεν έχει οντολογική, αλλά διαλεκτική αξία, και έτσι επανεντάσσεται μέσα στον κύκλο της μοναδικότατης θείας Ζωής. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μόνο για να πραγματοποιηθεί, πέρα από το πεδίο των κτισμάτων, η διαδικασία της αιώνιας γέννησης, όχι για να γίνει ο κόσμος η αρχή μιας αυθεντικά ανθρώπινης δραστηριότητας, η εγκαθίδρυση μιας νέας ιστορίας μέσα στον χρόνο.
Από τον άνθρωπο ο Eckhart δεν ζητά να συνεργαστεί με τον Θεό μεταμορφώνοντας το κτιστό και συνεχίζοντας το θείο δημιουργικό έργο μέσα στην αδιάκοπη εναλλαγή των γενεών. Μόνο ο Θεός είναι Αιτιότητα και Πράξη. Το πράττειν που αρμόζει στον άνθρωπο και στο οποίο συνοψίζεται η ηθικότητά του είναι ένα μη-πράττειν: είναι η αφαίρεση του τυχαίου, του φαινομενικού, του πολλαπλού, η διάλυση της απατηλότητας του κτιστού, ώστε μέσα μας να υπάρχει και να ενεργεί μόνο ο Θεός.
Αλλά το πράττειν του Θεού είναι μηδέν αν δεν πραγματώνεται μέσα μας, στη συνείδησή μας ως σκεπτόμενων υποκειμένων· γι’ αυτό απαιτεί το δικό μας μη-πράττειν: ο Θεός αποκαλύπτεται επειδή εμείς Τον αποκαλύπτουμε. Η ταπείνωσή μας συμπίπτει με την επιφάνεια της θείας Δύναμης, της οποίας είναι όρος.
Homo humilis est ita potens super Deum, sicut ipse sui ipsius. et quidquid est in omnibus angelis et omnibus sanctis, hoc est proprium humilis hominis: quidquid Deus operatur, hoc operatur ipse, et quidquid Deus est, hoc ipse est, una vita et unum esse.
= Ο ταπεινός άνθρωπος έχει τέτοια δύναμη πάνω στον Θεό, όπως ο Θεός έχει πάνω στον εαυτό Του. Και ό,τι υπάρχει σε όλους τους αγγέλους και σε όλους τους αγίους, αυτό ανήκει στον ταπεινό άνθρωπο: ό,τι ενεργεί ο Θεός, αυτό το ενεργεί και ο ίδιος· και ό,τι είναι ο Θεός, αυτό είναι και ο ίδιος: μία ζωή και ένα είναι.
Η αποδέσμευση είναι η αναγκαία αρετή της επιστροφής· μάλλον, είναι η ίδια η επιστροφή. Η ψυχή πρέπει να αποδεσμευθεί από το άμεσο. Αλλά ο Θεός δεν είναι το άμεσο, δεν είναι αίσθηση ούτε συναίσθημα, μολονότι είναι πιο παρών σε εμάς απ’ όσο είμαστε εμείς στον εαυτό μας. Το άμεσο είναι το αισθητό και το πολλαπλό, το πρόσκαιρο και το χωρικό: ένα ασυνεπές και εύθραυστο γίγνεσθαι.
Η ψυχή βρίσκεται στο κέντρο του, ριζωμένη στα φαινόμενα με τις κατώτερες δυνάμεις της· και τα φαινόμενα είναι ριζωμένα μέσα της. Ένα μηδέν που στηρίζει ένα μηδέν. Με τις κατώτερες δυνάμεις η ψυχή διασκορπίζεται στο μη-είναι: η αίσθηση τη δένει στις τυχαίες ποιότητες των πραγμάτων που μεταβάλλονται· η μνήμη σε ένα παρελθόν που δεν είναι πια· η επιθυμία σε ένα μέλλον που δεν είναι ακόμη· η φαντασία σε μια χλωμή και φθαρτή εικόνα· η θυμοειδής δύναμη σε παροδικά ερεθίσματα· η επιθυμητική δύναμη σε μάταιες ηδονές.
Σε σχέση με τα πράγματα, η ψυχή προσλαμβάνει ονόματα και λειτουργίες, πολλαπλασιάζεται μέσα στο πολλαπλό, και εξωτερικευόμενη λησμονεί τον εαυτό της. Μόνο η νοητική γνώση την κάνει να ξαναβρεί το Είναι και τον εαυτό της¹. [1 In Sap. III, 331 Théry: cogitatio sine intellectu est omnis cogitatio mala, vel de malo, aut etiam de preterito vel futuro, sive de ente quocunque includente nihil, idest negationem.
= κάθε σκέψη χωρίς νόηση είναι κακή σκέψη, ή σκέψη περί του κακού, ή ακόμη σκέψη περί του παρελθόντος ή του μέλλοντος, ή περί οποιουδήποτε όντος που περιλαμβάνει το μηδέν, δηλαδή την άρνηση.
Είναι η εξύψωση της ανθρώπινης νοήσεως —tolle scientiam, remanet unum purum nichil, «αφαίρεσε τη γνώση, και απομένει ένα καθαρό μηδέν»— εναντίον του συναισθηματισμού των βολονταριστών, σε αντιστοιχία προς την πράξη της θείας γέννησης, η οποία είναι πράξη νοήσεως.]
Στο Είναι επιστρέφει μέσω της αφαίρεσης, εξαλείφοντας το μη-ον, δηλαδή το τυχαίο, το επιμέρους, το ενδεχόμενο, το αισθητό. Αυτή η εξάλειψη είναι η πράξη της: ένα πράττειν που είναι μη-πράττειν. Η καθολική ιδέα στην οποία φθάνει δεν είναι έργο της ψυχής· είναι εκείνο που απομένει και αποκαλύπτεται όταν έχουμε αφαιρέσει ό,τι την έκρυβε.
Είναι ο Λόγος που ο Θεός γεννά μέσα μας, όταν εμείς προσφερόμαστε σε Αυτόν με απόλυτη γυμνότητα· είναι ένα δωρεάν δώρο του Θεού, στον βαθμό που, με την αφαίρεση, το έχουμε ελκύσει μέσα μας. Στη νοητική γνώση ο άνθρωπος απογυμνώνεται από την κτιστή ατομικότητά του, γίνεται Υιός του Θεού, καθολικός Άνθρωπος, τόπος της Αλήθειας: εκείνη η γνώση δεν είναι πλέον δική του ενέργεια, αλλά ενέργεια του Θεού μέσα του.
Μέσα σε αυτόν, που έγινε exemplar hominis, υπόδειγμα του ανθρώπου, ο Θεός ενεργεί, σκέπτεται, γεννά· και γεννά μέσα του τον Υιό, μόνο επειδή ο άνθρωπος πέθανε ως προς το κτιστό. Έτσι η γνωστική διαδικασία ολοκληρώνεται από την ανομοιότητα, μέσω της ομοιότητας, στην απόλυτη ταυτότητα.
Η dissimilitudo, η ανομοιότητα, βρίσκεται εκεί όπου είναι οι αισθήσεις, ανομοιες μεταξύ τους και σε σχέση με τη νόηση· και όπου υπάρχει ανομοιότητα, η γνώση είναι αδύνατη.
Και η similitudo, η ομοιότητα, καθιστά ανεπαρκή τη γνώση: ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο πρέπει να υπάρχει ταυτότητα, όχι ομοιότητα¹ [1 Στο Sermo XIII, αρ. 146, η dissimilitudo —ανομοιότητα— ορίζεται ως causa odii, «αιτία του μίσους», ενώ in spiritualibus et superioribus, ubi verior et maior est similitudo, potissima est dilectio sive amor, qui est unitivus ratione similitudinis.
= στα πνευματικά και ανώτερα πράγματα, όπου υπάρχει αληθέστερη και μεγαλύτερη ομοιότητα, κυρίαρχη είναι η αγάπη ή ο έρωτας, που είναι ενοποιητικός λόγω της ομοιότητας.
Αλλά, επειδή ο τελικός σκοπός είναι η απόλυτη ενότητα, ακόμη και η ομοιότητα καταδικάζεται ως mater falsitatis, «μητέρα της ψευδότητας» —Proc. Col. III, 4 a. 14—:simile enim aliquam alietatem et diversitatem includit numeralem —in Joh., αρ. 342—
= διότι το όμοιο περιλαμβάνει κάποια ετερότητα και αριθμητική διαφορά.
si essem unum tunc non essem similis. Nichil est estraneum in unitate. Unitas dat michi unum esse, non similem esse —Proc. Col. I, § 11, 4, a. 14— = αν ήμουν ένα, τότε δεν θα ήμουν όμοιος. Τίποτε δεν είναι ξένο μέσα στην ενότητα. Η ενότητα μου δίνει ένα είναι, όχι ένα όμοιο είναι.]. Ή είναι εγγυημένη η σχέση ταυτότητας —δηλαδή ετερότητας μέσα στην ενότητα—, ή, με άλλα λόγια, η δική μου σκέψη είναι η ίδια η θεία Σκέψη, και τότε η γνώση είναι δυνατή· ή υπάρχει ανομοιότητα, ή απλή ομοιότητα —δηλαδή μη ταυτότητα— ανάμεσα στην ανθρώπινη σκέψη και στην απόλυτη Σκέψη, και τότε η γνώση —δηλαδή η αιώνια γέννηση του Λόγου— είναι αδύνατη.
Η πρωτοκαθεδρία της νοήσεως, την οποία υμνεί ο Eckhart, είναι η εξύψωση της καθολικότητας του Πνεύματος και συγχρόνως της καθαρής του ελευθερίας. Εφόσον το πνεύμα είναι ουσιωδώς νόηση, και η νόηση είναι πράξη που υπερβαίνει το αισθητό και το τυχαίο, η ελευθερία ανήκει στη νόηση, όχι στη βούληση.
Το κτιστό, ως τέτοιο, καθόσον είναι πολλαπλότητα διασκορπισμένη μέσα στον χρόνο και στον χώρο, δεν είναι ελεύθερο² [Pred. LXXXI Pf. Πρβλ. επίσης In Sap. IV, 282:
Omnia vero opera que operamur propter quid aliud extra ipsum, qui solus vere intimus est nobis et essentie illabitur, utpote esse, mortua sunt, eo quod in ipsis talis operibus nos movet et movemur ab aliquo extra, sicut mortuum et iam non vivum.= Όλα όμως τα έργα που πράττουμε για κάτι άλλο έξω από Εκείνον, ο οποίος μόνος είναι αληθινά εσώτατος σε εμάς και εισδύει στην ουσία, ως το ίδιο το είναι, είναι νεκρά, διότι σε τέτοια έργα μας κινεί και κινούμαστε από κάτι εξωτερικό, όπως κάτι νεκρό και ήδη μη ζωντανό.
ib. IV 321-322: opus enim extra servum est, non liberum.... Opus extra, corporale, servum est, opus servi est, timoris non amoris.... Passiones ab extra in nobis sunt; actiones vero a nobis procedunt. = διότι το εξωτερικό έργο είναι δουλικό, όχι ελεύθερο... Το εξωτερικό, σωματικό έργο είναι δουλικό, είναι έργο δούλου, έργο φόβου και όχι αγάπης... Τα πάθη βρίσκονται μέσα μας από έξω· οι πράξεις όμως προέρχονται από εμάς.]· είναι ένα σύνολο σχέσεων που παραπέμπουν η μία στην άλλη μέσα σε μια αόριστη διαδικασία, η οποία αλλοτριώνει την ψυχή από τον εαυτό της. Μόνο η νόηση, καθόσον εγκαθιδρύει τη θεία γέννηση του Λόγου, επαναφέρει την ψυχή στην εσωτερική της φύση, με πλήρη επιστροφή —reditione completa.
Συγχρόνως, η νοητική γνώση ταυτίζεται με την ηθική δραστηριότητα: η αφαίρεση από το αισθητό και το επιμέρους είναι συγχρόνως ηθική αποδέσμευση από το προσωπικό συμφέρον, από τις ηδονές της αίσθησης, από τη μολυσμένη γοητεία των φαινομενικών αγαθών· η ενόραση του Καθολικού, που είναι το αιώνιο Είναι, είναι συγχρόνως ηρωική υπέρβαση των οδυνηρών νοσταλγιών του παρελθόντος και των αγωνιωδών επιθυμιών του μέλλοντος.
Ο χρόνος, ως αισθητηριακή-συναισθηματική δομή, νικιέται: η ψυχή τοποθετείται στη Ζωή του αιώνιου παρόντος. Το εξωτερικό έργο, που γεννιέται από ένα εξωτερικό ερέθισμα και επιστρέφει στον κόσμο των εξωτερικών σχέσεων, και γι’ αυτό δεν είναι ελεύθερο αλλά δουλικό, χάνει νόημα και αξία¹ [1 Πρβλ. τα άρθρα XVI-XIX που καταδικάστηκαν από τη Βούλα.]. Μέσα στην επανευρεθείσα ενότητα του αιώνιου Λόγου, όπου το κτιστό επιστρέφει και διαλύεται, ακόμη και τα έργα που επιτάσσει η Εκκλησία είναι, το πολύ, αφορμές και προπαρασκευές.
Η ενόραση της Αλήθειας είναι ο τελικός σκοπός, μέσα στον οποίο καταπαύουν οι ταραχές της κοσμικής δραστηριότητας και όπου βρίσκεται το απόλυτο νόημα των πράξεων. Όχι ότι ο Eckhart υμνεί το μη-πράττειν ως αδρανή ησυχασμό: ο άνθρωπος πρέπει να ενεργεί όπως ενεργεί ο Θεός, με πλήρη αποδέσμευση από τις πρακτικές συνέπειες της πράξης· πρέπει να ενεργεί ανιδιοτελώς, «χωρίς ένα γιατί», μόνο από αγάπη προς τον Θεό² [2 In Sap. III, 384:
iustus est non qui deum timet, sed amat, qui bonum operatur, non timore cuiuscunque, sed amore boni, non iam huius boni aut illius, sed boni, quia bonum in se ipso. = δίκαιος δεν είναι εκείνος που φοβάται τον Θεό, αλλά εκείνος που Τον αγαπά· εκείνος που πράττει το αγαθό όχι από φόβο οποιουδήποτε πράγματος, αλλά από αγάπη προς το αγαθό· όχι πλέον προς αυτό ή εκείνο το αγαθό, αλλά προς το αγαθό, επειδή είναι αγαθό καθαυτό.
In Exod., αρ. 247: proprium est deo, ut non habeat quare extra se aut praeter se. = ίδιον του Θεού είναι να μην έχει κάποιο “γιατί” έξω από τον εαυτό Του ή πέρα από τον εαυτό Του.
Igitur omne opus habens «quare», ipsum ut sic non est divinum, nec fit deo. = το έργο που έχει ένα «γιατί», αυτό, ως τέτοιο, δεν είναι θείο ούτε γίνεται για τον Θεό.
Pred. XLIII, 146, 20-24 Pf.:
also als got wirket sunder warumbe und enkein warumbe hât, in der wise alse got wirket als wirket ouch der gerehte sunder warumbe und alsô alse daz leben lebet umbe sich selber unde suochet enkein warumbe, dar umbe ez lebe, also enhât ouch der gerehte enkein warumbe, dar umbe er iht tüeje.= όπως λοιπόν ο Θεός ενεργεί χωρίς γιατί και δεν έχει κανένα γιατί, έτσι όπως ενεργεί ο Θεός, έτσι ενεργεί και ο δίκαιος χωρίς γιατί· και όπως η ζωή ζει για τον εαυτό της και δεν ζητά κανένα γιατί για το οποίο ζει, έτσι και ο δίκαιος δεν έχει κανένα γιατί για το οποίο πράττει κάτι.
In Sap. III, 329 Théry:
qui enim aliquid extra deum, vel praeter deum, vel etiam aliquid cum deo quaerit, non bene sentit de deo. Nichil enim potest esse extra deum, nec quidquam aliud est melius cum deo, nec extensive, alias non esset infinite bonum. = διότι όποιος ζητεί κάτι έξω από τον Θεό ή πέρα από τον Θεό, ή ακόμη κάτι μαζί με τον Θεό, δεν σκέπτεται ορθά για τον Θεό. Διότι τίποτε δεν μπορεί να υπάρχει έξω από τον Θεό, ούτε υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο μαζί με τον Θεό, ούτε κατά επέκταση· αλλιώς ο Θεός δεν θα ήταν άπειρα αγαθός.
In Joh., n. 51: vis scire de omni actione tua interiori et exteriori, utrum sit divina vel non, et utrum deus ipsam operetur in te, et per ipsum sit facta: vide si finis intentionis tuae est deus. Quod si sit, actio est divina, quia principium et finis idem: deus. = θέλεις να γνωρίζεις για κάθε εσωτερική και εξωτερική σου πράξη αν είναι θεία ή όχι, και αν ο Θεός την ενεργεί μέσα σου και αν έχει γίνει μέσω Αυτού; Δες αν ο σκοπός της προθέσεώς σου είναι ο Θεός. Αν είναι έτσι, η πράξη είναι θεία, διότι η αρχή και το τέλος είναι το ίδιο: ο Θεός.]· πρέπει να κάνει το καλό μόνο από αγάπη προς το Καλό.
Κάθε άλλο κίνητρο, ακόμη κι αν ήταν το πιο ευγενές, θα καθιστούσε την πράξη ακάθαρτη, θα αποξένωνε την ψυχή από τον Θεό. Αυτή η καθαρή πράξη συμπίπτει με την τέλεια γνώση και με την τέλεια αγάπη.
Όπως ο Θεός αγαπά μόνο το Είναι των πραγμάτων μέσα στον εαυτό Του και γι’ αυτό amat quemlibet unum sicut alium equaliter, et unum sicut omnes, et quemlibet unum sicut et quantum se ipsum, έτσι και ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό vere et proprie amat omnia, et pariter sive equaliter omnia, et quodlibet sicut omnia tanquam se ipsum, id est tantum tanquam se ipsum².
= αγαπά τον καθένα εξίσου όπως τον άλλον, και τον έναν όπως όλους, και τον καθένα όπως και όσο τον ίδιο τον εαυτό Του· έτσι και ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό αληθινά και κυριολεκτικά αγαπά τα πάντα, και όλα εξίσου ή ισότιμα, και το καθετί όπως όλα, σαν τον εαυτό του, δηλαδή τόσο όσο τον εαυτό του.
Το να αγαπά κανείς τα πράγματα μέσα στη δυσαρμονική πολλαπλότητά τους έξω από τον Θεό, ο οποίος είναι Ενότητα και Είναι, είναι αμαρτία· αλλά επειδή έξω από το Είναι τα πράγματα είναι unum purum nichil, «ένα καθαρό μηδέν», η αγάπη των πραγμάτων είναι αγάπη του μηδενός: peccatum vere nichil est³ [3 In Sap. IV, 265 Théry.
In Sap. III, 378: malum ex sui natura non computatur inter entia, cum non sit ens, nec numeratur. = το κακό από τη φύση του δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των όντων, αφού δεν είναι ον, ούτε αριθμείται.
In Sap. III, 335-336 Théry:
malum non habet causam. Causa enim effectum respicit, et omnis effectus habet causam. Malum autem non est effectus, sed defectus, negatio effectus. = το κακό δεν έχει αιτία. Διότι η αιτία αναφέρεται σε αποτέλεσμα, και κάθε αποτέλεσμα έχει αιτία. Το κακό όμως δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά έλλειψη, άρνηση αποτελέσματος.
Proc. Col. II, a. 28:
quandocunque ego pecco, tunc ego sum in malo, et tunc deus non videt me nec cognoscit me. = κάθε φορά που αμαρτάνω, τότε είμαι μέσα στο κακό, και τότε ο Θεός δεν με βλέπει ούτε με γνωρίζει.
In Sap. IV, 315 Théry.], «η αμαρτία είναι αληθινά μηδέν»· ο ασεβής άνθρωπος, in quantum homo, est; in quantum impius, non est et nichil est: καθόσον είναι άνθρωπος, υπάρχει· καθόσον είναι ασεβής, δεν υπάρχει και είναι μηδέν.
Αν ο άνθρωπος, αγαπώντας μέσα στον Θεό όλα τα πράγματα, εγκαθιδρύει στον εαυτό του το Είναι και μέσα στο Είναι επανεντάσσει όλα τα πράγματα, τότε η αρετή είναι η ανακάλυψη εκ νέου του αιώνιου Είναι. Στην ηθική δραστηριότητα, όπως και στη γνώση, ο άνθρωπος εξαντλεί τη δική του ιδιαίτερη δραστηριότητα μέσα στην «αποδέσμευση». Όπως η αλήθεια είναι μέσα μας, αλλά δεν αποκαλύπτεται από εμάς —αποκαλύπτεται από τον Θεό—, έτσι και η Αρετή είναι μέσα μας, αλλά δεν την παράγουμε· δεν φθάνουμε στο καλό, αλλά το δεχόμαστε: η αποδέσμευσή μας το αποκαλύπτει, εξαναγκάζοντας τον Θεό να ενεργήσει μέσα μας όπως μέσα στον εαυτό Του.
Η αρετή είναι εκείνο που απομένει στον εσώτατό μας πυρήνα· και επειδή εμείς είμαστε μέσα στον Θεό, γεννημένοι από Αυτόν κατά την ίδια πράξη με την οποία προσφερόμαστε σε Αυτόν με απόλυτη γυμνότητα, αυτή είναι μέσα μας επειδή είναι μέσα στον Θεό τον ίδιο:
virtus habet radicem in fundo divinitatis radicatam et plantatam, ubi solum ibi et nusquam alibi habet esse suum et essentiam suam².
= η αρετή έχει τη ρίζα της ριζωμένη και φυτεμένη στο βάθος της θεότητας, όπου, μόνο εκεί και πουθενά αλλού, έχει το είναι της και την ουσία της.
Ο δίκαιος, ως τέτοιος, δεν λάμπει αφ’ εαυτού, αλλά μέσω της Δικαιοσύνης και μέσα στη Δικαιοσύνη, η οποία είναι η αρχή του· και η Δικαιοσύνη λάμπει μέσα του. Η Δικαιοσύνη είναι η ζωή του και το είναι του, και εκείνος είναι η μαρτυρία της: μέσα σε αυτήν υπάρχει και ενεργεί.
Επειδή η Δικαιοσύνη δεν είναι έργο του δικαίου, αλλά είναι η ενέργεια του Πατέρα μέσα του, όπως και στη γνώση της αλήθειας δεν είναι ο άνθρωπος που σκέπτεται, αλλά μάλλον ο Θεός που σκέπτεται μέσα του. Ο δίκαιος, επανενταγμένος στον Θεό, είναι Υιός του Θεού· και όπως ο Υιός είναι ο μοναδικός Λόγος του Θεού και μοναδικό είναι το έργο του Πατέρα, έτσι και μέσα στον δίκαιο ο Θεός επιτελεί ένα μόνο έργο: η δικαιοσύνη του δικαίου είναι μία μοναδική τελειότητα που περιλαμβάνει όλες τις τελειότητες¹[ 1 Pred. LXXVI, 25 κ.ε. Pf.· Pred. LIX Pf.
In Sap. II, 426 Théry:
iustitia in suo fonte, in suo supremo et pleno, est omnis virtus; et quaelibet omnis virtus et omnis perfectio, una perfectio; in supremo enim, necessario omnia sunt unum perfectissima unitate, quae inferius et in se ipsis sunt divisa.... Justitia, sapientia et cetera huiusmodi unum sunt; hoc est unum in quo deus habitat, in quo et quo nos sibi unit; in hoc uno deus invenitur, ibi docet et operatur omnia.
= η δικαιοσύνη στην πηγή της, στο ύψιστο και πλήρες της, είναι κάθε αρετή· και κάθε αρετή είναι κάθε αρετή και κάθε τελειότητα, μία τελειότητα· διότι στο ύψιστο, αναγκαστικά, όλα είναι ένα με τελειότατη ενότητα, όσα κατώτερα και μέσα στον εαυτό τους είναι διαιρεμένα... Η Δικαιοσύνη, η Σοφία και τα παρόμοια είναι ένα· αυτό είναι το ένα μέσα στο οποίο κατοικεί ο Θεός, μέσα στο οποίο και με το οποίο μας ενώνει με τον εαυτό Του· σε αυτό το ένα βρίσκεται ο Θεός, εκεί διδάσκει και ενεργεί τα πάντα.
2 Proc. Col. I, § 11, 4, a. 14 b. Sermo IX, αρ. 99:
nec deus animae illabitur nisi nudus ab omni addito, etiam cogitatu. = ούτε ο Θεός εισδύει στην ψυχή παρά μόνο γυμνός από κάθε πρόσθετο, ακόμη και από τη σκέψη.
Proc. Col. I, § 11, 4, a. 5:
una virtus est in anima quae habet unam operationem cum deo. Ipsa creat et facit omnia cum deo et cum nullo habet aliquod commune et generat cum patre eundem filium unigenitum.
= υπάρχει μία δύναμη στην ψυχή, η οποία έχει μία και την ίδια ενέργεια με τον Θεό. Αυτή δημιουργεί και ποιεί τα πάντα μαζί με τον Θεό και δεν έχει τίποτε κοινό με κανέναν, και γεννά μαζί με τον Πατέρα τον ίδιο μονογενή Υιό.
Για το σκοτεινό πρόβλημα του increatum in anima και του grûnt der sêle —του «ακτίστου μέσα στην ψυχή» και του «βάθους της ψυχής»— παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου Meister Eckhart e la mistica tedesca “preprotestante”, Milano, 1946, από το οποίο μερικές φορές έχω συνοψίσει.].
Το κτιστό επανεκρέει μέσα στην αιώνια γέννηση, όπου χάνει την απατηλότητα του χρονικού και χωρικού γίγνεσθαι και λυτρώνει την πολλαπλότητα από τη διασπορά· στη θεία γέννηση ο άνθρωπος γεννιέται στην Αιωνιότητα και στην Καθολικότητα του Λόγου, γίνεται Υιός του Θεού. Αλλά είναι αναγκαίο να προχωρήσει ακόμη πέρα από την ετερότητα της νοήσεως, πέρα από το γνωρίζειν, πέρα από τον Θεό, προς εκείνη την αβυσσαλέα Divinitas, μέσα στην οποία η απόλυτη Ενότητα καταπραΰνει μέσα της όλες τις επιδιώξεις της γνώσης και της αγάπης και διαλύει μέσα της τις ανθρώπινες προσωπικότητες.
Ως σύμπλεγμα κατώτερων ψυχικών δραστηριοτήτων, η ψυχή είναι κτιστή, στραμμένη προς το κτιστό· ως νόηση, είναι γεννημένη, όχι κτιστή, υποκείμενο απόλυτης γνώσης· ως ενιαίο και αρχέγονο «βάθος» των κατώτερων δυνάμεων και της νοήσεως, είναι χωρίς όνομα, ταυτόσημη με την ίδια την άρρητη Divinitas:
aliquid est in anima ita cognatum deo quod est unum et non unitum.
= υπάρχει κάτι στην ψυχή τόσο συγγενές με τον Θεό, ώστε είναι ένα και όχι ενωμένο.
Η ψυχή δεν μπορεί να επιστρέψει στο Ένα, να γίνει ένα με το Ένα, αν δεν είναι ταυτόσημη, στο βάθος της, με το Ένα: στη ζωή της επαναλαμβάνεται ο ίδιος ρυθμός της θείας Ζωής· στη ζωή της αυτός ο ρυθμός ολοκληρώνεται και ο θείος κύκλος κλείνει. Το Ένα, μέσω της ψυχής, επιστρέφει στον εαυτό του· η ψυχή, επιστρέφοντας στο Ένα, επανενώνεται με τον εαυτό της, απογυμνούμενη από ό,τι είχε, για να παραμείνει στο αρχέγονο είναι της.
Ο Meister Eckhart ολοκληρώνει την ιστορία της σχολαστικής φιλοσοφίας με εκείνη την ίδια απαίτηση με την οποία ο Πλωτίνος ολοκλήρωνε την ιστορία της ελληνικής θεωρητικής σκέψης. Ο Πλωτίνος συνόψιζε τις ορθολογικές απαιτήσεις μιας σκέψης κλημένης στη σαφήνεια του λόγου, αλλά πέρα από τις αξίες της νοήσεως διαισθανόταν μια Παρουσία, την οποία ο λόγος δήλωνε ανίκανος να αποκρυπτογραφήσει. Ο Eckhart δέχεται τον θωμιστικό διανοητισμό, αλλά μόνο για να πάει πέρα από αυτόν, συνδεόμενος έτσι ξανά με τη νεοπλατωνική παράδοση.
Ενώ ο αιώνας του ετοιμαζόταν να ανακαλύψει εκ νέου την «κτιστή πραγματικότητα», για να οικοδομήσει πάνω της το regnum hominis, ο Eckhart κηρύσσει, σε μια γλώσσα που αστράφτει από εικόνες και είναι βαριά από σκοτεινά νοήματα, την εσωτερική γυμνότητα, την αποδέσμευση από τον ορατό κόσμο, την αγάπη χωρίς γιατί, την παντοδυναμία του μη-πράττειν.
Ο Μεσαίωνας, διψασμένος για αιωνιότητα, τελειώνει με αυτόν· αλλά αφήνει, μέσα από αυτόν, ένα μήνυμα που δεν έπαψε ακόμη να ζυμώνει τη σκέψη και την τέχνη της δικής μας εποχής.
Τέλος Εισαγωγής
Αν η σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον Άνθρωπο εξαντλούνταν απολύτως στη γέννηση, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για επιστροφή του ανθρώπου στον Θεό. Αν η ανθρώπινη σκέψη είναι εμμενής στη θεία Σκέψη, αν το ον είναι εμμενές στο Είναι, τότε στον Θεό δεν επιστρέφει κανείς, διότι ήδη είναι μέσα σε Αυτόν. Είναι το πρόβλημα που διαισθάνθηκε ο Silesius και υπαινίχθηκε με εckhartικούς τόνους:
Το κτίσμα είναι περισσότερο μέσα στον Θεό παρά μέσα στον εαυτό του: παρέρχεται, κι όμως παραμένει ολόκληρο μέσα σε Αυτόν.
—Der Cherubinische Wandersmann, I 193.
Η επιστροφή είναι ένα e-gredere για να ad-ire: μια έξοδος για να προσέλθει κανείς· η εγκατάλειψη εκείνου που δεν πρέπει να είναι και η ανάκτηση του ουσιώδους.
Τώρα, εκείνο που δεν πρέπει να είναι δεν είναι το Είναι, αλλά η αξίωση του να είναι· αν ήταν το Είναι, δεν θα μπορούσαμε ούτε θα έπρεπε να το υπερβούμε· αν δεν ήταν απολύτως, θα ήταν μηδέν και η υπέρβασή του δεν θα είχε κανένα νόημα. Για τον Eckhart, εκείνο που πρέπει να υπερβεί κανείς είναι το αισθητό, η πολλαπλότητα, η φύση, δηλαδή το κτιστό ως τέτοιο.
Το κτιστό είναι εκείνο που δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, ώστε εκείνο που είναι και πρέπει να είναι να είναι: δεν έχει οντολογική, αλλά διαλεκτική αξία, και έτσι επανεντάσσεται μέσα στον κύκλο της μοναδικότατης θείας Ζωής. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μόνο για να πραγματοποιηθεί, πέρα από το πεδίο των κτισμάτων, η διαδικασία της αιώνιας γέννησης, όχι για να γίνει ο κόσμος η αρχή μιας αυθεντικά ανθρώπινης δραστηριότητας, η εγκαθίδρυση μιας νέας ιστορίας μέσα στον χρόνο.
Από τον άνθρωπο ο Eckhart δεν ζητά να συνεργαστεί με τον Θεό μεταμορφώνοντας το κτιστό και συνεχίζοντας το θείο δημιουργικό έργο μέσα στην αδιάκοπη εναλλαγή των γενεών. Μόνο ο Θεός είναι Αιτιότητα και Πράξη. Το πράττειν που αρμόζει στον άνθρωπο και στο οποίο συνοψίζεται η ηθικότητά του είναι ένα μη-πράττειν: είναι η αφαίρεση του τυχαίου, του φαινομενικού, του πολλαπλού, η διάλυση της απατηλότητας του κτιστού, ώστε μέσα μας να υπάρχει και να ενεργεί μόνο ο Θεός.
Αλλά το πράττειν του Θεού είναι μηδέν αν δεν πραγματώνεται μέσα μας, στη συνείδησή μας ως σκεπτόμενων υποκειμένων· γι’ αυτό απαιτεί το δικό μας μη-πράττειν: ο Θεός αποκαλύπτεται επειδή εμείς Τον αποκαλύπτουμε. Η ταπείνωσή μας συμπίπτει με την επιφάνεια της θείας Δύναμης, της οποίας είναι όρος.
Homo humilis est ita potens super Deum, sicut ipse sui ipsius. et quidquid est in omnibus angelis et omnibus sanctis, hoc est proprium humilis hominis: quidquid Deus operatur, hoc operatur ipse, et quidquid Deus est, hoc ipse est, una vita et unum esse.
= Ο ταπεινός άνθρωπος έχει τέτοια δύναμη πάνω στον Θεό, όπως ο Θεός έχει πάνω στον εαυτό Του. Και ό,τι υπάρχει σε όλους τους αγγέλους και σε όλους τους αγίους, αυτό ανήκει στον ταπεινό άνθρωπο: ό,τι ενεργεί ο Θεός, αυτό το ενεργεί και ο ίδιος· και ό,τι είναι ο Θεός, αυτό είναι και ο ίδιος: μία ζωή και ένα είναι.
Η αποδέσμευση είναι η αναγκαία αρετή της επιστροφής· μάλλον, είναι η ίδια η επιστροφή. Η ψυχή πρέπει να αποδεσμευθεί από το άμεσο. Αλλά ο Θεός δεν είναι το άμεσο, δεν είναι αίσθηση ούτε συναίσθημα, μολονότι είναι πιο παρών σε εμάς απ’ όσο είμαστε εμείς στον εαυτό μας. Το άμεσο είναι το αισθητό και το πολλαπλό, το πρόσκαιρο και το χωρικό: ένα ασυνεπές και εύθραυστο γίγνεσθαι.
Η ψυχή βρίσκεται στο κέντρο του, ριζωμένη στα φαινόμενα με τις κατώτερες δυνάμεις της· και τα φαινόμενα είναι ριζωμένα μέσα της. Ένα μηδέν που στηρίζει ένα μηδέν. Με τις κατώτερες δυνάμεις η ψυχή διασκορπίζεται στο μη-είναι: η αίσθηση τη δένει στις τυχαίες ποιότητες των πραγμάτων που μεταβάλλονται· η μνήμη σε ένα παρελθόν που δεν είναι πια· η επιθυμία σε ένα μέλλον που δεν είναι ακόμη· η φαντασία σε μια χλωμή και φθαρτή εικόνα· η θυμοειδής δύναμη σε παροδικά ερεθίσματα· η επιθυμητική δύναμη σε μάταιες ηδονές.
Σε σχέση με τα πράγματα, η ψυχή προσλαμβάνει ονόματα και λειτουργίες, πολλαπλασιάζεται μέσα στο πολλαπλό, και εξωτερικευόμενη λησμονεί τον εαυτό της. Μόνο η νοητική γνώση την κάνει να ξαναβρεί το Είναι και τον εαυτό της¹. [1 In Sap. III, 331 Théry: cogitatio sine intellectu est omnis cogitatio mala, vel de malo, aut etiam de preterito vel futuro, sive de ente quocunque includente nihil, idest negationem.
= κάθε σκέψη χωρίς νόηση είναι κακή σκέψη, ή σκέψη περί του κακού, ή ακόμη σκέψη περί του παρελθόντος ή του μέλλοντος, ή περί οποιουδήποτε όντος που περιλαμβάνει το μηδέν, δηλαδή την άρνηση.
Είναι η εξύψωση της ανθρώπινης νοήσεως —tolle scientiam, remanet unum purum nichil, «αφαίρεσε τη γνώση, και απομένει ένα καθαρό μηδέν»— εναντίον του συναισθηματισμού των βολονταριστών, σε αντιστοιχία προς την πράξη της θείας γέννησης, η οποία είναι πράξη νοήσεως.]
Στο Είναι επιστρέφει μέσω της αφαίρεσης, εξαλείφοντας το μη-ον, δηλαδή το τυχαίο, το επιμέρους, το ενδεχόμενο, το αισθητό. Αυτή η εξάλειψη είναι η πράξη της: ένα πράττειν που είναι μη-πράττειν. Η καθολική ιδέα στην οποία φθάνει δεν είναι έργο της ψυχής· είναι εκείνο που απομένει και αποκαλύπτεται όταν έχουμε αφαιρέσει ό,τι την έκρυβε.
Είναι ο Λόγος που ο Θεός γεννά μέσα μας, όταν εμείς προσφερόμαστε σε Αυτόν με απόλυτη γυμνότητα· είναι ένα δωρεάν δώρο του Θεού, στον βαθμό που, με την αφαίρεση, το έχουμε ελκύσει μέσα μας. Στη νοητική γνώση ο άνθρωπος απογυμνώνεται από την κτιστή ατομικότητά του, γίνεται Υιός του Θεού, καθολικός Άνθρωπος, τόπος της Αλήθειας: εκείνη η γνώση δεν είναι πλέον δική του ενέργεια, αλλά ενέργεια του Θεού μέσα του.
Μέσα σε αυτόν, που έγινε exemplar hominis, υπόδειγμα του ανθρώπου, ο Θεός ενεργεί, σκέπτεται, γεννά· και γεννά μέσα του τον Υιό, μόνο επειδή ο άνθρωπος πέθανε ως προς το κτιστό. Έτσι η γνωστική διαδικασία ολοκληρώνεται από την ανομοιότητα, μέσω της ομοιότητας, στην απόλυτη ταυτότητα.
Η dissimilitudo, η ανομοιότητα, βρίσκεται εκεί όπου είναι οι αισθήσεις, ανομοιες μεταξύ τους και σε σχέση με τη νόηση· και όπου υπάρχει ανομοιότητα, η γνώση είναι αδύνατη.
Και η similitudo, η ομοιότητα, καθιστά ανεπαρκή τη γνώση: ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο πρέπει να υπάρχει ταυτότητα, όχι ομοιότητα¹ [1 Στο Sermo XIII, αρ. 146, η dissimilitudo —ανομοιότητα— ορίζεται ως causa odii, «αιτία του μίσους», ενώ in spiritualibus et superioribus, ubi verior et maior est similitudo, potissima est dilectio sive amor, qui est unitivus ratione similitudinis.
= στα πνευματικά και ανώτερα πράγματα, όπου υπάρχει αληθέστερη και μεγαλύτερη ομοιότητα, κυρίαρχη είναι η αγάπη ή ο έρωτας, που είναι ενοποιητικός λόγω της ομοιότητας.
Αλλά, επειδή ο τελικός σκοπός είναι η απόλυτη ενότητα, ακόμη και η ομοιότητα καταδικάζεται ως mater falsitatis, «μητέρα της ψευδότητας» —Proc. Col. III, 4 a. 14—:simile enim aliquam alietatem et diversitatem includit numeralem —in Joh., αρ. 342—
= διότι το όμοιο περιλαμβάνει κάποια ετερότητα και αριθμητική διαφορά.
si essem unum tunc non essem similis. Nichil est estraneum in unitate. Unitas dat michi unum esse, non similem esse —Proc. Col. I, § 11, 4, a. 14— = αν ήμουν ένα, τότε δεν θα ήμουν όμοιος. Τίποτε δεν είναι ξένο μέσα στην ενότητα. Η ενότητα μου δίνει ένα είναι, όχι ένα όμοιο είναι.]. Ή είναι εγγυημένη η σχέση ταυτότητας —δηλαδή ετερότητας μέσα στην ενότητα—, ή, με άλλα λόγια, η δική μου σκέψη είναι η ίδια η θεία Σκέψη, και τότε η γνώση είναι δυνατή· ή υπάρχει ανομοιότητα, ή απλή ομοιότητα —δηλαδή μη ταυτότητα— ανάμεσα στην ανθρώπινη σκέψη και στην απόλυτη Σκέψη, και τότε η γνώση —δηλαδή η αιώνια γέννηση του Λόγου— είναι αδύνατη.
Η πρωτοκαθεδρία της νοήσεως, την οποία υμνεί ο Eckhart, είναι η εξύψωση της καθολικότητας του Πνεύματος και συγχρόνως της καθαρής του ελευθερίας. Εφόσον το πνεύμα είναι ουσιωδώς νόηση, και η νόηση είναι πράξη που υπερβαίνει το αισθητό και το τυχαίο, η ελευθερία ανήκει στη νόηση, όχι στη βούληση.
Το κτιστό, ως τέτοιο, καθόσον είναι πολλαπλότητα διασκορπισμένη μέσα στον χρόνο και στον χώρο, δεν είναι ελεύθερο² [Pred. LXXXI Pf. Πρβλ. επίσης In Sap. IV, 282:
Omnia vero opera que operamur propter quid aliud extra ipsum, qui solus vere intimus est nobis et essentie illabitur, utpote esse, mortua sunt, eo quod in ipsis talis operibus nos movet et movemur ab aliquo extra, sicut mortuum et iam non vivum.= Όλα όμως τα έργα που πράττουμε για κάτι άλλο έξω από Εκείνον, ο οποίος μόνος είναι αληθινά εσώτατος σε εμάς και εισδύει στην ουσία, ως το ίδιο το είναι, είναι νεκρά, διότι σε τέτοια έργα μας κινεί και κινούμαστε από κάτι εξωτερικό, όπως κάτι νεκρό και ήδη μη ζωντανό.
ib. IV 321-322: opus enim extra servum est, non liberum.... Opus extra, corporale, servum est, opus servi est, timoris non amoris.... Passiones ab extra in nobis sunt; actiones vero a nobis procedunt. = διότι το εξωτερικό έργο είναι δουλικό, όχι ελεύθερο... Το εξωτερικό, σωματικό έργο είναι δουλικό, είναι έργο δούλου, έργο φόβου και όχι αγάπης... Τα πάθη βρίσκονται μέσα μας από έξω· οι πράξεις όμως προέρχονται από εμάς.]· είναι ένα σύνολο σχέσεων που παραπέμπουν η μία στην άλλη μέσα σε μια αόριστη διαδικασία, η οποία αλλοτριώνει την ψυχή από τον εαυτό της. Μόνο η νόηση, καθόσον εγκαθιδρύει τη θεία γέννηση του Λόγου, επαναφέρει την ψυχή στην εσωτερική της φύση, με πλήρη επιστροφή —reditione completa.
Συγχρόνως, η νοητική γνώση ταυτίζεται με την ηθική δραστηριότητα: η αφαίρεση από το αισθητό και το επιμέρους είναι συγχρόνως ηθική αποδέσμευση από το προσωπικό συμφέρον, από τις ηδονές της αίσθησης, από τη μολυσμένη γοητεία των φαινομενικών αγαθών· η ενόραση του Καθολικού, που είναι το αιώνιο Είναι, είναι συγχρόνως ηρωική υπέρβαση των οδυνηρών νοσταλγιών του παρελθόντος και των αγωνιωδών επιθυμιών του μέλλοντος.
Ο χρόνος, ως αισθητηριακή-συναισθηματική δομή, νικιέται: η ψυχή τοποθετείται στη Ζωή του αιώνιου παρόντος. Το εξωτερικό έργο, που γεννιέται από ένα εξωτερικό ερέθισμα και επιστρέφει στον κόσμο των εξωτερικών σχέσεων, και γι’ αυτό δεν είναι ελεύθερο αλλά δουλικό, χάνει νόημα και αξία¹ [1 Πρβλ. τα άρθρα XVI-XIX που καταδικάστηκαν από τη Βούλα.]. Μέσα στην επανευρεθείσα ενότητα του αιώνιου Λόγου, όπου το κτιστό επιστρέφει και διαλύεται, ακόμη και τα έργα που επιτάσσει η Εκκλησία είναι, το πολύ, αφορμές και προπαρασκευές.
Η ενόραση της Αλήθειας είναι ο τελικός σκοπός, μέσα στον οποίο καταπαύουν οι ταραχές της κοσμικής δραστηριότητας και όπου βρίσκεται το απόλυτο νόημα των πράξεων. Όχι ότι ο Eckhart υμνεί το μη-πράττειν ως αδρανή ησυχασμό: ο άνθρωπος πρέπει να ενεργεί όπως ενεργεί ο Θεός, με πλήρη αποδέσμευση από τις πρακτικές συνέπειες της πράξης· πρέπει να ενεργεί ανιδιοτελώς, «χωρίς ένα γιατί», μόνο από αγάπη προς τον Θεό² [2 In Sap. III, 384:
iustus est non qui deum timet, sed amat, qui bonum operatur, non timore cuiuscunque, sed amore boni, non iam huius boni aut illius, sed boni, quia bonum in se ipso. = δίκαιος δεν είναι εκείνος που φοβάται τον Θεό, αλλά εκείνος που Τον αγαπά· εκείνος που πράττει το αγαθό όχι από φόβο οποιουδήποτε πράγματος, αλλά από αγάπη προς το αγαθό· όχι πλέον προς αυτό ή εκείνο το αγαθό, αλλά προς το αγαθό, επειδή είναι αγαθό καθαυτό.
In Exod., αρ. 247: proprium est deo, ut non habeat quare extra se aut praeter se. = ίδιον του Θεού είναι να μην έχει κάποιο “γιατί” έξω από τον εαυτό Του ή πέρα από τον εαυτό Του.
Igitur omne opus habens «quare», ipsum ut sic non est divinum, nec fit deo. = το έργο που έχει ένα «γιατί», αυτό, ως τέτοιο, δεν είναι θείο ούτε γίνεται για τον Θεό.
Pred. XLIII, 146, 20-24 Pf.:
also als got wirket sunder warumbe und enkein warumbe hât, in der wise alse got wirket als wirket ouch der gerehte sunder warumbe und alsô alse daz leben lebet umbe sich selber unde suochet enkein warumbe, dar umbe ez lebe, also enhât ouch der gerehte enkein warumbe, dar umbe er iht tüeje.= όπως λοιπόν ο Θεός ενεργεί χωρίς γιατί και δεν έχει κανένα γιατί, έτσι όπως ενεργεί ο Θεός, έτσι ενεργεί και ο δίκαιος χωρίς γιατί· και όπως η ζωή ζει για τον εαυτό της και δεν ζητά κανένα γιατί για το οποίο ζει, έτσι και ο δίκαιος δεν έχει κανένα γιατί για το οποίο πράττει κάτι.
In Sap. III, 329 Théry:
qui enim aliquid extra deum, vel praeter deum, vel etiam aliquid cum deo quaerit, non bene sentit de deo. Nichil enim potest esse extra deum, nec quidquam aliud est melius cum deo, nec extensive, alias non esset infinite bonum. = διότι όποιος ζητεί κάτι έξω από τον Θεό ή πέρα από τον Θεό, ή ακόμη κάτι μαζί με τον Θεό, δεν σκέπτεται ορθά για τον Θεό. Διότι τίποτε δεν μπορεί να υπάρχει έξω από τον Θεό, ούτε υπάρχει κάτι άλλο καλύτερο μαζί με τον Θεό, ούτε κατά επέκταση· αλλιώς ο Θεός δεν θα ήταν άπειρα αγαθός.
In Joh., n. 51: vis scire de omni actione tua interiori et exteriori, utrum sit divina vel non, et utrum deus ipsam operetur in te, et per ipsum sit facta: vide si finis intentionis tuae est deus. Quod si sit, actio est divina, quia principium et finis idem: deus. = θέλεις να γνωρίζεις για κάθε εσωτερική και εξωτερική σου πράξη αν είναι θεία ή όχι, και αν ο Θεός την ενεργεί μέσα σου και αν έχει γίνει μέσω Αυτού; Δες αν ο σκοπός της προθέσεώς σου είναι ο Θεός. Αν είναι έτσι, η πράξη είναι θεία, διότι η αρχή και το τέλος είναι το ίδιο: ο Θεός.]· πρέπει να κάνει το καλό μόνο από αγάπη προς το Καλό.
Κάθε άλλο κίνητρο, ακόμη κι αν ήταν το πιο ευγενές, θα καθιστούσε την πράξη ακάθαρτη, θα αποξένωνε την ψυχή από τον Θεό. Αυτή η καθαρή πράξη συμπίπτει με την τέλεια γνώση και με την τέλεια αγάπη.
Όπως ο Θεός αγαπά μόνο το Είναι των πραγμάτων μέσα στον εαυτό Του και γι’ αυτό amat quemlibet unum sicut alium equaliter, et unum sicut omnes, et quemlibet unum sicut et quantum se ipsum, έτσι και ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό vere et proprie amat omnia, et pariter sive equaliter omnia, et quodlibet sicut omnia tanquam se ipsum, id est tantum tanquam se ipsum².
= αγαπά τον καθένα εξίσου όπως τον άλλον, και τον έναν όπως όλους, και τον καθένα όπως και όσο τον ίδιο τον εαυτό Του· έτσι και ο άνθρωπος που αγαπά τον Θεό αληθινά και κυριολεκτικά αγαπά τα πάντα, και όλα εξίσου ή ισότιμα, και το καθετί όπως όλα, σαν τον εαυτό του, δηλαδή τόσο όσο τον εαυτό του.
Το να αγαπά κανείς τα πράγματα μέσα στη δυσαρμονική πολλαπλότητά τους έξω από τον Θεό, ο οποίος είναι Ενότητα και Είναι, είναι αμαρτία· αλλά επειδή έξω από το Είναι τα πράγματα είναι unum purum nichil, «ένα καθαρό μηδέν», η αγάπη των πραγμάτων είναι αγάπη του μηδενός: peccatum vere nichil est³ [3 In Sap. IV, 265 Théry.
In Sap. III, 378: malum ex sui natura non computatur inter entia, cum non sit ens, nec numeratur. = το κακό από τη φύση του δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των όντων, αφού δεν είναι ον, ούτε αριθμείται.
In Sap. III, 335-336 Théry:
malum non habet causam. Causa enim effectum respicit, et omnis effectus habet causam. Malum autem non est effectus, sed defectus, negatio effectus. = το κακό δεν έχει αιτία. Διότι η αιτία αναφέρεται σε αποτέλεσμα, και κάθε αποτέλεσμα έχει αιτία. Το κακό όμως δεν είναι αποτέλεσμα, αλλά έλλειψη, άρνηση αποτελέσματος.
Proc. Col. II, a. 28:
quandocunque ego pecco, tunc ego sum in malo, et tunc deus non videt me nec cognoscit me. = κάθε φορά που αμαρτάνω, τότε είμαι μέσα στο κακό, και τότε ο Θεός δεν με βλέπει ούτε με γνωρίζει.
In Sap. IV, 315 Théry.], «η αμαρτία είναι αληθινά μηδέν»· ο ασεβής άνθρωπος, in quantum homo, est; in quantum impius, non est et nichil est: καθόσον είναι άνθρωπος, υπάρχει· καθόσον είναι ασεβής, δεν υπάρχει και είναι μηδέν.
Αν ο άνθρωπος, αγαπώντας μέσα στον Θεό όλα τα πράγματα, εγκαθιδρύει στον εαυτό του το Είναι και μέσα στο Είναι επανεντάσσει όλα τα πράγματα, τότε η αρετή είναι η ανακάλυψη εκ νέου του αιώνιου Είναι. Στην ηθική δραστηριότητα, όπως και στη γνώση, ο άνθρωπος εξαντλεί τη δική του ιδιαίτερη δραστηριότητα μέσα στην «αποδέσμευση». Όπως η αλήθεια είναι μέσα μας, αλλά δεν αποκαλύπτεται από εμάς —αποκαλύπτεται από τον Θεό—, έτσι και η Αρετή είναι μέσα μας, αλλά δεν την παράγουμε· δεν φθάνουμε στο καλό, αλλά το δεχόμαστε: η αποδέσμευσή μας το αποκαλύπτει, εξαναγκάζοντας τον Θεό να ενεργήσει μέσα μας όπως μέσα στον εαυτό Του.
Η αρετή είναι εκείνο που απομένει στον εσώτατό μας πυρήνα· και επειδή εμείς είμαστε μέσα στον Θεό, γεννημένοι από Αυτόν κατά την ίδια πράξη με την οποία προσφερόμαστε σε Αυτόν με απόλυτη γυμνότητα, αυτή είναι μέσα μας επειδή είναι μέσα στον Θεό τον ίδιο:
virtus habet radicem in fundo divinitatis radicatam et plantatam, ubi solum ibi et nusquam alibi habet esse suum et essentiam suam².
= η αρετή έχει τη ρίζα της ριζωμένη και φυτεμένη στο βάθος της θεότητας, όπου, μόνο εκεί και πουθενά αλλού, έχει το είναι της και την ουσία της.
Ο δίκαιος, ως τέτοιος, δεν λάμπει αφ’ εαυτού, αλλά μέσω της Δικαιοσύνης και μέσα στη Δικαιοσύνη, η οποία είναι η αρχή του· και η Δικαιοσύνη λάμπει μέσα του. Η Δικαιοσύνη είναι η ζωή του και το είναι του, και εκείνος είναι η μαρτυρία της: μέσα σε αυτήν υπάρχει και ενεργεί.
Επειδή η Δικαιοσύνη δεν είναι έργο του δικαίου, αλλά είναι η ενέργεια του Πατέρα μέσα του, όπως και στη γνώση της αλήθειας δεν είναι ο άνθρωπος που σκέπτεται, αλλά μάλλον ο Θεός που σκέπτεται μέσα του. Ο δίκαιος, επανενταγμένος στον Θεό, είναι Υιός του Θεού· και όπως ο Υιός είναι ο μοναδικός Λόγος του Θεού και μοναδικό είναι το έργο του Πατέρα, έτσι και μέσα στον δίκαιο ο Θεός επιτελεί ένα μόνο έργο: η δικαιοσύνη του δικαίου είναι μία μοναδική τελειότητα που περιλαμβάνει όλες τις τελειότητες¹[ 1 Pred. LXXVI, 25 κ.ε. Pf.· Pred. LIX Pf.
In Sap. II, 426 Théry:
iustitia in suo fonte, in suo supremo et pleno, est omnis virtus; et quaelibet omnis virtus et omnis perfectio, una perfectio; in supremo enim, necessario omnia sunt unum perfectissima unitate, quae inferius et in se ipsis sunt divisa.... Justitia, sapientia et cetera huiusmodi unum sunt; hoc est unum in quo deus habitat, in quo et quo nos sibi unit; in hoc uno deus invenitur, ibi docet et operatur omnia.
= η δικαιοσύνη στην πηγή της, στο ύψιστο και πλήρες της, είναι κάθε αρετή· και κάθε αρετή είναι κάθε αρετή και κάθε τελειότητα, μία τελειότητα· διότι στο ύψιστο, αναγκαστικά, όλα είναι ένα με τελειότατη ενότητα, όσα κατώτερα και μέσα στον εαυτό τους είναι διαιρεμένα... Η Δικαιοσύνη, η Σοφία και τα παρόμοια είναι ένα· αυτό είναι το ένα μέσα στο οποίο κατοικεί ο Θεός, μέσα στο οποίο και με το οποίο μας ενώνει με τον εαυτό Του· σε αυτό το ένα βρίσκεται ο Θεός, εκεί διδάσκει και ενεργεί τα πάντα.
2 Proc. Col. I, § 11, 4, a. 14 b. Sermo IX, αρ. 99:
nec deus animae illabitur nisi nudus ab omni addito, etiam cogitatu. = ούτε ο Θεός εισδύει στην ψυχή παρά μόνο γυμνός από κάθε πρόσθετο, ακόμη και από τη σκέψη.
Proc. Col. I, § 11, 4, a. 5:
una virtus est in anima quae habet unam operationem cum deo. Ipsa creat et facit omnia cum deo et cum nullo habet aliquod commune et generat cum patre eundem filium unigenitum.
= υπάρχει μία δύναμη στην ψυχή, η οποία έχει μία και την ίδια ενέργεια με τον Θεό. Αυτή δημιουργεί και ποιεί τα πάντα μαζί με τον Θεό και δεν έχει τίποτε κοινό με κανέναν, και γεννά μαζί με τον Πατέρα τον ίδιο μονογενή Υιό.
Για το σκοτεινό πρόβλημα του increatum in anima και του grûnt der sêle —του «ακτίστου μέσα στην ψυχή» και του «βάθους της ψυχής»— παραπέμπω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου Meister Eckhart e la mistica tedesca “preprotestante”, Milano, 1946, από το οποίο μερικές φορές έχω συνοψίσει.].
Το κτιστό επανεκρέει μέσα στην αιώνια γέννηση, όπου χάνει την απατηλότητα του χρονικού και χωρικού γίγνεσθαι και λυτρώνει την πολλαπλότητα από τη διασπορά· στη θεία γέννηση ο άνθρωπος γεννιέται στην Αιωνιότητα και στην Καθολικότητα του Λόγου, γίνεται Υιός του Θεού. Αλλά είναι αναγκαίο να προχωρήσει ακόμη πέρα από την ετερότητα της νοήσεως, πέρα από το γνωρίζειν, πέρα από τον Θεό, προς εκείνη την αβυσσαλέα Divinitas, μέσα στην οποία η απόλυτη Ενότητα καταπραΰνει μέσα της όλες τις επιδιώξεις της γνώσης και της αγάπης και διαλύει μέσα της τις ανθρώπινες προσωπικότητες.
Ως σύμπλεγμα κατώτερων ψυχικών δραστηριοτήτων, η ψυχή είναι κτιστή, στραμμένη προς το κτιστό· ως νόηση, είναι γεννημένη, όχι κτιστή, υποκείμενο απόλυτης γνώσης· ως ενιαίο και αρχέγονο «βάθος» των κατώτερων δυνάμεων και της νοήσεως, είναι χωρίς όνομα, ταυτόσημη με την ίδια την άρρητη Divinitas:
aliquid est in anima ita cognatum deo quod est unum et non unitum.
= υπάρχει κάτι στην ψυχή τόσο συγγενές με τον Θεό, ώστε είναι ένα και όχι ενωμένο.
Η ψυχή δεν μπορεί να επιστρέψει στο Ένα, να γίνει ένα με το Ένα, αν δεν είναι ταυτόσημη, στο βάθος της, με το Ένα: στη ζωή της επαναλαμβάνεται ο ίδιος ρυθμός της θείας Ζωής· στη ζωή της αυτός ο ρυθμός ολοκληρώνεται και ο θείος κύκλος κλείνει. Το Ένα, μέσω της ψυχής, επιστρέφει στον εαυτό του· η ψυχή, επιστρέφοντας στο Ένα, επανενώνεται με τον εαυτό της, απογυμνούμενη από ό,τι είχε, για να παραμείνει στο αρχέγονο είναι της.
Ο Meister Eckhart ολοκληρώνει την ιστορία της σχολαστικής φιλοσοφίας με εκείνη την ίδια απαίτηση με την οποία ο Πλωτίνος ολοκλήρωνε την ιστορία της ελληνικής θεωρητικής σκέψης. Ο Πλωτίνος συνόψιζε τις ορθολογικές απαιτήσεις μιας σκέψης κλημένης στη σαφήνεια του λόγου, αλλά πέρα από τις αξίες της νοήσεως διαισθανόταν μια Παρουσία, την οποία ο λόγος δήλωνε ανίκανος να αποκρυπτογραφήσει. Ο Eckhart δέχεται τον θωμιστικό διανοητισμό, αλλά μόνο για να πάει πέρα από αυτόν, συνδεόμενος έτσι ξανά με τη νεοπλατωνική παράδοση.
Ενώ ο αιώνας του ετοιμαζόταν να ανακαλύψει εκ νέου την «κτιστή πραγματικότητα», για να οικοδομήσει πάνω της το regnum hominis, ο Eckhart κηρύσσει, σε μια γλώσσα που αστράφτει από εικόνες και είναι βαριά από σκοτεινά νοήματα, την εσωτερική γυμνότητα, την αποδέσμευση από τον ορατό κόσμο, την αγάπη χωρίς γιατί, την παντοδυναμία του μη-πράττειν.
Ο Μεσαίωνας, διψασμένος για αιωνιότητα, τελειώνει με αυτόν· αλλά αφήνει, μέσα από αυτόν, ένα μήνυμα που δεν έπαψε ακόμη να ζυμώνει τη σκέψη και την τέχνη της δικής μας εποχής.
Τέλος Εισαγωγής
ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΕΜΜΕΝΕΙΑ. ΚΑΤΗΓΟΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣΟΦΟΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΥ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου