Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Η συμβολή του Yves Congar στον διάλογο ορθοδόξων και καθολικών 1

Η συμβολή του Yves Congar στον διάλογο ορθοδόξων και καθολικών 1

https://anixtiorizontes.gr/culture/i-symvoli-tou-yves-congar-ston-dialogo-orthodokson-kai-katholikon/


Του Σταύρου Γιαγκάζογλου, Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην παρούσα μελέτη προτίθεμαι να παρουσιάσω τις σκέψεις και τις προτάσεις ενός μεγάλου θεολόγου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, του αείμνηστου Yves Congar, του οποίου η συμβολή στην εκκλησιολογία και στον οικουμενικό διάλογο, κυρίως στον θεολογικό διάλογο μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών, της Ρωμαιοκαθολικής και της Oρθόδοξης, υπήρξε σημαντική αμέσως μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του Yves Congar και στην πνευματολογία, αλλά προτίμησα να αναφερθώ στο καίριο όραμα και στην αγωνία του για το γεγονός της Εκκλησίας και τη χριστιανική ενότητα.

Ο βίος και το έργο του Yves Congar


O Yves Congar γεννήθηκε το 1904 στο Sedan (Ardennes) στη Βόρεια Γαλλία κοντά στα βελγικά σύνορα. Στη γενέτειρα πόλη του έζησε τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τον οποίο και κατέγραψε σε ημερολόγιο με τα μάτια ενός παιδιού. Στο Sedan, πόλη με προτεσταντικό και ρωμαιοκαθολικό πληθυσμό, είχε και τις πρώτες εμπειρίες του από τον κόσμο της Μεταρρύθμισης, οι οποίες αργότερα θα του εμφυσήσουν την έγνοια για την αποκατάσταση της ενότητας των χριστιανών μέσω του διαλόγου και της οικουμενικής κίνησης1 . Αρχικά ο νεαρός Congar ακολούθησε ιερατικές σπουδές στο σεμινάριο της Reims το 1921 και κατόπιν στο σεμινάριο των Carmes στο Καθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού, όπου θα γνωρίσει τη θωμιστική φιλοσοφία μέσα από τα έργα των Jacques Maritain και Réginald Garrigou-Lagrange. Ωστόσο, διαβάζοντας το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και κυρίως την ιερατική προσευχή του Χριστού στο κεφ. 17, όπου η οικονομία του Θεανθρώπου στον κόσμο κορυφώνεται στο «ἵνα ὧσιν ἕν» (Ιω 17:11, 21-23) και η σχέση Υιού και Πατρός αντικατοπτρίζει την ενότητα της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού, ο νεαρός σεμιναριστής έρχεται αντιμέτωπος για πρώτη φορά με το αγωνιώδες ζήτημα της διαίρεσης των χριστιανών. Έκτοτε και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Yves Congar θα έχει ως κεντρική ενασχόληση στη ζωή και στο θεολογικό του έργο το πρόβλημα της ενότητας των χριστιανών2 .

Μετά τη στρατιωτική του θητεία το 1925 εισέρχεται στο τάγμα των Δομινικανών στην Amiens και, ακολούθως, πραγματοποιεί μεταξύ των ετών 1926-1931 θεολογικές σπουδές στην περίφημη θεολογική σχολή των Δομινικανών του Παρισιού, γνωστή ως Le Saulchoir, η οποία, λόγω ενός αντικληρικαλιστικού νόμου της Γαλλίας, μεταφέρθηκε για ένα διάστημα στο Βέλγιο, δίπλα στην πόλη Tournai. Στη σχολή του Saulchoir μαθητεύει, μεταξύ άλλων, κοντά στον μεσαιωνιστή Marie-Dominique Chenu. Στη σχολή αυτή, κυριαρχεί ήδη η έμφαση στην ιστορία της θεολογίας, την οποία επεξεργάζεται το πρωτοποριακό θεολογικό ρεύμα της nouvelle théologie3 . Ήδη από το 1928 εργάζεται στο πλαίσιο της ενότητας των χριστιανών και η διατριβή του έχει τον τίτλο «L’Unité de l’Église». Το 1930 χειροτονείται ιερέας και από το 1932, έχοντας λάβει τον μεταπτυχιακό τίτλο του «λεκτοράτου», διδάσκει εκκλησιολογία στην ίδια σχολή. Συνάμα, πραγματοποιεί συμπληρωματικές σπουδές στο Καθολικό Ινστιτούτο και στην Προτεσταντική Θεολογική Σχολή του Παρισιού.

Από το 1935 είναι γραμματέας του σημαντικού περιοδικού Revue des sciences philosophiques et théologiques και συμμετέχει στην κίνηση των Jeunes Ouvriers Chrétiens. Το 1937 ιδρύει τη σειρά Unam Sanctam στον εκδοτικό οίκο Cerf, δημοσιεύοντας το πρώτο σημαντικό θεολογικό του έργο με τίτλο Chrétiens désunis. Principes d’un «œcuménisme» catholique. Επρόκειτο αρχικά για οκτώ διαλέξεις που έδωσε ο Congar το 1936 στη βασιλική της Μονμάρτης κατά την εβδομάδα προσευχής για τη χριστιανική ενότητα. Το έργο του αυτό θα συζητηθεί ευρέως και θα καταστήσει τον Congar ύποπτο στη Ρώμη, η οποία υποβλέπει τον οικουμενισμό, απαγορεύοντας κάθε συμμετοχή των ρωμαιοκαθολικών στην οικουμενική κίνηση. Ο νεαρός Congar θεωρεί ότι η αληθινή Εκκλησία δεν είναι μουσειακό απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά διαρκώς ανακαινίζεται στο εκάστοτε ιστορικό παρόν. Με την κατάληψη της Γαλλίας από τους Γερμανούς το 1939, ο Congar συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται στα 1940-1945 σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στο κάστρο Colditz στην ανατολική Πρωσία, όπου συχνά κάνει ομιλίες ενάντια στη ναζιστική ιδεολογία. Επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία, αναλαμβάνει τα διδακτικά του καθήκοντα στη σχολή του Saulchoir, η οποία μεταφέρθηκε πλέον στο Étiolles κοντά στο Παρίσι. Ο Congar παρεμβαίνει στα θεολογικά και εκκλησιαστικά πράγματα, δημοσιεύοντας στο περιοδικό Témoignage chrétien πληθώρα επίκαιρων άρθρων και μελετών για τη θέση του λαϊκού στοιχείου στην Εκκλησία. Το 1948 ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ εκ μέρους του ΠΣΕ καλεί σε συνάντηση εργασίας στη Γενεύη δώδεκα θεολογικές προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων και τον Yves Congar. Το γεγονός αυτό, παρά την αντίδραση της Ρώμης, έδειξε πόσο πολύ εκτιμούσαν οι οικουμενικοί κύκλοι τον Γάλλο θεολόγο4 . Το 1951 συμμετέχει ως ειδικός στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο των ρωμαιοκαθολικών για την αποστολή των λαϊκών. Αργότερα και μετά την εμπειρία της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-1965) ο Congar θα προχωρήσει σε μια πληρέστερη κατανόηση του λαϊκού στοιχείου, εντάσσοντάς το στην εκκλησιολογική σημασία του Λαού του Θεού.

Για τον Congar «μόνο μια Εκκλησία, η οποία αναγνωρίζει τα λάθη της, είναι σε θέση να παρέχει το κριτήριο της αλήθειάς της». Πρόκειται για την αντιστροφή του απολογητικού και θριαμβολογικού πνεύματος, το οποίο κυριαρχούσε ακόμη στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ο Congar έθετε στη δημόσια συζήτηση ως βασική αρχή του οικουμενισμού την «εκκλησιαστική μετάνοια». Μονάχα μία Εκκλησία, η οποία είναι «πτωχή και αφοσιωμένη στη διακονία» και έχει συνείδηση των αδυναμιών και ελλείψεών της, είναι σε θέση να φανεί αλληλέγγυα με τον κόσμο, καθ’ οδόν προς τη Βασιλεία. Ήδη μετά την απελευθέρωσή του ο Yves Congar καθίσταται ύποπτος επί οικουμενισμώ και τίθεται σε δυσμένεια από τη ρωμαϊκή κουρία. Το πράγμα γίνεται έκδηλο, όταν το 1950, λίγο μετά την παπική εγκύκλιο Humani generis, δημοσιεύει ένα από τα θεμελιώδη έργα του με τίτλο Vraie et fausse réforme dans l’Église, σε μια εποχή όπου και η λέξη «μεταρρύθμιση» έμοιαζε ταμπού. Είναι η περίοδος εκείνη, κατά την οποία ο πάπας Πίος ΧΙΙ, χρησιμοποιώντας το αλάθητο, διακήρυξε το δόγμα της μετάστασης της Θεοτόκου (Assomption) ως συμπλήρωμα της αμιάντου συλλήψεως, σκανδαλίζοντας κυρίως τους προτεστάντες. Συνάμα, η Instruction Ecclesia Catholica απαγόρευε στους ρωμαιοκαθολικούς να λαμβάνουν μέρος στην οικουμενική κίνηση. Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται προσωπικά στην περίπτωση του Congar, ο οποίος υποχρεώνεται να υποβάλλει όλα του τα κείμενα στη λογοκρισία του Βατικανού. Το 1953 με τη δημοσίευση του βιβλίου του Jalons pour une théologie du laïcat και με την υποστηρικτική του δράση προς τον κύκλο των ιερέων-εργατών, ο Congar παραγκωνίζεται βάναυσα από τις ρωμαιοκαθολικές Αρχές, όπως και ο δάσκαλός του Marie-Dominique Chenu. Έτσι, το 1954, εξορίζεται στη Βιβλική Σχολή των Ιεροσολύμων και το 1955 τίθεται υπό αυστηρό περιορισμό σε μοναστήρι στο Καίμπριτζ. Το 1956 μεταβαίνει στη μονή των Δομινικανών στο Στρασβούργο, δίχως δικαίωμα διδασκαλίας και συμμετοχής σε οικουμενικές δράσεις.

Από το 1960, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Ήδη νωρίτερα, όταν ο Angelo Roncalli, μετέπειτα πάπας Ιωάννης ΧΧΙΙΙ, ήταν νούντσιος του Βατικανού στο Παρίσι, διάβαζε και σχολίαζε με ιδιαίτερη προσοχή το βιβλίο του Congar για την αληθή ή ψευδή μεταρρύθμιση στην Εκκλησία. Το έργο αυτό επρόκειτο να προετοιμάσει την ίδια τη σύγκληση της Β΄ Βατικανής Συνόδου. Η Β΄ Βατικανή σύνοδος υπήρξε κορυφαίο ιστορικό γεγονός, καθορίζοντας με ανεπίστροφο τρόπο τις εκκλησιαστικές και θεολογικές εξελίξεις στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και όχι μόνο. Ο Yves Congar διορίζεται από τον πάπα Ιωάννη τον ΧΙΙΙ σύμβουλος μαζί με τον Henri de Lubac στην προπαρασκευαστική θεολογική επιτροπή της Συνόδου, στην οποία και θα συμμετάσχει ως ειδικός. Ο Congar, από την αρχή έως το τέλος της Συνόδου ήταν πάντοτε παρών στις εργασίες της. Εν τέλει, δεν υπήρξε απλώς ένας ειδικός ή θεσμικός σύμβουλος της Συνόδου, αλλά και ένας υπεύθυνος μάρτυρας και διάκονος της βαθιάς ανανέωσης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, την οποία κόμιζε η Β΄ Βατικανή Σύνοδος5 . Με την καίρια συμβολή του διάνοιξε τη Β΄ Βατικανή προς τις βιβλικές, πατερικές και λειτουργικές πηγές της ενιαίας Παράδοσης της αδιαίρετης Εκκλησίας, αλλά και προς τη σημασία της επισκοπικής συλλογικότητας, ισορροπώντας κατά κάποιο τρόπο τον απόλυτο και συγκεντρωτικό χαρακτήρα του παπικού πρωτείου στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία. Ωστόσο, για τον δομινικανό θεολόγο δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στις πηγές της ενιαίας Παράδοσης, ούτε και αποκατάσταση της ενότητας δίχως τον οικουμενικό διάλογο, δίχως τους άλλους χριστιανούς. Για τον λόγο αυτό, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος, πρωτίστως χάρις στον Congar, εγκαινίασε ένα πρωτόγνωρο άνοιγμα προς τις άλλες χριστιανικές Ομολογίες και ιδιαίτερα προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Για τον Congar η κίνηση ad extra, προς τους άλλους χριστιανούς, είχε ως προϋπόθεση μια βαθιά ανανέωση ad intra. Πέραν από το ανανεωτικό θεολογικό, ποιμαντικό και εκκλησιολογικό περιεχόμενο των αποφάσεών της, η Σύνοδος αυτή εγκαινίασε ένα νέο ύφος, έναν νέο λόγο, έναν νέο τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων. Επρόκειτο για μια προσπάθεια διαλόγου και αποστολής προς τον κόσμο. Ο ίδιος ο Congar ομολογεί ότι μια σειρά από ζητήματα παρέμειναν ανολοκλήρωτα ή ατελή, όπως η μυστηριακή βάση της θεολογίας της Εκκλησίας, η θεολογία των τοπικών Εκκλησιών, η θεολογία των λειτουργημάτων, η θέση των γυναικών σε όλο το εύρος της ζωής της Εκκλησίας, η θέση και το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης σε σχέση με την κοινωνία των Εκκλησιών και τη συλλογικότητα των επισκόπων6 . Ως ένας θεμελιώδης θεολογικός πυλώνας της Συνόδου, ο Yves Congar αναγνωρίζεται έκτοτε και καθιερώνεται δημόσια ως σημαντικός θεολόγος και πρωτοπόρος του οικουμενισμού στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δημοσιεύοντας πληθώρα μελετών και βιβλίων και συμμετέχοντας σε διάφορες διαχριστιανικές συναντήσεις.

Μαζί με τους Marie-Dominique Chenu, Henri de Lubac, Jean Daniélou, Hans Urs von Balthasar και άλλους θεολόγους από το ρεύμα της nouvelle théologie, ο Yves Congar επανεισάγει με το δικό του ιδιαίτερο έργο την ιστορία στη θεολογική έρευνα και μεθοδολογία. Για τον Congar δεν υφίσταται αποκεκαλυμμένη θεολογία. Υπάρχει μόνον η Αποκάλυψη, η οποία ενσωματώνεται στην ιστορία και στη ζωή των ανθρώπων. Η δε ιστορία των ανθρώπων είναι αχώριστη από την ιστορία της σωτηρίας, η οποία με τη σειρά της αφηγείται, αλλά και εκτίθεται στο απρόβλεπτο των γεγονότων και των ορίων της γλώσσας. Με την ίδρυση και διεύθυνση της σειράς Unam Sanctam συνέβαλε καθοριστικά στη σύγχρονη θεώρηση της εκκλησιολογίας. Υπήρξε ο πρώτος ρωμαιοκαθολικός θεολόγος, ο οποίος προσέδωσε θετική θεολογική αξία στον οικουμενισμό. Με καινοτόμο τρόπο δεν θεωρεί την ένωση των Εκκλησιών ως απλή επιστροφή των μη ρωμαιοκαθολικών στη Ρώμη, αλλά ως δυνατότητα ποιοτικής ανάπτυξης της καθολικότητας. Η στάση αυτή στρέφεται ευθέως κατά του συντηρητικού και παραδοσιοκρατικού κινήματος (intégrisme), το οποίο αντιτίθετο στο άνοιγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο και στην αρξάμενη οικουμενική κίνηση. Το έργο του Congar δεν επηρέασε μόνο τον πάπα Ιωάννη ΧΧΙΙΙ, αλλά και τον Παύλο VI, καθώς και τον μετέπειτα πάπα Ιωάννη Παύλο II.

Ο Yves Congar, επιδεικνύοντας τον ίδιο ζήλο για την Εκκλησία και για τον σύγχρονο κόσμο, σημάδεψε βαθιά τη θεολογική σκέψη του 20ου αιώνα. Η εμπεριστατωμένη σπουδή της ιστορίας, η γνώση των βιβλικών και πατερικών πηγών, αλλά και του χριστιανικού Μεσαίωνα, βοήθησε τον Congar να προετοιμάσει θεολογικά τα μεγάλα κείμενα της Β΄ Βατικανής για την Αποκάλυψη του Θεού στην ιστορία, την Εκκλησία ως κοινωνία, τον οικουμενισμό, την αποστολή των λαϊκών και των κληρικών. Το 1980 εισήχθη σε νοσοκομείο, λόγω νευρολογικής πάθησης, η οποία από το 1984 δεν του επέτρεψε πλέον να εργαστεί. Ένα έτος πριν τον θάνατό του εξελέγη καρδινάλιος και άφησε την τελευταία πνοή του το 1995 σε νοσοκομείο του Παρισιού σε ηλικία 91 ετών.

Ο Yves Congar και η Ορθόδοξη Παράδοση της Εκκλησίας

Μολονότι το οικουμενικό ενδιαφέρον του Yves Congar στράφηκε αρχικά στον Προτεσταντικό χώρο, εν τέλει μετακινήθηκε προς την Ορθόδοξη Παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας. Μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, σε μια περίοδο αμηχανίας για τον Ρωμαιοκαθολικό κόσμο, ο Yves Congar θεώρησε ότι η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ενώ πλησίασε πάρα πολύ στον Προτεσταντισμό, έδειχνε να απομακρύνεται από την Ορθοδοξία. Κατά τη μαρτυρία του ιδίου, «η Καθολική Εκκλησία γνωρίζει σήμερα ένα είδος Aufklärung, που την οδηγεί αναμφίβολα στον Προτεσταντισμό με όλα τα καλά και όλα τα αμφισβητούμενά του… Ανήκω σε εκείνους για τους οποίους το άνοιγμα στα ζητήματα της Μεταρρύθμισης και στα αιτήματα του σύγχρονου κόσμου απαιτεί να μην θυσιάζεται ούτε η παρούσα πραγματικότητα, αλλά ούτε και η προοπτική της βαθιάς προσέγγισης και επικοινωνίας της καθολικής πίστης και ιδιοπροσωπίας με τους ορθόδοξους»7 .

Η πρώτη προσέγγιση του Congar με την Ορθοδοξία έγινε αρχικά στο πλαίσιο του ουνιτικού Ρωσικού σεμιναρίου του Αγίου Βασιλείου της Λίλλης, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στο Saulchoir στο Βέλγιο και κατόπιν στο Βελγικό μοναστήρι του Chevetogne, το οποίο εξέδιδε το περιοδικό Irénikon. Το Ρωσικό σεμινάριο του Αγίου Βασιλείου ιδρύθηκε το 1923 και λίγο αργότερα μετατράπηκε στο γνωστό ερευνητικό κέντρο των Δομινικανών Istina για την ορθόδοξη Ρωσία (1927), εκδίδοντας το περιοδικό Russie et Chrétienté, μετέπειτα Istina (1954) με διευθυντή τον Christophe-Jean Dumont. Ο ίδιος ο Congar θα συμβάλει σημαντικά στη μετάβαση του κέντρου αυτού από τον ουνιτισμό στον οικουμενισμό8 . Κατά την περίοδο αυτή ο νεαρός Δομινικανός έρχεται σε επαφή με τη λειτουργική παράδοση της Ορθοδοξίας, γοητεύεται από το έργο του F. Dostoïevski στον οποίο συχνά παραπέμπει («Ο μύθος του Μ. Ιεροεξεταστή» στους Αδελφούς Καραμαζώφ, Ο Ηλίθιος, Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα) και συνάμα μελετά το έργο των V. Soloviev, I. Kireevski, N. Danilevski, L. Karsavin και I. Samarine.

Στο Παρίσι ο Congar θα σχετιστεί με τους γαλλορωσικούς κύκλους και θα γνωρίσει τον Nicolas Berdiaev, τον A. Kartachev, τον Serge Boulgakov, τον Lev Gillet, τον Georges Florovsky, τον Alexandre Schmemann, τον Jean Meyendorff, τον Paul Evdokimov, τον Vladimir Lossky, τον Antoine Kartachev, τον Basile Zenkovsky, τη Myrrha Lot-Borodine, τον Serge Verkhovsky, τον Nicolas Arseniev, τον Léon Zander, τον Nicolas Afanassiev και άλλους θεολόγους του Ορθόδοξου Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου, είτε απευθείας είτε μέσω οικουμενικών δράσεων και συναντήσεων9 . Ο Congar θα πυκνώσει τις επαφές με τους ορθοδόξους και θα μελετήσει επισταμένως την ιστορία του σχίσματος ως την πλέον οδυνηρή περίοδο χωρισμού των δύο Εκκλησιών στον 11ο αιώνα10 . Στο Καθολικό Ινστιτούτο θα γνωρίσει ακόμη τον Albert Gratieux και κοντά του ο νεαρός Congar θα ξεκινήσει την εκμάθηση της ρωσικής και θα εντάξει στη σειρά «Unam Sanctam» τέσσερα μελετήματα του Albert Gratieux για τον A.S. Khomiakov και το κίνημα των Σλαβοφίλων11 . Η σλαβόφιλη ιδέα του Sobornost φαίνεται να επηρέασε τον Congar και να τον προσανατόλισε σταδιακά προς την έννοια της συλλογικότητας στην Εκκλησία. Ο Congar ενδιαφέρεται να διερευνήσει τις διαφορές μεταξύ της λατινικής και της σλαβόφιλης αντίληψης για την εκκλησιολογία, ασκώντας, ωστόσο, κριτική στις ιστορικές, ιδεολογικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις του Khomiakov, οι οποίες καθόρισαν εν πολλοίς τις ιδέες του περί Εκκλησίας.

Μολονότι η ιδέα του Sobornost ασκεί ιδιαίτερη έλξη στον Congar, ο έντονος αντιδυτικισμός των Σλαβοφίλων τον οδηγεί στην εξίσου έντονη κριτική του ρεύματος αυτού. Ανιχνεύοντας στοιχεία του ρωσικού μεσσιανισμού εντός του κινήματος των Σλαβοφίλων, ο δομινικανός θεολόγος θα δείξει τις εκλεκτικές συγγένειές του με τον γερμανικό ιδεαλισμό των Schelling, Fichte και Hegel, επισημαίνοντας ότι οι σλαβοφιλικές ιδέες περί Εκκλησίας δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στη γενικότερη συζήτηση που θα προκύψει, ο Congar αποδέχεται γόνιμα την κριτική του Lossky12 για την ενότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας. Αργότερα, ο Congar θα μετατοπίσει το ενδιαφέρον του από τον Khomiakov στον φιλόσοφο Soloviev και στον ιστορικό Bolotov, στους οποίους βλέπει μεγαλύτερα ανοίγματα στο επίπεδο του οικουμενικού διαλόγου. Στο πρώτο ήδη έργο του, Chrétiens désunis. Principes d’un «œcuménisme» catholique είναι δυνατό να ανιχνευθούν και οι αρχικές επιδράσεις του Congar από τη ρωσική θεολογία της διασποράς, κυρίως ως προς το θεολογικό λεξιλόγιο και τους βασικούς εκκλησιολογικούς προσανατολισμούς. Ο Congar αφιερώνει ένα σημαντικό κεφάλαιο αυτού του βιβλίου στην ορθόδοξη εκκλησιολογία και ιδιαίτερα στο κίνημα των Σλαβοφίλων. Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού είναι μια θεανδρική πραγματικότητα, μια θεοφάνεια υπό μορφήν κοινωνίας και συλλογικότητας. Η ενότητα της Αγίας Τριάδος αντανακλάται στην Εκκλησία, η οποία περιλαμβάνει την πολλαπλότητα της δημιουργίας. Το βιβλίο αναφοράς που χρησιμοποιεί είναι η Ορθοδοξία (1932) του π. Serge Boulgakov13 σε μετάφραση του π. Lev Gillet. Οι θέσεις των Σλαβοφίλων και εκείνες των Ρώσων θεολόγων της διασποράς είναι οι μόνες γνωστές -εκείνη την εποχή- ορθόδοξες θέσεις στη Δυτική Ευρώπη. Το ίδιο μπορεί κανείς να διαπιστώσει και στο έργο του Jalons pour une théologie du laicat (1953), όπου o Congar επανέρχεται στην ιδέα του Sobornost για να οικοδομήσει την εκκλησιολογική σημασία της κοινωνίας και της κοινότητας μέσα από τη συνοδικότητα των τοπικών Εκκλησιών.

Πάντως, η ιδέα του Sobornost θα οδηγήσει τον Congar να ασκήσει κριτική στην κλασική ρωμαιοκαθολική ιεραρχολογική και δικανική εκκλησιολογία, οικοδομώντας το θεολογικό πλαίσιο για μια εκκλησιολογία της συλλογικότητας και της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο θα προστεθεί αργότερα και η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Afanassiev, η οποία και θα επηρεάσει τη μυστηριακή εκκλησιολογία του Congar και του de Lubac κατά την περίοδο της Β΄ Βατικανής Συνόδου14 . Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δομινικανός εκκλησιολόγος θα έχει άμεση σχέση και συνεργασία με τους ορθόδοξους παρατηρητές της συνόδου, όπως ο Paul Evdokimov, ο μητροπολίτης Cassien Bezobrazov, ο Alexandre Schmemann και ο Νίκος Νησιώτης. Κατά τη δεκαετία του 1970 ο Congar, οικοδομώντας την εκκλησιολογική του σκέψη με άξονα την πνευματολογική σημασία της κοινωνίας, θα αναγνωρίσει στο εκκλησιολογικό έργο του Ιωάννη Ζηζιούλα μια καίρια και πρωτότυπη συμβολή στον οικουμενικό θεολογικό διάλογο. Η εσχατολογική προσέγγιση της αποστολικότητας, την οποία εφαρμόζει ο Ζηζιούλας15 , στο πλαίσιο της πνευματολογικά εξαρτημένης χριστολογίας, ως παρουσίας του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος στην Ευχαριστία, αποτελεί συμπλήρωμα στη μονοσήμαντα ιστορική και δικανική αντίληψη της αποστολικής διαδοχής. Η Εκκλησία, ενώ πορεύεται στην ιστορία, γίνεται δια της ευχαριστιακής επικλήσεως μία εσχατολογική κοινότητα με επικεφαλής τον επίσκοπό της εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ. Ο δε επίσκοπος ως διάδοχος των αποστόλων δεν τίθεται κατά δικανικό τρόπο υπεράνω της κοινότητας, αλλά συντάσσεται και εκφράζει εν συνόδω την τοπική του Εκκλησία. Ο ρωμαιοκαθολικός εκκλησιολόγος αναγνωρίζει στην προσέγγιση αυτή, όχι το αντιδυτικό πνεύμα του Khomiakov, αλλά μια γνήσια φωνή της ενιαίας Παράδοσης για την ενότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας. Κατά τον Congar, ο Ιωάννης Ζηζιούλας «είναι ένας από τους πλέον πρωτότυπους και βαθείς θεολόγους της εποχής μας»16 . Η μελέτη του έργου του, οδηγεί τον Congar σε μια αισιόδοξη αντίληψη για τον θεολογικό διάλογο: «Νιώσαμε και ελπίζουμε τι πλούτο και τι διορθωτικές βελτιώσεις μπορεί να κομίσει η ορθόδοξη σκέψη στις λατινικές κατασκευές μας (που και αυτές έχουν την αξία και τη δύναμή τους)»17 .

Εμπνεόμενος από την περί θεολογούμενου έννοια του Bolotov και απαντώντας δημιουργικά στην κριτική του Lossky και άλλων ορθοδόξων θεολόγων για τον χριστομονισμό της λατινικής θεολογίας, αλλά και για το ότι ο ίδιος υποβαθμίζει τη σημασία του Filioque, ο Congar θα ετοιμάσει μια τετραλογία για το Άγιο Πνεύμα18 , αναδεικνύοντας την πνευματολογία της Δυτικής Εκκλησίας και τη σχέση της με την ορθόδοξη Ανατολή. Ήδη από το 1952 ο Congar έκανε λόγο για τους δύο πνεύμονες της Εκκλησίας στην Ανατολή και στη Δύση19. Η επιστροφή στις κοινές εκκλησιολογικές ρίζες Ανατολής και Δύσεως, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα είδος «θεραπείας της μνήμης» για την επανεύρεση μιας «καθολικής» θεώρησης της εκκλησιολογίας20 . O Congar δεν μένει στο επίπεδο της συμπληρωματικότητας μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας, αλλά διαμορφώνει και το θετικό και ανοικτό στην περιεκτικότητά του πλαίσιο μιας ερμηνευτικής της εκκλησιαστικής ποικιλομορφίας και παράδοσης ως θεολογικής μεθοδολογίας του οικουμενικού διαλόγου21 .

Οι ορθόδοξοι θεολόγοι θα συζητήσουν έμμεσα το έργο του Yves Congar στο πλαίσιο κυρίως της εκκλησιολογίας της Β΄ Βατικανής Συνόδου22 . Μια σειρά άρθρων και μελετημάτων των N. Νησιώτη23 , P. Evdokimov24 , Σ. Χαρκιανάκι, Ι. Καλογήρου25 , Ι. Καρμίρη26 , Π. Ροδόπουλου27 , N. Afanassieff28 , Χ. Γιανναρά29 , O. Clément30 , Π. Νέλλα31 , Ν. Ματσούκα32 , J. Meyendorff33 , L. Zander34 , N. Arseniev35 κ.ά., σχολιάζουν κυρίως τα εκκλησιολογικά ανοίγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και εκκλησιολογία, αλλά και γενικότερα προς τον οικουμενικό διάλογο. Ιδιαίτερες αναφορές στις εκκλησιολογικές θέσεις του Congar εμπεριέχει η διατριβή επί υφηγεσία του Στυλιανού Χαρκιανάκι (μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας), Το περί Εκκλησίας Σύνταγμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1969). Ωστόσο, ο Ιωάννης Ζηζιούλας είναι ο ορθόδοξος θεολόγος, ο οποίος συστηματικά διαλέχθηκε και συζήτησε τις εκκλησιολογικές έρευνες και θέσεις του Congar36 , σε θέματα όπως η ενότητα της Εκκλησίας, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία, η μυστηριακή θεολογία, η θέση της Ευχαριστίας στη σχολαστική θεολογία, η σχέση Ευχαριστίας και Εκκλησίας, η σχέση χριστολογίας, πνευματολογίας και εκκλησιολογίας, η κατανόηση του μυστικού σώματος, το Filioque και η εκκλησιολογία, η σχέση θεσμού και χαρίσματος, τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα, η θεολογική μεθοδολογία κ.ά.

Yves Congar και το όραμά του για τη χριστιανική ενότητα


Υποσημειώσεις

 
Βλ. Bernard Dupuy, «Le Père Yves Congar pionnier de l’unité des chrétiens», Istina 1/2003, σσ. 5-6.


Βλ. Yves Congar, Journal d’un théologien (1946-1956), Paris 2000, σσ. 20-21.


Βλ. Jean Danielou, Δοκίμιο για το μυστήριο της ιστορίας, μτφρ. Ξενοφών Κομνηνός, Eκδοτική Δημητριάδος, Βόλος 2014.


Βλ. Joseph Famerée, «Orthodox Influence on the Roman Catholic Theologian Yves Congar, O.P., A Sketch», St Vladimir’s Theological Quarterly 39/1995, σσ. 413-414.


Βλ. Eric Mahieu, «Présentation de “Mon journal du Concile”», Istina 1/2003, σσ. 9-19.


Βλ. ό.π., σ. 18.


Βλ.Yves Congar, Une passion: l’unité. Réflexions et souvenirs 1920-1973, Paris 1974, σ. 106, 108-109.


Μεταξύ 1947 -1953, ο Congar συμμετέχει στον θεολογικό διάλογο που συνδιοργανώνουν το κέντρο Istina και το Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου για το Filioque και το παπικό πρωτείο. Βλ. Etienne Fouilloux, Les Catholiques et l’unité chrétienne du XIXe au XXe siècle. Itinéraire européen d’expression française, Paris 1982, σσ. 764-768.


Βλ. Yves Congar, «J’aime l’orthodoxie», στον τόμο 2000 ans de christianisme, t. II, 1975, σσ. 97-99 και στον τόμο Essais œcuméniques, Paris 1984, σσ. 71-75. Hyacinthe Destivelle, «Le Père Yves Congar et l’orthodoxie russe: un dialogue de vérité», Contacts Vol. 57, no 211, 3/2005, σσ. 251-281.


Βλ. Τη μελέτη του Yves Congar, «Neuf cents ans après, Notes sur le “Schisme oriental”», στον συλ. τόμο, L’église et les églises 1054 1954 Neuf siècles de douloureuse séparation entre l’Orient et l’Occident, Etudes et travaux offerts à Dom Lambert Beauduin, deux volumes – Chevetogne 1955. Βλ. επίσης του ιδίου Journal d’un théologien, σ. 304. L’ecclésiologie du Haut Moyen Âge, Paris 1968. Πρβλ. Pablo Ubierna, «Quelques notes sur Yves Congar et l’ecclésiologie orientale », Bulletin du centre d’études médiévales d’Auxerre | BUCEMA [στο διαδίκτυο], εκτός σειράς n°7 | 2013, αναρτήθηκε 29.3.2013, ανακτήθηκε 24.7.2015. URL : http://cem.revues.org/12866 ; DOI : 10.4000/cem.12866


Βλ. Hyacinthe Destivelle, «Le père Yves Congar et l’orthodoxie russe: un dialogue de vérité», Contacts Vol. 57, no 211, 3/2005, σσ. 251-281. Πρβλ. Boris Bobrinskoy, «Le P. Yves Congar et l’Orthodoxie», Istina 1/2003, σσ. 20-23.


Βλ. Vladimiri Lossky, «Du Troisième Attribut de l’Église», Dieu Vivant 10 (1944), σσ. 77-90, εδώ σ. 85. Πρβλ. Dom Clément Lialine, «De la méthode irénique», Irénikon 15 (1938), σσ. 3-28, 236-255,450-459, εδώ σ. 28.


Βλ. Boris Bobrinskoy, «Le P. Yves Congar et l’Orthodoxie», Istina 1/2003, σσ. 20-23.


Βλ. Boris Bobrinskoy, «Le P. Yves Congar et l’Orthodoxie», Istina 1/2003, σ. 23.


Jean Zizioulas, «La continuité avec les origines apostoliques dans la conscience théologique des Eglises orthodoxes», Istina 19/1974, σσ. 65-94.


Βλ. Yves Congar, «Bulletin d’ecclésiologie», Revue des Sciences philosophiques et théologiques 66/1982, σ. 88. Πρβλ. Jean Zizioulas, «Christologie, pneumatologie et institutions ecclésiales. Un point de vue orthodoxe», στον τόμο Les Églises après Vatican II. Dynamisme et prospectives. Actes du colloque international de Bologne – 1980, Paris, 1981, σσ. 131–148, εδώ σ. 147. Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, Crestwood N.Y., 1985, σσ. 123–142. Ελληνική μτφρ. Ιωάννου Ζηζιούλα, «Χριστολογία, Πνευματολογία και Εκκλησιολογία», μτφρ. Στ. Γιαγκάζογλου-Στ. Τερζής, Αναλόγιον 6, σσ. 100-116, Αθήνα – Κοζάνη 2003.


Βλ. Yves Congar, Je crois en l’Esprit Saint, II, “Il est Seigneur et il donne la vie”, Paris 1979, σσ. 69-71.


Βλ. Yves Congar, Je crois en l’Esprit Saint, t. I. “L’experience de l’Esprit”, Paris 1979. t. II. “Il est Seigneur et il donne la vie”, Paris 1979. t. III. “Le Fleuve de vie coule en Orient et en Occident”, Paris 1980, σσ. 253-256. La Parole et le Soufle, Paris 1983.


Βλ. Yves Congar, «La personne et la liberté humaines dans l’anthropologie orientale», Recherches et Débats 1/1952, σσ. 99-111 και στο έργο του ιδίου Chrétiens en dialogue, Unam Sanctam 50, Paris 1964, σσ. 273-288, εδώ σ. 287. Πρβλ. Jaroslav Skira, « Breathing with two Lungs. The Church in Yves Congar and John Zizioulas », στον τόμο M. S. Attridge, J. Z. Skira (éds.), In God Hands: essays on the Church and Ecumenism in Honour of Michael H. Fahey SJ, Louvain 2006.


Βλ. Boris Bobrinskoy, «Le P. Yves Congar et l’Orthodoxie», Istina 1/2003, σ. 22.


Βλ. Yves Congar, «Le dialogue, loi du travail œcuménique, structure de l’intelligence humaine», Chrétiens en dialogue, σσ. 1-17, εδώ σ. 17.


Βλ. σχετικά Maria Brun, Orthodoxe Stimmen zum II. Vatikanum. Ein Beitrag zur Überwindung der Trennung, Luzern 1988. Της ιδίας, «Ο αντίκτυπος της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου στην Ορθόδοξη Εκκλησία», Θεολογία 2/2015, σσ. 219-239. Πρβλ. Ιγνατίου Γεωργακοπούλου, Μητροπολίτη Δημητριάδος, «Πενήντα χρόνια από την σύγκληση της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου», Θεολογία 2/2014, σσ. 131-139.


Βλ. Nikos Nissiotis, «Is the Vatican Council really ecumenical?», The Ecumenical Review 16/1964, σσ. 357-377. «Die Ekklesiologie des Zweiten vatikanischen Konzils in Orthodoxer Sicht», Kerygma und Dogma 10/1964, σσ. 153-168. «The main ecclesiological problem of the Second Vatican Council and the position of the non Roman Churches facing it», Journal of Ecumenical Studies 2/1965, σσ. 31-62. «Ökumenische Bewegung und Zweites Vatikanisches Konzil», Kerygma und Dogma 11/1965, σσ. 208-219.


Βλ. Paul Evdokimov, «Comments on the Decree of Εcumenism», The Ecumenical Review 17/1964, σσ. 97-101. «Quelques réflexions d’un observateur orthodoxe au Concile du Vatican», La Vie Spirituelle 115/1966, σσ. 71-89.


Βλ. Ιωάννου Καλογήρου, Η Β΄ εν Βατικανώ Γενική Ρωμαιοκαθολική Σύνοδος και η οικουμενική προσπάθεια αυτής κατ’ ορθόδοξον θεώρησιν, Θεσσαλονίκη 1965.


Βλ. Ιωάννου Καρμίρη, Το δογματικόν Σύνταγμα «Περί Εκκλησίας» της Β΄ Βατικανής Συνόδου, Αθήναι 1969.


Βλ. Παντελεήμονος Ροδόπουλου, Η ιεραρχική οργάνωσις της Εκκλησίας (κατά το περί Εκκλησίας Σύνταγμα της Β΄ εν Βατικανώ Συνόδου), Θεσσαλονίκη 1969.


Βλ. Nicolas Afanassieff, «Réflexions d’un un orthodoxe sur la collégialité des Évêques», Le Messager Orthodoxe 29-30/1965, σσ. 65-74.


Βλ. Χρήστου Γιανναρά, «Η απόφαση De Oecumenismo και ο εθνικισμός της Ορθοδοξίας», Σύνορο 38/1966, σσ. 98-107.


Βλ. Olivier Clément, «Quelques remarques d’un orthodoxe sur la Constitutio De Ecclesia», Oecumenica, Jahrbuch für ökumenische Forschung 1966, σσ. 97-116.


Βλ. Panayiotis Nellas, «Collégialité épiscopale : Un problème nouveau?», Le Messager Orthodoxe 24-25/1964, σσ. 12-20.


Βλ. Νίκου Ματσούκα, «Η θεολογική και ιστορική σημασία της Β΄ Συνόδου του Βατικανού», Γρηγόριος ο Παλαμάς 49/1966, σσ. 181-195.


Βλ. John Meyendorf, «Vatican II, A preliminary reaction», St. Vladimir’s Seminary Quarterly 9/1965, σσ. 26-37.


Βλ. Leo Zander, «Das zweite Vatikanische Konzil im Lichte der orthodoxen», Kerygma und Dogma 9/1963, σσ. 94-102.


Βλ. Nicolas Arseniev, «The Second Vatican Council’s “Constitutio De Ecclesia”», St. Vladimir’s Seminary Quarterly 9/1965, σσ. 26-37.


Οι περισσότερες αναφορές στον Ι. Ζηζιούλα γίνονται στα ακόλουθα έργα του Yves Congar, L’ecclésiologie du haut Moyen Age. De saint Grégoire à la disunion entre Byzance et Rome, Paris 1968. L’Église, De saint Augustine à l’époque moderne, Paris 1970. Je crois en l’Esprit Saint, vol. 1-3, Paris, 1981-1985. La Parole et le Souffle, Paris 1984. «Rudolf Sohm nous interroge encore», Revue des Sciences Philosophiques et Théologiques 57/1973, σσ. 263-294. «Pneumatologie ou Christomonisme dans la tradition latine?», Ecclesia a Spiritu Sancto edocta: Mélanges G. Philips, (Gembloux: Duclot, 1970), σσ. 41-63. «Pneumatologie et théologie de l’Histoire», La théologie de l’Histoire. Herméneutique et eschatologie, Colloque Casteli 1971 (Rome 1971), σ. 63. «Actualité d’une pneumatologie», Proche-Orient Chrétien 23/1973, σ. 121-132• «Pneumatologie ou “Christomonisme” dans la tradition latine?», Ephemerides Theologicae Lovaniensis 45/1969, σ. 394-416. «La pensée de Möhler et l’ecclésiologie orthodoxe», Irénikon 12/ 1935, σ. 321-329. «Rudolf Sohm nous interroge encore», Revue des Sciences Philosophiques et Théologiques 57/1973, σσ. 263-294. Πρβλ. τα ακόλουθα έργα του John Zizioulas, «The Pneumatological Dimension of the Church», Communio 1: 2 /1974, σσ. 142-158. «Die Eucharistie in der neuzeitlichen orthodoxen Theologie», Die Anrufung des Heiligen Geistes im Abendmahl (Frankfurt am Main: Otto Lembeck Verlag, 1977), σσ. 163-179. «Pneumatologie et ecclesiologie. Implications ecclésiologiques de deux types de pneumatologie», Communio Sanctorum, Genève 1981, σσ. 141-154. «Πνευματολογία και Εκκλησιολογία. Εκκλησιολογικές συνέπειες δύο τύπων Πνευματολογίας», μτφρ. Στ. Γιαγκάζογλου, στον συλ. τόμο Σύναξις Ευχαριστίας, Χαριστήρια εις τιμήν του Γέροντος Αιμιλιανού, Αθήναι 2003 σσ. 153-174. «Christologie, pneumatologie et institutions ecclésiales. Un point de vue orthodoxe», Les Églises après Vatican II. Dynamisme et prospectives. Actes du colloque international de Bologne – 1980, Paris 1981, σσ. 131–148. Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, Crestwood N.Y. 1985, σσ. 123–142) «Χριστολογία, Πνευματολογία και Εκκλησιολογία», μτφρ. Στ. Γιαγκάζογλου-Στ. Τερζής, Αναλόγιον 6, σσ. 100-116, Αθήνα – Κοζάνη 2003. «The Ecclesiological Presuppositions of the Holy Eucharist», Nicolaus 10/1982, σσ. 333-49. Eucharistic Ecclesiology in the Orthodox Tradition», L’Écclesiologie eucharistique, Jean-Marie Van Cangh (ed.), Académie Internationale des Sciences Religieuses –Bruxelles 2009, σσ. 187-202. «Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία στην Ορθόδοξη Παράδοση», μτφρ. Ν. Ασπρούλη, Θεολογία 4/2009, σσ. 5-25.

Δεν υπάρχουν σχόλια: