Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ: ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΤΟΜΙΚΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ

                                          Πραγματοποίηση σεμιναρίου
                                    ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ:
                      ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
                           ΣΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΑΤΟΜΙΚΟ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ

Το σεμινάριο με θέμα «Μετατοπίσεις της Αγιότητας: Από τη μετοχή στην αγιότητα του Θεού στο εξαιρετικό ατομικό κατόρθωμα» ήταν ένα εργαστηριακού τύπου θεολογικό σεμινάριο για την έννοια και τις πρακτικές της αγιότητας στον χριστιανικό κόσμο, και ιδίως στην ορθόδοξη παράδοση, καθώς και για τις σύγχρονες προκλήσεις της πρόσληψης του φαινομένου αυτού. Πραγματοποιήθηκε το διήμερο 22-23 Μαΐου 2026 στο Συνεδριακό Κέντρο «Θεσσαλία» στα Μελισσάτικα του Βόλου και ολοκληρώθηκε με τη θεία λειτουργία το πρωί της 24ης Μαΐου. 

Το σεμινάριο πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού και της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου. Το σεμινάριο είχε ως στόχο να φωτίσει τις μετατοπίσεις της έννοιας της αγιότητας από την ύστερη αρχαιότητα έως σήμερα, ιστορικά, θεολογικά, εκκλησιολογικά, κοινωνικά και πολιτισμικά, αλλά και να συζητήσει κριτικά τη σχέση αγιότητας και αγιολογικού λόγου, τις κειμενικές παραδόσεις, τα αφηγηματικά σχήματα, τις συλλογές, τις μεταφράσεις και τις νεώτερες αγιολογικές πρακτικές και, εν τέλει, να εξετάσει ευαίσθητες και επίκαιρες όψεις όπως, ενδεικτικά, τη σχέση της αγιότητας και με τις έμφυλες ταυτότητες, αλλά και να προσεγγίσει ερωτήματα που ανακύπτουν σήμερα, όπως τα κριτήρια και οι προτεραιότητες των σύγχρονων αγιοκατατάξεων, οι κίνδυνοι ηρωοποίησης και «ειδωλοποίησης» των αγίων, ο «γεροντισμός», καθώς και η ανάγκη για μία κριτική αγιολογία.
 

Ακολουθεί η λίστα των συμμετεχόντων και τα θέματα που πραγματεύτηκαν.
 


Παντελής Καλαϊτζίδης (Διευθυντής, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου):
Εισαγωγή στο θέμα «Μετατοπίσεις της Αγιότητας: Από τη μετοχή στην αγιότητα του Θεού στο εξαιρετικό ατομικό κατόρθωμα».
Η Εκκλησία είναι σώμα. Σώμα ευχαριστιακό και μυστηριακό. Η μετοχή σε αυτό το σώμα, σύμφωνα και με την αρχέγονη χριστιανική κατανόηση της Εκκλησίας, είναι προϋπόθεση της αγιότητας. Η αγιότητα δεν έχει σχέση με ατομικά ηθικά κατορθώματα και ασκητικά επιτεύγματα, με εξαιρετικά θαυμαστά γεγονότα ή ακόμη και με το προορατικό χάρισμα.
Η αγιότητα είναι μετοχή στην αγιότητα του Χριστού εν Πνεύματι Αγίω, και έχει ως κορυφαίο καρπό της την αγάπη. Οι πρώτοι χριστιανοί δεν δίσταζαν να αυτοχαρακτηρίζονται «άγιοι», εφόσον με το βάπτισμά τους μετείχαν στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.
Η αγιότητα ενεργείται ως δυναμικό γεγονός μετοχής. Γινόμαστε άγιοι επειδή μετέχουμε στην αγιότητα του Θεού και όχι λόγω των αρετών ή των κατορθωμάτων μας: «ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται• ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρου 1:15-16). Οι πρώτοι χριστιανοί αποκαλούνταν μεταξύ τους «άγιοι», επειδή ακριβώς μετείχαν στην αγιότητα του Θεού και πιο συγκεκριμένα στο δείπνο της Βασιλείας, στην κλάση του άρτου και στην πόση του οίνου (πρβλ. Πράξεις 2:42-47). Γι’ αυτό και βλέπουμε τον Απόστολο Παύλο στις Επιστολές του να αποκαλεί «αγίους» τους χριστιανούς ορισμένων πόλεων ή περιοχών προς τις οποίες απευθύνεται (Ρώμη, Κόρινθος, Αχαΐα, κλ.π. βλ. π.χ. «τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς οὖσιν ἐν ὅλῃ τῇ Ἀχαΐᾳ», Β΄ Κορ. 1:1, πρβλ. Α΄ Κορ. 1:1, Ρωμ. 1:6-7).
Εάν ισχύουν τα παραπάνω, τότε θα πρέπει με θάρρος και ειλκρίνεια να συζητήσουμε για τις μετατοπίσεις της έννοιας της αγιότητας, για τη σχέση αγιότητας και αγιολογικού λόγου, για τις κειμενικές παραδόσεις, τα αφηγηματικά σχήματα, τις συλλογές, τις μεταφράσεις και τις νεώτερες αγιολογικές πρακτικές, όπως επίσης και να εξετάσουμε «ευαίσθητες» και επίκαιρες όψεις της αγιότητας, όπως, ενδεικτικά, τη σχέση αγιότητας και έμφυλων ταυτοτήτων, τα κριτήρια και οι προτεραιότητες των σύγχρονων αγιοκατατάξεων, οι κίνδυνοι «ειδωλοποίησης» των αγίων, ο «γεροντισμός», καθώς και η ανάγκη για μία κριτική αγιολογία. Με αυτά τα θέματα σκοπεύει να ασχοληθεί το παρόν σεμινάριο. 

Αικατερίνη Τσαλαμπούνη (Καθηγήτρια, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ):
Ἅγιοι πάντες; Η αγιότητα ως εκκλησιολογική κατηγορία στον Παύλο και οι συνέπειές της.
Στην πρώτη του επιστολή προς τους Κορίνθιους ο Παύλος προσφωνεί τα μέλη αυτής της εκκλησιαστικής κοινότητας ως «ἡγιασμένοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, κλητοῖς ἁγίοις» (1:2). Η κοινότητα της Κορίνθου, όμως, ταλαιπωρείται από διαιρέσεις, ηθικές παρεκκλίσεις, ανταγωνισμούς και κοινωνικές ανισότητες. Πώς μπορεί ο Παύλος να αποκαλεί αγίους ανθρώπους που δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που εμείς, σήμερα, φανταζόμαστε όταν ακούμε τη λέξη «αγιότητα»;
Η εισήγηση επιχειρεί να διερευνήσει αυτό το ερώτημα εξετάζοντας την παύλεια κατανόηση της αγιότητας στο εκκλησιολογικό, χριστολογικό και εσχατολογικό της πλαίσιο. Παράλληλα, θέτει ένα δεύτερο ερώτημα που αφορά άμεσα τη σύγχρονη εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία: στην ορθόδοξη παράδοση η αγιότητα συνδέεται συχνά με εξαιρετικά πρόσωπα — μάρτυρες, ασκητές, θαυματουργούς. Κατά πόσο όμως αυτή η πρόσληψη συνάδει με την παύλεια κατανόηση της αγιότητας; Και τι συνέπειες έχει η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία κατανοεί τον εαυτό της και τη ζωή της;
 


Χρήστος Καρακόλης (Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ):
Η βιβλική έννοια της αγιότητας και η μεταγενέστερη εξέλιξή της. Ευαίσθητες ισορροπίες και ενδεχόμενες προοπτικές στο παρελθόν και στο σήμερα.

Κατά τη βιβλική μαρτυρία, αληθινά άγιος είναι μόνο ο Θεός και από τη δωρεά του απορρέει ο αγιασμός του λαού του. Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης κυριαρχεί η αντίληψη περί αγιότητας ολόκληρου του λαού, εφόσον ο λαός τηρεί τις προβλέψεις της Διαθήκης για τη σχέση του με τον Θεό. Όταν ωστόσο ο λαός στην πλειονότητά του εγκαταλείπει τον Θεό και λατρεύει ξένες θεότητες, η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ειδικά στην αγιότητα του καταλοίπου. Υπάρχουν, τέλος, αναφορές και σε μεμονωμένα πρόσωπα ως αγίους ανθρώπους του Θεού, οι οποίοι έχουν αναλάβει έναν ειδικό ρόλο εντός του πλαισίου της αγιότητας του λαού. Στην Καινή Διαθήκη αποτυπώνεται η «νέα συμφωνία», δηλαδή μια επανεκκίνηση στις σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πέρα από επιμέρους μικρές διαφοροποιήσεις, ως λαός του Θεού θεωρείται πλέον το σύνολο των πιστών του Ιησού Χριστού, οι οποίοι χαρακτηρίζονται, ως εκ τούτου, συλλογικά άγιοι, ανεξαρτήτως της πνευματικής ή ηθικής στάθμης τους. Από την άλλη πλευρά, τόσο στην Παλαιά, όσο και στην Καινή Διαθήκη, η αγιότητα του λαού του Θεού προϋποθέτει ανάλογη ζωή. Για τον λόγο αυτόν, δίπλα στις περί αγιότητας του λαού αναφορές, βρίσκουμε και προτροπές ο λαός να είναι ή να γίνει άγιος. Όπως ήταν αναμενόμενο, με τη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού των Χριστιανών, κυρίως από τον 4ο αιώνα και εξής, παρατηρείται σταδιακά μια μετακίνηση από τη συλλογική στην ατομική περί αγιότητας αντίληψη. Οι άγιοι γίνονται μεμονωμένα παραδείγματα προς μίμηση, ενώ οι πιστοί καλούνται να διαγράψουν μια μακρά πορεία, περνώντας μάλιστα από συγκεκριμένα πνευματικά στάδια, προκειμένου να φτάσουν στην αγιότητα. Η μεταλλαγή αυτή της περί αγιότητας αντίληψης εξηγείται ιστορικά, φέρνει όμως τη σύγχρονη Εκκλησία ενώπιον ενός σημαντικού θεολογικού και ποιμαντικού προβλήματος: Η θεώρηση των πιστών όχι ως αγίων αλλά ως αμαρτωλών «παλαιών» ανθρώπων, ακόμη και όσων εξ αυτών αγωνίζονται να ζουν συνειδητά σύμφωνα με τις επιταγές του ευαγγελίου, δημιουργεί σε πολλές περιπτώσεις αισθήματα απόγνωσης με αποτέλεσμα την ψυχική ή και τη συνολική αποστασιοποίησή τους από τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Σε άλλους πιστούς πάλι, δημιουργεί φαρισαϊκού τύπου ψευδαισθήσεις αγιότητας, άρα υπεροχής σε σχέση με την πλειονότητα των «αμαρτωλών» μελών της Εκκλησίας. Βάσει των ανωτέρω, η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία οφείλει να αξιοποιήσει τη βιβλική έννοια της αγιότητας ως δεδομένης ιδιότητας όλων τουλάχιστον των συνειδητών μελών της Εκκλησίας, και όχι απλώς ως τον τελικό στόχο της ζωής τους.
 

Στέλιος Λ. Παπαλεξανδρόπουλος (Ομότιμος Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ): Θέωση και αγιότητα στο μυστικιστικό ρεύμα της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας και στην καινοδιαθηκική παράδοση. Συγκριτική θρησκειολογική μελέτη.
Ἡ εἰσήγηση προϋποθέτει τὴ συνύπαρξη στὴ σύγχρονη ὀρθόδοξη θεολογία διαφόρων ρευμάτων πού, κυρίως μὲ βάση τὸν διαφορετικὸ σκοπὸ τους καὶ τὴν αὐτονομία μεταξὺ τους, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς διαφορετικὲς θρησκεῖες. Συνίσταται σὲ μιὰ σύγκριση μεταξὺ δύο ἀπὸ αὐτές: Ἡ μία ἀνήκει στὸν μυστικιστικὸ τύπο τῶν θρησκειῶν, δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ ἔχουν ὡς σκοπὸ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ (ἤ μὲ ὅ,τι θεωροῦν ὡς ἀπόλυτο). Βασίζεται στὸ ἔργο κάποιων πατέρων.Σ’ αὐτὴν ἡ ἐν λόγω ἕνωση ὀνομάζεται θέωση. Στὴν ἴδια θέωση καὶ ἁγιότητα συμπίπτουν. Ἡ θέωση ἤ ἁγιότητα ἐπιτυγχάνεται μὲ ἀσκητικὰ μέσα καὶ σύμφωνα μὲ κάποιους θεολόγους μὲ μιὰ τελικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ δεύτερη θρησκεία ἀποτελεῖ τὴν ἐπιβίωση τῆς καινοδιαθηκικῆς παράδοσης, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸ μιὰ νέα κτίση, μὲ κύριο χαρακτηριστικὸ τὴν ἐσχατολογικὴ κατάργηση τοῦ διαβόλου ὡς ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ τὴν ἀντικατάστασή του σ’ αὐτὸ τὸν ρόλο μὲ τὸν Θεὸ. Γι αὐτὸ τὴ νέα κτίση ὀνομάζει βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ μπορεῖ νὰ ταυτισθεῖ μὲ κάποιες καινοδιαθηκικὲς ἔννοιες (π.χ. μὲ τὴν υἱοθεσία) ἡ θέωση ἀποτελεῖ μέρος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (ὅπως π.χ. φαίνεται στοὺς μακαρισμούς, ὅπου οἱ καθαροὶ τῆ καρδία, οἱ ὁποῖοι ὄψονται τὸν Θεό, ἀποτελοῦν μία ἀπὸ τὶς ἐσχατολογικὲς προσδοκίες). Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὴ τὴ θρησκεία ἡ ἁγιότητα ἔχει μεγαλύτερο εὗρος ἀπὸ τὴ θέωση (ἄν πάρομε τοὺς μακαρισμοὺς ὡς περιπτώσεις τῆς ἁγιότητας τότε καὶ ἄλλες ἀρετὲς τὴν συνιστοῦν)καὶ οἱ δύο δὲν συμπίπτουν. Ἡ ἁγιότητα ἐδῶ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, κυρίως μὲ ἐκείνη τῆς ἀγάπης. Σ’ αὐτὴ τὴ θρησκεία ἡ ἁγιότητα δὲν ἀποτελεῖ τὸν σκοπὸ, ἀλλὰ τὸ μέσον γιὰ τὴν εἰσδοχὴ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ συμμετοχὴ, διὰ τῶν μυστηρίων (βάπτισμα, εὐχαριστία) σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.
 

Φώτης Βασιλείου (Επίκουρος Καθηγητής, Ιόνιο Πανεπιστήμιο):
Αγιότητα, ασθένεια και φροντίδα: Παρατηρήσεις για τη διαχείριση του πάσχοντος σώματος στο Βυζάντιο.
Η εισήγηση εξετάζει τις αντιλήψεις περί σώματος, ασθένειας και φροντίδας στην ύστερη αρχαιότητα και το Βυζάντιο, ξεκινώντας από την αντίθεση ανάμεσα στην οδυνηρή ασθένεια του Πλωτίνου, όπως την περιγράφει ο Πορφύριος, και στο πρότυπο του σωματικά ακμαίου ασκητή στον Βίο του Μεγάλου Αντωνίου από τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας. Το ιδεώδες αυτό δημιούργησε προσδοκίες σωματικής αντοχής που, ωστόσο, διαψεύδονται από την καθημερινή εμπειρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Λαυσιακή Ιστορία του Παλλαδίου Ελενοπόλεως η ασθένεια εμφανίζεται ως συχνή και πολύ δύσκολη πραγματικότητα. Η αφηγηματική καταγραφή της ασθένειας την κανονικοποιεί και την εντάσσει στο πλαίσιο της άσκησης και της δοκιμασίας. Παράλληλα, η φροντίδα των ασθενών αναδεικνύεται σε σημαντική διάσταση της μοναστικής ζωής και επεκτείνεται πέρα από αυτήν, με την ανάπτυξη μοναστηριακών και, αργότερα, επισκοπικών και κρατικών ιδρυμάτων περίθαλψης. Ωστόσο, η ιδρυματοποίηση της φροντίδας δεν καλύπτει όλες τις ανάγκες, ιδίως σε πολύ βαριές περιπτώσεις, και οι πάσχοντες και οι φροντιστές τους συνεχίζουν να προστρέχουν στους αγίους, αναδεικνύοντας τα όρια αλλά και τη δυναμική αυτού του συστήματος.
 

Δημήτρης Μόσχος (Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ):
Ανακήρυξη και τιμή των αγίων στην εκκλησιαστική κοινότητα των μέσων χρόνων: Ιστορικά και θεολογικά ζητήματα.

Καθώς η αρχαία Εκκλησία διεισδύει με πολλούς τρόπους στην κοινωνία της Ύστερης αρχαιότητας, η αναζήτηση εξεχουσών εκκλησιαστικών μορφών (αρχικά μαρτύρων, κατόπιν ασκητών και επισκόπων) και η λατρευτική τους και εορτολογική τους εξύψωση μετά τον 4ο αιώνα βοηθά την εγκαθίδρυση σε κάθε πόλη ή περιοχή μιας χριστιανικής ταυτοτικής μνήμης που ολοκληρώνει τον εκχριστιανισμό του αρχαίου κόσμου. Όμως, αυτό έχει ως συνέπεια τη διαρκή απόσταση ομάδων και προσώπων ως αγίων που διαφοροποιούνται από το υπόλοιπο εκκλησιαστικό σώμα. Όταν η εκκλησιαστική λατρεία αρχίζει να μετακινείται από την προσευχή για τους αγίους προς την προσευχή στους αγίους (R. Taft) και όταν αυτή η οργάνωση αυτής της προσευχής και η συμπερίληψη των συγκεκριμένων αγίων από τοπική και αυθόρμητη αναλαμβάνεται από μεγάλα υπερτοπικά κέντρα (Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Κωνσταντινούπολη) κατά την μέση περίοδο έως την ανάδυση των νέων χρόνων, αναδεικνύεται το ερώτημα ποιοι, με ποιο κριτήριο και με ποιους μηχανισμούς θα αποτελέσουν τους «εντός» του αγιολογικού συνόλου και θα διαφοροποιηθούν από τους «εκτός». Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα περιέχει πολλά σημαντικά συμπεράσματα για την ιστορική πορεία της Εκκλησίας και την οικοδομή της ως κοινότητας. Παραπέμπει όμως και σ’ ένα αδυσώπητο θεολογικό πρόβλημα: μήπως «προκαταλαμβάνεται» η κρίση του Θεού από πρόσκαιρους μηχανισμούς και συγκυρίες, ενώ η πορεία του λαού του Θεού έχει ως άξονα και νεύρο του αυτή την κρίση κατά τα έσχατα;

Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου (Ομότιμος Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ):
Περί των αγιοκατατάξεων. Κριτική επισκόπηση.
Από τις πολλές παραμέτρους που ετέθησαν στη διαχρονία του εκκλησιαστικού βίου σχετικά με την καταχώριση νέων αγίων στο Μηνολόγιο, επιλεκτικά προσάγονται κάποιες, για να αναδειχθεί ποια ήταν τα κριτήρια αυτών, ποια ήταν τα θεσμικά όργανα που αποφάσιζαν περί αυτών, πώς ο τοπικός άγιος γίνεται οικουμενικός, ποιο ρόλο έχουν τα θαύματα, πώς τα λειτουργικά βιβλία υιοθετούν τις νέες αγιοκατατάξεις κ.ά. Επί πλέον, δια της αναφοράς σε κανονικά κείμενα, παρουσιάζεται και σχολιάζεται ο κριτικός έλεγχος που ασκεί ο κανονικός νομοθέτης όσον αφορά στην αγιότητα και στα αγιολογικά κείμενα.

 

Ανδρέας Αλεξόπουλος (Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου):
Οι «δια Χριστόν σαλοί»: Η persona της σαλότητας και η αμφισημία της αγιότητας στο Βυζάντιο.
Ο Sergei Ivanov σε μία προσπάθεια ορισμού της δια Χριστόν σαλότητας αναφέρει τα εξής: «Ο όρος “διά Χριστόν σαλός” αναφέρεται σε ένα πρόσωπο που προσποιείται την τρέλα, παριστάνει τον ανόητο ή προκαλεί σοκ και αγανάκτηση μέσω της σκόπιμα απείθαρχης συμπεριφοράς του. Ωστόσο, ο όρος δεν εφαρμόζεται σε κάθε τέτοια συμπεριφορά. Η υπερβολική ή εκκεντρική διαγωγή μπορεί να θεωρηθεί σαλότητα διά Χριστόν μόνο εάν όσοι την παρακολουθούν υποθέτουν ότι πίσω από αυτήν κρύβονται λογική και υψηλή ηθική, ακόμη και ευσεβής πρόθεση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία υποστηρίζει ότι ο διά Χριστόν σαλός αναλαμβάνει εκούσια το προσωπείο της τρέλας, ώστε να αποκρύψει την τελειότητά του από τον κόσμο και έτσι να αποφύγει τη ματαιοδοξία του κοσμικού επαίνου». Πρόκειται για μία ακραία και, θα λέγαμε, «αμφίσημη», μορφή αγιότητας η οποία προκαλούσε και υπερέβαινε τα όρια της εκκλησιαστικής κανονικότητας, όπως καταδεικνύεται από τον 60ο κανόνα της εν Τρούλλω Συνόδου (692), ο οποίος καταφέρεται εναντίον της σαλότητας. Από την άλλη πλευρά ο μακαριστός Kallistos Ware εξιδανικεύει το φαινόμενο ως αποκαλυπτικό της ασυμβατότητας της τάξης του Ευαγγελίου με την τάξη του κόσμου. Τωόντι, η σαλότητα ανατρέπει τις συμβάσεις και τις προσδοκίες για το τι είναι αγιότητα και ευσέβεια, αλλά σε τι συνίσταται αυτή η ανατροπή; Ποια «τάξη» εκπροσωπεί ο σαλός, την οποία θέλει να φανερώσει έναντι της ήδη υπάρχουσας κοινωνικής και εκκλησιαστικής; Επίσης, η σαλότητα είναι ένα «προσωπείο», μία «persona», ο σαλός «υποκρίνεται», παίζει έναν ρόλο στη μεγάλη σκηνή του βυζαντινού κόσμου. Ποιοι όμως είναι οι όροι αυτής της δραματουργίας και ποιες οι συνιστώσες που συγκροτούν την «υπόκριση» του σαλού; Σε τελική ανάλυση, ποια ακριβώς είναι τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της αγιότητας, η οποία προκρίνεται δια του προσωπείου της σαλότητας; Με αυτήν την ερευνητική θεματική θα ασχοληθούμε στην παρούσα εισήγηση.
 

π. Χρυσόστομος Τύμπας (Ιατρός, Δρ. Ψυχαναλυτικών Σπουδών):
Ψυχική εξέλιξη στην Ψυχανάλυση και πνευματική πρόοδος προς την αγιότητα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις και προκλήσεις.
Η εισήγηση στοχεύει στην σύντομη παράλληλη περιγραφή δύο μοντέλων ανάπτυξης, ψυχικής και πνευματικής, μέσα από τις θεωρίες της Ψυχανάλυσης και της Πατερικής ανθρωπολογίας. Δεδομένου του διαφορετικού οντολογικού πλαισίου μεταξύ των δύο πλευρών, οι δύο χώροι αποκλίνουν στον τελικό σκοπό της ανάπτυξης, ωστόσο μοιράζονται σημαντικές περιοχές ψυχικής βελτίωσης, αυτογνωσίας και δυνατότητος κοινωνίας του «Άλλου». Η αλληλοεπικάλυψη της ψυχικής ωριμότητος με την πνευματική πρόοδο μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από έννοιες όπως, «γνήσιος εαυτός» (Jung), με ειλικρίνεια στην ανάπτυξη της επιθυμίας, την δυνατότητα «να αγαπάς και να χαίρεσαι» (Freud), καθώς και την «επαρκή μητέρα» (Winnicott) – ενώ από την άλλη πλευρά, έχουμε την ικανότητα της «αγάπης του πλησίον» μέσα από κοινωνική προσφορά, της ασκητικής αυτογνωσίας-εν-μετανοία, αλλά και της ένωσης με το θείο φως εν προσευχή. Ωστόσο, από την συνθεώρηση αυτή αναδύονται ορισμένες προκλήσεις μέσα από παλαιότερες και πρόσφατες αγιοκατατάξεις, σε σχέση με την ψυχική ωριμότητα και ψυχικές συμπεριφορές του αναδεικνυομένου ως αγίου της Εκκλησίας, ειδωμένες υπό το πρίσμα των ψυχαναλυτικών θεωριών.

 

Θεόφιλος Αμπατζίδης (Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου):
Η αγιότητα της Εκκλησίας και το ασκητικό και μοναχικό πνεύμα: Το ερώτημα για την πνευματική ζωή της Εκκλησίας πέρα από την επιρροή του μοναχισμού.
Με την παρούσα ανακοίνωση επιχειρούμε να ιχνηλατήσουμε τον πυρήνα και τους δομικούς άξονες της εν Χριστώ ζωής, της «πνευματικότητας» της Εκκλησίας πέρα από την επιρροή του μοναχισμού. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι τόσο ιστορική, αν και έχει, αναπόφευκτα, ιστορικές αναφορές και επισημάνσεις στην πρωτοχριστιανική περίοδο, την περίοδο, δηλαδή, πριν την εμφάνιση του μοναχισμού. Είναι περισσότερο συστηματική και θεολογική, υπό την έννοια ότι αντιμετωπίζει το ερώτημα εάν η μετοχή μας στην αγιότητα του μόνου Αγίου, του Χριστού και της Εκκλησίας Του, αποκλείει τον προσωπικό αγώνα προετοιμασίας και άσκησης. Εάν η τήρηση των Κυριακών εντολών διαρρηγνύει de facto τους εκκλησιαστικούς δεσμούς και εισάγει τον ατομισμό και τον ηθικισμό κ.α. Η διαπραγμάτευση δεν θα έχει απολογητικό χαρακτήρα και δεν θα εξελιχθεί σε αντιπαράθεση με τις λουθηρανικές και τις, εν γένει, προτεσταντικές απόψεις, αν και κάποιοι συνειρμοί είναι αυτόματοι. Για την εξυπηρέτηση του στόχου της μελέτης αυτής χρειάζεται να επισημανθεί όχι μόνο η επιρροή του μοναχισμού στη λαϊκή ευσέβεια, αλλά και οι κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις του μοναχικού κινήματος (κυρίως του συριακού), ήδη από την αρχαιότητα. Ανάλογα, επιχειρείται η ανάδειξη στοιχείων της εν Χριστώ ζωής πριν την εμφάνιση του μοναχικού κινήματος, ήδη από την Καινή Διαθήκη και η πορεία της εκκλησιαστικής εκκοσμίκευσης παράλληλα προς τη λαϊκή ευσέβεια αλλά και τη λαϊκή δεισιδαιμονία, από τους πρώτους αιώνες. Ο τελικός στόχος της μελέτης έχει την ταπεινή φιλοδοξία απλά και μόνον να προϊδεάσει για τη διαχρονία του ασκητικού αγώνα, στο πλαίσιο της εν Χριστώ ζωής εν τη Εκκλησία, πέρα από σχήματα (μοναχικά και άλλα) και πέρα από τους πολιτισμικούς περιορισμούς της κάθε εποχής.

Ελένη Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη (Υπεύθυνη Σπουδών και Έρευνας Ε.Κ.Δ.Δ.Α., Διδάσκουσα στο ΔΙ.ΠΑ.Ε.):
Αγιότητα και Φύλο στην Ορθόδοξη Παράδοση.
Στο σύγχρονο ορθόδοξο θεολογικό διάλογο το φύλο ως αναλυτική κατηγορία αποτελεί τόσο μια πρόκληση όσο και μια σημαντική ευκαιρία για διερεύνηση του ρόλου και της προσφοράς των γυναικών στη ζωή της εκκλησίας. Επιπλέον, ο διάλογος για τα έμφυλα προσφέρει τη δυνατότητα να εξεταστούν διεξοδικά και κριτικά πηγές, κείμενα, μαρτυρίες, παραδόσεις και αντιλήψεις που συμβάλλουν είτε στην ενεργή συμμετοχή των γυναικών στη ζωή και το έργο της εκκλησίας στον κόσμο είτε στον αποκλεισμό τους. Η έννοια της αγιότητας στην Ορθόδοξη παράδοση συνδέεται άρρηκτα με τη διδασκαλία περί θεώσεως, δηλαδή της μετοχής του ανθρώπου στη Θεία χάρη. Η κλήση προς την αγιότητα είναι καθολική, αφορά δηλαδή όλα τα μέλη, και δεν υπόκειται σε διακρίσεις φύλου. Ως εκ τούτου, οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα στην προοπτική της αγιότητας, αναδεικνύοντας, μάλιστα, ιδιαίτερες εκφάνσεις της ασκητικής και εκκλησιαστικής ζωής. Κεντρική μορφή αγιότητας αποτελεί η Θεοτόκος, κατέχοντας μοναδική θέση στην Οικονομία της Σωτηρίας. Παράλληλα, οι γυναίκες μάρτυρες και οσίες καταδεικνύουν ότι η αγιότητα υπερβαίνει συγκεκριμένους κοινωνικούς ρόλους και συνιστά δυναμική υπέρβαση των ανθρώπινων περιορισμών. Η παρούσα εισήγηση θα διερευνήσει τη σχέση αγιότητας και γυναικών, τη συμβολή τους στην ορθόδοξη πνευματικότητα καθώς και την επίδραση τους στο βίωμα της κοινότητας.

Χαράλαμπος Βέντης (Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ):
Η ποικιλομορφία της αγιότητας και η πνευματική εξατομίκευση.
Στο λαϊκό φαντασιακό της πλειοψηφίας των πιστών αλλά και ενόψει των πρόσφατων αγιοκατατάξεων, δείχνει να κυριαρχεί η αντίληψη ότι η αγιοσύνη, όπως και η πιστοποίησή της, είναι απότοκο μιας αρνησίκοσμης ευσέβειας ενδεδυμένης με τη μονοτροπία του ιερομοναχικού βίου. Στην εισήγησή μας, χωρίς να διολισθήσουμε σε οιαδήποτε μορφή ηθικού σχετικισμού, θα αποπειραθούμε μολαταύτα να αμφισβητήσουμε αυτή τη μονοδιάστατη και άδικη, για τον αγωνιζόμενο χριστιανό αλλά και για τη δράση του Αγίου Πνεύματος, καρικατούρα περί αγιότητας που εξουδετερώνει εκ προοιμίου τον σοβαρό προβληματισμό αναφορικά με τις απεριόρισ τες δυνατότητες τις οποίες ο ζων Θεός προσφέρει στις ένσαρκες εικόνες Του προκειμένου να τις αναδείξει θυγατέρες και υιούς Του (βλ. Β’ Κορ. 6:17-18, Ρωμ. 8:14-17).
 

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου (Αναπληρωτής Καθηγητής, Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας, Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύνα­ξη»):
Αγιότητα και κοινωνικοί αγώνες.
 

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής (Καθηγητής, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ): Ο άγιος ως «οιωνεί Χριστός». Η δύναμη και οι παρενέργειες της παραπεμπτικότητας.
 

Νίκος Κουρεμένος (Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου):
Ανάμεσα στη μνήμη και την ιστορία: Προς ένα πρόγραμμα κριτικής αγιολογίας για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο κλειστός χαρακτήρας του σεμιναρίου επιλέχθηκε συνειδητά για να διασφαλιστεί ένας χώρος ελευθερίας λόγου και ειλικρινούς ανταλλαγής απόψεων. Το φυλλάδιο του σεμιναρίου είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση https://tinyurl.com/agiotita2026 .
 

Τα τελικά κείμενα των εισηγήσεων προβλέπεται να δημοσιευθούν στο υπό έκδοση περιοδικό της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου «Λόγος και Κόσμος».


ΠΟΙΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΓΙΟΥ ΑΤΟΜΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΝ; ΤΟΝ ΠΕΡΓΑΜΟΥ;
ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΕΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΚΑΝΑ ΓΑΙΔΟΥΡΑΚΙ ΝΑ ΤΟΝ ΜΕΤΑΦΕΡΕΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΘΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΜΕ ΣΤΑ ΔΟΝΤΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: