Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Συζητήσεις μεταξύ Χρήστου Γιανναρά και μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου (Ζηζιούλα)

Του Διονύση Σκλήρη
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου για τον Χρήστο Γιανναρά στη Θεσσαλονίκη, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μέρος από το κείμενό μου, που αφορά στις συζητήσεις μεταξύ Γιανναρά και μητροπολίτη Ιωάννη Περγάμου (Ζηζιούλα) στο σπίτι των Παπαγεωργίου, όπου συζητούσαν για τις ομοιότητες και διαφορές της θεολογίας τους:

"Δεν μπορώ βεβαίως να ξεχάσω ορισμένες συναντήσεις με τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), που ήταν ο έτερος πνευματικός μας πατέρας. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες είχαν λάβει χώρα ύστερα από πρόσκληση του ιατρού Γεώργιου Παπαγεωργίου, που είναι ένα είδος πνευματικού μου «θείου», και της συζύγου του Σοφίας. Είχαμε τότε μια προσδοκία, -μήπως ψευδαίσθηση;- ότι αν οι δύο μεγάλοι θεολόγοι είχαν την ευκαιρία μετά από κάποιο τραπέζι να συζητήσουν, επί όσες ώρες χρειαστεί, τη σκέψη τους, λ.χ. τις ομοιότητες και τις διαφορές, θα μπορούσε να βγει κάτι, ίσως μια μεγαλύτερη αυτογνωσία ή ακόμη και μετατοπίσεις.

Το χαρακτηριστικό σε αυτές τις συναντήσεις, όπου είχα την ευλογία να παρίσταμαι, ήταν ότι ήταν κυρίως ο κύριος Χρήστος αυτός που προσπαθούσε να αναδείξει τις ομοιότητές τους, ίσως για να καταδειχθεί ότι ανήκουν σε ένα είδος πνευματικής «γενιάς», που κομίζει μια ιδιάζουσα προσφορά, ενώ ο μητροπολίτης Περγάμου επέμενε στις διαφορές τους. Ήταν συναντήσεις πνευματικών γιγάντων, καθώς ο μητροπολίτης Περγάμου διέθετε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο επίσης ένα συνολικό κάλλος, περίσκεπτη σπουδαιότητα στη φωνή και στον επιτονισμό, έμφαση στον προσωπικό χαρακτήρα των χειρογράφων, διαλεκτική ανάμεσα στην ομιλία και τη σιωπή, χωρίς να προσφέρει εύκολες έτοιμες λύσεις και, κυρίως, ακονισμένες ψυχικές αντένες για να αφουγκράζεται και να επιζητεί την αγάπη.

Ορισμένοι διάλογοι ήταν σπαρταριστοί. Θυμάμαι λ.χ. μία διαφωνία περί αποφατισμού. Το ευρύτερο πλαίσιο, που για χάρη συντομίας θα το μεταφέρω εδώ σχηματικά, ήταν ότι ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η αγάπη συνιστά μια γνώση του προσώπου η οποία είναι τρόπον τινά συνολική, εφόσον η αγάπη είναι γνήσια. Υπό αυτήν την οπτική, η επιμονή στον αποφατισμό, -ο οποίος κατά τον Ζηζιούλα αφορά στη φύση, όχι στο πρόσωπο-, είναι κατά μια έννοια αποπροσανατολιστική, καθώς υποβαθμίζει την αγάπη ως δυνατότητα μιας εναλλακτικής πλην πλήρως θετικής γνωσιολογίας. Ο κύριος Χρήστος θεωρούσε, αντιθέτως, την υπόσταση ως έναν πυρήνα που εκδηλώνεται με τις ενέργειες. Μετέχουμε στις ενέργειες του αγαπώμενου, αλλά δεν μπορούμε να εξαντλήσουμε την υπόστασή του κατά έναν γνωσιολογικό ιμπεριαλισμό ή ολοκληρωτισμό.

Σε μια στιγμή, ο κύριος Χρήστος ανέφερε τον παραδοξολογικό όρο του αγίου Μαξίμου Ομολογητού «αεικίνητος στάσις», υπονοώντας τη γνωσιολογική του δυναμική: Ότι λόγω της αδυναμίας να εγκλείσουμε την προσωπική ετερότητα του Θεού ή και ενός ανθρωπίνου προσώπου στη γνώση μας, παραμένει πάντα μια αποφατική «αεικινησία» στη συνάντησή μας μαζί Τ(τ)ου. «Είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», είπε ο κύριος Χρήστος, τονίζοντας εμφατικά το «αεικίνητος». «Ακριβώς», απάντησε ο μητροπολίτης Περγάμου, «είναι αυτό που λέει ο άγιος Μάξιμος αεικίνητος στάσις», υπογραμμίζοντας έντονα τον δεύτερο όρο του παραδόξου, τη λέξη «στάσις». Εννοούσε στα συμφραζόμενα ότι, όταν αγαπάμε πραγματικά, δεν είμαστε απλώς αεικίνητοι, αλλά και «στεκόμαστε» σε μια προσωπική γνώση του αγαπώμενου, που είναι άλλη από την αντικειμενική επίγνωση των φυσικών ιδιοτήτων του. Η αγάπη μάς δίνει προσωπική ταυτότητα, είναι περιχώρηση του αγαπώμενου, δεν είναι μια αέναη αναβολή του νοήματος.

Πολλοί θα θεωρούσαν εξεζητημένες τις λεπτουργημένες αυτές διαφορές ή ότι «έλεγαν το ίδιο με άλλα λόγια». Αποτελούσαν πάντως έναν παλμό ζωής και σκέψης δύο μεγάλων συνολικών προσωπικοτήτων που παθιάζονταν γνήσια με την οντολογία και όχι με τα επουσιώδη παρακολουθήματα της θεολογίας. Η συγκεκριμένη συζήτηση αφορούσε στη θεολογική σημασία του όρου «ενέργεια», όπου διέφεραν.

Οξείες ήταν οι διαφωνίες τους και σε άλλες δύο θεματικές: Στη θεολογική σημασία του «έρωτος» και στην εσχατολογία. Ο μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ως οντολογικώς προβληματικό το στοιχείο της «έλξεως» που έχει ο έρωτας, είτε στη βιολογική, είτε ακόμη και στη μεταφυσική του σημασία. Τον αντιδιέστειλε από την ελευθερία της αγάπης, που δεν περνάει μέσα από την έλξη για φυσικές ιδιότητες, αν και δεν υποτιμούσε καθόλου την εκστατική δυναμική του έρωτος ως επιτεταμένης αγάπης. Απλώς θα θεωρούσε ως καθαυτό οντολογικό έναν έρωτα που δεν θα περνούσε από την αναγκαιότητα της έλξεως.

Ο κύριος Χρήστος τόνιζε, αντιθέτως, την αυθυπερβατική και μεταμορφωτική δυναμική του έρωτα, το πώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια καθ’ οδόν μεταστοιχείωση από το σαρκικό στο εκστατικά ανιδιοτελές. Έβλεπε τον έρωτα ως μια πολύτιμη ευκαιρία εξαγωγής από την εγωκεντρική θωράκιση. Σε μια κορύφωση της συζήτησης, ο κύριος Χρήστος είχε επικαλεστεί την έκφραση του Ηρακλείτου «τρόπος της του παντός διοικήσεως», αναφερόμενος με αρχαιοελληνικό τρόπο στον έρωτα ως πανσθενουργό μεταφυσική δύναμη κοσμικής συνοχής, χωρίς πάντως να εντυπωσιάσει τον μητροπολίτη, που ήταν, εν προκειμένω, περισσότερο βιβλικός.

Ως προς την εσχατολογία, ο Μητροπολίτης Περγάμου θεωρούσε ότι η σκέψη του κυρίου Χρήστου ήταν υπερβολικά αρχαιοελληνική, οριακά πλατωνική, ότι δεν απέδιδε δικαιοσύνη στον ιστορικό χαρακτήρα της τελικής κρίσης ή στην ανάδρομη εισβολή των εσχάτων με τρόπο αναπάντεχο μέσα στην Ιστορία, επιμένοντας απλώς σε μία αλλαγή τρόπου από τον τρόπο του κτιστού στον τρόπο του ακτίστου που μπορεί να είναι ένα δράμα απλώς προσωπικό και όχι ιστορικό-εσχατολογικό. Ο κύριος Χρήστος, από την άλλη, θεωρούσε την εσχατολογία ως έναν θεολογικό θετικισμό, οριακά ως σχολαστικισμό, με τον οποίο οι θεολόγοι προσπαθούμε να αδράξουμε κατακτητικά και την άλλη ζωή, σαν να μη μας έφτανε ο αγώνας διανοητικής αρπαγής αυτής εδώ.

Το πιο συναρπαστικό διακύβευμα ήταν εν προκειμένω το αν θα ανασταίνονται τα ζώα. Ο μητροπολίτης, που ήταν πολύ δεμένος με τη γάτα του τη Γκρέτα, είχε σε μια αποστροφή του λόγου του δηλώσει «ο παράδεισος δεν θα έχει νόημα για εμένα, αν δεν αναστηθεί και η Γκρέτα». Αργότερα, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση, ο Γιανναράς είχε πει χαρακτηριστικά: «Ο Ζηζιούλας φτιάχνει ένα ολόκληρο εσχατολογικό σύστημα, επειδή θέλει να είναι στα έσχατα με τη γάτα του!». Πολύ πιο μετά, είχα τη χαρά να διαπιστώσω ότι το θέμα αυτό, αν δηλαδή στον παράδεισο θα είμαστε με την αγαπημένη μας γάτα, ήταν το βασικό θέμα σε ένα από τα ιδιαιτέρως καλλιτεχνημένα διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά, του γιου του κυρίου Χρήστου.

Οι συναντήσεις αυτές δεν κράτησαν για πάντα. Όταν τα βασικότερα θέματα είχαν εξαντληθεί, δεν διαπιστώθηκε κάποια μετατόπιση στη σκέψη των δύο μεγάλων στοχαστών. Αν υπήρξε κάποιο καλό, αυτό ήταν ίσως η εμβάθυνση του καθενός στη δική του προσέγγιση και οπωσδήποτε ο βαθιά υπαρξιακός χαρακτήρας των συζητήσεων. Στον κύριο Χρήστο είχε αφήσει, νομίζω, μια ελαφρώς πικρή επίγευση το γεγονός ότι ήταν ο συνομιλητής του, ο μητροπολίτης Περγάμου, αυτός που περισσότερο έσπευδε να διαφοροποιηθεί, ενώ ο ίδιος θα ήθελε να θεωρούνται ως συνοδοιπόροι της ίδιας γενιάς παρά τις διαφορές τους.

Οι τελευταίες ενίοτε μεγεθύνονταν υπό το στρεβλό φως επικαιρικών ιδεολογικών διαμαχών στον δημόσιο χώρο, όπως λ.χ. αντιδυτικισμός ή ανοικτότητα στη Δύση, συντηρητισμός ή προοδευτισμός σε έμφυλα ζητήματα, κοινοτισμός ή φιλελευθερισμός κ.ο.κ., και σε αυτές τις περιπτώσεις οιονεί ευτελίζονταν. Υπήρχαν, όμως, και οι διαφορές στα καθαυτό οντολογικά ερωτήματα, οι οποίες ήταν υπαρξιακά συναρπαστικές.

Στα δείπνα αυτά του πνευματικού μου «θείου», συνήθως τρώγαμε από τις οκτώ μέχρι τις εννιάμιση, συζητώντας την επικαιρότητα με στοχαστική διάθεση. Μετά άρχιζε ο καθαυτό φιλοσοφικός διάλογος. Περίπου στα μεσάνυχτα ο κύριος Χρήστος ζητούσε να αποχωρήσει. Είχε όρια στη ζωή του, ήταν ένας μεροκαματιάρης της γραφής, που έπρεπε να ξυπνήσει και την επόμενη μέρα νωρίς, για να συνεχίσει να συνθέτει το ογκώδες του corpus.

Ο μητροπολίτης Περγάμου, περισσότερο νυκτόβιος, επιθυμούσε την παράταση της συζήτησης μέχρι τις δύο το πρωί, αν «ξεχνιόμασταν» μπορεί και μέχρι τις τέσσερις. Αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως Σωκράτη σε πλατωνικούς διαλόγους, είτε με την καλή σημασία, ότι μαιευτικά γεννούσε εντελώς νέες ιδέες μέσα από τη συζήτηση, είτε και με την πιο αμφιλεγόμενη ότι χρησιμοποιούσε τον διάλογο για να δοκιμάσει ιδέες και, εντέλει, να θριαμβεύσει είτε επί των παρόντων συζητητών, είτε ακόμη και επί δυνητικών αντιπάλων των ιδεών του στο μέλλον. Με σωκρατικό τρόπο έδινε προτεραιότητα στον προφορικό διάλογο ως προς την ανάδυση της αλήθειας, ενώ στη γραφή απέδιδε τον χαρακτήρα καταγραφής, εκτός βεβαίως αν είχε προέλθει από εσωτερικό διάλογο μέσα του. Αναρωτιέμαι αν οι δύο αυτοί άσπονδοι φίλοι, ένα είδος Σαρτρ και Καμύ του καθ’ ημάς υπαρξισμού, -οπωσδήποτε επί το πολύ αγαπητικότερον-, θα διαλέγονται και στην άλλη ζωή, με ποιους ρυθμούς θα διεξάγονται οι συζητήσεις. Θα πρυτανεύει η αεικινησία της συνεχούς αναζήτησης του υπερβατικού Θεού ή η στάση της ευρέσεως του Προσώπου Του; "

ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/18pJZn56zK/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

 ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ Α-ΔΙΑΜΑΤΥΡΟΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΣΚΛΗΡΗΣ



Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση, ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα.

Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους!

Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.


Νίκος Δεληνικόλας 6 Σεπτεμβρίου 2020 στο 6:13 ΜΜ

Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.

ΑπάντησηΧαράλαμπος Βαρυμπόπης 10 Σεπτεμβρίου 2020 στο 7:19 ΜΜ

Το ζήτημα των αγγέλων σχετίζεται άμεσα με το αίνιγμα του κακού. Άλλωστε και ο σατανάς “πεπτωκώς” άγγελος είναι. Γράφει ο Χ. Γιανναράς:
“Ἀπαιτεῖ συνοδικὸ φωτισμὸ σήμερα ἡ αὐτονόητη στὰ χρόνια τῆς Καινής Διαθήκης πρόσληψη (αὐτονόητη καὶ γιὰ τοὺς Ἑβραίους) λαϊκῶν δοξασιῶν προσωποποίησης τοῦ «κακοῦ», ποὺ ἡ καταγωγή τους ἐντοπίζεται σὲ ἀρχαϊκὲς θρησκεῖες καὶ δεισιδαιμονίες τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ὄχι γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ κάποια ἰδεολογικὴ «γνησιότητα», ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀναχαιτιστεῖ ἡ σύγχυση ποὺ προκαλεῖται στὸ ἐκκλησιαστικὸ εὐ-αγγέλιο ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς παγανιστικῆς δαιμονολογίας. Ἡ πρόσληψη τέτοιων στοιχείων συνεπάγεται παραδοχὴ ἑνὸς δεύτερου πόλου ἢ ἄξονα συγκρότησης τῆς ὑπαρκτικῆς πραγματικότητας, ἄξονα «κακοῦ» μέσα στὴν «καλὴ λίαν» δημιουργία (ἔκφανση τῆς ἀγάπης) τοῦ Θεοῦ. Κατανοεῖται ἡ ὕπαρξη τῶν δαιμόνων σὰν ἰσοσθενὴς περίπου μὲ τὴν ὕπαρξη καὶ ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ ὑπονομεύει ἐνεργὰ (νὰ ἀντιστρατεύεται καὶ νὰ ἀκυρώνει) τὸ ἔργο τῆς θείας ἀγαθότητας.”
Χρ. Γιανναράς, Πτώση – Κρίση – Κόλαση, Ίκαρος, Αθήνα, 2017, Σελ. 113

Νίκος Δεληνικόλας 11 Σεπτεμβρίου 2020 στο 12:01 ΠΜ

Αν με Σύνοδο καταργήσουμε την ύπαρξη των Αγγέλων, εκπεσόντων και μή, θα απομείνει η ύπαρξη του ανθρώπου πλέον σαν “ισοσθενής περίπου με την ύπαρξη και αγαπητική ενέργεια του Θεού, αφού μπορεί να υπονομεύει ενεργά (να αντιστρατεύεται και να ακυρώνει) το έργο της θείας αγαθότητας.” Μήπως τότε θα προταθεί να γίνει νέα Σύνοδος για να αποφασίσει ότι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν; Όμως, οι άγγελοι υπάρχουν. Αν δεν αποτελούν βίωμα του κ. Γιανναρά, υπάρχουν άλλοι θεολόγοι που τους έχουν συναντήσει. Η εικόνα των αγγέλων, όπως μας διδάσκει ο Δαμασκηνός, είναι ένα έργο τέχνης που δημιουργεί σαν καλλιτέχνης ο Θεός, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να τους δουν και να τους αγγίξουν με τα μάτια τους και το σώμα τους. Γιαυτό και οι ζωγράφοι μπορούν χωρίς μομφή να τους ζωγραφίζουν επίσης. Δεν αμφέβαλλε για την ύπαρξή τους, ούτε ισχυρίστηκε ότι ο Θεός δίνει στις δικές του εκδηλώσεις μορφή αγγελική, σαν άψυχες μαριονέτες, για λόγους παιδαγωγικούς. Ακόμη και ο απαράδεκτος Πλάτωνας δεν έκανε αυτό το λάθος. Παρουσίασε τον Έρωτα σαν πραγματική θεότητα που μεσολαβεί μεταξύ ανθρώπου και θεότητας.
Το πρόβλημα ξεκινά από μία άλλη σκέψη του κ. Γιανναρά, στην οποία τον ακολουθούν όλοι οι θεολόγοι της γενιάς του 60, όπως ο κ. Μαυρόπουλος, καθώς και αρκετοί νεώτεροι: Ότι η Κτίση και η Πτώση ταυτίζονται, ότι ο Θεός έτσι έκανε τον κόσμο όπως τον βλέπουμε τώρα και ότι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί χάρις σε μία προσωπική σχέση με τον Θεό, έναν φαβοριτισμό. Στην παρουσίαση του βιβλίου αναφέρεται και αυτή, καθώς και άλλες παρανοήσεις της γενιάς του 60, όπως η άποψη ότι η ελευθερία έγκειται στο δίλημμα να αποδεχτεί κανείς τον Θεό ή να τον αρνηθεί. Αντιθέτως, η μόνη ελευθερία που δεν έχει δοθεί στα δημιουργήματα είναι αυτή της άρνησης του Θεού, δηλαδή της πηγής της ζωής τους. Είναι σαν να ζητάει ένας οργανισμός να ζει χωρίς τροφή. Αποτελεί σε πνευματικό επίπεδο μία πάθηση ανάλογη προς αυτή που σε απλό σωματικό ονομάζουμε “νευρική ανορεξία”. Ο Θεός δεν έδωσε αυτή την απατηλή δυνατότητα στα λογικά του κτίσματα, ούτε θα τους κάνει ποτέ το “χατίρι” αυτό, γιατί γνωρίζει ότι σημαίνει την ακαριαία εξαφάνιση τους, κάτι που κανένας άνθρωπος και κανένας άγγελος δεν το θέλει κατά βάθος. Αυτό το εξηγεί θαυμάσια ο Αρεοπαγίτης, στο Περί Θείων Ονομάτων και θάπρεπε να τα μαθαίνουμε εμείς οι αμαθείς ορθόδοξοι χριστιανοί από τους θεολόγους, αντί να ψάχνουμε στα αρχαία κείμενα, για να αποφύγουμε τον σκοτισμό μας. Το Κακό είναι αυτή η άπωση του λογικού όντος προς την ίδια την ζωή του. Και η κόλασή του επίσης.

ΑπάντησηΚαραναστάσης Ευθύμιος 11 Σεπτεμβρίου 2020 στο 10:18 ΜΜ

Με όλο τον σεβασμό αγαπητέ συνομιλητή ό,τι σημαίνει ο Βιτγγενστάϊν και ο Πόππερ για τη σύγχρονη φιλοσοφία…., σημαίνει και ο Γιανναράς για την ορθόδοξη θεολογία.

Ο ΠΟΠΠΕΡ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΣΟΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΙΤΓΓΕΝΣΤΆΙΝ ΆΦΗΣΕ  ΣΑΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΉΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΌΤΗΤΆ ΤΟΥ ΚΑΙ ΜΟΝΟ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΥΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ.

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΤΟΥ.

ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΡΟΔΟΣΑΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΡΑΒΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ. ΑΝΤΙ ΝΑ ΚΡΕΜΑΣΤΟΥΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ Η ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΝΑ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΟΥΝ.
Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΒΑΔΙΣΕ ΤΟ ΕΤΟΙΜΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΑΝΟΙΞΕΙ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ Ο  ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: