Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger…μέσα από τον Foucault. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger…μέσα από τον Foucault. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger …μέσα από τον Foucault β

 

Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger …μέσα από τον Foucault β
Franco Volpi

Lezione di Franco Volpi su Heidegger ...attraverso Foucault

......Λέγαμε, ότι στον Αλκιβιάδη, στον Πλάτωνα υπάρχει η υποταγή στον παιδαγωγικό σκοπό· εξαιτίας των ελλείψεων της παιδείας επιβάλλεται μια γνώση τοῦ ἑαυτοῦ. Πρόκειται για το να συμπληρωθεί ή να αντικατασταθεί η εκπαίδευση με μια αληθινά έγκυρη μόρφωση. Τι αλλάζει όταν αυτή η διαδικασία της διαμόρφωσης δεν εφαρμόζεται σ’ έναν νέο, δεν περιορίζεται σε μια φάση της ζωής, αλλά πρέπει να ασκείται σε όλη τη διάρκεια της ζωής; Εφαρμόζεται επίσης και στους ενηλίκους —«δια βίου εκπαίδευση» θα λέγαμε. Ποια λειτουργία έρχεται εδώ στο φως, όταν λοιπόν δεν περιοριζόμαστε σε μια ιδιαίτερη φάση της ζωής, αλλά εφαρμόζουμε αυτή τη διαμόρφωση; Τι σημαίνει να συνεχίζει κανείς να μορφώνεται; Τι ανάβει εκεί όπου ασκώ αυτή την προσπάθεια διαμόρφωσης όχι μόνο κάποτε, αλλά πάντοτε και ως το τέλος;

Κατ’ αρχάς σημαίνει να ανάβει μια διαύγεια, μια εγρήγορση, μια κριτική λειτουργία. Το να ασκεί κανείς αυτή τη δραστηριότητα της διαμόρφωσης σημαίνει, για παράδειγμα, να επιτηρεί τις κακές τάσεις, να απαλλάσσεται από τις κακές συνήθειες, να απαλλάσσεται από τις ψευδείς γνώμες που μπορούν να μας έρθουν από το πλήθος, από κακούς δασκάλους, από τους γονείς ή ακόμη και από τον ίδιο τον εαυτό μας. Σημαίνει dediscere, να ξε-μαθαίνει κανείς. Σημαίνει να καθαρίζεται.

Η ενεργοποίηση αυτής της εγρήγορσης σημαίνει την ενεργοποίηση μιας προσοχής που παράγεται όταν πρέπει κανείς να αγωνιστεί, να πολεμήσει. Η πρακτική τοῦ ἑαυτοῦ δεν νοείται σε όρους ενός θεωρητικού γνώθι σαυτόν, αλλά ως ένας μόνιμος αγώνας. Δεν πρόκειται να διαμορφωθεί, να παραχθεί, ένας άνθρωπος αξίας για το μέλλον, αλλά να εφοδιαστεί κανείς επί τόπου με τα όπλα του θάρρους, με τον εξοπλισμό που χρειάζεται για να πολεμά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Άρα, όχι: «τώρα που πέρασες τη φάση τοῦ ἔρωτος και που πρόκειται να κυβερνήσεις πρέπει να εξοπλιστείς και να τα φυλάξεις για μια μέρα», αλλά: αυτός ο εξοπλισμός είναι ένας συνεχής αγώνας. Η ζωή σου είναι ένας αγώνας.

Επομένως, λειτουργία κριτική, λειτουργία αγωνιστική, πολεμική, λειτουργία προπαρασκευαστική, σαν όταν περιμένει κανείς να του επιτεθεί ένας εχθρός και πρέπει να μείνει έτοιμος για τον εχθρό που θα του επιτεθεί —ακόμη κι αν αυτός ο εχθρός δεν εμφανιστεί ποτέ στον ορίζοντα της (κινήσεως του βίου) kinesis tou biou. Οι δύο λοιπόν βασικές μεταφορές της πρακτικής τοῦ ἑαυτοῦ, νοημένης έτσι πρακτικά και όχι γνωστικά, είναι η μεταφορά της προσοχής, του αγώνος (agōn), η αγωνιστική μεταφορά, και η μεταφορά του αθλητή. Ο αθλητής πρέπει να είναι προετοιμασμένος, να είναι γυμνασμένος, να ασκείται μέρα με τη μέρα και να διατηρείται σε φόρμα σ’ όλη τη ζωή· όχι μόνο μετάβαση από μια φάση σε μια άλλη, αλλά πάντοτε και παντού πρέπει να είναι έτοιμος για τον αγώνα.

Και έτσι ο αληθινός πολεμιστής είναι εκείνος που, όπως λέει ο Άγιος Παύλος για τον χριστιανό στρατιώτη, βρίσκεται προετοιμασμένος για την ενδεχόμενη μάχη· πρέπει λοιπόν να είναι πάντοτε διατεταγμένος στη σωστή μορφή που του επιτρέπει να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες.

Άρα: λειτουργία κριτική, λειτουργία αγωνιστική, λειτουργία θεραπευτική. Να ένας άλλος θεμελιώδης όρος: το θεραπεύειν (therapeuein), η φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ ως θεραπεία της ψυχής. Είναι πολύ πιο κοντά λοιπόν σε κάτι σαν την ιατρική παρά σε κάτι σαν την παιδαγωγία, ή μάλλον αντιλαμβάνεται την παιδαγωγία σε όρους θεραπείας.

Εδώ έχουμε υπογραμμίσει, αναλύοντας τον Heidegger, για να κάνουμε μια σύνδεση, πώς ο Heidegger αποδίδει μια ισχυρή οντολογική αξιολόγηση στη διάσταση της επιθυμίας, της παθητικότητας, στη διάσταση εκείνη που στην παραδοσιακή θεωρία είχε υποβιβαστεί και λεγόταν «πάθη». Το pathos όμως δεν σημαίνει μόνο συναίσθημα, πάθος, όπως το βρήκαμε στον Heidegger· σημαίνει επίσης ασθένεια, νόσος του σώματος.

Άρα χρειάζεται μια ενέργεια θεραπευτική, ιαματική, ελέγχου, καθαρμού, απογύμνωσης, απλοποίησης της ταραχής των παθῶν, που είναι όχι μόνο η ενεργητική αρχή, το θεμελιώδες που μας κινεί, αλλά εμπεριέχουν και το λάθος, την πλάνη, την ασθένεια, την παθολογία.

Ο Επίκτητος για παράδειγμα, παραβάλλει τη σχολή του με ένα ιατρείον (iatreion), με ένα είδος ιατρείου, με έναν τόπο πράξεως (praxis) με την έννοια του γερμανικού philosophische Praxis, δηλαδή «φιλοσοφικό ιατρείο», όπου θεραπεύεται η ψυχή. Και απαιτούσε από όσους έμπαιναν εκεί να έχουν τη συνείδηση ότι είναι ασθενείς: ο ένας έμπαινε με έναν ώμο εξαρθρωμένο, ο άλλος με απόστημα, άλλος με συρίγγιο, άλλος με κάταγμα, άλλος με πονοκέφαλο· η ψυχή επίσης έχει τα δικά της κατάγματα, τα δικά της συρίγγια, τους δικούς της πονοκεφάλους, και πρέπει να θεραπευθεί.

Αν η φροντίδα τοῦ ἑαυτοῦ αποδεσμευθεί από την θεωρητική διοχέτευση, από τον «βατήρα» προς κάτι που δεν είναι πλέον ο εαυτός αλλά το θείο, η υπέρβαση ή ό,τι άλλο, και αναλάβει τον χαρακτήρα όχι μόνο μιας matēsis, μιας μάθησης, αλλά μιας άσκησις (askēsis), μιας αθλητικής και αγωνιστικής άσκησης διαρκούς ώστε αυτή η μάθηση να γίνει μορφή ζωής, τότε αν αυτός είναι ο χαρακτήρας που η epimeleia heautou αποκτά, γίνεται καθοριστική η σχέση με έναν δάσκαλο, έναν καθοδηγητή, έναν σύμβουλο.

Κανείς δεν είναι τόσο δυνατός ώστε να νικήσει μόνος του τα πάθη του. Το έλεγε ήδη ο Αριστοτέλης: τι να περιμένεις όταν έχεις ήδη πάρει μια στραβή συνήθεια; Αν έχεις συνηθίσει να καπνίζεις, θα συνεχίσεις να καπνίζεις, όπως βλέπουμε καθημερινά στους φοιτητές μας, που συνεχίζουν να καπνίζουν ακόμη κι αν τους λέμε να βρουν μια εναλλακτική ευχαρίστηση.

Θέλω να πω: κανείς δεν είναι τόσο ισχυρός ώστε να νικήσει τη δική του libido αν δεν έχει κάποιον που θα του δείξει πώς να το κάνει· είναι χαμένος αν δεν έχει ένα σύστημα καλής παιδείας, προβλεπόμενης από ένα καλό πολίτευμα. Όπως λέει ο Αριστοτέλης, την ευδαιμονία ας την ξεχάσει.

Στην εποχή της φροντίδας τοῦ ἑαυτοῦ, όπου έχει εκλείψει η αριστοτελική ιδέα της πρακτικής φιλοσοφίας, δηλαδή μιας πολιτικής επιστήμης που να προβλέπει όλα αυτά, και όπου επομένως έχει διαρραγεί η σχέση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, αναπληρώνεται αυτή η λειτουργία από τον ατομικό δάσκαλο, τον προσωπικό σύμβουλο, τον εξομολόγο —ακόμη κι εκεί όπου αυτό το έργο της συμβουλής λαμβάνει χώρα μέσω της γραφής, της επιστολής, όπως στην περίπτωση του Seneca.

Αυτό που γράφει στον Lucilio, επιτελεί αυτήν τη λειτουργία του δασκάλου μέσω της γραφής. Αυτή η σχέση με τον δάσκαλο είναι φαινόμενο που αργότερα θα μελετηθεί, και οργανώνεται μάλιστα από μία άποψη: η συγκρότηση των σχολών, των φιλοσοφικών σεκτών, σχετίζεται με αυτό. Για παράδειγμα, αν κάποιος πάει να δει πώς ήταν δομημένη η σχολή του Ἐπίκουρου, ο Κῆπος, ή οι Στωϊκές σχολές, διαπιστώνει ότι ήταν οργανωμένες· δεν ήταν, όπως τείνουν να λένε μερικοί της Ὀξφόρδης, τύπου Jonathan Barnes, κατά τον τρόπο, ας πούμε, τμημάτων φιλοσοφίας ή επιστημών. Ναι, υπήρχε και αυτό· υπήρχε και η επιστημονική έρευνα εκεί, η μελέτη της φυσικής, αλλά αυτή ήταν υποταγμένη στην ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ, υποταγμένη στη διαμόρφωση, στη σχέση δασκάλου-μαθητή, μίας καλά διαμορφωμένης ζωής.

Άρα δεν είναι τα πρώτα επιστημονικά εργαστήρια εκείνα· οι φιλοσοφικές σχολές είναι τα τελευταία σχολεία σοφίας, όχι τα πρώτα ινστιτούτα της επιστήμης. Φυσικά, ο σύγχρονος άνθρωπος, αν ζει στην Ὀξφόρδη και είναι καθηγητής φιλοσοφίας, τείνει να βλέπει τα πάντα από τη δική του σκοπιά, σαν οι σχολές εκείνες να ήταν μια πρώτη προϊστορική προσπάθεια οικοδόμησης τμημάτων φιλοσοφίας· και, φυσικά, είναι «πρωτόγονες», δεν είναι ακόμη καλά οργανωμένες, δεν έχουν όλα όσα έχουμε εμείς: έχουν μερικά εργαλεία, αλλά όχι ακόμη καλά οργανωμένες βιβλιοθήκες· οι βιβλιοθήκες είναι ακόμη στοιχειώδεις. Αν λοιπόν προβάλλεις τη δική σου νοοτροπία σε εκείνον τον κόσμο, χάθηκες.

Ο Foucault είναι συνεχώς προσεκτικός να απογυμνώνει το σύγχρονο βλέμμα από τέτοιου είδους προκαταλήψεις και να αναβιώνει στην ολότητά της αυτήν την ιδέα μιας σχολής όπου βεβαίως γίνεται και επιστήμη, αλλά η κύρια στοχοθεσία αυτής της πρακτικής της επιστήμης είναι η ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ.

Στη Ῥώμη δεν υπάρχουν σχολές με την κυριολεκτική έννοια, εκτός από τη νεοπλατωνική· υπάρχουν όμως προσωπικοί σύμβουλοι. Σχηματίζεται η παράδοση του συμβούλου-δασκάλου που δίνει συμβουλές, βοηθά, υποδεικνύει στον πολιτικό άνδρα αλλά και στον απλό πολίτη. Συγκροτείται έτσι, κατά κάποιον τρόπο, αυτό που ονομάζεται υπηρεσία ή φροντίδα της ψυχής. Αυτοί είναι οι «διδάσκαλοι της ψυχής», που διδάσκουν πώς να κυριαρχεί κανείς στην κίνησιν τοῦ βίου. Ο Marcus Aurelius είναι μία από τις πιο υψηλές εκφράσεις της εποχής του, ἐαυτὸν ἐξετάζων, αυτής της μορφής φροντίδας της ψυχής.

Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε λίγο ακόμη σε αυτόν τον λόγο, εξετάζοντας μερικές λέξεις-κλειδιά. Είδαμε την ιδέα της ἐπιστροφῆς· θα μπορούσαμε να πάρουμε την ιδέα της μετανοίας, της μεταστροφής· τι σημαίνει μεταστροφή; Θα μπορούσαμε να πάρουμε την ιδέα της ἐγκρατείας· τι σημαίνει ἐγκράτεια; Θα μπορούσαμε ακόμη να πάρουμε την ιδέα της ἄσκησις· τι σημαίνει ἄσκησις; Δηλαδή να συγκροτήσουμε στην ουσία ένα είδος λεξιλογίου της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ και να δούμε, σημείο προς σημείο, πρόβλημα προς πρόβλημα, τεχνική προς τεχνική, πώς αλλάζει το νόημά της ανάλογα αν εφαρμόζεται σε ένα savoir de connaissance (γνώση της γνώσης / γνωστικό savoir) ή σε ένα savoir de spiritualité (γνώση της πνευματικότητας), σε μία ιδέα φιλοσοφίας νοούμενη θεωρητικιστικά ή σε μία ιδέα φιλοσοφίας νοούμενη ως κυριαρχία της κινήσεως τοῦ βίου, ως εφαρμογή μίας μορφής στη δική μας ζωή, νοούμενη ουσιαστικά ως αἰσθητική τῆς ὑπάρξεως.

Λοιπόν, ήδη μίλησα πάνω από μία ώρα· θα το δούμε αύριο ολοκληρώνοντας αυτόν τον λόγο και χαράσσοντας έπειτα μια σύγκριση ανάμεσα σε αυτήν την προοπτική –που, όπως βλέπετε, είναι αρκετά ενδιαφέρουσα– του ύστερου Foucault με την προοπτική του Heidegger και εκείνη του Ἀριστοτέλη.

Λοιπόν, και ο λόγος για τον Foucault έχει φθάσει σε ένα σημείο ωρίμανσης, από το οποίο ήδη διαφαίνεται το συμπέρασμα, στο οποίο θα καταλήξουμε πάντα σε αυτήν τη γραμμή, όπου, για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιο του Foucault, διακρίνεται ένα savoir de connaissance από ένα savoir de spiritualité, ένας θεωρητικός χαρακτήρας από έναν πρακτικό χαρακτήρα του φιλοσοφικού λόγου, που ο Foucault προσπαθεί να αναδείξει.

Άρα, για να συνοψίσουμε σε λίγες φράσεις αυτό που είδαμε χθες: εντοπίζοντας, ανακαλύπτοντας χάρη στις αναγνώσεις που κάνει, όπως του Hadot ή του Courcelle, εκείνο που ονομάζει «χρυσή εποχή της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ», η οποία διαφοροποιεί ριζικά την ιδέα της γνώσης του εαυτού και που την τοποθετεί ακριβώς στη ύστερη αρχαιότητα της ελληνικής φιλοσοφίας, ανάμεσα σε δύο μπλοκ όπου αντίθετα η ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ μειώνεται στη γνώση του εαυτού: τη σωκρατικο-πλατωνική σκέψη και τη χριστιανική σκέψη.

Αυτό που μας απομένει να κάνουμε θα ήταν να ολοκληρώσουμε ή τουλάχιστον να καθορίσουμε το λεξιλόγιο του Foucault. Γιατί, κάνοντας έναν κατάλογο των λέξεων-κλειδιών που μας προτείνει ο Foucault, έχουμε, κατά κάποιον τρόπο, έναν ορίζοντα μέσα στον οποίο μπορούμε να γράψουμε καλύτερα όλον αυτόν τον λόγο.

Και τότε πρέπει να δούμε: πρώτα απ’ όλα βεβαίως ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ και γνῶθι σαυτόν· όπως λέγαμε, από τη μία η ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ, η πλευρά που ενδιαφέρει τον Foucault, και από την άλλη το γνῶθι σαυτόν, η πλευρά που εκείνος επικρίνει. Ύστερα, ήδη χθες είδαμε μία ακόμη από τις θεμελιώδεις κατηγορίες αυτού του λεξιλογίου της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ, που ήταν η ιδέα της ἐπιστροφῆς, της επιστροφής στον εαυτό. Αλλά στον Πλάτωνα, λοιπόν, στην θεωρητικιστική παράδοση, εννοείται ως επιστροφή σε εκείνο το μέρος της ψυχής όπου καθρεφτίζεται το θείο· και επομένως είναι επιστροφή στον εαυτό που δεν είναι ακριβώς επιστροφή στον εαυτό. Ενώ στην αντίστοιχη έννοια που διαμορφώνεται στη χρυσή εποχή της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ, έχουμε επιστροφή στον εαυτό που είναι ακριβώς το να αναγκάζεις την ψυχή να συστέλλεται, να συγκεντρώνεται, να συσπειρώνεται γύρω από τον άξονά της. Και αυτή η έννοια είναι η έννοια της μετανοίας.

Λοιπόν, έχουμε, το γράφουμε απευθείας: ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ και, σε αντιδιαστολή, το γνῶθι σαυτόν. Πρώτον, δεύτερον, η μετάνοια και εδώ, αν θέλετε, η ἐπιστροφή εἰς ἑαυτόν. Έπειτα έχουμε μία τρίτη λέξη, θεμελιώδη, η οποία μπορεί να δηλωθεί, όπως έλεγα χθες, είτε ως παρασκευή, η προετοιμασία, η ἱστορία, ή ακόμη καλύτερα εκείνο το στοιχείο που έρχεται να υποστηρίξει τη μάθησιν, την θεωρητική μου εκμάθηση, και που είναι η ἄσκησις.

Η ἄσκησις, που δεν σημαίνει στον Foucault μία παραίτηση από τον εαυτό, μία ἀποχή, αλλά σημαίνει, αντιθέτως, εκείνην την εξάσκηση που οδηγεί στην κατάκτηση του εαυτού, στην συγκρότηση του εαυτού. Άρα όχι θυσία, αλλά γυμναστική, εκγύμναση, με σκοπό να εμφυτευθούν μέσα στον εαυτό τα στοιχεία της αλήθειας, τα οποία στη μάθησιν μένουν απλώς θεωρητικά, αποσπασμένα από τη ζωή και το σώμα του υποκειμένου.

Έτσι, η ἄσκησις, παρά την ταυτότητα της λέξης, στην «χρυσή ἐποχή» της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ αποκτά αξία εντελώς διαφορετική από εκείνη που έχει στην πνευματική, χριστιανική παράδοση.

Υπάρχει ακόμη μία τέταρτη λέξη θεμελιώδης: όλα όσα μαθαίνονται με αυτόν τον τρόπο πρέπει να διατηρούνται έτοιμα, όπως ένα χείρ, το χέρι· για άλλη μια φορά το πρόχειρον είναι το εγχειρίδιο, το εργαλείο που έχει κανείς «υπ’ ἐγγύς», όπως ο γιατρός· ο γιατρός που έχει μία βαλιτσούλα με εργαλεία για να θεραπεύσει· έτσι και εκείνος που έχει αποκτήσει στην ἄσκησιν ορισμένες αρχές, πρέπει να τις κρατάει πρόχειρες, ώστε να τις χρησιμοποιήσει σε περίπτωση ανάγκης. Το πρόχειρον, λοιπόν, είναι ένας «προσωπικός οδηγός».

Υπάρχουν, έπειτα, ασκήσεις· για αυτές θα πούμε κάτι περισσότερο. Ιδιαίτερα, εκείνη που είδαμε να ανακύπτει από μία ερώτηση: η anticipatio malorum, η «προμελέτη των δεινών», η premeditatio malorum· έπειτα η ἐξέτασις συνειδήσεως, η γραφή, η ανάγνωση και, τέλος, εκείνο που είδαμε επίσης παρόν και στον Heidegger: το προτρέχειν ή η προσδοκία του θανάτου, δηλαδή το μελετᾶν τεθνάναι. Αυτό, όπως θα θυμάστε, το βρήκαμε όταν στην αρχή βλέπαμε τους ορισμούς της φιλοσοφίας, τόσο στον κατάλογο του Πλάτωνος, όσο και σε εκείνον του Ἀριστοτέλους, στον Φαίδωνα του Πλάτωνος και στους σχολιαστές του Ἀριστοτέλους, όπου η φιλοσοφία ορίζεται, μεταξύ άλλων, πρακτικώς.

Λοιπόν, ας δούμε τώρα να πλέξουμε γύρω, αν θέλετε, για να έχουμε μία πιο ευρεία ιδέα για όλα αυτά. Εδώ, βεβαίως, δεν στέκομαι στις λεπτομέρειες. Υπάρχει, λοιπόν, αυτό το βιβλίο που λέγεται Il vocabolario di Michel Foucault· είναι πραγματικά ένα πολύτιμο έργο, διότι ανασυγκροτεί με όλη του την πολυπλοκότητα – είναι μόνο ένας σκελετός, αλλά επικεντρωμένος στις λέξεις θεμελιώδεις της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ· υπάρχουν κι άλλες και εκεί θα τις βρείτε όλες αν σας ενδιέφερε.

Αλλά γύρω από αυτές τις λέξεις ήδη μπορούμε να πλέξουμε έναν λόγο, ξεκινώντας ακριβώς από την ἐπιμέλειαν ἑαυτοῦ, διακριτή από τη γνώση του εαυτού. Τώρα ξέρουμε τη διαφορά και τη σύμπλεξη που κάνει ο Πλάτων, όπως και ο Γρηγόριος Νύσσης, ενώ η διάκριση που γίνεται στην «χρυσή εποχή». Η μετάνοια και η ἐπιστροφή.

Χθες είπαμε κάτι για την ἄσκησιν· λοιπόν, η ἄσκησις ως εκείνη η γυμνασία που δεν σημαίνει παραίτηση από τον εαυτό, αλλά ενεργοποίηση, τακτική πρακτική μίας ασκήσεως που επιτρέπει την κατάκτηση του εαυτού. Πρέπει να ασκούμεθα στην ἄσκησιν, όπως ακριβώς ο αθλητής, λέγαμε χθες.

Και ο αθλητής μαθαίνει από τη μία όλες τις δυνατές κινήσεις, αλλά ο αθλητής δεν είναι εκείνος που είναι ριψοκίνδυνος και επιχειρεί ακατόρθωτα κατορθώματα, αλλά είναι εκείνος που προετοιμάζει καλά εκείνες τις λίγες, απαραίτητες κινήσεις για να νικήσει, να κυριαρχήσει, να φέρει σε καλό πέρας τον αγώνα του, τη μάχη του. Σαν καλός αγωνιστής, παλαιστής.

Το υποκείμενο που φροντίζει τον εαυτό του πρέπει να μάθει ό,τι του επιτρέπει να αντέχει στις αντιξοότητες και στα γεγονότα που μπορούν να τον καταβάλουν· στα γεγονότα που δεν πρέπει να τον παρασύρουν. Αυτό συμβαίνει διότι μέσα από αυτήν την ἄσκησιν, ο άνθρωπος, ξανά, δεν παραιτείται από τον εαυτό, αλλά κατακτά, επιτυγχάνει την πλήρη κυριαρχία του εαυτού του· και έτσι είναι compos sui, κύριος του εαυτού του.

Αλλά πώς συμβαίνει ακριβώς αυτή η άσκηση; Τα κείμενα που ο Foucault εξετάζει, εκείνα της λογοτεχνίας στην οποία αναφερθήκαμε επανειλημμένως, περιέχουν ασκήσεις διαφόρων τύπων· και, ας πούμε, σε γενικές γραμμές υπάρχουν οδηγίες να ακολουθήσει κανείς. Οδηγίες που παίρνουν τη μορφή των λόγων, των λόγων-οδηγιών. Έτσι, μιλά κανείς σε αυτήν την ἄσκησιν και δείχνει τι πρέπει να κάνει κανείς· εκφωνούνται συγκεκριμένοι λόγοι, των οποίων πρέπει να καθοριστεί η φύση.

Τότε, πώς πρέπει να είναι αυτοί οι λόγοι που εκπαιδεύουν, οι οδηγίες της γυμνασίας; Για αυτό υπάρχει –ας πούμε– μια διαμάχη ανάμεσα στις διάφορες φιλοσοφικές σχολές του ύστερου ελληνισμού, στην οποία παρεμβαίνει και ο Foucault. Λοιπόν, υπάρχουν ορισμένοι, για παράδειγμα οι Ἐπικούρειοι, που θεωρούν ότι αυτοί οι λόγοι πρέπει να περιλαμβάνουν επίσης και μία καλή δέσμη θεωρητικών γνώσεων, διότι το να γνωρίζει κανείς τις αρχές που ρυθμίζουν τον κόσμο, τη φύση των θεών, τις αιτίες των θαυμάτων, τους νόμους της ζωής και του θανάτου, είναι σημαντικό από τη δική τους σκοπιά, μάλιστα αναγκαίο, ώστε να μπορεί να προετοιμαστεί καταλλήλως για όσα μπορούν να του συμβούν στην ύπαρξη.

Οι Στωικοί ενσωματώνουν ή μεταφράζουν αυτές τις αρχές σε πρακτικές οδηγίες, σε δόγματα που μετατρέπονται σε καθήκοντα (officia), σε κανόνες συμπεριφοράς. Γίνονται λοιπόν ορισμένοι λόγοι και συζητείται γύρω από τη φύση αυτών των λόγων. Εκείνο που είναι καθοριστικό είναι, τρόπον τινά, ο χαρακτήρας του πρόχειρον που πρέπει να έχουν, δηλαδή του εγχειριδίου, του vademecum, του οπλισμού που κουβαλάει κανείς πάντοτε μαζί του και τον βγάζει τη στιγμή που χρειάζεται.

Αυτοί οι λόγοι πού υπάρχουν λοιπόν; Όχι σε κάποιο υπερουράνιο, ούτε σε κάποιο βιβλίο τοποθετημένο εκεί σε μία βιβλιοθήκη· αλλά είναι λόγοι που πρέπει να έχει κανείς ιδιοποιηθεί, δηλαδή εσωτερικεύσει, ώστε τη στιγμή της ανάγκης να αναπηδήσουν, τρόπον τινά, έξω, να ξεπεταχτούν σχεδόν αυτόματα. Πρέπει λοιπόν να έχει κανείς αυτούς τους λόγους όπως ένα πρόχειρον (procheiron echein), «impromptu habere in manu», να τους έχει αμέσως διαθέσιμους, στο χέρι, σε περίπτωση που τους χρειαστεί.

Εδώ λοιπόν καθοριστικό είναι ο τρόπος με τον οποίο σχετίζομαι με αυτούς τους κανόνες. Δεν σχετίζομαι με ό,τι έμαθα απλώς ανακαλώντας τη στιγμή της ανάγκης εκείνο που είχα μάθει, κάνοντας δηλαδή μία πράξη αναμνήσεως και ψάχνοντας μέσα στο απόθεμά μου ό,τι θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει. Η παρουσία αυτών των λόγων δεν είναι η παρουσία ενός βιβλίου.

Ο Πλούταρχος, όταν περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι λόγοι είναι παρόντες στη διάνοια, τους παρομοιάζει με ένα φάρμακον που κουβαλάει κανείς μαζί του. Ο Μάρκος Αὐρήλιος, αντίθετα, μιλάει για την τσάντα που κουβαλάει μαζί του ο χειρουργός ή ο γιατρός. Άλλοι πάλι τους χαρακτηρίζουν ως ένα είδος ἕξις ή εσωτερικής φωνής που ακούγεται από μόνη της όταν ανακύψει η ανάγκη· για παράδειγμα, στο πεδίο των παθών, εκεί όπου τα πάθη κινδυνεύουν να μας καταβάλουν.

Άλλη εικόνα: είναι παρόντες σαν ένας κύριος, του οποίου η φωνή αρκεί για να κατευνάσει την αγριότητα των σκύλων. Είναι λοιπόν αναγκαίο να τους έχει κανείς αληθινά αφομοιώσει, να τους έχει κάνει δικούς του, να τους έχει στερεώσει και αποτυπώσει μέσα του, στο πνεύμα του, έως ότου γίνουν μέρος του εαυτού του· και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να παρουσιαστούν από μόνοι τους, αυθόρμητα, σχεδόν σαν φυσικός αυτοματισμός, τη στιγμή που τους χρειαστούμε.

Επομένως, αν ξανακάνουμε τη σύγκριση με ό,τι μας λέει ο Πλάτων στον Ἀλκιβιάδη και αλλού –στην Ἀπολογία και σε άλλα κείμενα– εδώ δεν έχουμε μία κίνηση ανάλογη με εκείνην της ἀναμνήσεως, δηλαδή της ψυχής που στραφεί προς τον εαυτό της και αναδιπλούμενη ανακαλεί στη μνήμη της εκείνο το ευγενές μέρος που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα της και που την παραπέμπει έως το θείο. Αυτό είναι μία διαδικασία που χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς ως θεωρητική.

Εκείνο που στην ἐποχή τοῦ χρυσοῦ της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ προτείνεται μέσω όλου αυτού του λόγου είναι ότι η αλήθεια δεν είναι κάτι που βρίσκεται στο υπερουράνιο και που μέσω της αναμνητικής διαδικασίας μπορώ να ξαναφτάσω. Αλλά η αλήθεια βρίσκεται μέσα μου, απορροφημένη από εμένα, και αποτελεί μέρος του ίδιου μου του εαυτού. Εκείνο το θεωρητικό οικοδόμημα που ήταν τοποθετημένο εκεί, στον κόσμο των Ιδεών, εδώ έχει κατέβει από τον ουρανό και με συγκροτεί στο πιο εσωτερικό μέρος του εαυτού μου, ψυχή και σώμα.

Υπάρχει λοιπόν μία ουσιώδης σχέση μεταξύ αλήθειας και υποκειμένου που συγκροτείται ως υποκείμενο μιας φροντίδας τοῦ ἑαυτοῦ. Η αλήθεια έχει γίνει μέρος αυτού του υποκειμένου· η θεωρία έχει γίνει μορφή ζωής.

Σ’ αυτό το ορίζοντα, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι να βρεθεί μία αλήθεια κρυμμένη μέσα στον εαυτό, στα έγκατα της ψυχής, μέσω της αναμνήσεως· αλλά η διαδικασία που απαιτείται ώστε να υπάρξει πράγματι ενότητα αλήθειας και υποκειμένου της φροντίδας τοῦ ἑαυτοῦ είναι να ενσωματωθεί, μέσω της ἄσκησις, αυτή η αλήθεια μέσα στην ψυχή και στο σώμα εκείνου που τη φέρει.

Εδώ λοιπόν τίθεται το πρόβλημα όλης μιας σειράς τεχνικών, «τεχνολογιών τοῦ ἑαυτοῦ», τεχνών του βίου, τις οποίες ο Foucault συγκεντρώνει διαβάζοντας αυτούς τους συγγραφείς μέσα στον ορίζοντα αυτής της φροντίδας τοῦ ἑαυτοῦ.

Λοιπόν, πρώτη τεχνική: η ικανότητα του ἀκούειν. Ένα άκουσμα διαφορετικό από το σωκρατικό, εκείνο που βασίζεται σε ερωτήσεις, απαντήσεις, διαλεκτική, ἔλεγχος κ.λπ. Εδώ είναι άκουσμα δασκάλου–μαθητή, όπου ο μαθητής μένει σιωπηλός, σωπαίνει και ακούει. Άρα η ικανότητα να ακούει κανείς τη διδασκαλία, και μάλιστα μέσα από την υπόδειξη μίας συγκεκριμένης σωματικής στάσης κατά το άκουσμα, ενός συγκεκριμένου τρόπου να κατευθύνει κανείς την προσοχή του, ενός τρόπου να στερεώσει στη μνήμη του εκείνο που άκουσε.

Δεύτερη τεχνική: η ικανότητα να γράφει. Να στερεώνει με τη γραφή εκείνο που έμαθε. Nulla dies sine linea, η περίφημη φράση. Πρέπει να συντάσσει σημειώσεις για τις αναγνώσεις που έκανε. Γίνονται λοιπόν αναγνώσεις, ακούγονται προτροπές, διδασκαλίες, και έπειτα πρέπει να στερεωθούν: να στερεωθεί αυτό που διαβάστηκε, αυτό που συζητήθηκε, αυτό που συλλογίστηκε κανείς. Πρέπει να διατηρεί ένα είδος προσωπικού σημειωματάριου για τα ζητήματα και τα θέματα σημαντικά για τη ζωή του, τα οποία από καιρό σε καιρό ξαναδιαβάζονται για να επικαιροποιήσουν, να επανενεργοποιήσουν όσα περιέχουν.

Όπως η μέλισσα που πηγαίνει από άνθος σε άνθος, από ανάγνωση σε ανάγνωση, μαζεύοντας τις πολλές γύρες που συναντά: δεν αρκεί να μαζέψει τη γύρη και να σταματήσει· η συλλογή της γύρης είναι μόνο η πρώτη στιγμή· έπειτα, φτάνοντας το βράδυ, πρέπει να κατακαθίσει αυτή η γύρη μέσα σε μία γραφή, ώστε να μη διασκορπιστεί αλλά να μετασχηματιστεί σε μέλι. Αυτή είναι μία μεταφορά που επανέρχεται πολλές φορές στον Σενέκα.

Αυτή η άσκηση λοιπόν –άκουσμα, ανάγνωση, γραφή– αποβλέπει σε εκείνο που ονομάζεται ακριβώς η επιστροφή στον εαυτό, η ἀναχώρησις, ο αποσυρμός στον εαυτό (ἀναχώρησις εἰς ἑαυτόν), όπως την περιγράφει ο Μάρκος Αὐρήλιος, όταν λέει ότι πρέπει να επιστρέφουμε σε εμάς τους ίδιους για να εξετάσουμε τα πλούτη που έχουν αποταμιευθεί εκεί και να διαβάσουμε εκείνο το είδος βιβλίου που είναι γραμμένο, που έχουμε γράψει μέσα μας.

Εδώ γίνεται πραγματικά σαφές πώς όλες αυτές οι τεχνικές αποβλέπουν στο να αλυσοδέσουν, να αγκυρώσουν εκείνη την αλήθεια που διαφορετικά μένει μόνο θεωρητική και νοητή, μέσα στη σάρκα και μέσα στο πνεύμα του υποκειμένου που τη φέρει, που τη μεταφέρει στον κόσμο, που τη μεταφέρει σε εκείνη την κίνησιν τοῦ βίου για την οποία έχουμε μιλήσει τόσες φορές.

Άρα, άλλη μια φορά: δεν πρόκειται να ανακαλυφθεί μία αλήθεια μέσα στο υποκείμενο, αλλά να του εισαχθεί· δεν πρόκειται να καταστήσουμε την ψυχή τόπο στον οποίο, ας πούμε, θα έπρεπε να κατοικεί η αλήθεια ή αντικείμενο λόγου για τη φύση της· αλλά πρόκειται να διαμορφώσουμε την ψυχή έτσι ώστε να είναι μάρτυρας αυτής της αλήθειας. Πρέπει λοιπόν να οπλιστεί η ψυχή με μια σειρά από διατάξεις, από εργαλεία, ώστε να μπορεί να μαρτυρεί, να στεγάζει, να φέρει μέσα της, να ζει σύμφωνα με αυτήν την αλήθεια.

Να γίνει, λοιπόν, η θεωρητική αλήθεια μία αλήθεια μαθημένη, απομνημονευμένη, ενεργή και προοδευτικά εφαρμοσμένη στην κίνησιν τοῦ βίου. Να γίνει η αλήθεια κάτι που βασιλεύει κυρίαρχα μέσα μας.

Μπορούμε επίσης να ξεχωρίσουμε μέσα σε αυτές τις τεχνικές, που συναντούμε Ακριβώς στα κείμενα της ἐποχῆς τοῦ χρυσοῦ, βρίσκουμε τεχνικές νοερῆς ἀσκήσεως και τεχνικές πραγματικῆς ἀσκήσεως.

Η premeditatio malorum (προμελέτη συμφορών / δεινῶν), το σημείο 5, δηλαδή η «προμελέτη των μελλοντικών κακῶν», είναι μία, ίσως η κυριότερη μαζί με την commentatio mortis, από αυτές τις νοερές ασκήσεις που μπορούμε να κάνουμε. Επάνω σε αυτό το σημείο οι γνώμες ακόμη και στην ἐποχή τοῦ χρυσοῦ διίστανται. Για παράδειγμα, οι Ἐπικούρειοι δεν πίστευαν καθόλου ότι έπρεπε να προμελετάται το μέλλον κακό· θεωρούσαν ότι η προμελέτη των μελλοντικών συμφορών είναι κακή συμπεριφορά, διότι λυπεί άσκοπα τη ζωή· ήταν πολύ καλύτερο, έλεγαν, να θυμόμαστε τις περασμένες χαρές· και έτσι αντιπαρέθεταν στην premeditatio malorum την ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών της ζωής.

Οι Στωικοί, ιδίως οι «σκληροί», οι αυστηροί, όπως ο Seneca και ο Epictetus, υποστηρίζουν ότι αυτή η πρακτική είναι αναντικατάστατη· και προσπαθούν να δείξουν, ενάντια στους Ἐπικούρειους, ότι δεν είναι μια πρόβλεψη σκοτεινή και απαισιόδοξη για το μέλλον, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό.

Δηλαδή, σε αυτή την πρακτική, πρώτον, δεν φαντάζομαι απλώς ό,τι μπορεί να μου συμβεί, έστω και σε αρνητικούς όρους, αλλά φαντάζομαι συστηματικά το χειρότερο δυνατό, ακόμη κι αν ξέρω πολύ καλά ότι αυτό το χειρότερο δεν θα συμβεί ποτέ. Είναι, λοιπόν, πράγματι ένα νοητικό πείραμα. Δεύτερον, αφού παραστήσω το «χείριστον κακόν», δεν πρέπει να σκεφθώ ότι θα έρθει σε ένα μακρινό μέλλον, αλλά ότι συμβαίνει ήδη τώρα, σε αυτήν τη στιγμή, στην παροντική του πραγματικότητα.

Πρέπει λοιπόν να παραστήσουμε στον εαυτό μας τα χειρότερα δυνατά που μπορεί να μας συμβούν· όχι για να προλάβουμε τον πόνο με έναν είδος απαισιόδοξου μαζοχισμού, αλλά γιατί, αφού τραβήξουμε αυτήν την εικόνα τόσο κοντά μας, σχεδόν σωματικά παρούσα, πρέπει να πειστούμε ότι, ακόμη κι αν μας συμβεί, αυτό δεν είναι πραγματικό κακό, αλλά είναι μόνο η γνώμη που σχηματίζουμε για τα κακά αυτά, παριστάνοντας τα ως τέτοια.

Άρα, αυτή η άσκηση δεν συνίσταται στο να διεγείρει το αρνητικό πάθος της λύπης ή της απαισιοδοξίας ή της μελαγχολίας της ψυχής, αλλά συνίσταται:
Στην κατάργηση του μέλλοντος·
Στην κατάργηση του κακοῦ.


Συνεπώς, η τελική σκοπιμότητα της premeditatio malorum είναι να κλείσει την αγωνία για το μέλλον· να δώσει το θάρρος να αντιμετωπίσει κανείς και την πιο τρομερή συμφορά· άρα, να ακυρώσει το μέλλον, να ακυρώσει το κακό.

Απέναντι σε αυτές τις νοερές, αφηρημένες ασκήσεις, υπάρχουν όμως και οι πραγματικές ασκήσεις, αυτές που πραγματοποιούνται μέσα στην συγκεκριμένη πραγματικότητα: η resistentia και η abstinentia.

Πρόκειται για μια μακρά παράδοση, από την οποία σχηματίζεται εκείνη η αρχή που είναι ακριβώς η αρχή της αντοχής και της εγκρατείας· και που συνίσταται σε μια σειρά δοκιμασιών, ήδη στον Σωκράτη τη βλέπουμε, μέσα από τις οποίες κανείς ενδυναμώνει την ψυχοσωματική του σύσταση, καθαίρεται. Στην παράδοση της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ, αυτή η παράδοση της αντοχής και της εγκρατείας χρησιμεύει για να ενδυναμώσει το υποκείμενο.

Στην ερμηνεία του Foucault, είναι ένα από τα κυρίαρχα κλειδιά της υποκειμενοποίησης, της διαμόρφωσης του υποκειμένου, που εγκαθιδρύεται στην αυτονομία του απέναντι στον κόσμο· ενδυναμώνεται και αυτονομείται απέναντι στην εξωτερική πραγματικότητα.

Για παράδειγμα, όλοι θα θυμάστε πώς ο Πλούταρχος μας υπενθυμίζει, όταν μιλά για το δαιμόνιο του Σωκράτη, μια άσκηση που έκανε: παραδινόταν πρώτα σε μια εξαντλητική σωματική δραστηριότητα· μια δραστηριότητα που εξαντλώντας την ενέργεια του οργανισμού, γεννούσε μεγάλη πείνα και την ανάγκη για τροφή· κι έπειτα ο Σωκράτης στεκόταν μπροστά σε τραπέζια γεμάτα με τα πιο νόστιμα εδέσματα και, αφού τα θαύμαζε, τα έδινε στη δούλα, ενώ για τον εαυτό του κρατούσε ένα λιτό και φτωχικό φαγητό. (Όπως κάνω κι εγώ, έλεγε, πρακτικά το ίδιο!)

Όσον αφορά τα ρούχα: εδώ, αν θελήσετε, μπορείτε να πάρετε τις ἐπιστολές πρὸς Λουκίλιον του Seneca, που είναι γεμάτες παραδείγματα τέτοιου είδους· εγκράτεια και αντοχή· να γυμνάζεται το σώμα να αντέχει και να εγκρατεύεται. Όχι όπως οι μοναχοί· αλλά διότι με αυτή την άσκηση σχηματίζεται κυριολεκτικά η στιβαρή ίνα του σώματος.

Πρέπει, λοιπόν, κάθε τόσο να κανονικοποιούμε αυτές τις πρακτικές, ώστε να γίνουν καθημερινή άσκηση και να συμβάλλουν σταθερά και τακτικά στη διατήρηση του σώματος και της ψυχής. Νοερές ασκήσεις και σωματικές ασκήσεις: στην ύψιστη τους προσοχή, προετοιμασμένες όπως ενός αθλητή, όπως ενός πολεμιστή που πάει στη μάχη.

Υπάρχει έπειτα και μια σειρά από τεχνικές και ασκήσεις που βρίσκονται στη μέση, ανάμεσα στη meditatio (δηλαδή καθαρά νοητικό πείραμα) και την exercitatio (δηλαδή σύνολο πραγματικών τεχνικών). Μία από αυτές τις πρακτικές ελέγχου είναι, για παράδειγμα, εκείνη που ονομάζεται controllum των φαντασιῶν –την βρίσκουμε έπειτα και στην χριστιανική παράδοση, αν και με εντελώς διαφορετική σκοπιμότητα.

Πρέπει, θα λέγαμε, να παρακολουθεί κανείς μόνιμα τις παραστάσεις που γεννιούνται στον νου του. Εδώ έχουμε δύο εικόνες, δύο μεταφορές: εκείνη του φύλακα που δεν αφήνει τον καθένα να μπει στο σπίτι ή στην πόλη· που αγρυπνεί και επιτηρεί τις παραστάσεις που εισέρχονται στη διάνοιά μας· ή εκείνη του ἀργυρωνόμου, που όταν σου αλλάζει το νόμισμα, πρώτα το ζυγίζει, το ελέγχει, βλέπει αν είναι χρυσάφι αληθινό ή ψεύτικο, παρατηρεί το αποτύπωμα και το μέταλλο. Αυτό ακριβώς για να μπορεί στη διάνοια να κατοικούν μόνο παραστάσεις καθαρές.

Λοιπόν, ο Ἐπίκτητος, για παράδειγμα, συνιστά στους μαθητές του διαρκώς αυτήν την άσκηση ελέγχου, η οποία περνάει έπειτα –όπως ξέρουμε καλά– στην χριστιανική παράδοση, στην ἐξέτασιν συνειδήσεως και στον έλεγχο, και εκεί, των ἀκαθάρτων παραστάσεων, που δεν πρέπει να επηρεάζουν τον νου του χριστιανού.

Πρέπει, λοιπόν, να ενεργοποιήσουμε αυτήν τη φυλακήν άγρυπνην· πρέπει να βρούμε έναν ἀργυρωνόμον που να ελέγχει τη γνησιότητα, την καθαρότητα των «νομισμάτων» που εισέρχονται στον νου μας· πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σαν έναν κύριο, του οποίου η φωνή υψώνεται μόλις τα σκυλιά αρχίζουν να γρυλίζουν.

Στην κορυφή, στο τέλος όλων αυτών των πρακτικών, μένει η άσκηση καθ’ ἐξοχήν· αυτή που είδαμε ότι ακόμη και στην πλατωνική αρχική παράδοση όπως και στην περιπατητική, θεωρήθηκε τίποτε λιγότερο από ὁρισμός τῆς φιλοσοφίας· αλλά φιλοσοφίας νοούμενης και πάλι όχι ως μιᾶς ἀληθείας ὑπερουρανίας, ἀλλά ὡς ἀληθείας ποὺ διὰ τῆς ἐπιμελείας ἑαυτοῦ ἔχει φθάσει νὰ διαμορφώσει τὴν κίνησιν τοῦ βίου.

Αυτή η άσκηση, η σημαντικότερη, είναι η μελέτη θανάτου – mellete thanatou, commentatio mortis, το Vorlaufen zum Tode, η προπορεία προς τον θάνατο, η προετοιμασία για τον θάνατο, το «είναι προς θάνατο» όπως λέει ο Heidegger.

Βλέπετε πώς εδώ επανευρίσκονται στοιχεία, έστω κι αν υπάρχουν διαφορές: η άσκηση του θανάτου. Αλλά τι είναι ακριβώς η commentatio mortis; Τι σημαίνει η commentatio mortis;

Δεν συνίσταται στην απλή υπενθύμιση, όσο κι αν είναι επίμονη, καθημερινή –«ἀδελφέ, μνήσθητι ὅτι ἀποθανεῖν σε δεῖ», όπως οι τραππιστές– του γεγονότος ότι είμαστε προορισμένοι να πεθάνουμε. Εδώ, η commentatio mortis είναι ένα κεφάλαιο ζωῆς· είναι το σπουδαιότερο κεφάλαιο της ζωής, γιατί είναι εκείνο που δίνει τον τόνο σε όλην τη ζωή.

Ο Seneca είναι από τους συγγραφείς που περισσότερο ασκήθηκαν σε αυτήν τη meditatio mortis· και εκεί βλέπετε το νόημα του τι σημαίνει.

Λοιπόν, για να καταλάβουμε πραγματικά τι είναι η meditatio mortis, μπορούμε να πάρουμε τον Seneca ως νήμα οδηγό. Ο Seneca μας λέει ότι όποιος έχει ασκηθεί σε αυτήν την πρακτική είναι ικανός να ζει κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία.

Για να γίνει αυτό, εγκαθιδρύεται μία αντιστοιχία ανάμεσα στους διάφορους κύκλους της χρονικότητας: οι στιγμές της ημέρας, που πηγαίνουν από την αυγή ως το λυκόφως, τοποθετούνται σε μια συμβολική σχέση με τις εποχές του έτους, από την άνοιξη ως τον χειμώνα. Αυτές με τη σειρά τους τοποθετούνται σε μια συμβολική σχέση με τις ηλικίες της ζωής, από την παιδική ηλικία ως τα γηρατειά.

Η meditatio mortis θα συνίσταται λοιπόν στο να ζει κανείς τη μακρά διάρκεια της ζωής σαν να ήταν σύντομη σαν μια ημέρα, και στο να ζει κάθε ημέρα σαν να ήταν συμπυκνωμένη σε αυτήν όλη η ζωή, στις 24 ώρες κάθε μέρας.

Κάθε πρωί, όταν ξυπνάμε, πρέπει να βρισκόμαστε σαν εκείνον που βρίσκεται στην αρχή της ζωής, στην παιδική ηλικία της ζωής· αλλά πρέπει να ζούμε όλη τη μέρα σαν να ήταν το βράδυ η στιγμή του θανάτου.

Στην δωδεκάτη ἐπιστολή πρὸς Lucilius, ο Seneca λέει ότι τη στιγμή που πάει να κοιμηθεί πρέπει να λέει «ἔζησα» –και να το λέει με χαρά και με το πρόσωπο γελαστό– αν καταφέραμε να ζήσουμε την ημέρα σαν να ήταν η τελευταία.

Ο Μᾶρκος Αὐρήλιος λέει κι αυτός ότι η τελειότης της κινήσεως τοῦ βίου συνίσταται στο να περνάς κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία· όχι μόνο κάθε μέρα σαν την τελευταία, αλλά και κάθε πράξη σαν την τελευταία.

Εδώ, μιας και ο Vattimo δεν το έκανε, μπορούμε να κάνουμε μια μικρή ἐκτροπήν νιτσεϊκήν· γιατί αυτό το πρόβλημα επανέρχεται στον Nietzsche· και αυτός, σε μια κατάσταση απουσίας θεῶν –μάλιστα του θανάτου του Θεοῦ– επανέρχεται ακριβώς σε αυτήν τη δυναμική, σε αυτήν την δραματική ένταση, αλλά κάτω από την αντίθετη υπόθεση: όχι να ζει κανείς κάθε μέρα σαν να ήταν η τελευταία, και κάθε πράξη σαν να ήταν η τελευταία, αλλά να ζει κάθε μέρα σαν να έπρεπε αυτή η μέρα να επαναληφθεί άπειρες φορές, και κάθε πράξη σαν να έπρεπε να επιστρέψει άπειρες φορές.

Η υπόθεση δηλαδή της αιωνίου ἐπιστροφῆς, που έχει ακριβώς την ίδια αξία νοητικού πειράματος με την μελέτη θανάτου. Και πράγματι, αν δούμε τι συμβαίνει στον Nietzsche – είναι λίγο εκτός θέματος αλλά σύντομα επιστρέφω – ο Nietzsche, όταν συλλαμβάνει αυτήν τη σκέψη, τη θεωρεί τόσο πολύτιμη, τόσο προσωπική, τόσο δεμένη με το δικό του procheron, το δικό του vade mecum καθημερινό, που, αφού την συνέλαβε στο Sils-Maria κοντά στη Silvaplana, σκέφτεται: «τώρα θα την κρατήσω μυστική για δέκα χρόνια».

Αλλά εκείνος ο χρυσός λάμπει τόσο πολύ, εκείνο το πείραμα είναι τόσο πολύτιμο, που ήδη τον επόμενο χρόνο δεν καταφέρνει να συγκρατηθεί και το ανακοινώνει στη Gaia Scienza (Χαρούμενη επιστήμη), στο τέλος του τέταρτου βιβλίου της Gaia Scienza, που δημοσιεύει το 1882, δηλαδή έναν χρόνο μετά από εκείνον τον περίφημο Αὔγουστο τοῦ 1881.

Στο τέλος, σε εκείνο το τελευταίο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Το βαρύτερο βάρος» (Das schwerste Gewicht), τι προτείνει ο Νίτσε; Την τρομερή υπόθεση· δεν είναι ακόμη μια βεβαιότητα, ακόμη ο Νίτσε δεν είναι σίγουρος· οπότε όλα παρουσιάζονται υπό μορφή υποθέσεως:

Τι θα συνέβαινε αν μια μέρα ή μια νύχτα, ένας δαίμων γλιστρούσε κρυφά μέσα στη μοναχικότερη από τις μοναξιές σου και σου έλεγε:

«Αυτήν τη ζωή, όπως την έζησες και την ζεις, θα πρέπει να την ζήσεις και πάλι, μιαν ακόμη φορά· και κάθε σκέψη, κάθε αναστεναγμός, κάθε πόνος, κάθε απόλαυση, κάθε πράγμα, απέραντα μεγάλο και απέραντα μικρό στη ζωή σου, θα πρέπει να επιστρέψει σε σένα· κι έτσι επίσης αυτό το φεγγαρόφωτο ανάμεσα στα κλαδιά, κι έτσι επίσης αυτή η αράχνη, κι εγώ ο ίδιος. Η αιώνια κλεψύδρα της ύπαρξης αναποδογυρίζεται πάντα ξανά, και εσύ μαζί της, κόκκος σκόνης· pulvis es et in pulverem reverteris (γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ.)».

Αυτή είναι ακριβώς η υπόθεση της meditatio mortis, από την οπτική εκείνου που έχει αποδεχθεί την amor fati· την αιώνιον ἐπιστροφήν, είναι η στωική άσκηση της meditatio mortis από την οπτική ενός που έχει καταναλώσει τον θάνατο του Θεού.

Κλείνουμε την παρέκβαση και επιστρέφουμε σε εμάς, στον Foucault και στον Seneca.

Λοιπόν, αυτό που δίνει ιδιαίτερη αξία στη meditatio mortis, στη στοχαστική αυτήν πρακτική που καλλιεργεί την ικανότητά μας να ζούμε τα πάντα σαν να τα ζούμε για τελευταία φορά, δεν εξαρτάται μόνο από το γεγονός ότι σε αυτήν προλαμβάνουμε αυτό που στη κοινή γνώμη των πολλῶν παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη δυστυχία· ούτε μόνον από το ότι έτσι μπορούμε να πεισθούμε πως ο θάνατος δεν είναι τελικά μεγάλο κακό.

Αυτό συμβαίνει, αλλά συμβαίνει και κάτι άλλο: ότι σε αυτήν τη μελέτη έχουμε τη δυνατότητα να ρίξουμε εκ των προτέρων ένα βλέμμα αναδρομικό σε όλη μας τη ζωή· αν σκεφτούμε πως βρισκόμαστε σαν σε σημείο θανάτου, γίνεται δυνατό να ανυψωθούμε σε κριτές όλων των πράξεών μας και όλων όσων πρόκειται να κάνουμε, με βάση την εσωτερική τους αξία.

Ο θάνατος, έλεγε ο Ἐπίκτητος, αιφνιδιάζει τον γεωργό την ώρα που εργάζεται· ο θάνατος, πρόσθετε ο Ἐπίκτητος, αιφνιδιάζει τον ναυτικό κατά τη ναυσιπλοΐα· ο θάνατος αιφνιδιάζει αυτόν και εκείνον σε τούτη ή την άλλη δραστηριότητα.

Κι εσύ, σε ποια δραστηριότητα θα ήθελες να σε αιφνιδιάσει ο θάνατος; Σε ποια θα ήθελες να σε βρει; Αν βρεις μία στην οποία θα ήθελες να σε βρει, τότε πράττε την· αυτή είναι η καλύτερη.

Σε αυτό αποσκοπεί η meditatio mortis, θεωρούμενη ως το τελικό κεφάλαιο της ἐπιμελείας ἑαυτοῦ.

Με αυτό, θα έλεγα, μπορούμε και να ολοκληρώσουμε.

Παρακολούθησα με εξαιρετική προσοχή, υπό το φως μιας ερώτησης που άλλωστε ζω και που αποτελεί έναν από τους κινητήριους μοχλούς που με ωθούν να οργανώνω αυτά τα γεγονότα· η ερώτηση είναι ακριβώς αυτή: το πρόβλημα της υπερβάσεως του μηδενισμού.

Ο άνθρωπος του 20ού αιώνα χρειάστηκε να λογαριαστεί με έναν ενοχλητικό πρωταγωνιστή: το μηδέν. Το μηδέν που του παρουσιάστηκε με όλες τις μορφές: το μηδέν του νοήματος· το μηδέν μιας αιτίας, μιας αιτιότητας της υπάρξεώς του· το μηδέν ενός σκοπού· ο θάνατος του Θεού· το μηδέν των αναφορών· το μηδέν των δασκάλων· το μηδέν της παραδόσεως· το μηδέν της παιδείας.

Βρισκόμαστε σε μια μάλλον άνυδρη κατάσταση: το να ζούμε από στιγμή σε στιγμή, χωρίς να ξέρουμε από πού, ούτε γιατί. Αυτό οδηγεί σε αποτελέσματα μάλλον ανησυχητικά.

Για έναν γονιό όπως εγώ, για παράδειγμα, αντιλαμβάνομαι πόσο δύσκολο είναι να μεταδώσει κάτι στα παιδιά του, εφόσον εμείς οι ίδιοι υποστήκαμε την εξαφάνιση αυτού του «κάτι». Ζήσαμε οι ίδιοι την τομή στη μετάδοση μιας παιδείας από τους γονείς μας σε εμάς. Οι αξίες των γονιών μου, των παππούδων μου, δεν είναι πια οι δικές μου· και πιθανότατα οι αξίες των παιδιών μου δεν είναι πια οι δικές μου.

Αυτό το αποδίδω στην εισβολή του μηδενός. Ο Θεός είναι νεκρός· υπό το φως του Είναι, λέω εγώ, ενός Είναι χωρίς λόγο, χωρίς αιτία· εφόσον κι ο Θεός, είναι κι Αυτός νεκρός· κι αυτό είναι ο μηδενισμός, εκφρασμένος μέσα από στιγμές ακραίας διαύγειας, όπως είναι το ἄγχος του Heidegger: η στιγμή όπου τα πράγματα αδειάζουν· και ακριβώς επειδή αδειάζουν, σε περικλείουν ασφυκτικά· και σε εκείνη τη στιγμή είσαι πιο διαυγής από ποτέ και συνειδητοποιείς ότι υπάρχεις χωρίς θεμέλιο.

Προφανώς μέσα στη θαυμαστότητα, στις τονικότητες του θαύματος: ο θαυμασμός, η απορία, το δέος, η αδυναμία — δηλαδή η πλήρης επίγνωση — ότι πρόκειται για αισθήσεις που αποκαλύπτονται μέσω αισθήσεων, αλλά είναι αισθήσεις μη αναγώγιμες, μη επαναφέρσιμες, μη εξαντλήσιμες πλήρως σε μια νευροφυσιολογία, σε μια συγκυρία του «βρέθηκα έτσι». Βρέθηκα άνθρωπος κατά τύχη.

Τώρα, αυτή η συγκλονιστική ένδειξη ότι πρέπει να αναζητούμε σε ό,τι νιώθουμε τη φωνή του μυστηρίου — και ίσως επίσης τη φωνή μιας εξόδου από αυτήν την καταδίκη του να είσαι πλήρως συνειδητός ότι υπάρχεις και να το βρίσκεις μέσα στον παραλογισμό του, ακόμη και στο ά-νοητό του — στον Heidegger βρίσκουμε αυτό: δεν το δικαιολογεί, αλλά λέει ότι στην εγγύτητα αυτού του μυστηρίου υπάρχει ένα αίσθημα φόβου, μια αίσθηση διαθεσιμότητας για αποχαιρετισμό, μια ευγνωμοσύνη, μια σκέψη, μια ποιητική, κάτι που αγγίζει την καρδιά και ρίχνει ένα φως, ίσως ποτέ πριν ειπωμένο, πάνω στο μυστήριο της ύπαρξης.

Ιδού, λοιπόν, η ερώτησή μου:

Μπορούμε να διακρίνουμε κάτι μέσα σε αυτήν την ένδειξη του κυνηγητού, ή ακόμη και της τέχνης ή της ηθικής της ηδονής, των αισθήσεων; Στον Foucault — και συνοψίζοντας ολόκληρη την εβδομάδα — βρίσκουμε κάποιο φως που να μας βγάζει από αυτήν την αντίληψη της ζωής ως κάτι που έχει νόημα μόνο μέσω των αισθήσεων που η ζωή μπορεί να σου δώσει;

Μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτές τις αισθήσεις και μια πόρτα που ανοίγει και που ρίχνει ένα βλέμμα στο μυστήριο, υπό ένα φως που δεν είναι της θνητότητας, που δεν είναι του «δεν κατάλαβα τι συνέβη»; Δηλαδή, μια ένδειξη προς την απελευθέρωση από τη σκλαβιά, από τα δεσμά της παραδόσεως απέναντι στην ηδονή, στη σεξουαλικότητα — αλλά αυτό μάς ρίχνει ένα φως που, κατά κάποιο τρόπο, συνδέεται με εκείνες τις αισθήσεις που έχουν εγγενώς μια οντολογική αξία αληθείας, ένα φως πάνω στο Είναι;


Ή πρέπει, τελικά, να καταλήξουμε ότι μένουμε πάντοτε μέσα στο πεδίο των αισθήσεων ως ορίου; Ότι θα πεθάνουμε, θα έχουμε αισθανθεί κάτι — αλλά αυτό που θα έχουμε αισθανθεί, τι θα μας έχει πει; Τι θα έχουμε καταλάβει παραπάνω; Θα παραμείνουμε χαμένοι;

Αυτή είναι η ερώτησή μου.

Αν συμφωνούμε, όλα είναι μπανάλ· αν το σύμπαν δεν αναλαμβάνει μια μεταφυσική περιπέτεια, σε αυτό συμφωνούμε. Όμως, και για τον μηδενισμό, επίσης συμφωνούμε· έχω γράψει ένα βιβλίο επ’ αυτού. Και, σε κάποιο βαθμό, σε σχέση με τη φιλοσοφία πράξη που έχω στο μυαλό μου, η pars destruens είναι παρούσα· μας λείπει προφανώς όλη η pars construens. Αλλά πρέπει να τον διασχίσουμε, τον μηδενισμό.

Εγώ ίσως παρά για το «μηδέν» θα μιλούσα για κενό, ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας· το κενό, γιατί το κενό, σε αντίθεση με το μηδέν, αφήνει μια ανεκπλήρωτη ανάγκη· το κενό δημιουργεί μια έλξη, άρα μια απαίτηση. Και αυτό το αισθάνεται κανείς ακριβώς εκεί όπου πιο σκοτεινή, πιο σκληρή είναι η αίσθηση της κρίσης, της καταναλώσεως των αξιών, της απελπισίας για τα απόλυτα.

Αλλά το υπόλοιπο αρκεί να κοιτάξει κανείς γύρω του για να δει: πώς ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τόσο ικανός να χτίζει βιομηχανικά κτήρια, και πια ανίκανος να ανεγείρει έναν ναό ή μια εκκλησία· πώς ο σύγχρονος άνθρωπος νομίζει ότι η πρόοδος είναι να αντικαταστήσει την περασμένη χρυσή εποχή με μια μελλοντική εποχή του πλαστικού· πώς ο σύγχρονος άνθρωπος καταστρέφει περισσότερο όταν χτίζει παρά όταν γκρεμίζει· πώς η σύγχρονη μηχανή είναι ολοένα και πιο σύνθετη και ο σύγχρονος άνθρωπος ολοένα και πιο στοιχειώδης.

Έχοντας πει αυτό, λοιπόν, ανοίγεις — πώς να το πω — μια πόρτα ήδη ορθάνοιχτη· μια κατεύθυνση μέσα στην οποία αυτές οι λίγες ιδεούλες που προσπαθώ να μαζέψω είναι, κατά κάποιον τρόπο, το σημάδι μιας δουλειάς που κάνουμε, που μας παθιάζει κτλ.

Ωστόσο, εγώ, κάποιος που προσπαθεί να εσωτερικεύσει το μάθημα του Ἀριστοτέλη, είμαι επίσης αρκετά συνετός· πιστεύω ότι το πρώτο καθήκον του φιλοσόφου είναι να διατυπώνει με σαφήνεια τα προβλήματα, ενώ το να επινοεί λύσεις είναι ήδη μια απασχόληση λιγότερο έξυπνη.

Είμαι πεπεισμένος ότι, ακριβώς γι’ αυτό, στην πραγματικότητα τα πραγματικά φιλοσοφικά προβλήματα — όπως αυτό εδώ το πρόβλημα — παρουσιάζονται πρωτίστως στον άνθρωπο για να τα ζήσει, και όχι για να τα λύσει· και ότι, ακριβώς γι’ αυτό, τα αληθινά φιλοσοφικά προβλήματα δεν έχουν λύση, αλλά μόνο ιστορία.

Εὐχαριστῶ.

Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger …μέσα από τον Foucault α



Διάλεξη του Franco Volpi για τον Heidegger …μέσα από τον Foucault α

Franco Volpi

https://www.youtube.com/watch?v=YhU8stPZCgc&list=PL9K0fytNF28MTiO8z2xgRxhLhu2y8jS6j&index=7&t=59s


Μπορούμε ίσως να αρχίσουμε ξαναπιάνoντας τον λόγο που σκιαγραφήθηκε για τον Foucault, και συγκεκριμένα υπενθυμίζοντας αυτό που μας ενδιαφέρει από την οπτική του: εκείνη τη στροφή, ας πούμε έτσι —αν και ξέρω ότι οι Foucault-ικοί δεν είναι πολύ ενθουσιώδεις με αυτή την ετικέτα— η οποία λαμβάνει χώρα σε κάποια στιγμή της σκέψης του και τον οδηγεί να ασχοληθεί με το πρόβλημα που εδώ έχουμε αντιμετωπίσει, έστω και με διαφορετική ορολογία και λεξιλόγιο από το δικό μας. Θα προσπαθήσουμε, τρόπον τινά, να βρούμε στοιχεία κοινά ή τουλάχιστον σημεία επαφής, βάσει των οποίων να δούμε καλύτερα το ζήτημά μας.

Σας έλεγα λοιπόν σήμερα το πρωί ότι, στην πραγματικότητα, ο πιο γνωστός Foucault δεν είναι αυτός που μας ενδιαφέρει. Δεν μας απασχολεί εδώ ο Foucault του Les Mots et les Choses, που ασχολείται με την ανάλυση των συστημάτων αλήθειας στην κλασική εποχή και με το πρόβλημα της γνώσης, σύμφωνα με αυτό που ορίζει ως «αρχαιολογική μέθοδο». Δεν μας ενδιαφέρει ούτε ο Foucault της δεκαετίας του ’70, που μετατοπίζει την ανάλυσή του από την ανασυγκρότηση της ιστορίας των συστημάτων γνώσης, όπως αυτή χαράχτηκε στο Les Mots et les Choses, προς την ανάλυση της εξουσίας, των μηχανισμών της και των στρατηγικών της.

Και εδώ, όπως και στη φάση που αναλύει τη γνώση από εκείνη την οπτική που σήμερα ονομάσαμε «ανθρωποφοβική» ή «μετα-στρουκτουραλιστική» —κατά την οποία ο άνθρωπος τίθεται στην πραγματικότητα σε δεύτερο πλάνο, θεωρούμενος ως μια σχετικά πρόσφατη εμφάνιση στην ιστορία των ανθρωπιστικών επιστημών και προορισμένος σύντομα να εξαφανιστεί υπέρ των δομών, των μηχανισμών, των αντικειμενικών διαδικασιών που φαίνεται να είναι το κύριο αντικείμενο της προσοχής του Foucault— τόσο στην πρώτη του φάση, εστιασμένη στο πρόβλημα της γνώσης και των συστημάτων της, όσο και στη δεύτερη φάση, της δεκαετίας του ’70 (Surveiller et punir, για να αναφερθούμε σε ένα χαρακτηριστικό βιβλίο), ο Foucault φαίνεται να ενδιαφέρεται για τους μηχανισμούς της εξουσίας και όχι βέβαια για τη δομή του υποκειμένου που είναι υποταγμένο στην εξουσία.

Εδώ, η αρχαιολογική μέθοδος αποσαφηνίζεται στην παραλλαγή της που είναι η «γενεαλογία», με μια ιδιαίτερη προσοχή σε συγγραφείς όπως ο Nietzsche, και επίσης όπως ο Heidegger. Κάποιος με ρώτησε το πρωί —και θα το δούμε εν ευθέτω χρόνω, πρέπει να το θυμηθώ— ποια είναι η σχέση μεταξύ Foucault και Heidegger· θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτό.

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η εμφάνιση, σε μια στιγμή της έρευνας του Foucault, μιας στροφής αρκετά αποφασιστικής και ισχυρής, η οποία λαμβάνει χώρα με την επεξεργασία εκείνου του προγράμματος που ο Foucault ανακοινώνει ήδη όταν εισέρχεται στο Collège de France ως διάδοχος του Jean Hyppolite. Όταν εκφωνεί την εναρκτήρια διάλεξή του με την ευκαιρία της τοποθέτησής του στο Κολλέγιο, με τίτλο L’Ordre du Discours, σε αυτό το κείμενο —ένα εξαίρετο ερευνητικό πρόγραμμα— σκιαγραφείται επίσης εκείνο το ερευνητικό σχέδιο που θα απασχολήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του και το οποίο εκεί παρουσιάζεται ακόμα ως σχέδιο έξι βιβλίων, με στόχο να ανασυγκροτηθεί αυτό που ο Foucault αποκαλεί «η ιστορία της σεξουαλικότητας».

Το 1976, όταν πιθανώς είναι ήδη άρρωστος, ο Foucault δημοσιεύει το πρώτο βιβλίο αυτής της ιστορίας, το οποίο εκπλήσσει λίγο όλους· πρώτα απ’ όλα, γιατί αυτό το πρώτο βιβλίο τιτλοφορείται La Volonté de Savoir (Η Βούληση για Γνώση) —παράξενο να ξεκινά μια «ιστορία της σεξουαλικότητας» με έναν τέτοιο τίτλο—, και έπειτα γιατί είναι ένα μικρό βιβλίο, σχεδόν μια μεθοδολογική εισαγωγή, για αυτό που θα έπρεπε να είναι ένα έργο έξι τόμων. Ήδη όμως από τις πρώτες του γραμμές καταλαβαίνει κανείς γιατί ο Foucault το τιτλοφόρησε έτσι: γιατί εξαρχής γίνεται σαφές ότι ο αρχικός στόχος αυτής της έρευνάς του πάνω στην ιστορία της σεξουαλικότητας —και άρα πάνω σε εκείνον τον «άνθρωπο της επιθυμίας» που είναι το υποκείμενο αυτής της ιστορίας— είναι αυτό που εκεί ονομάζεται «η υπόθεση της καταστολής» (l’hypothèse répressive).

Δηλαδή η πιο διαδεδομένη υπόθεση της εποχής, η οποία, για να αναφέρουμε ένα όνομα, συνδεόταν με τον Marcuse, και στην οποία συνδυάζονταν η ψυχανάλυση και ο μαρξισμός σε μια κριτική θεωρία. Η βασική θέση ήταν ότι η καπιταλιστική οργάνωση της βιομηχανικής κοινωνίας μαζικής κλίμακας κατευθύνει τις ζωτικές ενέργειες και ορμές του ατόμου —ιδίως τη λίμπιντο— προς μια πειθαρχία, έναν έλεγχο, μια αναστολή, που είναι λειτουργικά υποταγμένα στην παραγωγή, στη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας, σύμφωνα με τα κριτήρια που κινούν το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής.

Πρόκειται, επομένως, για έναν συνδυασμό, με διάφορους τρόπους, του Marx και του Freud: ο Marcuse τον συνδυάζει με έναν τρόπο, ο Fromm, για παράδειγμα, με άλλον, και η κριτική θεωρία γενικότερα με ποικίλες παραλλαγές. Δηλαδή, ο Adorno και ο Horkheimer με έναν άλλον ακόμη τρόπο, αλλά πίσω τους βρίσκεται η κοινή ιδέα ότι η σεξουαλικότητα καταπιέζεται, άνευ όρων — η «κατασταλτική υπόθεση». Λοιπόν, ο Foucault, από τα αριστερά, ας πούμε, υποστηρίζει την αντίθετη θέση: αντί να καταστέλλει τη σεξουαλικότητα, η οργάνωση, ο μηχανισμός της εξουσίας, σύμφωνα με τις δομές της βιομηχανικής κοινωνίας μαζών, την καθιστά θεματική, την καθιστά ρητή, την φέρνει στο προσκήνιο και την αναλύει σε όλες τις πτυχές της, σε όλες τις εκφάνσεις της. Επομένως, η volonté de savoir είναι αυτό που εδώ επιβεβαιώνεται, και όχι μια καταστολή, μια απόκρυψη ή μια απώθηση της σεξουαλικότητας.

Για παράδειγμα, ήδη εκεί, ο Foucault αναφέρει την εξομολόγηση ως έναν από τους θεσμούς που, από την αρχή της νεότερης εποχής, όχι μόνο — όπως ανέφερα πριν λίγες μέρες — συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση, στη διαμόρφωση μιας οντότητας όπως το υποκείμενο (πάνω στο οποίο θα οικοδομηθούν στη συνέχεια οι φιλοσοφικές θεωρίες), αλλά η εξομολόγηση είναι επίσης ένας από τους χώρους όπου η σεξουαλικότητα καθίσταται ρητή, θεματοποιείται, αναλύεται, παρουσιάζεται σε όλες της τις πιο απόκρυφες και πιο διεστραμμένες πτυχές.

Τα καλύτερα εγχειρίδια πορνογραφίας δεν είναι τα μυθιστορήματα του «θείου μαρκησίου» (divin marquis), αλλά τα εγχειρίδια εξομολόγησης, για τα οποία υπάρχει, ας πούμε, μια εκτενής και πλούσια πραγματεία ανάμεσα στον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα, και τα οποία χρησιμοποιεί ο εξομολόγος για να κάνει τη σεξουαλικότητα όχι κάτι που πρέπει να κατασταλεί, αλλά κάτι που, υπό το πρόσχημα της καταστολής, στην πραγματικότητα αναλύεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο εξομολόγος είναι ο μέγιστος ειδικός στις ερωτικο-σεξουαλικές διαστροφές.

Γιατί; Λοιπόν, αυτό που ενδιαφέρει τον Foucault, όπως σας έλεγα, και ο λόγος για τον οποίο παίρνει τη σεξουαλικότητα ως προνομιακή προοπτική για να το κάνει αυτό, είναι η ανασυγκρότηση των διεργασιών που είναι διαδεδομένες, ευρέως εφαρμοζόμενες και προσβάσιμες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, μέσω των οποίων σχηματίζεται κάτι σαν το υποκείμενο.

Έτσι, σε σχέση με τη μέθοδο της «αρχαιολογίας» ή της «γενεαλογίας» των δύο πρώτων φάσεων, εδώ ο Foucault επικαλείται, ας πούμε, μια άλλη ερευνητική στρατηγική: αυτή της προβληματοποίησης συγκεκριμένων πρακτικών, θεσμών, εθίμων, κανόνων, συνηθειών, συστημάτων, μέσω των οποίων, σε μεγάλη κλίμακα, διαμορφώνονται οι όροι δυνατότητας αυτού που οι φιλόσοφοι ονομάζουν «υποκειμενικότητα».


Δηλαδή, το ενδιαφέρον είναι η μελέτη της διαδικασίας της υποκειμενοποίησης — εννοώντας με τον όρο αυτόν τον σχηματισμό του υποκειμένου. Και εδώ λοιπόν υπάρχει μια στροφή· αν και η λέξη «στροφή» είναι κάπως βαριά, αφού στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει μια σειρά θεμάτων με τα οποία ασχολούνταν από την αρχή. Στην ουσία, ο άνθρωπος — έστω και αν τον είχε παραμερίσει ή τον αντιμετώπιζε από μια «ανθρωπο-φυγική» προοπτική — η ανθρώπινη ζωή, στην κίνησή της (kinesis), παρέμενε πάντα στο κέντρο των στοχασμών του, ακόμη και αν αυτή η κίνηση αναλυόταν στις προηγούμενες έρευνες σε επίπεδα όπου δεν υπήρχε χώρος για κάτι σαν τη βούληση ή τη συνείδηση ενός υποκειμένου.

Πάντα όμως στο κέντρο της σκέψης του ήταν το πώς συγκροτείται εκείνο το αλλότροπο «εμπειρικό-υπερβατικό» (όπως το ονομάζει) που ορίζουμε ως υποκείμενο, και του οποίου οι τρεις θεμελιώδεις δραστηριότητες είναι, όπως λέει, το «μιλάω», το «παράγω» και το «ζω».

Ήδη στις Paroles et les choses (Οι Λέξεις και τα Πράγματα), ο Foucault γράφει:

«Μπορώ να πω ότι είμαι αυτή η γλώσσα που μιλώ και στην οποία το μυαλό μου διεισδύει μέχρι το σημείο να βρει το σύστημα όλων των δυνατοτήτων του, αλλά που ωστόσο υπάρχει μόνο μέσα στο βάρος των ιζημάτων που δεν θα μπορέσει ποτέ να πραγματώσει πλήρως. Μπορώ να πω ότι είμαι αυτή η γλώσσα που μιλώ και που όμως ξεφεύγει από την συνειδητή μου πρόσληψη ως υποκείμενο ομιλούν. Μπορώ να πω ότι είμαι αυτή η εργασία που κάνω με τα χέρια μου, αλλά που μου διαφεύγει όχι μόνο όταν την έχω τελειώσει, αλλά και πριν ακόμη την αρχίσω. Μπορώ να πω ότι είμαι αυτή η ζωή που νιώθω μέσα μου, αυτό το ζην που νιώθω να πάλλεται μέσα μου, αλλά που με περιβάλλει με τον φοβερό χρόνο που με ωθεί μπροστά και που με υψώνει για μια στιγμή στην κορυφή του, αλλά και με τον επικείμενο χρόνο που μου υπαγορεύει τον θάνατό μου».

Αυτός είναι ο Foucault του 1965, των Paroles et les choses. «Μπορώ να πω, με την ίδια δικαιοδοσία», προσθέτει, «ότι είμαι και δεν είμαι όλα αυτά: η γλώσσα μου, η εργασία μου, η ζωή μου».

Το cogito — αυτό είναι ένα τυπικό γαλλικό πρόβλημα· ένας Γάλλος δεν προχωρά πουθενά αν δεν περάσει από το καρτεσιανό cogito. Το cogito δεν οδηγεί σε μια συγκρότηση του Είναι, αλλά ανοίγει ακριβώς σε μια σειρά ερωτημάτων στα οποία το Είναι τίθεται υπό αμφισβήτηση. Και αυτό το ερώτημα, στο οποίο το Είναι — το Είναι της kinesis του βίου — τίθεται υπό αμφισβήτηση στις τρεις του στιγμές, δηλαδή του μιλάω, του εργάζομαι, του ζω, επανέρχεται στο μεγάλο ερώτημα που ήδη στο τέλος αυτού του κειμένου ο Foucault θέτει:

«Τι πρέπει να είμαι εγώ, που σκέφτομαι και είμαι η σκέψη μου, ώστε να είμαι αυτό που δεν σκέφτομαι, και ώστε η σκέψη μου να είναι αυτό που δεν είμαι;»

Τι είναι εκείνο που αναβοσβήνει και λαμπυρίζει στο άνοιγμα του cogito χωρίς να δίνεται κυριαρχικά από αυτό και μέσα σε αυτό; Τι είναι εκείνη η αναπόδραστη αναφορά στο «αδιάνοητο» που λάμπει σε αυτό που σκέφτομαι και που ξεφεύγει από τον κυρίαρχο έλεγχό μου; Αυτή είναι η ουσιαστικά η ερώτηση του παραδοσιακού ουμανισμού, η οποία Εδώ, προφανώς, ο Foucault διαβάζει υπό την επίδραση της Lettre sur l’humanisme (Επιστολή για τον Ανθρωπισμό-Humanismusbrief) και επάνω σε αυτήν «εμβολιάζει» τον στοχασμό του, ας πούμε, μέσα στην Histoire de la sexualité. Με ποιον τρόπο η Histoire de la sexualité ανοίγει μια προνομιακή προοπτική για την επίλυση αυτού του προβλήματος και με ποιον τρόπο το επανατοποθετεί με έναν διαφορετικό τρόπο από εκείνον που βλέπουμε εδώ, όπου ακόμη γίνεται αναφορά στην καρτεσιανή προοπτική;

Στην Histoire de la sexualité, και ειδικότερα στον δεύτερο τόμο, L’usage des plaisirs (Η χρήση των απολαύσεων )— αμέσως μετά την πρόκληση που απηύθυνε, ας πούμε, στους Φρανκφουρτιανούς (Marcuse, Horkheimer, Adorno) στον πρώτο τόμο — ο Foucault, στον δεύτερο, δείχνει στην πράξη τι ακριβώς εννοεί να κάνει ως εναλλακτική στην «κατασταλτική υπόθεση». Θέλει να δείξει πώς η σεξουαλικότητα είναι ένας προνομιακός τόπος, στον οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε εν δράσει τη διαμόρφωση εκείνης της διαδικασίας που είναι κάτι σαν η συγκρότηση ενός υποκειμένου.

Και για να το κάνει αυτό, θεωρεί απαραίτητο να επανεξετάσει την παλαιότερη παράδοση σε σχέση με τη νεότερη· δηλαδή την αμέσως προγενέστερη της χριστιανικής και, ακόμη πιο πριν, την ελληνική. Γιατί εκεί βλέπει να ξεκινά η διαδικασία της υποκειμενοποίησης — η ανάδυση της «πριγκιπικής» εμφάνισης του ανθρώπου, την οποία ο Foucault, σε αυτό το σημείο, δεν την αντιμετωπίζει πλέον από μια «ανθρωπο-φυγική» προοπτική, αλλά από μια σκοπιά στην οποία θέλει να κυριαρχήσει πάνω σε αυτήν την εμφάνιση με έναν εναλλακτικό τρόπο σε σχέση με την παραδοσιακή φιλοσοφία.

Το σημείο εκκίνησης για την ανάλυσή του είναι δύο βασικές παρατηρήσεις· η εξέταση, θα λέγαμε, δύο πυκνών στιγμών μέσα σε αυτήν την ιστορία της διαμόρφωσης του υποκειμένου — αυτής της ιστορίας κατά την οποία αρχίζει να «δαμάζεται» η kinesis to bio και να αποκτά κάποια μορφή. Αυτές οι πυκνές στιγμές, που ο Foucault παίρνει ως πασάλους, ως σημεία αναφοράς για να σκάψει μέσα στην πορεία του, είναι:

ο Αλκιβιάδης μείζον του Πλάτωνα, και
η Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή του Γρηγόριου Νύσσης.

Δύο κείμενα που απέχουν μεταξύ τους σχεδόν οκτώ αιώνες, αλλά στα οποία γίνεται λόγος για κάτι όπως το «γνώθι σαυτόν» — και μάλιστα όχι μόνο για το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του, αλλά για το να τον γνωρίζει ως την κατ’ εξοχήν μορφή της «φροντίδας εαυτού», ως την κατ’ εξοχήν μορφή του να μεριμνά κανείς για τον εαυτό του.

Η Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή — ο Γρηγόριος Νύσσης, μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας.

Πώς κάνει την εμφάνισή της αυτή η αρχή και γιατί, για τον Foucault, αποτελεί θεμελιώδες σημείο αναφοράς μέσα στον λόγο του; Τι σημαίνει να φροντίζει κανείς τον εαυτό του και να γνωρίζει τον εαυτό του, όροι που στον Αλκιβιάδη χρησιμοποιούνται σχεδόν ως συνώνυμα;

Ο Foucault παραπέμπει πρώτα στο συγκεκριμένο σημείο του Αλκιβιάδη στο οποίο εμφανίζεται αυτή η έννοια. Ο Σωκράτης, στη συζήτηση με τον Αλκιβιάδη, κάνει ρητή αναφορά στην επιγραφή που βρισκόταν στους Δελφούς. Οι Δελφοί, όπως γνωρίζετε, είναι ο omphalos tou kosmou — το κέντρο του κόσμου, το κέντρο της κοινότητας, το κέντρο της ανθρωπότητας. Είναι το σημείο όπου δύο αετοί, σταλμένοι από τον Δία από τα δύο άκρα του σύμπαντος, συναντήθηκαν. Εκεί ήταν το μαντείο· εκεί πήγαινε ο κόσμος για να ζητήσει συμβουλή, χρησμό από τον άνακτα των Δελφών — ο κύριος των Δελφών, που, όπως θυμίζει και ο Heidegger, «ού κρύπτει, ού λέγει, αλλά σημαίνει».

Πριν μπει κανείς στο μαντείο, στον ναό, για να το συμβουλευτεί, έπρεπε να προσέξει τρεις θεμελιώδεις προτροπές. Μία από αυτές ήταν: γνώθι σαυτόν. «Πριν μπεις εδώ, πρέπει να γνωρίζεις τον εαυτό σου· αλλιώς, δεν έχει νόημα να μπεις».

Για το τι σήμαινε αυτό το «γνώθι σαυτόν», υπάρχει ολόκληρη βιβλιογραφία στην οποία αναφέρεται και ο Foucault, και την οποία συζητά σε ένα μάθημά του στο Collège de France αφιερωμένο ακριβώς σε αυτό το θέμα.

Μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος το κυριολεκτικό νόημα που είχε εκείνη η προτροπή — πιθανώς ακριβώς επειδή επρόκειτο για κάτι που όποιος απευθυνόταν για να πάρει συμβουλή ή χρησμό έπρεπε να έχει κατά νου. Το νόημα εκείνων των τριών αρχών δεν ήταν κυρίως ηθικού ή γενικού χαρακτήρα, αλλά κάτι που σχετιζόταν με το αίτημα για μια συμβουλή.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις μελέτες που κάνουν οι φιλόλογοι πάνω στο θέμα, φαίνεται πως, για παράδειγμα, το «γνώθι σαυτόν» σήμαινε απλώς: «Πρόσεξε, πριν ζητήσεις έναν χρησμό ή μια συμβουλή από το μαντείο, δεδομένου ότι πρόκειται για κάτι σημαντικό, πρώτον: μηδέν άγαν — τίποτα το υπερβολικό (που ήταν η πρώτη από τις προτροπές)· το μέτρο· και δεύτερον, φρόντισε να περιορίσεις το ερώτημά σου στα ουσιώδη».

Δηλαδή, κάνε την ερώτηση που πραγματικά σε ενδιαφέρει· γνώριζε τι θέλεις να μάθεις, να ξέρεις τι θέλεις να ρωτήσεις· μην ρωτάς τίποτα το υπερβολικό και ρώτα ακριβώς αυτό που σου χρειάζεται. Αυτό, σύμφωνα με τους φιλολόγους μας, είναι το νόημα.

Εκείνο που όμως μας ενδιαφέρει, πέρα από το ακριβές νόημα που είχε ο τύπος αυτός για όποιον έμπαινε στον ναό, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό κάνει την εμφάνισή του στη σκέψη του Πλάτωνα, στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα· ο τρόπος με τον οποίο ο Σωκράτης παίρνει αυτήν την αρχή και την εφαρμόζει ακριβώς στην παραδειγματική περίπτωση του Αλκιβιάδη.

Και αυτό που μας ενδιαφέρει στη συνέχεια είναι να δούμε γιατί, οκτώ αιώνες αργότερα, ο Γρηγόριος Νύσσης επαναλαμβάνει και αυτός την ιδέα του Gnōthi Sauton και την εφαρμόζει, ας πούμε, στη ζωή του χριστιανού, αντλώντας από αυτήν την αρχή (Gnōthi, γνώρισε τον εαυτό σου) μια ολόκληρη σειρά από παραγγέλματα για τη ζωή — για την καλή ζωή του χριστιανού· πρώτο από όλα, την απομάκρυνση από τους πειρασμούς της σάρκας, την απομάκρυνση, ει δυνατόν, ακόμη και από τον έγγαμο βίο, κ.λπ.

Αυτά τα δύο σημεία είναι, για τον Foucault, δύο σημαντικά σημεία, γιατί σε αυτά συμβαίνει ένα είδος ενσωμάτωσης ή συγχώνευσης, που τελικά, στη δική του οπτική, σημαίνει μείωση της cura sui (φροντίδας του εαυτού) σε gnōsis sui (γνώση του εαυτού). Δηλαδή, εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας της φροντίδας του εαυτού ένα είδος περιοριστικής προοπτικής — περιοριστικής από πολλές απόψεις. Έτσι, τόσο στην αρχαία, κλασική ελληνική σκέψη όσο και στη χριστιανική σκέψη, η φροντίδα του εαυτού παρουσιάζεται στον ορίζοντα ή στην προοπτική της γνώσης του εαυτού.

Αυτό, από την πλευρά του Foucault, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον επεισόδιο, επειδή αποκαλύπτει πώς σε μια ορισμένη παράδοση — και την αρχαιοελληνική, αλλά και τη χριστιανική — υπάρχει ένας περιορισμός, μια μείωση, μια προοπτικοποίηση αυτού του φαινομένου που είναι η φροντίδα του εαυτού, το οποίο ο Foucault θέλει να δει σε μια ευρύτερη διάσταση.

Για να κατανοήσουμε γιατί και πώς ο Foucault διαμορφώνει αυτήν την ιδέα, θα έπρεπε να δούμε τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει τον Αλιβιάδη. Ήδη στο L’usage des plaisirs βρίσκουμε κάποιες αναφορές, αλλά για να δούμε πραγματικά expressis verbis την ανάγνωσή του σε εκείνο το σημείο, πρέπει να ανατρέξουμε σε ένα μάθημα που παρέδωσε στο Collège de France — ένα από τα τελευταία μαθήματά του, το 1981-82 — πάνω στην Herméneutique du sujet (Ερμηνευτική του υποκειμένου).

Ολόκληρο το πρώτο μέρος αυτού του κειμένου είναι αφιερωμένο στην ανάλυση του Αλκιβιάδη ως αρχικής στιγμής στη συγκρότηση εκείνου του σχεδίου που τον ενδιαφέρει να αναλύσει, δηλαδή της διαδικασίας διαμόρφωσης του υποκειμένου, της υποκειμενοποίησης. Εκεί εντοπίζει σταδιακά, σε σχέση με το πρώτο του ενδιαφέρον για τα συστήματα της γνώσης και το δεύτερο ενδιαφέρον για τα συστήματα της εξουσίας, ένα τρίτο πρόγραμμα: αυτό της ανίχνευσης των technologies de soi (τεχνολογιών του εαυτού) ή techniques de soi (τεχνικών του εαυτού), ή μιας ερμηνευτικής του υποκειμένου, ή μιας αισθητικής της ύπαρξης, ή μιας ηθικής της φροντίδας του εαυτού — όλοι όροι ισοδύναμοι για να δηλώσουν το ίδιο πράγμα.

Δηλαδή, το πρόγραμμα μιας φιλοσοφίας που θέλει να αποδεσμευτεί όχι μόνο από τον καρτεσιανό ορίζοντα — στον οποίο, όπως είδατε, ο Foucault καλλιεργεί την επίγνωσή του για το πρόβλημα του ανθρώπου — αλλά και από εκείνη τη θεωρητικιστική μείωση του προβλήματος της φροντίδας του εαυτού, η οποία συμβαίνει τόσο με τον Σωκράτη όσο και με τη χριστιανική σκέψη· αναζητώντας, λοιπόν, μια διαφορετική θεώρηση της φροντίδας του εαυτού, απαλλαγμένη από τα όρια του ορίζοντα, όσο ιδιοφυής, οξυδερκής και διεισδυτικός κι αν είναι, του Gnōthi Sauton.

Το Gnōthi Sauton είναι, στην ουσία, ένα αφόρητο πεπρωμένο από την πλευρά του Foucault.

Γιατί όμως;

Στον Αλκιβιάδη εμφανίζεται πάνω-κάτω η εξής κατάσταση: ο Αλκιβιάδης, πλέον ώριμος, βλέποντας να μαραίνεται η νεότητά του, βλέποντας να περνά το ερωτικό στάδιο της ζωής κατά το οποίο δόθηκε λίγο-πολύ σε όλους και όλοι λίγο-πολύ επωφελήθηκαν από αυτόν — αφού κανείς στην πραγματικότητα δεν τον φρόντισε, αλλά όλοι τον χρησιμοποίησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο — συμβουλεύεται τον Σωκράτη για το τι να κάνει.

Ο Αλκιβιάδης, σε αυτό το σημείο, περνά στην πολιτική δέσμευση· είναι γιος της αριστοκρατίας, επομένως γιος μιας κοινωνικής τάξης που αισθάνεται την ανάγκη να αναλάβει ηγετικό ρόλο· θέλει να κυβερνήσει.

«Αλλά πώς μπορώ εγώ να κυβερνήσω την πόλη μου αυτή τη στιγμή, που έχουμε τον κίνδυνο της Σπάρτης και τον κίνδυνο του βασιλιά των Περσών;»

Και ο Σωκράτης του λέει: «Μα εσύ τι νομίζεις; Ότι θα ανταγωνιστείς τον βασιλιά των Περσών; Κοίτα, αυτός όχι μόνο είναι απείρως πλουσιότερος από εσένα, αλλά γνωρίζει κιόλας μια σειρά από πράγματα, κατέχει μια σειρά από τέχνες που εσύ ούτε που ονειρεύεσαι. Εσύ δεν έχεις τίποτα· εκείνος έχει τα πάντα· έχει εκπαιδευτεί από τέσσερις δασκάλους — έναν δάσκαλο της σοφίας, έναν της δικαιοσύνης, έναν της σωφροσύνης και έναν της ανδρείας· έχει εκπαιδευτεί στη σοφία, στη δικαιοσύνη, στη σύνεση και στο θάρρος.

Κι εσύ τι στο καλό θέλεις; Να συγκριθείς με αυτόν; Μα είσαι τρελός; Ποιος σε εκπαίδευσε; Ο Ζώπειρος, ένας δούλος; Ωραίος πατέρας είχες! Ο Περικλής παράδειγμα φρονήσεως; Όχι βέβαια!».

Ο Περικλής ήξερε τα πάντα για την πόλη, μπορούσε τα πάντα στην πόλη, μπορούσε ακόμη και σε σχέση με άλλες πόλεις και μάλιστα και με μερικούς βαρβάρους· όμως δεν μπορούσε τίποτα για το ίδιο του το σπίτι· οι δύο γιοι του είναι καλοί για… μπαλώματα, καλοί για το τίποτα. Εσένα σε άφησε σε έναν δούλο, και σου φαίνεται ότι η αγωγή είναι πράγμα που το αφήνεις σε έναν δούλο;

Άρα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις, αν θέλεις πραγματικά να κυβερνήσεις, αν θέλεις πραγματικά να εισέλθεις με ευθύνη στην πολιτική ζωή, είναι να φροντίσεις να αποκτήσεις τουλάχιστον εκείνες τις τέχνες (technai) που θα σου επιτρέψουν να ανταγωνιστείς τους βασιλιάδες των Περσών· τις τέχνες του βίου (technai tou biou).

— «Και τι πρέπει να κάνω για να το πετύχω αυτό;»

Εκεί λοιπόν, η γνωστή μη μαιευτική μέθοδος του Σωκράτη: λέει και δεν λέει, τον διεγείρει, ερώτηση και απάντηση… Προκύπτει από τον διάλογο ότι αυτό που ο Αλκιβιάδης πρέπει να κάνει είναι να φροντίσει τον εαυτό του. Prenditi cura di te stesso: πριν μπορέσεις να φροντίσεις την πόλη (polis) σου, πρέπει να ξέρεις να φροντίζεις τον εαυτό σου.

— «Μα πώς θα φροντίσω τον εαυτό μου;»

Πρέπει να ξέρεις τι είσαι· πρέπει να γνωρίσεις τον εαυτό σου· άρα, πρέπει —όπως λέει το μαντείο των Δελφών— να γνωρίσεις τον εαυτό σου (gnōthi sautón). Εδώ, αυτή η έννοια, αυτό το πρόσταγμα, εισάγεται σε τρεις διαδοχικές φράσεις, με την πιο σημαντική να είναι η τελευταία, όπου ακριβώς ο Σωκράτης, στον διάλογο με τον Αλκιβιάδη, καταλήγει να ταυτίσει την ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ (epimeleia heautou) με το gnōthi sautón.

Μοιραία για τον Foucault. Μοιραία, διότι:

Διαπιστώνεται ότι η φροντίδα του εαυτού είναι κάτι υποταγμένο στην είσοδο του Αλκιβιάδη στην πολιτική ζωή· άρα είναι κάτι λειτουργικό για τη διακυβέρνηση της πόλης και αφορά επομένως τη συγκεκριμένη φάση όπου, μετά την ερωτική περίοδο των νεανικών χρόνων, ο Αλκιβιάδης αποφασίζει να περάσει στη δημόσια δέσμευση.

Η ανάγκη για φροντίδα του εαυτού είναι, θα λέγαμε, περιστασιακή· όχι μόνο επειδή υποτάσσεται σε έναν πολιτικό σκοπό, αλλά και επειδή ανακύπτει ως ανάγκη στον βαθμό που η παιδεία (paideia) υπήρξε ελλιπής. Δηλαδή, υπάρχει μια συγκεκριμένη περίοδος —τέλος εφηβείας, πριν από την είσοδο στην πολιτική ζωή— όπου καθίσταται αναγκαία, λόγω της ανεπάρκειας της αθηναϊκής παιδείας, αυτή η φροντίδα του εαυτού, με τη μορφή του gnōthi sautón, που θα επιτρέψει στον Αλκιβιάδη να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Άρα, η φροντίδα του εαυτού περιορίζεται σε μια παιδαγωγική λειτουργία και σε μια ορισμένη φάση της ζωής.

Όσο εκλεπτυσμένη και περίπλοκη κι αν είναι η ερμηνεία του gnōthi sautón, υπάρχει ολόκληρη συζήτηση για το τι σημαίνει να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του, τι ακριβώς γνωρίζουμε όταν γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Ο Πλάτων κάνει μια αναλογία με το μάτι: όπως η γνώση του εαυτού σημαίνει γνώση της ψυχής, και η ψυχή είναι κάπως σαν το μάτι στο σώμα, έτσι το να γνωρίσεις τον εαυτό σου είναι σαν ένα μάτι που βλέπει τον εαυτό του.

Αλλά τι γνωρίζουμε για την ψυχή όταν επιχειρούμε να τη γνωρίσουμε; Προσπαθούμε να γνωρίσουμε το πιο ευγενές τμήμα της ψυχής — δηλαδή, για να γίνει η σύγκριση με το μάτι, την πράξη της όρασης, τη βλέπουσα λειτουργία της ψυχής, την οποία ο Πλάτων αντιστοιχεί με τη θεία σπίθα που υπάρχει στην ψυχή. Άρα, το gnōthi sautón σημαίνει γνώρισε τον εαυτό σου, γνώρισε την ψυχή σου, γνώρισε το τμήμα της ψυχής σου που είναι το πιο ευγενές, δηλαδή το μέρος που είναι θείο μέσα σου.

Έτσι, γίνεται η σύγκριση με το μάτι που βλέπει τον εαυτό του όταν, κοιτάζοντας το μάτι κάποιου άλλου, βλέπει να αντανακλάται σαν σε καθρέφτη, και έτσι συλλαμβάνει την εικόνα του· αλλά, λέει ο Σωκράτης, το μάτι είναι ατελής καθρέφτης — το μάτι του άλλου. Και επομένως, θα ήταν καλύτερο να βρούμε έναν καθρέφτη στον οποίο το μάτι να μπορεί να καθρεφτίζεται τέλεια. Το ίδιο και στην ψυχή· μπορούμε να στραφούμε μέσα μας και να προσπαθήσουμε να δούμε εκείνο το μέρος που είναι θείο μέσα μας, αλλά το καλύτερο είναι να βρούμε εκείνον τον ιδανικό καθρέφτη: το θείο στοιχείο στην καθαρή του κατάσταση.

Γιατί, κοιτάζοντας το θείο στοιχείο στην καθαρή του κατάσταση, δηλαδή τον Θεό, έχουμε τον τέλειο καθρέφτη στον οποίο μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Επομένως, το gnōthi sautón είναι υποταγμένο σε μια πολιτική λειτουργία, περιορισμένο σε μια παιδαγωγική περίοδο, κατανοημένο όχι κυριολεκτικά ως φροντίδα του εαυτού, αλλά ως γνώση κάποιου άλλου πράγματος σε σχέση με τον εαυτό, κάτι που στον εαυτό έχει μόνο προσωρινή κατοικία — δηλαδή το θείο.

Αυτή η φροντίδα του εαυτού είναι, επιπλέον, μια φροντίδα που είναι θεμελιωδώς αγκυρωμένη σε μια γνώση, σε μια θεωρητική ἐπιστήμη (epistēmē) — όπως λέει ο Foucault. Δηλαδή, σε μια θεωρητική γνώση, που θα έπρεπε, όπως λέει ο Foucault ακολουθώντας τον Hadot, να μεταφράζεται σε μια γνώση πνευματικότητας — δηλαδή σε μια πρακτική φιλοσοφία.

Αυτά που αντλώ από τη γνώση του θείου πρέπει να επιστρέφουν στη δική μου συμπεριφορά, σε εμένα τον Αλκιβιάδη, που θα γίνω ικανός να κάνω κάτι — να κυβερνήσω.

Αλλά, παρόλο που εδώ υπάρχει ένας προφανής δεσμός ανάμεσα στη φροντίδα του εαυτού και σε κάτι που, όπως ξέρουμε από τον Χάιντεγκερ, σημαίνει πολύ περισσότερα από την απλή θεωρία, και παρόλο που υπάρχουν όλα όσα τόνισα, παραμένει για τον Foucault η ιδέα ότι, τη στιγμή που εμφανίζεται αυτή η έννοια, είναι ήδη υποταγμένη στον πλατωνισμό, σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μέσα σε ένα θεωρητικό παιχνίδι περιοριστικό, δεσμευτικό, εντός μιας σειράς συνθηκών όπου η φροντίδα του εαυτού, κυριολεκτικά, δεν αναπτύσσεται ως φροντίδα του εαυτού.

Τι συμβαίνει στον Γρηγόριο Νύσσης;

Τι συμβαίνει, δηλαδή, εκεί όπου το γνῶθι σαυτόν αφομοιώνεται από τη χριστιανική σκέψη; Συμβαίνει κάτι διαφορετικό, αλλά αντίστοιχο, ανάλογο με αυτό που συμβαίνει στον πλατωνισμό: το γνῶθι σαυτόν «αιχμαλωτίζεται» με την έννοια της φροντίδας του εαυτού, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου ό,τι αφορά, ας πούμε, τη διαμόρφωση ή τη «φόρμα» της κίνησις σε μια ορισμένη κατεύθυνση, στοχεύει όχι στην αυτοτελή ολοκλήρωση αυτής της κίνησης, όχι στην πλήρωση της φθαρτότητας, αλλά στον εξαγνισμό αυτού του κινήματος εν όψει της επίτευξης μιας ευτυχισμένης ζωής σε μια άλλη διάσταση — στη μεταθανάτια ζωή, στη μεταφυσική υπέρβαση.

Άρα, και πάλι έχουμε το φαινόμενο μιας μείωσης της φροντίδας του εαυτού, μιας υποταγής της φροντίδας του εαυτού σε έναν σκοπό που δεν είναι ακριβώς η φροντίδα του εαυτού, αλλά η επίτευξη μιας άλλης ζωής.

Και εδώ, ωστόσο, αυτή η μείωση αποσκοπεί πάντα στο να μετατραπεί ένα «γνώρισμα γνώσης» σε ένα «γνώρισμα πνευματικότητας», δηλαδή μια θεωρία να γίνει αποτελεσματική στην πράξη· να μην νοηθεί η θεωρία ως καθαρή θεωρία, αλλά ως θεωρία που έχει συνέπειες στον τρόπο ζωής.

Εδώ το εννοιολογικό ζεύγος —που θα έχετε συναντήσει συνεχώς— «γνώση ως θεωρία» και «γνώση ως πνευματικότητα» σημαίνει φιλοσοφία ως θεωρητικό οικοδόμημα και φιλοσοφία ως τρόπος ζωής.

Σ’ αυτό το τόξο, που πηγαίνει από τον Πλάτωνα μέχρι τη χριστιανική σκέψη —και θα μπορούσε να δείξει κανείς πως η μεταγενέστερη ιστορία επαναλαμβάνει, με κάποιον τρόπο, τη διαλεκτική μεταξύ φροντίδας του εαυτού και γνώσης του εαυτού—, σύμφωνα με τον Foucault, σε ορισμένους συγγραφείς όπως ο Σοπενχάουερ (Schopenhauer), για παράδειγμα, ή ο Νίτσε (Nietzsche), ή άλλοι όπως ο Σέλλινγκ (Schelling) ή ο Χέγκελ (Hegel), δεν χάνεται εκείνη η ένωση ανάμεσα στη φιλοσοφία ως θεωρητικό σύστημα και τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής — μια ένωση που αντίθετα χάνεται στον Καρτέσιο.

Ο Foucault έχει, ας πούμε, μια αντίθεση προς τον Καρτέσιο, και γενικά, όπως ξέρετε, στη Γαλλία ο Καρτέσιος είναι ένα αναπόφευκτο σημείο αναφοράς.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ποιο είναι το ενδιαφέρον του Foucault ή ποια είναι η ανακάλυψη που κάνει διαβάζοντας, κυρίως, τον Pierre Hadot —τον οποίο έχω την εντύπωση ότι έχω ήδη αναφέρει— και το βιβλίο του δασκάλου του Hadot, δηλαδή του Πιερ Κουρσέλ (Pierre Courcelle), συγγραφέα ενός έργου που ονομάζεται Γνώρισε τον εαυτό σου. Ιστορία αυτής της ρήσης από την αρχαιότητα έως τον Άγιο Βερνάρδο (γνωστό και στα ιταλικά σε μεγάλη έκδοση).

Μελετώντας την περίοδο από τον Αλκιβιάδη μέχρι τον χριστιανισμό, χωρίς να είναι ελληνιστής αλλά εστιάζοντας ειδικά στο πρόβλημα της φροντίδας του εαυτού με τη μορφή της φροντίδας του σώματος —που, για τον Foucault, είναι ένα προνομιακό κανάλι για την ανίχνευση της δυναμικής του ζητήματος—, τι ανακαλύπτει ο Foucault;

Ανακαλύπτει ότι το πρόβλημα, έτσι όπως τίθεται στον Πλάτωνα, παραμένει και συνεχίζει, μέσα στους αιώνες και στις συζητήσεις, ακόμη και στις μεταγενέστερες σχολές. Το γνῶθι σαυτόν επανέρχεται σε όλες τις ελάσσονες σωκρατικές σχολές, στον Επικουρισμό, στον Στωικισμό, στη σκέψη της ύστερης αρχαιότητας, στον πρώιμο χριστιανισμό· και έτσι προσφέρει ένα κανάλι συνέχειας που μας επιτρέπει να ανασυγκροτήσουμε, μέσα στους αιώνες, την πορεία αυτής της σχέσης ανάμεσα στη φροντίδα του εαυτού και τη γνώση του εαυτού.

Αυτό που ανακαλύπτει ο Foucault —και που είναι πολύ ενδιαφέρον— είναι ότι, διατηρώντας ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο, σχηματίζοντας όλο το λεξιλόγιο που αρθρώνει τη φροντίδα του εαυτού και αναπτύσσοντας πλήθος τεχνικών, προτροπών, συστάσεων, συμβουλών με το όνομά τους, η ιδέα της φροντίδας του εαυτού, όπως την αντιλαμβάνεται ο Πλάτων, μετασχηματίζεται προοδευτικά.

Μετασχηματίζεται έτσι ώστε αυτή η φροντίδα του εαυτού να ανακτήσει τον χαρακτήρα της ως φροντίδας του εαυτού και να αποβάλει τον θεωρητικιστικό, πολιτικό και παιδαγωγικό καταναγκασμό στον οποίο την είχε υποβάλει ο Πλάτων.

Αποκτά συγκεκριμένες μορφές και συγκροτεί ένα δικό της λεξιλόγιο, που θα επαναλάβουν οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές, οι πατέρες της Εκκλησίας, όπου ξαναβρίσκουμε τις ίδιες λέξεις, αλλά και πάλι ενταγμένες σε μια θεωρητικιστική οπτική.

Έτσι, υπάρχει μια «χρυσή εποχή» της φροντίδας του εαυτού, που βρίσκεται ανάμεσα στον Πλάτωνα και στους Πατέρες της Εκκλησίας· και οι δύο την υποτάσσουν σε κάτι που δεν είναι η φροντίδα του εαυτού.

Πάνω σε αυτό εστιάζει την προσοχή του ο Foucault, μελετώντας τον Σενέκα, τον Επίκτητο, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Δίωνα Προυσαίο και άλλους.

Ο Foucault ανακαλύπτει ότι αυτοί οι συγγραφείς αποσπούν τη φροντίδα του εαυτού από το γνῶθι σαυτόν ή, καλύτερα, επανακαθορίζουν τη σχέση ανάμεσα στα δύο στοιχεία και δίνουν πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην πλευρά της φροντίδας παρά σε εκείνη της γνώσης.

Για παράδειγμα, ενώ στον Αλκιβιάδη η φροντίδα και η γνώση του εαυτού αποβλέπουν σε έναν πολιτικό σκοπό, στον Σενέκα, στον Δίωνα τον Προυσαίο, στον Επίκτητο, στον Μάρκο Αυρήλιο, η γνώση του εαυτού δεν στοχεύει στην καλή διακυβέρνηση· είναι κάτι που αφορά την κίνηση του βίου (κίνησις τοῦ βίου) στο σύνολό της.

Στον Αλκιβιάδη έχουμε την υποταγή της φροντίδας του εαυτού σε έναν παιδαγωγικό σκοπό και, άρα, τον περιορισμό της σε μια συγκεκριμένη φάση της ζωής. Ήδη στον Ἐπίκουρο, αλλά και σε όλους αυτούς τους συγγραφείς, έχουμε τη διατύπωση μιας αρχής όπως: «δεν είναι ποτέ πολύ νωρίς για να φροντίσει κανείς τον εαυτό του και δεν είναι ποτέ πολύ αργά για να αρχίσει να το κάνει».
Η φροντίδα του εαυτού δεν περιορίζεται στη φάση που πηγαίνει από την εφηβεία μέχρι τη στιγμή που κάποιος γίνεται πραγματικά κυβερνήτης, αλλά εκτείνεται σε όλο το τόξο της ζωής· πάντα και παντού πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας.

Τρίτο θεμελιώδες στοιχείο: η φροντίδα του εαυτού δεν είναι μόνο η γνώση του εαυτού, αλλά μια πειθαρχία που αφορά εκείνο το ὅλον που είναι η ανθρώπινη ζωή και που περιλαμβάνει ισότιμα όχι μόνο τη φροντίδα της ψυχής και του πνεύματος, αλλά και τη πειθαρχία του σώματος, ακόμη και τη πειθαρχία της σάρκας, τη χρήση των ηδονών, τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία. Και μάλιστα, πριν ακόμη από την άσκηση του νου, προηγείται η άσκηση του σώματος, που έπειτα μεταφράζεται σε μια σειρά από συστάσεις, τεχνικές, ασκήσεις, ἄσκησις· δεν αρκεί η μάθησις, χρειάζεται και η ἄσκησις.

Δεν αρκεί να μάθεις, πρέπει και να εξασκηθείς· έτσι αναπτύσσεται όλη μια πρακτική και θεωρητική γραμματεία συμβουλών, ώστε η φροντίδα του εαυτού να χάσει εκείνον τον θεωρητικιστικό χαρακτήρα που έχει στον Πλάτωνα και στους Πατέρες της Εκκλησίας, και να γίνει μια ολική φροντίδα του εαυτού.

Για αυτό ο Foucault την ονομάζει «χρυσή εποχή της φροντίδας του εαυτού», γιατί εδώ η φροντίδα του εαυτού ανθίζει πραγματικά σε όλο το εύρος των δυνατοτήτων της και δίνει τόπο σε μια πραγματική πραγματεία, που στο έργο Η χρήση των ηδονών (L’usage des plaisirs) και κυρίως στην Ἑρμηνευτική τοῦ ἑαυτοῦ (L’herméneutique du sujet) αρχίζει να αναλύει.

Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε εδώ, μιας και δεν υπάρχει χρόνος να μπούμε στη λεπτομέρεια των αναλύσεών του, είναι να καταστήσουμε ακόμη πιο σαφή —ελπίζω ήδη να έχει γίνει κατανοητή— τη διαφορά ανάμεσα στην ἐπιμέλεια ἑαυτοῦ και το γνῶθι σαυτόν: να δούμε πώς, πίσω από μια φαινομενική ταυτότητα λεξιλογίου που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις «τεχνικές του εαυτού», κρύβεται μια βαθιά διαφορά ανάλογα με το αν η φροντίδα του εαυτού νοείται σε μια θεωρητικιστική διάσταση ή σε μια ολική, ολοκληρωμένη διάσταση· αν νοείται ως απλή «γνώση» ή ως πραγματική «σοφία», ως γνώση που δεν παράγει μόνο μάθηση (μάθησις), αλλά και μέσω της άσκησης (ἄσκησις) έλεγχο του σώματος.

Αν, για παράδειγμα, από το γεγονός ότι πρέπει να φροντίζουμε τον εαυτό μας και άρα την ψυχή μας, προκύπτει η πράξη που ονομάζεται ἐπιστρέφειν ή se convertere, η επιστροφή στον εαυτό· αυτό το έχουμε ήδη δει και στον Heidegger. Ποια είναι η διαφορά;
Βλέπουμε το ἐπιστρέφειν τόσο στον Πλάτωνα όσο και στους συγγραφείς της «χρυσής εποχής» και στον Γρηγόριο Νύσσης και στους άλλους συγγραφείς της Πατρολογίας· πίσω από την ταυτότητα του όρου, υπάρχει βαθιά διαφορά.

Το πλατωνικό ἐπιστρέφειν —η se convertere του σωκρατικού-πλατωνικού Ἀλκιβιάδη— είναι μια επιστροφή στον εαυτό για να αναζητήσουμε μέσα μας αυτό που στην πραγματικότητα δεν είμαστε: δηλαδή το θείο, που λειτουργεί ως ιδεώδης καθρέφτης. Άρα το ἐπιστρέφειν σημαίνει επιστροφή στον εαυτό που δεν είναι ακριβώς επιστροφή στον εαυτό, αλλά επιστροφή στο θείο.

Το ίδιο, με θρησκευτική χροιά, στον Γρηγόριο Νύσσης και στους Πατέρες της Εκκλησίας: το να επιστρέφεις στον εαυτό σημαίνει να επιστρέφεις σε εκείνη την πνευματικότητα που μας φέρνει σε επαφή με έναν τρόπο ζωής που δεν είναι ο εγκόσμιος.

Αντίθετα, το να επιστρέφεις στον εαυτό, όπως το βρίσκουμε στον Σενέκα, στον Πλούταρχο ή στον Ἐπίκτητο, είναι μια επιστροφή που γίνεται «ἐπὶ τόπου», που αναγκάζει την ψυχή να συγκεντρωθεί στον εαυτό της, να σταθεί στον άξονά της και να μην έχει άλλο σκοπό ή τέλος παρά μόνο τον εαυτό της· να εγκατασταθεί και να κατοικήσει σταθερά στον εαυτό της.

Ο σκοπός του ἐπιστρέφειν στην «χρυσή εποχή» της φροντίδας του εαυτού δεν είναι να βρεθεί μέσα μας ένα εφαλτήριο προς την υπέρβαση, αλλά να καθιερωθεί ένα δίκτυο σχέσεων με αυτό που πραγματικά είμαστε — πρωτίστως εκείνη η πρακτική-αποφασιστική σχέση που ανέφερα μιλώντας για τον Heidegger.

Χρειάζεται να καθιερωθεί αυτό το δίκτυο σχέσεων για να γίνουμε κυρίαρχοι του εαυτού μας, για να έχουμε τέλεια αυτοκυριαρχία, για να είμαστε πλήρως ανεξάρτητοι και να ανήκουμε ολοκληρωτικά στον εαυτό μας· να επιστρέφουμε στο «οἰκεῖον» που δεν είναι το θείο, αλλά βρίσκεται μέσα μας.

Όταν κάποιος επιστρέφει έτσι στον εαυτό του, στον Σενέκα, για παράδειγμα, αυτή η κατοχή του εαυτού περιγράφεται με όρους απόλαυσης: σαν να αντλεί κανείς από τον εαυτό του την ίδια του την ηδονή και να βρίσκει μέσα του ένα είδος βούλησης.

Άλλο θεμελιώδες σημείο: λέγαμε ότι στον Ἀλκιβιάδη…

Συνεχίζεται

ΤΟ ΔΗΛΩΜΕΝΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ : Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΤΟΥ ΝΟΥ.