Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 7

Συνέχεια από Δευτέρα 4. Μαΐου 2026


Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 7

Ο θεολόγος;;; που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο

Του Stefano Fontana, Εκδόσεις Fede & Cultura 2017

Ο Rahner και η απομυθοποίηση του χριστιανισμού


Για τον Rahner, το προπατορικό αμάρτημα είναι ένας μύθος που πρέπει να απομυθοποιηθεί. Η μπανάνα είναι ένα παράδειγμα απομυθοποίησης του μύθου του προπατορικού αμαρτήματος. Και η κόλαση, για τον Rahner, είναι ένας μύθος ή κάτι παρόμοιο, όπως μόλις είδαμε. Αν δεν γνωρίζουμε ποτέ πότε είμαστε πραγματικά σε αμαρτία, είναι λογικό ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ούτε αν η κόλαση υπάρχει ούτε —στην περίπτωση που υπάρχει— αν βρίσκεται μέσα της κάποιος ή όχι.[ΘΕΡΜΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ]

Η ίδια απομυθοποίηση πρέπει να γίνει και απέναντι στα θαύματα που αφηγούνται τα Ευαγγέλια. Στη ραχνεριανή προοπτική αυτά είναι ένας παραλογισμός. Αν ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των νόμων του κόσμου, γιατί θα έπρεπε να τους παραβιάσει; Αν ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στην ιστορία, και η ιστορία δεν μας δείχνει ποτέ θαύματα, γιατί θα έπρεπε ο Θεός να παραβιάσει τους νόμους της ιστορίας;[ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΜΕ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΟΠΩΣ ΣΤΟΝ ΣΕΛΛΙΝΓΚ]

Για τον Rahner, ο Θεός είναι ενδοκοσμικός και οι φανερώσεις του πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους τρόπους του κόσμου.[Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ] Εκείνα που συνήθως ονομάζουμε θαύματα, στην πραγματικότητα θα ήταν παράδοξα σημεία και όχι θαύματα, αν ο Θεός τα πραγματοποιούσε χωρίς να περνά μέσα από τον κόσμο και την ιστορία, όπως κάνει πάντοτε, αλλά παρεμβαίνοντας με παράξενο τρόπο.
Ο Θεός δεν παρεμβαίνει στον κόσμο ενεργώντας, σαν να ήταν μια φυσική αιτία, πάνω στις δευτερεύουσες αιτίες φυσικού τύπου. Ο Θεός αυτοκοινωνείται μέσα στην υπερβατολογική εμπειρία και, επομένως, τα θαύματα είναι μυθικές εκφράσεις της κανονικής αυτοκοινωνίας του Θεού στα γεγονότα της ιστορίας μας.
Στην απομυθοποιημένη τους αλήθεια, τα θαύματα είναι κλήσεις που μας απευθύνει η πραγματικότητα την οποία ζούμε και δεν είναι η στιγμιαία αναστολή του νόμου της φύσης από τον Θεό. Αυτό προϋποθέτει έναν άνθρωπο ικανό να δεχθεί αυτή την κλήση μέσα στην ίδια του την ύπαρξη. Αυτός, για τον Rahner, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο σημερινός άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί το θαύμα.

Μπορεί να πει κανείς ότι και η δημιουργία απομυθοποιείται, κατά κάποιον τρόπο. Σύμφωνα με τον Rahner, η «δημιουργία εκ του μηδενός» του κόσμου είναι μια εικόνα για να δηλώσει τη δική μας κτιστότητα, τη δική μας κατάσταση ως κτισμάτων. Δεν πρόκειται για μια αιτιακή σχέση ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, δηλαδή ανάμεσα στον Θεό δημιουργό και σε εμένα ως κτίσμα.
Με αυτόν τον τρόπο, λέει ο Rahner, η δημιουργία θα μεταφερόταν από το υπερβατολογικό επίπεδο στο κατηγοριακό, δηλαδή σε σχέσεις τυπικές του κόσμου που βρίσκεται πέρα από την κλειδαρότρυπα. Η δημιουργία μας από τον Θεό δεν συνέβη σε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, αλλά συμβαίνει συνεχώς, καθότι δίνεται από τη σχέση μας ως κτισμάτων με τον Θεό μέσα στην υπερβατολογική διάσταση. Η κτιστότητα είναι η διάσταση της ριζικής εξάρτησης από τον Θεό και η έκφραση «εκ του μηδενός» θέλει να δηλώσει τη ριζικότητα αυτής της εξάρτησης.
Η δημιουργία λοιπόν απομυθοποιείται με την έννοια ότι μεταφέρεται από τη μεταφυσική στην ιστορία. Είναι το αίσθημά μας της εξάρτησης από τον Θεό.

Δεδομένου ότι η αιτιότητα μπορεί να εφαρμοστεί μόνο ανάμεσα στα πράγματα του κόσμου και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον Θεό, του οποίου η υπερβατικότητα είναι υπερβατολογικού τύπου, για τον Rahner δεν είναι αποδεκτές οι λεγόμενες «αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού», όπως για παράδειγμα οι πέντε οδοί του αγίου Θωμά Ακινάτη. Και αυτές πρέπει να θεωρηθούν ότι έχουν μυθικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι θέλουν να πουν κάτι άλλο από αυτό που λένε. Επικαλούνται την υπερβατολογική εμπειρία του Θεού.
Για τον Rahner, η εμπειρία της κτιστότητας απομυθοποιεί και αποθεοποιεί τον κόσμο. Ο τελευταίος δεν μας αποκαλύπτεται ως «δημιουργημένος», αλλά μέσα στον κόσμο εμείς κάνουμε την εμπειρία της κτιστότητας, της οποίας τόσο η βιβλική αφήγηση όσο και τα ορθολογικά επιχειρήματα περί δημιουργίας αποτελούν μια απεικόνιση.
Ο μύθος είναι μια αφήγηση που εκφράζει ορισμένα αρχέτυπα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο μύθος δεν είναι ορθολογικός ούτε επιστημονικός ούτε ιστορικός. Δεν έχει έναν καθορισμένο συγγραφέα, αλλά συλλογικό και, θα μπορούσαμε να πούμε, λαογραφικό χαρακτήρα.

Ένας μεγάλος μελετητής του μύθου, ο René Girard, διέκρινε όμως τους μύθους που είναι ξένοι προς την ιουδαιοχριστιανική παράδοση από τους μύθους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και αυτοί χρησιμοποιούν τη δομή του μύθου, αλλά πάντοτε σε σχέση με τη λογική και ποτέ εναντίον της. Η τάξη της δημιουργίας, ο φυσικός νόμος, η δικαιοσύνη γίνονται σεβαστά στη μυθική αφήγηση των Ιερών Γραφών· και αυτό συνδέει τον μύθο με την αλήθεια και με τη λογική, ελευθερώνοντάς τον από τον ανορθολογισμό.

Αλλά δεν συμβαίνει έτσι στη διαδικασία απομυθοποίησης που αναπτύχθηκε στην προτεσταντική θεολογία, κυρίως με τον Rudolf Bultmann. Εκείνος υπέβαλε σε κριτική ολόκληρη την αφήγηση των Ευαγγελίων, για να την καθαρίσει από τις μυθικές πλευρές και να διατηρήσει μόνο το καθαρό περιεχόμενο της πίστης, το οποίο, κατά τη γνώμη του, βαραίνεται από την αφήγηση του Ευαγγελισμού, της παρθενικής σύλληψης του Σωτήρα, της Γέννησης, των θαυμάτων... όπως βαραίνεται και από την αξίωση να αποδειχθεί η ιστορική αξία αυτών των μύθων. Πρέπει να διατηρηθεί μόνο το μήνυμα της πίστης που αντηχεί στη συνείδηση του πιστού. 

 

ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΣΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ;]



Στην προτεσταντική θρησκεία η απομυθοποίηση είναι συνεπής. Λανθασμένη, αλλά συνεπής προς τις προϋποθέσεις της. Η διάσπαση ανάμεσα στην πίστη και τη λογική ανάγει σε μύθο τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων που θεωρούνται ιστορικές· και, αν οι επιστήμες αποδείκνυαν ότι ο Χριστός δεν υπήρξε ποτέ, η χριστιανική πίστη θα παρέμενε παρ’ όλα αυτά όρθια, επειδή είναι επικεντρωμένη στην πίστη και στη συνείδηση, όχι στη λογική, η οποία για τους προτεστάντες δεν είναι τίποτε άλλο παρά μύθος.[ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ]

Στην καθολική θρησκεία όμως δεν είναι έτσι. Αυτή αγαπά την αλήθεια ολόκληρη: τόσο την αλήθεια της πίστης όσο και την αλήθεια της λογικής. Και δεν θεωρεί ότι η ενανθρώπηση είναι ένας μύθος για τη μετάδοση ενός αποκλειστικά πιστιακού μηνύματος, αλλά μια πραγματικότητα. Αν η λογική κατόρθωνε να αποδείξει ότι ο Χριστός δεν υπήρξε ποτέ, η καθολική θρησκεία θα κατέρρεε.

Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ραχνεριανές παραχωρήσεις στην απομυθοποίηση εισάγουν στον καθολικισμό βαθιά προτεσταντικά στοιχεία. Πρόκειται για μια πλευρά που είχαμε ήδη επισημάνει μιλώντας για την προτεσταντική φιλοσοφία που εμψυχώνει τη σκέψη του Rahner, και τώρα πρέπει να το επαναλάβουμε σχετικά με την απομυθοποίηση.

Ιησούς Χριστός: ενανθρώπηση και ανάσταση

Όσα είδαμε για τη δημιουργία ισχύουν και για την ενανθρώπηση του Θεού εν Χριστώ. Σύμφωνα με τον Rahner, το δόγμα της ενανθρώπησης δεν μπορεί πλέον να νοείται με μυθολογική έννοια. Ο Θεός έχει ήδη φανερωθεί εν Χριστώ ακόμη και πριν από τον Χριστό.

Η ενανθρώπηση του Χριστού είναι μια ιστορία, μια εξέλιξη, διότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο Χριστός καθαυτός και σε αυτό που είναι για εμάς. Δεν υπάρχει μία μόνο χριστολογία, αλλά υπάρχουν νόμιμα πολλές, επειδή ο Χριστός μπορεί να ιδωθεί από διαφορετικούς ορίζοντες κατανόησης.

Πράγματι, τον Χριστό τον γνωρίζουμε μέσα στην ιστορία της υπερβατολογικής σχέσης με τον Θεό. Αυτή είναι η ενανθρώπησή του. Ο ίδιος ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ έζησε αυτή την ιστορική και εξελικτική σχέση, ωριμάζοντας σταδιακά στη ζωή του μέσα στον κόσμο τη σχέση του με τον Θεό. Και η αυτοκατανόηση του Ιησού έχει μια ιστορία. Έκανε εμπειρίες, έμεινε έκπληκτος από γεγονότα, είχε κρίσεις συνειδητοποίησης.

Δεν μπορεί πλέον να σκεφτεί κανείς ότι το Πνεύμα κατέβηκε στην ύλη· αυτή θα ήταν μια δυϊστική θεώρηση πλατωνικού τύπου. Πρέπει μάλλον να σκεφτούμε μια διαδικασία αυτοϋπέρβασης. Ο άνθρωπος είναι μια φάση αυτής της εξελικτικής αυτοϋπέρβασης, και έτσι είναι και ο Ιησούς.

Με τον Χριστό η αυτοκοινωνία του Θεού ολοκληρώνεται· όχι με την έννοια ότι τελειώνει, αλλά με την έννοια ότι η ολοκλήρωση είναι εγγυημένη για όλους και μάλιστα με οριστικό σωτηριολογικό τρόπο.

Το δόγμα της υποστατικής ένωσης, δηλαδή της ενότητας στον Χριστό της ανθρώπινης φύσης και της θείας φύσης, πρέπει λοιπόν να ιδωθεί ως το υψηλότερο σημείο της υπερβατολογικής αυτοκοινωνίας του Θεού προς τους ανθρώπους. Δεν είναι ένα γεγονός που έρχεται απ’ έξω από την ιστορία, αλλά ο καρπός της εξέλιξης της φανέρωσης του Θεού μέσα στην υπερβατολογική σχέση με τους ανθρώπους.

Και η ανάσταση πρέπει να επανεξεταστεί με τρόπο κατάλληλο για τον άνθρωπο των καιρών μας. Στην υπερβατολογική διάσταση της ύπαρξής μας ανήκει η ελπίδα στην ανάσταση. Η ανάσταση του Χριστού κατανοείται μέσα σε αυτή την a priori διάσταση της συνείδησής μας.
Και η ανάσταση, λοιπόν, γίνεται ιστορική. Η μαρτυρία των μαρτύρων του κενού τάφου προσλαμβάνεται μέσα σε αυτή την υπερβατολογική προ-κατανόηση της ανάστασης. Τα γεγονότα διαβάζονται μέσα σε αυτόν τον ορίζοντα, και αυτός ο ορίζοντας αναζητεί τα γεγονότα, με κυκλικό τρόπο.
Εμείς δεν φτάνουμε ιστορικά στην ανάσταση του Ιησού, αλλά μόνο στην πεποίθηση της αποστολικής Εκκλησίας για την ανάστασή του. Η ανάσταση, μολονότι είναι μια ιστορική διαδικασία, δεν είναι ιστορικό γεγονός· και επομένως είναι δυνατό να μην πιστεύει κανείς στην ανάσταση του Ιησού και να είναι χωρίς ενοχή.

Κατά κάποιον τρόπο μπορεί κανείς να είναι καθολικός και να μην πιστεύει στην ανάσταση ως ιστορικό γεγονός, αλλά μόνο ως αυτοκοινωνία του Θεού μέσα στην υπερβατολογική διάσταση της συνείδησής μας. Η ανάσταση δεν επιβεβαίωσε την πίστη στον Χριστό· αντίθετα, η πίστη στον Χριστό βρήκε περαιτέρω επιχειρήματα μέσα στην εμπειρία της ανάστασης. Και η ανάσταση, λοιπόν, υπήρξε μια εξελικτική και ιστορική στιγμή της κατανόησης της σχέσης μας με τον Θεό.

Είναι λάθος να θεωρείται ότι ο Χριστός μάς παρέδωσε μια διδασκαλία ανεξάρτητη από τη σχέση μαζί του: το περιεχόμενο της πίστης προϋποθέτει πάντοτε και την πίστη ως πράξη. Τώρα, η πίστη ως πράξη του πιστεύειν είναι ήδη παρούσα μέσα μας με αθεματικό τρόπο στην υπερβατολογική διάσταση της εμπειρίας.

Η πίστη είναι ήδη μια εμπειρία του Χριστού ανώνυμου τύπου, δηλαδή χωρίς να ονομάζεται έτσι. Σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει μια ανώνυμη χριστολογία με τη μορφή του ερωτήματος, της αναζήτησης και της δυνατότητας να τίθεται κανείς υπό ερώτηση. Κάθε άνθρωπος, ως ανώνυμος χριστιανός, κρατά ανοιχτή τη διαθεσιμότητά του προς την έλευση του Χριστού, άρα προς το μέλλον. Η αγάπη προς τον πλησίον και η ελπίδα στο μέλλον είναι οι δύο διαστάσεις ενός ανώνυμου χριστιανισμού παρόντος σε όλους.

Ο Rahner και η αποελληνοποίηση του χριστιανισμού


Η απομυθοποίηση συνδέεται στενά με την αποελληνοποίηση του χριστιανισμού. Αυτή συνίσταται στην απελευθέρωση της χριστιανικής πίστης από τις έννοιες που αντλήθηκαν από την ελληνική —ή ελληνιστική, όπως επίσης λέγεται— φιλοσοφία.

Η χριστιανική πίστη, αρχικά, θα ήταν μια ιστορική και υπαρξιακή πίστη, που πρέπει να ιδωθεί ως προέκταση της εβραϊκής νοοτροπίας. Αυτή, λέγεται, δεν γνώριζε αφηρημένους όρους και δεν είχε για τον άνθρωπο μια διανοησιαρχική αντίληψη, δηλαδή δεν θεωρούσε ότι το χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν η χρήση του νου. Αυτή ήταν μάλλον η ελληνική θεώρηση του ανθρώπου, η οποία θεωρούσε την αλήθεια ως έξοδο από τα σκοτάδια και έλευση στο φως, ως υποβολή στην καθαρή όραση του νου· ενώ ο Εβραίος είχε διαφορετική θεώρηση της αλήθειας: μια θεώρηση εμπιστοσύνης και ακολουθίας απέναντι σε κάποιον: έλα και ακολούθησέ με.

Συναντώντας την ελληνική φιλοσοφία, ο χριστιανισμός θα είχε χάσει αυτή την υπαρξιακή και ιστορική του ζωτικότητα, αποκτώντας μια ολόκληρη αφηρημένη και στατική ορολογία. Από θρησκεία της ζωής έγινε θρησκεία της διδασκαλίας και σκέφτηκε ότι ο Θεός δεν είχε αποκαλυφθεί με ιστορικά γεγονότα, ξεκινώντας από την έξοδο από την Αίγυπτο, όπως αντίθετα θεωρούσε η εβραϊκή θρησκεία, αλλά μέσω εννοιών και εννοιολογικών ορισμών. Από όλο αυτό το βάρος έπρεπε να απελευθερωθεί ο χριστιανισμός και να επανέλθει στις εβραϊκές του απαρχές.

Η αποελληνοποίηση συνεπαγόταν την παραίτηση από τη μεταφυσική, διότι η συνάντηση με την ελληνική φιλοσοφία είχε φέρει μαζί της αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα, κατά τον Rahner. Συνεπαγόταν επίσης την υποτίμηση της λογικής, με την ανάδυση της πράξης στο πρώτο πλάνο. Οι συνέπειες οδηγούσαν και στην καταδίκη της Σχολαστικής, η οποία υπήρξε το υψηλότερο σημείο της συνεργασίας ανάμεσα στον χριστιανισμό και την ελληνική φιλοσοφία, ως μιας θεολογίας άκαμπτης και διανοησιαρχικής, αφηρημένης και παραγωγικής, συλλογιστικής και επιχειρηματολογικής περισσότερο παρά ζωτικής και υπαρξιακής.

Οδηγούσαν επίσης στην επανεξέταση της ίδιας της Πατερικής και στο να βλέπει κανείς με καχυποψία την εποχή των μεγάλων οικουμενικών συνόδων της αρχαιότητας, οι οποίες είχαν χρησιμοποιήσει λέξεις της ελληνικής φιλοσοφίας για να ορίσουν τις αλήθειες πίστης των συμβόλων.

Συνεπαγόταν επίσης την απόρριψη της ίδιας της δυνατότητας μιας «χριστιανικής φιλοσοφίας». Αυτή, πράγματι, προϋποθέτει ότι η πίστη έχει μέσα της άρρητα μια μεταφυσική και ότι η λογική δεν πρέπει να βγει έξω από την πίστη για να τη γνωρίσει. Συνεπάγεται επίσης ότι υπάρχουν αλήθειες της λογικής, τις οποίες όμως μόνο η αποκάλυψη επέτρεψε να γνωριστούν, να εμβαθυνθούν ή να προστατευθούν και να διατηρηθούν. Συνεπάγεται ότι δεν αρκεί να υπάρχουν χριστιανοί φιλόσοφοι, αλλά χρειάζεται να υπάρχουν και φιλόσοφοι χριστιανοί, για τους οποίους το φιλοσοφείν δεν είναι απλώς συμπτωματικό αλλά ουσιώδες.

Το φιλοσοφείν μέσα στην πίστη —που είναι ακριβώς η χριστιανική φιλοσοφία— απαιτείται τόσο από τη φιλοσοφία όσο και από την πίστη. Δεν συνεπάγεται μια μείωση της λογικής, αλλά την ανάδειξη των δυνατοτήτων της. Αυτό όμως κατέστη δυνατό από τη συνάντηση ανάμεσα στη μεταφυσική —την ελληνική— και τη χριστιανική θρησκεία, επειδή η μεταφυσική είναι το υψηλότερο σημείο της κριτικής ορμής της λογικής. Άλλωστε, η χριστιανική πίστη θέλει να αναμετρηθεί όχι με μια μειωμένη λογική, αλλά με τη λογική εκφρασμένη στο ανώτατο επίπεδο των ικανοτήτων της.

Η φιλοσοφία στην οποία αναφέρεται ο Rahner είναι ασύμβατη με την ελληνική φιλοσοφία και ιδίως με τη μεταφυσική· επομένως τίθεται στην υπηρεσία της διαδικασίας αποελληνοποίησης. Αυτή η διαδικασία, με τους στενούς δεσμούς της με την απομυθοποίηση που είδαμε προηγουμένως, προωθήθηκε κυρίως από προτεστάντες φιλοσόφους και θεολόγους. Πολύ περισσότερο, λοιπόν, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Rahner άνοιξε πολλές πόρτες στην προτεσταντικοποίηση της καθολικής πίστης.[ΕΔΩ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ]

Αλλά γιατί αυτός ο δεσμός ανάμεσα στην απομυθοποίηση και την αποελληνοποίηση; Επειδή για τον προτεσταντισμό η λογική θεωρείται μύθος, και η ελληνική μεταφυσική επίσης: μια μεγάλη φανταστική αφήγηση που επεξεργάστηκε μια άρρωστη λογική. Ο μεγαλύτερος προτεστάντης φιλόσοφος, ο Hegel, πίστευε ότι όλα τα δόγματα της χριστιανικής πίστης ήταν μύθος. Η αφήγηση της Γέννησης έκρυβε με μυθική μορφή τη συνεχή ενανθρώπηση του Πνεύματος μέσα στην ιστορία· η Τριάδα υποδήλωνε με μυθική μορφή τις τρεις αρχές της διαλεκτικής, και ούτω καθεξής. Ήδη ο Hegel, λοιπόν, είχε απομυθοποιήσει και συγχρόνως αποελληνοποιήσει τον χριστιανισμό. Καταργεί τον μύθο και τη μεταφυσική ταυτόχρονα, καθότι γι’ αυτόν μια μεταφυσική όπως η ελληνική δεν είναι τίποτε άλλο παρά μύθος.

Όλες οι ραχνεριανές σχολές υπήρξαν και είναι αντι-μεταφυσικές. Στις θεολογικές σχολές στις οποίες διείσδυσε με κάποιον τρόπο η θεολογία του Karl Rahner δεν διδάσκεται πλέον μεταφυσική. Η απομυθοποίηση και η αποελληνοποίηση είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στις ίδιες εκείνες θεολογικές σχολές όπου δεν διδάσκεται πλέον η μεταφυσική, πιθανότατα θα διδάσκεται ότι η Παναγία δεν ήταν Παρθένος ούτε πριν ούτε κατά ούτε μετά τον θείο τοκετό.

Ο Joseph Ratzinger έδειξε ότι υπάρχουν οι θρησκείες του μύθου και οι θρησκείες του Λόγου, ανάμεσα στις οποίες, κατ’ εξοχήν, βρίσκεται η καθολική θρησκεία. Δεν είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα ανάμεσα στην ελληνική μεταφυσική και την εβραϊκή θρησκεία· αντίθετα, και ο Ισραήλ λάτρευε τον έναν και αληθινό Θεό, και σε αυτό συνδεόταν άμεσα με την πορεία πάνω στην οποία βάδιζε η ελληνική φιλοσοφία. Όπως ο Ισραήλ δεν είχε προσαρμοστεί στις θρησκείες του μύθου που αφθονούσαν στην Παλαιστίνη της εποχής, έτσι και οι Έλληνες φιλόσοφοι δεν είχαν προσαρμοστεί στην ολυμπιακή θρησκεία ή στις θρησκείες των μυστηρίων. Όπως ο Ησαΐας αναγγέλλει τον Θεό της Αλήθειας, έτσι και ο Σωκράτης, για παράδειγμα στον Ευθύφρονα του Πλάτωνα, αναζητεί τον αληθινό Θεό που αγαπά την αλήθεια.

Η αποελληνοποίηση είναι μια μεγάλη μυστικοποίηση, ένας μεγάλος μύθος, θα μπορούσαμε να πούμε, που στερεί τη θεολογία από την αποφασιστική συμβολή της μεταφυσικής και την ανάγει στην ύπαρξη.

Συνεχίζεται με: Τα δόγματα και τα αγάλματα του Δαιδάλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: