Συνέχεια από Παρασκευή 15. Μαΐου 2026
Meister Eckhart-Η αιώνια γέννηση 2
Συστηματική ανθολογία από τα λατινικά και γερμανικά έργα
Εισαγωγικό δοκίμιο και σημειώσεις επιμέλεια Giuseppe Faggin
Στη σκέψη του Eckhart κυριαρχεί η απόλυτη απαίτηση της Ενότητας, η οποία είναι μεταφυσική αρχή, θρησκευτικό νόημα της ζωής, έσχατος σκοπός των πράξεων. Αλλά η Ενότητα —αν δεν θέλουμε να την περιορίσουμε στο αφηρημένο ελεατικό Είναι— πρέπει να συλληφθεί ως Ζωή. Στο δόγμα της Τριάδας ο Eckhart ξαναβρίσκει το Ένα και τη Ζωή· η θεία Ενότητα ζει μέσα στον αιώνιο ρυθμό της γέννησης και της αγάπης, χωρίς να εξέρχεται από τον εαυτό της, μέσα σε έναν τέλειο κύκλο. Η ενότητα αρθρώνεται στη σχέση και στην ετερότητα, για να είναι πιο οικεία στον εαυτό της.
Η εκεχαρτιανή διάκριση ανάμεσα σε Divinitas και Deus υπακούει σε αυτές τις θεμελιώδεις απαιτήσεις. Η Divinitas είναι το σκοτεινό βάθος, μέσα στο οποίο καμία διάκριση δεν είναι δυνατή· είναι η natura innaturata —ungenatûrte nâtûre (η μη-φυσικοποιημένη φύση / η μη-γεννημένη φύση )—, η οποία sub ratione esse et essentiae quasi dormiens et latens abscondita in se ipsa, nec generans nec genita est (υπό την έννοια του είναι και της ουσίας, σαν να κοιμάται και να λανθάνει κρυμμένη μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, ούτε γεννά ούτε γεννιέται.)· δεν κάνει τίποτε, διότι μέσα της δεν υπάρχει τίποτε να γίνει και, πράγματι, ποτέ δεν αναζήτησε τίποτε: κατοικεί σε ένα φως στο οποίο κανείς δεν φθάνει, επειδή βρίσκεται πέρα από κάθε ετερότητα και από κάθε σχέση.
Ως essentia cum relatione (essentia cum relatione) ή ως principium, είναι Deus, genatûrte nâtûre, natura naturata, πατρότητα, γονιμότητα: ο «Θεός» είναι δραστηριότητα που εκδηλώνεται προς τα έξω και ενεργεί· είναι Πατέρας, και ο εσωτερικός του ρυθμός πραγματώνεται στην τριάδα των υποστάσεων· είναι δημιουργός, και το έργο του ανανεώνεται στιγμή προς στιγμή και ζει μέσα στα κτίσματα, και μέσα σε αυτά αναγνωρίζει και αγαπά τον εαυτό του. Η νεοπλατωνικο-αυγουστίνεια αρνητική θεολογία συγχωνεύεται με τη δογματική θεολογία.
Η αξίωση της Ενότητας είναι επιτακτική. Στο παρισινό ζήτημα Utrum in Deo sit idem esse et intelligere (Αν στον Θεό είναι το ίδιο το είναι και το νοείν), το esse του Θεού ανάγεται στο intelligere, ταυτίζεται με το ενεργείν. Ο Θεός δεν είναι νόηση επειδή είναι Είναι, αλλά είναι Είναι επειδή είναι νόηση. Το Είναι είναι πολλαπλό και καθορισμένο —aliquid determinatum (κάτι καθορισμένο)· γι’ αυτό ο Θεός είναι altius ente (υψηλότερος από το ον)· δεν είναι ον, αλλά causa dell’ente, διότι nihil est formaliter in causa et causato, si causa sit vera causa (τίποτε δεν υπάρχει τυπικά / μορφικά και στην αιτία και στο αιτιατό, αν η αιτία είναι αληθινή αιτία). Όπως η όραση, για να μπορεί να βλέπει όλα τα χρώματα, πρέπει να είναι στερημένη από κάθε χρώμα, και όπως ο νους, για να μπορεί να γνωρίζει όλες τις μορφές, πρέπει να είναι στερημένος από όλες τις μορφές, έτσι και ο Θεός, για να είναι αιτία κάθε είναι, πρέπει να είναι στερημένος από κάθε είναι. Είναι η puritas essendi (η καθαρότητα του είναι).
Η πρώτη πρόταση του Opus tripartitum φαίνεται να ανατρέπει απλώς αυτή την τάξη ιδεών: η θέση Esse est Deus φαίνεται να αντιφάσκει προς την άλλη, Deus est intelligere (Ο Θεός είναι νοείν). Στην πραγματικότητα, επειδή ο Θεός δεν μπορεί να συλληφθεί μέσα στους προσδιορισμούς και στις κατηγορίες του είναι, αλλά ως απόλυτη Ενότητα, η θέση Esse est Deus παύει να είναι αντιφατική: είναι μάλλον η επιβεβαίωση, οντολογική πλέον, του παρισινού ζητήματος. Ο Θεός δεν είναι αυτό ή εκείνο το καθορισμένο ον, αλλά είναι η πληρότητα του Είναι, το pelagus infinitae substantiae (πέλαγος άπειρης ουσίας). Δεν μπορούμε να τον ορίσουμε, επειδή κάθε ορισμός είναι μια οριοθέτηση και επομένως μια άρνηση· ο Θεός είναι negatio negationis: είναι το άπειρο που διακρίνεται από το πεπερασμένο και υπερβαίνει κάθε πεπερασμένο με την απειρότητά του: Deus indistinctum quoddam est, quod sua indistinctione distinguitur (Ο Θεός είναι κάτι αδιάκριτο / αδιαφοροποίητο, το οποίο διακρίνεται με την ίδια του την αδιαφοροποίητη κατάσταση).
Στον Θεό λοιπόν το esse και το intelligere συμπίπτουν μέσα σε εκείνη την απόλυτη ενότητα, της οποίας το βάθος είναι, ακριβώς λόγω της απροσδιοριστίας του, «ήρεμη έρημος», «απλούστατη ησυχία», «καθαρό τίποτε». Η θεία υπερβατικότητα φαίνεται να υπερασπίζεται και να διασφαλίζεται με σθένος: διότι, αν ο Θεός, ως Είναι, είναι το εμμενές οντολογικό στήριγμα όλων των πεπερασμένων όντων —esse commune omnibus (το κοινό είναι όλων)—, τα υπερβαίνει έπειτα, ως άπειρος, με απόλυτο τρόπο. Deus est rebus omnibus intimus, utpote esse, et sic ipsum edit omne esse; est et extimus, quia super omnia et sic extra omnia (Ο Θεός είναι εσωτερικότερος από όλα τα πράγματα, καθόσον είναι το Είναι, και έτσι ο ίδιος παράγει / εκφέρει κάθε είναι· είναι όμως και εξωτερικότατος, επειδή είναι πάνω από όλα και, έτσι, έξω από όλα.).
Για την ανθρώπινη σκέψη το απόλυτο Ένα είναι αντιφατικό: τη στιγμή ακριβώς που το σκεπτόμαστε και το εκφέρουμε, καταφάσκουμε έμμεσα τον ίδιο μας τον εαυτό και καθορίζουμε έτσι μια σχέση ετερότητας. Είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι αξιώσεις του πολλαπλού, για να προσδιοριστεί η ζωή του Ενός: αν το Ένα δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ως indistinctum oppositum distincto (το αδιάκριτο / αδιαφοροποίητο που αντιτίθεται στο διακεκριμένο), ως negatio negationis, τότε η ίδια η έκφραση συνεπάγεται την πολλαπλότητα.
Τώρα, ο Θεός είναι σκοτεινή και ανέκφραστη ταυτότητα στο βάθος του —ταυτότητα Είναι, Νόησης και Δραστηριότητας· μόνο αυτός είναι ανεπανάληπτη αιτιότητα, δημιουργία, collatio esse. Eius actio est ipsius substantia; ipsi agere sive operari est esse (χορήγηση του είναι. Η ενέργειά Του είναι η ίδια Του η ουσία· για Αυτόν το ενεργείν ή το πράττειν είναι το είναι.).
Το Ένα είναι ζωντανή πηγή του πολλαπλού: η πράξη του δεν συντελείται μέσα στη ροή του χρόνου, αλλά μέσα στην αιωνιότητα· είναι μια αδιάκοπη δημιουργία που ανανεώνεται, στιγμή προς στιγμή, μέσα στο αιώνιο παρόν². Και επειδή έξω από το Είναι υπάρχει το μηδέν, ο Θεός δεν δημιουργεί έξω από τον εαυτό Του, αλλά μέσα στον εαυτό Του· και δεν εξέρχεται από τον εαυτό Του, αλλά in se ipso solo quiescit. Deus omnia operatur in se ipso, διότι omne quod est a Deo est in Deo (αναπαύεται μόνο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Θεός ενεργεί τα πάντα μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, διότι καθετί που είναι από τον Θεό είναι μέσα στον Θεό.). Ο Θεός, λοιπόν, δεν είναι η ολότητα των όντων, αλλά η ολότητα των όντων είναι μέσα στον Θεό.
Η θεία Ζωή, ως σχέση του εαυτού με τον εαυτό του, βρίσκει το παράδειγμά της στην πράξη της γνώσης. Ο νους, ένας καθ’ εαυτόν και απροσδιόριστος, δεν είναι τέτοιος παρά μόνο αν εκπτύσσεται στις πολλαπλές νοητικές πράξεις, στις νοήσεις, στις έννοιες, για να εκφραστεί τελικά στον αισθητό λόγο. Οι λέξεις μπορεί και να μην προφέρονται, αλλά ο νους δεν μπορεί να μην αρθρώνεται στον εσωτερικό του λόγο και να αναγνωρίζει σε αυτόν τον εαυτό του. Με τη σειρά τους, οι αισθητές εκφράσεις, αν προφέρονται, είναι κενά ηχήματα όταν θεωρούνται ανεξάρτητα από τη νοητική πράξη, και δεν έχουν νόημα παρά μόνο ως αποκάλυψη του πνεύματος. Ο εκφρασμένος λόγος παραπέμπει λοιπόν στον εσωτερικό λόγο, ο εσωτερικός λόγος στον νου, μέσα σε μια εσωτερική κυκλικότητα που είναι πνευματική ενότητα.
Με τον ίδιο τρόπο συντελείται, στο επίπεδο του Απολύτου, η διαδικασία της θείας Σχέσης, δηλαδή της αιώνιας γέννησης. Ο Πατέρας είναι το Είναι, καθόσον είναι αρχή νοήσεως και άπειρη δημιουργική δύναμη· ο Υιός είναι το Είναι ως αντικείμενο του εαυτού του· το Άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη προς τον εαυτό και η πληρότητα της ζωής μέσα στον κύκλο της αυτογνώσης. Η ζωή του εγώ και του Θεού δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως ετερότητα μέσα στην ενότητα· αλλά επειδή quod est in uno, unum est (ό,τι είναι μέσα στο Ένα, είναι ένα), η ετερότητα δεν διασπά την ενότητα, αλλά την καθιστά δυνατή ως εσωτερική ζωή και αέναη γέννηση.
Ο Πατέρας μεταδίδει στον Υιό όλα όσα είναι, και είναι Πατέρας καθόσον γεννά τον Υιό· και ο Υιός είναι Υιός καθόσον είναι ταυτόσημος με τον Πατέρα και εικόνα του Πατέρα. Αλλά η εικόνα, ως τέτοια, δεν λαμβάνει τίποτε από τον εαυτό της από το υποκείμενο μέσα στο οποίο βρίσκεται, αλλά λαμβάνει όλο της το είναι από το αντικείμενο του οποίου είναι εικόνα: γι’ αυτό στον Θεό η εικόνα και το πρότυπο είναι ένα και το αυτό· ούτε μπορεί το πρότυπο να γνωσθεί χωρίς την εικόνα, ούτε η εικόνα χωρίς το πρότυπο, επειδή το Είναι είναι ένα και οι αρχές του είναι και της γνώσης είναι οι ίδιες, ούτε γνωρίζεται κανένα πράγμα μέσω ενός άλλου¹.
Το Άγιο Πνεύμα είναι ο δεσμός του Πατέρα και του Υιού: η Αγάπη είναι η σφραγίδα της απόλυτης θείας ενότητας και ταυτότητας, και δεν υπάρχει αγάπη παρά μόνο μέσα σε αυτήν. Αλλά για τον Eckhart δεν είναι η πράξη της αγάπης, αλλά η νοητική πράξη —η οποία στον Θεό είναι δημιουργική και συνιστά ετερότητα μέσα στην ενότητα— που αποτελεί τη θεία Ουσία.
Η θεία Ενότητα κλείνεται έτσι στον εαυτό της μέσα σε μια απόλυτη αυτάρκεια: από το Είναι δεν μπορεί κανείς να εξέλθει, διότι δεν μπορεί να εξέλθει από την Απόλυτη Νόηση, η οποία είναι το Είναι. Το γεννάν του Πατέρα δεν είναι έξοδος από τον εαυτό Του, αλλά παραμονή στον εαυτό Του: το innebleiben (μένει μέσα) Του είναι το γεννάν Του. Έξω από το Είναι υπάρχει το μηδέν. Το intelligere του Θεού είναι γέννηση, δηλαδή causa rerum και collatio esse (χορήγηση του είναι), και γι’ αυτό δημιουργική βούληση: κανένας μεταφυσικός λόγος δεν μας επιτρέπει να διαιρέσουμε σε δύο πράξεις —γνώση και βούληση— τη μοναδικότητα της θείας Πράξης.
Δεν θέλουμε να πούμε ότι ο Eckhart ταυτίζει απλώς τη γέννηση και τη δημιουργία· είναι όμως αλήθεια ότι σε αυτόν η δημιουργία χάνει κάθε μεταφυσική και οντολογική σημασία: τα κτίσματα, ως τέτοια, είναι unum purum nichil. Multa, ut multa, non sunt (ένα καθαρό μηδέν. Τα πολλά, ως πολλά, δεν είναι.)¹. Καμία αυτάρκεια δεν ανήκει στα κτιστά πράγματα: αυτά υπάρχουν μέσα στο Ένα και διά του Ενός, δηλαδή μέσα στο Είναι· και αν είναι θεμιτό να μιλήσουμε για δική τους φύση, αυτή συνίσταται σε continuo fluxu et fieri, ως επιθυμία και τάση προς το Είναι, ως χρονικότητα και γίγνεσθαι. Έξω από το Είναι inquieta sunt omnia (τα πάντα είναι ανήσυχα)· μέσα στον Θεό, ο οποίος είναι ησυχία —ruowe—, κάθε πράγμα ησυχάζει και υφίσταται. Η ύλη είναι καθαρό μη-ον και, ως τέτοια, δεν δίνει τίποτε από τον εαυτό της στο σύνθετο· ό,τι κατέχει το κτίσμα, το λαμβάνει από τον Θεό· και ο Θεός «δίνει» αυτό που «είναι», όλα όσα είναι. Deus nescit parum dare (Ο Θεός δεν ξέρει να δίνει λίγο.).
Ο θεοκεντρικός Eckhart είναι ο φιλόσοφος της θείας «γέννησης»: του εσωτερικού λόγου, όχι της λέξης που εκφράζεται μέσα στον χρόνο. Ο αριστοτελισμός, ανατιμώντας τις συγκεκριμένες ουσίες και επαναφέροντας τη θεωρία από τις Ιδέες στα άτομα, συνέβαλλε, στον θωμισμό, στο να ξαναδώσει σθένος σε μια φιλοσοφία της δημιουργίας. Ο Eckhart ξεκινά βέβαια από τον θωμισμό, αλλά για να τον εντάξει τελικά μέσα στις θεμελιώδεις συντεταγμένες του νεοπλατωνισμού, για να ανέλθει από την creatio στη generatio. Ο νεοπλατωνισμός, που έφθασε σε αυτόν μέσω των έργων του ψευδο-Διονυσίου, των μεταφράσεων του Πρόκλου, του Liber de Causis, του Liber XXIV philosophorum..., του άνοιγε τους ορίζοντες της θείας καθολικότητας και παραδειγματικότητας.
Το κτιστό, ως τέτοιο, έχει αντληθεί από το μηδέν και γι’ αυτό είναι μηδέν. Αν η επιστροφή στον Θεό και η σωτηρία του πνεύματος έχουν νόημα και είναι δυνατές, είναι αναγκαίο ο Άνθρωπος να είναι εμμενής στη θεία Ζωή και να μετέχει στο Ένα και στο Αιώνιο· αν ο Θεός είναι έξω από τον Άνθρωπο και σε αντίθεση με αυτόν, η επιστροφή είναι παράλογη, η σωτηρία είναι αδύνατη. Δεν υπάρχει διάφραγμα ανάμεσα στον Άνθρωπο και στον Θεό: ο Θεός δεν είναι ένα Αντικείμενο απέναντι στην ανθρώπινη σκέψη. Δεν είμαστε αποκλεισμένοι από τον κύκλο της θείας αυτάρκειας: την ίδια στιγμή κατά την οποία ο Πατέρας γεννά τον Υιό, δηλαδή τους αιώνιους Λόγους των πραγμάτων, γεννά τον Άνθρωπο.
Πριν να είναι κτίσμα μέσα στον χρόνο και στον χώρο, εξατομικευμένο στις εφήμερες τυχαιότητές του, ο Άνθρωπος είναι, μέσα στον Θεό, Ζωή και αιώνιο παράδειγμα. Η αιώνια σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό και η σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον Άνθρωπο ταυτίζονται. Στην Πράξη της νοητικής γνώσης η ανθρώπινη σκέψη συμπίπτει με τη θεία Σκέψη: oculus in quo video Deum est ille idem oculus in quo me Deus videt. Oculus meus et oculus Dei est unus oculus, et una visio vel videre et unum cognoscere et unum amare (Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό είναι το ίδιο εκείνο μάτι με το οποίο ο Θεός βλέπει εμένα. Το μάτι μου και το μάτι του Θεού είναι ένα μάτι, και μία όραση ή βλέπειν, και μία γνώση, και μία αγάπη.). Η θεία Σκέψη σκέπτεται μέσα στην πράξη του σκεπτόμενου υποκειμένου· η σκέψη του Ανθρώπου, καθόσον είναι καθολική νοητική πράξη, συμπίπτει με την Απόλυτη Σκέψη.
Με τον ίδιο τρόπο, η αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπά τον Άνθρωπο είναι το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή η ίδια Αγάπη με την οποία αγαπά τον Υιό. Και στην αγάπη, όπως και στη γνώση, ο Θεός δεν εξέρχεται από τον εαυτό Του: igitur Deus est ipsum solum quod amat ipse, in quo omnia et quod in omnibus et propter quod omnia, et extra quod nichil nec amat nec novit nec universaliter operatur (Επομένως, ο Θεός είναι το μόνο πράγμα που αγαπά ο ίδιος· εκείνο μέσα στο οποίο είναι τα πάντα, εκείνο που είναι μέσα σε όλα και εκείνο χάριν του οποίου υπάρχουν τα πάντα· και έξω από αυτό δεν αγαπά τίποτε ούτε γνωρίζει τίποτε ούτε ενεργεί καθολικά.).
Μέσα σε αυτή τη μεταφυσική της γέννησης, οι ιστορικές θεμελιώσεις του Χριστιανισμού ξεθωριάζουν: το προπατορικό αμάρτημα και η ιστορική ύπαρξη του Ιησού. Ο Αδάμ είναι το εξωχρονικό παράδειγμα του κτίσματος θεωρούμενου μέσα στον χρόνο και στον χώρο, ως εφήμερη και ασυνεπής ατομικότητα· ο ιστορικός Χριστός είναι το ορατό σύμβολο της θείας γέννησης που συντελείται σε κάθε αγαθή ψυχή. Οι αναφορές στα γεγονότα της ορατής Του ζωής, στη γέννηση, στον θάνατο, στην ανάσταση, στην ανάληψη, θέλουν να σημάνουν τις ουσιώδεις διαλεκτικές στιγμές της ζωής του πνεύματος, η οποία είναι πάντοτε ταυτόσημη με τον εαυτό της ως προς την αιώνια αξία της. Η εκεχαρτιανή σκέψη είναι βέβαια χριστοκεντρική μέσα στον θεοκεντρισμό της, αλλά μόνο καθόσον θεωρεί τον Θεό ως γεννώντα μάλλον παρά ως δημιουργούντα, και τον Υιό, qui semper natus est et semper nascitur (ο οποίος πάντοτε έχει γεννηθεί και πάντοτε γεννιέται), ως αιώνιο Λόγο και όχι ως ενσαρκωμένο Λόγο. Η ιστορικότητα δεν διατηρεί παρά μόνο την αξία καθαρού συμβόλου.
Συνεχίζεται
Στη σκέψη του Eckhart κυριαρχεί η απόλυτη απαίτηση της Ενότητας, η οποία είναι μεταφυσική αρχή, θρησκευτικό νόημα της ζωής, έσχατος σκοπός των πράξεων. Αλλά η Ενότητα —αν δεν θέλουμε να την περιορίσουμε στο αφηρημένο ελεατικό Είναι— πρέπει να συλληφθεί ως Ζωή. Στο δόγμα της Τριάδας ο Eckhart ξαναβρίσκει το Ένα και τη Ζωή· η θεία Ενότητα ζει μέσα στον αιώνιο ρυθμό της γέννησης και της αγάπης, χωρίς να εξέρχεται από τον εαυτό της, μέσα σε έναν τέλειο κύκλο. Η ενότητα αρθρώνεται στη σχέση και στην ετερότητα, για να είναι πιο οικεία στον εαυτό της.
Η εκεχαρτιανή διάκριση ανάμεσα σε Divinitas και Deus υπακούει σε αυτές τις θεμελιώδεις απαιτήσεις. Η Divinitas είναι το σκοτεινό βάθος, μέσα στο οποίο καμία διάκριση δεν είναι δυνατή· είναι η natura innaturata —ungenatûrte nâtûre (η μη-φυσικοποιημένη φύση / η μη-γεννημένη φύση )—, η οποία sub ratione esse et essentiae quasi dormiens et latens abscondita in se ipsa, nec generans nec genita est (υπό την έννοια του είναι και της ουσίας, σαν να κοιμάται και να λανθάνει κρυμμένη μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, ούτε γεννά ούτε γεννιέται.)· δεν κάνει τίποτε, διότι μέσα της δεν υπάρχει τίποτε να γίνει και, πράγματι, ποτέ δεν αναζήτησε τίποτε: κατοικεί σε ένα φως στο οποίο κανείς δεν φθάνει, επειδή βρίσκεται πέρα από κάθε ετερότητα και από κάθε σχέση.
Ως essentia cum relatione (essentia cum relatione) ή ως principium, είναι Deus, genatûrte nâtûre, natura naturata, πατρότητα, γονιμότητα: ο «Θεός» είναι δραστηριότητα που εκδηλώνεται προς τα έξω και ενεργεί· είναι Πατέρας, και ο εσωτερικός του ρυθμός πραγματώνεται στην τριάδα των υποστάσεων· είναι δημιουργός, και το έργο του ανανεώνεται στιγμή προς στιγμή και ζει μέσα στα κτίσματα, και μέσα σε αυτά αναγνωρίζει και αγαπά τον εαυτό του. Η νεοπλατωνικο-αυγουστίνεια αρνητική θεολογία συγχωνεύεται με τη δογματική θεολογία.
Η αξίωση της Ενότητας είναι επιτακτική. Στο παρισινό ζήτημα Utrum in Deo sit idem esse et intelligere (Αν στον Θεό είναι το ίδιο το είναι και το νοείν), το esse του Θεού ανάγεται στο intelligere, ταυτίζεται με το ενεργείν. Ο Θεός δεν είναι νόηση επειδή είναι Είναι, αλλά είναι Είναι επειδή είναι νόηση. Το Είναι είναι πολλαπλό και καθορισμένο —aliquid determinatum (κάτι καθορισμένο)· γι’ αυτό ο Θεός είναι altius ente (υψηλότερος από το ον)· δεν είναι ον, αλλά causa dell’ente, διότι nihil est formaliter in causa et causato, si causa sit vera causa (τίποτε δεν υπάρχει τυπικά / μορφικά και στην αιτία και στο αιτιατό, αν η αιτία είναι αληθινή αιτία). Όπως η όραση, για να μπορεί να βλέπει όλα τα χρώματα, πρέπει να είναι στερημένη από κάθε χρώμα, και όπως ο νους, για να μπορεί να γνωρίζει όλες τις μορφές, πρέπει να είναι στερημένος από όλες τις μορφές, έτσι και ο Θεός, για να είναι αιτία κάθε είναι, πρέπει να είναι στερημένος από κάθε είναι. Είναι η puritas essendi (η καθαρότητα του είναι).
Η πρώτη πρόταση του Opus tripartitum φαίνεται να ανατρέπει απλώς αυτή την τάξη ιδεών: η θέση Esse est Deus φαίνεται να αντιφάσκει προς την άλλη, Deus est intelligere (Ο Θεός είναι νοείν). Στην πραγματικότητα, επειδή ο Θεός δεν μπορεί να συλληφθεί μέσα στους προσδιορισμούς και στις κατηγορίες του είναι, αλλά ως απόλυτη Ενότητα, η θέση Esse est Deus παύει να είναι αντιφατική: είναι μάλλον η επιβεβαίωση, οντολογική πλέον, του παρισινού ζητήματος. Ο Θεός δεν είναι αυτό ή εκείνο το καθορισμένο ον, αλλά είναι η πληρότητα του Είναι, το pelagus infinitae substantiae (πέλαγος άπειρης ουσίας). Δεν μπορούμε να τον ορίσουμε, επειδή κάθε ορισμός είναι μια οριοθέτηση και επομένως μια άρνηση· ο Θεός είναι negatio negationis: είναι το άπειρο που διακρίνεται από το πεπερασμένο και υπερβαίνει κάθε πεπερασμένο με την απειρότητά του: Deus indistinctum quoddam est, quod sua indistinctione distinguitur (Ο Θεός είναι κάτι αδιάκριτο / αδιαφοροποίητο, το οποίο διακρίνεται με την ίδια του την αδιαφοροποίητη κατάσταση).
Στον Θεό λοιπόν το esse και το intelligere συμπίπτουν μέσα σε εκείνη την απόλυτη ενότητα, της οποίας το βάθος είναι, ακριβώς λόγω της απροσδιοριστίας του, «ήρεμη έρημος», «απλούστατη ησυχία», «καθαρό τίποτε». Η θεία υπερβατικότητα φαίνεται να υπερασπίζεται και να διασφαλίζεται με σθένος: διότι, αν ο Θεός, ως Είναι, είναι το εμμενές οντολογικό στήριγμα όλων των πεπερασμένων όντων —esse commune omnibus (το κοινό είναι όλων)—, τα υπερβαίνει έπειτα, ως άπειρος, με απόλυτο τρόπο. Deus est rebus omnibus intimus, utpote esse, et sic ipsum edit omne esse; est et extimus, quia super omnia et sic extra omnia (Ο Θεός είναι εσωτερικότερος από όλα τα πράγματα, καθόσον είναι το Είναι, και έτσι ο ίδιος παράγει / εκφέρει κάθε είναι· είναι όμως και εξωτερικότατος, επειδή είναι πάνω από όλα και, έτσι, έξω από όλα.).
Για την ανθρώπινη σκέψη το απόλυτο Ένα είναι αντιφατικό: τη στιγμή ακριβώς που το σκεπτόμαστε και το εκφέρουμε, καταφάσκουμε έμμεσα τον ίδιο μας τον εαυτό και καθορίζουμε έτσι μια σχέση ετερότητας. Είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι αξιώσεις του πολλαπλού, για να προσδιοριστεί η ζωή του Ενός: αν το Ένα δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ως indistinctum oppositum distincto (το αδιάκριτο / αδιαφοροποίητο που αντιτίθεται στο διακεκριμένο), ως negatio negationis, τότε η ίδια η έκφραση συνεπάγεται την πολλαπλότητα.
Τώρα, ο Θεός είναι σκοτεινή και ανέκφραστη ταυτότητα στο βάθος του —ταυτότητα Είναι, Νόησης και Δραστηριότητας· μόνο αυτός είναι ανεπανάληπτη αιτιότητα, δημιουργία, collatio esse. Eius actio est ipsius substantia; ipsi agere sive operari est esse (χορήγηση του είναι. Η ενέργειά Του είναι η ίδια Του η ουσία· για Αυτόν το ενεργείν ή το πράττειν είναι το είναι.).
Το Ένα είναι ζωντανή πηγή του πολλαπλού: η πράξη του δεν συντελείται μέσα στη ροή του χρόνου, αλλά μέσα στην αιωνιότητα· είναι μια αδιάκοπη δημιουργία που ανανεώνεται, στιγμή προς στιγμή, μέσα στο αιώνιο παρόν². Και επειδή έξω από το Είναι υπάρχει το μηδέν, ο Θεός δεν δημιουργεί έξω από τον εαυτό Του, αλλά μέσα στον εαυτό Του· και δεν εξέρχεται από τον εαυτό Του, αλλά in se ipso solo quiescit. Deus omnia operatur in se ipso, διότι omne quod est a Deo est in Deo (αναπαύεται μόνο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Θεός ενεργεί τα πάντα μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, διότι καθετί που είναι από τον Θεό είναι μέσα στον Θεό.). Ο Θεός, λοιπόν, δεν είναι η ολότητα των όντων, αλλά η ολότητα των όντων είναι μέσα στον Θεό.
Η θεία Ζωή, ως σχέση του εαυτού με τον εαυτό του, βρίσκει το παράδειγμά της στην πράξη της γνώσης. Ο νους, ένας καθ’ εαυτόν και απροσδιόριστος, δεν είναι τέτοιος παρά μόνο αν εκπτύσσεται στις πολλαπλές νοητικές πράξεις, στις νοήσεις, στις έννοιες, για να εκφραστεί τελικά στον αισθητό λόγο. Οι λέξεις μπορεί και να μην προφέρονται, αλλά ο νους δεν μπορεί να μην αρθρώνεται στον εσωτερικό του λόγο και να αναγνωρίζει σε αυτόν τον εαυτό του. Με τη σειρά τους, οι αισθητές εκφράσεις, αν προφέρονται, είναι κενά ηχήματα όταν θεωρούνται ανεξάρτητα από τη νοητική πράξη, και δεν έχουν νόημα παρά μόνο ως αποκάλυψη του πνεύματος. Ο εκφρασμένος λόγος παραπέμπει λοιπόν στον εσωτερικό λόγο, ο εσωτερικός λόγος στον νου, μέσα σε μια εσωτερική κυκλικότητα που είναι πνευματική ενότητα.
Με τον ίδιο τρόπο συντελείται, στο επίπεδο του Απολύτου, η διαδικασία της θείας Σχέσης, δηλαδή της αιώνιας γέννησης. Ο Πατέρας είναι το Είναι, καθόσον είναι αρχή νοήσεως και άπειρη δημιουργική δύναμη· ο Υιός είναι το Είναι ως αντικείμενο του εαυτού του· το Άγιο Πνεύμα είναι η αγάπη προς τον εαυτό και η πληρότητα της ζωής μέσα στον κύκλο της αυτογνώσης. Η ζωή του εγώ και του Θεού δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο ως ετερότητα μέσα στην ενότητα· αλλά επειδή quod est in uno, unum est (ό,τι είναι μέσα στο Ένα, είναι ένα), η ετερότητα δεν διασπά την ενότητα, αλλά την καθιστά δυνατή ως εσωτερική ζωή και αέναη γέννηση.
Ο Πατέρας μεταδίδει στον Υιό όλα όσα είναι, και είναι Πατέρας καθόσον γεννά τον Υιό· και ο Υιός είναι Υιός καθόσον είναι ταυτόσημος με τον Πατέρα και εικόνα του Πατέρα. Αλλά η εικόνα, ως τέτοια, δεν λαμβάνει τίποτε από τον εαυτό της από το υποκείμενο μέσα στο οποίο βρίσκεται, αλλά λαμβάνει όλο της το είναι από το αντικείμενο του οποίου είναι εικόνα: γι’ αυτό στον Θεό η εικόνα και το πρότυπο είναι ένα και το αυτό· ούτε μπορεί το πρότυπο να γνωσθεί χωρίς την εικόνα, ούτε η εικόνα χωρίς το πρότυπο, επειδή το Είναι είναι ένα και οι αρχές του είναι και της γνώσης είναι οι ίδιες, ούτε γνωρίζεται κανένα πράγμα μέσω ενός άλλου¹.
Το Άγιο Πνεύμα είναι ο δεσμός του Πατέρα και του Υιού: η Αγάπη είναι η σφραγίδα της απόλυτης θείας ενότητας και ταυτότητας, και δεν υπάρχει αγάπη παρά μόνο μέσα σε αυτήν. Αλλά για τον Eckhart δεν είναι η πράξη της αγάπης, αλλά η νοητική πράξη —η οποία στον Θεό είναι δημιουργική και συνιστά ετερότητα μέσα στην ενότητα— που αποτελεί τη θεία Ουσία.
Η θεία Ενότητα κλείνεται έτσι στον εαυτό της μέσα σε μια απόλυτη αυτάρκεια: από το Είναι δεν μπορεί κανείς να εξέλθει, διότι δεν μπορεί να εξέλθει από την Απόλυτη Νόηση, η οποία είναι το Είναι. Το γεννάν του Πατέρα δεν είναι έξοδος από τον εαυτό Του, αλλά παραμονή στον εαυτό Του: το innebleiben (μένει μέσα) Του είναι το γεννάν Του. Έξω από το Είναι υπάρχει το μηδέν. Το intelligere του Θεού είναι γέννηση, δηλαδή causa rerum και collatio esse (χορήγηση του είναι), και γι’ αυτό δημιουργική βούληση: κανένας μεταφυσικός λόγος δεν μας επιτρέπει να διαιρέσουμε σε δύο πράξεις —γνώση και βούληση— τη μοναδικότητα της θείας Πράξης.
Δεν θέλουμε να πούμε ότι ο Eckhart ταυτίζει απλώς τη γέννηση και τη δημιουργία· είναι όμως αλήθεια ότι σε αυτόν η δημιουργία χάνει κάθε μεταφυσική και οντολογική σημασία: τα κτίσματα, ως τέτοια, είναι unum purum nichil. Multa, ut multa, non sunt (ένα καθαρό μηδέν. Τα πολλά, ως πολλά, δεν είναι.)¹. Καμία αυτάρκεια δεν ανήκει στα κτιστά πράγματα: αυτά υπάρχουν μέσα στο Ένα και διά του Ενός, δηλαδή μέσα στο Είναι· και αν είναι θεμιτό να μιλήσουμε για δική τους φύση, αυτή συνίσταται σε continuo fluxu et fieri, ως επιθυμία και τάση προς το Είναι, ως χρονικότητα και γίγνεσθαι. Έξω από το Είναι inquieta sunt omnia (τα πάντα είναι ανήσυχα)· μέσα στον Θεό, ο οποίος είναι ησυχία —ruowe—, κάθε πράγμα ησυχάζει και υφίσταται. Η ύλη είναι καθαρό μη-ον και, ως τέτοια, δεν δίνει τίποτε από τον εαυτό της στο σύνθετο· ό,τι κατέχει το κτίσμα, το λαμβάνει από τον Θεό· και ο Θεός «δίνει» αυτό που «είναι», όλα όσα είναι. Deus nescit parum dare (Ο Θεός δεν ξέρει να δίνει λίγο.).
Ο θεοκεντρικός Eckhart είναι ο φιλόσοφος της θείας «γέννησης»: του εσωτερικού λόγου, όχι της λέξης που εκφράζεται μέσα στον χρόνο. Ο αριστοτελισμός, ανατιμώντας τις συγκεκριμένες ουσίες και επαναφέροντας τη θεωρία από τις Ιδέες στα άτομα, συνέβαλλε, στον θωμισμό, στο να ξαναδώσει σθένος σε μια φιλοσοφία της δημιουργίας. Ο Eckhart ξεκινά βέβαια από τον θωμισμό, αλλά για να τον εντάξει τελικά μέσα στις θεμελιώδεις συντεταγμένες του νεοπλατωνισμού, για να ανέλθει από την creatio στη generatio. Ο νεοπλατωνισμός, που έφθασε σε αυτόν μέσω των έργων του ψευδο-Διονυσίου, των μεταφράσεων του Πρόκλου, του Liber de Causis, του Liber XXIV philosophorum..., του άνοιγε τους ορίζοντες της θείας καθολικότητας και παραδειγματικότητας.
Το κτιστό, ως τέτοιο, έχει αντληθεί από το μηδέν και γι’ αυτό είναι μηδέν. Αν η επιστροφή στον Θεό και η σωτηρία του πνεύματος έχουν νόημα και είναι δυνατές, είναι αναγκαίο ο Άνθρωπος να είναι εμμενής στη θεία Ζωή και να μετέχει στο Ένα και στο Αιώνιο· αν ο Θεός είναι έξω από τον Άνθρωπο και σε αντίθεση με αυτόν, η επιστροφή είναι παράλογη, η σωτηρία είναι αδύνατη. Δεν υπάρχει διάφραγμα ανάμεσα στον Άνθρωπο και στον Θεό: ο Θεός δεν είναι ένα Αντικείμενο απέναντι στην ανθρώπινη σκέψη. Δεν είμαστε αποκλεισμένοι από τον κύκλο της θείας αυτάρκειας: την ίδια στιγμή κατά την οποία ο Πατέρας γεννά τον Υιό, δηλαδή τους αιώνιους Λόγους των πραγμάτων, γεννά τον Άνθρωπο.
Πριν να είναι κτίσμα μέσα στον χρόνο και στον χώρο, εξατομικευμένο στις εφήμερες τυχαιότητές του, ο Άνθρωπος είναι, μέσα στον Θεό, Ζωή και αιώνιο παράδειγμα. Η αιώνια σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό και η σχέση ανάμεσα στον Θεό και στον Άνθρωπο ταυτίζονται. Στην Πράξη της νοητικής γνώσης η ανθρώπινη σκέψη συμπίπτει με τη θεία Σκέψη: oculus in quo video Deum est ille idem oculus in quo me Deus videt. Oculus meus et oculus Dei est unus oculus, et una visio vel videre et unum cognoscere et unum amare (Το μάτι με το οποίο βλέπω τον Θεό είναι το ίδιο εκείνο μάτι με το οποίο ο Θεός βλέπει εμένα. Το μάτι μου και το μάτι του Θεού είναι ένα μάτι, και μία όραση ή βλέπειν, και μία γνώση, και μία αγάπη.). Η θεία Σκέψη σκέπτεται μέσα στην πράξη του σκεπτόμενου υποκειμένου· η σκέψη του Ανθρώπου, καθόσον είναι καθολική νοητική πράξη, συμπίπτει με την Απόλυτη Σκέψη.
Με τον ίδιο τρόπο, η αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπά τον Άνθρωπο είναι το Άγιο Πνεύμα, δηλαδή η ίδια Αγάπη με την οποία αγαπά τον Υιό. Και στην αγάπη, όπως και στη γνώση, ο Θεός δεν εξέρχεται από τον εαυτό Του: igitur Deus est ipsum solum quod amat ipse, in quo omnia et quod in omnibus et propter quod omnia, et extra quod nichil nec amat nec novit nec universaliter operatur (Επομένως, ο Θεός είναι το μόνο πράγμα που αγαπά ο ίδιος· εκείνο μέσα στο οποίο είναι τα πάντα, εκείνο που είναι μέσα σε όλα και εκείνο χάριν του οποίου υπάρχουν τα πάντα· και έξω από αυτό δεν αγαπά τίποτε ούτε γνωρίζει τίποτε ούτε ενεργεί καθολικά.).
Μέσα σε αυτή τη μεταφυσική της γέννησης, οι ιστορικές θεμελιώσεις του Χριστιανισμού ξεθωριάζουν: το προπατορικό αμάρτημα και η ιστορική ύπαρξη του Ιησού. Ο Αδάμ είναι το εξωχρονικό παράδειγμα του κτίσματος θεωρούμενου μέσα στον χρόνο και στον χώρο, ως εφήμερη και ασυνεπής ατομικότητα· ο ιστορικός Χριστός είναι το ορατό σύμβολο της θείας γέννησης που συντελείται σε κάθε αγαθή ψυχή. Οι αναφορές στα γεγονότα της ορατής Του ζωής, στη γέννηση, στον θάνατο, στην ανάσταση, στην ανάληψη, θέλουν να σημάνουν τις ουσιώδεις διαλεκτικές στιγμές της ζωής του πνεύματος, η οποία είναι πάντοτε ταυτόσημη με τον εαυτό της ως προς την αιώνια αξία της. Η εκεχαρτιανή σκέψη είναι βέβαια χριστοκεντρική μέσα στον θεοκεντρισμό της, αλλά μόνο καθόσον θεωρεί τον Θεό ως γεννώντα μάλλον παρά ως δημιουργούντα, και τον Υιό, qui semper natus est et semper nascitur (ο οποίος πάντοτε έχει γεννηθεί και πάντοτε γεννιέται), ως αιώνιο Λόγο και όχι ως ενσαρκωμένο Λόγο. Η ιστορικότητα δεν διατηρεί παρά μόνο την αξία καθαρού συμβόλου.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου