Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες β

Συνέχεια από: Σάββατο 9 Μαίου 2026

ΝΕΟ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ. ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.


Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες β

...................Το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας υπάρχει από τον 19ο αιώνα. Και μάλιστα, χωρίς να μπορώ εδώ να το αναπτύξω, θα σας πω ότι οι διατυπώσεις του Ζηζιούλα όπως ότι ο Θεός, ότι η υπόσταση είναι αιτία των προσώπων και ότι αυτό δείχνει ότι είναι ελεύθερη η δημιουργία, όχι η δημιουργία, συγγνώμη, πρέπει να κάνεις ακριβώσεις σε αυτό, ότι η ελευθερία είναι στη βάση της σχέσης των προσώπων. Αντί να υπάρχει μια ουσία που καταναγκαστικά είναι η ίδια, η ουσία προκύπτει από την ελευθερία................


Επειδή ο Υιός προκύπτει από τον Πατέρα. Αυτό μπορώ να σας πω ότι είναι μια θεολογική μεταγραφή σκέψεων του Σέλινγκ. Ο Σέλινγκ σκέφτηκε, μέσα από την τριαδολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, ότι ο Θεός είναι ο Κύριος του Είναι και είναι ελεύθερος από το Είναι.

Αυτή η σκέψη πέρασε μέσα στη ρωσική θεολογία και μέσω της ρωσικής θεολογίας φτάνει και σε μας. Λίγα ιστορικά στοιχεία. Αυτή την αρχική αντιπαράθεση των δύο παραδόσεων τη διατύπωσε με κλασικό τρόπο τον 19ο αιώνα ο Τεοντόρ ντε Ρενιόν, ένας Ανδεγαυός Ιησουίτης θεολόγος, σε ένα τετράτομο έργο πολύ σημαντικό, στο οποίο ξαναγυρίζει σε έναν θεολόγο του 17ου αιώνα, τον Πετώ, Πετάβιο, ο οποίος επίσης ήταν από τους πρώτους που εξέδιδαν κείμενα πατερικά και είχε ήδη εντοπίσει τη διαφορά.

Λοιπόν, η διαφορά ήταν γνωστή. Οι φήμες λένε ότι ο Κονγκάρ υπέδειξε τον ντε Ρενιόν στον Λόσκι, ο Λόσκι την πάτησε πάνω στη διαφορά και την ανέπτυξε περισσότερο και ο Ζηζιούλας, ο δικός μας, την ανέπτυξε ακόμη περισσότερο, βάζοντας στοιχεία που, η εκτίμησή μου είναι, εν αγνοία του, προκύπτουν από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Έτσι, δεν πρέπει να πιστεύουμε.
Υπάρχει μια ειδική τριαδολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, στην οποία δεν μπορώ να αναφερθώ. Όπως δεν θα αναφερθώ και στην τριαδολογία του Θωμά του Ακινάτη, γιατί είναι διαφορετικοί τρόποι να εξισορροπιστούν τα δύο αιτήματα της τριαδικότητας και της ενότητας. Θέλουν ειδική μελέτη.
Δεν έχει νόημα να μπω σε αυτό. Θα αναφέρω μόνο παραδείγματα από τα δικά μας και από τον Αυγουστίνο, αλλά και πάλι ως παραδείγματα. Όλα αυτά θέλουν περισσότερη μελέτη, αλλά θέλω να δώσω ορισμένα ερεθίσματα προβληματισμού.
Είναι κατά κάποιο τρόπο και προκύπτουν από το πώς αφομοίωσα τις επιδράσεις της νεοορθοδοξίας και ποιο θεωρώ ότι είναι το όριό τους. Ο στόχος μου είναι πάντοτε πολύ οικείος και συμπαθής, αλλά επειδή σε όλα αυτά τα πράγματα πρέπει πάντοτε να κάνουμε τη ζωή μας όσο γίνεται πιο δύσκολη, να μην αρκούμαστε στις εύκολες λύσεις. Γι’ αυτό θα ήθελα να δείξω ότι είναι λίγο πιο προβληματική η σύσταση από αυτή που παρουσιάζεται πολλές φορές από τους δικούς μας.

Λοιπόν, δείτε, το βασικό σχήμα είναι ότι φάνηκε λογικό, είναι ότι υπάρχει μια υπεροχή στα πρόσωπα που ταιριάζει με τη διαλογική φιλοσοφία και την προβληματική της διυποκειμενικότητας, όπως πάει στη νεότερη φιλοσοφία, αλλά κάτι πιο φρέσκο, πιο μοντέρνο, το οποίο όμως ξεκινάει από τον 19ο αιώνα και από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Ο Φίχτε ήταν ο πρώτος που αντιμετώπισε αυτά τα προβλήματα. Και από την άλλη, θεωρήθηκε η θεολογία που βλέπει τον Θεό σαν ένα μεγάλο υποκείμενο.
Αντί να σκέφτεται διαλογικά, σκέφτεται, αναλύει ένα μεγάλο υποκείμενο και είναι κατά κάποιο τρόπο ένας ανθρωπομορφισμός που σκέφτεται τον Θεό σαν να ήταν ένας άνθρωπος. Ενώ στη δική μας παράδοση, ο Ζηζιούλας φτάνει να πει ότι είναι σαν να σκεφτόμαστε ότι είναι τρεις άνθρωποι. Δεν πρέπει να κρατήσετε αυτή τη διατύπωση μέχρι τέλους, αλλά βλέπετε τη διαφορά.
Βλέπετε, το ένα είναι η διαλογική παράδοση, το άλλο είναι η παράδοση που ορίζεται του υποκειμένου, η οποία βρισκόταν κάτω από τα πυρά των πάντων, η θεωρία του υποκειμένου, σε βαθμό όμως που των πάντων τόσο πολύ που κανείς δεν ήξερε τι σημαίνει. Έτσι, διότι το να είναι ο άνθρωπος υποκείμενο μπορεί να είναι προβληματικό από άποψη θεολογική, γιατί καταλήγει στην ανθρωπολογική ερμηνεία της θρησκείας, την οποία προσπάθησα να κάνω στην άκρη ξεκινώντας. Το να είναι υποκείμενο ο Θεός δεν έχει τα ίδια προβλήματα θεολογικά.

Και το θέμα είναι εάν καν ισχύει αυτή η αναλογία. Να σας πω ένα απλό παράδειγμα, είπα ότι θα χρησιμοποιήσω μερικά παραδείγματα. Οι ειδικοί μας παίρνανε τον ορισμό του Βοήθιου, που λέει: Persona est naturae rationalis individua substantia.
Και το μεταφράζουν ότι το πρόσωπο είναι μία ατομική υπόσταση με λογική φύση. Ο ορισμός του Βοήθιου δεν λέει αυτό. Ο ορισμός του Βοήθιου, αν το καταλάβει κανείς σωστά, θα ισχυριστώ ότι λέει τι.
Δεν μπορώ να διαβάσω όλα τα συμφραζόμενα εδώ, γιατί θα πήγαινε μακριά η ιστορία. Αλλά νομίζω ότι μία πιο ακριβής μετάφραση είναι να πει κανείς ότι το άτομο της λογικής φύσεως είναι πρόσωπο. Υπάρχει λογική φύση.
Από τον Αριστοτέλη έχουμε τη διάκριση ουσίας πρώτης και ουσίας δεύτερης. Η ουσία πρώτη είναι η οντότητα, η συγκεκριμένη υπόσταση. Η δεύτερη ουσία είναι η ιδέα.
Μια αγελάδα υπάρχει ως ιδέα της αγελάδας γενικά, αλλά ως οντότητες είναι η συγκεκριμένη της αγελάδας. Κάθε ουσία, λέει ο Βοήθιος, είναι μια φύση. Έχουμε τη λογική φύση.
Το άτομο της λογικής φύσης, η ατομική υπόσταση, δηλαδή όχι στη γενικότητα της λογικής φύσης, αλλά στην ατομική της υπόσταση, είναι πρόσωπο. Το πρόσωπο, λοιπόν, είναι το άτομο της λογικής φύσης. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι τα περιεχόμενα που θέλουν στη νεότερη φιλοσοφία να τα βγάλουν από τη διυποκειμενικότητα, στην παραδοσιακότερη αυτή, υπάρχουν μέσα στη λογικότητα.
Η λογική φύση δεν είναι οποιαδήποτε, είναι αυτή που μιλάει, που επικοινωνεί, που μπορεί να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους, επικοινωνεί με νοήματα. Το άτομο της αυτό, δεν είναι μια οποιαδήποτε υπόσταση, λέει ο ίδιος, είναι πρόσωπο. Και λέγοντάς το αυτό, περιορίζω την έννοια της υπόστασης, την εξειδικεύω.
Στην περίπτωση της λογικής φύσης, δεν αρκεί μια οποιαδήποτε υπόσταση, η υπόσταση είναι πρόσωπο. Καταλαβαίνετε ότι δεν είναι καθόλου αυτό που καταλαβαίνουν οι ειδικοί μας, όταν λένε ότι οι ειδικοί ξεκινάνε από το άτομο και εμείς ξεκινάμε από το πρόσωπο. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό.
Αυτό που λέει ο Βοήθιος οδηγεί σε ευθεία γραμμή σε αυτό που λέει ο Χέγκελ, όταν λέει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι μια σύνθεση καθολικού και μερικού. Αλλά σύνθεση. Δηλαδή, σημαίνει ότι ο κάθε άνθρωπος ως υπόσταση έχει μέσα του την ανθρωπότητα καθολικά και τη μερικότητά του.
Αλλά σε ένα. Είναι μια σύνθεση. Είναι τελείως διαφορετική σχέση.
Αυτά για να μην ευκολύνουμε πολύ τους εαυτούς μας σε αυτό που θα μας άρεσε να επαινέσουμε ως δικό μας. Είναι πιο περίπλοκες οι σχέσεις. Αντιστρόφως, θα σας πω, ότι μην πάρετε τον Ζηζιούλα που σας λέει πως οι Καππαδόκες ταύτισαν το πρόσωπο με την υπόσταση για να δώσουν οντολογικό βάρος στο πρόσωπο, για να μην είναι προσωπείο.
Ωραία, μέχρι εδώ όλα καλά. Μόνο που η αμφισημία των όρων εξακολουθεί να δουλεύει. Στη λατινική γλώσσα λέγανε substantia και εννοούσαν την ουσία πρώτη του Αριστοτέλη.
Δεν εννοούσαν την ουσία τη γενική. Σε άλλα συμφραζόμενα μπορεί να χρησιμοποιείται για τη γενική, αλλά στα εδώ συμφραζόμενα χρησιμοποιείται για την πρώτη ουσία. Όταν λέμε στα λατινικά ότι ο Θεός είναι tres personae, una substantia, δεν σημαίνει ότι έχουν κοινή ουσία, τη γενική ουσία.
Σημαίνει ότι η ουσία τους, η πρώτη, τα τρία πρόσωπα είναι ένα. Όταν έχουμε τρεις ανθρώπους, είναι τρεις διαφορετικές οντότητες. Όταν έχουμε τρία πρόσωπα στον Θεό, βέβαια πρέπει να δικαιολογήσουμε ότι είναι απλώς πρόσωπα, αλλά η σύγχυση, η ιδιαιτερότητα, τους ουσίες με τον άνθρωπο, είναι ότι αυτά τα τρία πρόσωπα είναι ένα.
Είναι μία οντότητα. Εξού η ενότητα του Θεού, από την οποία ξεκινάνε οι δυτικοί. Δηλαδή, στις παραδόσεις υπάρχει, επειδή καμία δεν μπορεί να πει αυτό το πράγμα απολύτως ικανοποιητικά, υπάρχει ένα είδος ταλάντευσης και ένα είδος συμπληρωματικότητας, αν θέλετε.
Υπάρχει αυτό το μη ικανοποιητικό, παρ’ όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει, γιατί, δεν ξέρω πώς να το αναδιατυπώσω, ελπίζω αυτό που είπα να σας έδωσε κάπως να δείτε γιατί κάθε διατύπωση αφήνει ένα ερωτηματικό. Έτσι, αυτή ήταν η παρέκβαση για να πάω στο να αναφέρω κάποια παραδείγματα και να επανέλθω στο αρχικό μου ερώτημα. Το αρχικό μου ερώτημα ήταν: τι καταλαβαίνει ο άνθρωπος για τον εαυτό του, όταν ο Θεός του είναι ο Τριαδικός Θεός, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Θα ισχυριστώ ως μη θεολόγος ότι η διατύπωση δεν μας λέει πολλά για τον Θεό, μας λέει πιο πολλά για τον άνθρωπο. Έτσι, είναι το θέμα πώς καταλαβαίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, όταν ο Θεός του είναι αυτός. Θα κάνω άλλη μια μικρή παρένθεση μεθοδολογική.
Είδατε, έφερα κοντά τον Μπονφουά και τον Ρίλκε με τον Παρμενίδη. Είναι σαν να έχει κλείσει ένας κύκλος. Έτσι.

[ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΔΗΛ. ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΙΔΙΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΟΤΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΒΡΕΙΣ]
Έχει κάνει όλη την πορεία από όλες τις διάφορες φιλοσοφίες και κλείνει ο κύκλος, φτάνει στο ίδιο σημείο. Αυτό σημαίνει ότι ό,τι μεσολάβησε πια μπορούμε να το δούμε ως κάτι τετελεσμένο και να δούμε τις δομικές του σχέσεις στο εσωτερικό του. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν είναι πια σε εξέλιξη, αλλά έχει τελειώσει.
Αυτό είναι το τέλος της ιστορίας του Χέγκελ, κατά κάποιο τρόπο. Και ο Χέγκελ, τι έλεγε; Έλεγε ότι το απόλυτο πνεύμα, δηλαδή το απόλυτο πνεύμα που ασχολείται με τον εαυτό του πια, γιατί μέσα στην ιστορία χρειάζεται πνεύμα για να φτιάξεις ένα εργαλείο, για να το βουτάρεις, αλλά εκεί το πνεύμα το χρησιμοποιείς για κάτι άλλο. Το απόλυτο πνεύμα είναι όταν το πνεύμα ασχολείται με τον εαυτό του και ασχολείται με τον εαυτό του στην τέχνη, στη θρησκεία και στη φιλοσοφία.
Σε αυτόν τον χώρο, λέει ο Χέγκελ, δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει εξέλιξη. Είναι ένα αιώνιο παρόν. Είναι ένα αιώνιο παρόν όχι άχρονο, αλλά ένα παρόν με την έννοια ότι ό,τι είπαμε, ό,τι είπαμε από τον Παρμενίδη μέχρι εμάς, τίποτα δεν είναι ξεπερασμένο.
Όλα μας αφορούν το ίδιο. Και το ίδιο λέει ο Χάιντεγκερ, έτσι, ο οποίος λέει ότι είναι χεγκελιανός. Αυτό και λέει ότι όλοι οι μεγάλοι στοχαστές της ιστορίας βρίσκονται σε έναν άχρονο διάλογο μεταξύ τους.
Κανένας δεν είναι ξεπερασμένος, κανένας δεν κάνει λάθος. Απλώς, όταν έχει κλείσει αυτός ο κύκλος, αυτό μας επιτρέπει να δούμε τις δομικές σχέσεις και αυτό μας επιτρέπει να συμπτύξουμε την εξέλιξη αυτή. Οι μελετητές που βρίσκονται στο μεσοδιάστημα μπορεί να ασχολούνται με χίλιες δυο λεπτομέρειες και πολλές φορές λεπτομέρειες παραπλανητικές.
Μπορεί τα περιεχόμενα συμβολικά να αυτονομούνται και να μιλάνε ως το τέλος για πράγματα που δεν έχουν σημασία. Σήμερα ο χρόνος συστέλλεται γιατί έχει ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος. Και στη συστολή αυτή μπορούμε να δούμε τα ουσιώδη και να τα δούμε στις δομικές τους σχέσεις.
Επομένως, όχι να τα αφηγηθούμε, ο ένας είπε αυτό, ο άλλος είπε αυτό, που το λέω μια δοξογραφική αντιμετώπιση της φιλοσοφίας, αλλά να κάνουμε μια φιλοσοφική ιστορία της φιλοσοφίας, όπως την κάναμε μέχρι στιγμής μόνο δύο, όπου όλη αυτή η εξέλιξη είναι πια το θέμα της φιλοσοφίας. Με αυτή την έννοια δεν είμαστε φιλόσοφοι όπως ήτανε αυτοί που ήθελαν να εξηγήσουν την πραγματικότητα από την αρχή. Αυτό που λέμε σήμερα φιλοσοφία είναι η κατανόηση του πράγματος που έχει συμβεί και που έχει ολοκληρωθεί.
Με αυτή την έννοια μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ακόμη τον όρο φιλόσοφος για να τον αντιτάξετε στον ειδικό μελετητή, ο οποίος ακόμη προεκτείνει τη δοξογραφική ιστορία της φιλοσοφίας και όταν το κάνει με ακρίβεια και παραθέτει τις γνώμες με ακρίβεια της εξήγησης καταλαβαίνει σωστά ότι είναι μια πολύ χρήσιμη δουλειά. Αλλά μπορείτε να πείτε ότι είναι μια διαφορετική δουλειά από την καθαυτό φιλοσοφική κατανόηση, που είναι η δομική κατανόηση ενός πράγματος που έχει ολοκληρωθεί. Λοιπόν, με αυτή την έννοια, μεθοδολογικά, αυτό σας προσκαλώ να εφαρμόσουμε στα προβλήματα με τα οποία ασχολούμαστε.
[ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓEΙΟΥ:
Και περνάω στα παραδείγματα. Έχουμε το παράδειγμα του Αυγουστίνου, ο οποίος πώς καταλάβαινε την Τριάδα με έναν τρόπο που δεν μου χρειάζεται αυτή τη στιγμή μετά, πώς έχω πει, να τον καταδικάσω όταν λέει ότι ξεκινάει από το πρόβλημα πώς να καταλάβει ότι τα τρία μπορεί να είναι ένας πρόβλημα, και λέει: δείτε στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος στην Τριάδα αντιστοιχεί, έχει μια Τριάδα που είναι memoria, intelligentia, voluntas και έχει μια άλλη Τριάδα που εμφανίζεται λίγο πιο πριν, που είναι mens, notitia και amor.
Έτσι είναι παράλληλα, αν και οι εξηγήσεις είναι τόσο περίπλοκες που είναι ένα άλλο κεφάλαιο, αλλά πάντως αυτές είναι οι Τριάδες. Και για να πει πώς αυτά τα τρία είναι ένα στον άνθρωπο. Αλλά τι σημαίνει λοιπόν αυτό, πώς καταλαβαίνει τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος είναι συγχρόνως memoria, notitia και voluntas ή mens, intelligentia στον άνθρωπο, notitia εδώ και amor.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιο ηθικό χριστιανικό περιεχόμενο εισάγεται με αυτόν τον τρόπο; Θα σας φέρω πίσω στο θέμα που ονόμασα ως αρχική ψύχωση του ανθρώπου.
Το θέμα είναι πώς δημιουργείται ο άνθρωπος από αυτή την αρχική ψύχωση. Λοιπόν, η απάντηση του Αυγουστίνου είναι ότι δημιουργείται με αυτούς τους τρεις τρόπους. Και πράγματι, αν δεν έχουμε τη memoria, δεν μπορεί να υπάρξει προσωπικότητα του ανθρώπου.
Αν δεν έχει τη λογική, δεν μπορεί να υπάρξει. Διαλύεται. Αν δεν έχει τη βούληση, επίσης διαλύεται.
Είναι τρία συστατικά που κάνουν το ένα πράγμα που είναι ο άνθρωπος. Αυτή ήταν η δική του εξήγηση. Γιατί μπορούμε να την πούμε ειδικά χριστιανική;

Μπορούμε να την πούμε ειδικά χριστιανική, γιατί συγκρίνεται με την τριάδα του Πλάτωνα. Τι συνέβαινε στον Πλάτωνα; Στον Πλάτωνα έχουμε θυμό, επιθυμία και λόγο.
Ο θυμός τι είναι; Ο θυμός είναι η αντίδραση της ψυχής στο χάος των εντυπώσεων που παίρνουμε. Ας πούμε ότι βρίσκεται στην κατάσταση της αρχικής ψύχωσης και βρίσκεται μπροστά σε αυτό το χάος και είναι η εξαψική αισθάνετση.
Αυτό της ξυπνάει επιθυμίες. Επιθυμίες χωρίς τέλος που είναι εγγεγραμμένες μέσα στη φύση και μπορεί να είναι τερατώδεις. Και τι γίνεται;
Λοιπόν, πρέπει ο λόγος να βάλει μια τάξη σε όλα αυτά, όπως η φωτιά του Προμηθέα, να υποτάξει τις εμπειρίες αυτές τις χαοτικές για να φτιαχτεί ο άνθρωπος. Ωραία. Είναι μια πρώτη περιγραφή της διαδικασίας.
Η περιγραφή του Αυγουστίνου όμως είναι άλλη. Στον Αυγουστίνο χρειάζεται η μνήμη, γιατί χωρίς τη μνήμη δεν μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος. Και όποιος παρατηρήσει έναν άνθρωπο με άνοια μπορεί να το καταλάβει αυτό.
Χρειάζεται η σκέψη που θα οργανώσει τις εμπειρίες. Και χρειάζεται και η βούληση.
Η βούληση αυτή όμως δεν είναι η επιθυμία.

Δεν είναι το χάος των επιθυμιών που ήθελε να υποτάξει ο Πλάτωνας. Δεν είναι ούτε η βούληση με την πλατωνική έννοια όμως, γιατί στον Πλάτωνα υπάρχει μια βούληση, όπως και στον Αριστοτέλη, που είναι η λογική όρεξη. Είναι οι επιθυμίες, υπάρχουν ως βάση, αλλά όταν η λογική ξεκαθαρίζει τι είναι λογικό και τι δεν είναι, φτιάχνει από τη βάση των επιθυμιών μια βούληση.
Η βούληση έχει πάντοτε ένα πολύ λογικό και σώφρον περιεχόμενο. Δεν είναι αυτή η βούληση του Αυγουστίνου όμως, γιατί στο μεταξύ χριστιανικά έχει προκύψει το θέμα της πίστης. Και η πίστη, από την οποία ξεκίνησα στον πρόλογό μου, είναι κάτι που δεν είναι ελέγξιμο από τον άνθρωπο, δεν αποφασίζεται λογικά.
[O EΡΩΤΑΣ; ΠΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ;]

Άρα ο Αυγουστίνος είχε βρεθεί στην ανάγκη να σκεφτεί μια βούληση που να ξεκινάει από πιο κάτω από τη λογική. Και η οποία να μην υποτάσσεται στη λογική. Αυτός ήταν ο βασικός πυρήνας του χριστιανισμού που διέκρινε τον χριστιανισμό από τη σκέψη των εθνικών εκείνη την εποχή.
Λοιπόν, αντί να λέμε ότι ο Αυγουστίνος παραμορφώνει νεοπλατωνικά τον χριστιανισμό, θα σας έλεγα το αντίθετο. Ότι φέρνει στην επιφάνεια έναν πυρήνα χριστιανικό που σε άλλες παραδόσεις και στη μυστική δυτική παραμένει σε δεύτερη μοίρα. Δεν έρχεται στην επιφάνεια.
Που είναι αυτό το παράδοξο της βούλησης ότι δεν μπορεί να προκαλέσει τα αποτελέσματα που ξέρει. Γι’ αυτό, δείτε στην άλλη γραμμή της εξέλιξης, ο Καντ σου λέει: «Δεν γίνεσαι καλός επειδή θέλεις να γίνεις καλός». Δεν μπορείς να γίνεις καλός.
Πώς γίνεσαι; Τι ελέγχει τον ασυνείδητο χώρο στον οποίο είσαι ή δεν είσαι καλός; Δεν τον ελέγχεις εσύ.
Δεν τον ελέγχει η λογική σου. Και η βούληση του Αυγουστίνου στις διαμάχες με τους Πελαγιανούς αυτό περιγράφει. Και αυτή είναι η μεγάλη του δύναμη και αυτό είναι αυτό που πέρασε μετά στον Λούθηρο και έφτιαξε τη νεότερη σκέψη.
Επηρέασε πάρα πολύ, θετικά και αρνητικά, έφτασε μέχρι τη γαλλική ψυχολογία, φτάνει μέχρι τους Γάλλους μοραλίστ και ψυχολόγους που αγαπούσε ο Νίτσε, φτάνει μέχρι τον Νίτσε, φτάνει μέχρι την ψυχανάλυση. Ότι υπάρχει ένας χώρος της ψυχής που είναι εκτός των δυνάμεων της λογικής. Επομένως είναι ένα παράδειγμα λοιπόν του τι σημαίνει πώς καταλαβαίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του όταν καταλαβαίνει τον Θεό τριαδικά έτσι.
Αλλά και πάλι αυτός είναι ένας αρκετά αφηρημένος τρόπος, τον οποίο δεν αγνοούμε, όπως σας είπα, αλλά μπορούμε να σκεφτούμε και άλλα πράγματα. Γιατί, ας πούμε, η δική μας θεολογία λέει ότι αντί να δίνουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο στα πρόσωπα και να τα αντιστοιχούμε στη βούληση, στον λόγο, στη δική μας παράδοση, κρατάμε μόνο τις αφηρημένες σχέσεις, τη γεννητότητα, το εκπορευτό κ.λπ. Και λέμε ότι αυτό είναι πιο πιστό στην παράδοση και στα κείμενα τα αρχικά.
Σωστό. Μόνο που πρέπει να καταλάβουμε ότι και αυτά έχουν κάποιο περιεχόμενο, δεν είναι απλώς αφηρημένες σχέσεις. Κατά κάποιο τρόπο δραματοποιούν την εμπειρία, την ανθρώπινη, τις σχέσεις πατέρα και υιού.
Έτσι, γι’ αυτό αναπτύχθηκαν διαφορετικά σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες, ανάλογα με το οικογενειακό υπόβαθρο που υπήρχε. Και σε αυτό που θα πω στη συνέχεια θα φαίνεται σαν να σας κάνω ανθρωπολογία πάλι, αλλά δεν πρόκειται για ανθρωπολογική ερμηνεία της θρησκείας. Η αντιστροφή που έκανα στην αρχή θέλω να εξακολουθήσει να ισχύει, αλλά να σκεφτούμε με συγκεκριμένα δεδομένα.

Σήμερα υπάρχει διαδεδομένη η πεποίθηση. Εδώ και όλα γίνονται, νομίζω. Λέμε ότι ο προτεσταντισμός είναι η θρησκεία του Πατέρα, ο καθολικισμός η θρησκεία του Χριστού, είναι χριστοκεντρικός, και η Ορθοδοξία είναι η θρησκεία του Πνεύματος.

Και για πολύ καιρό σκεφτόμουν ότι αυτό δείχνει μια εσωτερική διαλεκτική του χριστιανισμού, όπου η κάθε ομολογία τονίζει κάτι που στις άλλες μένει λιγότερο τονισμένο. Διότι χρειαζόταν αυτή η διαλεκτική για να έρθουν τα διαφορετικά στοιχεία στην επιφάνεια. Σήμερα μπορώ να πω ότι σκέφτομαι ότι είναι και ένδειξη μιας ορισμένης παρακμής ίσως, με την έννοια ότι αυτά τα στοιχεία, όσο υπήρχαν αδιαφοροποίητα, μπορεί να ήταν λιγότερο συνειδητά, αλλά δεν έρχονταν και σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Όσο όμως διαφοροποιούνται και όσο απομακρύνονται από τον πυρήνα, τόσο πιο πολύ εκφυλίζονται. Και έτσι ένας προτεσταντισμός που δίνει το βάρος αποκλειστικά στον Πατέρα εκφυλίζεται πάρα πολύ στις μέρες μας. Γιατί; Γιατί η παράδοση προτεσταντική αυτή ήταν η παράδοση η αγγλοσαξονική, η νομιναλιστική.
Ο νομιναλισμός πριν να είναι μια θεωρία ήταν μια κοινωνική πραγματικότητα. Οι Αγγλοσάξονες στηρίζονται στην πυρηνική οικογένεια. Έτσι το παιδί ζει μακριά από την οικογένεια, αυτονομείται πολύ γρήγορα.


Ο πατέρας σε αυτή την παράδοση είναι αυταρχικός. Η κύρια σχέση, παρένθεση πάλι βιβλιογραφική, υπάρχει ένας μελετητής που έχει μελετήσει πάρα πολύ καλά τις ανθρωπολογικές βάσεις αυτές, τις οικογενειακές δομές, το πώς κατανέμονται γεωγραφικά και στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, και έχει δείξει και πολύ καλά τις σχέσεις των διαφορετικών ομολογιών με την κατανομή των οικογενειακών δομών. Όπου υπάρχει αυταρχικότητα, η αυταρχική οικογένεια, θα τονιστεί θρησκευτικά η μορφή του πατέρα που αποφασίζει αυθαίρετα.
Όπου υπάρχει οικογένεια, αυτό κυρίως υπάρχει και στην πυρηνική οικογένεια αλλά υπάρχει και στις ιεραρχημένες ευρείες οικογένειες όπου υπάρχει αυταρχικότητα. Υπάρχουν δηλαδή τεσσάρων ειδών. Υπάρχει αυταρχικό με πυρηνική οικογένεια, αυταρχικό με ευρεία οικογένεια, εξισωτικό με ευρεία οικογένεια και εξισωτικό με πυρηνική οικογένεια.
Αυτά δίνουν τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς και μετά άπειρους συνδυασμούς, αν θέλει κανείς να μελετήσει την πραγματικότητα σε όλη την ποικιλία της. Αλλά χοντρικά εκείνο που συμβαίνει είναι ότι αλλού τονίζεται η αυθαιρεσία του πατέρα, αλλού τονίζεται η λογικότητα και η έλλογη υπακοή του υιού προς τον πατέρα, όπως γίνεται στον καθολικισμό, ο οποίος στηρίζεται σε ιεραρχημένες οικογένειες αλλά με εξισωτικό πνεύμα σε μεγάλο βαθμό. Ή αλλού που είναι πιο αυταρχικές βγαίνει ένας πιο συντηρητικός καθολικισμός.
Εκεί που υπάρχει κοινοτική οικογένεια ευνοείται η Ορθοδοξία και προβάλλεται περισσότερο το τρίτο πρόσωπο, το Πνεύμα. Αυτά δείχνουν μια ανθρωπολογική βάση η οποία δεν εξηγεί την τριαδολογία, αλλά μας επιτρέπει να καταλάβουμε πώς διαφοροποιήθηκε ο χριστιανισμός από περιοχή σε περιοχή με έναν τρόπο που να μην φαίνεται απλώς σε αντιπαράθεση. Γιατί βέβαια περιορισμοί είναι αυτό που επιβάλλει το κάθε ανθρωπολογικό υπόβαθρο στη θεωρία.

Δεν είναι καθαρή θεωρία. Αλλά έχει σημασία να καταλάβουμε τους περιορισμούς και έχει σημασία και στην προοπτική του να τους ξεπεράσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: