Συνέχεια από Δευτέρα 11. Μαΐου 2026
Μηδενισμός 22
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο δωδέκατο (α)
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996
Κεφάλαιο δωδέκατο (α)
Μηδενισμός, υπαρξισμός, γνώση
Ο Θεός είναι ο υπερβατολογικός όρος του παραλόγου του σύμπαντος.
Ο Θεός είναι ο υπερβατολογικός όρος του παραλόγου του σύμπαντος.
........Αλλά η θεματική του μηδενισμού βρήκε πρόσφορο κλίμα για να ριζώσει και να διαδοθεί όχι μόνο στην εποχή και στους κύκλους του υπαρξισμού. Ευνοϊκές συνθήκες γι’ αυτό δημιουργήθηκαν και σε άλλους τόπους και στιγμές της σύγχρονης γαλλικής σκέψης, ιδιαίτερα εκεί όπου αναλήφθηκε το πρόβλημα της περατότητας. Για τη σύγκλιση υπαρξισμού και μηδενισμού, χαρακτηριστική ενός ορισμένου γαλλικού φιλοσοφικού ύφους, δεν θα τονιστεί ποτέ αρκετά η σημασία που είχαν τα σεμινάρια για τη Φαινομενολογία του πνεύματος του Hegel, τα οποία παρέδωσε ο Alexandre Kojève στην École des Hautes-Études μεταξύ 1933 και 1939 και τα οποία παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι Raymond Queneau, Georges Bataille, Jacques Lacan, Raymond Aron, André Breton, Pierre Klossowski, Maurice Merleau-Ponty, Jean Hyppolite, Jean Wahl και, σύμφωνα με ορισμένους, και ο νεαρός Sartre. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενάντια στις παραδοσιακές αναγνώσεις του Hegel, στα σεμινάριά του ο Kojève ανέδειξε και αξιοποίησε έντονα τη στιγμή της αρνητικότητας και την αποφασιστική της λειτουργία στη συγκρότηση της περατότητας και των μορφών της, όπως θα δούμε παρακάτω· βλ. κεφ. XIV.
Αλλά για να δοθεί μια άμεσα πειστική ιδέα της παρουσίας των μηδενιστικών θεματικών στη γαλλική κουλτούρα, αρκεί να θυμηθούμε, για την παραδειγματική τους αξία και για τις υποβολές που προκαλούν, δύο ονόματα: Georges Bataille και Emil M. Cioran. Ο πρώτος ήταν παρών στα σεμινάρια του Kojève και διατήρησε σχέση μαζί του, σε σημείο ώστε, στις αρχές του 1950, να του ζητήσει έναν πρόλογο για τη νέα έκδοση του L’expérience intérieure, αναγνωρίζοντας όμως τελικά το ασυμβίβαστο των προοπτικών τους. Το έργο του είναι τόσο δύσκολο να αγκαλιαστεί συνολικά, ώστε εδώ δεν έχει καν νόημα να προσπαθήσει κανείς να υποδείξει τον μίτο που το διατρέχει. Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι ότι το διαπερνά από την αρχή ως το τέλος η διαυγής επίγνωση ότι ο μηδενισμός είναι μια σταθερή σκιά που αναπόφευκτα μας συνοδεύει όταν σκεπτόμαστε εν απουσία θεών ή όταν φιλοδοξούμε να φέρουμε στη γλώσσα την αρνητικότητα, το όριο, την ετερότητα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στους τρεις τόμους της «summa atheologica» με τους οποίους ο Bataille εμφανίστηκε ως φιλόσοφος: L’expérience intérieure (1943), Le coupable (1944), Sur Nietzsche (1945).
Όσο για τον Cioran, και η δική του σκέψη θα απαιτούσε μια εκτενή πραγμάτευση· εδώ όμως περιοριζόμαστε σε μία μόνο παρατήρηση. Το έργο του χορηγεί, σελίδα τη σελίδα, ένα συμπύκνωμα απαισιοδοξίας που δηλητηριάζει θανάσιμα όλα τα ιδανικά, τις ελπίδες και τις μεταφυσικές ορμές της φιλοσοφίας, δηλαδή όλες τις απόπειρες να αγκυρωθεί η ύπαρξη σε ένα νόημα που θα την καθησυχάσει απέναντι στην άβυσσο της παραλογότητας που κάθε στιγμή την απειλεί. Οι στοχασμοί του Cioran μας ωθούν ως εκείνο το σημείο όπου καθένας από εμάς στέκεται γυμνός απέναντι στο γυμνό του πεπρωμένο. Στο La chute dans le temps (1964) —τίτλος με σαφή γνωστική προέλευση— λέγεται:
Δεν είμαστε πραγματικά εμείς παρά μόνο όταν, θέτοντας τον εαυτό μας απέναντι στον εαυτό μας, δεν συμπίπτουμε με τίποτε, ούτε καν με τη μοναδικότητά μας (Cioran, 1995: 11–12).
Ο άνθρωπος είναι, με λίγα λόγια, ένα μηδέν που έχει συνείδηση του εαυτού του· είναι «εκείνος που δεν είναι»: έτσι ισχυρίζεται ο Cioran, αντιστρέφοντας τον παλαιοδιαθηκικό ορισμό του Θεού ως «εκείνου που είναι». Η αστερισμική διάταξη της σκέψης του δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη των ελπιδοφόρων φιλοσοφιών της ύπαρξης. Είναι μάλλον εκείνη του γνωστικού ο οποίος, έχοντας επίγνωση ότι έχει πέσει μέσα στον χρόνο και στην περατότητα, ότι είναι ελεύθερος αλλά ταυτόχρονα φυλακισμένος στο στενό κελί του σύμπαντος, θέλει να σωθεί με τη δύναμη του εαυτού του και αρνείται απελπισμένα κάθε θετική αξία του κόσμου, πυρπολώντας με εικονοκλαστική μανία όλες τις εικόνες, τα φαντάσματα και τους θεούς που τον κατοικούν, παρότι γνωρίζει ότι οι εγκαταλελειμμένοι βωμοί θα κατοικηθούν από δαίμονες.
Έτσι, μια φανερά γνωστικο-μηδενιστική αύρα αναδίδεται από τα γραπτά αυτού του μυστικού χωρίς Θεό και συμπυκνώνεται, σαν εμμονή, στην ακολουθία των κοφτερών αφορισμών του και των δοκιμιακών του περιπλανήσεων. Ο μηδενισμός με τον οποίο έχουμε εδώ να κάνουμε περισσότερο υποβάλλεται μέσω εικόνων και λογοτεχνικών αποτελεσμάτων, παρά αναπτύσσεται και εκτίθεται στους ευρείς και αυστηρούς κύκλους του φιλοσοφικού συλλογισμού. Αλλά ακριβώς έτσι έρχονται στο φως, με τρόπο σχεδόν εκτυφλωτικό, η απελπισία και μαζί η διαύγεια που τον στηρίζουν, η μελαγχολία και η μανία από τις οποίες τρέφεται, η ασέβεια που τον έλκει προς τη φωσφορίζουσα λάμψη του κακού και, ταυτόχρονα, η ευλάβεια με την οποία ο Cioran ορμά προς εκείνη την «καθαρότερη εκδοχή του Θεού» που είναι γι’ αυτόν το Μηδέν.
Στα όρια αυτού του σκηνικού τοποθετείται έπειτα μια άλλη ιδιότυπη μορφή, λίγο γνωστή και πιθανότατα ελάσσων, αλλά αναπόφευκτη για όποιον πραγματεύεται το θέμα του γνωστικού μηδενισμού: ο Albert Caraco. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1919, την επομένη της Ρωσικής Επανάστασης και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η αρχαία πρωτεύουσα είχε καταληφθεί από τις νικήτριες δυνάμεις και είχε πλημμυρίσει από Ρώσους μετανάστες, ο νέος σύντομα ενεπλάκη στην περιπλανώμενη ζωή της εβραϊκής οικογένειας από την οποία καταγόταν. Ο πατέρας του, José, τραπεζικός πληρεξούσιος, μετακινήθηκε πρώτα στη Βιέννη, έπειτα στην Πράγα και, μερικά χρόνια αργότερα, στο Βερολίνο.
«Οι γονείς μου ήταν νομάδες, το έβρισκαν φυσικό, ζούσαν επικίνδυνα, χωρίς κεφάλαια ούτε διαβατήριο», θα σημειώσει με ένα πέπλο θλίψης στο Ma confession, την αυτοβιογραφική διαθήκη που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον (Caraco, 1975: 13). Με τη διορατικότητα των νομάδων, οι Caraco εγκατέλειψαν εγκαίρως και τη Γερμανία και στις αρχές της δεκαετίας του ’30 εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Εκεί ο ιδιοφυής γόνος, που μιλούσε και έγραφε άπταιστα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και αγγλικά, βαρέθηκε όχι λίγο στα θρανία του μετρίου Lycée Janson-de-Sailly. Ήθελε να γίνει γιατρός. Οι γονείς του, αντίθετα, τον ανάγκασαν να πάρει το άχρηστο δίπλωμα της École des Hautes Études Commerciales, το οποίο απέκτησε το 1939 και έκτοτε εγκαταλείφθηκε σε ένα συρτάρι.
Καθώς πλησίαζε ο πόλεμος, η οικογένεια αναζήτησε ασφαλέστερο καταφύγιο πέρα από τον Ωκεανό: στην Ονδούρα, έπειτα στη Βραζιλία, στο Μπουένος Άιρες, τέλος στο Μοντεβιδέο. Εκεί οι Caraco έμειναν μέχρι μετά τον πόλεμο, αποκτώντας την ουρουγουανή υπηκοότητα και μεταστρεφόμενοι, για λόγους κοινωνικής σκοπιμότητας, στον καθολικισμό.
Σε αυτή την περίοδο ανάγονται οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες του Albert, σε πεζό και σε στίχο, εμπνευσμένες από τον συμβολισμό και τη φανταστική λογοτεχνία. Ο νεότατος συγγραφέας εικονογραφεί ο ίδιος, με στιλιζαρισμένα ασπρόμαυρα σχέδια, τα βιβλία που δημοσιεύει: Inés de Castro (1941), Ο κύκλος της Ιωάννας της Λωρραίνης (Le cycle de Jeanne d’Arc, 1942), Τα μυστήρια του Ευσεβίου (Les mystères d’Eusèbe, 1942), Η επιστροφή του Ξέρξη (Retour de Xerxès, 1943). Στα αποικιακά σαλόνια της καλής λατινοαμερικανικής κοινωνίας τα έργα του γνωρίζουν κάποια επιτυχία, η οποία τροφοδοτεί τις νοσηρές προσδοκίες του πατέρα και της μητέρας του. Οι δύο τους φροντίζουν να επιφυλάξουν στον νέο μία και μόνη υποχρέωση: να καλλιεργεί το λογοτεχνικό του ταλέντο.
Άλλωστε, η γραφή είναι η μόνη δραστηριότητα για την οποία είναι ικανός, η μόνη στην οποία αισθάνεται ταγμένος, μάλλον υποχρεωμένος. «Γράφω από ένα είδος σωματικής ανάγκης» (Caraco, 1975: 232), «αν δεν έγραφα, θα είχα πεθάνει εδώ και καιρό» (Caraco, 1975: 164). Σελίδες επί σελίδων γραμμένες μέρα με τη μέρα, απομονωνόμενος από τον κόσμο και καταφεύγοντας στα όνειρά του, στις χίμαιρές του, στις ιδιοσυγκρασιακές του απέχθειες.[ Περίπου στα μεσάνυχτα ο κύριος Χρήστος ζητούσε να αποχωρήσει. Είχε όρια στη ζωή του, ήταν ένας μεροκαματιάρης της γραφής, που έπρεπε να ξυπνήσει και την επόμενη μέρα νωρίς, για να συνεχίσει να συνθέτει το ογκώδες του corpus. Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ."Η πρώτη και θεμελιώδης απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου —ποιες εμπειρίες καθιστούν φανερό στους ανθρώπους ότι είναι ικανοί για πράξεις βούλησης— είναι ότι αυτές οι εμπειρίες, αρχικά ιουδαϊκές, δεν ήταν πολιτικές και δεν είχαν καμία σχέση με τον κόσμο, ούτε με τον κόσμο των φαινομένων και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, ούτε με το βασίλειο των ανθρώπινων υποθέσεων, του οποίου η ύπαρξη βασίζεται σε πράξεις και ενέργειες· αλλά ότι βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ανθρώπου. Οι εμπειρίες που είναι σημαντικές για τη βούληση δεν αφορούν τους ανθρώπους μόνο σε σχέση με τον εαυτό τους, αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό τους"
Αλλά για να δοθεί μια άμεσα πειστική ιδέα της παρουσίας των μηδενιστικών θεματικών στη γαλλική κουλτούρα, αρκεί να θυμηθούμε, για την παραδειγματική τους αξία και για τις υποβολές που προκαλούν, δύο ονόματα: Georges Bataille και Emil M. Cioran. Ο πρώτος ήταν παρών στα σεμινάρια του Kojève και διατήρησε σχέση μαζί του, σε σημείο ώστε, στις αρχές του 1950, να του ζητήσει έναν πρόλογο για τη νέα έκδοση του L’expérience intérieure, αναγνωρίζοντας όμως τελικά το ασυμβίβαστο των προοπτικών τους. Το έργο του είναι τόσο δύσκολο να αγκαλιαστεί συνολικά, ώστε εδώ δεν έχει καν νόημα να προσπαθήσει κανείς να υποδείξει τον μίτο που το διατρέχει. Εκείνο που έχει σημασία να ειπωθεί είναι ότι το διαπερνά από την αρχή ως το τέλος η διαυγής επίγνωση ότι ο μηδενισμός είναι μια σταθερή σκιά που αναπόφευκτα μας συνοδεύει όταν σκεπτόμαστε εν απουσία θεών ή όταν φιλοδοξούμε να φέρουμε στη γλώσσα την αρνητικότητα, το όριο, την ετερότητα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στους τρεις τόμους της «summa atheologica» με τους οποίους ο Bataille εμφανίστηκε ως φιλόσοφος: L’expérience intérieure (1943), Le coupable (1944), Sur Nietzsche (1945).
Όσο για τον Cioran, και η δική του σκέψη θα απαιτούσε μια εκτενή πραγμάτευση· εδώ όμως περιοριζόμαστε σε μία μόνο παρατήρηση. Το έργο του χορηγεί, σελίδα τη σελίδα, ένα συμπύκνωμα απαισιοδοξίας που δηλητηριάζει θανάσιμα όλα τα ιδανικά, τις ελπίδες και τις μεταφυσικές ορμές της φιλοσοφίας, δηλαδή όλες τις απόπειρες να αγκυρωθεί η ύπαρξη σε ένα νόημα που θα την καθησυχάσει απέναντι στην άβυσσο της παραλογότητας που κάθε στιγμή την απειλεί. Οι στοχασμοί του Cioran μας ωθούν ως εκείνο το σημείο όπου καθένας από εμάς στέκεται γυμνός απέναντι στο γυμνό του πεπρωμένο. Στο La chute dans le temps (1964) —τίτλος με σαφή γνωστική προέλευση— λέγεται:
Δεν είμαστε πραγματικά εμείς παρά μόνο όταν, θέτοντας τον εαυτό μας απέναντι στον εαυτό μας, δεν συμπίπτουμε με τίποτε, ούτε καν με τη μοναδικότητά μας (Cioran, 1995: 11–12).
Ο άνθρωπος είναι, με λίγα λόγια, ένα μηδέν που έχει συνείδηση του εαυτού του· είναι «εκείνος που δεν είναι»: έτσι ισχυρίζεται ο Cioran, αντιστρέφοντας τον παλαιοδιαθηκικό ορισμό του Θεού ως «εκείνου που είναι». Η αστερισμική διάταξη της σκέψης του δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη των ελπιδοφόρων φιλοσοφιών της ύπαρξης. Είναι μάλλον εκείνη του γνωστικού ο οποίος, έχοντας επίγνωση ότι έχει πέσει μέσα στον χρόνο και στην περατότητα, ότι είναι ελεύθερος αλλά ταυτόχρονα φυλακισμένος στο στενό κελί του σύμπαντος, θέλει να σωθεί με τη δύναμη του εαυτού του και αρνείται απελπισμένα κάθε θετική αξία του κόσμου, πυρπολώντας με εικονοκλαστική μανία όλες τις εικόνες, τα φαντάσματα και τους θεούς που τον κατοικούν, παρότι γνωρίζει ότι οι εγκαταλελειμμένοι βωμοί θα κατοικηθούν από δαίμονες.
Έτσι, μια φανερά γνωστικο-μηδενιστική αύρα αναδίδεται από τα γραπτά αυτού του μυστικού χωρίς Θεό και συμπυκνώνεται, σαν εμμονή, στην ακολουθία των κοφτερών αφορισμών του και των δοκιμιακών του περιπλανήσεων. Ο μηδενισμός με τον οποίο έχουμε εδώ να κάνουμε περισσότερο υποβάλλεται μέσω εικόνων και λογοτεχνικών αποτελεσμάτων, παρά αναπτύσσεται και εκτίθεται στους ευρείς και αυστηρούς κύκλους του φιλοσοφικού συλλογισμού. Αλλά ακριβώς έτσι έρχονται στο φως, με τρόπο σχεδόν εκτυφλωτικό, η απελπισία και μαζί η διαύγεια που τον στηρίζουν, η μελαγχολία και η μανία από τις οποίες τρέφεται, η ασέβεια που τον έλκει προς τη φωσφορίζουσα λάμψη του κακού και, ταυτόχρονα, η ευλάβεια με την οποία ο Cioran ορμά προς εκείνη την «καθαρότερη εκδοχή του Θεού» που είναι γι’ αυτόν το Μηδέν.
Στα όρια αυτού του σκηνικού τοποθετείται έπειτα μια άλλη ιδιότυπη μορφή, λίγο γνωστή και πιθανότατα ελάσσων, αλλά αναπόφευκτη για όποιον πραγματεύεται το θέμα του γνωστικού μηδενισμού: ο Albert Caraco. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1919, την επομένη της Ρωσικής Επανάστασης και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η αρχαία πρωτεύουσα είχε καταληφθεί από τις νικήτριες δυνάμεις και είχε πλημμυρίσει από Ρώσους μετανάστες, ο νέος σύντομα ενεπλάκη στην περιπλανώμενη ζωή της εβραϊκής οικογένειας από την οποία καταγόταν. Ο πατέρας του, José, τραπεζικός πληρεξούσιος, μετακινήθηκε πρώτα στη Βιέννη, έπειτα στην Πράγα και, μερικά χρόνια αργότερα, στο Βερολίνο.
«Οι γονείς μου ήταν νομάδες, το έβρισκαν φυσικό, ζούσαν επικίνδυνα, χωρίς κεφάλαια ούτε διαβατήριο», θα σημειώσει με ένα πέπλο θλίψης στο Ma confession, την αυτοβιογραφική διαθήκη που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον (Caraco, 1975: 13). Με τη διορατικότητα των νομάδων, οι Caraco εγκατέλειψαν εγκαίρως και τη Γερμανία και στις αρχές της δεκαετίας του ’30 εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Εκεί ο ιδιοφυής γόνος, που μιλούσε και έγραφε άπταιστα γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά και αγγλικά, βαρέθηκε όχι λίγο στα θρανία του μετρίου Lycée Janson-de-Sailly. Ήθελε να γίνει γιατρός. Οι γονείς του, αντίθετα, τον ανάγκασαν να πάρει το άχρηστο δίπλωμα της École des Hautes Études Commerciales, το οποίο απέκτησε το 1939 και έκτοτε εγκαταλείφθηκε σε ένα συρτάρι.
Καθώς πλησίαζε ο πόλεμος, η οικογένεια αναζήτησε ασφαλέστερο καταφύγιο πέρα από τον Ωκεανό: στην Ονδούρα, έπειτα στη Βραζιλία, στο Μπουένος Άιρες, τέλος στο Μοντεβιδέο. Εκεί οι Caraco έμειναν μέχρι μετά τον πόλεμο, αποκτώντας την ουρουγουανή υπηκοότητα και μεταστρεφόμενοι, για λόγους κοινωνικής σκοπιμότητας, στον καθολικισμό.
Σε αυτή την περίοδο ανάγονται οι πρώτες λογοτεχνικές απόπειρες του Albert, σε πεζό και σε στίχο, εμπνευσμένες από τον συμβολισμό και τη φανταστική λογοτεχνία. Ο νεότατος συγγραφέας εικονογραφεί ο ίδιος, με στιλιζαρισμένα ασπρόμαυρα σχέδια, τα βιβλία που δημοσιεύει: Inés de Castro (1941), Ο κύκλος της Ιωάννας της Λωρραίνης (Le cycle de Jeanne d’Arc, 1942), Τα μυστήρια του Ευσεβίου (Les mystères d’Eusèbe, 1942), Η επιστροφή του Ξέρξη (Retour de Xerxès, 1943). Στα αποικιακά σαλόνια της καλής λατινοαμερικανικής κοινωνίας τα έργα του γνωρίζουν κάποια επιτυχία, η οποία τροφοδοτεί τις νοσηρές προσδοκίες του πατέρα και της μητέρας του. Οι δύο τους φροντίζουν να επιφυλάξουν στον νέο μία και μόνη υποχρέωση: να καλλιεργεί το λογοτεχνικό του ταλέντο.
Άλλωστε, η γραφή είναι η μόνη δραστηριότητα για την οποία είναι ικανός, η μόνη στην οποία αισθάνεται ταγμένος, μάλλον υποχρεωμένος. «Γράφω από ένα είδος σωματικής ανάγκης» (Caraco, 1975: 232), «αν δεν έγραφα, θα είχα πεθάνει εδώ και καιρό» (Caraco, 1975: 164). Σελίδες επί σελίδων γραμμένες μέρα με τη μέρα, απομονωνόμενος από τον κόσμο και καταφεύγοντας στα όνειρά του, στις χίμαιρές του, στις ιδιοσυγκρασιακές του απέχθειες.[ Περίπου στα μεσάνυχτα ο κύριος Χρήστος ζητούσε να αποχωρήσει. Είχε όρια στη ζωή του, ήταν ένας μεροκαματιάρης της γραφής, που έπρεπε να ξυπνήσει και την επόμενη μέρα νωρίς, για να συνεχίσει να συνθέτει το ογκώδες του corpus. Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΣΙΟΥ."Η πρώτη και θεμελιώδης απάντηση στο ερώτημα που έθεσα στην αρχή αυτού του κεφαλαίου —ποιες εμπειρίες καθιστούν φανερό στους ανθρώπους ότι είναι ικανοί για πράξεις βούλησης— είναι ότι αυτές οι εμπειρίες, αρχικά ιουδαϊκές, δεν ήταν πολιτικές και δεν είχαν καμία σχέση με τον κόσμο, ούτε με τον κόσμο των φαινομένων και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, ούτε με το βασίλειο των ανθρώπινων υποθέσεων, του οποίου η ύπαρξη βασίζεται σε πράξεις και ενέργειες· αλλά ότι βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στο εσωτερικό του ανθρώπου. Οι εμπειρίες που είναι σημαντικές για τη βούληση δεν αφορούν τους ανθρώπους μόνο σε σχέση με τον εαυτό τους, αλλά και μέσα στον ίδιο τον εαυτό τους"
Hannah Arendt,.]
Όταν, με την επιστροφή της οικογένειας στην Ευρώπη, στο Παρίσι, διαπιστώνει την ολοκληρωμένη απομόνωση, τη βιώνει ως αναγέννηση: «Γεννήθηκα στον εαυτό μου μεταξύ 1946 και 1948· τότε άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο· ως τότε, και πέρα από τα τριάντα μου, ήμουν τυφλός» (Caraco, 1975: 33). Προφανώς ο κόσμος στον οποίο ανοίγει τα παράθυρά του δεν είναι εκείνος του Παρισιού, αλλά το ζοφερό σύμπαν των σκέψεών του, ανάμεσα στις οποίες αρχίζει να περιπλανιέται χωρίς ελπίδα. Το βιβλίο των αγώνων της ψυχής (Le livre des combats de l’âme, 1949) λαμβάνει το βραβείο Edgar Poe. Αλλά ο Albert είναι ολοένα πιο μόνος, κλεισμένος στον εαυτό του:
Η μοναξιά και το μηδέν αρκούν στο είναι μου (Caraco, 1975: 12).
Από αυτή τη μοναχική θέση εξαπολύει βέλη και δηλητήρια εναντίον όλων. Ο Roger Caillois αποκαλείται «ισχνός σοφιστής και αιχμηρός συλλογιστής, υπο-μακιαβελικός της νομαρχίας, μεγαλωμένος στο σεράι ενός εκδότη», «ένας άνθρωπος που δεν έχει και πολλά να πει, που στερείται απολύτως φλόγας και ιδιοφυΐας, και του οποίου το έργο είναι μια διαδοχή από μικρές ειδήσεις, τοποθετημένες η μία ύστερα από την άλλη» (Caraco, 1975: 168).
Για τη Beauvoir και τη Simone Weil αποφαίνεται: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο άθλιο από το Δεύτερο φύλο, και αν, εν ανάγκη, εκτιμώ τη μορφή της Weil, το περιεχόμενο μου φαίνεται γελοίο» (Caraco, 1975: 164). Και για τα πιο φημισμένα γαλλικά περιοδικά γράφει: «Όταν τυχαίνει να ανοίξω το Esprit ή το Les Temps modernes, με πιάνει φρίκη» (Caraco, 1975: 172). Exempla non sunt multiplicanda praeter necessitatem —τα παραδείγματα δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέρα από την ανάγκη.
Πιστός στην καθημερινή πειθαρχία της γραφής, συσσωρεύει ένα εντυπωσιακό φιλοσοφικό έργο, αλλά ούτε καν φροντίζει να το δημοσιεύσει. Ο λόγος; «Γράφω για το συρτάρι μου», διαπιστώνει απελπισμένα (Caraco, 1975: 196). Το απόσταγμα των διαβρωτικών σκέψεων που αναβλύζουν από το μελανοδοχείο του είναι ένα μικρό, πυκνό σημειωματάριο: Βρεβιάριο του χάους (Bréviaire du chaos, 1982). Με αυτό συνδέεται ένα προσωπικό του λεξικό της απαισιοδοξίας: το Abécédaire de Martin-Bâton (1994). Αστραπιαίες σημειώσεις, αποφθέγματα και κρίσεις με υφολογική καθαρότητα που τις φέρνει κοντά στον αφορισμό.
Εντυπωσιάζει η σφυροκοπητική επιμονή με την οποία ο Caraco χτυπά και ξαναχτυπά κλασικά μοτίβα του ευρωπαϊκού μηδενισμού, το αρπακτικό μάτι με το οποίο εξετάζει το σύμπαν για να το απογυμνώσει από κάθε νόημα ή ερμηνευτική υπόθεση. Ο μεταφυσικός του πεσιμισμός είναι δραστικός: το είναι, στο βαθύτερο επίπεδο που μπορεί να ανιχνεύσει η σκέψη μας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά χάος, αδιαφορία, κλίση του μηδενός σε όλες του τις παραλλαγές.
Η φύση του κόσμου είναι η απόλυτη αδιαφορία, και καθήκον του φιλοσόφου είναι τουλάχιστον να μοιάζει με τη φύση του κόσμου (Caraco, 1998: 24).
Επικαλούμαστε το χάος και τον θάνατο πάνω στο σημερινό σύμπαν και χειροκροτούμε την έλευσή τους (Caraco, 1998: 59).
Το μέλλον θα πει ότι οι μόνοι διορατικοί ήταν οι Αναρχικοί και οι Μηδενιστές (Caraco, 1998: 105).
«Φιλοσοφικός ηττοπαθισμός» θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την αρχή γύρω από την οποία περιστρέφονται τα μοτίβα του μολυβένιου και απελπισμένου στοχασμού του: η απόλυτη αδιαφορία απέναντι στο υπάρχον, διαβρωμένο από το σαράκι της παρακμής· η άκαμπτη αντίθεση σε κάθε ιδανικό· η αποδεικτική απόρριψη κάθε υπέρβασης και κάθε τάξης· η εμμονή με την καταστροφή και τον θάνατο. Η μόνη θρησκεία που αποδέχεται είναι η γνωστική:
Αν με ρωτούσαν τι πιστεύω, θα ομολογούσα ότι είμαι Γνωστικός, και υπήρξα τέτοιος από τότε που άρχισα να συλλογίζομαι και να αισθάνομαι (Caraco, 1975: 64).
Μια πίστη που ο χρόνος μέσα του την εδραιώνει:
Όσο περισσότερο γερνώ τόσο περισσότερο η Γνώση μιλά στη λογική μου· ο κόσμος δεν κυβερνάται από Πρόνοια, είναι ουσιωδώς κακός, βαθιά παράλογος, και η Δημιουργία είναι το όνειρο μιας τυφλής νοημοσύνης ή το παιχνίδι μιας αρχής χωρίς ηθική (Caraco, 1975: 77).
Κάποια παρηγοριά φαίνεται να του έρχεται από το Αιώνιο Θηλυκό: «Θέλω η θηλυκή αρχή να προεδρεύσει στη θεμελίωση της μελλοντικής Πόλης» (Caraco, 1998: 76).[ ΚΑΙ ΣΟΛΟΒΙΕΦ] Και αναγγέλλει αυτόν τον αντικατοπτρισμό με την πεποίθηση ότι είναι «ένας από τους προφήτες του καιρού μας», ακαταμάχητα βέβαιος για την πρόβλεψή του: «Αυτό που βεβαιώνω δεν είναι ουτοπία· είναι μια αλήθεια που διακρίνω» (Caraco, 1998: 76). Αλλά ο δρόμος προς τη Νέα Αρχή είναι μακρύς και βασανιστικός. Θα πρέπει να περάσει μέσα από το τέλος της ιστορίας, άλλη βαριά μεταφυσική θέση πάνω στην οποία εκείνος επιμένει:
Η τάξη που θα έρθει θα είναι ο τάφος της ιστορίας, και μόνο με αυτό το τίμημα θα επιβιώσει το είδος μας· πρέπει να εξέλθουμε από την Ιστορία και θα εξέλθουμε από αυτήν μόνο μέσω των γυναικών· η κυριαρχία των γυναικών θα μας απελευθερώσει από την κηδεμονία της και θα άρει την υποθήκη της (Caraco, 1998: 78).
Καλό είναι όμως να μη δημιουργούμε αυταπάτες: όχι τόσο επειδή το θηλυκό είναι κατ’ ουσίαν ευμετάβλητο, αλλά επειδή δεν υπάρχει συλλογισμός του Caraco που να μη κρύβει in cauda venenum, δηλαδή δηλητήριο στην ουρά. Η εξύψωση της θηλυκής αρχής ανατρέπεται σε απόρριψη της γυναίκας με σάρκα και οστά, δηλαδή του φύλου, της ζωής. Ξεψαχνίζοντας τις φράσεις του πάνω στο θέμα, του αποσπά κανείς την αλήθεια: «Η πολιτική μου συνίσταται στο να αντιπαραθέτω στις γυναίκες τη θηλυκή αρχή· έχω τη θρησκεία αυτής της αρχής, και αυτό μου επιτρέπει να αγνοώ τις γυναίκες» (Caraco, 1975: 201). Από εδώ η κατηγορηματική του συναγωγή: «Η αγνότητα λύνει όλα τα προβλήματα» (Caraco, 1975: 200). Αυτό ισχύει και από φιλοσοφική προοπτική: «Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της εγκράτειας είναι ότι μας αποσπά από τον κόσμο· ο κόσμος είναι γυναίκα, και όταν πορνεύουμε συμμαχούμε με τον κόσμο και εμπλεκόμαστε στον πόνο και στη μέριμνα» (Caraco, 1975: 174).
Πρέπει πάντως να ειπωθεί, προς τιμήν της αλήθειας, ότι για τον Caraco το αρσενικό δεν είναι καλύτερο από το θηλυκό. Το να ελπίζει κανείς στους ανθρώπους είναι μια ευσεβής αυταπάτη:
Σε τι χρησιμεύει να κηρύττει κανείς σε εκείνα τα δισεκατομμύρια υπνοβατών που βαδίζουν προς το χάος με ομοιόμορφο βήμα, κάτω από την ποιμαντορική ράβδο των πνευματικών τους σαγηνευτών και κάτω από το ραβδί των αφεντικών τους; (Caraco, 1998: 62).
Αυτές οι θέσεις, που μας επιβάλλονται ως δογματικές βεβαιότητες μάλλον παρά επιχειρηματολογούνται με συλλογισμούς, παραπέμπουν στην εκτενή πραγμάτευση που τους έδωσε ο Caraco σε διάφορα έργα, των οποίων οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: Η σχολή των αδιάλλακτων (L’école des intransigeants, 1952), Το επιθυμητό και το υψηλό. Φαινομενολογία της Αποκάλυψης (Le désirable et le sublime. Phénoménologie de l’apocalypse, 1953), Οκτώ δοκίμια περί του κακού (Huit essais sur le mal, 1963), Ο τάφος της ιστορίας (Le tombeau de l’histoire, 1966). Και παραπέμπουν κυρίως στη βιωμένη εμπειρία από την οποία φύτρωσε η σκέψη του περί παραλόγου, και η οποία ανακαλείται στο Ma confession και στα μεταθανάτια ημερολόγια: Semainier de l’agonie (1985), Semainier de l’incertitude (1994).
Σε μια σημείωσή του διαβάζουμε: «Ο Κύριος Πατέρας κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, σαν να ήθελε να μάθει να πεθαίνει· αυτός είναι ο τελευταίος δεσμός που με κρατά προσκολλημένο σε αυτόν τον κόσμο, και αν ένα ωραίο πρωινό δεν ξυπνούσε, θα τον ακολουθούσα με καλή μου θέληση» (Caraco, 1975: 16).
Ο Albert Caraco κράτησε τον λόγο του. Μια μέρα του Σεπτεμβρίου του 1971, όταν ο πατέρας του παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, περίμενε υπομονετικά ως το βράδυ. Έπειτα, αφού γέμισε τον εαυτό του με βαρβιτουρικά, έκοψε τον λαιμό του με μια λεπίδα, για να πάει όσο το δυνατόν γρηγορότερα να συναντήσει το τέλος της γήινης περιπλάνησής του.
Συνεχίζεται με:
Κεφάλαιο δέκατο τρίτο.
Μηδενισμός, πολιτική θεολογία, εκκοσμίκευση: Carl Schmitt
Όταν, με την επιστροφή της οικογένειας στην Ευρώπη, στο Παρίσι, διαπιστώνει την ολοκληρωμένη απομόνωση, τη βιώνει ως αναγέννηση: «Γεννήθηκα στον εαυτό μου μεταξύ 1946 και 1948· τότε άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο· ως τότε, και πέρα από τα τριάντα μου, ήμουν τυφλός» (Caraco, 1975: 33). Προφανώς ο κόσμος στον οποίο ανοίγει τα παράθυρά του δεν είναι εκείνος του Παρισιού, αλλά το ζοφερό σύμπαν των σκέψεών του, ανάμεσα στις οποίες αρχίζει να περιπλανιέται χωρίς ελπίδα. Το βιβλίο των αγώνων της ψυχής (Le livre des combats de l’âme, 1949) λαμβάνει το βραβείο Edgar Poe. Αλλά ο Albert είναι ολοένα πιο μόνος, κλεισμένος στον εαυτό του:
Η μοναξιά και το μηδέν αρκούν στο είναι μου (Caraco, 1975: 12).
Από αυτή τη μοναχική θέση εξαπολύει βέλη και δηλητήρια εναντίον όλων. Ο Roger Caillois αποκαλείται «ισχνός σοφιστής και αιχμηρός συλλογιστής, υπο-μακιαβελικός της νομαρχίας, μεγαλωμένος στο σεράι ενός εκδότη», «ένας άνθρωπος που δεν έχει και πολλά να πει, που στερείται απολύτως φλόγας και ιδιοφυΐας, και του οποίου το έργο είναι μια διαδοχή από μικρές ειδήσεις, τοποθετημένες η μία ύστερα από την άλλη» (Caraco, 1975: 168).
Για τη Beauvoir και τη Simone Weil αποφαίνεται: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο άθλιο από το Δεύτερο φύλο, και αν, εν ανάγκη, εκτιμώ τη μορφή της Weil, το περιεχόμενο μου φαίνεται γελοίο» (Caraco, 1975: 164). Και για τα πιο φημισμένα γαλλικά περιοδικά γράφει: «Όταν τυχαίνει να ανοίξω το Esprit ή το Les Temps modernes, με πιάνει φρίκη» (Caraco, 1975: 172). Exempla non sunt multiplicanda praeter necessitatem —τα παραδείγματα δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται πέρα από την ανάγκη.
Πιστός στην καθημερινή πειθαρχία της γραφής, συσσωρεύει ένα εντυπωσιακό φιλοσοφικό έργο, αλλά ούτε καν φροντίζει να το δημοσιεύσει. Ο λόγος; «Γράφω για το συρτάρι μου», διαπιστώνει απελπισμένα (Caraco, 1975: 196). Το απόσταγμα των διαβρωτικών σκέψεων που αναβλύζουν από το μελανοδοχείο του είναι ένα μικρό, πυκνό σημειωματάριο: Βρεβιάριο του χάους (Bréviaire du chaos, 1982). Με αυτό συνδέεται ένα προσωπικό του λεξικό της απαισιοδοξίας: το Abécédaire de Martin-Bâton (1994). Αστραπιαίες σημειώσεις, αποφθέγματα και κρίσεις με υφολογική καθαρότητα που τις φέρνει κοντά στον αφορισμό.
Εντυπωσιάζει η σφυροκοπητική επιμονή με την οποία ο Caraco χτυπά και ξαναχτυπά κλασικά μοτίβα του ευρωπαϊκού μηδενισμού, το αρπακτικό μάτι με το οποίο εξετάζει το σύμπαν για να το απογυμνώσει από κάθε νόημα ή ερμηνευτική υπόθεση. Ο μεταφυσικός του πεσιμισμός είναι δραστικός: το είναι, στο βαθύτερο επίπεδο που μπορεί να ανιχνεύσει η σκέψη μας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά χάος, αδιαφορία, κλίση του μηδενός σε όλες του τις παραλλαγές.
Η φύση του κόσμου είναι η απόλυτη αδιαφορία, και καθήκον του φιλοσόφου είναι τουλάχιστον να μοιάζει με τη φύση του κόσμου (Caraco, 1998: 24).
Επικαλούμαστε το χάος και τον θάνατο πάνω στο σημερινό σύμπαν και χειροκροτούμε την έλευσή τους (Caraco, 1998: 59).
Το μέλλον θα πει ότι οι μόνοι διορατικοί ήταν οι Αναρχικοί και οι Μηδενιστές (Caraco, 1998: 105).
«Φιλοσοφικός ηττοπαθισμός» θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την αρχή γύρω από την οποία περιστρέφονται τα μοτίβα του μολυβένιου και απελπισμένου στοχασμού του: η απόλυτη αδιαφορία απέναντι στο υπάρχον, διαβρωμένο από το σαράκι της παρακμής· η άκαμπτη αντίθεση σε κάθε ιδανικό· η αποδεικτική απόρριψη κάθε υπέρβασης και κάθε τάξης· η εμμονή με την καταστροφή και τον θάνατο. Η μόνη θρησκεία που αποδέχεται είναι η γνωστική:
Αν με ρωτούσαν τι πιστεύω, θα ομολογούσα ότι είμαι Γνωστικός, και υπήρξα τέτοιος από τότε που άρχισα να συλλογίζομαι και να αισθάνομαι (Caraco, 1975: 64).
Μια πίστη που ο χρόνος μέσα του την εδραιώνει:
Όσο περισσότερο γερνώ τόσο περισσότερο η Γνώση μιλά στη λογική μου· ο κόσμος δεν κυβερνάται από Πρόνοια, είναι ουσιωδώς κακός, βαθιά παράλογος, και η Δημιουργία είναι το όνειρο μιας τυφλής νοημοσύνης ή το παιχνίδι μιας αρχής χωρίς ηθική (Caraco, 1975: 77).
Κάποια παρηγοριά φαίνεται να του έρχεται από το Αιώνιο Θηλυκό: «Θέλω η θηλυκή αρχή να προεδρεύσει στη θεμελίωση της μελλοντικής Πόλης» (Caraco, 1998: 76).[ ΚΑΙ ΣΟΛΟΒΙΕΦ] Και αναγγέλλει αυτόν τον αντικατοπτρισμό με την πεποίθηση ότι είναι «ένας από τους προφήτες του καιρού μας», ακαταμάχητα βέβαιος για την πρόβλεψή του: «Αυτό που βεβαιώνω δεν είναι ουτοπία· είναι μια αλήθεια που διακρίνω» (Caraco, 1998: 76). Αλλά ο δρόμος προς τη Νέα Αρχή είναι μακρύς και βασανιστικός. Θα πρέπει να περάσει μέσα από το τέλος της ιστορίας, άλλη βαριά μεταφυσική θέση πάνω στην οποία εκείνος επιμένει:
Η τάξη που θα έρθει θα είναι ο τάφος της ιστορίας, και μόνο με αυτό το τίμημα θα επιβιώσει το είδος μας· πρέπει να εξέλθουμε από την Ιστορία και θα εξέλθουμε από αυτήν μόνο μέσω των γυναικών· η κυριαρχία των γυναικών θα μας απελευθερώσει από την κηδεμονία της και θα άρει την υποθήκη της (Caraco, 1998: 78).
Καλό είναι όμως να μη δημιουργούμε αυταπάτες: όχι τόσο επειδή το θηλυκό είναι κατ’ ουσίαν ευμετάβλητο, αλλά επειδή δεν υπάρχει συλλογισμός του Caraco που να μη κρύβει in cauda venenum, δηλαδή δηλητήριο στην ουρά. Η εξύψωση της θηλυκής αρχής ανατρέπεται σε απόρριψη της γυναίκας με σάρκα και οστά, δηλαδή του φύλου, της ζωής. Ξεψαχνίζοντας τις φράσεις του πάνω στο θέμα, του αποσπά κανείς την αλήθεια: «Η πολιτική μου συνίσταται στο να αντιπαραθέτω στις γυναίκες τη θηλυκή αρχή· έχω τη θρησκεία αυτής της αρχής, και αυτό μου επιτρέπει να αγνοώ τις γυναίκες» (Caraco, 1975: 201). Από εδώ η κατηγορηματική του συναγωγή: «Η αγνότητα λύνει όλα τα προβλήματα» (Caraco, 1975: 200). Αυτό ισχύει και από φιλοσοφική προοπτική: «Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της εγκράτειας είναι ότι μας αποσπά από τον κόσμο· ο κόσμος είναι γυναίκα, και όταν πορνεύουμε συμμαχούμε με τον κόσμο και εμπλεκόμαστε στον πόνο και στη μέριμνα» (Caraco, 1975: 174).
Πρέπει πάντως να ειπωθεί, προς τιμήν της αλήθειας, ότι για τον Caraco το αρσενικό δεν είναι καλύτερο από το θηλυκό. Το να ελπίζει κανείς στους ανθρώπους είναι μια ευσεβής αυταπάτη:
Σε τι χρησιμεύει να κηρύττει κανείς σε εκείνα τα δισεκατομμύρια υπνοβατών που βαδίζουν προς το χάος με ομοιόμορφο βήμα, κάτω από την ποιμαντορική ράβδο των πνευματικών τους σαγηνευτών και κάτω από το ραβδί των αφεντικών τους; (Caraco, 1998: 62).
Αυτές οι θέσεις, που μας επιβάλλονται ως δογματικές βεβαιότητες μάλλον παρά επιχειρηματολογούνται με συλλογισμούς, παραπέμπουν στην εκτενή πραγμάτευση που τους έδωσε ο Caraco σε διάφορα έργα, των οποίων οι τίτλοι μιλούν από μόνοι τους: Η σχολή των αδιάλλακτων (L’école des intransigeants, 1952), Το επιθυμητό και το υψηλό. Φαινομενολογία της Αποκάλυψης (Le désirable et le sublime. Phénoménologie de l’apocalypse, 1953), Οκτώ δοκίμια περί του κακού (Huit essais sur le mal, 1963), Ο τάφος της ιστορίας (Le tombeau de l’histoire, 1966). Και παραπέμπουν κυρίως στη βιωμένη εμπειρία από την οποία φύτρωσε η σκέψη του περί παραλόγου, και η οποία ανακαλείται στο Ma confession και στα μεταθανάτια ημερολόγια: Semainier de l’agonie (1985), Semainier de l’incertitude (1994).
Σε μια σημείωσή του διαβάζουμε: «Ο Κύριος Πατέρας κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, σαν να ήθελε να μάθει να πεθαίνει· αυτός είναι ο τελευταίος δεσμός που με κρατά προσκολλημένο σε αυτόν τον κόσμο, και αν ένα ωραίο πρωινό δεν ξυπνούσε, θα τον ακολουθούσα με καλή μου θέληση» (Caraco, 1975: 16).
Ο Albert Caraco κράτησε τον λόγο του. Μια μέρα του Σεπτεμβρίου του 1971, όταν ο πατέρας του παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, περίμενε υπομονετικά ως το βράδυ. Έπειτα, αφού γέμισε τον εαυτό του με βαρβιτουρικά, έκοψε τον λαιμό του με μια λεπίδα, για να πάει όσο το δυνατόν γρηγορότερα να συναντήσει το τέλος της γήινης περιπλάνησής του.
Συνεχίζεται με:
Κεφάλαιο δέκατο τρίτο.
Μηδενισμός, πολιτική θεολογία, εκκοσμίκευση: Carl Schmitt
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου