Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ - Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ - Gadamer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (1)

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", n 16.
        
  Η έννοια της διυποκειμενικότητος εισήλθε στην κοινή συνείδηση σαν η προβληματική πλευρά του μεγάλου προγράμματος του Χούσσερλ, μιάς υπερβατικής φαινομενολογίας. Στην όψιμη σκέψη του Χούσσερλ έπαιξε τον ρόλο σχεδόν τής λυδίας λίθου. Όχι μόνον η μάζα των χειρογράφων του σχετικά με το θέμα κυκλοφόρησε σε τρείς τόμους, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή ακριβώς η προβληματική πλευρά, γνωστή πλέον σαν "φαινομενολογία του κόσμου της ζωής" γνώρισε νέες αναπτύξεις ήδη απο την εποχή του '40, όταν ο Aron Gurwitsch και ο Alfred Schntz, είδαν στην έννοια του "κόσμου της ζωής" μία απομάκρυνση απο την αρχή της υπερβατικής υποκειμενικότητος και ένα ξεκίνημα νέων αναπτύξεων. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν να καταστήσουν παραγωγική την έννοια του κόσμου της ζωής για την θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, κάτι που γνώρισε την επιτυχία στην αμερικανική φιλοσοφία της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αφιερώσουμε μία ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της διυποκειμενικότητος.
          Υπάρχουν όμως και άλλοι τόσοι λόγοι για να αναγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα και την ριζικότητα του προγράμματος του Χούσσερλ σχετικά με μία υπερβατική φαινομενολογία. Όμως η χρήση της προβληματικής τοποθετήσεως τής διυποκειμενικότητος απο τον ίδιο τον Χούσσερλ, για την φαινομενολογία του κόσμου της ζωής μας υποχρεώνει στην κριτική. Και δέν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στον Χούσσερλ πιό αργά δέν έγινε πλέον λόγος για μία απομάκρυνση απο τον υπερβατικό  ιδεαλισμό. Μάλλον και ο ίδιος τελικώς είδε το αυθεντικό αποτέλεσμα της φαινομενολογίας στην ριζική φιλοσοφικο-υπερβατική θεμελίωση. Σε σχέση με την κυρίαρχη τότε σχολή του νεοκαντισμού, την σχολή του Μαρβούργου, ισχυριζόταν, φυσικά με μία μεγάλη αυτογνωσία, ότι μόνον η δική του ξεχωριστή φαινομενολογική εργασία θα κατόρθωνε μία πραγματική θεμελίωση του υπερβατικού συστήματος.
          Σήμερα συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο νεοκαντισμός, αντίθετα απο την δική του αυτοσυνειδησία, δέν υπήρξε ποτέ μία επιστροφή στον Κάντ. Υπήρξε στην πραγματικότητα μία επιστροφή στον Φίχτε, και έτσι η ανάπτυξη του έπρεπε να οδηγήσει στον Χέγκελ και να καταστήσει οικεία, στην φιλοσοφία των πανεπιστημίων και στην ιστορία της φιλοσοφίας, την έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας" έως ότου στις αρχές του ΧΧ αιώνος να φτάσει σε μία κριτική στροφή απέναντι στο σύστημα.
          Μπορούμε να το επαληθεύσουμε στο πρόβλημα της διυποκειμενικότητος. Ας σκεφθούμε το ξεκίνημα. Ακριβώς στο γύρισμα του αιώνος, ιδιαιτέρως μέσω της προσλήψεως του Κίρκεγκαρντ, αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη υπερβατική φιλοσοφία, όπως στην εποχή του ο Κίρκεγκαρντ, είχε επιτεθεί στον Χέγκελ. Το πράγμα είχε ξεκινήσει στην Ισπανία, όπου ο Unamuno είχε εμπνεύσει μία ολόκληρη νεότερη γενιά. Σταδιακά και ιδίως μέσω των εργασιών του Schrempf, ο Κίρκεγκαρντ επηρέαζε όλο και περισσότερο την Γερμανία, ακόμη και συγγραφείς σαν τον Martin Buber κ.α. Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε και το κείμενο του Jaspers στον Κίρκεγκαρντ (1920). Φυσικά όλο αυτό δέν γινόταν κατανοητό σαν διϋποκειμενικότης, αλλά η έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας", με την επιβολή της "φιλοσοφίας της υπάρξεως", έφτανε στην δύση της.
          Απο καιρό ακολουθώ την μεθοδική αρχή να μήν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα χωρίς να έχω δώσει προηγουμένως μία ιστορικο-εννοιολογική νομιμοποίηση. Πρέπει να φανερώσουμε όλα όσα προηγήθηκαν στην γλώσσα μας για την φιλοσοφία, ερευνώντας μία κατανόηση των εννοιολογικών λέξεων με τις οποίες εργάζεται η φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν, πίσω απο την έννοια της διϋποκειμενικότητος υπάρχει οπωσδήποτε η έννοια της υποκειμενικότητος. Θα' πρεπε μάλιστα να πούμε πώς η έννοια της διϋποκειμενικότητος γίνεται κατανοητή μόνον στο μέτρο στο οποίο έχουμε ξεκαθαρίσει την έννοια της υποκειμενικότητος και του υποκειμένου, και τον ρόλο του στην φαινομενολογία.
          Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη  Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα!

Συνεχίζεται

ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙ Ο Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΓΚΑΝΤΑΜΕΡ ΣΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ Η ΒΑΣΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΑΝΤΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ.

Αμέθυστος

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (1)

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", n 16.
        
  Η έννοια της διυποκειμενικότητος εισήλθε στην κοινή συνείδηση σαν η προβληματική πλευρά του μεγάλου προγράμματος του Χούσσερλ, μιάς υπερβατικής φαινομενολογίας. Στην όψιμη σκέψη του Χούσσερλ έπαιξε τον ρόλο σχεδόν τής λυδίας λίθου. Όχι μόνον η μάζα των χειρογράφων του σχετικά με το θέμα κυκλοφόρησε σε τρείς τόμους, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή ακριβώς η προβληματική πλευρά, γνωστή πλέον σαν "φαινομενολογία του κόσμου της ζωής" γνώρισε νέες αναπτύξεις ήδη απο την εποχή του '40, όταν ο Aron Gurwitsch και ο Alfred Schntz, είδαν στην έννοια του "κόσμου της ζωής" μία απομάκρυνση απο την αρχή της υπερβατικής υποκειμενικότητος και ένα ξεκίνημα νέων αναπτύξεων. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν να καταστήσουν παραγωγική την έννοια του κόσμου της ζωής για την θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, κάτι που γνώρισε την επιτυχία στην αμερικανική φιλοσοφία της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αφιερώσουμε μία ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της διυποκειμενικότητος.
          Υπάρχουν όμως και άλλοι τόσοι λόγοι για να αναγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα και την ριζικότητα του προγράμματος του Χούσσερλ σχετικά με μία υπερβατική φαινομενολογία. Όμως η χρήση της προβληματικής τοποθετήσεως τής διυποκειμενικότητος απο τον ίδιο τον Χούσσερλ, για την φαινομενολογία του κόσμου της ζωής μας υποχρεώνει στην κριτική. Και δέν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στον Χούσσερλ πιό αργά δέν έγινε πλέον λόγος για μία απομάκρυνση απο τον υπερβατικό  ιδεαλισμό. Μάλλον και ο ίδιος τελικώς είδε το αυθεντικό αποτέλεσμα της φαινομενολογίας στην ριζική φιλοσοφικο-υπερβατική θεμελίωση. Σε σχέση με την κυρίαρχη τότε σχολή του νεοκαντισμού, την σχολή του Μαρβούργου, ισχυριζόταν, φυσικά με μία μεγάλη αυτογνωσία, ότι μόνον η δική του ξεχωριστή φαινομενολογική εργασία θα κατόρθωνε μία πραγματική θεμελίωση του υπερβατικού συστήματος.
          Σήμερα συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο νεοκαντισμός, αντίθετα απο την δική του αυτοσυνειδησία, δέν υπήρξε ποτέ μία επιστροφή στον Κάντ. Υπήρξε στην πραγματικότητα μία επιστροφή στον Φίχτε, και έτσι η ανάπτυξη του έπρεπε να οδηγήσει στον Χέγκελ και να καταστήσει οικεία, στην φιλοσοφία των πανεπιστημίων και στην ιστορία της φιλοσοφίας, την έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας" έως ότου στις αρχές του ΧΧ αιώνος να φτάσει σε μία κριτική στροφή απέναντι στο σύστημα.
          Μπορούμε να το επαληθεύσουμε στο πρόβλημα της διυποκειμενικότητος. Ας σκεφθούμε το ξεκίνημα. Ακριβώς στο γύρισμα του αιώνος, ιδιαιτέρως μέσω της προσλήψεως του Κίρκεγκαρντ, αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη υπερβατική φιλοσοφία, όπως στην εποχή του ο Κίρκεγκαρντ, είχε επιτεθεί στον Χέγκελ. Το πράγμα είχε ξεκινήσει στην Ισπανία, όπου ο Unamuno είχε εμπνεύσει μία ολόκληρη νεότερη γενιά. Σταδιακά και ιδίως μέσω των εργασιών του Schrempf, ο Κίρκεγκαρντ επηρέαζε όλο και περισσότερο την Γερμανία, ακόμη και συγγραφείς σαν τον Martin Buber κ.α. Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε και το κείμενο του Jaspers στον Κίρκεγκαρντ (1920). Φυσικά όλο αυτό δέν γινόταν κατανοητό σαν διϋποκειμενικότης, αλλά η έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας", με την επιβολή της "φιλοσοφίας της υπάρξεως", έφτανε στην δύση της.
          Απο καιρό ακολουθώ την μεθοδική αρχή να μήν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα χωρίς να έχω δώσει προηγουμένως μία ιστορικο-εννοιολογική νομιμοποίηση. Πρέπει να φανερώσουμε όλα όσα προηγήθηκαν στην γλώσσα μας για την φιλοσοφία, ερευνώντας μία κατανόηση των εννοιολογικών λέξεων με τις οποίες εργάζεται η φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν, πίσω απο την έννοια της διϋποκειμενικότητος υπάρχει οπωσδήποτε η έννοια της υποκειμενικότητος. Θα' πρεπε μάλιστα να πούμε πώς η έννοια της διϋποκειμενικότητος γίνεται κατανοητή μόνον στο μέτρο στο οποίο έχουμε ξεκαθαρίσει την έννοια της υποκειμενικότητος και του υποκειμένου, και τον ρόλο του στην φαινομενολογία.
          Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη  Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Τρίτη 2 Απριλίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (3)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 1η Απριλίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)
Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", κ,16.
     
  Το υπέρτατο όν (ή είναι) είναι ο Νούς, ο οποίος σαν Νόησις Νοήσεως, σαν σκέψη τής σκέψης, αντιπροσωπεύει την δομή και την σύσταση του στοχασμού, του διαλογισμού (του αντικατοπτρισμού). Αυτό που είναι παρόν στον εαυτό του, που έχει την σύσταση του στοχασμού, προσφέρει την μέγιστη ολότητα τού Είναι σαν Παρουσία! 
Εδώ ολοκληρώθηκε η Ελληνική σκέψη, αλλά θέτοντας επίσης στον εαυτό της τήν αντίρρηση ότι ο στοχασμός, αναφορικώς με το καταγωγικό στρέφομαι πρός κάτι, κατευθύνομαι προς κάτι, αντιπροσωπεύει πάντοτε ένα δευτερογενές φαινόμενο. Η σκέψη είναι πρώτα απ'όλα η σκέψη κάποιου πράγματος, σκέψη τίνος, και μόνον στην συνέχεια είναι μία σκέψη της σκέψης. Ο Αριστοτέλης είδε το πρόβλημα με την μεγαλύτερη καθαρότητα! Το να απευθύνομαι στο δικό μου σκεπτόμενο Είναι είναι πάντοτε μόνον ένα παράγωγο (πάρεργο). Έτσι ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε, στον οντολογικό χώρο τής μεταφυσικής, να επαναπροσδιορίσει, να επαναφέρει το σύμπαν, σαν τάξη της κινήσεως του όλου, σε ένα όν (Είναι) υπέρτατο, το οποίο αντιδιαστέλλεται, ξεχωρίζει απο την αυτοσύσταση. Πόσο διαφορετικά όμως τίθεται σε μάς η αυτονόητη αποδεικτική τής αυτοσυνειδήσεως στο κέντρο της φιλοσοφίας! Ο υπερβατικός ιδεαλισμός προσδίδει στην υποκειμενικότητα τον υπέρτατο βαθμό του απολύτου. Μόνον στην επιστροφή στον Αριστοτέλη, ο Franz von Brentano επανέφερε στην συζήτηση, στα μισά του XVIII αιώνος, και αμφέβαλλε για το πρωτείο της αυτοσυνειδήσεως. Αυτόν διαδέχθηκε ο Μάξ Σέλλερ, ο οποίος επέμεινε στο πρωτείο τού δεδομένου του πράγματος σε σχέση με εκείνο τής αυτοσυνειδήσεως [χωρίς να την καταργήσει].  Εκείνο που καθόρισε, η αιτιώδης αρχή, στην μοντέρνα σκέψη, το πρωτείο της αυτοσυνειδήσεως απέναντι στο πρωτείο τής συνειδήσεως του πράγματος, στάθηκε το πρωτείο τής βεβαιότητος σε σχέση με την αλήθεια, το οποίο βασίζεται με την σειρά του στην έννοια τής μεθόδου της μοντέρνας επιστήμης. Σε απόλυτη διαφορά απο την κλασσική έννοια τής μεθόδου κατανοείται σαν η οδός τής αυτοβεβαιώσεως, και μ'αυτή την σημασία, παρά την διαφορά των μεθόδων, η αληθινή μέθοδος είναι μόνο μία.   

Η τελευταία σύνθεση, η οποία σαν συστηματική φιλοσοφική κατασκευή επηρέασε τα μέγιστα, υπήρξε η σύνθεση του γερμανικού ιδεαλισμού. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι οι διάδοχοι του Κάντ επανέφεραν την θεμελίωση όλης της γνώσεως στην πρώτη και υπέρτατη αρχή της αυτοσυνειδησίας (το νέο summum Bonum). Αυτό σημαίνει μάλιστα, όπως το είχε πεί και ο Κάντ, μία "επανάσταση Κοπερνικάνα". Με το γέμισμα με περιεχόμενο, της τυπικής έννοιας τής αυτογνωσίας [όπως ο Αυγουστίνος πρώτος γέμισε γνώση την πίστη], ασχολήθηκαν οι διάδοχοι του Κάντ. Ο Σέλλινγκ σχεδίασε μία φιλοσοφία της φύσεως, η οποία έπρεπε να δημιουργήσει την απόδειξη του ιδεαλισμού στο πεδίο της φυσικής, καθότι στην σύσταση των δυνάμεων η φύση φτάνει την μέγιστη δύναμη όταν η αστραπή που προέρχεται απο το απόλυτο [η έμπνευση, η μυστικιστική εμπειρία], ωριμάζει την αυτοσυνειδησία. Ο Χέγκελ στη συνέχεια, πηγαίνοντας πέρα απο τον Σέλλινγκ, επανέφερε ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστορικής συνειδήσεως στην έννοια του ιδεαλισμού, και στην βάση τής διαλεκτικής τής έννοιας του ιδεαλισμού, και στην βάση της διαλεκτικής τής έννοιας της ζωής, έφτασε τέλος στην έννοια τής αυτοσυνειδησίας.
Τοιουτοτρόπως ετοιμάστηκε σιγά-σιγά, ο ρόλος που έπρεπε να διαδραματίσει στην συνέχεια στην φιλοσοφία του XIX και XX αιώνος, η έννοια της ζωής. Το καθοριστικό πέρασμα βρίσκεται στην φαινομενολογία τού Χέγκελ, στο διάσημο κεφάλαιο το οποίο φανερώνει την σημασία της εργασίας. Η αληθινή αυτογνωσία θεμελιώνεται στην εργασία. Καθώς αποτυπώνεται στο άλλο, η επεξεργασμένη με την εργασία μορφή, κατορθώνεται η ιδιοποίηση του ξένου [διάσημη έννοια του Ακινάτη, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την ιδιοποίηση των ιδιοτήτων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, των σχέσεων τους και η οποία γέννησε την θεωρία της Αναλογίας που κυριαρχεί στην Θεολογία].
Αυτή είναι η πρώτη υψηλή μορφή αυτογνωσίας, ξεκινώντας απο την οποία, η οδός αυτή μας κατευθύνει στην πιό υψηλή αυτοσυνειδησία του πνεύματος.
Σ'αυτή την οδό βρίσκεται η κριτική τής αυτοσυνειδησίας, έτσι όπως διενεργήθηκε απο τον Μάρξ και απο την κριτική τής ιδεολογίας και μέχρι σήμερα, μάλιστα αυτή η κριτική κυριαρχεί, αρχής γενομένης απο τον Νίτσε, την φιλοσοφική σκέψη. Με μία πολύ γνωστή διατύπωση ο Νίτσε επιτέθηκε στην ιδεαλιστική αρχή της αυτοσυνειδησίας, επαναλαμβάνοντας μάλιστα τον Καρτέσιο, λέγοντας: "Πρέπει να αμφιβάλλουμε ακόμη πιό βαθειά". Απο τότε και στο εξής, μας φαίνεται σαν μία απλότης και αγαθότης, να εκλαμβάνουμε σαν απαράβατα γεγονότα, τις βεβαιώσεις τής αυτοσυνειδησίας. Ο Νίτσε ήδη αναφέρεται στην λειτουργία τού ονείρου, την οποία αργότερα ο Φρόϋντ θα την τοποθετήσει στο κέντρο, όταν λέει πώς ένας που κοιμάται βαθειά επανερμηνεύει τον ήχο του ξυπνητηριού, σαν κανονιά και ονειρεύεται στην συνέχεια μία ολόκληρη πεδινή μάχη, μόνο και μόνο για να μήν ξυπνήσει. Αυτό που ενώνει τον Μάρξ, τον Νίτσε και τον Φρόϋντ είναι οπωσδήποτε το γεγονός πώς δέν πιστεύουν πώς μπορεί να εκληφθεί σαν θετικό αυτό που μας δίνει η αυτοσυνειδησία σαν ένα απόλυτο δεδομένο. Απο εδώ προκύπτει και ο νέος ρόλος που περιέχει η έννοια της ερμηνείας. Ας σκεφθούμε τον διάσημο λόγο του Νίτσε: "Εγώ δέν γνωρίζω ηθικά φαινόμενα. Γνωρίζω μόνον μία ηθική ερμηνεία των φαινομένων". Η γλωσσική χρήση τής λέξεως "ερμηνεία" στον Νίτσε είναι καθαυτή μία επανάληψη μίας λέξης η οποία προέρχεται απο την επαγγελματική γλώσσα των φιλολόγων. Αλλά φυσικά έχει μία βαθύτατη σημασία το γεγονός ότι αυτή η γλωσσική χρήση της "ερμηνείας" υψώθηκε, πέραν της χρήσεως της απο τους φιλολόγους, στο επίπεδο μίας βασικής κατηγορίας της μοντέρνας φιλοσοφίας. Ακόμη και η Χαϊντεγκεριανή επανάληψη της έννοιας διαχωρίζει απο το ένα μέρος την ιδιαίτερη και αληθινή της επανάληψη, αλλά ταυτόχρονα και την κριτική ανάπτυξη της έννοιας του φαινομένου τής φαινομενολογίας του Χούσσερλ.
Τί συμβαίνει όμως τώρα στην προβληματική τής υποκειμενικότητος στο φώς του Χάιντεγερ και της κριτικής που άσκησε απέναντι στον Χούσσερλ; Είναι γνωστό ότι ο Χάϊντεγκερ ακόμη και στο Είναι και Χρόνος τροποποίησε την γλωσσική χρήση του "φαινομένου" στον Χούσσερλ, θεωρώντας ότι το αληθινό έργο της φαινομενολογίας ήταν να καθαρίσει την έννοια τού φαινομένου, κάτι που δέν είχε επιτευχθεί κατά την άποψη του με την απλή αποφθεγματική λέξη του Χούσσσερλ "στα ίδια τα πράγματα". Για νά αποκαλυφθεί κάτι, για να κατορθώσει να φανερωθεί, πρέπει να υπάρξει μία εμφάνιση αυτού που είναι κρυμμένο, απόκρυφο. Η λέξη "φαινομενολογία" λοιπόν δέν σημαίνει μόνον "περιγραφή του δεδομένου", αλλά περιέχει και την εμφάνιση αυτού που είναι κεκρυμμένο, το οποίο δέν πρέπει να υφίσταται αναγκαίως σε λανθασμένες θεωρητικές κατασκευές. Και έτσι ακριβώς πρωτοεμφανίστηκε η φαινομενολογική τέχνη της περιγραφής, σαν ξεκαθάρισμα δογματικών προκαταλήψεων, όπως για παράδειγμα των μηχανιστικών θεωριών του δόγματος της αντιλήψεως, της αισθήσεως ή επίσης των ηδονιστικών θεωριών. Αυτή ήταν η βασική ώθηση την οποία μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε επί το έργον στην φαινομενολογική στροφή, όπως για παράδειγμα στον Pfander και στην σχολή του Theodor Lipps, αλλά και στον νεαρό Μάξ Σέλλερ! Ο ίδιος ο Χούσσερλ εξαλλου μιλά και για αισθησιακά στοιχεία στο φαινόμενο της αισθήσεως, τα οποία ονομάζει "υλιστικά δεδομένα", αλλά αυτός το κάνει για να τονίσει τους καθορισμένους τυπικούς χαρακτήρες που περιέχονται στην αίσθηση και για να φανερώσει εις βάθος το σωματικό δεδομένο του αντικειμένου της αισθήσεως.
Η κριτική του Χάιντεγκερ υπήρξε πιό ριζική. Αφορούσε την ίδια την έννοια του φαινομένου και του σωματικού δεδομένου τής αισθήσεως, διότι αυτή σε τελευταία ανάλυση, στον Χούσσερλ, αναφέρεται στην αποδεικτική βεβαιότητα της αυτοσυνειδησίας. Με την εισαγωγή τής έννοιας της καθαρής παρουσίας και με τον προβληματισμό της μέσω τής έννοιας τού χειροπιαστού είναι, και του Dasein, του είναι εδώ και τώρα, ο Χάιντεγκερ υπερέβη κριτικά την έννοια, τον ορίζοντα του χρόνου, και μ'αυτό ακόμη και την ίδια την υπέρβαση της χρονικής συνειδήσεως, η οποία είχε περιγραφεί με τόση τέχνη απο τον Χούσσερλ. Απέδειξε ότι αυτό το υποτιθέμενο δεδομένο παραμένει στον κύκλο της ελληνικής εμπειρίας του Είναι. Αυτό ισχύει για όλο αυτό που εξυπακούεται στην έννοια του υπερβατικού Εγώ και της αποδεικτικής του βεβαιότητος, όπου συστήνονται τα φαινόμενα.
Ήδη ο Αυγουστίνος είχε επεξεργαστεί τις απορίες τής χρονικής συνειδήσεως για την οποία το "τώρα" για την ακρίβεια δέν "είναι" καθότι ήδη στην ταυτοποίησή του έχει παρέλθει, έχει περάσει. Ο Χούσσερλ είδε καθαρά λοιπόν πώς και η ουσία τής αυτοσυνειδήσεως, ενώ προσπαθεί να αναπαραστήσει το είναι της, μπλέκεται στις απορίες της χρονικότητος. Ο στοχαζόμενος εαυτός (se) γκρεμίζεται σε μία ασυγκράτητη πρόοδο αλληλεπιδράσεως, καθότι ο στοχασμός μπορεί πάντοτε να στοχαστεί γύρω απο το στοχαζόμενο se. Έτσι απο την ίδια σύσταση τού στοχασμού συνεπάγεται πώς πρέπει να χαθεί σε μία κενή αλληλεπίδραση. Αυτή είναι η έννοια μίας υπερβατικής υποκειμενικότητος του Χούσσερλ, η οποία εμπλέκει καθαυτή την ασυγκράτητη, κενή κούρσα τής αλληλεπιδράσεως.
Το βήμα που έκανε ο Χάιντεγκερ βρίσκεται στο γεγονός ότι ανεκάλυψε και σ'αυτή την έννοια της αυτοσυνειδησίας την μυστική επιρροή της ελληνικής οντολογίας και στην αφαίρεση, απο την έννοια της συνειδήσεως, της αξίας της και της λειτουργίας της, τόσο βασικής στον υπερβατικό ιδεαλισμό.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (2)

 Συνέχεια από: Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.  
   "Αλήθεια και Μέθοδος 2", κ,16.
       
Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα!

"Ο Πλούταρχος λέει ότι «αν η γνώση και η σκέψη της πραγματικότητας αποτύχουν, η αθανασία δεν θα είναι πλέον ζωή , αλλά χρόνος» (Ίσις και Όσιρις, 35 e). Και έτσι, σύμφωνα με τη ρήση του Πλούταρχου, η αθανασία δεν αφορά καθόλου μια μορφή υπέρβασης, αλλά την εμμένεια, hic et nunc (εδώ και τώρα)".

Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Αυτό συνέβη μέσω της Καρτεσιανής εννοιολογήσεως τού Cogito me cogitare, το οποίο μέσω του John Locke προσέλαβε μία σπουδαιότητα καθολικώς κεκτημένη. Σ' αυτή απεδόθη ένα γνωσιολογικό πρωτείο, σαν απαράβατο θεμέλιο, το οποίο αντιστέκεται σε κάθε αμφιβολία quandin cogito, εφόσον εγώ σκέπτομαι-οτιδήποτε πράγμα εγώ σκέπτομαι. Ξεκινώντας απο εδώ ανεπτύχθη η έννοια της υποκειμενικότητος. Ο Καντ στη συνέχεια οδήγησε την λέξη και την έννοια, στην νίκη, αναγνωρίζοντας την λειτουργία τής υποκειμενικότητος στην υπερβατική σύνθεση της αντιλήψεως, η οποία πρέπει να συνοδεύει όλες μας τις αναπαραστάσεις και η οποία τους προσδίδει ενότητα. Όπως στην φύση οι καταστάσεις και οι μεταβλητές διεργασίες εμφανίζονται πάντοτε σε κάτι τί που είναι σταθερό και αμετάβλητο, έτσι και η εναλλαγή των αναπαραστάσεων στηρίζεται στο γεγονός ότι ανήκουν σε ένα σταθερό εγώ. Αυτός είναι ο εννοιολογικός χώρος στον οποίο συνέβη το πέρασμα απο την ουσία στο υποκείμενο.
Μ'αυτό η δομή τού στοχασμού (αντικατοπτρισμού, διότι ο στοχασμός και ο διαλογισμός είναι ένας καθρέφτης, τοποθετημένος εσωτερικά απο τον Αυγουστίνο, επιτρέποντας μ'αυτόν τον τρόπο την υποκειμενική σύνθεση του εξωτερικού κόσμου. Η σύνθεση αυτή ονομάστηκε ιστορία ή ουσιαστικώτερα πλέον σήμερα αυτοβιογραφία! Σήμερα χωρίς ένα καλό βιογραφικό δέν κερδίζεις την ζωή της εργασίας, και με ένα καλό αυτοβιογραφικό, στο οποίο αποδεδειγμένα θα φταίνε οι άλλοι, δέν κερδίζεις την ζωή της αθανασίας), τοποθετείται στο κέντρο της φιλοσοφίας. Όσον αφορά την μορφοποίηση της λέξης, στοχασμός και διαλογικότης προέρχονται απο την λατινική έκφραση reflexio, η οποία μας έφτασε απο την οπτική και το καθρέφτισμα! Αυτό το τελευταίο (το καθρέφτισμα) δέν κατόρθωσε να αναπτυχθεί πρίν απο την εμφάνιση της σχολαστικής επιστήμης (η οποία μιμήθηκε την Ελληνική φιλοσοφία), στην νέα εννοιολογική σημασία ή οποία μάς είναι οικεία. Πρωτογενώς ο όρος αυτός έδειξε μόνον την ιδιαιτερότητα του φωτός, για την οποία αυτό που θα βρεθεί στο φώς, φανερώνει το ίδιο το φώς. Αυτό μπόρεσε να προσληφθεί σαν το καθοριστικό σημείο της αυτοσύστασης και της αυτονομίας η οποία σαν αυτοκίνηση, χαρακτηρίζει την καθαυτή ζωή, και για τους Έλληνες συνιστά την έννοια της ψυχής. Ότι μία τέτοια δομή χαρακτηρίζει την ζωή σαν τέτοια είναι αυτονόητο και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Αλλά ακόμη και το φυτό, με την αφομοίωση, γίνεται οργανική ενότης και διατηρείται σαν τέτοια. Η αριστοτελική παράδοση αυτό το ονόμασε φυτική ψυχή. Σ'αυτή την θεμελιώδη δομή τού οργανισμού υπονοούνται διάφορα προβλήματα τα οποία έχουν ήδη συζητηθεί στους χρόνους του Πλάτωνος. Πως μπορεί να υπάρχει αυτοκίνηση εάν κάθε τί που κινείται πρέπει να έχει κάτι που το κινεί; Όλη η προβληματική του αυτό- κινούν, την οποία συζητά ο Αριστοτέλης στο 8ο βιβλίο της φυσικής τοποθετείται εδώ, και βρίσκει τον δικό της χαρακτηρισμό στην έννοια του Νού. Σ'αυτόν αναγνωρίζουμε την έννοια του Πνεύματος και γι'αυτό ο Χέγκελ, ολοκλήρωσε το δικό του σύστημα των φιλοσοφικών επιστημών, το οποίο ονόμασε Εγκυκλοπαίδεια, με μία αναφορά στον Αριστοτέλη, σαν να επρόκειτο για την τελευταία λέξη. Το υπέρτατο όν (ή είναι) είναι ο Νούς, ο οποίος σαν Νόησις Νοήσεως, σαν σκέψη τής σκέψης, αντιπροσωπεύει την δομή και την σύσταση του στοχασμού, του διαλογισμού (του αντικατοπτρισμού). Αυτό που είναι παρόν στον εαυτό του, που έχει την σύσταση του στοχασμού, προσφέρει την μέγιστη ολότητα τού Είναι σαν Παρουσία! 
Εδώ ολοκληρώθηκε η Ελληνική σκέψη, αλλά θέτοντας επίσης στον εαυτό της τήν αντίρρηση ότι ο στοχασμός, αναφορικώς με το καταγωγικό στρέφομαι πρός κάτι, κατευθύνομαι προς κάτι, αντιπροσωπεύει πάντοτε ένα δευτερογενές φαινόμενο. Η σκέψη είναι πρώτα απ'όλα η σκέψη κάποιου πράγματος, σκέψη τίνος, και μόνον στην συνέχεια είναι μία σκέψη της σκέψης. Ο Αριστοτέλης είδε το πρόβλημα με την μεγαλύτερη καθαρότητα! Το να απευθύνομαι στο δικό μου σκεπτόμενο Είναι είναι πάντοτε μόνον ένα παράγωγο (πάρεργο). Έτσι ο Αριστοτέλης υποχρεώθηκε, στον οντολογικό χώρο τής μεταφυσικής, να επαναπροσδιορίσει, να επαναφέρει το σύμπαν, σαν τάξη της κινήσεως του όλου, σε ένα όν (Είναι) υπέρτατο, το οποίο αντιδιαστέλλεται, ξεχωρίζει απο την αυτοσύσταση. Πόσο διαφορετικά όμως τίθεται σε μάς η αυτονόητη αποδεικτική τής αυτοσυνειδήσεως στο κέντρο της φιλοσοφίας! Ο υπερβατικός ιδεαλισμός προσδίδει στην υποκειμενικότητα τον υπέρτατο βαθμό του απολύτου. Μόνον στην επιστροφή στον Αριστοτέλη, ο Franz von Brentano επανέφερε στην συζήτηση, στα μισά του XVIII αιώνος, και αμφέβαλλε για το πρωτείο της αυτοσυνειδήσεως. Αυτόν διαδέχθηκε ο Μάξ Σέλλερ, ο οποίος επέμεινε στο πρωτείο τού δεδομένου του πράγματος σε σχέση με εκείνο τής αυτοσυνειδήσεως [χωρίς να την καταργήσει].  Εκείνο που καθόρισε, η αιτιώδης αρχή, στην μοντέρνα σκέψη, το πρωτείο της αυτοσυνειδήσεως απέναντι στο πρωτείο τής συνειδήσεως του πράγματος, στάθηκε το πρωτείο τής βεβαιότητος σε σχέση με την αλήθεια, το οποίο βασίζεται με την σειρά του στην έννοια τής μεθόδου της μοντέρνας επιστήμης. Σε απόλυτη διαφορά απο την κλασσική έννοια τής μεθόδου κατανοείται σαν η οδός τής αυτοβεβαιώσεως, και μ'αυτή την σημασία, παρά την διαφορά των μεθόδων, η αληθινή μέθοδος είναι μόνο μία. Με την ανάδυση της μοντέρνας επιστήμης αρχίζει για την φιλοσοφία η αιώνια υποχρέωση να μεσολαβήσει ανάμεσα στην παράδοση της μεταφυσικής και την μοντέρνα επιστήμη! Είναι το χρέος και η ευθύνη να ενωθεί κάτι που δέν ενώνεται, όπως η οδός της εμπειρίας της επιστήμης και οι αιώνιες αλήθειες της μεταφυσικής. Έτσι είναι δυνατόν να εξηγηθεί το γεγονός ότι στην μοντέρνα εποχή η αρχαία έννοια του συστήματος βρήκε μία εφαρμογή στην φιλοσοφία. Στην αρχαία γλωσσική χρήση των Ελλήνων το σύστημα έπαιξε κάποιον ρόλο μόνο στην αστρονομία και στην μουσική, δηλαδή εκεί όπου τίθεται, όπως και στο στερέωμα, το πρόβλημα της εναρμονήσεως της κυκλικής κινήσεως του έναστρου ουρανού με την ακανόνιστη κίνηση των πλανητών, ή επίσης να αντιστοιχίσει την σκάλα των ήχων. Η μεταφορά τής έννοιας του συστήματος στην φιλοσοφία θέτει τώρα στην φιλοσοφία την ίδια υποχρέωση τής μεσολαβήσεως, της μεσότητος, της συνεχούς αναπτύξεως της επιστημονικής έρευνας με την απαίτηση στην αλήθεια απο μέρους της φιλοσοφίας. Στον Λάϊμπνιτς η έκφραση αυτή γίνεται ο κατεξοχήν τίτλος της φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (1)

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", n 16.
        
  Η έννοια της διυποκειμενικότητος εισήλθε στην κοινή συνείδηση σαν η προβληματική πλευρά του μεγάλου προγράμματος του Χούσσερλ, μιάς υπερβατικής φαινομενολογίας. Στην όψιμη σκέψη του Χούσσερλ έπαιξε τον ρόλο σχεδόν τής λυδίας λίθου. Όχι μόνον η μάζα των χειρογράφων του σχετικά με το θέμα κυκλοφόρησε σε τρείς τόμους, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή ακριβώς η προβληματική πλευρά, γνωστή πλέον σαν "φαινομενολογία του κόσμου της ζωής" γνώρισε νέες αναπτύξεις ήδη απο την εποχή του '40, όταν ο Aron Gurwitsch και ο Alfred Schntz, είδαν στην έννοια του "κόσμου της ζωής" μία απομάκρυνση απο την αρχή της υπερβατικής υποκειμενικότητος και ένα ξεκίνημα νέων αναπτύξεων. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν να καταστήσουν παραγωγική την έννοια του κόσμου της ζωής για την θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, κάτι που γνώρισε την επιτυχία στην αμερικανική φιλοσοφία της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αφιερώσουμε μία ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της διυποκειμενικότητος.
          Υπάρχουν όμως και άλλοι τόσοι λόγοι για να αναγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα και την ριζικότητα του προγράμματος του Χούσσερλ σχετικά με μία υπερβατική φαινομενολογία. Όμως η χρήση της προβληματικής τοποθετήσεως τής διυποκειμενικότητος απο τον ίδιο τον Χούσσερλ, για την φαινομενολογία του κόσμου της ζωής μας υποχρεώνει στην κριτική. Και δέν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στον Χούσσερλ πιό αργά δέν έγινε πλέον λόγος για μία απομάκρυνση απο τον υπερβατικό  ιδεαλισμό. Μάλλον και ο ίδιος τελικώς είδε το αυθεντικό αποτέλεσμα της φαινομενολογίας στην ριζική φιλοσοφικο-υπερβατική θεμελίωση. Σε σχέση με την κυρίαρχη τότε σχολή του νεοκαντισμού, την σχολή του Μαρβούργου, ισχυριζόταν, φυσικά με μία μεγάλη αυτογνωσία, ότι μόνον η δική του ξεχωριστή φαινομενολογική εργασία θα κατόρθωνε μία πραγματική θεμελίωση του υπερβατικού συστήματος.
          Σήμερα συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο νεοκαντισμός, αντίθετα απο την δική του αυτοσυνειδησία, δέν υπήρξε ποτέ μία επιστροφή στον Κάντ. Υπήρξε στην πραγματικότητα μία επιστροφή στον Φίχτε, και έτσι η ανάπτυξη του έπρεπε να οδηγήσει στον Χέγκελ και να καταστήσει οικεία, στην φιλοσοφία των πανεπιστημίων και στην ιστορία της φιλοσοφίας, την έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας" έως ότου στις αρχές του ΧΧ αιώνος να φτάσει σε μία κριτική στροφή απέναντι στο σύστημα.
          Μπορούμε να το επαληθεύσουμε στο πρόβλημα της διυποκειμενικότητος. Ας σκεφθούμε το ξεκίνημα. Ακριβώς στο γύρισμα του αιώνος, ιδιαιτέρως μέσω της προσλήψεως του Κίρκεγκαρντ, αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη υπερβατική φιλοσοφία, όπως στην εποχή του ο Κίρκεγκαρντ, είχε επιτεθεί στον Χέγκελ. Το πράγμα είχε ξεκινήσει στην Ισπανία, όπου ο Unamuno είχε εμπνεύσει μία ολόκληρη νεότερη γενιά. Σταδιακά και ιδίως μέσω των εργασιών του Schrempf, ο Κίρκεγκαρντ επηρέαζε όλο και περισσότερο την Γερμανία, ακόμη και συγγραφείς σαν τον Martin Buber κ.α. Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε και το κείμενο του Jaspers στον Κίρκεγκαρντ (1920). Φυσικά όλο αυτό δέν γινόταν κατανοητό σαν διϋποκειμενικότης, αλλά η έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας", με την επιβολή της "φιλοσοφίας της υπάρξεως", έφτανε στην δύση της.
          Απο καιρό ακολουθώ την μεθοδική αρχή να μήν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα χωρίς να έχω δώσει προηγουμένως μία ιστορικο-εννοιολογική νομιμοποίηση. Πρέπει να φανερώσουμε όλα όσα προηγήθηκαν στην γλώσσα μας για την φιλοσοφία, ερευνώντας μία κατανόηση των εννοιολογικών λέξεων με τις οποίες εργάζεται η φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν, πίσω απο την έννοια της διϋποκειμενικότητος υπάρχει οπωσδήποτε η έννοια της υποκειμενικότητος. Θα' πρεπε μάλιστα να πούμε πώς η έννοια της διϋποκειμενικότητος γίνεται κατανοητή μόνον στο μέτρο στο οποίο έχουμε ξεκαθαρίσει την έννοια της υποκειμενικότητος και του υποκειμένου, και τον ρόλο του στην φαινομενολογία.
          Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη  Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2024

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (1)

 ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)

Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", n 16.
        
  Η έννοια της διυποκειμενικότητος εισήλθε στην κοινή συνείδηση σαν η προβληματική πλευρά του μεγάλου προγράμματος του Χούσσερλ, μιάς υπερβατικής φαινομενολογίας. Στην όψιμη σκέψη του Χούσσερλ έπαιξε τον ρόλο σχεδόν τής λυδίας λίθου. Όχι μόνον η μάζα των χειρογράφων του σχετικά με το θέμα κυκλοφόρησε σε τρείς τόμους, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι αυτή ακριβώς η προβληματική πλευρά, γνωστή πλέον σαν "φαινομενολογία του κόσμου της ζωής" γνώρισε νέες αναπτύξεις ήδη απο την εποχή του '40, όταν ο Aron Gurwitsch και ο Alfred Schntz, είδαν στην έννοια του "κόσμου της ζωής" μία απομάκρυνση απο την αρχή της υπερβατικής υποκειμενικότητος και ένα ξεκίνημα νέων αναπτύξεων. Αυτοί οι ίδιοι προσπάθησαν να καταστήσουν παραγωγική την έννοια του κόσμου της ζωής για την θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, κάτι που γνώρισε την επιτυχία στην αμερικανική φιλοσοφία της κοινωνίας. Έτσι λοιπόν υπάρχουν πολλοί λόγοι για να αφιερώσουμε μία ιδιαίτερη προσοχή στο θέμα της διυποκειμενικότητος.
          Υπάρχουν όμως και άλλοι τόσοι λόγοι για να αναγνωρίσουμε την αποτελεσματικότητα και την ριζικότητα του προγράμματος του Χούσσερλ σχετικά με μία υπερβατική φαινομενολογία. Όμως η χρήση της προβληματικής τοποθετήσεως τής διυποκειμενικότητος απο τον ίδιο τον Χούσσερλ, για την φαινομενολογία του κόσμου της ζωής μας υποχρεώνει στην κριτική. Και δέν μπορούμε επίσης να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στον Χούσσερλ πιό αργά δέν έγινε πλέον λόγος για μία απομάκρυνση απο τον υπερβατικό  ιδεαλισμό. Μάλλον και ο ίδιος τελικώς είδε το αυθεντικό αποτέλεσμα της φαινομενολογίας στην ριζική φιλοσοφικο-υπερβατική θεμελίωση. Σε σχέση με την κυρίαρχη τότε σχολή του νεοκαντισμού, την σχολή του Μαρβούργου, ισχυριζόταν, φυσικά με μία μεγάλη αυτογνωσία, ότι μόνον η δική του ξεχωριστή φαινομενολογική εργασία θα κατόρθωνε μία πραγματική θεμελίωση του υπερβατικού συστήματος.
          Σήμερα συνειδητοποιούμε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο νεοκαντισμός, αντίθετα απο την δική του αυτοσυνειδησία, δέν υπήρξε ποτέ μία επιστροφή στον Κάντ. Υπήρξε στην πραγματικότητα μία επιστροφή στον Φίχτε, και έτσι η ανάπτυξη του έπρεπε να οδηγήσει στον Χέγκελ και να καταστήσει οικεία, στην φιλοσοφία των πανεπιστημίων και στην ιστορία της φιλοσοφίας, την έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας" έως ότου στις αρχές του ΧΧ αιώνος να φτάσει σε μία κριτική στροφή απέναντι στο σύστημα.
          Μπορούμε να το επαληθεύσουμε στο πρόβλημα της διυποκειμενικότητος. Ας σκεφθούμε το ξεκίνημα. Ακριβώς στο γύρισμα του αιώνος, ιδιαιτέρως μέσω της προσλήψεως του Κίρκεγκαρντ, αμφισβητήθηκε η κυρίαρχη υπερβατική φιλοσοφία, όπως στην εποχή του ο Κίρκεγκαρντ, είχε επιτεθεί στον Χέγκελ. Το πράγμα είχε ξεκινήσει στην Ισπανία, όπου ο Unamuno είχε εμπνεύσει μία ολόκληρη νεότερη γενιά. Σταδιακά και ιδίως μέσω των εργασιών του Schrempf, ο Κίρκεγκαρντ επηρέαζε όλο και περισσότερο την Γερμανία, ακόμη και συγγραφείς σαν τον Martin Buber κ.α. Μεγάλο ρόλο διαδραμάτισε και το κείμενο του Jaspers στον Κίρκεγκαρντ (1920). Φυσικά όλο αυτό δέν γινόταν κατανοητό σαν διϋποκειμενικότης, αλλά η έννοια του "συστήματος της φιλοσοφίας", με την επιβολή της "φιλοσοφίας της υπάρξεως", έφτανε στην δύση της.
          Απο καιρό ακολουθώ την μεθοδική αρχή να μήν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα χωρίς να έχω δώσει προηγουμένως μία ιστορικο-εννοιολογική νομιμοποίηση. Πρέπει να φανερώσουμε όλα όσα προηγήθηκαν στην γλώσσα μας για την φιλοσοφία, ερευνώντας μία κατανόηση των εννοιολογικών λέξεων με τις οποίες εργάζεται η φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν, πίσω απο την έννοια της διϋποκειμενικότητος υπάρχει οπωσδήποτε η έννοια της υποκειμενικότητος. Θα' πρεπε μάλιστα να πούμε πώς η έννοια της διϋποκειμενικότητος γίνεται κατανοητή μόνον στο μέτρο στο οποίο έχουμε ξεκαθαρίσει την έννοια της υποκειμενικότητος και του υποκειμένου, και τον ρόλο του στην φαινομενολογία.
          Αυτό που έδωσε την βασική μορφή στην λέξη  Subjectum και στην έννοια τής υποκειμενικότητος, η οποία μας φαινόταν τόσο αυτονόητη, ήταν το γεγονός πώς το "υποκείμενο" σήμαινε σχέση με τον εαυτό, στοχάζομαι (διαλογίζομαι αντανακλαστικά και έμμεσα, σήμερα ονομάζεται σκέψη) σήμαινε την εγωϊκότητα. Στην αντίστοιχη ελληνική λέξη, υποκείμενον, αυτό όλο το πράγμα δέν υπάρχει στο βάθος". Με αυτή την σημασία το συναντούμε στην φυσική και την μεταφυσική του Αριστοτέλη και μ'αυτή την σημασία διαθέτει και μία πολύ μεγάλη ιστορία στην λατινική παράδοση, σαν substantia ή subjectum. Και οι δύο όροι είναι μία μετάφραση του υποκείμενον, η οποία είναι και σημαίνει, το αμετάβλητο υπόστρωμα, που υπάρχει στην βάση κάθε αλλαγής και αλλοιώσεως. Ο Αριστοτέλης εισάγει αυτή την έννοια σε σχέση με την φύση. Διακρίνει αυτό που συμβαίνει στην φύση, αυτό που εμφανίζεται σε ένα πράγμα, τώρα μ'αυτόν και τώρα με τον άλλον τρόπο, απο το ίδιο το πράγμα, στο οποίο αυτό εμφανίζεται τώρα με τον έναν, τώρα με τον άλλον τρόπο. Αυτή η αριστοτελική διάκριση έχει ήδη προετοιμαστεί στον Πλάτωνα, όταν αυτός ξεχωρίζει το "τί πράγμα", το τί, απο το ποιόν. Η αριστοτελική του χρήση στην φυσική, οδηγεί αυτή την λογικο-γραμματική έννοια του υποκειμένου πολύ κοντά στην ύλη, σαν έννοια για την ύλη, και έχει σαν συνέπεια την εννοιολόγηση της αριστοτελικής μεταφυσικής της ουσίας. Έτσι λοιπόν αναρωτώμεθα πώς έγινε και στην βάση μίας τέτοιας κατευθύνσεως η μοντέρνα έννοια του υποκειμένου και της υποκειμενικότητος κατόρθωσε να λάβει την σημασία που της αποδίδεται σήμερα!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2023

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΣ (3)

 Συνέχεια από: Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ (1975)
Του Hans-Georg Gadamer.

"Αλήθεια και Μέθοδος 2", κ,16.
     
     Η τελευταία σύνθεση, η οποία σαν συστηματική φιλοσοφική κατασκευή επηρέασε τα μέγιστα, υπήρξε η σύνθεση του γερμανικού ιδεαλισμού. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι οι διάδοχοι του Κάντ επανέφεραν την θεμελίωση όλης της γνώσεως στην πρώτη και υπέρτατη αρχή της αυτοσυνειδησίας (το νέο summum Bonum). Αυτό σημαίνει μάλιστα, όπως το είχε πεί και ο Κάντ, μία "επανάσταση Κοπερνικάνα". Με το γέμισμα με περιεχόμενο, της τυπικής έννοιας τής αυτογνωσίας [όπως ο Αυγουστίνος πρώτος γέμισε γνώση την πίστη], ασχολήθηκαν οι διάδοχοι του Κάντ. Ο Σέλλινγκ σχεδίασε μία φιλοσοφία της φύσεως, η οποία έπρεπε να δημιουργήσει την απόδειξη του ιδεαλισμού στο πεδίο της φυσικής, καθότι στην σύσταση των δυνάμεων η φύση φτάνει την μέγιστη δύναμη όταν η αστραπή που προέρχεται απο το απόλυτο [η έμπνευση, η μυστικιστική εμπειρία], ωριμάζει την αυτοσυνειδησία. Ο Χέγκελ στη συνέχεια, πηγαίνοντας πέρα απο τον Σέλλινγ, επανέφερε ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστορικής συνειδήσεως στην έννοια του ιδεαλισμού, και στην βάση τής διαλεκτικής τής έννοιας του ιδεαλισμού, και στην βάση της διαλεκτικής τής έννοιας της ζωής, έφτασε τέλος στην έννοια τής αυτοσυνειδησίας.
Τοιουτοτρόπως ετοιμάστηκε σιγά-σιγά, ο ρόλος που έπρεπε να διαδραματίσει στην συνέχεια στην φιλοσοφία του XIX και XX αιώνος, η έννοια της ζωής. Το καθοριστικό πέρασμα βρίσκεται στην φαινομενολογία τού Χέγκελ, στο διάσημο κεφάλαιο το οποίο φανερώνει την σημασία της εργασίας. Η αληθινή αυτογνωσία θεμελιώνεται στην εργασία. Καθώς αποτυπώνεται στο άλλο, η επεξεργασμένη με την εργασία μορφή, κατορθώνεται η ιδιοποίηση του ξένου [διάσημη έννοια του Ακινάτη, η οποία χρησιμοποιήθηκε για την ιδιοποίηση των ιδιοτήτων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, των σχέσεων τους και η οποία γέννησε την θεωρία της Αναλογίας που κυριαρχεί στην Θεολογία].
Αυτή είναι η πρώτη υψηλή μορφή αυτογνωσίας, ξεκινώντας απο την οποία, η οδός αυτή μας κατευθύνει στην πιό υψηλή αυτοσυνειδησία του πνεύματος.
Σ'αυτή την οδό βρίσκεται η κριτική τής αυτοσυνειδησίας, έτσι όπως διενεργήθηκε απο τον Μάρξ και απο την κριτική τής ιδεολογίας και μέχρι σήμερα, μάλιστα αυτή η κριτική κυριαρχεί, αρχής γενομένης απο τον Νίτσε, την φιλοσοφική σκέψη. Με μία πολύ γνωστή διατύπωση ο Νίτσε επιτέθηκε στην ιδεαλιστική αρχή της αυτοσυνειδησίας, επαναλαμβάνοντας μάλιστα τον Καρτέσιο, λέγοντας: "Πρέπει να αμφιβάλλουμε ακόμη πιό βαθειά". Απο τότε και στο εξής, μας φαίνεται σαν μία απλότης και αγαθότης, να εκλαμβάνουμε σαν απαράβατα γεγονότα, τις βεβαιώσεις τής αυτοσυνειδησίας. Ο Νίτσε ήδη αναφέρεται στην λειτουργία τού ονείρου, την οποία αργότερα ο Φρόϋντ θα την τοποθετήσει στο κέντρο, όταν λέει πώς ένας που κοιμάται βαθειά επανερμηνεύει τον ήχο του ξυπνητηριού, σαν κανονιά και ονειρεύεται στην συνέχεια μία ολόκληρη πεδινή μάχη, μόνο και μόνο για να μήν ξυπνήσει. Αυτό που ενώνει τον Μάρξ, τον Νίτσε και τον Φρόϋντ είναι οπωσδήποτε το γεγονός πώς δέν πιστεύουν πώς μπορεί να εκληφθεί σαν θετικό αυτό που μας δίνει η αυτοσυνειδησία σαν ένα απόλυτο δεδομένο. Απο εδώ προκύπτει και ο νέος ρόλος που περιέχει η έννοια της ερμηνείας. Ας σκεφθούμε τον διάσημο λόγο του Νίτσε: "Εγώ δέν γνωρίζω ηθικά φαινόμενα. Γνωρίζω μόνον μία ηθική ερμηνεία των φαινομένων". Η γλωσσική χρήση τής λέξεως "ερμηνεία" στον Νίτσε είναι καθαυτή μία επανάληψη μίας λέξης η οποία προέρχεται απο την επαγγελματική γλώσσα των φιλολόγων. Αλλά φυσικά έχει μία βαθύτατη σημασία το γεγονός ότι αυτή η γλωσσική χρήση της "ερμηνείας" υψώθηκε, πέραν της χρήσεως της απο τους φιλολόγους, στο επίπεδο μίας βασικής κατηγορίας της μοντέρνας φιλοσοφίας. Ακόμη και η Χαϊντεγκεριανή επανάληψη της έννοιας διαχωρίζει απο το ένα μέρος την ιδιαίτερη και αληθινή της επανάληψη, αλλά ταυτόχρονα και την κριτική ανάπτυξη της έννοιας του φαινομένου τής φαινομενολογίας του Χούσσερλ.
Τί συμβαίνει όμως τώρα στην προβληματική τής υποκειμενικότητος στο φώς του Χάιντεγερ και της κριτικής που άσκησε απέναντι στον Χούσσερλ; Είναι γνωστό ότι ο Χάϊντεγκερ ακόμη και στο Είναι και Χρόνος τροποποίησε την γλωσσική χρήση του "φαινομένου" στον Χούσσερλ, θεωρώντας ότι το αληθινό έργο της φαινομενολογίας ήταν να καθαρίσει την έννοια τού φαινομένου, κάτι που δέν είχε επιτευχθεί κατά την άποψη του με την απλή αποφθεγματική λέξη του Χούσσσερλ "στα ίδια τα πράγματα". Για νά αποκαλυφθεί κάτι, για να κατορθώσει να φανερωθεί, πρέπει να υπάρξει μία εμφάνιση αυτού που είναι κρυμμένο, απόκρυφο. Η λέξη "φαινομενολογία" λοιπόν δέν σημαίνει μόνον "περιγραφή του δεδομένου", αλλά περιέχει και την εμφάνιση αυτού που είναι κεκρυμμένο, το οποίο δέν πρέπει να υφίσταται αναγκαίως σε λανθασμένες θεωρητικές κατασκευές. Και έτσι ακριβώς πρωτοεμφανίστηκε η φαινομενολογική τέχνη της περιγραφής, σαν ξεκαθάρισμα δογματικών προκαταλήψεων, όπως για παράδειγμα των μηχανιστικών θεωριών του δόγματος της αντιλήψεως, της αισθήσεως ή επίσης των ηδονιστικών θεωριών. Αυτή ήταν η βασική ώθηση την οποία μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε επί το έργον στην φαινομενολογική στροφή, όπως για παράδειγμα στον Pfander και στην σχολή του Theodor Lipps, αλλά και στον νεαρό Μάξ Σέλλερ! Ο ίδιος ο Χούσσερλ εξαλλου μιλά και για αισθησιακά στοιχεία στο φαινόμενο της αισθήσεως, τα οποία ονομάζει "υλιστικά δεδομένα", αλλά αυτός το κάνει για να τονίσει τους καθορισμένους τυπικούς χαρακτήρες που περιέχονται στην αίσθηση και για να φανερώσει εις βάθος το σωματικό δεδομένο του αντικειμένου της αισθήσεως.
Η κριτική του Χάιντεγκερ υπήρξε πιό ριζική. Αφορούσε την ίδια την έννοια του φαινομένου και του σωματικού δεδομένου τής αισθήσεως, διότι αυτή σε τελευταία ανάλυση, στον Χούσσερλ, αναφέρεται στην αποδεικτική βεβαιότητα της αυτοσυνειδησίας. Με την εισαγωγή τής έννοιας της καθαρής παρουσίας και με τον προβληματισμό της μέσω τής έννοιας τού χειροπιαστού είναι, και του Dasein, του είναι εδώ και τώρα, ο Χάιντεγκερ υπερέβη κριτικά την έννοια, τον ορίζοντα του χρόνου, και μ'αυτό ακόμη και την ίδια την υπέρβαση της χρονικής συνειδήσεως, η οποία είχε περιγραφεί με τόση τέχνη απο τον Χούσσερλ. Απέδειξε ότι αυτό το υποτιθέμενο δεδομένο παραμένει στον κύκλο της ελληνικής εμπειρίας του Είναι. Αυτό ισχύει για όλο αυτό που εξυπακούεται στην έννοια του υπερβατικού Εγώ και της αποδεικτικής του βεβαιότητος, όπου συστήνονται τα φαινόμενα.
Ήδη ο Αυγουστίνος είχε επεξεργαστεί τις απορίες τής χρονικής συνειδήσεως για την οποία το "τώρα" για την ακρίβεια δέν "είναι" καθότι ήδη στην ταυτοποίησή του έχει παρέλθει, έχει περάσει. Ο Χούσσερλ είδε καθαρά λοιπόν πώς και η ουσία τής αυτοσυνειδήσεως, ενώ προσπαθεί να αναπαραστήσει το είναι της, μπλέκεται στις απορίες της χρονικότητος. Ο στοχαζόμενος εαυτός (se) γκρεμίζεται σε μία ασυγκράτητη πρόοδο αλληλεπιδράσεως, καθότι ο στοχασμός μπορεί πάντοτε να στοχαστεί γύρω απο το στοχαζόμενο se. Έτσι απο την ίδια σύσταση τού στοχασμού συνεπάγεται πώς πρέπει να χαθεί σε μία κενή αλληλεπίδραση. Αυτή είναι η έννοια μίας υπερβατικής υποκειμενικότητος του Χούσσερλ, η οποία εμπλέκει καθαυτή την ασυγκράτητη, κενή κούρσα τής αλληλεπιδράσεως.
Το βήμα που έκανε ο Χάιντεγκερ βρίσκεται στο γεγονός ότι ανεκάλυψε και σ'αυτή την έννοια της αυτοσυνειδησίας την μυστική επιρροή της ελληνικής οντολογίας [η οποία δέν υφίσταται, είναι μία γερμανική κατασκευή] και στην αφαίρεση, απο την έννοια της συνειδήσεως, της αξίας της και της λειτουργίας της, τόσο βασικής στον υπερβατικό ιδεαλισμό.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.