Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Για την προπτωτική ύπαρξη του γνωμικού θελήματος – “οι εναντιογνωμίτες”

 Περί υγειούς γνωμικού Θελήματος, συζήτηση στο αντίφωνο, 20/9/2026.

Ρέτουλας Χρήστος 15 Οκτωβρίου 2026 στο 2:32 ΜΜ

Πάτερ Νικόλαε,

Είμαι της άποψης ότι το θεμέλιο των θέσεών σας είναι μία εξισωτική ταύτιση: «Το γνωμικό θέλημα είναι το προσωπικό θέλημα. Είναι το πώς θέλει.» Ο Άγιος Μάξιμος όμως δεν την κάνει· αντιθέτως, την αποκλείει.

Ο Άγιος διακρίνει τρία πράγματα, και η εξίσωσή σας τα συγχέει.

Το θέλειν είναι της φύσεως: «Φύσεως οὖν τὸ θέλειν; — Ναί, τὸ ἁπλῶς θέλειν, φύσεως».
Το πώς θέλειν δεν είναι δεύτερο θέλημα, αλλά τρόπος χρήσεως του ενός: «Οὐ ταὐτὸν τὸ θέλειν καὶ τὸ πῶς θέλειν… τὸ δὲ πῶς θέλειν… τρόπος ἐστὶ τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν χρήσεως».
Και άλλο το θέλημα, άλλο το θελητόν: «Οὐ ταὐτὸν γὰρ τὸ τοῦ θέλοντος θέλημα, καὶ τὸ θελητόν» (Ζήτησις μετὰ Πύρρου).

Τη γνώμη την τοποθετεί στον τρόπο και αρνείται να την πει θέλημα: «οὐ δυνατὸν γνωμικὸν λέγειν θέλημα· πῶς γὰρ ἐκ θελήματος θέλημα προελθεῖν ἐνδέχεται;». Λέγεται σε μας «τρόπος οὖσα χρήσεως, οὐ λόγος φύσεως, ἐπεὶ καὶ ἀπειράκις μετέβαλεν ἡ φύσις». Και όσοι την αποδίδουν στον Χριστό, «ψιλὸν αὐτὸν δογματίζουσιν ἄνθρωπον, βουλευτικῶς διατιθέμενον καθ’ ἡμᾶς, ἀγνοοῦντά τε καὶ ἀμφιβάλλοντα» (PG 91, 308–309). Όπου πάλι μιλά για «θέλημα γνωμικόν», το ορίζει με την ηδονή — ηδονή της πτώσεως, κατά την ανάγνωσή μου: «ἡ τῶν καθ’ ἡδονὴν συναγερτικῶν ποιὰ καὶ διάφορος κίνησίς τε καὶ ὄρεξις».


Λέτε ότι «αυτό που ονομάζεται υποστατικό ή γνωμικό… χαρακτηρίζει μόνο μια συγκεκριμένη υπόσταση», και το αρνείστε μόνο για τον Χριστό. Ο Άγιος αρνείται την ίδια την κατηγορία: «Τοῦτο τὸ ἓν θέλημα ἢ φυσικὸν ἢ ὑποστατικὸν ἀνάγκη… λέγειν». Αν είναι υποστατικό, πρέπει «διὰ τὰς ἁγίας τρεῖς ὑποστάσεις τρία λέγειν καὶ τὰ θελήματα». Έτσι εισάγει κανείς «Σαβελλίου τε τὴν συναίρεσιν καὶ Ἀρείου τὴν διαίρεσιν» (Κεφάλαια δέκα περὶ τῶν δύο θελημάτων, δ΄ και ι΄). Είναι η κατηγορία που ο Άγιος αναιρεί στη διαμάχη με τους μονοθελήτες, και δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να γίνει δεκτή όταν εφαρμόζεται στον άνθρωπο αντί για τον Χριστό.

Το δίλημμα που θέτετε, νομίζω, δεν ευσταθεί: είτε ο Αδάμ αμάρτησε κατά φύσιν είτε έγινε πρόσωπο τη στιγμή που αμάρτησε.

Στον Παράδεισο υπήρχαν το πρόσωπο, το πώς του και τα θελητά του. Ο Αδάμ κοίταζε τα πουλιά, η Εύα περπατούσε. Όλα αυτά υπήρχαν ελεύθερα, ελευθερότερα μάλιστα, μέσα στο θέλημα του Θεού που αργότερα ονομάστηκε θέλημα κατ’ ευδοκίαν. Όμως, αυτό δεν είναι εκείνο το οποίο ο Μάξιμος ονομάζει γνώμη — και δυστυχώς πολλοί των συγχρόνων νομίζουν ότι η γνώμη είναι η ελεύθερη βούληση (κατά την Φραγκική θεολογία και φιλοσοφία). Ο Άγιος μάς προειδοποιεί ότι «ἡ ὁμωνυμία αἴτιον πολλάκις πλάνης γίνεται», και ότι «οὐ γὰρ περὶ φωνῶν ὁ λόγος τοῖς Πατράσιν, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων».
– Η θέληση δεν μπορούσε να πέσει όσο δεν στρεφόταν προς την απόκτηση φυσικής ισοθεΐας αντί της ενεργειακής υιοθεσίας εκ του Πατρός, δια του Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι. Η τρεπτότητα επιτράπηκε για να γνωρίσει ο άνθρωπος ότι δεν είναι Θεός κατ’ ουσίαν και ότι ρίζα του είναι το μηδέν.
– Δεν εμπιστεύθηκαν τον Θεό, έφαγαν και αρνήθηκαν τελικά και αυτήν τη μετάνοια. Αυτή είναι η γένεση της γνώμης, και, όπως διδάσκει ο μακαριστός π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, του υποσυνειδήτου.
– Δεν γίνεται πρόσωπο ο άνθρωπος από την αμαρτία· γίνεται η γνώμη.

Κατανοώ την ανησυχία σας. Μέσα στη δυτική οντολογική πραγματικότητα στην οποία ζούμε, είναι πολύ εύκολο να ολισθήσουμε σε μια καθολική ερμηνεία του φυσικού θελήματος ως ενός είδους ρομποτικής, εφαρμοσμένης πλέον στον άνθρωπο. Ωστόσο, αυτό δεν είναι λόγος να προστρέξουμε στο άλλο άκρο του διπόλου. Επεκτείνοντας το γνωμικό θέλημα μέσα στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, φαίνεται να νοείτε τη φύση χωρίς γνώμη ως απρόσωπη. Το «δηλαδή» σας το δείχνει: «επινόησε το γνωμικό θέλημα, δηλαδή έγινε πρόσωπο». Γι’ αυτό και συνδέετε τη φύση χωρίς γνώμη με τον βουδισμό: «Αν ο άνθρωπος κόψει το θέλημά του… περνάει στον χώρο του βουδισμού». Αυτή όμως είναι η ουσιοκρατική αντίληψη, η απολυτότητα στην έλλειψη διαφορετικότητας, που έτσι μεταφέρεται στην παραδείσια κατάσταση. Ο ουσιοκράτης υπηρετεί τον ατομικιστή και αντιστρόφως: η γνώμη γίνεται αναγκαία στον Παράδεισο μόνο όταν η φύση έχει πρώτα νοηθεί απρόσωπη. Ο Άγιος δεν χρειάζεται κανένα από τα δύο. Τη διαφορά των προσώπων τη δίνει στον τρόπο, όχι σε δεύτερο θέλημα: «τὸ δὲ πῶς θέλειν… μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσὸν καὶ τῶν ἄλλων αὐτὸν χωρίζον» (Ζήτησις μετὰ Πύρρου).

Η εντολή της μη βρώσεως δεν έθεσε τον Αδάμ μπροστά σε επιλογή ανάμεσα σε ουσιοκρατικό φυσικό και ατομικιστικό θέλημα τοποθετώντας τον σε κάποιο τρίτο, ουδέτερο, «αντικειμενικό» σημείο επί κάποιου όρους ή επί του πτερυγίου του ιερού (πρβλ. Ματθ. 4,5.8). Δεν του λέει: «από τη μία είναι η υγεία και από την άλλη η αρρώστια· διάλεξε» (διαρχία γνωστικιστικού τύπου). Αλλά σαν να του λέει: «τώρα ζεις με Εμένα και δύνασαι να ζεις αιωνίως με Εμένα· δύνασαι όμως και να ζεις κατά κόσμον, με την υγεία και την αρρώστια όπως τις δίνει ο κόσμος». Και επειδή ο άνθρωπος έπρεπε να γνωρίσει την κτιστότητα της ουσίας του, είτε με υπομονή (Βασιλεία, Ζωή) είτε με παρακοή (πτώση, θάνατος), του φανέρωσε τη δυνατότητα γένεσης της γνώμης σύμφωνα με το Ξύλο της Γνώσεως Καλού-Κακού — ενώ ο άνθρωπος εξασκούσε το φυσικό θέλημα. Και ακριβώς γι’ αυτό το φυσικό κτιστό ανθρώπινο θέλημα θα ήταν πλήρες (όχι απλώς «καλά λίαν») όταν ο άνθρωπος γνώριζε και αποδεχόταν την κτιστότητα, και όχι την ισοθεΐα, της ουσίας του. Αυτή η αποκάλυψη είναι και το μεγαλείο της θείας Αλήθειας και Αγάπης προς τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, λοιπόν, ή θα ζούσε εξ αρχής εν Ζωή, φυσικώς και ελευθέρως, με τη θεωτική στήριξη του Θεού, ή στον μεταπτωτικό κύκλο ζωής-θανάτου, με αμαυρωμένη τη φύση και το κατά Θεόν φυσικό θέλημα, μέσα στον ατέρμονα, ουροβόρο κύκλο του κτιστού καλού-κακού, ο οποίος θα διεκόπτετο με τον θάνατο. Η επιλογή στον Παράδεισο δεν ήταν μεταξύ Καλού και Κακού (ούτε, αντίστοιχα, μεταξύ Φυσικού και Ατομικού Θελήματος) αλλά μεταξύ ΖΩΗΣ και ζωής βασισμένης στην επιλογή καλού και κακού. Για αυτό δεν υπάρχει Δέντρο Γνώσεως Καλού και Δέντρο Γνώσεως Κακού, αλλά Ξύλο Ζωής και Ξύλο Γνώσεως Καλού-Κακού.

Η διαφοροποίηση φυσικού και γνωμικού θελήματος είναι μεταπτωτική, και αντιστοιχεί στη διαφοροποίηση του θείου θελήματος: του κατ’ ευδοκίαν από τη μία, του κατ’ οικονομίαν και κατά παραχώρησιν από την άλλη.

Κανείς δεν μπορεί να καταργήσει το θέλημα. Το φυσικό μένει αυτεξούσιο και ενεργό: «οὐ μόνον ἡ θεία καὶ ἄκτιστος φύσις οὐδὲν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ’ οὐδὲ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή». Στη θέωση, κατά τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, ο άνθρωπος κινεί το Πνεύμα και κινείται απ’ Αυτό. Κόβεται η γνώμη, όχι το θέλημα. Το θέλημα αποκαθίσταται στην κατά Θεό, δηλαδή, την φυσική του λειτουργία. Το είπατε κι εσείς: «Εκχωρούμε το αυτεξούσιο στο θέλημα του Θεού». Το αυτεξούσιο εκχωρείται, όχι αυτό που ο Μάξιμος ονομάζει γνώμη.

Ας μείνει η συζήτηση στα κείμενα του Αγίου ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΘΟΝΗΟΝ ΟΝ ΗΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ· οι αναφορές σε κατάθλιψη και ψυχολογικές ανάγκες δεν μας βοηθούν να τα κατανοήσουμε.

Με εκτίμηση εν Χριστώ,
Ρέτουλας Χρήστος

ΣΧΟΛΙΟ: Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ. ΟΜΩΣ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΑΛΛΟ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑ ΟΧΙ Η ΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: