Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Χριστόφορος Παπουλάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Χριστόφορος Παπουλάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

Ἅγιος Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος (18 Ἰανουαρίου 1861 †)

Αγιοκατατάχθηκε ο ιερομόναχος Χριστόφορος Παπουλάκος

Το Οικουμενικού Πατριαρχείο αποφάσισε την Αγιοκατάξη του ιερομονάχου Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου γνωστού ως Παπουλάκου, με τη μνήμη του να εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου του κάθε έτους.

Ο Οσιώτατος Μοναχός Χριστοφόρος ο Παπουλάκος υπήρξε μια προσωπικότητα που συγκλόνισε στο διάβα του με τις προτροπές και τις παρεμβάσεις του, κυρίως όμως με το άδολο κήρυγμά του. Έζησε και έδρασε την εποχή του Όθωνα, εποχή που το ελληνικό κράτος προσπαθούσε να οργανωθεί ακολουθώντας τα πρότυπα των κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Ο Παπουλάκος, με τη ζωή και τον αγώνα του εξέφραζε την αντίδραση του Ορθόδοξου Έλληνα έναντι των αλλοιώσεων από το κοσμικό πνεύμα που είχε αρχίσει να διεισδύει στις ψυχές των ανθρώπων, εξοβελίζοντας τις πατροπαράδοτες αξίες του πολύπαθου γένους μας. Υπήρξε μια από τις προσωπικότητες, που έδωσαν μάχη για να διασώσουν τον άνθρωπο από το νέο δυτικότροπο μοντέλο ζωής, κηρύττοντας όχι μόνο το λόγο του Θεού, αλλά και το λόγο του ανθρώπου.
Ο Μοναχός Χριστοφόρος, κατά κόσμον Χρήστος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στον Άρμπουνα στην περιοχή Κλειτορία των Καλαβρύτων, μετά το 1770. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τα πρώτα χρόνια του βίου του, καθώς ζούσε ως απλός χωρικός, γνωρίζοντας λίγα γράμματα. Ωστόσο η αγάπη του και η κλίση του στην Ορθόδοξη λατρεία ήταν έκδηλη από τη μικρή του ηλικία. Διαβιούσε ασκώντας το επάγγελμα του κρεοπώλη και σε προχωρημένη ηλικία συνέβη το θαύμα. Μετά από ένα παράξενο γεγονός στην οικία του έμεινε αναίσθητος και μεταφέρθηκε στο διπλανό Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου επί τρεις ημέρες έμεινε πίσω από την Αγία Τράπεζα ως νεκρός. Το θεϊκό αυτό σημείο στην οικία του και η θαυμαστή ανάρρωσή του, τον συγκλόνισαν με αποτέλεσμα να παραδώσει την περιουσία του στα αδέρφια του και να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή.
Σύμφωνα με τις πηγές, εκάρη Μοναχός στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων, όπου Ηγούμενος ήταν ο πνευματικός του καθοδηγητής Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος. Έλαβε το όνομα Χριστοφόρος και άρχισε να περιφέρεται στα χωριά ασκώντας επαιτεία, ενώ στη συνέχεια μοίραζε στους φτωχούς τις ελεημοσύνες που συγκέντρωνε. Ζητούσε μάλιστα να μη διαδίδουν οι χωρικοί τις αγαθοεργίες του. Κατόπιν αναχώρησε για την Ιερά Μονή Αγίου Αθανασίου Φίλια, ενώ αργότερα έγινε ερημίτης ζώντας σε μια σπηλιά κοντά στο χωριό Άρμπουνα.
Το 1830 εγκαταστάθηκε σε ένα κατάλυμα ζώων που ανήκε στην οικογένειά του, σε ένα όρος που απέχει τρία χιλιόμετρα από το χωριό Άρμπουνα. Εκεί έχτισε μια καλύβα και άρχισε την ανέγερση μικρής Ιεράς Σκήτης προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, της οποίας είχε μια μικρή θαυματουργή εικόνα ως οικογενειακό κειμήλιο. Ξεκινά περιοδείες και κηρύττει στα χωριά της Αχαΐας και της Αρκαδίας, ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει το οικοδόμημα της Ιεράς Σκήτης. Στη Σκήτη μόνασε με άλλους δύο Μοναχούς, τον Αβέρκιο και τον Κοσμά, με τους οποίους θα μείνει μαζί μέχρι το 1847, περίοδο που τους εγκαταλείπει και ξεκινά το κηρυκτικό του έργο.
Η κηρυκτική του δράση αρχικά γινόταν κατόπιν πρόσκλησης των εκκλησιαστικών και των κατά τόπους πολιτικών αρχών, καθώς δε διέθετε άδεια ιεροκήρυκα. Στη συνέχεια όμως η Ιερά Σύνοδος του παρείχε την άδεια. Ο Μοναχός Χριστοφόρος ήταν περίπου εβδομήντα ετών, βραχύσωμος, με υπόλευκη γενειάδα, έφερε ράσο, καλογηρικό σκούφο και σταυροφόρο ράβδο. Ήταν όμως ακμαίος, παρά το μικρό ανάστημά του και ο κόσμος τον επονόμασε Παπουλάκο ή Αγιοπατέρα, ενώ σε πολλά έγγραφα αναφέρεται ως Παπουλάκης.
Ο λόγος του ήταν άδολος, απλοϊκός, ζωηρός και αποκτούσε ένταση και ευκρίνεια μπροστά στα πλήθη των πιστών. Χωρίς πομπώδες ύφος κήρυττε το λόγο του Χριστού και την αξία της χριστιανικής πίστης με απλές ηθικές διδαχές. Τα χαρίσματά του, όπως η διορατικότητα, η προορατικότητα και το προφητικό χάρισμα γίνονταν έκδηλα κατά τη διάρκεια των ομιλιών του. Τα πλήθη τον ευλαβούνταν για τις διδαχές και τα θαύματά του, εκδηλώνοντας την ευλάβειά τους παντοιοτρόπως. Έκοβαν κομμάτια από το ράσο του, τρίχες από τα γένια του, ακόμα και πέτρες από τα σημεία που πατούσε. Μάλιστα αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα κομμάτια από το ράσο του μόλις κόβονταν, αμέσως αναπληρώνονταν.
Όπου πήγαινε τον υποδέχονταν με χαρά, οι καμπάνες των Ιερών Ναών χτυπούσαν χαρμόσυνα, οι Ιερείς εξέρχονταν να τον προϋπαντήσουν, οι τοπικές αρχές, ο στρατός, οι δημοδιδάσκαλοι με τους μαθητές τους σε παράταξη τον ανέμεναν. Μετά την είσοδό του αναπαυόταν ή προσευχόταν για λίγο και κατόπιν ανέβαινε σε κάποιο εξώστη οικίας ή εξέδρα ή κάποιο μεγάλο δέντρο και ξεκινούσε τις διδαχές. Τα αποτελέσματα των διδαχών του ήταν εντυπωσιακά και αυτό του το αναγνώριζαν ακόμα και οι μετέπειτα διώκτες του. Αναζωπυρώθηκε η ουσιαστική συμμετοχή του κόσμου στην Ορθόδοξη λατρεία και ενισχύθηκε η πίστη στις χριστιανικές αξίες. Μειώθηκαν οι ληστείες και οι ζωοκλοπές, αυξήθηκαν οι ελεημοσύνες προς τους πτωχούς και η αγάπη φώλιασε στις ψυχές των ανθρώπων. Ο τύπος αφιέρωσε πλήθη άρθρων, προκειμένου να εξαίρει τις αρετές του ανθρώπου αυτού και τον αντίκτυπο που είχε ο λόγος του στην κοινωνία.
Αυτή η επίδραση που ασκούσε ο Παπουλάκος στα πλήθη ενοχλούσε την εξουσία, καθώς δρούσε ανασταλτικά στα σχέδιά της για ξενοκρατία και επικράτηση του Καθολικισμού και του Λουθηροκαλβινισμού ως επίσημη θρησκεία του κράτους. Ο Παπουλάκος έγινε ο εκφραστής της φωνής του λαού που ήθελε να διαφυλάξει την Ελληνορθόδοξη παράδοση, ως παρακαταθήκη της μακραίωνης ιστορίας του Ελληνισμού. Στο πλευρό του ήταν η Φιλορθόδοξη Εταιρεία, στην οποία φαίνεται ότι ανήκε ο Παπουλάκος και η οποία έδρευε στην Πάτρα με επικεφαλής το λόγιο Φλαμιάτο, καθώς και όλος ο πνευματικός κόσμος. Μάλιστα εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή πολλοί Μοναχοί κήρυκες, κυρίως κολλυβάδες, οπαδοί του Παπουλάκου, που ονομάζονταν Παπουλάκηδες.
Ο Παπουλάκος στο λόγο του καταφέρεται εναντίον του Όθωνα και επικρίνει το σαθρό πολιτικό γίγνεσθαι. Η πνευματική αφύπνιση του Χριστόφορου είχε ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση να φοβηθεί και διέταξε τη σύλληψή του. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν συλλήψεις και άλλων κληρικών και Μοναχών, ενώ απειλούνταν οι Ιερές Μονές ότι η εξουσία θα τις κλείσει αν δε συνετιστούν. Όμως ο Παπουλάκος συνέχιζε να κηρύττει, έχοντας συμμάχους τον απλό κόσμο που τον προστάτευε όπου βρισκόταν.
Με απάτη την 22 Ιουνίου 1852 κοντά στην Ιερά Μονή του Τζίγκου, στην περιοχή του Οίτυλου, την ίδια στιγμή που ξεψυχούσε δηλητηριασμένος ο Μοναχός Κοσμάς Φλαμιάτος στην Πάτρα, ο Παπουλάκος συνελήφθη. Η είδηση της σύλληψής του συγκλόνισε το λαό της Ελλάδας που τον θεωρούσαν ισαπόστολο. Μετά από τον εγκλεισμό του στη φυλακή, τις απάνθρωπες συνθήκες της κράτησής του, τη δίκη και την αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου, η Ιερά Σύνοδος τον έστειλε στην Ιερά Μονή Προφήτη Ηλία Θήρας το 1854 ώστε να είναι «ακίνδυνος».
Ο Παπουλάκος παρά τον εγκλεισμό του στην απομακρυσμένη αυτή Ιερά Μονή συνέχισε να κηρύττει και οι κάτοικοι του νησιού να τον επισκέπτονται, ενάντια σε κάθε απαγόρευση και απειλή. Μετά από λίγους μήνες αποφασίστηκε ο εγκλεισμός του στην Ιερά Μονή Παναχράντου στην Άνδρο. Εκεί οδηγήθηκε σε ειδικά διαμορφωμένο μοναχικό κελί, φρουρούμενος από ένα χωροφύλακα. Τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των Ακολουθιών της Μονής και το βράδυ εγκλειόταν. Με την πνευματικότητά του κέρδισε την υπόληψη του Ηγουμένου και των Μοναχών του Μοναστηριού, ενώ η φήμη του έλκυε πολύ κόσμο από όλη την Ελλάδα που έρχονταν στο νησί για να πάρουν την ευχή του και να τον ακούσουν να κηρύττει.
Ο ζήλος του Μοναχού Χριστοφόρου για κήρυγμα δεν έπαψε ούτε κατά τα χρόνια του σωματικού του περιορισμού. Διακήρυττε ότι «ο Λόγος του Θεού ου δέδεται». Κατά τον εγκλεισμό του στα πετρόχτιστα υπόγεια της Μονής Παναχράντου και ενώ δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής κατά θαυμαστό τρόπο ο Παπουλάκος χανόταν για κάποιες ημέρες και επέστρεφε ξανά. Η επίδραση των διδαχών του στο νησί ήταν καταλυτική και έχουν αναφερθεί πολλά θαυμαστά γεγονότα. Στην Άρνη ο Παπουλάκος ανέβηκε το ψηλότερο σημείο του νησιού στα Παρεκκλήσια της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία για άσκηση και προσευχή. Εκεί τον είδαν οι ποιμένες, στους οποίους απηύθυνε νουθεσίες. Πιο χαμηλά από το Παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία σώζεται μέχρι σήμερα το «κελί του Παπουλάκου», που βρίσκεται στη ρίζα του βράχου και είναι πετρόχτιστο. Σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις εκεί διέμεινε επί τρεις ημέρες ο Γέροντας.
Κοιμήθηκε το βράδυ της 18ης προς 19η Ιανουαρίου 1861, ήσυχα και ταπεινά, αφού πρώτα, διαισθανόμενος την κοίμησή του, συγχωρέθηκε και ετοιμάστηκε με τα Μυστήρια της Εκκλησίας. Οι πατέρες της Μονής τον τίμησαν ως Άγιο. Ετάφη στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής Παναχράντου Άνδρου στο Φωτοδότιο. Από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την ανακομιδή των λειψάνων του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ωστόσο παντού φιλοτεχνούνταν εικόνες του σε όλη την επικράτεια μέχρι την Κωνσταντινούπολη και χτίζονταν Ναοί στη μνήμη του. Το 1793 ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος μερίμνησε, προκειμένου να μεταφερθεί η κάρα του Παπουλάκου στο Ναό της Ιεράς Σκήτης της Κοιμήσεως στη γενέτειρά του.
Ο Παπουλάκος, ο φτωχός Μοναχός, εντάσσεται στη χορεία των Αγίων της Ορθοδοξίας και των μεγάλων προσωπικοτήτων του γένους από το φιλόχριστο πλήρωμα της πατρίδας μας. Επιπλέον έχει χαρακτηρισθεί εύστοχα ως ο πρώτος εθνομάρτυρας του ελεύθερου Ελληνικού κράτους

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία τοῦ Παπουλάκου, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὸν κ. ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟ Α., τέως προέδρου τῆς Ἕνωσης Ἀρμπουνέων – Καλαβρύτων στὴν Ἀθήνα «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος», εἶναι ἡ μοναδικὴ ποὺ σώζεται. Βρέθηκε τυχαία ἀπὸ ἕνα μέλος τῆς Ἕνωσης σὲ ἕνα κουρεῖο στὴν Ἀθήνα, ὅπου ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ καταστήματος τὴν κατεῖχε ὡς κειμήλιο ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Στὸ κάτω μέρος τῆς φωτογραφίας διακρίνονται μετὰ δυσκολίας ἡ λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟC» καὶ ἡ χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850). Τὰ χαρακτηριστικά του προσώπου ποὺ εἰκονίζεται ταιριάζουν καταπληκτικὰ στὶς περιγραφὲς τοῦ Παπουλάκου καὶ ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ γνησιότητά της. (Βρίσκεται στοῦ ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ὁ Ἀληθινὸς Παπουλάκος, Ἀθήνα 1984, σ. 3)

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Και πάει μια μέρα ο Κολοκοτρώνης και τον πιάνει απ’ τα γένια τον Καΐρη…

απόσπασμα ομιλίας π. Ευάγγελου Παπανικολάου

Οι Βαυαροί κλείσαν τα Μοναστήρια όλα. Μεγάλη ιστορία ο Φαρμακίδης. Εσείς γλιτώσατε γιατί ήσασταν στον Τούρκο. Ο Τούρκος δεν σας τα πείραζε τα Μοναστήρια. Οι Βαυαροί, οι Γερμαναράδες, οι Προτεσταντάδες και οι Καθολικοί, ο Καθολικός ο Όθωνας..

Πού το ‘χατε ξαναδεί;

Ορθόδοξος λαός, Καθολικός βασιλιάς, Προτεσταντική αντιβασιλεία. Άντε βγάλε άκρη. Καταλάβατε τί βάλανε;

Και σ’ όλα αυτά τί κάναμε; Ποιόν αντιτάξαμε; Τον Παπουλάκο.

Και να ‘ναι ο Φαρμακίδης με τον Καΐρη, και ο ένας ο Καΐρης να λέει βασφημίες κατ’ Αυτής της Κυρίας Θεοτόκου. Να αρνείται το Αειπάρθενο της Παναγίας ..

Και πάει μια μέρα ο Κολοκοτρώνης και τον πιάνει απ’ τα γένια τον Καΐρη, που ήταν παπάς!

Προσέξτε. Έχουμε κι αυτά, έχουμε τους τάχα καλλιεργημένους, τους μορφωμένους, τους λιμοκοντόρους, έχουμε κι αυτούς. Και είπε ότι η Παναγία δεν είναι Αειπάρθενος. Γιατί είχε πάει στις Εσπερίες ο Καΐρης.

Και πάει ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης και τον εσπάνε στο ξύλο και του λένε:

«Αυτό, για την Αειπαρθενία της Παναγίας», του είπανε.

«Εσύ», λέει, «πράγμα τζιβαέρικο που είναι η Πίστη μας, θα πεις εσύ για την Παναγία; Να και τούτη, να και τ’ άλλη.»

Τον εκάμαν τον παπά μαύρο. 

Το καταλάβατε; Τον Καΐρη. Τον Θεόφιλο Καΐρη, που του ‘χουνε αδριάντα εκεί στην Άνδρο. Του ‘χουνε μία προτομή με τα γένια του κει πέρα. Τί να τον κάμεις; Φτύσιμο θέλεις αφού είπες για την Παναγία μας. Και είχε κακό θάνατο κιόλας.

Ο Παπουλάκος; Τον εψήσανε ζωντανό τον Παπουλάκο. Τον εκλείσανε -η Ιερά Σύνοδος τον έκλεισε, ποιός τον έκλεισε;- γιατί έλεγε απλά, ούκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, πρέπει να πιστεύουμε στον Χριστό, θέλουμε ο βασιλιάς μας να είναι Χριστιανός, θέλουμε να ‘χουμε χριστιανικούς νόμους, θέλουμε να μας αφήσετε τα Μοναστήρια μας, μην μας πειράζετε τα Μοναστήρια μας και ν’ αγαπάτε τον λαό.

Αυτά έλεγε ο Παπουλάκος και όλα αυτά θεωρήθηκαν αφορμή ανταρσίας και τον κλείσανε μέσα με την αδεία της Ιεράς Συνόδου, η οποία έκανε και κάτι χειρότερο. Τί έκανε; Του απαγόρευσε τη Θεία Κοινωνία.

Γιατί; Τί έκανε; Πόρνος ήτανε; Μοιχός ήτανε; Παλιάνθρωπος ήτανε; Αυτά τα αμαρτήματα κλείνουνε τη Θεία Κοινωνία. Τί έκανε ο άνθρωπος; Αντιστρατεύτηκε την εκκλησιαστική αρχή του τόπου μαζί με τον βασιλέα.

Τ΄ ακούτε; Γι’ αυτό, τί να δει ο Θεός; Αυτά δεν είναι μέχρι σήμερα τα ίδια; Τα ίδια ακριβώς που είναι και τώρα, και χειρότερα.

***

Απομαγνητοφώνηση Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ

https://simeiakairwn.wordpress.com
 

yiorgosthalassis

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Μνήμη (αγίου) Χριστοφόρου του Παπουλάκου

Μνήμη (αγίου) Χριστοφόρου του Παπουλάκου
(18 Ιανουαρίου 1861)

Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ερωτευμένος με το Χριστό, που παράτησε τα πάντα και ασκήτεψε.

Κάποια στιγμή άρχισε να γυρίζει τα χωριά και να μιλάει για το Χριστό και την αγάπη στους ανθρώπους, που είχαν μεσάνυχτα για την ίδια τη δική τους πνευματική κληρονομιά - για τη δική τους πνευματική κληρονομιά τους μιλούσε, μια κληρονομιά που οδήγησε και οδηγεί χιλιάδες ανθρώπους από πολλά έθνη στην αγιότητα. Τα λόγια του στάζανε μέλι (κατά τη διάρκεια ομιλιών του, ληστές έφεραν πίσω τα κλεμμένα, ορκισμένοι εχθροί έδωσαν τα χέρια κ.τ.λ.) και ο λαός τον σεβάστηκε και τον αγάπησε.

Μετά όμως πληροφορήθηκε πως εκείνοι που κυβερνούσαν τη χώρα (η οποία πριν λίγες μόλις δεκαετίες είχε φύγει από τη μακραίωνη τουρκική σκλαβιά) περιφρονούσαν αυτή την πνευματική κληρονομιά -όντας ξένοι και αλλόθρησκοι- και προσπαθούσαν να την υποβαθμίσουν (ακόμα & με τη βία, π.χ. κλείνοντας μοναστήρια, επιβάλλοντας σε μοναχούς και μοναχές να βγάλουν τα ράσα, πετώντας ιερά κειμήλια στα σκουπίδια) και να την αντικαταστήσουν με έναν ξενόφερτο πολιτισμό, με ξενόφερτες κοσμοθεωρίες και μοντέρνο, εκσυγχρονισμένο, τρόπο ζωής, όχι πλέον παραδοσιακό και "υπανάπτυκτο"... Και τότε πόνεσε και θύμωσε πάρα πολύ κι άρχισε να τους ασκεί σκληρή κριτική.

Αυτή και όλες οι εικόνες του Παπουλάκου που δημοσιεύονται εδώ (εκτός από μία), είναι από αυτό το άρθρο, όπου αναφέρεται και πού βρίσκεται καθεμιά (δείτε τις λεζάντες)
Οι άρχοντες του τόπου φοβήθηκαν αυτό τον αγράμματο ασκητικό καλόγερο, γιατί έβλεπαν πως ο λαός τον ακούει (όπως φοβήθηκε ο Ηρώδης τον άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο, και δεν καταλάβαινε πως ο Πρόδρομος ήταν ο μοναδικός του φίλος, τον οποίο σκότωσε). Επιστράτευσαν λοιπόν τους ηγέτες της Εκκλησίας της Ελλάδας, που ήταν δικοί τους άνθρωποι, κι εκείνοι τον κάλεσαν (πήγε ολόκληρος στρατός να τον πιάσει, γιατί τον ακολουθούσαν χιλιάδες λαού), τον πέρασαν από εκκλησιαστικό δικαστήριο, τον καταδίκασαν και τον φυλάκισαν στο κελί ενός μοναστηριού, φρουρούμενο, για όλη την υπόλοιπη επίγεια ζωή του.

Το όνομά του: Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, Χριστοφόρος μοναχός ή, όπως έμεινε στην Ιστορία, Παπουλάκος.

Ο Παπουλάκος είναι ακόμη και σήμερα (ενάμισι αιώνα μετά) σημείο αντιλεγόμενο. Οι πιο "ευρωπαϊστές" Νεοέλληνες (είτε άθεοι, είτε χριστιανοί), "προοδευτικοί" και "εκσυγχρονισμένοι", τον θεωρούν ανόητο φανατικό, εχθρό της προόδου, αφού έλεγε στον κόσμο πως "τα άθεα γράμματα" (οι νεοφερμένες στον ελλαδικό χώρο ευρωπαϊκές επιστήμες) "θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Οι παραδοσιακοί τον θεωρούν άγιο, όπως τον θεώρησε τον παλιό καιρό μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού - του ορθόδοξου, αν μου επιτρέπετε, ελληνικού λαού, του λαού μας.

Τα τελευταία χρόνια εκφράστηκε δημόσια μια πρόταση για την επίσημη αγιοκατάταξή του. Σ' αυτή την πρόταση απάντησαν κάποιοι με κραυγές ή χλευασμό: "άγιος" ο Παπουλάκος; Αυτός ο αγύρτης!; Αυτό δα μας έλειπε!

Αν η Εκκλησία αγιοκατατάξει (κατατάξει επίσημα ανάμεσα στους αγίους) τον Παπουλάκο, θα γίνει καινούργιος σάλος: θα έχει "αποδείξει" για μια ακόμα φορά πως είναι φορέας σκοταδισμού, εχθρός της προόδου και του φωτός (φωτός που φυσικά έρχεται από τη δύση και δεν έχει σχέση με κάποιο "θείο Φως" αλλά μόνο με το φως των επιστημών, που μας βοηθάνε να ζούμε όμορφα).

Η άλλη άποψη είναι πως η Εκκλησία ΠΡΕΠΕΙ να αγιοκατατάξει τον Παπουλάκο, όχι μόνο επειδή είναι στ' αλήθεια άγιος (άρα του αξίζει αυτή η τιμή), αλλά και γιατί αυτό θα ήταν μια σωστή και σοβαρή πράξη αντίστασης στο απόλυτο ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας μας - ξεχαρβάλωμα, παρακμή, πόνος, παράνοια, που είναι 100% συνέπειες της παγκόσμιας νίκης αυτού του "εκσυγχρονισμού" ενάντια στον οποίο κήρυττε ο Παπουλάκος. Διότι αυτός ο "εκσυγχρονισμός" δεν ήταν τελικά τίποτ' άλλο από μια παγίδα: έκρυβε τον καταναλωτισμό, την απομόνωση, τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, την παγκοσμιοποίηση, την εκμετάλλευση των λαών, πρώτου και τρίτου κόσμου! Όλα τα άλλα είναι απλά δολώματα. Κι εμείς είμαστε τα ψάρια, στο τηγάνι των καπιταλιστών.

Ήδη άργησε η Εκκλησία να τον αγιοκατατάξει, λέει αυτή η άποψη (εύκολο είναι να αναγνωρίσει ως άγιο κάποιον που η ίδια η Ιερά Σύνοδος τον καταδίκασε;), αλλά έστω και τώρα, στο παρά 5, είναι καιρός. Αντίσταση χρειαζόμαστε ενάντια στους καινούργιους κατακτητές (που είναι οι ίδιοι οι παλιοί, αλλά τώρα πέταξαν τις γλυκές μάσκες). Και ο Παπουλάκος ήταν μια προφητική φωνή αντίστασης. Είναι άγιος, είναι ένας εξαιρετικά επίκαιρος πνευματικός αγωνιστής, και πρέπει να τον τιμήσουμε ως άγιο.

Το ταπεινό blog μας συντάσσεται μ' αυτή την άποψη.

Όταν ο Παπουλάκος "συνάντησε" τους Ινδιάνους
Πριν παραθέσουμε κάποια ιστορικά στοιχεία, μια τελευταία παρατήρηση:

Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που "δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν").
Ακριβώς αυτό έκανε κι ο Παπουλάκος: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα 'βαλε μ' ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι' αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για το Θεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον Παπουλάκο.

Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);

Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες - άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).

Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα - ο Παπουλάκος, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.

Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
"...Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ' ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες" (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. "Ελεύθερος Τύπος", Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως "τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας". Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.

Ιστορικό άρθρο για τον Παπουλάκο

Ο "Παπουλάκος"
(Μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος 1780/90 - 1861)

Ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παπουλάκου, η οποία σύμφωνα με τον κ. ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟ Α., τέως προέδρου της Ένωσης Αρμπουνέων - Καλαβρύτων στην Αθήνα «Ο Άγιος Αθανάσιος», είναι η μοναδική που σώζεται. Βρέθηκε τυχαία από ένα μέλος της Ένωσης σε ένα κουρείο στην Αθήνα, όπου ο ιδιοκτήτης του καταστήματος την κατείχε ως κειμήλιο από τους γονείς του. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας διακρίνονται μετά δυσκολίας η λέξη «ΠΑΠΟΥΛΑΚΟC» και η χρονολογία «ΑΩΝ» (=1850). Τα χαρακτηριστικά του προσώπου που εικονίζεται ταιριάζουν καταπληκτικά στις περιγραφές του Παπουλάκου και άλλωστε δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της. (Βρίσκεται στου ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ Α. Α., Ο Αληθινός Παπουλάκος, Αθήνα 1984, σ. 3).

Το πρόσωπο με το οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία έζησε και έδρασε στην εποχή της αντιβασιλείας και της βασιλείας του Όθωνα. Η ύπαρξη ενός ελληνικού κράτους ήταν μία αναγκαία ιστορική πραγματικότητα. Η δημόσια διοίκηση προσπαθούσε να οργανωθεί κατά τα πρότυπα των λοιπών δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Ο λαός που κατοικούσε στον τότε ελλαδικό χώρο έπρεπε να δεχθεί μία νέα υπό διαμόρφωση εξουσία. Το κράτος παρεμβατικού τύπου σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής των πολιτών, δεν ήταν κάτι συνηθισμένο στους κατοίκους της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξάλλου, ο αγώνας του 1821 για ελευθερία είχε επιδράσει στις ψυχές των ανθρώπων, καθόσον δεν ήταν αγώνας ελευθερίας μόνο σωμάτων, αλλά και ψυχών. Στα πλαίσια αυτά, ο Παπουλάκος, μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, με την ζωή του και τον αγώνα του εξέφραζε μία αντίδραση του γαλουχημένου στην Ορθόδοξη παράδοση λαού, έναντι των αλλοιώσεών από το ισχυρό κοσμικό πνεύμα του διαφωτισμού, που με την υλική του λάμψη, άρχισε να εισέρχεται και να επιβάλλεται από το νεοσύστατο κράτος, θαμπώνοντας και ανατρέποντας συθέμελα στις ψυχές των ανθρώπων τις πατροπαράδοτες αξίες.
Τα χρόνια του Παπουλάκου ως λαϊκού
Ο μοναχός Χριστόφορος, κατά κόσμο Χρήστος ή Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, γεννήθηκε στο μικρό ορεινό χωριό Άρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων, γύρω στα 1780 με 90. Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν υπάρχουν πολλά βιογραφικά στοιχεία, καθώς ζούσε μία απλή συνηθισμένη ζωή ενός χωρικού, η οποία με τίποτα δεν προμήνυε αυτά που θα επακολουθούσαν. Από τις σωζόμενες επιστολές του, φαίνεται ότι ήξερε πολύ λίγα γράμματα, ίσως να είχε φοιτήσει στις πρώτες τάξεις δημοτικού σχολείου ή είχε διδαχτεί από κάποιον μοναχό ή ιερέα, λόγω της ανάγκης ανάγνωσης των εκκλησιαστικών βιβλίων. Η κλίση και η αγάπη του στην Ορθόδοξη λατρεία ήταν έκδηλη από την μικρή του ηλικία. Άναβε τα καντήλια σε εγκαταλειμμένες Εκκλησίες, μελετούσε με αφοσίωση τα συναξάρια και γενικώς βίωνε, απλοϊκά, τον πατροπαράδοτο Ορθόδοξο τρόπο ζωής.
Μετερχόταν το επάγγελμα του κρεοπώλη, έσφαζε ζώα και εμπορευόταν κρέατα στα γύρω χωριά του δήμου Κλειτορίας, μαζί με τα τρία αδέλφια του. Από το επάγγελμά του προσπόριζε αρκετά, ώστε να έχει μία ευπρεπής, για τα δύσκολα δεδομένα της εποχής, ζωή. Σε προχωρημένη, πλέον, ηλικία αρρώστησε βαριά, πιθανώς από τυφοειδή πυρετό και έμεινε αναίσθητος επί τρεις ημέρες. Η ανάρρωση του ήταν ξαφνική, αλλά το γεγονός αυτό, τον συγκλόνισε με αποτέλεσμα εξίσου αιφνιδιαστικά να παραδώσει την περιουσία του στα αδέλφια του και να εγκαταλείψει τα εγκόσμια.
Το συγκλονιστικό (κατ' εμέ) μυθιστόρημα του Κωστή Μπαστιά Παπουλάκος, του 1951. Κοσμείται με εικόνα λαϊκής τέχνης που δείχνει το κήρυγμα του Παπουλάκου και, όπως γράφει στο εξώφυλλο, την ανακάλυψε ο Φώτης Κόντογλου στον Άγιο Όρος. Θεωρώ ότι αξίζει να το διαβάσετε, άσχετα αν "πιστεύετε" στο Χριστό ή όχι...
Τα πρώτα χρόνια του ως μοναχού
Έγινε μοναχός σε αρκετά μεγάλη ηλικία και ονομάστηκε Χριστόφορος. Το πιο πιθανό είναι να εκάρη στο μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου, μετόχι της Αγίας Λαύρας ή κατά άλλους στην ιστορική Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου και μόνασε για μικρό χρονικό διάστημα. Αμέσως μετά άρχισε να επαιτεί, περιφερόμενος στα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων. Λόγω του ασκητικού τρόπου ζωής του, περίσσευαν οι ελεημοσύνες που συγκέντρωνε σε είδη και χρήματα, για αυτό τα έδιδε στους πτωχούς, παρακαλώντας τους να μην διαδίδουν τις χειρονομίες του. Το 1847 εγκατέλειψε τον πλάνητα βίο [=τις περιπλανήσεις] και εγκαταστάθηκε σε ένα κτήμα του, σε υπερκείμενο στο χωριό του όρος, όπου έχτισε μία καλύβα και ξεκίνησε να ανεγείρει μικρό Μονύδριο - ασκητήριο, προς τιμή της κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το ίδιο έτος και προκειμένου ολοκληρώσει το οικοδόμημα του ασκηταριού του άρχισε να περιοδεύει και να κηρύττει στα χωριά της Αχαΐας και κατόπιν της Αρκαδίας.

Η προδοσία και η σύλληψη
Ότι δεν κατάφεραν τα όπλα και η στρατιωτική επιβολή το κατάφεραν «τα παντοδύναμα χρήματα». Ένας από τους περισσότερο πιστούς ακόλουθους του Παπουλάκου, ο Παπαβασίλαρος, από το χωριό Λαγκάδια του δήμου Λεύκτρου, υπέκυψε στο πάθος της πλεονεξίας και δέχτηκε προσφορά έξι χιλιάδων δραχμών για να τον καταδώσει. Το κρησφύγετό του στον Ταΰγετο ήταν άγνωστο και η σύλληψή του σε μέρη που τον προστάτευαν οι χωρικοί εξαιρετικά δύσκολη. Έτσι, κατόπιν διαπραγματεύσεων που έγιναν από τον έπαρχο και τον υπομοίραρχο της χωροφυλακής Οιτύλου, εξ ονόματος του νομάρχου και του γενικού αρχηγού των στρατιωτικών δυνάμεων, Γενναίου Κολοκοτρώνη, ο πλεονέκτης ιερέας συμφώνησε να τον παραδώσει με ειδικό σχέδιο που καταστρώθηκε προς τούτο. Παρέλαβε ένα χωροφύλακα, μεταμφιεσμένο σε Λάκωνα και μετέβησαν στην Μονή Βοϊδονίτσης, όπου κρυβόταν. Ο ανύποπτος Παπουλάκος, εντωμεταξύ, επειδή έβλεπε τον κλοιό να σφίγγει ασφυκτικά, σκέφτηκε να αποδράσει στην Κρήτη. Όταν είδε τον Παπαβασίλαρο του ζήτησε να μεταβή στον δήμο Κολοκυνθίου, όπου έμπιστοι άνθρωποί του να ετοιμάσουν φρουρά για να διαφύγει με ασφάλεια. Παρήγγειλε, επίσης να λάβει από τον επίσκοπο Ασήνης έγγραφο που να παρακινεί τους κατοίκους για να τον συνδράμουν στην διαφυγή του. Ο Παπαβασίλαρος ανήγγειλε την αποστολή του στον έπαρχο και στον υπομοίραρχο. Αυτοί αμέσως του έδωσαν έξι χωροφύλακες μεταμφιεσμένους σε Λάκωνες και τον εφοδίασαν με πλαστό έγγραφο δήθεν του επισκόπου Ασήνης, που τον παρακινούσε να συνεχίσει τις διδαχές του και να κηρύξει στο χωριό Κολοκύνθιον.


Από εδώ
Το τέχνασμα πέτυχε και ο Παπουλάκος πεισθείς, ακολούθησε την «φρουρά» του Παπαβασίλαρου. Την 23 Ιουνίου 1852 αναχώρησε από την Μονή Βοϊδονίτσης. Την επομένη, 24 Ιουνίου, φτάνοντας στην Μονή του Τζέγκου, του δήμου Οιτύλου, τον συνέλαβαν χωρίς να προβάλει καμία αντίσταση. Από τα παράλια της Καρδαμύλης τον επιβίβασαν στην γολέττα «Ματθίλδη» και από εκεί στο ατμόπλοιο «Οθων», όπου παρέμενε έγκλειστος. Μεταφέρθηκε στο Γύθειο και αργότερα, την 27 Ιουνίου 1852, το ατμόπλοιο προσόρμισε στον Πειραιά. Έτσι έλαβε τέλος η έντονη κηρυκτική δράση του Παπουλάκου, η οποία είχε ως συνέπεια όλα τα προαναφερθέντα σημαντικά για την εποχή γεγονότα που ο τότε τύπος τα τιτλοφόρησε ως τα «Χριστοφορικά».
Η θλίψη διαδέχτηκε το άγγελμα της συλλήψεώς του, η παρουσία όμως των ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων και οι μαζικές συλλήψεις που είχαν γίνει, εμπόδιζαν τις εκδηλώσεις συμπαθείας. Το μένος των Μανιατών για την σύλληψη στράφηκε εναντίον του καταδότη ιερέα, ο οποίος φοβούμενος για την ζωή του, έφυγε στην Αθήνα για να παραλάβει την αμοιβή του. Προτάθηκε δε, να γίνει στρατιωτικός ιερέας για να απομακρυνθεί μόνιμα από την εξημμένη εναντίον του περιοχή. Μεταφέρθηκε στις Σπέτσες, αλλά όταν μαθεύτηκε ότι έφτασε το πλοίο που τον μετέφερε, συγκεντρώθηκε πλήθος με άγριες διαθέσεις. Σώθηκε από στρατιωτική φρουρά. Τελικά λίγο αργότερα φονεύτηκε από ένα νέο, ο οποίος σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, εκδικείτο την οικογενειακή του τιμή, διότι ο Παπαβασίλαρος είχε βιάσει την αδελφή του. Οι εφημερίδες έγραψαν, επίσης, ότι ο πατέρας του ιερέα, μόλις έμαθε τον θάνατο του υιού του, άμειψε σπαρτιάτικα με δύο τάλιρα τον κομιστή της ευχάριστης είδησης.

Η δίκη
Στην Αθήνα είτε από περιέργεια είτε από ευλάβεια έγιναν διάφορες αναστατώσεις για να δει ο κόσμος τον Παπουλάκο που φρουρείτο στο ατμόπλοιο. Επειδή είχε καταπονηθεί ο οργανισμός του από τις κακουχίες της συλλήψεώς του, τον εξέτασαν ιατροί, οι οποίοι συνέστησαν να αποβιβαστεί. Μετά από λίγες ημέρες μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου, όπου δόθηκε εντολή να μην επιτρέπεται η επαφή του με κανέναν.
Σε όσους συνελήφθησαν την περίοδο της εξάψεως (συμμετέχοντες στα γεγονότα της «καλογηρικής συνωμοσίας») δόθηκε χάρη με το από 9 Αυγούστου 1852 Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στις 22 του ιδίου μήνα, ενώ εννέα άτομα οι οποίοι θεωρήθηκαν πρωτεργάτες παραπέμφθηκαν σε δίκη για παραβάσεις σε βαθμό πλημμελήματος. Ο Παπουλάκος δε και ορισμένοι πιστοί ακόλουθοί του, ορίστηκε να δικαστούν για παραβάσεις σε βαθμό κακουργήματος, την 26 Ιουνίου 1853, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, ως υπαίτιοι στάσεως κατά των καθεστώτων.

Παρόλη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, συνέρρευσαν πλήθη κόσμου στην δίκη. Ο Παπουλάκος στο δικαστήριο εύτολμος και ατάραχος, έδειξε ότι επιθυμούσε να δικαστεί και δήλωσε ότι δεν χρειαζόταν συνήγορο, διότι είχε τον Ιησού Χριστό για να αποδείξει την αθωότητά του. Οι διεθνείς συγκυρίες, με τον Κριμαϊκό πόλεμο επί θύρες, είχε προκαλέσει ανησυχία στην κυβέρνηση για την στάση της Ρωσίας. Έτσι η δίκη, λόγω της υποστήριξης που είχε ο Παπουλάκος από τους διαλυθέντες Φιλορθόδοξους και κατ' επέκταση από το ρωσόφιλο κόμμα, απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δόθηκε αναβολή στην δίκη, εξαιτίας της απουσίας μαρτύρων, για την 16 Σεπτεμβρίου 1853. Τελικώς, κατά τον Αύγουστο 1853, δόθηκε χάρη και όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν των ποινικών κατηγοριών με Βασιλικό Διάταγμα, επειδή (όπως έλεγε το Διάταγμα) έδειξαν φανερά σημεία μεταμέλειας. Ο Παπουλάκος όμως ιδιαιτέρως παραπέμφθηκε, για τον περαιτέρω πειθαρχικό του έλεγχο, στην Ιερά Σύνοδο, η οποία αποφάσισε τον μόνιμο περιορισμό του στην Μονή Παναχράντου στην Άνδρο.
Ο εγκλεισμός στην Μονή Παναχράντου και το τέλος
Στην Μονή Παναχράντου διαμορφώθηκε ένα ειδικό μοναχικό κελί, που το φρουρούσε ένας χωροφύλακας. Τις ημέρες μπορούσε να συμμετέχει κανονικά στο πρόγραμμα των ακολουθιών της Μονής και το βράδι εγκλειόταν, φρουρούμενος στο κελί του. Με τον χαρακτήρα του κέρδισε την υπόληψη του ηγουμένου και των μοναχών της Μονής, ενώ η φήμη του έλκυε για πολύ καιρό κόσμο. Επίσης, συνέχισε να κηρύττει στον συγκεντρωμένο κόσμο εντός της Μονής, όταν εύρισκε ευκαιρία. Από τους ανθρώπους που πίστευαν σε αυτόν, διαδιδόταν ότι ακόμα επιτελούσε θαύματα, αλλά το ενδιαφέρον των εφημερίδων και της κοινής γνώμης είχε απορροφηθεί στα δραματικά διεθνή γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου που επηρέαζαν άμεσα την χώρα μας. Κοιμήθηκε το βράδι της 18 προς 19 Ιανουαρίου 1861, ησύχως και σχεδόν λησμονημένος από τον πολύ τον κόσμο.

Η μνήμη του στις μέρες μας
Ετάφη στο κοιμητήριο της Μονής Παναχράντου και από τους πρώτους χρόνους της κοίμησής του έγιναν προσπάθειες για την επίσημη αγιοκατάταξή του, την ανακομιδή των λειψάνων του και την φιλοτέχνηση της εικόνας του, χωρίς όμως αποτέλεσμα για πολλές δεκαετίες. Η «αντιεξουσιαστική» του δράση δημιουργούσε πρόβλημα στην ευρύτερη επίσημη αναγνώρισή του. Αργά αλλά σταθερά άρχισε να αποκαθίσταται η μνήμη του στην συνείδηση όχι μόνο των απλών πιστών, που ούτως ή άλλως πάντα πίστευαν στην αγιότητά του, αλλά και στην συνείδηση των ανώτατων εκκλησιαστικών Ιεραρχών. Υπάρχουν πλήθος επίσημων αναφορών επισκόπων που αναγνωρίζουν το έργο του, ακόμα και την αγιότητά του . Η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία παρέμειναν στο οστεοφυλάκιο της Μονής Παναχράντου, δεν έγινε με επισημότητα. Ύστερα από επιμονή των κατοίκων του χωριού του Παπουλάκου, ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος, στις 12 Σεπτεμβρίου 1973 φρόντισε να μεταφερθεί η κάρα του στο ναό του Μονυδρίου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στα Άρμπουνα Καλαβρύτων, που είχε κτίσει ο ίδιος. Έκτοτε πλήθος κόσμου προσέρχεται στο ορεινό χωριό και ασπάζεται την κάρα του, η οποία έχει τεθεί σε επίχρυση λειψανοθήκη και λέγεται ότι ευωδιάζει και θαυματουργεί. Έχουν συνταχθεί ιερές ακολουθίες και παρακλητικός κανών προς τιμήν του. Επίσης, έχει ιστορηθεί η εικόνα του και υπάρχει μικρό ιδιωτικό Εκκλησάκι στα Άρμπουνα και παρεκκλήσιο στην Ιερά Μονή Αγίων Αυγουστίνου και Σεραφεiμ του Σάρωφ στο Τρίκορφο Φωκίδος, που τιμώνται ανεπισήμως στο όνομά του. Πλήθος είναι και οι σύγχρονες μαρτυρίες, που έχουν παραμείνει από προφορική παράδοση, αναφορικά με τα κηρύγματά του, τις προφητείες του, τα θαύματά του εν ζωή, ακόμα και μετά θάνατον. Τέλος, το όνομά του παραμένει ακόμα προς επίσημη αγιοκατάταξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο πολύ σοφά περιμένει να αφουγκραστεί την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησιάς, ξεκαθαρισμένη με το πέρασμα του χρόνου από βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες, ώστε να προβεί ανεπηρέαστα στις δέουσες ενέργειες.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Βιβλίο του π. Νεκτάριου Μουλατσιώτη για τον Παπουλάκο, από εδώ
Τελικά ένα ερώτημα που παραμένει αιωρούμενο, μετά από αυτήν την εργασία, είναι: ήταν όντως ο Παπουλάκος άγιος ή μήπως ένας απλός κοινωνικός επαναστάτης ή μήπως ακόμα και ένας λαοπλάνος αγύρτης; Οι απλοϊκοί χωρικοί της εποχής, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, πίστεψαν ότι ήταν άγιος. Ο λόγος του, τους συνέπαιρνε, μιλούσε κατ' ουσία την «γλώσσα» που μπορούσαν να καταλάβουν και η ευθύτητα του χαρακτήρα του, σε συνδυασμό με την σεβάσμια φυσιογνωμία του, τους έδινε αυτό που αποζητούσαν στο «ράσο», την ελπίδα της σωτηρίας. Επίσης, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι υπέδειξε «ανυπακοή» απέναντι στην Ιερά Σύνοδο και στην εξουσία του κράτους, παροτρύνοντας προς τούτο και τους πιστούς, με αποτέλεσμα οι χωρικοί να φτάσουν τα όρια της ένοπλης στάσης. Όλα αυτά στην πονηρή και συμφεροντολογική εποχή μας, δημιουργούν σύγχυση και πλήθος αμφιβολιών, αλλά πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμά μας, θα πρέπει να προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε τα εσωτερικά υποκειμενικά στοιχεία που τον οδήγησαν σε αυτήν την, φαινομενικά παράδοξη, εξωτερική συμπεριφορά.

Η Ιερά Σύνοδος (γέννημα και αυτή «ανυπακοής» απέναντι στην μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης) και η κρατική εξουσία της εποχής είναι δεδομένο ότι δεν βάδιζαν σύμφωνα με την Ορθόδοξη παράδοση. Η δεύτερη είχε υποτάξει την πρώτη στα κοσμικά της συμφέροντα και σε συνδυασμό με τον απαράδεκτο τρόπο που έγιναν οι όντως αναγκαίες θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις, δικαιολογούν την αντίδραση του Παπουλάκου, τόσο κοινωνικά όσο και θεολογικά. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η θολή γενική άποψη που εξάγεται από τα «Ιστορικά Σημειώματα» του Μπάμπη Αννίνου, ότι ήταν ένας επικίνδυνος αγύρτης και η έπαρση υπερηφανείας από την οποία διακατείχετο τον οδηγούσε στο να πλανά με εξαιρετικά ανόητο τρόπο τους ευκολόπιστους και «απολίτιστους» χωρικούς. Ο αγώνας του δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν αποκύημα έπαρσης, εφόσον ήταν δίκαιος και περαιτέρω οι «απολίτιστοι» χωρικοί δεν πίστεψαν στον Παπουλάκο ανόητα, χωρίς λογική, αφού τους έδωσε ξανά ένα ευαγγελικό νόημα ζωής, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχαν αρχίσει να χάνουν κάθε ελπίδα και πίστη, συνεπεία των αλλεπάλληλων συμφορών που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821.

Επίσης, με τον τρόπο που προχώρησε στην όλη δράση του δεν διαφαίνεται να οργανώθηκε για μία μυστική ανατροπή του καθεστώτος. Παρ' όλες τις σχέσεις του με την Φιλορθόδοξη Εταιρεία, είχε ανεξάρτητη δική του πορεία. Ο στόχος του ήταν οι απλοϊκοί άνθρωποι και οι συνειδήσεις τους. Ο ανεπιτήδευτος λόγος του, η ασκητικότητά του και οι αδιαμφισβήτητες ελεημοσύνες του, του δίνουν ακεραιότητα και ευθύτητα χαρακτήρα. Επιπλέον, από τα κηρύγματά του προκύπτει η μεγάλη ηθική και λατρευτική Ορθόδοξη καλλιέργεια του λαού σε χρόνια δύσκολα. Ίσως να ήταν ατόπημα η «εκστρατεία» του στην Καλαμάτα και η ομαδική δράση ενόπλων ακολούθων του, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε να ελέγξει απόλυτα τους σκληροτράχηλους Μανιάτες και γενικότερα τους λοιπούς χωρικούς που τον ακολουθούσαν και διέδιδαν διάφορες φήμες γύρω από το όνομά του.
Το πρόσφατο βιβλίο του δημοσιογράφου Δ. Καμπουράκη για τον Παπουλάκο (από εδώ). Από κάποιους θεωρήθηκε αμφιλεγόμενο (μια κριτική εδώ)

Στην Ορθοδοξία οι αμφιβολίες ακολουθούν κάθε δογματική Αλήθεια και σε αυτό έγκειται η ελευθερία του ανθρώπου. Ο Ιησούς Χριστός επιθυμεί την εθελούσια ελεύθερη πίστη του ανθρώπου στην Αλήθεια, την οποία φανερώνει σκιωδώς στην αρχή και αργότερα του δίνει και τις αποδείξεις - αποκαλύψεις που χρειάζεται. Δηλαδή η πίστη πάντα προηγείται των ξεκάθαρων προσωπικών αποδείξεων, ενώ εάν θέλει κάποιος παραμένει στην διαφορετική του άποψη, η οποία τεκμηριώνεται από την σύγχυση των αμφιβολιών του. Ομοίως, ξεκάθαρη επιστημονική απόδειξη είναι αδύνατον να βρεθεί στα περί αγιότητος ζητήματα, αλλά ακόμα και αυτή εάν υπήρχε πάλι θα αμφισβητείτο. Έτσι ανεξαρτήτως, της επισήμου αναγνώρισης του Παπουλάκου ως αγίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το πρόσωπό του θα συνεχίσει να είναι σημείο αντιλεγόμενο. Εν ολίγοις, συμπεραίνεται ότι το ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του επιλόγου δέχεται απάντηση και προσδιορίζεται υποκειμενικά ανάλογα με την προσωπική τοποθέτηση του καθενός στα θέματα πίστεως και την αγάπη του για την Αλήθεια.
Αποσπάσματα από το βιβλίο του ΚΩΣΤΗ ΜΠΑΣΤΙΑ, ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ - ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 1987
πηγή   http://trelogiannis.blogspot.co.uk/2013/01/blog-post_8160.html
 
ΣΧΟΛΙΟ τού αναγνώστου Α.Μ.
Επειδη μπορει μερικοι να μπερδευτουν υπηρξαν 2 Παπουλακοι . Ο ενας ηταν απο τα Επτανησα εδρασε στην Πελοπονησο την περιοδο της επαναστασης ειχε το προσωνυμιο Αγιοπατερας και ουσιαστικα κήρυττε την υποταγη στον Ιμπραημ . Σκοτωθηκε παρολα αυτα σε μια επιδρομη του Ιμπραημ το 1826 και την συντροφο του ψευδοκαλογρια με επισης προσωνυμιο Αγιοπατερισσα την απήγαγαν οι στρατιωτες του Τουρκοαιγυπτιου στρατηγου . Για αυτον γραφει ο Διονυσιος Κοκκινος και ηταν οντως αγυρτης . Ο δευτερος χρονικα Παπουλακος ο πραγματικα Αγιος εδρασε στα χρονια του Οθωνα και ειναι αυτος που αναφερεται στο αρθρο . Πολλοι επιτηδες για να μπερδεψουν τον κοσμο κατα του αυθεντικου Παπουλακου παρουσιαζουν την δραση του πρωτου χρονικα σαν δραση του δευτερου . Α.Μ