Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marie-Louise Von Franz και Emma Jung: Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marie-Louise Von Franz και Emma Jung: Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου(7)

 Συνέχεια από: Tρίτη 7 Ιουνίου 2022

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου

Emma Jung και Marie-Louise von Franz

Εισαγωγή ζ

Το λεγόμενο Lancelot Grail, επίσης γνωστό και ως Cycle de Walter Map ή Vulgate Cycle, επειδή κατά τον Μεσαίωνα ήταν η πιο δημοφιλής αναπαράσταση ενός ρομάντζου, αντικατέστησε πολύ γρήγορα τις άλλες. Αυτός ο μακρύς κύκλος, που δημιουργήθηκε μεταξύ 1200 και 1210, περιλαμβάνει πέντε ρομάντζα: L`Estoire de Saint Graal, που ως προς το περιεχόμενο αντιστοιχεί στο έργο του Robert de Boron. L`Estoire de Merlin, αναπαράσταση του «Merlin» του de Boron, με μια συνέχεια. Li Livres de Lancelot, La Queste del Saint Graal, και La Mort Artu. Ο κύκλος αυτός είναι η βάση «Morte d`Arthur» του Thomas Mallory.

Το Queste del Saint Graal, έχει γραφτεί πιθανόν γύρω στο 1200, και είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία με ξεκάθαρο θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο A. Pauphilet, που εξέδωσε το έργο, και ο E. Gilson, το θεωρούν ως προϊόν της σχολής σκέψης των Κιστερκιανών (μοναχικό τάγμα, προερχόμενο από τους Βενεδικτίνους, που ιδρύθηκε στην πόλη Cistercium το 1098). Όπως και να έχει, το κείμενο αποδίδεται στον Walter Map, που όπως λέει το κείμενο, μετέφρασε ένα βιβλίο το οποίο βρισκόταν στο Salisbury, από τα λατινικά στα γαλλικά, για τον κύριο του, τον Ερρίκο Β’. Αυτό το Queste, όπου ο ήρωας δεν είναι πια ο Πέρσιβαλ, αλλά ο υπεράνθρωπα πνευματικός Galahad, αποτελεί την βασική ιστορία του Estoire de Saint Graal. Το μυστικιστικό στοιχείο είναι πολύ έντονο εδώ, συνδυαζόμενο με αλληγορίες.

Ένα ιδιαίτερο έργο είναι το ρομάντζο σε μορφή πρόζας με τον τίτλο Perlesvaus, γραμμένο μεταξύ 1191 και 1212, σύμφωνα με τον W. A. Nitze, στον οποίο οφείλουμε την εξαιρετική καινούργια έκδοση του έργου. Πρόκειται για μια ιστορία που απέχει ριζικά από τις άλλες, γραμμένη για ένα κληρικό, όπως μας λέει το κείμενο, τον Monseigneur de Nesle, και γραμμένη, ή μεταφρασμένη από τα λατινικά στα γαλλικά, από ένα κληρικό, «dans une Maison de religion l`ile d` Avalon», εννοώντας το μοναστήρι στο Glastonbury. Και εδώ το Δισκοπότηρο είναι το δοχείο του Ιωσήφ από Αριμαθαίας, και η λόγχη είναι αυτή του Λογγίνου. Η ιστορία έχει ένα ιδιαίτερα αλληγορικό ή και συμβολικό στιλ, στο οποίο προστέθηκε το περιπετειώδες στοιχείο, που δίνει την εντύπωση αυθορμητισμού, ώστε ο S. Evans, που το μετέφρασε στα αγγλικά, να θεωρεί πως πρόκειται για το αυθεντικό κείμενο-πράγμα που δεν μπορεί να ισχύει.

Ένα αγγλικό έργο, Sir Percyvelle, που στην απλότητα του ίσως να συνδέεται με την αυθεντική μορφή της ιστορίας, συμφωνεί στα βασικά σημεία με την περιγραφή της νεανικής ηλικίας του Πέρσιβαλ από τον Chrétien, αν και δεν αναφέρεται στο Δισκοπότηρο.

Το ουαλικό Mabinogion of Peredur, βασίζεται στον Chrétien, αλλά είναι ξεκάθαρα διαποτισμένο με ουαλικά μοτίβα μιας προηγούμενης εποχής, που προσδίδουν στο έργο ένα αρχαϊκό χαρακτήρα. Στη θέση του Δισκοπότηρου, εισάγεται ένα πιάτο που μεταφέρει ένα πληγωμένο κεφάλι, το οποίο καλεί για εκδίκηση του δολοφονημένου θύματος.

Το Diu Krone  του Heinrich von dem Thuerlin είναι μια κάπως μπερδεμένη ιστορία, με ενδιαφέροντα και πληροφοριακά στοιχεία. Στο μεγαλύτερο της μέρος μας θυμίζει τον συνεχιστή του Chrétien, τον Wauchier de Denain, και έχει ως ήρωα του Δισκοπότηρου τον Gauvain. Το Δισκοπότηρο περιγράφεται σαν λειψανοθήκη, που περιέχει ένα κομμάτι ψωμί. Το ένα τρίτο του ψωμιού είναι αποκομμένο και το μεταφέρει μια γυναίκα, για να το δώσει στον κύριο του κάστρου του Δισκοπότηρου. Πέρα από την θήκη, και τα συνηθισμένα αντικείμενα που συνοδεύουν το Δισκοπότηρο, η λόγχη και το ξίφος, αναφέρεται και ένα ρούχο (toblier) που περιέχει τρεις σταγόνες αίματος. Στο σημείο αυτό έχουμε μια αναμφισβήτητη αναφορά στην Ευχαριστία.

Τέλος, υπάρχει το έργο, το καλύτερα γνωστό σε μας, το Parzival του Wolfram von Eschenbach, γραμμένο μεταξύ 1200 και 1207, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το έργο του ChrétienContes del Graal“, το οποίο ακολουθεί ως προς το περιεχόμενο. Ο Wolfram όμως ισχυρίζεται, πως η ιστορία προέρχεται από κάποιον από την Προβηγκία, ονόματι Kyot (Guyot) και κατηγορεί τον Chrétien πως «χάλασε την ιστορία». Η ιστορία του Wolfram διαφέρει από όλες τις άλλες ως προς τη συμπάγεια της, το βάθος σκέψης και αισθήματος, και τις ψυχολογικές λεπτομέρειες, που σε πολλά σημεία ακούγονται αρκετά μοντέρνα. Όπως αναφέρθηκε, συμφωνεί σε μεγάλο μέρος, και συχνά ως προς τις λεπτομέρειες με τον Perceval του Chrétien, εκτός από την εισαγωγική ιστορία και το τέλος, που λείπουν από τον Chrétien και ακολουθούν άλλη πορεία στους συνεχιστές του. Ο Parzival του Wolfram προδίδει οπωσδήποτε επιρροές από την Ανατολή. Αναφέρει πως ο ειδωλολάτρης Εβραίος αστρονόμος Flagetanis, είχε διαβάσει στα άστρα για το Δισκοπότηρο, και είχε σημειώσει την ανακάλυψη του σε ειδωλολατρική γλώσσα (μάλλον αραβικά).  Σε ένα σημείο όμως ο Wolfram διαφέρει ουσιαστικά από τον Chrétien, καθώς σύμφωνα με τον Wolfram, το Δισκοπότηρο δεν είναι δοχείο, αλλά πέτρα. Μέσω αυτού του στοιχείου, και άλλων λεπτομερειών, ο Wolfram συνδέει το Δισκοπότηρο με την ψυχολογικά σημαντική περιοχή του αλχημιστικού συμβολισμού. Όπως το επισήμανε ο Jung, η αλχημεία διαμόρφωσε κάτι σαν ένα υπόγειο ρεύμα ως προς τον Χριστιανισμό, που κυριαρχούσε στα επιφανειακά στρώματα, και προσπάθησε να γεμίσει τα κενά που άφησε ορθάνοικτα η ένταση των αντιθέτων στον Χριστιανισμό. Στην πορεία του έργου θα καταδειχθεί πόσο σημαντική είναι η αλχημεία για την κατανόηση του συμβολισμού του Δισκοπότηρου. Από όλους τους ποιητές του Δισκοπότηρου, στον Wolfram ανήκει το μερίδιο της ενίσχυσης της σύνδεσης αυτής με την αλχημεία.

Το έργο Jüngere Titurel του Albrecht von Scharfenberg προσφέρει μια πρώιμη ιστορία του Δισκοπότηρου και των πρώτων φυλάκων του, που ήρθαν στην Ισπανία από την Ανατολή και εισήγαγαν εκεί τον Χριστιανισμό.

Η ανάδυση τόσο πολλών παραλλαγών, και οι διαμορφώσεις που υπέστη το υλικό, είναι απόδειξη πως εκεί μέσα υπάρχει μια παράξενη ζωτικότητα. Αρνούμενο (το υλικό) να περιοριστεί σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή, αλλά παρουσιάζοντας πότε τη μια και πότε την άλλη πτυχή, έχει μεταμορφωθεί από λαϊκό παραμύθι για απλοϊκούς ανθρώπους, σε μυστικιστική θρησκευτική αναζήτηση. Και στο πεδίο της ψυχολογίας καταδεικνύει το γεγονός, πως περιστρέφεται γύρω από ένα δύσκολο και προφανώς άλυτο πρόβλημα.

Θα κλείσουμε την εισαγωγή αυτή με ένα τέτοιο παραμύθι, το οποίο αν είναι πραγματικά αυθεντικό (αυτό δεν είναι σίγουρο, καθώς για πρώτη φορά το 1845 είχε μεταγραφεί), θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η αυθεντική λαϊκή μορφή της ιστορίας του Πάρσιφαλ. Είναι το βρετονικό παραμύθι του Peronik.

«Ο Peronik, ένας φτωχός νέος, ακούει από κάποιον διερχόμενο ιππότη, πως στο κάστρο Ker Glas, μπορούν να βρεθούν δυο μαγικά αντικείμενα, ένα χρυσό κύπελλο και ένα διαμαντένιο δόρυ. Ένα ποτό από το κύπελλο θεραπεύει όλες τις ασθένειες, και το δόρυ καταστρέφει ό, τι χτυπήσει. Αυτά τα πράγματα ανήκουν στον μάγο Rogear που ζει στο Ker Glas. Για να φτάσει κανείς στο κάστρο, αυτό έμαθε ο ιππότης από ένα ερημίτη, πρέπει να περάσει πρώτα από το δάσος των ψευδαισθήσεων, να κόψει ένα μήλο από δέντρο που φυλάει ένας νάνος (corrigan) με πυρακτωμένο σπαθί, και να βρει το λουλούδι που γελά, το οποίο φυλάει ένα λιοντάρι με χαίτη από φίδια. Μετά, περνώντας από τη λίμνη των δρακόντων και την κοιλάδα της χαράς, ο ήρωας θα φτάσει σε ένα ποταμό, στην μόνη διάβαση του οποίου τον περιμένει μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Πρέπει να την πάρει πάνω στο άλογο του, για να του δείξει το δρόμο. Κάθε ιππότης που έψαξε το κάστρο σκοτώθηκε, αλλά αυτό δεν τρομάζει τον Peronik. Παίρνει λοιπόν το δρόμο και καταφέρνει να περάσει με ασφάλεια όλες τις περιπέτειες και να φτάσει στο Ker Glas. Ο μάγος πεθαίνει αφού έφαγε μια μπουκιά από το μήλο και αφού τον άγγιξε η γυναίκα, που αποκαλύπτεται πως ήταν η πανούκλα. Στο υπόγειο δωμάτιο ο Peronik βρίσκει το κύπελλο και το δόρυ, „la lance qui tue et le bassin qui vivifie“.

Το κάστρο εξαφανίζεται με μια βροντή και ο Peronik βρίσκεται σε ένα δάσος. Αφού ντύθηκε με κομψά ρούχα πηγαίνει στην αυλή του βασιλιά, που τον φορτώνει με δώρα και τον κάνει διοικητή των στρατιωτών του. Και έτσι το έκθετο παιδί καθίσταται μεγάλος και ισχυρός κύριος.» (Legendes bretonnes, στο „Graalslage und Graalsdichtung des Mittelalters“ του V. Junk).

Το κύπελλο και το δόρυ είναι εδώ ένα θανατηφόρο και ζείδωρο ζευγάρι αντιθέτων, μια σαφής και προφανής ερμηνεία. Είναι όμως υπερβολικά απλό να ρίξει κανείς άπλετο φως στις ιστορίες του Δισκοπότηρου. Παρά ταύτα, η ιστορία είναι σημαντική από ψυχολογικής άποψης, καθώς υποδεικνύει την καθολική ανθρώπινη βάση των ποιημάτων που αναφέρονται στο Δισκοπότηρο. Για τον λόγο αυτό, τα απλά λαογραφικά μοτίβα έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς μπορούν να θεωρηθούν προϊόντα δημιουργικής φαντασίας και ως άμεσες εκφράσεις της ψυχής, ως αναπαραστάσεις ψυχικών περιεχομένων, διεργασιών και συνδέσεων, όμοια με αυτά στα όνειρα. Σε αντίθεση με τα όνειρα όμως, τα περιεχόμενα αυτά δεν είναι υποκειμενικές εκδηλώσεις. Το αντίθετο, έχουν ένα γενικά ανθρώπινο, αρχετυπικό χαρακτήρα. Στο παραμύθι με τον Peronik, βλέπουμε κάτι σαν αναπαράσταση της καθολικής αρχετυπικής βάσης του θρύλου του Δισκοπότηρου, ενώ ο ίδιος ο θρύλος, στις ιδιαίτερες μορφές του είναι πιο κοντά στη συνείδηση, και για το λόγο αυτό πιο πλούσιος σε αποχρώσεις, αλλά και πιο παροδικός.

Μιλώντας για το αρχέτυπο, ο Jung, ο οποίος εισήγαγε τον όρο αυτό στην ψυχολογία, εννοεί «μια προσυνειδησιακή ψυχική διάθεση, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αντιδράσει με ανθρώπινο τρόπο». Ο Jung συγκρίνει τις προδιαθέσεις ή κυρίαρχες δομές στην ψυχή με την αόρατη δυνατότητα ύπαρξης της κρυσταλλικής δομής σε ένα κορεσμένο διάλυμα. Τα αρχέτυπα παίρνουν μια συγκεκριμένη μορφή όταν αναδύονται στο συνειδητό με τη μορφή σχημάτων. Είναι λοιπόν απαραίτητο να διακρίνουμε μεταξύ του ασύλληπτου αρχετύπου, της ασυνείδητης, προ-υπαρξιακής προδιάθεσης, και των αρχετυπικών εικόνων. Ως εγγενείς δυνατότητες των μορφών συμπεριφοράς και κατανόησης, τα αρχέτυπα συνδέονται με τα ένστικτα, προς τα οποία έχουν μια σχέση αντιστοιχίας. Είναι ανθρώπινη φύση με την καθολική έννοια, με το να οδηγούν στην παραγωγή παρόμοιων και διαρκώς επαναλαμβανόμενων αρχετυπικών εικόνων.

Οι μύθοι και τα παραμύθια χαρακτηρίζονται επίσης από αυτή την καθολική ισχύ, που τα διαφοροποιεί από τα συνηθισμένα όνειρα. υπάρχουν φυσικά όνειρα με αρχετυπικό χαρακτήρα, αλλά αυτά περιέχουν ένα υποκειμενικό στοιχείο, καθώς συμβαίνουν σε στιγμές με πραγματική σημασία για τον ονειρευόμενο, όπως σημεία καμπής στη ζωή, ή κρίσιμες καταστάσεις που απαιτούν νέο προσανατολισμό ή προσαρμογή, για την οποία η παρούσα συμπεριφορά, που κυριαρχεί στο συνειδητό δεν επαρκεί. Η εμφάνιση μιας αρχετυπικής εικόνας θα τραβήξει την προσοχή του ατόμου προς τη γενική ανθρώπινη ποιότητα ή την ιδέα που βρίσκεται από κάτω. Ο άνθρωπος προσέχει τότε νέες, μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστες δυνατότητες, και μέσω αυτών θα βιώσει ανανεωμένη είσοδο ενέργειας. Γιατί τα αρχέτυπα κατέχουν μια μυστηριώδη ποιότητα και λειτουργία ως κρυφή πηγή ενέργειας. Όταν ο μύθος εκτελείται σε ένα τελετουργικό, ή με πιο γενικό, απλό και μη ιερό τρόπο, όταν το παραμύθι λέγεται, το θεραπευτικό στοιχείο που βρίσκεται μέσα σε αυτό επιδρά σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται γι’ αυτό, και επιτρέπει στον εαυτό του να συγκινηθεί από αυτό, με τρόπο ώστε δια της συμμετοχής του σε αυτό θα μεταφερθεί σε σύνδεση με μια αρχετυπική μορφή της κατάστασης, και μέσω αυτής (της σύνδεσης) θα του δοθεί η δυνατότητα να βάλει τον εαυτό του σε τάξη. Τα αρχετυπικά όνειρα μπορεί να έχουν την ίδια επίδραση. Παρομοίως, το περιεχόμενο της θρησκευτικής εμπειρίας είναι το βάλει κανείς «σε τάξη» τον εαυτό του ή «να γίνει ένα με την ανώτερη βούληση».

Ο θαυμασμός για τους μύθους και τα παραμύθια, και η ζωτικότητα τους, έγκεινται ακριβώς στο γεγονός πως απεικονίζουν τις θεμελιώδεις μορφές της ανθρώπινης εμπειρίας. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, τα ίδια μοτίβα βρίσκονται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο ως αποτέλεσμα μετανάστευσης, αλλά και επειδή η ανθρώπινη ψυχή που τα παράγει είναι παντού η ίδια.[ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ; ΕΠΕΙΔΗ ΗΤΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ, ΑΠΑΝΤΑ Ο ΑΓΙΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ]

Ο θρύλος του Δισκοπότηρου είναι παρόμοιου τύπου. Διακρίνεται βέβαια από ένα συνηθισμένο παραμύθι στο ότι δεν είναι ανώνυμο-τουλάχιστο όχι στην μορφή με την οποία έφτασε σε μας-αλλά έχει διαμορφωθεί από διάφορους ποιητές. Περιέχει λοιπόν αρχετυπικά στοιχεία με την κυρίαρχη έννοια της λέξης, είναι όμως και προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής και στάσης της διάνοιας (mind). Για τον λόγο αυτό μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στη νοοτροπία[ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ] του Μεσαίωνα, και με τον τρόπο αυτό αγγίζει προβλήματα του Χριστιανικού αιώνα, που είναι ψυχολογικά σημαντικά για την παρούσα εποχή.


Τέλος προλόγου

Ο Πατριάρχης χειροθέτησε οφφικιάλιο τον Κοσμήτορα της Θεολογικής του Α.Π.Θ. Χρυσόστομο Σταμούλη

Αναλυτικά, η προσφώνηση του Παναγιώτατου Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου:

Ἐντιμολογιώτατε Ἄρχων,

Χριστός Ἀνέστη!

Ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀπονέμει εἰς ὑμᾶς σήμερον εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Τριάδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς σας, διά τῶν χειρῶν τῆς ἡμῶν Μετριότητος, τό ὀφφίκιον τοῦ Ἄρχοντος Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Σᾶς ἐντάσσομεν, κατ᾽ ἰδίαν ἡμῶν Πατριαρχικήν φιλοτιμίαν καί προαίρεσιν, εἰς τήν χορείαν τῶν ὀφφικιαλίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἀνήκετε πλέον εἰς τόν κύκλον τῶν συνεργατῶν μας καί καλεῖσθε νά στηρίζετε τό ἔργον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί νά ἀγωνίζεσθε διά τήν προάσπισιν τῶν δικαίων της.

Καθ᾽ ὅλην τήν ἱστορικήν πορείαν τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος Ἐκκλησίας, οἱ Ἄρχοντες προσέφερον σημαντικάς ὑπηρεσίας πρός αὐτήν εἰς ὅλας τάς διαστάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν ἐν τῷ κόσμῳ καί εἰς τήν σχέσιν της μέ τούς θύραθεν θεσμούς. Αὐτήν τήν διακονίαν συνεχίζουν καί σήμερον οἱ ἀνά τήν οἰκουμένην ὀφφικιάλιοι τοῦ Θρόνου, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν δύο μεγάλα σωματεῖα, τό «Τάγμα τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου» ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις Ἀμερικῆς καί τήν Ἀδελφότητα «Παναγία ἡ Παμμακάριστος», εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκετε πλέον καί ὑμεῖς. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θά ἀναδειχθῆτε ἄξιος τῆς κλήσεως τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Πατριάρχου σας.

ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ ΙΠΠΟΤΩΝ ΤΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ Η ΔΙΣ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΙΝΔΗΝ ΣΥΝΟΔΟΣ. 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΧΟΥΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΟΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2022

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου(6)

 (Συνέχεια από 25. Απριλίου 2022)

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου

Emma Jung και Marie-Louise von Franz

Εισαγωγή στ 

Στην ψευδοϊστορική πραγματεία του Geoffrey δεν υπάρχει αναφορά στο Δισκοπότηρο, αν και πρέπει να διέγειρε πολύ έντονα την φαντασία των ποιητών, καθώς μόλις λίγα χρόνια μετά την εμφάνιση της παρήχθη μεγάλος όγκος λογοτεχνικών έργων. Τα έργα αυτά, εμπνευσμένα από το χρονικό του Geoffrey, ξεχώρισαν χαρακτήρες και γεγονότα, τα μεταμόρφωσαν και τα επεξεργάστηκαν σε βρετανικές ιστορίες, προς γενικό όφελος του μορφωμένου κόσμου της εποχής.
Σε κάθε ένα από αυτά στοιχεία-η ροπή προς το άλογο, η έντονη παρουσία του θηλυκού στοιχείου, η αφομοίωση του υλικού της φαντασίας της Ανατολής, και πιο ξεκάθαρα απ’ όλα, στον κυρίαρχο συμβολισμό του μαγικού επέκεινα και της χώρας των νεκρών-υπάρχει μια ψυχολογική έκφραση ενός εξαιρετικού ανακατέματος του ασυνειδήτου, όπως συμβαίνει από καιρού εις καιρόν, ιδιαιτέρως όταν οι θρησκευτικές αξίες ενός πολιτισμού αρχίσουν να αλλάζουν.

Παρά τη σημασία που δόθηκε σε αυτά τα συλλογικά ψυχολογικά θεμέλια, δεν πρέπει να ελαχιστοποιηθεί το επίτευγμα των δημιουργικών προσωπικοτήτων, που ήξεραν πως να τραβήξουν στο φως της ημέρας τους κρυμμένους θησαυρούς των ψυχικών τάσεων που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι (ως προς την αντίληψη), καθώς με την πράξη τους αυτή, τα προίκισαν με μια συμβολική μορφή. Στον Chretien de Troyes ανήκει η ιδιαίτερη τιμή, να είναι ο πρώτος που επεξεργάστηκε το υλικό αυτό (Erec, Yvain, Le Chevalier au Lion, Le Roman de la Charrette, …) σε ξεχωριστές λογοτεχνικές συνθέσεις. Στις ιστορίες αυτές μπορεί να αποδοθεί το γεγονός, πως οι Βρετονοί ήρωες απέκτησαν δημοφιλία και κύρος, αλλά και έγιναν γνωστοί, σημαντικοί ή αγαπητοί, με τους χαρακτήρες και την μοίρα των οποίων ήταν όλοι οικείοι. (Στη γερμανική λογοτεχνία αυτό μπορεί να συγκριθεί χοντρικά με τον Φάουστ). Το Li Contes del Graal, το τελευταίο έργο του Chrétien, παραμένει ανολοκλήρωτο. Σταματά στον στίχο 9034, λόγω του θανάτου του, όπως προκύπτει από τη δήλωση ενός από τους συνεχιστές του. Άλλοι ποιητές συνέχισαν το έργο του και μέσα σε περίπου τριάντα χρόνια ολοκλήρωσαν 60 χιλιάδες στίχους. Ο πρώτος ήταν ένας ανώνυμος συγγραφέας γνωστός ως ψευδό-Wauchier ή ψευδό-Gautier, ακολουθούμενος από τον Wauchier de Denain που έγραψε μεταξύ 1190 και 1212, και τέλος από τους Gerbert και Manessier. Κάθε μια από τις τρεις συνέχειες είναι  πιο μακρά από το αρχικό κείμενο του Chrétien. Αυτοί όμως διαμόρφωσαν μια μακρά ακολουθία περιπετειών και όχι ένα ολοκληρωμένο όλο.

Εύκολα μπορεί να αντιτείνει κανείς πως ήταν παραβίαση των δικαιωμάτων του Chrétien για τους άλλους ποιητές να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν το ατέλειωτο έργο του. Επειδή όμως το «Δισκοπότηρο» και η «αναζήτηση του Δισκοπότηρου» είναι ιδέες αρχετυπικής, και συνεπώς καθολικής (universal) ανθρώπινης φύσεως, είναι ενδιαφέρον να δούμε πως ακριβώς η φαντασία των διαφορετικών συγγραφέων αντέδρασε στο ίδιο υλικό. Το ίδιο ενδιαφέρον είναι και το πρόβλημα που φαινόταν καθαρά πως είχε σημασία ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έστω και αν από λογοτεχνικής άποψης, το ποίημα φαινόταν πως είχε υποφέρει κατά τη διαδικασία. Χάριν σε αυτή την «ενωμένη προσπάθεια», φωτίζονται διαφορετικές απόψεις του υλικού, και καθίσταται δυνατή μια πιο βαθιά και περιεκτική κατανόηση του ποιήματος, σε σύγκριση με τις διαπιστώσεις που θα μας παρείχε το ποίημα ως έργο ενός συγγραφέως.

Το ποίημα του Chrétien, αποκαλούμενο σε πολλά συγγράμματα και ως Romanz de Perceval, έχει την ποιότητα ενός παραμυθιού, και στο κέντρο του βρίσκεται ο ήρωας Πέρσιβαλ και η αναζήτηση του Δισκοπότηρου εκ μέρους του. Σχεδόν ταυτόχρονα με το Contes del Graal του Chrétien (σύμφωνα με τον Bruce, μεταξύ 1180 και 1199), εμφανίστηκε σε μετρική μορφή μια παραλλαγή της ιστορίας, το έργο Roman de l`Estoire dou Graal του Robert de Boron, που ως προς την φύση του ήταν περισσότερο ένας χριστιανικός θρύλος. Το πρώτο μέρος της παραλλαγής του Robert «Ιωσήφ από Αριμαθαίας», έχει διατηρηθεί ολόκληρο, ενώ από το δεύτερο μέρος με τον τίτλο «Μέρλιν» υπάρχει μόνο ένα μέρος. Επιπλέον υπάρχει μια παραλλαγή του έργου υπό μορφή πρόζας, που αντιστοιχεί επακριβώς στο ποίημα, και περιέχει ένα τρίτο μέρος με τον τίτλο Perceval, ώστε να σχηματίζει μια τριλογία, γνωστή και ως Petit Saint Graal. Το πρώτο μέρος καταπιάνεται με αποκλειστικά με την προηγούμενη ιστορία του Δισκοπότηρου. Στο δεύτερο μέρος, «Μέρλιν», εγκαθιδρύεται η σύνδεση με τον Βρετονικό κύκλο θρύλων μέσω του Μέρλιν,  που είναι ο σύμβουλος του Αρθούρου και του πατέρα του. Ενώ στο τρίτο μέρος, «Πέρσιβαλ», επιτυγχάνεται ο στόχος της αναζήτησης.  

Όπως αναφέρθηκε, δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, εάν ο Robert de Boron ήταν ο πρώτος που συνδύασε το υλικό των θρύλων με το παραμύθι, ή εάν αυτό συνέβη πιο νωρίς. Αν και σε μερικά κείμενα υπονοείται η αναφορά στο πρωτότυπο, δεν βρέθηκε μέχρι τώρα, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο για κάθε είδους υποθέσεις. Μια υπόδειξη πως ο θρύλος του Δισκοπότηρου είναι παλαιότερος από τις διασωζόμενες μορφές του, βρίσκεται σε ένα απόσπασμα του Χρονικού του Helinandus, ενός μοναχού του Froidmont. Το χρονικό είχε ολοκληρωθεί το 1204. Έχει λοιπόν γραφτεί κατά τη χρυσή εποχή των ποιημάτων για το Δισκοπότηρο. (Το κείμενο βρίσκεται στο J. P. Migne, Patrologia Latina, Vol. CCXII, col. 814/15):

«Εκείνο τον καιρό (717-719) ένας άγγελος έδειξε σε κάποιον ερημίτη στη Βρετανία ένα θαυμαστό όραμα, και στο όραμα τον Ιωσήφ, τον ευγενή ιππότη (decurione) που πήρε το σώμα του Χριστού από τον σταυρό, και το σκεύος το οποίο χρησιμοποίησε ο Κύριος στο Τελευταίο Δείπνο με τους μαθητές του. Ο ερημίτης έγραψε την περιγραφή των οραμάτων, που πήραν τον τίτλο gradale. Gradalis ή gradale, είναι γαλλική λέξη για ένα πλατύ και κάπως βαθύ δοχείο, στο οποίο σερβίρονταν νόστιμα φαγητά στους πλούσιους, όπου τα κομμάτια ήταν κατανεμημένα σε διάφορες σειρές. Στη λαϊκή διήγηση αποκαλείται και greal, επειδή είναι σύμφωνο και καλό να τρώει κανείς από αυτό, εν μέρει λόγω του ίδιου του δοχείου, που ήταν από άργυρο ή άλλο από τα πολύτιμα μέταλλα, και εν μέρει λόγω του περιεχομένου, τη διάταξη και ποικιλία των νόστιμων φαγητών. Δεν μπόρεσα να βρω την ιστορία αυτή γραμμένη στα λατινικά, αλλά μπορεί να βρεθεί μόνο στα γαλλικά, στην κατοχή μερικών ευγενών, και λέγεται πως δεν είναι εύκολο να βρεθεί σε ολοκληρωμένη μορφή.»

Η αναφορά αυτή μας δίνει μια εξήγηση για την καταγωγή του grail από το gradale, που είναι γενικά αποδεκτή ως ισχύουσα. Θα επιστρέψουμε αργότερα στο ζήτημα αυτό.

Μια άλλη εισήγηση βρίσκεται στο Illustrum maioris Britanniae scriptorum summarium, του J. Bale, που τυπώθηκε για πρώτη φορά στο Ipswich, το 1548. Αναφερόμενος στο Speculum historiae του Beauvais, ο Bale αναφέρει τα ακόλουθα:

«Ένας Βρετανός ερημίτης αγνώστου ονόματος, γεννημένος στην Ουαλία και ζώντας εκεί, ο οποίος σύμφωνα με τον τρόπο των βάρδων της περιοχής είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην μελέτη της επιστήμης των άστρων και της ιστορίας, μάζεψε τα αξιοσημείωτα γεγονότα που συνέβησαν στην πατρίδα του, και τα συνέγραψε. Έγραψε κυρίως για τον διάσημο Βρετανό βασιλιά Αρθούρο και τη στρογγυλή τράπεζα του. Είχε όμως να πει πολλά περί Lancelot, Morgan, Perceval, Gauvain, Bertram και άλλους γενναίους άνδρες. Αμαύρωσε όμως το κύρος του ανακατεύοντας σοβαρά πράγματα με τα περίεργα, την αλήθεια με το παραμύθι, και όπως αναφέρει ο Vincentius στο Speculum Historiale, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του «Ιωσήφ από Αριμαθαίας» σε κάποιον Vualwanus. Το έργο είναι γνωστό σε κάποια γλώσσα άγνωστη σε μένα. The Holy Grail, Book I. Έχω δει αποσπάσματα του έργου. Σύμφωνα με τον Vincent, ήταν διάσημο την εποχή του Ίνα, βασιλιά των δυτικών Σαξόνων, γύρω στο 720».

Σύμφωνα με τον Jessie L. Weston, ο ισχυρισμός αυτός του Bale δεν μπορεί να βρεθεί στον Vincent de Beauvais. Ο Bale ίσως να μπέρδεψε τις πηγές, και ο Vincent πρέπει να διάβασε το απόσπασμα στον Helinandus, τον οποίο και γνώριζε. Από την άλλη, το έργο του αναφέρεται στην εισαγωγή του έργου γνωστού ως The Lancelot Grail, όπου διαβάζουμε:

«Την παραμονή της Μεγάλης Παρασκευής του έτους 717 μετά το Πάθος του Ιησού Χριστού, ο συντάκτης του κειμένου βρισκόταν στην καλύβα του, σε μια από τις πιο άγριες περιοχές της Βρετανίας, και τον βασάνιζαν αμφιβολίες για την Τριάδα. Τότε του εμφανίστηκε ο Χριστός και του έδωσε ένα βιβλιαράκι, όχι μεγαλύτερο από την παλάμη του χεριού του, το οποίο θα έλυνε όλες τις αμφιβολίες του. Αυτός ο ίδιος, ο Χριστός, το είχε γράψει, και μόνο αυτός που ήταν καθαρισμένος με την εξομολόγηση και την νηστεία μπορούσε να το διαβάσει. Το επόμενο πρωί ο συγγραφέας άνοιξε το βιβλίο, και τα μέρη του είχαν ακόλουθους τίτλους:

1)Αυτό είναι το βιβλίο της καταγωγής σου. 2) Εδώ ξεκινά το βιβλίο του Ιερού Δισκοπότηρου. 3) Εδώ ξεκινούν τα τρομακτικά πράγματα. 4) Εδώ ξεκινούν τα θαύματα».

Μετά την περιγραφή πως τραβήχτηκε στον τρίτο ουρανό και τι περιπέτειες έπρεπε να περάσει μέχρι να βρεθεί πάλι το βιβλίο-το οποίο στο μεταξύ έχει εξαφανιστεί-ξεκινά η ιστορία του Ιωσήφ από Αριμαθαίας.

Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά, ο θρύλος του Δισκοπότηρου υπήρχε ήδη από τον 8ο αιώνα, πράγμα που δεν είναι αδύνατο, αν και δεν υπάρχουν βέβαιες αποδείξεις. Είναι πιθανόν, πως ορισμένα στοιχεία της ιστορίας υπάρχουν και σε προηγούμενες εποχές, ενώ η ένταξη τους σε μια ενωμένη, δημιουργική εργασία ήταν προορισμένη για μια μεταγενέστερη εποχή.

Συνεχίζεται

Πηγή: Franco Cardini

Ίσως δεν το γνωρίζουν όλοι αυτό, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια από τις χώρες στον κόσμο όπου η μεσαιωνική ιπποτική λογοτεχνία και τα υποκατάστατά της κάθε είδους έχουν τη μεγαλύτερη επιτυχία. Από τις ακαδημαϊκές σπουδές μέχρι τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, αλλά και από τη λαϊκή λογοτεχνία μέχρι τα «παιχνίδια ρόλων», το πάθος για τις πράξεις των παλαντίνων του Άρθουρ είναι ανεξέλεγκτο: τελικά, η Disney Co. είναι ένα από τα μεγαλύτερα οχήματα στον κόσμο. Και το φαινόμενο ξεχειλίζει για πάνω από δύο αιώνες προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις: από τη νεορομανική και τη νεογοτθική αρχιτεκτονική μέχρι τα «μεσαιωνικά εστιατόρια» όπου γίνονται και τουρνουά, από τον κινηματογράφο μέχρι την τηλεόραση, από τον «Τευτονισμό» ως ανθρωπολογικό-δικονομικό και ανθρωπολογικό φαινόμενο- στρατιωτικό (West Point Academy) έως τις άπειρες παραγώγους του Τολκινισμού έως τις συνεχείς αναβιώσεις του μύθου του Ιερού Δισκοπότηρου.

ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ Ο ΜΥΘΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΡΟΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗΣ ΔΥΣΕΩΣ. ΟΙ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΜΠΙΠΤΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου (5)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Ο Θρύλος του Ιερού Δισκοπότηρου

Emma Jung και Marie-Louise von Franz

Εισαγωγή ε

Τα Contes bretons έχουν άλλη μορφή, περιέχουν ωστόσο ένα στοιχείο ιδιαίτερα οικείο στη γυναίκα, και το οποίο της ταιριάζει καλά. Είναι η σφαίρα του άλογου, ο κόσμος της φαντασίας. Το υλικό λοιπόν απευθύνεται συγκεκριμένα στις γυναίκες, και αυτές το προτιμούν. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως ήταν μια γυναίκα, η Marie de France, που πρώτη συνέλεξε, ή έγραψε η ίδια, μια σειρά ιστοριών („des contes dont les Bretons firent leur lais), που διατηρήθηκαν κάτω από τον τίτλο Les lais de Marie de France. Αν το περιεχόμενο των τραγουδιών είναι στην πραγματικότητα βρετονικής προέλευσης δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Αυτό όμως που αναμφισβήτητα εκδηλώνουν είναι η ποιότητα την οποία ο Faral περιγράφει στην πιο πάνω αναφορά, την «γοητεία της νεράιδας», «την γοητεία της άγριας και λεπτής φαντασίας» όπως το θέτει ο J. D. Bruce, πράγμα που χαρακτηρίζει το έργο γνωστό με το όνομα Matière de Bretagne.

Η κυριαρχία του άλογου, ή η αίσθηση (γεύση) γι΄αυτό, διακρίνει τη θηλυκή, όπως και την κέλτικη νοοτροπία, την οποία μαρτυρούν όχι μόνο τα παραμύθια, οι θρύλοι και οι μύθοι, αλλά και οι ιδέες, παραδόσεις και συνήθειες, που επιβίωσαν μέχρι και τις μέρες μας. Ένα εξαιρετικά προβεβλημένο χαρακτηριστικό του κέλτικου κόσμου της φαντασίας είναι η πίστη στο επέκεινα, που δεν είναι τόσο ένα μέρος παραμονής αυτών που έφυγαν, αλλά μια «γη των ζώντων», όπως αποκαλείται, ένα είδος Ηλύσιων Πεδίων που κατοικούνται από αθάνατους. Ήταν μια χώρα χωρίς ασθένεια ή θάνατο, όπου ζούσαν άνθρωποι με θεϊκά χαρακτηριστικά με αιώνια νεότητα, απολαμβάνοντας νόστιμο φαγητό και ποτό, ακούοντας γλυκιά μουσική. Καθώς όμως η χώρα αυτή είχε χαθεί για την ανθρωπότητα, μόνο λίγοι εκλεκτοί έβρισκαν το δρόμο προς αυτήν. Οι ήρωες των βρετονικών ιστοριών συγκαταλέγονταν επίσης στους εκλεκτούς αυτούς. Χωρίς να το προσμένουν, πέρασαν πέρα στη χώρα αυτή και επέστρεψαν, «πάνω σε ελαφρά καμωμένες γέφυρες», όπως το γράφει ο Hölderlin. Αυτή ακριβώς η κυκλοφορία, προς και από, μεταξύ αυτού του κόσμου και του άλλου, συνιστά την περίεργη μαγεία των ιστοριών αυτών.

Μια επιπλέον πηγή των Contes bretons αποτελούν οι βρετανικές εθνικές παραδόσεις και η ιστορία των φυλών, στοιχεία στα οποία τα μοτίβα των παραμυθιών είναι συμπλεγμένα σαν φωτεινή κλωστή. Οι ιστορίες αυτές αντιπαραβάλλονται προς το ιστορικό-θρυλικό υπόβαθρο της αυλής του βασιλιά Αρθούρου. Η πρώτη αναφορά για τον Αρθούρο μέσα στη βιβλιογραφία βρίσκεται στην Historia Britonum, που αποδίδεται σε κάποιον Nennius, ο οποίος πολύ πιθανόν εμφανίστηκε προς το τέλος του 9ου αιώνα. Στο έργο αυτό ο Αρθούρος δεν αναφέρεται ως βασιλιάς, αλλά ως dux bellorum, αρχιστράτηγος, που ως αρχηγός των Βρετόνων κατατρόπωσε τους εισβολείς Σάξωνες σε δώδεκα μάχες, η τελευταία των οποίων έλαβε χώρα το 516 μ. Χ. Το κύριο περιεχόμενο του έργου Historia, είναι οι μάχες με τους Σάξωνες, που εισέβαλαν στην Βρετανία κατά το 5ο και 6ο αιώνα, και έσπρωξαν τον τοπικό  πληθυσμό όλο και πιο δυτικά στν ορεινή και απροσπέλαστη Ουαλία, μέχρι και τη Βρεττάνη, μαζί με τις γεωγραφικές περιγραφές και λιγοστούς θρύλους και γενεαλογίες.

Το πρώτο μισό του 12ου αιώνα γύρω στο 1135, ένας κληρικός, ο Geoffrey of Monmouth, έγραψε την ιστορία των Βρετανών βασιλέων της Βρετανίας, την  Historia regum Britanniae, για την συγγραφή του οποίου βασίστηκε στο παλαιότερο ανώνυμο έργο Historia του Nennius, πέρα από τη χρήση άλλων προφορικών παραδόσεων, αλλά και αφήνοντας υπολογίσιμο χώρο στη φαντασία του. Δηλώνει πως πήρε το υλικό του από ένα βιβλίο το οποίο είχε φέρει ο Walter της Οξφόρδης από την Βρετάνη (Brittany), και το οποίο αυτός, ο Geoffrey μετέφρασε. Η ιστορία αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής και σύντομα μετά την εμφάνιση του μεταφράστηκε στα γαλλικά από ένα Νορμανδό με το όνομα Wace, ο οποίος το εξέδωσε με τον τίτλο Brut. (Σύμφωνα με τον Geoffrey, ένας απόγονος του βασιλικού οίκου της Τροίας, με το όνομα Brutus, λέγεται πως είναι πρόγονος των Βρετόνων (Britons), το όνομα των οποίων προέρχεται από αυτόν). Οι Μεταφραστές Wace και Layamon, που κατέστησαν το Brut άγγλο-νορμανδικό, πρόσθεσαν κάθε είδους στοιχεία που δεν τα περιλαμβάνει ο Geoffrey. Ο Wace για παράδειγμα είναι αυτός που αναφέρει την Στρογγυλή Τράπεζα του Αρθούρου για πρώτη φορά („la table dont les Bretons disent maintes fables“), που ήταν στρογγυλή ώστε να μην υπάρχουν αντιμαχίες ως προς την προτεραιότητα που θα καθίσει ο καθένας από τους προνομιούχους που κάθονται σε αυτήν. Οι ιστορίες λοιπόν για τον Αρθούρο πρέπει να ήταν διάσημες ήδη από εκείνη την εποχή, αν και οι ιστορικές αναφορές περί αυτού είναι πολύ ισχνές. Ως κατακτητής ξένων εισβολέων και σωτήρας της Βρετανίας έγινε εθνικός ήρωας και απέκτησε σχεδόν μυθική σημασία. Αυτό εκφράζεται στην πεποίθηση, μεταξύ άλλων, πως στην τελευταία του μάχη δεν σκοτώθηκε, αλλά περνά τον καιρό του στο μυθικό νησί Avalon, από το οποίο σε κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιστρέψει και θα αναλάβει πάλι την κυριαρχία του. Οι μάχες του δεν επέφεραν μια διαρκή επιτυχία, καθώς λίγο αργότερα, οι Σάξωνες κατάφεραν να εγκατασταθούν μόνιμα στη Βρετανία. Το γεγονός αυτό όμως δεν μείωσε καθόλου την φήμη του Αρθούρου ως ήρωα. Το αντίθετο, ίσως να βοήθησε ώστε να υψωθεί η εικόνα περί αυτού στο μυθικό και μυστικιστικό επίπεδο. Σύμφωνα με τον Bruce και άλλους λόγιους, δεν έχει αποδειχθεί, ότι οι ιστορίες για τον Αρθούρο κυκλοφορούσαν στην Βρετανία πριν την εποχή του Geoffrey του Monmouth, ή ότι η παράδοση που αναφέρεται σε αυτόν υπήρξε, ιδιαιτέρως στην Ουαλία. Θεωρείται πολύ πιθανότερο, οι ιστορίες αυτές να προήλθαν από την Armorica (Βρετάνη).

Ο συμβολισμός του μύθου για τον Αρθούρο ενισχύθηκε και ερμηνεύθηκε σε ένα εξαίρετο ψυχολογικό δοκίμιο του R. F. Hobson («Ο βασιλιάς που θα επιστρέψει»), ο οποίος επικεντρώνεται στο μεγαλύτερο μέρος του έργου στο μοτίβο της επιστροφής.

Στην ψευδοϊστορική πραγματεία του Geoffrey δεν υπάρχει αναφορά στο Δισκοπότηρο, αν και πρέπει να διέγειρε πολύ έντονα την φαντασία των ποιητών, καθώς μόλις λίγα χρόνια μετά την εμφάνιση της παρήχθη μεγάλος όγκος λογοτεχνικών έργων. Τα έργα αυτά, εμπνευσμένα από το χρονικό του Geoffrey, ξεχώρισαν χαρακτήρες και γεγονότα, τα μεταμόρφωσαν και τα επεξεργάστηκαν σε βρετανικές ιστορίες, προς γενικό όφελος του μορφωμένου κόσμου της εποχής.

Σε κάθε ένα από αυτά στοιχεία-η ροπή προς το άλογο, η έντονη παρουσία του θηλυκού στοιχείου, η αφομοίωση του υλικού της φαντασίας της Ανατολής, και πιο ξεκάθαρα απ’ όλα, στον κυρίαρχο συμβολισμό του μαγικού επέκεινα και της χώρας των νεκρών-υπάρχει μια ψυχολογική έκφραση ενός εξαιρετικού ανακατέματος του ασυνειδήτου, όπως συμβαίνει από καιρού εις καιρόν, ιδιαιτέρως όταν οι θρησκευτικές αξίες ενός πολιτισμού αρχίσουν να αλλάζουν.

Συνεχίζεται

ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ , ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΕΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΧΡΥΣΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ. ΣΥΝΕΠΙΚΟΥΡΟΥΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΑΡΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΤΟ ΨΑΧΝΟΥΝ ΣΤΑ ΠΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ. ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ.ΔΙΟΤΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΕΝΘΑΔΕ, ΣΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ.