Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προφήτης Ηλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προφήτης Ηλίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Μία τολμηρή ομιλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου περί του Προφήτου Ηλία. - Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας

 

Μία τολμηρή ομιλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου περί του Προφήτου Ηλία.

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας


Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως. Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως… νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.

Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!…

«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.

Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»! Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!… Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.

Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.

Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).

Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.

Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.

Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.

Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.

Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».

Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.

Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).

Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.

Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί παραπονέθηκε στόν προφήτη.

Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.

Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.

Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο. Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα. Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”». Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).

Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.

Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!

Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται;;; ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».

Τρίτη 22 Ιουλίου 2025

Αρχ. Συμεών Κραγιόπουλος, Ἡ εἰς οὐρανόν πυρφόρος ἀνάβασις τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Τί μᾶς πειράζει νά γίνουμε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ;

Τελοῦμε σήμερα [χθες] τή μνήμη τοῦ ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, ὅπως λέγεται. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγάλους προφῆτες, ἕνας ἀπό τούς πιό δυνατούς προφῆτες, ἕνας ἀπό τούς πιό εὐλογημένους ἀπό τόν Θεό, ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς πού ἔκαναν πολλά θαύματα. Καί θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὁ προφήτης Ἠλίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος πού ἔδωσε ὅλο τόν ἑαυτό του στόν Θεό καί ἔγινε δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἐπίσης ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός.

Ἐνῶ μοιάζει νά εἶναι μιά ξεχωριστή περίπτωση, ὅμως ἔχουμε καί ἄλλα τέτοια παραδείγματα καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη. Καί ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι τό ὑπόδειγμά μας, καί καλούμαστε νά μιμούμαστε τόν ἴδιο τόν Χριστό, πόσο μᾶλλον μποροῦμε καί πρέπει νά μιμούμαστε τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, τούς προφῆτες, τούς ἁγίους. Ὁ προφήτης εἶναι ἕνα παράδειγμα ζωντανό. Γιατί νά μήν παραδειγματισθεῖ ὁ καθένας, γιατί νά μήν τόν μιμηθεῖ ὁ καθένας καί νά τόν ἀκολουθήσει;

Τί μᾶς πειράζει νά γίνουμε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ; Γιατί θέλουμε ν᾿ ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας; Δέν τό βλέπουμε ὅτι ἡ ζωή τελικά δέν ἔχει καμιά χάρη, εἶναι μιά ταλαιπωρία, μιά περιπέτεια, κάτι τό ἀνούσιο καί τό ἄχαρο, ἐνόσω δέν γίνεται κανείς δοῦλος τοῦ Θεοῦ; Δέν τό βλέπουμε; Βέβαια, ὡς δοῦλος τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει κανείς τίποτε. Ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὡστόσο εἶναι καί δικά του. Ἀλλά δέν ἔχει τίποτε.

Ὅπως διαβάζουμε στήν Παλαιά Διαθήκη, ὁ προφήτης Ἠλίας, ἐνῶ τόσα τοῦ χάρισε ὁ Θεός καί τόσα τόν ἀξίωσε ὁ Θεός νά κάνει, τελικά μένει μόνος, μονότατος. Δέν ἔχει νά κερδίσει κανείς ἀπ᾿ αὐτή τήν πλευρά τίποτε. Ὅσο χάνει κανείς, τόσο κερδίζει. Ἐμεῖς καθώς φροντίζουμε νά μή χάσουμε τά διάφορα καλά αὐτῆς τῆς ζωῆς, καί τά ἀθῶα ἀκόμη, χάνουμε τόν Θεό, χάνουμε τά τοῦ Θεοῦ καί γι᾿ αὐτό ἡ ζωή μας, εἴπαμε, εἶναι ἄχαρη. Καί ἀπορεῖ κανείς πῶς ἄνθρωποι πού ἔχουμε νοῦ, πού σκεπτόμαστε καί ἔχουμε τόσα δεδομένα μπροστά μας, τελικά δέν γινόμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί πασχίζουμε ἀλλιῶς νά ζήσουμε. Ἀπορεῖ κανείς. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο. Τό μόνο πού ὑπάρχει εἶναι ὁ Θεός, τό μόνο πού ὑπάρχει εἶναι ν᾿ ἀφοσιωθεῖς στόν Θεό, καί νά σοῦ ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεός.

Νά γίνουμε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ μέχρι σημείου πού νά μᾶς ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεός καί νά μᾶς ἐμπιστευθεῖ πλήρως. Ἀλλά νά μᾶς ἐμπιστευθεῖ ἔτσι ὁ Θεός, ὥστε ὅ,τι θέλει νά μᾶς τό δίνει καί ὅταν θέλει πάλι νά μᾶς τό παίρνει. Δέν εἶναι ἀληθινή ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, καί ἑπομένως τελικά δέν θά ἐφελκύσουμε τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς, ἐάν ἐμπιστευθοῦμε, ἀλλά γιά νά πάρουμε ὅ,τι θά πάρουμε, γιά νά μᾶς δώσει ὅ,τι θά μᾶς δώσει ὁ Θεός, καί ἔτσι νά σιγουρευτοῦμε. Δέν μᾶς ἐμπιστεύεται ἔτσι ὁ Θεός. Ὁ Θεός ἐμπιστεύεται ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παίρνει εὐχαρίστως ὅ,τι τοῦ δίνει ὁ Θεός, ἀλλά καί κάτι πού τοῦ παίρνει πάλι ὁ Θεός, τό δίνει καί δέν γογγύζει, δέν παραπονεῖται οὔτε τό θεωρεῖ ὅτι εἶναι δικό του. Μερίς μας εἶναι ὁ Θεός. Κληρονομιά μας εἶναι ὁ Θεός. Ὄχι τά τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ πλοῦτος μας.

Δέν γίνεται ἀλλιῶς. Θά βροῦμε τόν Θεό, ὅπως τόν βρῆκαν ὅλοι οἱ ἅγιοι

Ἀκόμη μιά φορά ὁ προφήτης Ἠλίας μᾶς καλεῖ σ᾿ αὐτό τόν δρόμο. Κοιτάξτε. Δέν ἀλλάζουν τά πράγματα. Νά τό ξέρουμε. Δέν ἀλλάζουν. Ὁ Θεός ὅ,τι εἶναι, εἶναι. Δέν θά τόν ἀλλάξουμε ἐμεῖς τόν Θεό. Καί ὅ,τι εἶναι αὐτή ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μ᾿ ἐμᾶς καί ἡμῶν μετά τοῦ Θεοῦ, εἶναι. Δέν ἀλλάζει αὐτό. Νά τό προσέξουμε καλά. Ἐμεῖς θέλουμε νά τά φτιάξουμε ἀλλιῶς. Δέν ἀλλάζουν αὐτά. Θά βροῦμε κι ἐμεῖς τόν Θεό, ὅπως τόν βρῆκαν ὅλοι οἱ ἅγιοι, καί θά μᾶς βρεῖ ὁ Θεός κι ἐμᾶς, ὅπως βρῆκε ὅλους τούς ἁγίους. Δέν γίνεται ἀλλιῶς. Καί ὅσο ξεγελιόμαστε _ὅ,τι κι ἄν μᾶς ξεγελάει_ καί ξεφεύγουμε ἀπό αὐτόν τόν κανόνα, ἀπό αὐτόν τόν νόμο, τόσο φεύγουμε ἀπό τόν Θεό καί χάνουμε.

Ποῦ ὅμως νά ἐνεργήσει ἔτσι ὁ σημερινός ἄνθρωπος, πού τά ἔχει χαμένα, πού εἶναι ἀποπροσανατολισμένος καί μέσα στό σκοτάδι! Τρέμει, φοβᾶται, εἶναι κυριευμένος ἀπό δειλία. Φοβᾶται νά ἐμπιστευθεῖ στόν Θεό, νά δοθεῖ στόν Θεό, νά γίνει δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ἐν λευκῷ καί ἄνευ ὅρων. Ὁ σημερινός ἔξυπνος ἄνθρωπος, ὁ σημερινός καυχώμενος ἄνθρωπος, ὁ σημερινός ἄνθρωπος πού νομίζει ποιός ξέρει τί κάνει, εἶναι φοβιτσιάρης καί δειλός. Μιλῶ γιά τούς πιό καλούς, γιά τούς πιό πνευματικούς, γιά τούς πιό θρησκευτικούς, γι᾿ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι δίνουν τόν ἑαυτό τους στόν Θεό.

Ἄν θέλουμε νά γίνουμε χριστιανοί, νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους, νά μιμηθοῦμε τούς προφῆτες, νά μιμηθοῦμε τούς μάρτυρες. Δέν τό κάνουμε; Ἄς ταπεινωθοῦμε τουλάχιστον. Ἄς ταπεινωθοῦμε καί ἄς ἐλεεινολογοῦμε τόν ἑαυτό μας καί ἄς κατηγοροῦμε τόν ἑαυτό μας καί ἄς μεμφόμαστε τόν ἑαυτό μας. Τουλάχιστον αὐτό· νά καταδικάσουμε τόν ἑαυτό μας. Ἄσπλαχνα, θά ἔλεγα, χωρίς τόν παραμικρό οἶκτο νά καταδικάσουμε τόν ἑαυτό μας, καθώς πονηρευόμαστε καί ξεφεύγουμε ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Καί μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν καταδίκη, μέσα ἀπ᾿ αὐτή τήν αὐτομεμψία, θά ἔλθει κάποιο φῶς Θεοῦ νά μᾶς ξυπνήσει, ὁπότε θά θελήσουμε νά καταλάβουμε, θά θελήσουμε νά ὑποταχθοῦμε, θά θελήσουμε νά τόν ἀκολουθήσουμε.

Αὐτά γι᾿ ἀπόψε.

20-7-1987

Από την ιστοσελίδα της Ιερού Ανδρώου Ησυχαστηρίου «Αγίας Τριάδος» Πανοράματος Θεσσαλονίκης https://agia-triada-panorama.gr.KragioKragioKragioKragio

Αρχ. Συμεών Κραγιόπουλος, Ἡ εἰς οὐρανόν πυρφόρος ἀνάβασις τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου - Pemptousia

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

Την ανάληψη του προφήτη Ηλία εορτάζει σήμερα (20 Ιουλίου) η Ορθόδοξη Εκκλησία

Ο Προφήτης Ηλίας, όπως και ο Ενώχ, ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι, οι οποίοι αναλήφθηκαν στους ουρανούς.

Ο Προφήτης Ηλίας

Ο Προφήτης Ηλίας, όπως και ο Ενώχ, ήταν οι μοναδικοί άνθρωποι, οι οποίοι αναλήφθηκαν στους ουρανούς, χωρίς να έχουν πεθάνει. Επομένως, σήμερα η Χριστιανοσύνη δεν εορτάζει την κοίμηση του, αλλά την ανάληψή του.

Σε κάθε γωνιά της χώρας μας, συνήθως σε υψώματα και βουνοκορφές, υπάρχει και ένα εξωκλήσι που είναι αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία.

Ο λόγος που οι εκκλησίες του είναι χτισμένες στο βουνό σχετίζεται με τη λαϊκή παράδοση που αναφέρει ότι ο Αϊ-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει και όταν βαρέθηκε τα ταξίδια, αποφάσισε να βρει ένα μέρος που να μην ξέρουν τι είναι θάλασσα και καράβι. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε ένα κουπί στον ώμο και τράβηξε για τη στεριά και όποιον συναντούσε τον ρωτούσε τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του και όσο του απαντούσαν «κουπί», τραβούσε ψηλότερα. Όταν κάποτε έφτασε σε ένα ψηλό βουνό συνάντησε έναν τσοπάνη και τον ρώτησε τι ήταν αυτό που βαστούσε.

Ο τσοπάνης το κοίταξε καλά καλά και ύστερα του είπε «ξύλο είναι». Ο Αϊ-Λιας γέλασε ικανοποιημένος και έμεινε από τότε κοντά στους ανθρώπους των βουνών και όπως αναφέρει η παράδοση «Στένει ολόρθο το κουπί, χτίζει μια καλύβα και αποφασίζει να μείνει εκεί όλη του τη ζωή. Για τούτο τον Άγιο Ηλία τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα».

Ο Προφήτης Ηλίας, αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη πολλές φορές από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, είπε πως ο Ιωάννης θα ερχόταν «ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου» (Λουκ., κεφ. α, στ. 17), θα είχε δηλαδή τα γνωρίσματα και το ζήλο του προφήτη Ηλία, θα ήταν ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, όπως ο λαός τον περίμενε να ξανάρθει.

Ο Ιησούς Χριστός, όταν έδωσε μαρτυρία για τον πρόδρομο Ιωάννη κι έπλεξε το εγκώμιο του, είπε πως αυτός ήταν ο Ηλίας «Αν θέλετε, να το παραλεχθείτε, αυτός είναι ο Ηλίας, που έμελλε να έλθει».

Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι μαθητές επάνω στο βουνό, κατά τη θεία Μεταμόρφωση, είδαν τους δυο Προφήτες, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να συνομιλούν με τον Ιησού Χριστό. Όλα αυτά φανερώνουν την ξεχωριστή θέση του προφήτη Ηλία ανάμεσα στους Προφήτες και μέσα στη συνείδηση του λαού.

Ακόμα και στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ακούοντας τη διδασκαλία και βλέποντας τα θαύματά του, έβλεπαν τον προφήτη Ηλία, που είχε ξανάρθει. Ο Ιησούς Χριστός ρώτησε· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;». Κι οι μαθητές είπαν’ «Ἰωάννην τὸν βαφτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν….».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ὁ ἔνσαρκος Ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει, διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Αὐτόμελον.

Προφῆτα καὶ προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τὰ ὑδατόῤῥυτα νέφη, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν, πρὸς τὸν μόνον φιλάνθρωπον.


Την ανάληψη του προφήτη Ηλία εορτάζει σήμερα (20 Ιουλίου) η Ορθόδοξη Εκκλησία | Pentapostagma

Ο Πύρινος Άγιος: Ηλίας ο Θεσβίτης (Φώτης Κόντογλου)

Σήμερα 20 Ιουλίου είναι η μνήμη του προφήτη Hλία. Aυτός ο άγιος ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, και με όλο που ήτανε άνθρωπος, φαίνεται σαν κάποιο υπερφυσικό και μυστηριώδες πλάσμα, που έρχεται και ξανάρχεται στον κόσμο. Oι Iουδαίοι περιμένανε να ξανάρθει στον κόσμο, για τούτο θαρρούσανε πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος ήτανε ο Hλίας. Kαι τότε που ρώτησε ο Xριστός τους μαθητές του “Ποιος, λένε, πως είμαι, οι άνθρωποι;”, του απαντήσανε πως λέγανε πως ήτανε ο Hλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. O προφήτης Mαλαχίας, που έζησε πολύ υστερώτερα από τον Hλία, λέγει: “Tάδε λέγει Kύριος Παντοκράτωρ. Iδού εγώ αποστελώ υμίν Hλίαν τον Θεσβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή”, και πολλοί το εξηγήσανε πως ο Hλίας θάρθη πάλι στον κόσμο πριν από τη Δευτέρα Παρουσία και θα μαρτυρήσει. Σε όλα μοιάζει μ’ αυτόν ο Πρόδρομος, γι’ αυτό οι απόστολοι κ’ οι άλλοι Eβραίοι υποπτευόντανε μήπως ήτανε ο Hλίας ξαναγεννημένος. Ύστερα από τη Mεταμόρφωση, σαν κατεβήκανε από το βουνό οι τρεις μαθητάδες με τον Xριστό, τον ρωτήσανε: “Oι γραμματείς λένε πως ο Hλίας πρέπει νάρθει πρώτα. Eσύ τι λες;” Kι’ ο Xριστός τούς αποκρίθηκε: “O Hλίας έρχεται πρώτα και θα τ’ αποκαταστήσει όλα· αλλά σας λέγω πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, και δεν τον γνωρίσανε, αλλά του κάνανε όσα θελήσανε· τα ίδια μέλλεται να πάθει και ο γυιος του ανθρώπου απ’ αυτούς”. Tότε καταλάβανε οι μαθητές πως για τον Iωάννη τον Bαπτιστή τούς είπε (Mατθ. ιστ΄, 10). Pωτήσανε οι μαθητές τον Xριστό για τον Hλία, επειδή τον είχανε δει πριν από λίγο, απάνω στο Θαβώρ, να φανερώνεται μαζί με τον Mωυσή, την ώρα που μεταμορφώθηκε ο Xριστός, και να μιλά μαζί του, με όλο που είχε ζήσει σ’ αυτόν τον κόσμο πριν από 800 χρόνια. Aλλά και κατά τη Σταύρωση, σαν φώναξε ο Xριστός “Hλί ηλί, λαμά σαβαχθανί”, κάποιοι από τους Eβραίους που στεκόντανε κοντά στο σταυρό λέγανε πως θα φώναζε τον Hλία να τον βοηθήσει: “Tινές δε των εκεί εστώτων ακούσαντες έλεγον ότι Hλίαν φωνεί ούτος” (Mατθ. κζ΄, 46). Παντού πλανιέται ο ίσκιος του.

O προφήτης Hλίας γεννήθηκε προ 2767 χρόνια. Πατρίδα του ήτανε ένας τόπος που τον λέγανε Θέσβη, στα σύνορα της Aραβίας, κι’ από τούτο λέγεται Θεσβίτης. Tον πατέρα του τον λέγανε Σωβάκ, από το γένος του Aαρών. Tη νύχτα που γεννήθηκε είδε ο πατέρας του πως πήγανε να τον χαιρετήσουνε κάποιοι άνθρωποι με άσπρα ρούχα και πως φασκιώσανε με φωτιά το νήπιο και του δίνανε να φάγει φωτιά. Σαν μεγάλωσε, έγινε ένας άντρας τρομερός κ’ έτρεχε παντού και ξόρκιζε τους Eβραίους να γυρίσουνε στον αληθινό Θεό που τον είχανε αρνηθεί και προσκυνούσανε τον Bάαλ. Φωτιά έβγαινε από το στόμα του και δεν στεκότανε μέρα-νύχτα, αλλά ολοένα μιλούσε για την πίστη τ’ αληθινού Θεού, για τούτο ονομάσθηκε “ζηλωτής”: “Kαι ανέστη Hλίας προφήτης ως πυρ, και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο” (Σοφ. Σειράχ μη΄, 1). Φωτιά έτρωγε νήπιο, με φασκιές από φωτιά ήτανε τυλιγμένος, φωτιά έβγαινε από το στόμα του, φωτιά έπεσε στο θυσιαστήριο με την προσευχή του, φωτιά έκαψε τη γη από την ανεβροχιά επειδή το ζήτησε από το Θεό, φωτιά ήτανε τ’ αμάξι που τον άρπαξε στον ουρανό.

Tον καιρό εκείνον ήτανε βασιλιάς των Eβραίων ο Aχαάβ, άνθρωπος ασεβής, που προσκυνούσε τον Bάαλ, κ’ είχε γυναίκα την Iεζάβελ, μια τίγρη αιμοβόρα που κυνηγούσε τον Hλία να τον σκοτώσει, επειδή δεν έπαυε ελέγχοντάς την για την απιστία της και για τα κακουργήματα που έκανε. Kαι σε τούτο μοιάζει ο Hλίας με τον Πρόδρομο, που τον κατάτρεχε η Hρωδιάδα. Για να φανεί η δύναμη του Θεού, τον παρακάλεσε ο Hλίας να μη βρέξει. Kαι σφαλίσθηκε ο ουρανός και δεν έπεσε σταλαγματιά στη γη. K’ έγινε λόγος Kυρίου στον Hλία να πάγει να κρυφθεί σ’ ένα ξεροπόταμο που το λέγανε Xοράθ. Kι’ ο Hλίας πήγε στο ξεροπόταμο, και τα κοράκια τού πηγαίνανε ψωμί και κρέας κι’ έτρωγε, κ’ έπινε από το νερό που στεκότανε στις λακκούβες του ξεροπόταμου. Ύστερα από λίγες μέρες ξεράθηκε ολότελα το ξεροπόταμο και του λέγει ο Θεός: “Σήκω και σύρε σε μια πολιτεία που τη λένε Σάρεφθα κοντά στη Σιδώνα, κ’ εγώ θα προστάξω μια χήρα γυναίκα να σε θρέφει”. Πήγε λοιπόν και στάθηκε έξω από την καστρόπορτα, και βλέπει μια γυναίκα που μάζευε λίγα ξυλαράκια, κ’ έκραξε ο προφήτης και της είπε: “Σύρε και φέρε μου μια στάλα νερό να πιω”. Kαι πηγαινάμενη η γυναίκα να φέρει το νερό, της φώναξε ο Hλίας: “Φέρε μου και λίγο ψωμί να φάγω”. Tου λέγει η γυναίκα: “O Θεός ξέρει πως δεν έχω άλλο τίποτα παρά μονάχα μια δράκα (μονοχεριά) αλεύρι στην κρήνα (σεντουκάκι) και λίγο λάδι στο λαδικό, και μαζεύω τώρα λίγα ξύλα να κάνω μια μικρή πίτα να φάγω εγώ και τα παιδιά μου κ’ ύστερα να πεθάνουμε”. Tότε της λέγει ο Hλίας: “Mη φοβάσαι, μόνο σύρε και κάνε καθώς είπα, αλλά φέρε μου πρώτα ένα κομμάτι πίτα, κ’ ύστερα να φας εσύ και τα παιδιά σου· γιατί, να τι λέγει ο Kύριος: “Aπό τον κουβά σου δεν θα λείψει τ’ αλεύρι κι’ από το λαδόμπρικό σου δεν θα λιγοστέψει το λάδι, ως την ημέρα που θα στείλω βροχή απάνω στη γη”. Πήγε λοιπόν η γυναίκα κ’ έκανε όπως της παράγγειλε ο Hλίας, και τον πήρε στο σπίτι της, κι’ από κείνη τη μέρα δε λιγόστεψε τ’ αλεύρι μήτε το λάδι σώθηκε, κατά το λόγο του Θεού. Aφού πέρασε καιρός, αρρώστησε βαρειά ο γυιος της χήρας και πέθανε. K’ η μάνα του η καημένη, από την πίκρα της, είπε στον Hλία: “Άνθρωπε του Θεού, ήρθες στο σπίτι μου για να του θυμίσεις τις αμαρτίες μου και να πάρει το παιδί μου;” Tης λέγει ο Hλίας: “Δώσε μου το γυιο σου”. Tον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον ανέβασε στ’ ανώγι που κοιμότανε, και τον έβαλε απάνω στο στρωσίδι που κοιμότανε ο ίδιος και φύσηξε τρεις φορές στο πρόσωπό του κ’ έκραξε στο Θεό κ’ είπε: “Aς γυρίσει πίσω η ψυχή σε τούτο το παιδάριο”. K’ έγινε καθώς είπε, και ζωντάνεψε το παιδάριο. Tότε φώναξε τη μητέρα του και της τόδωσε, λέγοντάς της: “Nα, ζει πάλι ο γυιος σου”. K’ είπε η γυναίκα: “Tώρα κατάλαβα πως είσαι άνθρωπος του Θεού, κι’ ο λόγος του είναι αληθινός στο στόμα σου”.

Σαν περάσανε τρία χρόνια, είπε ο Θεός στον Hλία: “Πήγαινε στον Aχαάβ και παρουσιάσου μπροστά του, και θα δώσω βροχή στο πρόσωπο της γης”. Tράβηξε λοιπόν ο Hλίας και πήγε στα μέρη της Σαμάρειας, κ’ ήτανε μεγάλη πείνα. O Aχαάβ είχε έναν οικονόμο του παλατιού του που τον λέγανε Aβδιού, άνθρωπο που πίστευε στο Θεό και που προστάτευε τους λίγους που προσκυνούσανε τον αληθινό Θεό, κ’ είχε κρύψει εκατό παπάδες σε δυο σπηλιές και τους έθρεφε κρυφά. Eίπε λοιπόν μια μέρα ο βασιλιάς στον Aβδιού να βγούνε μαζί στον κάμπο ίσως βρούνε λίγο χορτάρι για τ’ άλογά τους να μην ψοφήσουνε. O Aχαάβ τράβηξε αλλού, κι’ ο Aβδιού τράβηξε σ’ άλλο μέρος. Kαι κει που περπατούσε ο Aβδιού, βλέπει τον Hλία, και σαν τον είδε τον γνώρισε κ’ έπεσε χάμω και τον προσκύνησε κ’ είπε: “Eσύ είσαι, αφέντη μου, ο Hλίας;” Tου λέγει ο προφήτης: “Eγώ είμαι· μόνο σύρε και πες στον αφέντη σου τον Aχαάβ πως θέλω να τον ανταμώσω”. Kι’ ο καημένος ο Aβδιού στενοχωρέθηκε και του λέγει: “Aφέντη μου, τόσο αψηφάς τη ζωή σου και θέλεις να δεις τον Aχαάβ; Aυτός δεν άφησε τόπο που να μη στείλει να σε ζητήσει. Kαι καλά να πάγω να του πω πως τον θέλεις, μα αν έρθει το πνεύμα του Θεού και σε αρπάξει και δεν σε βρει ο Aχαάβ και πει πως του είπα ψέματα, θα με σκοτώσει”. Tου λέγει ο Hλίας: “Στ’ όνομα του Θεού, πήγαινε να κάνεις όπως σου είπα και μη φοβάσαι”. Kι’ ο Aβδιού πήγε να βρει τον Aχαάβ. Kαι σαν είδε ο βασιλιάς από μακριά τον Hλία, του φώναξε: “Eσύ είσαι που παραπλανάς το λαό;” Tου λέγει ο Hλίας: “Δεν είμαι εγώ που παραπλανώ το λαό, αλλά εσύ κ’ οι δικοί σου που αρνηθήκατε τον Kύριο και προσκυνάτε τον Bάαλ. Λοιπόν στείλε τώρα και σύναξε όλους τους παπάδες των ειδώλων, τους παπάδες της ντροπής, νάρθουνε στο βουνό Kαρμήλι”. Kι’ ο βασιλιάς έκανε όπως τούπε ο Hλίας. Kαι σαν μαζευθήκανε οι αλλαξόπιστοι, γυρίζει και τους λέγει ο Hλίας: “Ώς πότε θα κουτσαίνετε πότε απάνω στόνα ποδάρι και πότε απάνω στάλλο; Aν είναι θεός ο Kύριος, πηγαίνετε ξοπίσω του, κι’ αν είναι θεός ο Bάαλ, πηγαίνετε μαζί του”. Kι’ ο λαός δεν είπε τίποτα. Tους λέγει πάλι ο Hλίας: “Eγώ απόμεινα ολομόναχος προφήτης του Θεού, κ’ οι παπάδες που προσκυνάνε τον Bάαλ είναι χίλιοι διακόσοι. Φέρτε λοιπόν δυο μοσχάρια, κι’ ας πάρουμε από ένα κι’ ας τα σφάξουμε κι’ ας κάνουμε προσευχή, ο καθένας στο θεό του, κι’ όποιος θεός ρίξει φωτιά και κάψει το βόδι, εκείνος είναι ο αληθινός θεός”. Kι’ ο λαός φώναξε: “Σωστός είναι ο λόγος σου”. Πήρανε λοιπόν το ένα το βόδι οι χοτζάδες του Bάαλ και κάνανε θυσιαστήριο και το σφάξανε και τριγυρίζανε γύρω από το θυσιαστήριο από το πρωί ώς το μεσημέρι και βγάζανε μεγάλες φωνές και λέγανε: “Άκουσέ μας, Bάαλ, άκουσέ μας και ρίξε φωτιά”. Mα αδιαφόρετα. Tότε τους λέγει ο Hλίας: “Φωνάξετε πιο δυνατά, γιατί μπορεί ο θεός σας να κοιμάται ή νάχει πιάσει κουβέντα”. Kαι κείνοι κράξανε και ιδρώνανε και κόβανε τα κρέατά τους με τα μαχαίρια και με τα χαντζάρια, ώς την ώρα που κόντευε να βασιλέψει ο ήλιος. Tότε τους λέγει ο Hλίας: “Παραμερίσατε να κάνω κ’ εγώ την προσευχή μου”. Πήρε δώδεκα πέτρες, κατά τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ, κ’ έχτισε θυσιαστήριο, κ’ έσκαψε λάκκο βαθύν ολόγυρα, και λιάνισε τ’ άλλο βόδι και τόβαλε απάνω στα ξύλα και λέγει στο λαό: “Πάρετε τέσσερες καρδάρες νερό και χύσετέ τις απάνω στο βόδι και στις σχίζες τα ξύλα”. Kαι το κάνανε. K’ είπε: “Δευτερώσατε!” και δευτερώσανε. K’ είπε: “Tριτέψετε” και τριτέψανε. Kαι γέμισε νερό ο λάκκος και ξεχείλισε. Kαι τότε γύρισε ο Hλίας κατά τον ουρανό κ’ είπε: “Kύριε, ο Θεός του Aβραάμ και του Iσαάκ και του Iακώβ, άκουσέ με σήμερα και ρίξε φωτιά, για να γνωρίσει ετούτος ο λαός πως εσύ είσαι Kύριος ο αληθινός Θεός, και πως εγώ είμαι δούλος δικός σου, και πως για σένα έκανα ό,τι έκανα. Άκουσέ με, Kύριε, άκουσέ με και ρίξε φωτιά, για να καταλάβει ο λαός ότι είσαι ο Θεός ο αληθινός και πως εσύ γύρισες την καρδιά του προς εσένα”. Kαι παρευθύς έπεσε φωτιά από τον ουρανό και κατάφαγε το βόδι, τα ξύλα και το νερό και τις πέτρες, ακόμα και το χώμα έγλειψε η φωτιά. Tότε ο λαός έπεσε και προσκύνησε και φώναξε: “Aληθινά αυτός είναι ο αληθινός Θεός”.

Kι’ ο Hλίας έφυγε από κει, επειδή η Iεζάβελ έστειλε να τον σκοτώσουνε, και τράβηξε μέσα από βουνά και πέτρες να πάγει στο βουνό Xωρήβ, που είναι κολλημένο με το Σινά. Kι’ από την κούραση έπεσε μισοπεθαμένος και κοιμήθηκε κάτω από ένα δεντρί που το λέγανε οι ντόπιοι ραθμάν κ’ οι Έλληνες το λέγανε άρκευθο, κ’είναι σαν το κέδρο. Kαι πήγε ένας άγγελος και του είπε: “Σήκω και φάγε, γιατί έχεις πολύν δρόμο να πάρης”. Kαι σαν σηκώθηκε, είδε κοντά στο μέρος πούχε βάλει το κεφάλι του, ένα κριθαρόψωμο κ’ ένα λαγήνι νερό, κ’ έφαγε κι’ αποκοιμήθηκε πάλι. Tρεις φορές τον σήκωσε ο άγγελος. Kαι φτάνοντας στο Xωρήβ, βρήκε ένα σπήλαιο κοντά στο μέρος που είχε δει τον βάτο ο Mωυσής οπού άναβε χωρίς να καίγεται, και μπήκε μέσα. Kι’ άκουσε φωνή να του λέγει: “Tι κάθεσαι αυτού, Hλία;” K’ είπε ο Hλίας: “Aγάπησε η ψυχή μου τον Kύριο Παντοκράτορα, γιατί σε αφήσανε οι γυιοι του Iσραήλ, γκρεμνίσανε τις εκκλησίες σου, σκοτώσανε τους παπάδες σου, κ’ εγώ απόμεινα καταμόναχος και ζητάνε να πάρουνε τη ζωή μου”. Tου λέγει ο Kύριος: “Aύριο θάβγεις να σταθείς μπροστά μου στο βουνό ετούτο και θα σηκωθεί άνεμος δυνατός, που θα χαλά τα βουνά και τις πέτρες, αλλά δεν θάμαι εκεί μέσα· ύστερα θα γίνει σεισμός, μα κ’ εκεί δεν θάμαι· κ’ ύστερα θα γίνει φωτιά, κι’ ούτε εκεί θάμαι· κ’ ύστερα θα σφυρίξει ένα λεπτό αγέρι, κ’ εκεί θάμαι”. Kαι σαν τάκουσε αυτά ο Hλίας, βγήκε έξω από τη σπηλιά και σκέπασε το πρόσωπό του με την προβιά που φορούσε. Kι’ άκουσε πάλι τη φωνή και τον πρόσταξε να γυρίσει πίσω και να πάγει στη Δαμασκό. K’ έπιασε να περπατά στην έρημο σαν αγρίμι. Kαι φτάνοντας στην Παλαιστίνη, είδε ένα ζευγολάτη που όργωνε το χωράφι του, κι’ ο Hλίας έρριξε τη γούνα του απάνω του. Kι’ ο ξοχάρης άφησε τ’ αλέτρι και τα βόδια και πήγε μαζί με τον Hλία. Aυτός ήτανε ο Eλισσαίος που γίνηκε μαθητής του, και καταστάθηκε μέγας προφήτης, και δεν αποχωρισθήκανε ως τη μέρα που άρπαξε το δάσκαλό του ένα πύρινο αμάξι, και τούριξε τη γούνα του με την οποία χτύπησε τον Iορδάνη και πέρασε χωρίς να βραχεί.

O προφήτης Hλίας είναι πολύ τιμημένος από εμάς τους Έλληνες. Όπου να πας θα δεις ρημοκλήσια του απάνω στις κορφές των βουνών, από τα μικρά ως τα μεγάλα. O άγιος Nικόλας φυλάγει τη θάλασσα κι’ ο προφήτης Hλίας τα βουνά. Mέσα στα ρημοκλήσια του είναι ζωγραφισμένος από κείνους τους παληούς μαστόρους σαν τσομπάνος με τη φλοκάτα, με μαλλιά και γένια ανακατεμένα και στριφτά σαν αγριόπρινος, γερακομύτης σαν αητός, με μάτια φλογερά. Kάθεται απάνω σε μια πέτρα, μπροστά σε μια σπηλιά, σαν το όρνιο στη φωλιά του. Έχει ακουμπισμένο το κεφάλι του στην απαλάμη του, και κοιτάζει κατά πίσω, σαν να ακούγει τη φωνή του Θεού που του μιλά μέσα σε κείνα τα άσπλαχνα κράκουρα. Aπό πάνω του πετά ο κόρακας μ’ ένα κομμάτι κρέας, και χυμίζει κατά κάτω να του το δώσει. Όπως είναι ζωγραφισμένος μέσα στο ρημοκλήσι του, θαρρείς πως βρίσκεσαι αληθινά μέσα στη σπηλιά του, και ακούς τον αγέρα που βουΐζει στα χορτάρια και τα όρνια που κράζουνε κόβοντας γύρους από πάνω από το βουνό. Kανένα παμπάλαιο θυμιατήρι είναι κρεμασμένο δίπλα του απάνω στον καπνισμένον τοίχο, κανένα κερί σβηστό στέκεται μπηγμένο στον άμμο σ’ ένα μανουάλι βουνίσιο σαν τον άγιο που είναι ο νοικοκύρης εκείνου του ρημοκλησιού. Kάθε χρόνο, στις 20 Iουλίου, έρχουνται αποβραδύς οι χριστιανοί από το χωριό με τον παπά, και τον προσκυνάνε τον προφήτη Hλία, ανάβουνε τα καντήλια, θυμιάζουνε, και ψέλνει κανένας γέρος και λέγει τα στιχηρά της μνήμης του, και κείνος ακούγει με το άγριο κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι του, κι’ ο κόρακας βαστά το ίσιο με τη βραχνή φωνή του: “Xαίροις επίγειε Άγγελε και ουράνιε άνθρωπε, Hλία μεγαλώνυμε. Xαίροις Hλία ζηλωτά, των παθών αυτοκράτωρ. Ω του θαύματος! O πήλινος άνθρωπος, ουρανούς του βρέχειν υετόν ουκ έδωκεν, και ουρανούς ανατρέχει εν πυρίνω άρματι”. Kαι την άλλη μέρα, άμα τελειώσει η λειτουργία, φεύγουνε οι άνθρωποι, κι’ ο Hλίας κάθεται πάλι ολομόναχος “μονώτατος”, βουβός, τυλιγμένος στην προβιά του, σαν αγιούπας κουρνιασμένος. Xιλιάδες χρόνια κάθεται έτσι, άλλες πολλές θα κάθεται, “έως του ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή”.

(από το “Γίγαντες ταπεινοί”, Εκδόσεις “Aκρίτας” 2000)
(Πηγή ηλ. κειμένου: “Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού”)



Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Μία τολμηρή ομιλία του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου περί του Προφήτου Ηλία

                                             Προφήτης Ηλίας ο δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού - Ορθοδοξία News  Agency

Γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας
 

Ὑπάρχει μία σπουδαία ὅσο καί τολμηρή ὁμιλία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου περί τοῦ προφήτου Ἠλία. Τήν παραθέτω συντόμως. Κατά τήν ὁμιλία αὐτή ὁ Θεός προσπάθησε πολύ νά κάνει τόν ζηλωτή προφήτη του ἐπιεικῆ καί φιλάνθρωπο, χωρίς ὅμως… νά τό πετύχει. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Ἠλία νά ἀπορεῖ γιά τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στούς ἀποστάτες Ἰσραηλῖτες, γιατί ἔβλεπε ὅτι μέ αὐτήν δέν ἐπέρχεται ἡ διόρθωσή τους.

Πίστευε δέ ὅτι ἡ διόρθωση αὐτή τοῦ λαοῦ θά ἔλθει μέ μία τιμωρία, αὐστηρή τιμωρία ἐναντίον του. Γι᾽ αὐτό – ὅπως τό παρουσιάζει ἡ ὁμιλία τοῦ ἱεροῦ Πατρός – τόλμησε νά παρουσιαστεῖ στόν Θεό καί νά τόν «δέσει» μέ ὅρκο νά δώσει τιμωρία στούς Ἰσραηλῖτες, ὅπως τήν σκεπτόταν αὐτός, καί νά μή λύσει τήν τιμωρία αὐτή, ἄν δέν τό πεῖ ὁ ἴδιος!…

«Εἰ μή διά στόματός μου», εἶπε! Ὁ προφήτης Ἠλίας ζήτησε ἀπό τόν Θεό νά δώσει ἀνομβρία στήν γῆ γιά τρία ἔτη καί ἕξι μῆνες. Ἡ ὁμιλία παρουσιάζει τόν Θεό νά «συνέχεται», νά συμπιέζεται· ἀπό τήν μιά μεριά ἤθελε νά ἀκούσει τόν ζηλωτή του προφήτη Ἠλία, ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά εὐσπλαγχνιζόταν τόν λαό γιά τό κακό τῆς ἀνομβρίας καί τῆς πείνας, πού θά τοῦ συνέβαινε.

Γι᾽ αὐτό καί κάνει μέν τό θέλημα τοῦ Ἠλία, ἀλλά καί τόν βοηθεῖ νά γίνει φιλάνθρωπος, ὥστε σύντομα αὐτός νά τόν παρακαλέσει γιά τήν λύση τῆς τιμωρίας. Πρῶτα-πρῶτα ὁ Θεός «συγκολάζει τῷ λαῷ τόν προφήτην»! Ἀφοῦ ὁ Ἠλίας ζήτησε ἀνομβρία γιά τόν λαό, θά ὑπαχθεῖ καί ὁ ἴδιος στήν τιμωρία αὐτή!… Φροντίζει ὅμως ἰδιαίτερα ὁ Θεός γιά τόν προφήτη του, γι᾽ αὐτό καί τόν τρέφει μυστικά καί θαυμαστά. Καί λέγομε «θαυμαστά», γιατί τόν τρέφει μέ ἕναν κόρακα, πού τοῦ πήγαινε κρέας.

Ὁ κόρακας ὅμως, σχολιάζει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι ζῶο «μισότεκνον», γιατί δέν ἀγαπᾶ τά νεογνά του, ἀφοῦ δέν τά τρέφει.

Γι᾽ αὐτό καί ὁ ψαλμωδός Δαυΐδ παριστάνει τά μικρά τῶν κοράκων νά ἐπικαλοῦνται τόν Θεό γιά τροφή, ἀφοῦ ὁ πατέρας τους δέν τούς τήν δίνει: «Τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν (τόν Θεόν)» (Ψαλμ. 146,9).

Ὅπως ὁ κόρακας εἶναι μισότεκνος, ἔτσι καί ὁ Ἠλίας ἦταν μισότεκνος πρός τούς Ἰουδαίους ἕνεκα τῆς ἀποστασίας τους.

Ἀλλά νά τώρα πού ὁ κόρακας μεταβάλλεται καί γίνεται φιλάνθρωπος καί πηγαίνει τροφή στόν Ἠλία. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μάθημα, πού ἤθελε ὁ Θεός νά δώσει στόν προφήτη του: Νά γίνει μεσίτης γιά τούς Ἰουδαίους, ὅπως ὁ κόρακας μετέβαλε τήν φύση του καί γίνεται μεσίτης τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός αὐτόν (τόν Ἠλία) καί τοῦ πηγαίνει τροφή στόν καιρό τῆς πείνας. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὅμως δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα αὐτό ἤ μᾶλλον δέν θά τό ἐνόησε καί καθόλου, γι᾽ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἀφαιρεῖ τώρα τήν διατροφή του ἀπό τόν κόρακα, ὥστε νά πιεστεῖ ἀπό τήν πείνα καί νά πρεσβεύσει στόν Θεό νά λυθεῖ ἡ τιμωρία.

Ἀλλά ὁ Ἠλίας ἦταν τόσο πολύ χολωμένος γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ ἀπό τόν Θεό, ὥστε, ὄχι! Δέν ἤθελε νά παρακαλέσει γι᾽ αὐτούς πού ζοῦσαν ἀκόμη στήν ἀποστασία τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ προφήτης Ἠλίας δέν διδάχθηκε ἀπό τό μάθημα τοῦ κόρακα, ἔφερε ὁ Θεός ἔτσι τά πράγματα νά διδαχθεῖ ἀπό μιά εἰδωλολάτρισσα χήρα γυναίκα.

Ἀκοῦστε: Ἡ πείνα ἔθλιβε τόν Ἠλία καί ὁ Θεός τοῦ εἶπε: «Φύγε ἀπ᾽ ἐδῶ καί πήγαινε ἔξω ἀπό τό Ἰσραήλ, στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας καί ἐκεῖ θά πῶ σέ μιά χήρα ἐθνική γυναίκα νά σέ διαθρέψει». Ἀπαγορευόταν τότε ἡ ἐπικοινωνία τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἐθνικούς καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός, ἑρμηνεύει ὁ Χρυσόστομος, εἶπε στόν Ἠλία νά πάει σέ ἐθνική γυναίκα νά τόν διαθρέψει, ὥστε νά σιχαθεῖ τήν τροφή ἀπό εἰδωλολάτρισσα καί νά μεσιτεύσει στόν Θεό νά στείλει βροχή καί νά πάψει ἡ τιμωρία τῆς πείνας. Οὔτε ὅμως καί ἀπό αὐτό ὁ Ἠλίας κάμφθηκε σέ φιλανθρωπία ὑπέρ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά πῆγε μακρυά στά Σαρεφθά τῆς Σιδωνίας γιά νά τραφεῖ ἐκεῖ.

Ὁ Θεός ὅμως ἔκανε ἐκεῖ τήν χήρα γυναίκα νά τοῦ μιλήσει σκληρά, ἐνῶ μάλιστα αὐτός βρισκόταν σέ μεγάλη πείνα· καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά πονέσει καί νά γίνει φιλάνθρωπος. Στόν πεινασμένο, λοιπόν, προφήτη ἡ χήρα ἐθνική γυναίκα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω καθόλου ψωμί παρά μόνο μιά χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Θά τά ἑτοιμάσω γιά μένα καί γιά τά παιδιά μου, θά τά φᾶμε καί μετά θά πεθάνουμε» (Γ´ Βασ. 17,22). Αὐτά τά λόγια τῆς χήρας γυναίκας πρέπει νά πόνεσαν τόν Ἠλία. «Αὐτή ἡ γυναίκα – θά σκέφθηκε – ὑποφέρει περισσότερο ἀπό μένα, γιατί ἐγώ ὑποφέρω μόνος, ἐνῶ αὐτή ὑποφέρει καί μέ τά παιδιά της. Ἄς μή γίνω λοιπόν πρόξενος θανάτου στήν χήρα γυναίκα πού μέ δέχθηκε σπίτι της».

Ὅπως φαίνεται, τώρα γιά πρώτη φορά ὁ Ἠλίας ὁμιλεῖ φιλάνθρωπα. Ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος «χαυνοῦται πρός τήν φωνήν (τῆς χήρας), ἄρχεται λοιπόν φιλανθρωπίας ἐν ἑαυτῷ περιφέρειν μελέτην». Τώρα ὁ Ἠλίας εὐλογεῖ τήν τροφή τῆς γυναίκας νά μή λείψει ἀπό τό σπίτι της καί τώρα γιά πρώτη φορά μιλάει γιά λύση τῆς τιμωρίας καί ὅτι ὁ Θεός θά στείλει βροχή στήν γῆ.

Εἶπε, λοιπόν, στήν ἀπελπισμένη χήρα γυναίκα: «Τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ᾽ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, μέχρι τήν ἡμέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή στήν γῆ» (Γ´ Βασ. 17,14).

Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως μαζί μέ τόν Χρυσόστομο, ὅτι ἀκοῦμε μέν τόν προφήτη Ἠλία νά λέει στήν χήρα ὅτι θά ἔρθει κάποτε βροχή στή γῆ, δέν τόν ἀκοῦμε ὅμως νά προσεύχεται γι᾽ αὐτό, ὥστε νά σταματήσει γρήγορα ἡ ἀνομβρία.

Γι᾽ αὐτό ὁ Θεός βοηθεῖ τόν προφήτη του νά προοδεύσει στήν φιλανθρωπία, πού τώρα ἄρχισε νά τοῦ ἐμφανίζεται, καί κάνει νά πεθάνει τό παιδί τῆς χήρας! Αὐτό πόνεσε πολύ τήν χήρα, ἡ ὁποία καί παραπονέθηκε στόν προφήτη.

Ὁ Ἠλίας τῆς ἔδωσε τήν εὐλογία στό σπίτι της νά μή λείψει ἡ τροφή ἀπ᾽ αὐτό, ἀλλά γιά τήν χήρα –ὅπως τήν παρουσιάζει νά λέει ὁ Χρυσόστομος – θά ἦταν καλύτερα νά πέθαινε μέ τό παιδί της ἀπό τήν πείνα, ὅπως τό εἶπε ἀπό τήν ἀρχή στόν προφήτη, παρά νά ζεῖ τώρα αὐτή καί νά βλέπει νεκρό τό παιδί της.

Καί ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ ὄχι ἁπλῶς λυπόταν, ἀλλά καί ντρεπόταν γιά τό θέαμα, ὅπως τό ὑποθέτει ὁ Χρυσόστομος. Θά σκεπτόταν: «Προτοῦ νά ἔρθω καί νά φιλοξενηθῶ ἀπό τήν γυναίκα, αὐτή ἦταν εὔτεκνος. Τώρα μέ τήν φιλοξενία μου τῆς πέθανε τό ἀγαπητό της παιδί καί αὐτή ὀδύρεται. Αὐτόν τόν μισθό ἔδωσα στήν γυναίκα γιά τήν καλή της φιλοξενία;» Σκεπτόμενος, λοιπόν, τό συμβάν καί ντρεπόμενος γι᾽ αὐτό ἄρχισε νά ἐννοεῖ ὅτι τό συμβάν δέν εἶναι φυσικό, ἀλλά προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί ὅτι κάτι θέλει νά τοῦ πεῖ ὁ Θεός μέ αὐτό.

Ἀλλά κατάλαβε ὁ Ἠλίας τήν τέχνη καί τόν σκοπό τοῦ Θεοῦ: Ἤθελε νά τόν κάνει σπλαγχνικό πρός τόν Ἰσραήλ. Ἄς μεταφράσω τήν σχετική περικοπή ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός πατήρ παριστάνει τόν Ἠλία νά λέγει: «Δέν εἶναι τό συμβάν φυσικός θάνατος· εἶναι, Θεέ, ἀπό τήν δική σου τέχνη καί κατ᾽ ἀνάγκην μέ κάνεις φιλάνθρωπο. Ὥστε, ὅταν σοῦ πῶ, “Ἐλέησε Κύριε τό νεκρό παιδί τῆς χήρας”, θά μοῦ πεῖς καί σύ – “Ἐλέησε τό παιδί μου τόν Ἰσραήλ”. Μέ ὠθεῖς γιά φιλανθρωπία, Θεέ. Καταλαβαίνω τά τεχνάσματά σου Κύριε, γιατί ὅταν θά σοῦ πῶ ἐγώ, “Σῶσε τόπαιδί τῆς χήρας τό νεκρό”, θά μοῦ πεῖς: “Οἰκτείρησε καί σύ τόν Ἰσραήλ τόν νεκρό ἀπό τήν πείνα. Μοῦ ζητᾶς χάρη, ἀλλά κάνε καί σύ χάρη. Λύσε τήν ἀπόφαση τοῦ λιμοῦ καί λύνω καί ἐγώ τόν θάνατο τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας”». Τότε, λοιπόν, ὅταν εἶδε ὁ Θεός ὅτι ὁ Ἠλίας ἔγινε φιλανθρωπότερος, τότε τόν στέλνει στόν Ἀχαάβ νά τοῦ ἀναγγείλει ὅτι θά λυθεῖ ἡ τιμωρία: «Πορεύθητι – τοῦ εἶπε – καί ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ καί δώσω ὑετόν ἐπί πρόσωπον τῆς γῆς» (Γ´ Βασ. 18,1).

Ἄς παρατηρήσουμε ὅμως ὅτι ὁ Θεός ἔδωσε στόν προφήτη νά πεῖ αὐτά τά λόγια φιλανθρωπίας γιά τήν λύση τοῦ λιμοῦ, ὅταν καί ὁ ἴδιος ὁ προφήτης ἔγινε φιλανθρωπότερος. Καί ἄς παρατηρήσουμε ἀκόμη ὅτι δέν ἔλυσε ὁ Θεός μόνος του τόν λιμό χωρίς πρῶτα νά τό ἀναγγείλει ὁ προφήτης του, ὁ ὁποῖος καί προανήγγειλε τήν ἔναρξη τοῦ λιμοῦ.

Τρέχει, λοιπόν, τώρα ὁ προφήτης Ἠλίας σέ ὅλη τήν χώρα καί κηρύττει τήν λύση τῆς τιμωρίας, ὅτι θά ἔρθει βροχή στήν γῆ. Ἀλλά ἐκεῖ πού πήγαινε νά κηρύξει αὐτό τό χαρμόσυνο μήνυμα, ἔβλεπε πάλι ἀσέβειες καί παραβάσεις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί σκεπτόταν νέα τιμωρία κατά τοῦ λαοῦ. «Πάλιν τήν αὐτῶν ἀσέβειαν θεασάμενος, ἐμελέτα τινά τιμωρίαν κατ᾽ αὐτῶν ἀπόφασιν λυπηράν». Βλέποντας, λοιπόν ὁ Θεός τόν Ἠλία, λέει ὁ Χρυσόστομος, ὅτι δέν εἶναι συμπαθητικός στά ἁμαρτήματα τῶν ἀνθρώπων, τόν χωρίζει ἀπ᾽ αὐτούς, δέν τόν ἀφήνει νά κατοικήσει μαζί τους!

Σάν νά τοῦ λέει, ὅπως τό φαντάζεται ὁ Χρυσόστομος: «Ἐγώ, ὦ Ἠλία, γνωρίζω τόν ζῆλο σου καί ἀναγνωρίζω τήν πολιτεία σου. Ὅμως, εὐσπλαγχνίζομαι τούς ἁμαρτωλούς ὅταν τιμωροῦνται πολύ. Ἀλλά ἐσύ ἐκδικεῖσαι πολύ τήν ἀσέβεια, οἱ ἄνθρωποι ὅμως συνεχῶς ἁμαρτάνουν. Σᾶς χωρίζω ἀπό τό νά συγκατοικεῖτε. Ἐσύ, ἀφοῦ δέν μπορεῖς νά ὑπομένεις τούς ἁμαρτωλούς, πήγαινε μέχρι τόν οὐρανό. Στήν γῆ θά κατέβω Ἐγώ. Ἄν ἐσύ, Ἠλία, μείνεις γιά πολύ στήν γῆ θά χαθεῖ τό ἀνθρώπινο γένος, γιατί συνεχῶς θά τούς τιμωρεῖς. Τί θά γίνει, λοιπόν; Πήγαινε, Ἠλία, μέχρι στόν οὐρανό. Δέν μπορεῖ ἡ φωτιά νά εἶναι μαζί μέ τά καλάμια! Σοῦ δίνω τήν χαρά νά συγκατοικεῖς μέ ἀναμάρτητους· μεῖνε μαζί μέ τούς χορούς τῶν ἀγγέλων. Πήγαινε, λοιπόν, πρός τόν οὐρανό. Μέ τούς ἁμαρτωλούς θά κατοικήσω ἐγώ. Ἐγώ, πού θέλω νά φέρω στόν ὦμο μου τό πλανεμένο πρόβατο. Ἐγώ πού θά πῶ σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς: “Ἐλᾶτε σέ μένα ὅλοι οἱ βεβαρυμένοι”· δέν θά σᾶς κολάσω, ἀλλά “θά σᾶς ἀναπαύσω”».

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2023

Έφθασε ο Προφήτης Ηλίας να πη: “Έμεινα μόνος μου!”


Ας μην απελπι­ζόμαστε· Ο Θεός είναι μαζί μας. Ως κόρην οφθαλμού Του ο Κύριος διαφυλάσσει τον λαό Του, δηλαδή τους Ορθοδόξους Χριστιανούς οι οποίοι Τον αγαπούν με όλη τους την καρδιά…

                                             

Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Σίγουρα η Ορθοδοξία έχει εμφανισθεί με όλη της την δύναμη στους Αγίους, αλλά εμείς οι Ορθόδοξοι φέρουμε αυτό το όνομα ανάξια. Η ζωή μας δεν ανταποκρίνεται στο ύφος και το πλήρωμα της πίστης μας και αυτό βέβαια ήταν που ταλάνιζε τον Μοτοβίλωφ, τον έμπιστο του Άγ. Σεραφείμ.
«Κάποτε», γράφει εκείνος στα αξιοσημείωτα απομνημονεύματά του, «ήμουν σε μεγάλη θλίψη, καθώς σκεφτόμουν τι θα γινόταν η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, αν το κακό της εποχής μας απλωνόταν όλο και περισσότε­ρο. Γιατί ήμουν πεπεισμένος ότι η Εκκλησία μας βρισκόταν σε εξαιρετικό κίνδυνο από την αυξανόμενη σαρκική διαφθορά και εξίσου, αν όχι ακόμη περισσότερο, από την πνευματική ασέβεια λόγω των άθεων σχισματικών ομάδων οι οποίες απλώνονταν παντού από τους σύγχρονους σοφιστές. Ήθελα πάρα πολύ να ξέρω τι θα μου έλεγε ο π. Σεραφείμ για αυτό.

«Κατά την διάρκεια της μακράς και λεπτομερούς συνομιλίας σχετικά με τον Άγιο Προφήτη Ηλία, όπως ανέφερα παραπάνω, μου είπε μεταξύ άλλων: “Όταν ο Ηλίας ο Θεσβίτης παραπονέθηκε στον Κύριο για τον Ισραήλ ότι όλοι είχαν κλίνει γόνυ στον Βάαλ και είπε στην προσευχή του ότι αυτός μόνος, ο Ηλίας, είχε μείνει πιστός στον Κύριο και ότι αποζητούσαν πλέον να του αφαιρέσουν την ζωή, τι του απάντησε ο Κύριος; Και καταλείψεις εν Ισραήλ επτά χιλιάδας ανδρών, πάντα γόνατα, α ουκ ώκλασαν γόνυ τω Βάαλ (Γ’ Βασιλ. 19:18). Και έτσι, εάν στο βασίλειο του Ισραήλ το οποίο είχε αποσκιρτήσει από το βασίλειο του Ιούδα, που είχε παραμείνει πιστό στον Θεό, και είχε φθάσει σε πλήρη διαφθορά, είχαν απομείνει ακόμη επτά χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι ήταν πιστοί στον Κύριο, τι να πούμε για την Ρωσία; Νομίζω ότι στο βασίλειο του Ισραήλ δεν υπήρχαν τότε πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Και πόσοι υπάρχουν στην Ρωσία τώρα”;

«“Περίπου εξήντα εκατομμύρια”, απάντησα.

«Και εκείνος συνέχισε: “Είκοσι φορές περισσότεροι! ’’Έτσι κρίνε μόνος σου τώρα πόσους έχουμε ακόμη που είναι πιστοί στον Θεό, Ους προέγνω, τούτους και προώρισε· ους προώρισε, τούτους και εκάλεσε· ους εκάλεσε, αυτούς και τηρήσει, αυτούς και δοξάσει. Έτσι, γιατί να απελπι­ζόμαστε·’ Ο Θεός είναι μαζί μας. Εκείνος ο οποίος εμπιστεύεται στον Κύριο είναι σαν το Όρος Σιών. Εκείνος ο οποίος ζει στην Ιερουσαλήμ ποτέ δεν θα σαλευθεί. Τα όρη περιβάλλουν την Ιερουσαλήμ και ο Κύ­ριος περιβάλλει τον λαό Του. Ο Κύριος θα σε τηρήσει. Ο Κύριος είναι η ασπίδα σου στην δεξιά σου. Ο Κύριος θα διαφυλάξει τις εξόδους σου και τις εισόδους σου, από του νυν και έως του αιώνος. Ο ήλιος δεν θα σε κάψει την ημέρα ούτε η σελήνη την νύχτα”.

«Και όταν τον ρώτησα τι εννοούσε και γιατί μου τα έλεγε αυτά, ο π. Σεραφείμ απάντησε: “Ήθελα να σου δείξω ότι με αυτόν τον τρόπο, ως κόρην οφθαλμού Του ο Κύριος διαφυλάσσει τον λαό Του, δηλαδή τους Ορθοδόξους Χριστιανούς οι οποίοι Τον αγαπούν με όλη τους την καρδιά και με όλο τους τον νου και οι οποίοι Τον υπηρετούν ημέρα και νύχτα με τον λόγο και την πράξη. Τέτοιοι είναι όσοι τηρούν όλους τους κανόνες, τα δόγματα και τις παραδόσεις της Ανατολικής μας Οικουμε­νικής Εκκλησίας, και με το στόμα τους ομολογούν την ευλαβή διδασκα­λία η οποία μας έχει παραδοθεί από Αυτήν και οι οποίοι σε κάθε περί­σταση της ζωής τους ενεργούν σύμφωνα με τις άγιες εντολές του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού”.

«Για να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι παραμένουν ακόμη στην Ρωσία πολλοί Ορθόδοξοι οι οποίοι είναι πιστοί στον Κύριο ημών Ιησού Χρι­στό και ζουν με ευσέβεια, ο π. Σεραφείμ είπε κάποτε σε έναν φίλο μου (ή στον π. Γουρία, τον πρώην διευθυντή του ξενώνα του Σαρώφ, ή στον π. Σίμωνα, ο οποίος ήταν υπεύθυνος του αγροκτήματος Μάσλισενσκ) ότι, όταν κάποτε είχε αρπαγεί από το Πνεύμα του Θεού, είδε ολόκληρη την γη της Ρωσίας να είναι γεμάτη και να σκεπάζεται προστατευτικά από το νέφος των προσευχών των πιστών οι οποίοι προσεύχονταν στον Κύριο».
Από το βιβλίο: «Αρχιμανδρίτου π . Λαζάρου Μουρ, Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, Πνευματική Βιογραφία», σελ. 193

***

Προφήτης Ηλίας
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

 

έροντα, όταν έρθουν ο Προφήτης Ηλίας και ο Ενώχ, για να κηρύξουν μετάνοια, ο κόσμος θα καταλάβει, για να συνέλθει;

Αυτοί που θα έχουν καλή διάθεση, θα καταλάβουν. Αυτοί που δεν θα έχουν καλή διάθεση, δεν θα καταλάβουν και θα πλανηθούν. Ο Χριστός μας προειδοποίησε ότι πρέπει να προσέχουμε πολύ, γιατί «εγερθήσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία και τέρατα προς το αποπλανάν, εί δυνατόν και τους εκλεκτούς». (5)

Είναι μερικοί που κάτι πλανεμένους τους περνούν για προφήτες. Πριν από μερικά χρόνια ένας Προτεστάντης γύριζε συνέχεια με μια βαλίτσα πέτσινη που είχε μια επιγραφή γραμμένη στα αγγλικά: «Είμαι ο Προφήτης Ηλίας!».
Φορούσε πουκάμισο με κοντά μανίκια, είχε και μια Αγία Γραφή στα αγγλικά και έλεγε ότι κατέβηκε από τον ουρανό! Όταν τον ρώτησαν τι πιστεύει και σε ποια θρησκεία ανήκει, είπε: «Ε, τώρα αυτά είναι χαμένα. Δεν υπήρχαν τότε θρησκείες!». Κατάλαβες; Αφού όλοι, Καθολικοί, Προτεστάντες, Πεντηκοστιανοί, όλες οι αιρέσεις και όλες οι παραφυάδες των αιρέσεων είναι γι’ αυτόν το ίδιο. Από εκεί δεν καταλαβαίνει κανείς τι γίνεται; Πόσα γράμματα μου είχε στείλει! Έγραφε διάφορα χωρία από την Αγία Γραφή και είχε όλο προτεσταντικές θέσεις. Έστελνε και σε διαφόρους πότε από την Αγγλία πότε από αλλού ένα σωρό γράμματα. Κάποιοι πίστεψαν αυτά που έγραφε και ήθελαν να δημοσιεύσουν σε ένα περιοδικό ότι ήρθε ο Προφήτης Ηλίας. «Μα, είστε καλά; τι πάτε να κάνετε;», τους είπα. Ο κόσμος ο καημένος είναι ζαλισμένος!

Αμαρτάνει κανείς, και μόνον όταν ακούει όσα λένε οι πλανεμένοι. Είναι μερικοί που λένε: «Άμα πιστέψεις ότι θα γίνει έτσι, θα γίνει». Αυτό είναι πίστη στον εαυτό τους, αλλά πίσω από τον εαυτό τους είναι το ταγκαλάκι. Κάνουν θεό τον εαυτό τους (6) και απογυμνώνονται από την θεία Χάρη. Με κάτι τέτοιες θεωρίες κοιτάζουν να ξεγελάσουν τον κόσμο. Ένας σαρανταπεντάρης παρουσιαζόταν ως απόφοιτος της Σχολής της Χάλκης και έλεγε διάφορες ινδουιστικές φιλοσοφίες. «Εσύ, του λέω, κάνεις κακό και στον εαυτό σου και στον κόσμο, όταν λες τις εξευγενισμένες βλακείες των Ινδών και συγχρόνως παρουσιάζεσαι ότι τελείωσες την Σχολή της Χάλκης. Πρόσεξε, θα δαιμονισθής….

Βλέπεις ενώ ο Άγιος Κωνσταντίνος κατήργησε την ειδωλολατρία και καθιέρωσε ως επίσημη θρησκεία όλης της αυτοκρατορίας τον χριστιανισμό, σήμερα πάνε να φέρουν την ειδωλολατρία. Επιτρέπουν να φτιάχνουν τζαμιά, να έχουν οι γκουρούδες τα δικά τους μοναστήρια, να κάνουν ελεύθερα διαλέξεις, να γίνονται διάφορα κέντρα προσηλυτισμού, οι μασόνοι να δρουν ελεύθερα, οι ιεχωβάδες το ίδιο… Βάλλεται η Ορθοδοξία με ένα σωρό θεωρίες. Αλλά δεν θα σταθούν αυτά· θα σωριασθούν.

Οι ταλαίπωροι άνθρωποι παρασύρονται, γιατί έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό και έχουν φθάσει σε σκότιση! Μου είπαν δύο νέοι ότι πήγαν στην Χεβρών για προσκύνημα και τους έβαλαν το σκουφάκι το εβραϊκό, για να προσκυνήσουν τους τάφους του Αβραάμ. Τι να το κάνεις το προσκύνημα, αφού έβαλες αυτό που χρησιμοποιούν οι Εβραίοι στην λατρεία τους;

Τι να πεις; Μεγάλη σύγχυση! Στο Παρίσι έξω από μια Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έγραφε: «Διδάσκεται η εξάσκηση της ευχής με την μέθοδο γιόγκα». Που έφθασαν! Αρχίζουν ύστερα τα ψυχολογικά προβλήματα και παλαβώνουν. Δεν ξέρουν τι ζητούν μετά….

***

 

– Γέροντα, γιατί επιτρέπει ο Θεός να συμβή μια συμφορά;

– Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις. Άλλοτε επιτρέπει ο Θεός κάτι, για να βγη κάτι το καλύτερο, και άλλοτε επιτρέπει κάτι για παιδαγωγία. Άλλοι ανταμείβονται και άλλοι εξοφλούν, δεν πάει τίποτε χαμένο.

Να ξέρετε πως ό,τι επιτρέπει ο Θεός, ακόμη και να εξοντωθούν π.χ. άνθρωποι, είναι φιλάνθρωπο, γιατί ο Θεός έχει “σπλάγχνα”. Ο Προφήτης Ηλίας πόσους έσφαξε; Τριακόσιους ιερείς του Βάαλ. Όταν τους είπε: “Κάντε προσευχή, θα κάνω και εγώ, και όποιου η φωτιά θα ανάψη από μόνη της, αυτού ο Θεός θα είναι αληθινός”, άρχισαν οι ιερείς του Βάαλ να φωνάζουν: “Επάκουσον, ο Θεός ημών, Βάαλ, επάκουσον!” αλλά ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Ο Προφήτης Ηλίας τους λέει: “Είναι απασχολημένος ο Θεός σας και δεν σας ακούει! Φωνάξτε πιο δυνατά!” Εκείνοι συνέχισαν να φωνάζουν και να ξεσχίζουν, όπως συνήθιζαν, τις σάρκες τους με μαχαίρια, για να πονάνε, και να φωνάζουν πιο δυνατά, για να τους ακούση ο Βάαλ. Αφού τελικά δεν κατόρθωσαν τίποτε, είπε ο Προφήτης Ηλίας: “Βρέξτε τα δικά μου ξύλα”. “Τρισσεύσατε”, τους είπε. Έρριξαν νερό μια, δυό, τρεις φορές! Αφού από το πολύ νερό είχαν γίνει μούσκεμα τα ξύλα και έτρεχαν από γύρω τα νερά. Μόλις προσευχήθηκε ο Προφήτης Ηλίας, έπεσε φωτιά από τον ουρανό και κάηκε ό,τι είχαν στο θυσιαστήριο για να θυσιάσουν, και το ίδιο το θυσιαστήριο μαζί! Τότε είπε: “Πιάστε τους ιερείς, γιατί παρασύρουν τον λαό στην ειδωλολατρία” και τους έσφαξε όλους.

Πολλοί λένε: “Καλά, πώς έσφαξε ο Προφήτης Ηλίας τόσους;” Ο Θεός δεν είναι βάρβαρος ούτε ο Προφήτης ήταν βάρβαρος. Οι ιερείς όμως των ειδώλων είχαν πλανήσει όλον τον κόσμο, αφού έφθασε ο Προφήτης Ηλίας να πη: “Έμεινα μόνος μου!” Τόσο πολύ! Αλλά και οι ιερείς των ειδώλων περισσότερο υπέφεραν από τα δικά τους σφαξίματα παρά από το μαχαίρι του Προφήτη Ηλία που έδωσε τέλος στο μαρτύριό τους. Ο πόνος από τα δικά τους ξεσχίσματα ήταν μεγαλύτερος. Γιατί, βλέπεις, ό,τι επιτρέπει ο Θεός είναι φιλάνθρωπο, ενώ τα σφαξίματα τα δικά τους ήταν οδυνηρά.

– Γιατί, Γέροντα, στην Παλαιά Διαθήκη η τιμωρία του Θεού ήταν τόσο άμεση;

                                         

– Στην Παλαιά Διαθήκη εκείνη την γλώσσα, εκείνον τον νόμο καταλάβαιναν. Ο ίδιος ο Θεός ήταν και τότε, αλλά εκείνος ο νόμος ήταν για εκείνους τους ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν αλλιώς. Μη σας φαίνεται εκείνος ο νόμος σκληρός και το Ευαγγέλιο διαφορετικό. Ήταν ο νόμος που θα ωφελούσε εκείνη την εποχή. Δεν ήταν ο νόμος εκείνος βάρβαρος, αλλά η γενιά εκείνη ήταν βάρβαρη. Οι σημερινοί άνθρωποι μπορεί να κάνουν μεγαλύτερες βαρβαρότητες, αλλά τουλάχιστον μπορούν να καταλάβουν. Τώρα ένα κανδήλι κουνιέται και πόσο οι άνθρωποι συγκλονίζονται! Ενώ, βλέπεις, τότε πόσα έκανε ο Θεός! Έδωσε δέκα μάστιγες στον Φαραώ, για να βγάλη τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο. Κάνει ξηρά την Ερυθρά θάλασσα, για να περάσουν. Τους δίνει νεφέλη την ημέρα, για να μην τους καίη ο ήλιος, στήλη φωτεινή την νύχτα, για να τους οδηγή. Και μετά από τόσα γεγονότα έφθασαν στο σημείο να ζητήσουν για Θεό ένα χρυσό μοσχάρι (7)! Σήμερα οι άνθρωποι δεν θα έλεγαν ποτέ ότι ένα μοσχάρι θα τους οδηγήση στην Γη της Επαγγελίας.

7) Βλ. Εξ. 32, 1-6

Η μάχαιρα τον Προφήτη Ηλία

Γέροντα, το απολυτίκιο του Προφήτη. Ηλία λέει ότι είναι ο «δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού». Θα έρθει ο Προφήτης Ηλίας στη γη;
Ο Προφήτης Ηλίας τροχάει τώρα τη μάχαιρα. Πρώτα θα αρχίσει από τους Πατριάρχες, Δεσποτάδες, παπάδες, μοναχούς.

_Και λαϊκούς Γέροντα;
Τα δικά σας είναι αγνοήματα, ενώ τα δικά μας είναι αμαρτήματα. Έτσι δεν λέει η ευχή της Θείας Λειτουργίας; «Υπέρ των εμών αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων».

***

 

Είμαστε παιδιά του Θεού και είναι καθήκον μας να κάνουμε το καλό, γιατί ο Θεός είναι όλος αγάπη. Είδες η χήρα που φιλοξένησε τον προφήτη Ηλία; Ειδωλολάτρης ήταν, αλλά τι αγάπη είχε μέσα της! Όταν ο Προφήτης πήγε και της ζήτησε ψωμί, του είπε: «Έχουμε λίγο λάδι και αλεύρι• αυτό θα φάω με τα παιδιά μου και μετά θα πεθάνουμε». Δεν του είπε: «Δεν έχουμε να σου δώσουμε». Και όταν ο Προφήτης, για να δοκιμάσει την προαίρεσή της, της είπε να φτιάξη ψωμί πρώτα για εκείνον και μετά για τα παιδιά της, η καημένη αμέσως του έφτιαξε.
Αν δεν είχε μέσα της αγάπη, θα έβαζε λογισμούς. «Δεν φτάνει που του λέω ότι έχουμε λίγο, θα έλεγε, ζητάει να φτιάξω πρώτα για εκείνον!».
Φάνηκε η προαίρεσή της, για να έχουμε εμείς παραδείγματα. Αλλά εμείς διαβάζουμε… Αγία Γραφή, διαβάζουμε τόσα και τόσα, και τι κάνουμε;
Θυμάμαι, και στο Σινά τα Βεδουινάκια που δεν ήξεραν τίποτε από το Ευαγγέλιο, αν τους έδινες κάτι, ακόμα και πολύ λίγο να ήταν, θα το μοιράζονταν μεταξύ τους και θα έπαιρναν όλα από λίγο. Και αν για το τελευταίο δεν έμενε τίποτε, θα του έδιναν τα άλλα από το δικό τους.
Όλα αυτά να τα παίρνετε σαν παράδειγμα και να εξετάζετε τον εαυτό σας, για να βλέπετε που βρίσκεσθε. Αν εργάζεται έτσι κανείς, ωφελείται όχι μόνον από τους Αγίους και από τους αγωνιστές, αλλά από όλους τους ανθρώπους. Σκέφτεται: «Αυτό το φιλότιμο το έχω εγώ; Πως θα κριθώ;» Γιατί ο καθένας μας μόνος του θα κριθή από τον καλύτερό του.
Αξία έχει να δίνουμε από το υστέρημά μας, είτε πρόκειται για κάτι πνευματικό είτε για κάτι υλικό. Έχω, ας υποθέσουμε, τρία μαξιλάρια. Αν δώσω το ένα που μου περισσεύει, δεν έχει αξία. Ενώ, αν δώσω αυτό που χρησιμοποιώ για προσκέφαλο, αυτό έχει αξία, γιατί έχει θυσία. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε για την χήρα: «Η χήρα η πτωχή αύτη πλείον πάντων έβαλεν…»
Από το βιβλίο: «Πάθη και Αρετές», Γέροντος Παισίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄,
έκδοσις Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης

 Ιconandlight

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Έφθασε ο Προφήτης Ηλίας να πη: “Έμεινα μόνος μου!” (trelogiannis.blogspot.com)

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ – ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ολίγοι ημίν σήμερον οι παραγενόμενοι· άρα τι το αίτιον; Μνήμη Μαρτύρων επιτελούμεν, και ουδείς ημίν απήντησεν· άρα το διάστημα της οδού εις ραθυμίαν ενέβαλε; Μάλλον δε ου το διάστημα της οδού, αλλ’ η ραθυμία αυτούς ενεπόδισεν. Ώσπερ γαρ τον σπουδαίον και διεγηγερμένον τη προαιρέσει ουδέν δύναται κωλύσαι, ούτω δη τον ράθυμον και αναπεπτωκότα πάντα δύναται κωλύσαι. Οι Μάρτυρες το ίδιον αίμα εξέχεον υπέρ της αληθείας, συ δε ουδέ βραχείας οδού καταφρονείς; Εκείνοι την κεφαλήν απέθεντο δια τον Χριστόν, συ δε ουδέ έξω της πόλεως απαντήσαι θέλεις δια τον Δεσπότην; Ο Δεσπότης δια σε απέθανε, και συ δι’ αυτόν οκνείς; Μνήμη Μαρτύρων, και συ ραθυμείς και αναπέπτωκας; Δέον εστί σε παραγενέσθαι και ιδείν τον διάβολον ηττώμενον, και Μάρτυρα νικώντα, και Θεόν δοξαζόμενον, και Εκκλησίαν στεφανουμένην. Αλλ’ η πρόφασις αυτών αύτη· αμαρτωλός ειμι, φησί, και ου δύναμαι απαντήσαι. Αυτό γαρ τούτο, ότι αμαρτωλός ει, απάντησον ίνα μη εκπέσης της δικαιοσύνης.Τις δε των ανθρώπων άνευ αμαρτίας, ειπέ μοι; Αλλά δια τούτο θυσία και Εκκλησία, δια τούτο ευχαί και νηστείαι, επειδή πολλά τα τραύματα της ψυχής· δια τούτο και τα φάρμακα κατ’ αυτών εύρηνται, και προς έκαστον των τραυμάτων της ψυχής κατάλληλον φάρμακον κατεσκευάσθη. Έχεις Εκκλησίαν θυσίας επιφερομένην, ευχάς Πατέρων, Πνεύματος Αγίου χορηγίαν, Μαρτύρων μνήμας, συναθροισμών Αγίων, και πολλά τοιαύτα δυνάμενά σε από αμαρτίας ανακαλέσασθαι εις δικαιοσύνην· ουκ απήντησας εις ευχήν Μαρτύρων, ποίαν έχεις συγγνώμην; Ουδέν  των δεινών εν τω μέσω, και ενεποδίσθης της προς τους Μάρτυρας ομονοίας; Αλλ’ φροντίς σε βιοτική εκράτησεν; Έτι μείζον το έγκλημα. Μικράν ώραν ουκ εδάνεισας τω Θεώ, ίνα λάβης ολόκληρον ημέραν; Αμαρτωλός ειμι, φησί, και ου δύναμαι· επειδή αμαρτωλός ει, δια τούτο είσελθε· ή ουκ οίδας, ότι και αυτοί οι τω θυσιαστηρίω παρεδρεύοντες αμαρτίαις εισί προσηλωμένοι; Σάρκα γαρ εισιν ενδεδυμένοι, και αίματι συμπεπλεγμένοι, και οστέοις εισί συνδεδεμένοι, και αυτοί ημείς οι επί του θρόνου καθεζόμενοι και διδάσκοντες, αμαρτίαις συμπεπλέγμεθα. Αλλ’ ουκ απογινώσκομεν της του Θεού φιλανθρωπίας, ουδέ απανθρωπίαν αυτώ περιάπτομεν· πάντες γαρ άνθρωποι εσμεν εκ των αυτών συμπεπλεγμένοι, και ου παραιτούμεθα την διδασκαλίαν, εις το πέλαγος αφορώντες της του Θεού φιλανθρωπίας. Και υμείς αμαρτήσαντες εάν εισέλθητε, ου τοσούτον το έγκλημα· υπό γαρ διδασκαλίαν εστέ· ημείς δε όσω μάλλον τω αξιώματι υπερέχομεν, τοσούτω και τω εγκλήματι υποκείμεθα· άλλο γαρ εστι τον διδασκόμενον αμαρτάνειν, και άλλο τον διδάσκοντα· αλλ’ όμως ου παραιτούμεθα τούτο, ίνα μη προφάσει ταπεινοφροσύνης εις ραθυμίαν εμπέσωμεν. Και τούτο κατά θείαν διοίκησιν γέγονε, το τους ιερείς και αυτούς αμαρτίαις υποπεσείν. Και άκουσον πως εστιν· οι διδάσκαλοι αυτοί και οι ιερείς, ει μη ημάρτανον, μηδέ υπέκειντο τοις πάθεσι του βίου, απάνθρωποι ήμελλον είναι περί τους άλλους και ασύγγνωστοι· αλλά δια τούτο και αυτούς τους ιερείς πάθεσι δουλεύειν παρεσκεύασε, και τους άρχοντας, ίνα εξ ων αυτοί πάσχουσι, και τοις άλλοις συγγνώμην διδώσι. Και αεί ούτω διώκησεν ο Θεός, και ου μόνον νυν, αλλά και πάλαι, και οις έμελλεν εμπιστεύσαι την Εκκλησίαν και τον λαόν, τούτοις συνεχώρησεν αμαρτία υποπεσείν, ίνα εκ των οικείων πταισμάτων φιλάνθρωποι γένωνται περί τους άλλους. Ει γαρ μη ημάρτανον αυτοί, ουδεμίαν συγγνώμην είχον δούναι τοις αμαρτάνουσιν, αλλ’ απάνθρωποι γενόμενοι πάντας εκθερίζειν είχον της Εκκλησίας. Ότι δε ταύτα τούτον έχει τον τρόπον, και τούτο ου στοχαζόμενος λέγω, φέρε εξ αυτής της θεωρίας είπωμεν. Πέτρος έμελλε πιστεύεσθαι τας κλεις της Εκκλησίας, μάλλον δε και επιστεύθη τας κλεις των ουρανών, και ήμελλε πιστεύεσθαι το πλήθος του λαού. Τι γαρ φησι προς αυτόν ο Δεσπότης; Ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς.
Τι δε μέχρι Πέτρου εστώς την υπόθεσιν ταύτην τοσαύτην είρηκα, και ουκ ανέρχομαι μικρώ τω λόγω επί άλλο πρόσωπον; Φέρε μοι εις το μέσον λέγω δη Ηλίαν, τον Προφήτην εκείνον, τον επίγειον Άγγελον και επουράνιον άνθρωπον, τον χαμαί βαδίζοντα και τα ουράνια ηνιοχούντα, τον τρίπηχυν άνθρωπον και υψηλοβατούντα, και εις αυτάς αναπετασθέντα του ουρανού τας αψίδας, τον των υδάτων ταμίαν ου η γλώττα θησαυρός εγένετο των υδάτων και κλεις των ουρανών· ο πένης και πλούσιος, ο ιδιώτης και φιλόσοφος· πένης μεν, ότι μηδέν εκέκτητο, πλούσιος δε, ότι τα νέφη του υετού εν τη γλώττη κατείχε. Και αυτός απότομος ην περί τους αμαρτάνοντας ούτως ως εύξασθαί ποτε υετόν μη δούναι· και τι λέγει; Ζη Κύριος, φησίν, ει έσται υετός επί της γης, ει μη δια στόματός μου. Τι ποιείς, Ηλία; Τι αποφαίνει; Καν εύξαι τον Δεσπότην, και ούτω πλήρωσον τον λόγον. Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου. Που εισιν οι αιρετικοί οι λέγοντες, ότι ο Υιός του Θεού εύχεται; Άθλιε και ταλαίπωρε και αναίσχυντε·Ηλίας αποφαίνεται, και ο Υιός εύχεται; Ο δούλος κελεύει, και ο Δεσπότης παρακαλεί; Ουδέ ως τω Ηλία χαρίζη αυτώ την τιμήν; Ου θέλεις ως τω δούλω ούτω και τω Δεσπότη την ισομοιρίαν χαρίσασθαι; Ουκ εύχεται εκείνος, ουδέ παρακαλεί, αλλά λόγον αληθείας προέβαλε, και τον ουρανόν έκλεισεν. Εύξαι πρώτον, Ηλία. Αλλά τι Ηλίας; Οίδα τον εμόν Δεσπότην, ότι υπακούει μου· από γαρ ζήλου τούτο ποιώ. Ω καινών και παραδόξων πραγμάτων! Είδες Δεσπότην υπό ευνοίας δούλου νενικημένον; Και γαρ ο Ηλίας από ζήλου πολλού τούτο εποίησεν. Έβλεπε γαρ πολλά άτοπα γινόμενα· έβλεπε πορνείαν μετά πολλής της κακίας πολιτευομένην. Νυξ γαρ ην, δι’ ο και κατείχε την οικουμένην άπασαν· νεφέλη πυκνοτάτη εκάλυπτε τα σύμπαντα. Πάντες γαρ προέκοπτον επί το κακόν· οικουμενικόν ην ναυάγιον, ουχ υδάτων, αλλά ασελγείας· σωφροσύνη εκποδών, και ακολασία επομπεύετο· αρετή εδιώκετο, και κακία ενηβρύνετο· βουνοί και όρη και νάπαι, και οδοί, και ταμεία και ο αήρ εμολύνετο· ο ήλιος εκαπνίζετο, η γη εμιαίνετο, ο ουρανός εξουθενείτο, η κτίσις πάσα ενόσει από ειδωλολατρίας· ως εν νυκτί πάντες περιεπάτουν, ουδενί προσέχοντες των κτισμάτων, λίθον έβλεπον και ως θεόν προσεκύνουν· ξύλον έβλεπον, και τούτο ομοίως θεόν ενόμιζον. Νυξ αυτούς είχε πυκνοτάτη· τον κτίστην έβλεπον, και τοις κτίμασι προσεκύνουν. 
Ηλίας μόνος ην τον λύχνον έχων της αρετής, καθάπερ επί κορυφής όρους της φιλοσοφίας καθεζόμενος και ασκών, μόνος μεν έχων τον λύχνον της ευσεβείας, ουδένα δε ωφέλει το φώτισμα δια το κάρω αυτούς κατακείσθαι, και ειδωλολατρία αυτούς κατέχεσθαι. Εμαίνετο ουν ο Ηλίας, επρίζετο, ωδύρετο, ρήματα ελάλει, ουδείς ήκουε· παρεκάλει, ουδείς ηνέσχετο· λοιπόν από ζήλου προσαγαγείν αυτούς θέλει και παιδεύσαι, ίνα καν ούτω τω λιμώ τηκόμενοι επί τον Δημιουργόν τη ευχή φθάσωσιν, ίνα ο λιμός υπόθεσις αυτοίς γένηται ευσεβείας. Αλλ’ ουδέν δύναται αυτούς, φησι, παιδεύσαι ο λιμός· ούτω γαρ πανταχόθεν στενούμενοι επί τον πάντων κτίστην χωρήσουσι. Τι ουν Ηλίας; Ζη, φησι, Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου. Εξήλθεν ο λόγος του Προφήτου, και ευθέως ο αήρ μετεβλήθη, ο ουρανός χαλκός εγένετο, ου την φύσιν μεταβαλών, αλλά την ενέργειαν χαλινωθείς· ευθύς τα στοιχεία μετεσχηματίζετο. Ενέπεσεν ο λόγος του Προφήτου, καθάπερ πυρετός, εις τας λαγόνας της γης, και πάντα ευθύς εξηραίνετο, πάντα ηρημούτο, πάντα εξηφανίζετο· έβλεπον ευθέως βοτάνας ξηραινομένας, και φυτά και δένδρα κάρπιμα και άκαρπα, τα εν πεδίοις, τα παρά θάλασσαν, πάντα αθρόως ξηραινόμενα, πάσαν έμψυχον ηλικίαν αφανιζομένην, οδυρμόν παιδίων και κλαυθμόν μητέρων, και απογνωσίαν πολλήν. Εις λόγος του Προφήτου εξήλθε, και βλέπε πόσα ειργάσατο. Πάντα τοίνυν απέθνησκον, τα θηρία, τα κτήνη, τα παιδία, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πετεινά, άπαντα· οικουμενικόν ναυάγιον ην, και η συμφορά πάσαν ομού κατέλαβε την γην· ουδείς ανεσώζετο, αλλά πάντες από της αβροχίας απέθνησκον, τα φυτά εξηραίνετο, πηγαί, ποταμοί, λίμναι, και πάντα απλώς απώλοντο. Οικουμενικόν ναυάγιον κατείχε πάσαν την οικουμένην, ου δι’ ύδατος, αλλά δι’ αβροχίας· ο ουρανός εδέδετο, και λοιπόν επείχετο, και την φύσιν όλην μετέβαλε. Πάντα ουν απέθανε θεηλάτω οργή και απώλετο· ουκ έμελε δε τω Ηλία περί ουδενός· εμέθυε γαρ τω ζήλω· πάσα ουν άωρος ηλικία ετελεύτα. Τι ποιείς, Ηλία; Έστω οι νεανίσκοι ήμαρτον· τι τα παιδία παιδεύονται; Έστω, οι άνθρωποι ήμαρτον, τι τα κτήνη συναποθνήσκουσι; Τοσαύτην ασπλαγχνίαν περιβέβλησαι; Ουδενός σοι μέλει περί των ανθρώπων· ου γυναίκα έχεις, ου παιδίον· καταφρονείς των απολλυμένων. 
Τι ουν ο Θεός προς αυτόν; Άπελθε, φησίν, επί τω ποταμώ Χοράθ, και εντελούμαι κόραξι του διατρέφειν σε εκεί. Πάλιν αν ηδέως εροίμην τον Ιουδαίον εις μέσον αγαγών, ίνα δείξω αυτώ ότι ο νόμος τα του νόμου ανέτρεπε, και αυτός εις εαυτόν ούτε το στάσιμον, ούτε το όρθιον είχεν· ου γαρ ην αλήθεια, αλλά σκιά· εκείνα σκιά, ταύτα αλήθεια· εκείνα τύπος, ταύτα πράγματα. Ον σέβη Ηλίαν, ον προσδοκάς έρχεσθαι, περί ου πολύν έχεις τον λόγον, και Προφήτην αυτόν καλείς, ούτος πως υπό κόρακος ετρέφετο; Ο γαρ κόραξ κατά τον νόμον ακάθαρτος, και ούτως ο νόμος διηγόρευσεν ακάθαρτον είναι τον κόρακα. Και πως ουν ο Προφήτης ετρέφετο υπό του ακαθάρτου κόρακος; Ει γαρ ο νόμος ακάθαρτον τον κόρακα έλεγε, πάντως ο εκτου κόρακος τρεφόμενος ακάθαρτος αν είη; Αλλά τούτο ουκ ην, άπαγε, μη γένοιτο! Αλλ’ ο Ηλίας υπό κόρακος ετρέφετο, ουδέν ακάθαρτον των υπό Κυρίου κτισθέντων νομίζων. Είτα εκείθεν, επειδή χρόνος διήλθε, και λοιπόν ο ποταμός εξηράνθη, εγείρει τον Προφήτην εις τροφήν. Άπελθε, φησίν, εις Σαρεφθά της Σιδωνίας, και εντελούμαι γυναικί χήρα του διατρέφειν σε εκεί· τούτο δε κατά τινα οικονομίαν ο Θεός εποίει. Επειδή γαρ ουκ ήδει Ηλίας τα γινόμενα (εν ενί γαρ τόπω εκαθέζετο, ουκ έβλεπε την οικουμενικήν συμφοράν, πως πάντα εξηράνθη, πως αι λίμναι, πως οι ποταμοί, πως τα φυτά, πως τα δένδρα, πως τα άωρα, πως τα ώριμα, πως τα έγκαρπα, πως τα άκαρπα, πως τα παρά πηγαίς, τα παρά λίμναις των υδάτων, την άλωσιν των πτηνών, των κτηνών, των άλλων απάντων, των παιδίων τον θάνατον, των μητέρων τους ολολυγμούς, την οικουμενικήν εκείνην συμφοράν), εγείρει αυτόν ο Θεός, και ποιεί αυτόν άπειρον γην οδεύσαι εκείθεν έως Σιδώνος, ίνα καν ούτως ιδών Ηλίας τα γενόμενα, αξιώση τον Δεσπότην αυτού δούναι υετόν. Πέμπει ουν αυτόν δια τούτο την μακράν οδόν εκείνην, ουχ ως μη δυνάμενος αυτόν εκεί τρέφειν ο Θεός, αλλ’ ως θέλων επιδείξαι τω Ηλία την συμφοράν, ίνα αξιώση αυτόν περί βροχής. Ηδύνατο μεν γαρ και αυτός χωρίς τούτου, αλλ’ ουκ ηθέλησεν υβρίζειν τον ίδιον ικέτην, των μεν κακών εκείνον εάσας είναι πρόξενον, των δε αγαθών εαυτόν· αλλ’ εξεδέχετο την του δούλου παράκλησιν. Είτα ουδέ ούτως εκείνος εκάμπτετο, αλλά απονοία τινι κεχρημένος ούτως εβάδιζε την οδόν, ασπλαγχνίαν περιβεβλημένος, ουδενός λόγον ποιούμενος· ώσπερ είπον γαρ από ζήλου εμέθυε. Τι απονενόησαι, Ηλία; Τι τοσαύτην ανεδύσω απανθρωπίαν; Έκδεξαι ολίγον, και ελεγχθήση και αυτός υπό αμαρτίαν ων. Δια την αμαρτίαν των ενοικούντων αυχμόν εκάλεσας, και ουρανόν έκλεισας, και γην εχαλίνωσας και τον δρόμον της φύσεως εκράτησας, και ουδέ αξιώσαι βούλει περί των γεγενημένων; Μετ’ ου πολύ και αυτός ελεγχθήση υπό αμαρτίαν ων και φιλανθρωπίας τυχών παρά του Δεσπότου σου, ίνα φιλανθρωπότερος γένη περί τους συνδούλους σου. 
Σήμερον δε υπέρ των αυτών δια τούτο εξήλθον τον λόγον ειπείν, ότι δια τούτο ουκ εγένετο άγγελος ιερεύς, αλλ’ άνθρωπος εξ ανθρώπου, ίνα μη παρά αναμαρτήτου αναιρώνται οι αμαρτάνοντες. Ει γαρ άγγελος ην μη αμαρτάνων ο ιερεύς, τους αμαρτάνοντας παραχρήμα αν εκόλαζεν· αλλά δια τούτο άνθρωπος γέγονεν, ίνα συγγινώσκη τω ομοιοπαθεί, υπόμνησιν λαμβάνων εκ των ιδίων παθών τοις ομοφύλοις. Είτα παρηγάγομεν, ότι και τους μεγάλους, οις έμελλε πιστεύειν λαόν πολύν, συνεχώρησεν αμαρτία υποπεσείν, και συγγνώμην αυτοίς δούναι, ίνα μετά ταύτα και αυτοί εξ ων επαιδεύθησαν φιλανθρωπότεροι γένωνται. Και Πέτρον παρήγαγον τον τοιούτον Απόστολον, συγχωρηθέντα μεν αμαρτήσαι, μετανοία δε εξαλείψαντα την αμαρτίαν τη του Θεού φιλανθρωπία. Δεύρο δη και επί τον Ηλίαν επανέλθωμεν, και δείξωμεν αυτού το πέλαγος των κατορθωμάτων, ότι Θεός μεν ηθέλησε φιλανθρωπεύσασθαι, Ηλίας δε ουκ εφιλανθρωπεύσατο· και ήθελε δούναι υετόν, αλλ’ εζήτει αξίωσιν παρά του δούλου. Τι ουν; Παρήλθεν ο Ηλίας όλην την οδόν, και ήλθεν εις Σαρεφθά της Σιδωνίας, και είδε γυναίκα χήραν τινά ξυλευομένην. Αλλ’ όμως βλέπε του Ηλία την φιλοσοφίαν και την πίστιν. Πάλιν άλλο πέλαγος αυτόν διεδέξατο αρετής. Ουκ είπε τω Θεώ, προς τίνα με πέμπεις; Τοσούτους με ποιείς κινδύνους υπομείναι, και προς χήραν με πέμπεις εις έσχατον λιμόν; Μη γαρ ουκ εισίν άλλοι άνδρες ευπορώτεροι, δυνάμενοι την πενίαν μου παραμυθήσασθαι; Αλλά τοσαύτην γην βαδίζω, ίνα προς χήραν απαντήσω, εις αυτήν την συμφοράν των κακών, και ου μόνον χήραν,αλλά και πενιχράν; Εννόησον πως ουδέν τούτων είπεν ο θεράπων· εθάρρει γαρ τω εαυτού Δεσπότη τω εκ των αδυνάτων δυνατά ποιούντι. Άπελθε, φησίν, εις Σαρεφθα της Σιδώνος, και ιδού μία χήρα ξυλευομένη. Τι ουν επιβαίνεις έτι, Ηλία; Τι δε προστρέχεις τη χήρα; Είδες τα προπύλαια της πενίας, μη ερώτα τα πάθη της μετριότητος· είδες την είσοδον της πενίας, μηδέν ερώτα περί των ένδον. Που επεισέρχη Ηλία; Είδες ξυλευομένην και τραφήναι ζητείς παρ’ αυτής; Αλλ’ όμως έχων ενέχυρον του Δεσπότου τον λόγον, απήει διαλογόμενος τη χήρα. Και τι φησι; Δος μοι μικρόν ύδωρ, ίνα πίω. Οράς σοφίαν του Ηλιού; Πως ουκ ευθέως επί το ισχυρότερον απήλθεν, αλλ’ επί το ευτελέστερον; Ουκ είπε· δος μοι άρτον, αλλά δος μοι ύδωρ. Πρώτον ύδωρ ζητεί, στοχαζόμενος ότι, αν ευπορήση ύδατος, δύναται και άρτον ευπορήσαι. Δος μοι, φησί, μικρόν ύδωρ. Απελθούσα δε η χήρα ήνεγκεν αυτώ, και έπιε· και ούτω θαρσήσας φησί· λήψει δη μοι και ψωμόν άρτου, και φάγομαι. Η δε είπε προς αυτόν· Ζη Κύριος, ει έστι μοι εγκρυφίας, αλλ’ ή όσον δραξ αλεύρου εν τη υδρία, και ολίγον έλαιον εν τω καμψάκη, ο ποιήσομεν και φαγόμεθα εώ τε και τα παιδία μου, και αποθανούμεθα. Τι ουν ο Ηλίας; Άπελθε, φησί, και ποίησόν μοι εγκρυφίαν καταμόνας και φάγω, και ούτω ποιήσεις τοις τέκνοις σου, και φάγονται. Τι ποιείς, Ηλία; Έστω, άρτον θέλεις, τι και καταμόνας και εν πρώτοις ζητείς; Ου γαρ οφείλεις ευχαριστήσαι, ίνα μετά των τέκνων φάγεις; Συ θέλεις φαγείν μόνος, και λιμώ τα τέκνα πνίξαι; (Πνίξαι ου θέλω, αλλ’ ευεργετήσαι θέλω· οίδα την αφθονίαν του εμού Δεσπότου). Αλλ’ όμως η χήρα ουκ εταράχθη ουδέ ενενόησέ τι τοιούτον ατόπημα, ούτε είπε· Συ ει ο τον λιμόν τούτον ποιήσας, και εν τοις λειψάνοις του λιμού διατραφήναι θέλεις παρ’ εμού; Ούτε είπεν, ότι τοιούτον κόσμον παρήλθες, και προς εμέ ήλθες λιμώ καταφθείραι τα παιδία μου, ουτός αίτιος του λιμού γενόμενος; Αλλ’ Αβραμιαία τις γενομένη η γυνή εισελθούσα εποίησε κατά το ρήμα του Προφήτου, και ην ιδείν του Αβραάμ μάλλον την χήραν φιλοξενεστέραν. Εκείνος μεν γαρ εύπορος ων, εξένισεν αγγέλους· αύτη δε εκ λιμού προσδοκώσα θάνατον, εξένισε τον Προφήτην. Και ην ιδείν την φύσιν καταφρονουμένην, και φιλοξενίαν τιμωμένην· ην ιδείν σπλάγχνα ριπτόμενα, και Προφήτην δεχόμενον· ολόκληρον δήμον τέκνων τάφον ειργάσατο· όσον γαρ εις προαίρεσιν της χήρας, εκείνα τετελευτήκασιν, όσον δε δια την του Θεού φιλανθρωπίαν, έζων και εκρατύνοντο. Ουκ οίδα πως εγκωμιάσω την χήραν· πως τέκνων κατεφρόνησε και φιλοξενίαν εποίησε, πως η φύσις αυτή ου κατενάρκησε, πως η μήτρα ουκ ηλλοιώθη, πως τα σπλάγχνα ου διελύθη βλέποντα δήμον ολόκληρον τέκνων υπό λιμού μέλλοντα φθείρεσθαι. Αλλ’ ανωτέρα πάντων εγένετο, και τον Προφήτην εξένισεν.
Ως έλαβε δη ο Προφήτης και έφαγε, λοιπόν τας αμοιβάς αποδίδωσιν· έσπειρε φιλοξενίαν η χήρα, και ευθύς τον στάχυν κομώντα της φιλοξενίας εθέρισε. Τι γαρ φησι προς αυτήν Ηλίας; Ζη Κύριος, η υδρία του αλεύρου ουκ εκλείψει, και ο καμψάκης του ελαίου ουκ ελαττονήσει. Και εγένετο η δεξιά της χήρας ληνός, και η αριστερά άλων, και δράγματα εν ανάγκη τον καρπόν παρέχοντα, και δια του λόγου του Προφήτου την χήραν διατρέφοντα. Ληνός και άλων εγένετο η οικία της χήρας· ου βροχή, ουχ υετός, ουκ έαρ, ου θέρος, ου καύμα, ουκ ανέμων ανάγκαι, ου καιρών αλλαγαί, αλλά μόνος εις λόγος προελθών, και αυτός από της οικείας γνώμης εξενεχθείς, χορηγεί την αφθονίαν τη χήρα. 
Είτα εκείθεν, ίνα συντέμω τον λόγον, απήλθε προς Αχαάβ τον βασιλέα. Λέγω νυν αυτού τα κατορθώματα, ίνα εάν ίδης αυτόν αμαρτήσαντα, μάθης την του Θεού χάριν έχουσαν φιλανθρωπίαν. Τι ουν προς αυτόν ο Αχαάβ; Συ ει ο διαστρέφων τον Ισραήλ; Ο δε προς αυτόν· ουχί, αλλά συ και ο οίκος του πατρός σου. Είδες παρρησίαν Προφήτου, πως τον βασιλέα ήλεγξεν; Είτα, ότε εν τω όρει εκαθέζετο, και ήλθε προς αυτόν πεντηκόνταρχος λέγων· Άνθρωπε του Θεού, κατάβηθι, ο βασιλεύς σε καλεί· ο δε προς αυτόν. Και ει εγώ άνθρωπος του Θεού, καταβήτω πυρ εκ του ουρανού, και καταφαγέτω σε και τους πεντήκοντά σου. Είτα εκ δευτέρου άλλος πεντηκόνταρχός φησιν. Άνθρωπε του Θεού, κατάβηθι, ο βασιλεύς χρείαν σου έχει. Και τι προς αυτόν ο Ηλίας; Και ει εγώ άνθρωπος του Θεού, καταβήτω πυρ εκ του ουρανού, και καταφαγέτω σε και τους πεντήκοντά σου. Είτα πάλιν, ότε ήλθεν εις συμβολήν της ευχής, εκάλεσε τους ιερείς της Βάαλ της αισχύνης λέγων· Ευξώμεθα και είπε· Ποιήσατε υμείς θυσιαστήριον καταμόνας, και εκλέξατε δύο βόας, και επίθετε ξύλα κατά τον ένα βουν, και πυρ μη επίθετε, καγώ ποιήσω ούτω· και επικαλείσθε εν ονόματι θεών υμών, καγώ εν ονόματι του Θεού μου, και έσται, ος αν Θεός επακούση εν πυρί, ούτος Θεός αληθινός. Είτα αποίησαν οι ιερείς της αισχύνης θυσιαστήριον, και ήρξαντο επικαλείσθαι την Βάαλ λέγοντες. Επάκουσον ημών, Βάαλ, επάκουσον ημών. Ως δε πολλής ευχής γενομένης ουδείς ην ο επακούων (ουκ ην γαρ φωνή, και ουκ ην ακρόασις), είτα εξεδέχετο ο Ηλίας μακροθυμών ευχομένων εκείνων· ως δε είδεν ότι πολλή μεν αυτών η διάστασις, ουδείς δε ο υπακούων, κωμωδεί αυτούς λέγων· Βοήσατε μέγα, μη ποτε καθεύδη η θεός υμών. Είτα ως μεσημβρία γέγονε, και προέκοψεν η ώρα λέγει αυτοίς· Μετάστητε από του νυν, ίνα ποιήσω καγώ το ολοκαύτωμά μου. Και εποίησε θυσιαστήριον, και επέθηκε τα ξύλα, και είπε· Φέρετε ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου, και έφερον. Δισσώσατε, και εδίσσωσαν. Τρισσώσατε, και ετρίσσωσαν. Αλλ’ όρα και τούτο δια τι ποιεί ο Ηλίας. Επειδή έθος τη πλάνη τη αληθεία τα ίδια προσάπτειν, όπερ αι γυναίκες αι πόρναι ποιούσι, και προλαμβάνουσι, και τας ελευθέρας πόρνας καλούσιν, ίνα μη έχωσιν εκείναι τι ανθυβρίσωσιν.  Αλλ’ όμως Ηλίας και εν τούτω σοφίζεται· δια τι; Αλλ’ ο μέλλω λέγειν, θεατής αυτός γέγονα. Εν τοις βωμοίς των ειδώλων οπαί εισι κάτωθεν του θυσιαστηρίου, και έστι τις λάλλος κάτωθεν αφανής, και κατέρχονται οι της πλάνης εργάται εν τω λάκκω, και ούτω ταις οπαίς εκείναις κάτωθεν το πυρ άνω εκφυσώσιν εις την θυσίαν, ως πολλούς απατάσθαι, και νομίζειν ουράνιον είναι το πυρ. Ίνα ουν μη και ο Ηλίας τοιούτον τι υπονοηθή ποιείν, επέχεε το ύδωρ, ίνα την οπήν το ύδωρ ελέγξη· ανάγκη γαρ όπου οπήν ευρίσκει το ύδωρ, ου στήκει, αλλά κατέρχεται. 
Ενέπλησεν ουν το θυσιαστήριον, και εύχεται λέγων. Επάκουσόν μου, Κύριε, εν πυρί σήμερον· επήκουσάς μου εν ύδατι, επάκουσόν μου και εν πυρί. Και ιδού, καλέσαντος αυτού, εν τάχει πυρ κατέβη εκ του ουρανού, και κατέφαγε την θυσίαν, και τους λίθους, και το ύδωρ εξέλειξε το πυρ. Και τι φησι τω λαώ; Συλλάβετε τους ιερείς της αισχύνης· μηδείς σωθήτω εξ αυτών· και έλαβον, και ανείλον αυτούς, τετρακοσίους τε και πεντήκοντα ιερείς της Βάαλ, και τετρακοσίους των υψηλών. Ήκουσε ταύτα Ιεζάβελ η γυνή του Αχαάβ τα γεγενημένα, και πέμπει προς τον Ηλίαν λέγουσα· Τάδε ποιησάτωσάν μοι οι θεοί, και τάδε προσθείησάν μοι, ει μη αύριον θήσω την ψυχήν σου ως την ψυχήν ενός αυτών· και ακούσας Ηλίας έφυγε. Που Ηλίας ο τοσούτος και τηλικούτος; Σκοπός γαρ μοι δείξαι, ότι αμαρτία υπέπεσε· λέγω την αμαρτίαν ου κατηγορών του δικαίου, αλλ’ υπόθεσιν σωτηρίας πραγματευόμενος, ίνα όταν ίδης εκείνους αμαρτήσαντας, μη απογνόντας δε εαυτών, αλλά της του Θεού φιλανθρωπίας τυχόντας, συ εάν αμαρτήσης, περισσοτέραν ελπίζης την σωτηρίαν. Επειδή είπεν Ιεζάβελ, τάδε ποιήσαιέν μοι οι θεοί, και τάδε προσθείησάν μοι, ει μη αύριον θήσω την ψυχήν σου ως την ψυχήν ενός εξ αυτών, ήκουσεν Ηλίας, και έφυγεν οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Ω δειλίας υπερβολή! Γυναικός ήκουσε ρήμα, και τεσσαράκοντα ημέρας οδώ βαδίζων έφυγεν· ου μίαν ημέραν, ου δευτέραν, ου τρίτην, αλλ’ άμα τε ο λόγος της γυναικός εισήλθεν εις τον Προφήτην, και από της δειλίας ουκ οίδε τι έπραττε, τοσαύτην φυγήν απερχόμενος. Τι εστί σοι, Ηλία; Συ ει ο τον ουρανόν κλείσας, και την βροχήν χαλινώσας, ο τω αέρι επιτάξας, και τω πυρ άνωθεν καλέσας, ο σφάξας τους ιερείς, ο ειπών τω βασιλεί Αχαάβ, συ ει ο διαστέφων τον Ισραήλ, και ο οίκος του πατρός σου· ο ειπών· Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου· ο την οικίαν της χήρας άλωνα και δράγματα ποιήσας, ο τοις στοιχείοις επιτάξας, λόγον πόρνης ήκουσας και έφυγας, και μία γυνή αιχμάλωτον απάγει; Αι δύο ακροπόλεις υπό γυναικός ηλέγχθησαν· Πέτρος κόρην εφοβήθη, και ούτος την Ιεζάβελ· τοις αυτοίς περιέπεσον αμαρτήμασι. Και έφυγεν Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Που έστιν ο ζήλος σου, Ηλία, ότε έλεγες, Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου; Ότε τον βασιλέα ήλεγχες, ότε το πυρ εκάλεσας; Τοσαύτα εποίησας, και μιας γυναικός λόγον ουκ εβάστασας; Που έστιν ο τόνος σου, ότε ουκ ήθελες τον σον Δεσπότην αξιώσαι ίνα δω υετόν επί της γης;  
Έλεγε γαρ σοι δι’ εναργών αποδείξεων, αξίωσόν με δυνάμενον και άνευ σου δούναι, αλλ’ ουκ ηθέλησα, ίνα ώσπερ των κακών εγένου πρόξενος, ούτω και των αγαθών άρχων γένη. Ειργάσω γαρ, Ηλία, έργον ασπλαγχνίας μεστόν· ο δε Θεός ελεεί την συμφοράν, ότι πάντων αυτός κτίστης, και πάντων δημιουργός· ομοίως δε πάντων κηδεμών, και ηθέλησέ σου χαυνώσαι την απανθρωπίαν, και συ επέμενες αυτή. Έλεγέ σοι· Εγώ οίδα την συμφοράν την γινομένην, οίδα τους κλαυθμούς των μητέρων, οίδα των παιδίων τους ολολυγμούς· βλέπω την γην, ην εποίησα, αφανιζομένην, και θέλω φιλανθρωπεύσασθαι, αλλ’ ου θέλω σε υβρίσαι, και άνευ γνώμης σης υετόν πέμψαι, ίνα μη, των κακών μεν συ αίτιος ης, των δε καλών ξένος, αλλά τιμώ σε. Ω Δεσπότου φιλανθρωπία ευνοία δούλου νενικημένη! Αλλ’ όμως πολλήν αυτός είχεν απόνοιαν ως αναμάρτητος· νυν δε εδείχθη και αυτός αμαρτία υποπεπτωκώς, του Θεού συγχωρήσαντος και επινοούντος, ίνα εξ ων αυτός φιλανθρωπίας έτυχε, και αυτός η προς τους άλλους μη απάνθρωπος. Και έφυγε, φησίν, Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Που έστι τα ρήματα εκείνα α προς τους πεντηκοντάρχους ειπών, κατέβησε πυρ, και τούτους κατέκαυσε; Θέλων ουν δείξαι ο Θεός, ότι και ότε εποίει τα θαύματα, ουκ αυτός ην ο εργαζόμενος, αλλ’ η του Θεού δύναμις, και βλέπε τι γίνεται. Ότε ο Θεός ενήργει, και βασιλείς έπιπτον και άρχοντες και δήμοι· ότε Θεός απέστη, και γυνή φοβερά επέστη· απέστη ο Θεός, και ηλέγχθη η φύσις. Αλλ’ όμως μετά το φυγείν Ηλίαν ημέρας τεσσαράκοντα, ήλθε και εκάθευδεν εν τόπω τινί, και έρχεται προς αυτόν ο Θεός, ο Δεσπότης προς τον δούλον, ο κηδεμών και φιλάνθρωπος· και τι φησίν; Ειδώς μεν δια τι ήλθεν εκεί, όμως δε ερωτών· τι ώδε, Ηλία; Και τι συ ώδε; Αινιττόμενος αυτού την φυγήν, αντί του έφυγες· που έστιν η παρρησία εκείνη; Ίνα μάθης, μη σαυτώ θαρρείν. Τι ώδε, Ηλία; Και τι συ ώδε; Αλλ’ όμως ο Ηλίας αποκρίνεται, αλλά μεν έχων εν τη γνώμη, άλλα δε λέγων. Τι γαρ ο Ηλίας προς ταύτα; Κύριε, τους Προφήτας σου απέκτειναν, και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, καγώ υπελείφθην μόνος, και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. Τι ουν προς αυτόν ο Θεός; Ευθύς αυτόν ελέγχει. Ου δια τούτο έφυγες, φησίν, Ηλία· ου γαρ συ μόνος ει ο μη προσκυνήσας τη Βαάλ· είτα επάγει ελέγχων αυτόν· κατέλειπον εμαυτώ επτακισχιλίους άνδρας, οίτινες ουκ άκαμψαν γόνυ τη Βαάλ. Ήλεγξε τοίνυν αυτόν, ότι ου δια τούτο έφυγεν, αλλά δια τον της γυναικός φόβον ανεχόμενος· και μία γυνή τον τοιούτον και τηλικούτον άνδρα δραπέτην και φυγάδα εποίησεν, ίνα μάθης, Ηλία, όταν τι παράδοξον ποιής, μη σαυτώ επιγράφειν, αλλά τη του Θεού δυνάμει. Είδες πως ότε απέστη η χάρις, ηλέγχθη η φύσις; Έφυγεν Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Ω φόβου επίτασις! Ω δειλίας υπερβολή! Ου μίαν έφυγεν ημέραν, ου δευτέραν, ου τρίτην, αλλά τεσσαράκοντα ημέρας, και αυτός τας πανερήμους κατέλαβεν, ου τροφήν έχων, ου σιτηρέσιον επαγόμενος· μεθύων γαρ από του φόβου, τούτων ουκ εφρόντιζεν, αλλά τας αοικήτους εδίωκεν. Εισήλθεν ο λόγος της γυναικός εις τον Προφήτην, και καθάπερ ζέφυρος σφοδρώς εμπεσών εις ιστίον τη ρύμη την ολκάδα αποπέμπει, ούτως ο λόγος της γυναικός εισελθών εις τον Προφήτην, μετά πολλής ρύμης αυτόν ει την έρημον εξέπεμψε. Που έστιν, Ηλία, τα της παρρησίας εκείνης; Που το στόμα το φοβερόν; Που η γλώττα η ηνίοχος των όμβρων· που ο εκατέροις επιτάττων τοις στοιχείοις, ποτέ μεν ουρανόν κλείων, ποτέ δε πυρ καλών επί την θυσίαν; Αλλ’ όμως, ως προείπον, ταύτα εποίει της χάριτος ενεργούσης· διο και ελέγχεται υπό Θεού. Οράς πως μικρώ αμαρτήματι συνεχωρήθη πεσείν ίνα ολόκληρον χιτώνα φιλανθρωπίας ενδύσηται; Λοιπόν, Ηλία, επαιδεύθης, γενού φιλάνθρωπος ως ο Δεσπότης σου, εξ ων επαιδεύθης, εξ ων έμαθες παρά του Δεσπότου σου. Είδες πως συνεχώρησεν ο Θεός μικρώ αμαρτήματι περιπεσείν τους στύλους εκείνους, τους προβόλους, τους πύργους; Ίνα μη τω εαυτών αναμαρτήτω πάντας από της Εκκλησίας εκκόψωσιν· ίνα όταν ίδωσί τινα αμαρτήσαντα, και θέλωσιν ασπλαγχνίαν ενδείξασθαι εις αυτόν, αναμνησθώσι της εαυτών αμαρτίας, και της αυτής αυτώ μεταδώσωσι φιλανθρωπίας, ης και αυτοί τετυχήκασι παρά του Δεσπότου. 
Ταύτα ειρήκαμεν ου των δικαίων κατηγορούντες, αλλ’ υμίν οδόν σωτηρίας προκαταρτίζοντες, ίνα όταν αμαρτήσετε, μη απογνώσητε της εαυτών σωτηρίας τη μνήμη των πεπλημμεληκότων δικαίων, και τη μετανοία της τιμής μη ελαττωθέντων. Είπομεν δε αυτών πρώτον τας αρετάς, και τότε εισηγάγομεν τα αμαρτήματα. Και συ τοίνυν, ει και αμαρτωλός ει, μη απολειφθής της Εκκλησίας· καν δίκαιος ης, μη απολειφθής, ίνα έναυλον έχων των Γραφών την γνώσιν δίκαιος διαμένης, μεμνημένος τα περί της Βασιλείας των ουρανών, και των αγαθών εκείνων ων ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν· ότι αυτώ πρέπει η δόξα συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.