Συνέχεια από Παρασκευή 14. Αυγούστου 2026
Ο Θεός στην πατερική σκέψη 19
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Ο ΛΟΓΟΣ (συνέχεια)
......Για τον Ωριγένη, ο Λόγος ονομάστηκε έτσι λόγω της δυνάμεώς Του να ερμηνεύει τα κρυμμένα πράγματα του σύμπαντος στη λογική συνείδηση των ανθρώπων. Υποστηρίζει (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.19, 111) ότι, κατά κάποια έννοια, ο Χριστός ήταν ο Δημιουργός και η άμεση πηγή υπάρξεως των όντων· αυτό ισχύει δυνάμει του ότι είναι η Σοφία. Ο τίτλος «Σοφία», προσθέτει, πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με το συγκροτημένο σύστημα γνώσεως και ιδεών που αφορά το σύμπαν· ο τίτλος «Λόγος» πρέπει να συσχετιστεί με τη σύνδεση των αντικειμένων της γνώσεως με τα λογικά όντα.
Και πάλι (Περὶ ἀρχῶν 1.2.3), παρατηρεί ότι η Σοφία πρέπει να νοείται ως ο Λόγος του Θεού, επειδή αποκαλύπτει σε όλα τα άλλα όντα την αρχή των μυστηρίων και των απορρήτων που περιέχονται μέσα στη σοφία του Θεού· και ονομάζεται Λόγος επειδή είναι, τρόπον τινά, ο Ερμηνευτής των απορρήτων του νου.....
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Ο ΛΟΓΟΣ (συνέχεια)
......Για τον Ωριγένη, ο Λόγος ονομάστηκε έτσι λόγω της δυνάμεώς Του να ερμηνεύει τα κρυμμένα πράγματα του σύμπαντος στη λογική συνείδηση των ανθρώπων. Υποστηρίζει (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.19, 111) ότι, κατά κάποια έννοια, ο Χριστός ήταν ο Δημιουργός και η άμεση πηγή υπάρξεως των όντων· αυτό ισχύει δυνάμει του ότι είναι η Σοφία. Ο τίτλος «Σοφία», προσθέτει, πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με το συγκροτημένο σύστημα γνώσεως και ιδεών που αφορά το σύμπαν· ο τίτλος «Λόγος» πρέπει να συσχετιστεί με τη σύνδεση των αντικειμένων της γνώσεως με τα λογικά όντα.
Και πάλι (Περὶ ἀρχῶν 1.2.3), παρατηρεί ότι η Σοφία πρέπει να νοείται ως ο Λόγος του Θεού, επειδή αποκαλύπτει σε όλα τα άλλα όντα την αρχή των μυστηρίων και των απορρήτων που περιέχονται μέσα στη σοφία του Θεού· και ονομάζεται Λόγος επειδή είναι, τρόπον τινά, ο Ερμηνευτής των απορρήτων του νου.....
Μια δεύτερη ομάδα χωρίων τονίζει τη λογική όψη του Λόγου. Έχουμε διδαχθεί, λέει ο Ιουστίνος (Απολογία Α΄, 46.2), ότι ο Χριστός είναι ο πρωτότοκος του Θεού, αφού είναι ο Λόγος στον οποίο μετέχει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος· και όσοι έζησαν σύμφωνα με τον λόγο είναι χριστιανοί, ακόμη κι αν θεωρήθηκαν άθεοι, όπως ο Σωκράτης και ο Ηράκλειτος μεταξύ των Ελλήνων, ή ο Αβραάμ, οι τρεις άγιοι Παίδες και ο Ηλίας μεταξύ των βαρβάρων. Κατά τον Τατιανό (Πρὸς Ἕλληνας 7.1), ο ουράνιος Λόγος απέκτησε τον «πνευματικό» του χαρακτήρα από το πνεύμα, και ήταν Λόγος χάρη στη δύναμη του λόγου· κατά τον Αθηναγόρα (Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν 24.1), ο Υιός είναι ο Νους, ο Λόγος και η Σοφία του Πατέρα.
Ο Τερτυλλιανός, ο οποίος υποστήριζε μια διδασκαλία περί Λόγου συγγενική με εκείνη που θα αναφερθεί παρακάτω, σε σχέση με τη διάκριση ανάμεσα στον «ενδιάθετο λόγο» και στον «προφορικό λόγο», εξηγεί το ζήτημα ως εξής (Adversus Praxean 5). Πριν από την αρχή των πάντων, ο Θεός υπήρχε μόνος, επειδή δεν υπήρχε τίποτε έξω από Αυτόν εκτός από τον ίδιο. Κι όμως, ακόμη και τότε δεν ήταν μόνος, διότι είχε μαζί Του εκείνο που κατείχε μέσα Του, δηλαδή τον δικό Του λόγο. Διότι ο Θεός είναι λογικός, και ο λόγος υπήρχε πρώτα μέσα Του. Αυτός ο λόγος είναι η ίδια Του η συνείδηση (sensus), την οποία οι Έλληνες ονομάζουν Λόγο και στην οποία αντιστοιχεί το λατινικό Sermo. Γι’ αυτό έχει πλέον επικρατήσει μεταξύ των λατινόφωνων χριστιανών να λέγεται ότι ο Sermo ήταν εν αρχή μαζί με τον Θεό.
Θα ήταν, όμως, καταλληλότερο να θεωρήσουμε τον Λόγο ως λογική αρχή αρχαιότερο, επειδή ο Θεός δεν ήταν εξαρχής sermonalis —κάτοχος λόγου ως εκφερόμενης ομιλίας—, ενώ ήταν rationalis —λογικός— ακόμη και πριν από την αρχή· και επειδή ο ίδιος ο Sermo, καθώς συνίσταται από τη λογική αρχή, φανερώνει την προτεραιότητά της ως δικής του ουσίας. Όχι ότι αυτή η διάκριση, παρατηρεί ο Τερτυλλιανός, έχει κάποια πρακτική συνέπεια. Διότι, παρόλο που ο Θεός δεν είχε ακόμη εκφέρει τον Sermo Του, τον είχε πάντως μέσα Του, μαζί με την ίδια Του τη λογική αρχή και περιεχόμενο σε αυτήν, καθώς σχεδίαζε σιωπηλά όλα όσα επρόκειτο αργότερα να εκφέρει.
Ο Ιππόλυτος, πάλι, παρατηρεί (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.1) ότι ο μόνος και καθολικός Θεός πρώτα συνέλαβε νοητικά και γέννησε τον Λόγο — όχι έναν λόγο ως ομιλία, αλλά την ενδιάθετη λογική αρχή όλου του είναι. Μόνον Αυτόν, λέει ο Ιππόλυτος, γέννησε ο Θεός από το υπάρχον είναι, σε αντιδιαστολή προς τη δημιουργία «από τα μη όντα», αφού ο ίδιος ο Πατέρας ήταν υπάρχον είναι, από το οποίο προήλθε εκείνο που γεννήθηκε. Ο Κλήμης αναφέρει (Προτρεπτικός 10.98.3) ότι ο Λόγος του Θεού είναι η εικόνα Του· ο θείος Λόγος είναι ο αληθινός Υιός του Νου, το αρχετυπικό Φως από το Φως· και εικόνα του Λόγου είναι ο αληθινός άνθρωπος, ο νους που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο.
Ο Ωριγένης διατυπώνει τη θέση (Περὶ ἀρχῶν 1.3.8) ότι τα δημιουργημένα όντα αντλούν την ύπαρξή τους από τον Θεό Πατέρα και τη λογική τους ύπαρξη από τον Λόγο· την αγιότητά τους την οφείλουν στο Άγιο Πνεύμα. Αναπτύσσει περαιτέρω αυτή τη θέση λέγοντας (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 2.3.20) ότι ο λόγος που υπάρχει σε κάθε λογικό ον έχει προς τον Λόγο, ο οποίος ήταν εν αρχή μαζί με τον Θεό και ήταν Θεός, την ίδια σχέση που έχει ο Θεός Λόγος προς τον Θεό. Και οι δύο βρίσκονται στη θέση πηγής: ο Πατέρας είναι η πηγή της θεότητας για τον Υιό, και ο Υιός η πηγή του λόγου για την ανθρωπότητα.
Η τρίτη ομάδα χωρίων που θα παραθέσουμε εδώ συνδέει τον Λόγο με την ιδέα του θείου προστάγματος ή θελήματος. Υπήρχαν άφθονα προηγούμενα γι’ αυτή τη σύνδεση στις αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης για τη δημιουργία, όπου «ο Θεός είπε και έγινε». Ο Ιουστίνος, σχολιάζοντας τη διδασκαλία του Κυρίου μας, όπως αυτή περιέχεται στην Επί του Όρους Ομιλία και αλλού, παρατηρεί (Απολογία Α΄, 14.5) ότι οι εντολές Του (λόγοι) είναι σύντομες και περιεκτικές· διότι ο Λόγος του Θεού δεν ήταν σοφιστής, αλλά η Δύναμη του Θεού. Ο Ιππόλυτος (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.2) ονομάζει τον Λόγο αιτία όσων ήρθαν στην ύπαρξη, επειδή έφερε μέσα Του το θέλημα Εκείνου που Τον γέννησε· υποστηρίζει επίσης (Κατὰ Νοητοῦ 10) ότι ο Θεός δημιούργησε διά του Λόγου —η δημιουργία ήταν, ασφαλώς, η υπέρτατη πράξη του θείου θελήματος— και διευθέτησε τη δημιουργία διά της Σοφίας. Ο Κλήμης (Στρωματεῖς 5.14, 99.3), εκθέτοντας τα στοιχεία του χριστιανισμού που μπορούσε να διακρίνει στον Πλάτωνα, παραφράζει τα λόγια του συγγραφέα Αριστόβουλου. Σύμφωνα με εκείνον, όταν ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτων έλεγαν ότι άκουσαν τη φωνή του Θεού κατά την προσεκτική θεώρηση της δομής του σύμπαντος, το οποίο δημιουργήθηκε και συντηρείται αδιάκοπα από τον Θεό, είχαν αντλήσει αυτή την ιδέα από τον Μωυσή. Ο Μωυσής δίδαξε ότι Εκείνος είπε και έγινε, περιγράφοντας έτσι τον λόγο του Θεού ως πράξη. Ο λόγος του Θεού παρουσιαζόταν, επομένως, ως αποτελεσματική έκφραση της ενεργού θείας βούλησης.
Εκτός από τα παραπάνω, μπορούν να παρατεθούν αρκετά χωρία όπου ο Λόγος συνδέεται άμεσα με το θέλημα του Πατέρα. «Με το θέλημα της απλότητάς Του ο Λόγος εκπηδά», αναφωνεί ο Τατιανός (Πρὸς Ἕλληνας 5.1). «Αν, λοιπόν, ο Λόγος αποστέλλεται διά του Ιησού Χριστού», συλλογίζεται ο Ιππόλυτος (Κατὰ Νοητοῦ 13), «ο Ιησούς Χριστός είναι το Θέλημα του Πατέρα». Ο Ιουστίνος είχε ήδη παρατηρήσει (Διάλογος πρὸς Τρύφωνα 60.2) ότι ο θείος άγγελος, τον οποίο ταύτιζε με τον Χριστό και ο οποίος εμφανίστηκε στον Αβραάμ κατά την κρίση των Σοδόμων, στον Ιακώβ και σε άλλες περιστάσεις, υπηρετούσε το θέλημα του Δημιουργού του σύμπαντος. Λίγο παρακάτω (ό.π., 61.1) δικαιολογεί την ποικιλία των υπερφυσικών ονομασιών που απέδιδε στον Χριστό, ανάμεσά τους και την ονομασία «Λόγος», με το ότι υπό καθεμιά από αυτές υπηρετούσε τον σκοπό του Πατέρα, καθώς και με το ότι είχε γεννηθεί από τον Πατέρα με τη θέλησή Του. Ανάλογη διαδικασία, συνεχίζει, μπορούμε να παρατηρήσουμε και στους ανθρώπους: όταν προφέρουμε έναν λόγο, γεννούμε έναν λόγο, αλλά η προφορά του δεν επιφέρει τέτοια διαίρεση ώστε να μειώνεται ο λόγος που βρίσκεται μέσα μας. Τόσο η ύπαρξη όσο και η δράση του Λόγου νοούνται εδώ σαφώς από τον Ιουστίνο ως προερχόμενες από το θέλημα του Πατέρα.
Ο Κλήμης αναφέρει (Στρωματεῖς 5.1, 6.3) ότι Εκείνος που μας χάρισε το είναι και τη ζωή μάς χάρισε και τον λόγο, επειδή θέλησε να ζούμε τόσο λογικά όσο και καλά. Διότι ο Λόγος του Πατέρα του σύμπαντος δεν είναι «εκφερόμενος λόγος», αλλά η πιο φανερή Σοφία και Αγαθότητα του Θεού, παντοδύναμη Δύναμη, αληθινά θεία και αισθητή ακόμη και σε όσους δεν την ομολογούν, Θέλημα πανίσχυρο. Ο Ωριγένης (Περὶ ἀρχῶν 4.4.1) υποστηρίζει ότι ο Λόγος και η Σοφία γεννήθηκε χωρίς κανένα σωματικό πάθος, όπως ακριβώς το θέλημα προέρχεται από τον νου· αν ονομάζεται Υιός της αγάπης, γιατί να μη λέγεται, με τον ίδιο τρόπο, και Υιός του θελήματος;
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα χωρία που συσχετίζουν τον Λόγο με το θείο θέλημα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε ορισμένα, η αΐδια γέννηση του Υιού ή το αποκαλυπτικό Του έργο λέγεται ότι απορρέει από το θέλημα του Πατέρα και υπόκειται σε αυτό. Σε άλλα, ο ίδιος ο Υιός ταυτίζεται με το θέλημα του Πατέρα. Σε ένα πρώιμο στάδιο της θεολογικής ανάπτυξης, αυτή η διάκριση φαίνεται ότι πέρασε απαρατήρητη και δεν προκάλεσε κάποια σημαντική δογματική διαφωνία. Αργότερα απέκτησε ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τη θεωρία της υποταγής του Υιού στον Πατέρα. Όταν συνέβη αυτό, η ορθόδοξη παράδοση τόνισε την ταύτιση που καθιστούσε τον αΐδιο Υιό συγκεκριμένη έκφραση του θελήματος του Πατέρα. Από την άλλη πλευρά, η σχολή που υποστήριζε την υποταγή του Υιού αξιοποίησε τον υπαινιγμό κατωτερότητας που φαινόταν να συνεπάγεται η υπαγωγή Του σε ένα εξωτερικό θέλημα· έτσι, οι αθώοι συλλογισμοί των Απολογητών κατέληξαν να προσφέρουν στήριγμα στην αρειανική σχολή σκέψης.
Έγιναν ήδη ορισμένες αναφορές σε έναν πρώιμο θεολογικό συλλογισμό που στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στον «ενδιάθετο λόγο» (λόγος ἐνδιάθετος) και στον «προφορικό λόγο» (λόγος προφορικός). Η ελληνική λέξη «λόγος» μπορεί να σημαίνει εξίσου «σκέψη» και «ομιλία». Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ότι ο θείος Λόγος πέρασε από δύο τρόπους ή στάδια ύπαρξης: από την αιωνιότητα θεωρούνταν ανέκφραστος, ενυπάρχοντας στο είναι του Πατέρα όπως η σκέψη και η λογική ενυπάρχουν στον νου· κατά την πράξη της δημιουργίας, όμως, της οποίας ήταν ο φορέας, εξήλθε από τον θείο Νου και απέκτησε εξωτερική έκφραση, όπως μια σκέψη όταν εκφέρεται με τον λόγο.
Αυτός ο συλλογισμός έχει σημαντική σχέση με τη θεωρία της υποταγής του Υιού στον Πατέρα. Στα χέρια ετερόδοξων ερμηνευτών θα μπορούσε εύκολα να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι ο Λόγος ήταν απρόσωπος —μια απλή ιδιότητα του Θεού— έως τη στιγμή του ιστορικού χρόνου κατά την οποία προήλθε από τον Πατέρα με την πράξη της δημιουργίας. Μια τέτοια προγενέστερη απροσωπία θα μείωνε την αξία, ακόμη και την πραγματικότητα, της αιώνιας ύπαρξής Του, προσδίδοντας έναν ψευδεπίγραφα χριστιανικό τόνο στον ισχυρισμό του Αρείου ότι «υπήρχε καιρός που δεν υπήρχε». Ακόμη και χωρίς αυτό το συμπέρασμα, κάθε θεωρία αυτού του είδους έτεινε να συνδέει τον Λόγο υπερβολικά αποκλειστικά με την πράξη της δημιουργίας και τη διατήρηση του κτιστού σύμπαντος. Έτσι, όταν μια διδασκαλία με τον ίδιο γενικό χαρακτήρα αναβίωσε τον τέταρτο αιώνα από τον Μάρκελλο —χωρίς καμία κλίση προς τη θεωρία της υποταγής, και μάλιστα σε συνειδητή αντίθεση προς τέτοιες τάσεις—, η ανάπτυξη μιας Τριάδας από τη θεία ενότητα άρχιζε με την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της δημιουργίας του κόσμου και τελείωνε με την παύση αυτών των απαιτήσεων.
Τόσο η αντίληψη για τους δύο τρόπους ύπαρξης του Λόγου όσο και η ορολογία με την οποία εκφράστηκε προέρχονταν πιθανότατα απευθείας από τους Στωικούς και εισήχθησαν στη θεολογία. Η υπόθεση ότι έφθασαν μέσω του Φίλωνα δεν στηρίζεται σε θετικές μαρτυρίες και δεν ενισχύεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι το όνομα του Φίλωνα δεν αναφέρεται στους Αποστολικούς Πατέρες, ενώ στο ευρετήριο των Απολογητών του δρος Goodspeed εμφανίζεται μόνο μία φορά, σε παράθεμα από τον Τατιανό. Ούτε φαίνεται να απαντά στον Θεόφιλο. Στην αφετηρία της, η διδασκαλία φαίνεται να είχε κάποια σχέση με τη γνωστική σκέψη. Πάντως, ο Ειρηναίος διέκρινε μια συγγένεια ανάμεσα στη γνωστική ιδέα ότι ο Θεός προέβαλε ένα σύστημα Αιώνων, στο οποίο περιλαμβανόταν ένας Λόγος, και στην κοινή στωική διάκριση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό λόγο, με την οποία ήταν προφανώς καλά εξοικειωμένος.
Υποστηρίζει (Κατὰ αἱρέσεων 2.12.5) ότι είναι αδύνατον η Σιγή και ο Λόγος να συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα απορροών. Αν ο Λόγος είναι μόνο «ενδιάθετη» ομιλία, τότε και η Σιγή πρέπει να είναι «ενδιάθετη» σιωπή· τα δύο είναι παράλληλα και αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ότι όμως ο Λόγος δεν είναι απλώς «ενδιάθετος» στο γνωστικό σύστημα αποδεικνύεται, κατά τον Ειρηναίο, από τη σειρά της προβολής των Αιώνων: ο Λόγος έπεται της Σιγής και, επομένως, προορίζεται σαφώς να παριστά τη διακοπή της σιωπής με την εκφορά λόγου. Λίγο παρακάτω (ό.π., 2.13.8), επικρίνει έντονα τους Γνωστικούς επειδή εφαρμόζουν στον Πατέρα των πάντων ένα σύστημα ανεπαρκών μεταφορικών συμπερασμάτων, συναγμένων από τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η ανθρώπινη ομιλία από τον ανθρώπινο νου: «Μεταφέρουν τη γέννηση ενός ανθρώπινου “προφορικού λόγου” στον αιώνιο Λόγο του Θεού».
Όλη αυτή η ορολογία, ωστόσο, ανήκει στην κριτική του Ειρηναίου και όχι σε κάποια διατύπωση των ίδιων των Γνωστικών. Η αντίθεση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό λόγο θα είχε αντιμετωπίσει σοβαρότερες επιφυλάξεις από όσες πράγματι συνάντησε, αν την είχαν υιοθετήσει επισήμως οι Γνωστικοί. Την υιοθέτησαν λίγοι ορθόδοξοι συγγραφείς για να καταδείξουν την τέλεια ενότητα που υπήρχε εξαρχής ανάμεσα στον Πατέρα και στον Λόγο. Όμως πολύ νωρίς εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις εναντίον της και σύντομα απορρίφθηκε. Υπήρχε, εντούτοις, και ένας ακόμη λόγος που δικαιολογούσε ως έναν βαθμό την υιοθέτησή της: από τη σκοπιά του πεπερασμένου ανθρώπινου παρατηρητή, οι εξωτερικές πράξεις της δημιουργίας και της ενανθρώπησης, μέσω των οποίων ο Λόγος παρουσιάζει με πεπερασμένους όρους κάποια ομοιότητα προς τον άπειρο Πατέρα, έδωσαν την αφορμή για την ιστορική αναγνώριση του Πατέρα και του Λόγου ως διακριτών.
Ο Αθηναγόρας (Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν 10.2–3), παρότι δεν χρησιμοποιεί τη χαρακτηριστική ορολογία αυτής της θεωρίας, εκφράζεται ωστόσο με όρους που ενδέχεται να αντιστοιχούν σε παρόμοια αντίληψη. Λέει ότι ο Υιός ήταν το πρώτο γέννημα του Πατέρα, χωρίς όμως να είναι κτιστό ον· διότι ο Θεός, ως αιώνιος Νους, είχε εξαρχής μέσα Του τον δικό Του Λόγο, αφού ήταν αιωνίως λογικός. Ο Υιός, όμως, όταν προήλθε από Αυτόν, έγινε το θεμέλιο και η ενεργός δύναμη της κτιστής φύσης.
Ο Θεόφιλος είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί ρητά την ορολογία του ενδιάθετου και του προφορικού Λόγου. Ο Θεός, παρατηρεί (Πρὸς Αὐτόλυκον 2.10), έχοντας τον δικό Του Λόγο ενδιάθετο μέσα στην καρδιά Του, Τον γέννησε μαζί με τη δική Του σοφία, όταν Τον «εξέφερε» πριν από τη δημιουργία του σύμπαντος. Η λέξη «εξέφερε» παραπέμπει στον Ψαλμό 45.1 —«Η καρδιά μου αναβλύζει καλό λόγο»—, όπου στο ελληνικό κείμενο λέγεται: «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν».
Σε άλλο σημείο (ό.π., 2.22) αναφέρεται στη φωνή του Θεού που άκουσε ο Αδάμ στον παράδεισο. Τι άλλο μπορεί να είναι αυτή η φωνή, ρωτά, παρά ο Λόγος του Θεού, ο οποίος είναι και Υιός Του; Όχι, όμως, Υιός με τον τρόπο που οι ποιητές και οι μυθογράφοι περιγράφουν τη γέννηση υιών θεών μέσω ερωτικής συνεύρεσης, αλλά όπως η αλήθεια περιγράφει τον Λόγο, που ήταν αιωνίως ενδιάθετος στην καρδιά του Θεού. Διότι, πριν έρθει οτιδήποτε στην ύπαρξη, ο Θεός Τον είχε ως Σύμβουλό Του, αφού ήταν ο δικός Του νους και η δική Του φρόνηση. Όταν ο Θεός θέλησε να δημιουργήσει όλα όσα είχε αποφασίσει, γέννησε αυτόν τον Λόγο ως προφορικό, ως πρωτότοκο όλης της κτίσης· όχι στερώντας από τον εαυτό Του τον Λόγο, αλλά γεννώντας τον Λόγο και παραμένοντας διαρκώς σε κοινωνία μαζί Του.
Έχει ήδη παρατεθεί ένα χωρίο (σ. 119) του Τερτυλλιανού (Κατὰ Πραξέα 5), στο οποίο υποστηρίζει ότι ο θείος Sermo (ομιλία, εκφερόμενος λόγος, Λόγος) υπήρχε πριν από τη δημιουργία, σιωπηλά μέσα στη θεότητα και ενσωματωμένος στον θείο Λόγο, ενώ ο Θεός συλλογιζόταν και σχεδίαζε όλα όσα σκόπευε αργότερα να εκφέρει μέσω του Sermo. Το χωρίο αυτό κινείται στον ίδιο κύκλο ιδεών με εκείνα που παρατέθηκαν από τον Θεόφιλο, μολονότι δεν εμφανίζονται οι χαρακτηρισμοί «ενδιάθετος» και «προφορικός». Αξίζει επίσης να σημειωθεί το χωρίο του Ιππολύτου (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.1), που παρατέθηκε στο ίδιο πλαίσιο: αναφέρει ότι ο Θεός πρώτα συνέλαβε νοητικά και γέννησε τον Λόγο, όχι έναν λόγο ως ομιλία, αλλά την ενδιάθετη λογική αρχή όλων όσων υπάρχουν.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μια παρόμοια ιδέα είχε κατά νου ο Ιγνάτιος όταν έγραψε (Πρὸς Μαγνησιεῖς 8.2) ότι ο Θεός φανέρωσε τον εαυτό Του μέσω του Ιησού Χριστού, του Υιού Του, ο οποίος είναι ο Λόγος Του που προήλθε από τη σιωπή. Η αναφορά, ωστόσο, στο χωρίο αυτό δεν αφορά την πράξη της δημιουργίας, αλλά την προφητική έμπνευση και την Ενανθρώπηση. Η σιωπή που εννοείται εδώ δεν είναι, επομένως, η απόλυτη σιωπή του αρχέγονου κενού, αλλά η σχετική σιωπή μέσα στην οποία τα μυστήρια του Θεού παραμένουν κρυμμένα από την ανθρώπινη ακοή, εκτός αν υπάρξει ειδική αποκάλυψη.
Από την άλλη πλευρά, μια σειρά θεολόγων απορρίπτει ολόκληρη αυτή την αντίληψη. Ο Ειρηναίος (Κατὰ αἱρέσεων 2.13.8), όπως ειπώθηκε, καταδικάζει τους Βαλεντινιανούς επειδή μεταφέρουν στον αιώνιο Λόγο του Θεού τον τρόπο με τον οποίο γεννιέται ο ανθρώπινος «προφορικός λόγος». Ο Κλήμης, όπως επίσης είδαμε (Στρωματεῖς 5.1, 6.3· σ. 122), αρνείται ότι ο Λόγος του Πατέρα του σύμπαντος είναι «προφορικός λόγος»· αντιθέτως, είναι η πιο φανερή Σοφία και Αγαθότητα του Θεού.
Ο Ωριγένης (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.24, 151) εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στην ονομασία «Λόγος», την οποία δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κύριος, αλλά προέρχεται από τον άγιο Ιωάννη. Αναφέρεται στον ενθουσιασμό με τον οποίο διάφοροι υιοθέτησαν αυτή την ονομασία, ιδίως σε συνδυασμό με την αδιάκοπη παράθεση του ψαλμού «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν». Είχαν, όπως λέει, την εντύπωση ότι ο Υιός του Θεού ήταν μια πατρική εκφορά (προφορά), που εκφραζόταν σχεδόν με πραγματικές συλλαβές ομιλίας· γι’ αυτό και Του αρνούνταν κάθε συγκεκριμένη ατομική υπόσταση — τουλάχιστον αν ο Ωριγένης τούς είχε κατανοήσει σωστά. Αυτό που πραγματεύεται και απορρίπτει εδώ είναι σαφώς κάποια παραλλαγή της θεωρίας του «προφορικού Λόγου».
Ο Ευσέβιος αντιτίθεται και πάλι σε ένα πολύ παρόμοιο σφάλμα, με πολύ παρόμοια διατύπωση (Εὐαγγελικὴ ἀπόδειξις 5.5.8). Σε άλλη πραγματεία (Ἐκκλησιαστικὴ θεολογία 2.15.4), καταγγέλλει τον Μάρκελλο επειδή χρησιμοποιεί τη διάκριση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό Λόγο. Η καταγγελία αυτή είναι ουσιαστικά εύστοχη, αν και οι ίδιοι οι όροι δεν φαίνεται να ανήκουν στη διατύπωση του Μάρκελλου, αλλά στο σχόλιο του Ευσέβιου.
Κατά τον τέταρτο αιώνα, όλοι σχεδόν, εκτός από τους δηλωμένους αιρετικούς, φαίνεται ότι είχαν απορρίψει ολόκληρη τη θεωρία. Οι ημιαρειανοί της επιτίθενται στη Μακρόστιχη έκθεση πίστεως (ενότητα 5, στον Αθανάσιο, Περὶ συνόδων 26). Η διδασκαλία αναθεματίζεται στον όγδοο αναθεματισμό της Συνόδου του Σιρμίου (ό.π., 27). Ο Ψευδο-Αθανάσιος (Ἔκθεσις πίστεως 1) περιγράφει τον Λόγο ως ούτε «ενδιάθετο» ούτε «προφορικό», ούτε απορροή του Τελείου, ούτε διαίρεση του απαθούς είναι, ούτε εκπόρευση, αλλά ως Υιό με την απόλυτη έννοια. Μια διαδοχή ορθόδοξων θεολόγων επαναλαμβάνει αυτή την καταδίκη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ
Ο Τερτυλλιανός, ο οποίος υποστήριζε μια διδασκαλία περί Λόγου συγγενική με εκείνη που θα αναφερθεί παρακάτω, σε σχέση με τη διάκριση ανάμεσα στον «ενδιάθετο λόγο» και στον «προφορικό λόγο», εξηγεί το ζήτημα ως εξής (Adversus Praxean 5). Πριν από την αρχή των πάντων, ο Θεός υπήρχε μόνος, επειδή δεν υπήρχε τίποτε έξω από Αυτόν εκτός από τον ίδιο. Κι όμως, ακόμη και τότε δεν ήταν μόνος, διότι είχε μαζί Του εκείνο που κατείχε μέσα Του, δηλαδή τον δικό Του λόγο. Διότι ο Θεός είναι λογικός, και ο λόγος υπήρχε πρώτα μέσα Του. Αυτός ο λόγος είναι η ίδια Του η συνείδηση (sensus), την οποία οι Έλληνες ονομάζουν Λόγο και στην οποία αντιστοιχεί το λατινικό Sermo. Γι’ αυτό έχει πλέον επικρατήσει μεταξύ των λατινόφωνων χριστιανών να λέγεται ότι ο Sermo ήταν εν αρχή μαζί με τον Θεό.
Θα ήταν, όμως, καταλληλότερο να θεωρήσουμε τον Λόγο ως λογική αρχή αρχαιότερο, επειδή ο Θεός δεν ήταν εξαρχής sermonalis —κάτοχος λόγου ως εκφερόμενης ομιλίας—, ενώ ήταν rationalis —λογικός— ακόμη και πριν από την αρχή· και επειδή ο ίδιος ο Sermo, καθώς συνίσταται από τη λογική αρχή, φανερώνει την προτεραιότητά της ως δικής του ουσίας. Όχι ότι αυτή η διάκριση, παρατηρεί ο Τερτυλλιανός, έχει κάποια πρακτική συνέπεια. Διότι, παρόλο που ο Θεός δεν είχε ακόμη εκφέρει τον Sermo Του, τον είχε πάντως μέσα Του, μαζί με την ίδια Του τη λογική αρχή και περιεχόμενο σε αυτήν, καθώς σχεδίαζε σιωπηλά όλα όσα επρόκειτο αργότερα να εκφέρει.
Ο Ιππόλυτος, πάλι, παρατηρεί (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.1) ότι ο μόνος και καθολικός Θεός πρώτα συνέλαβε νοητικά και γέννησε τον Λόγο — όχι έναν λόγο ως ομιλία, αλλά την ενδιάθετη λογική αρχή όλου του είναι. Μόνον Αυτόν, λέει ο Ιππόλυτος, γέννησε ο Θεός από το υπάρχον είναι, σε αντιδιαστολή προς τη δημιουργία «από τα μη όντα», αφού ο ίδιος ο Πατέρας ήταν υπάρχον είναι, από το οποίο προήλθε εκείνο που γεννήθηκε. Ο Κλήμης αναφέρει (Προτρεπτικός 10.98.3) ότι ο Λόγος του Θεού είναι η εικόνα Του· ο θείος Λόγος είναι ο αληθινός Υιός του Νου, το αρχετυπικό Φως από το Φως· και εικόνα του Λόγου είναι ο αληθινός άνθρωπος, ο νους που υπάρχει μέσα στον άνθρωπο.
Ο Ωριγένης διατυπώνει τη θέση (Περὶ ἀρχῶν 1.3.8) ότι τα δημιουργημένα όντα αντλούν την ύπαρξή τους από τον Θεό Πατέρα και τη λογική τους ύπαρξη από τον Λόγο· την αγιότητά τους την οφείλουν στο Άγιο Πνεύμα. Αναπτύσσει περαιτέρω αυτή τη θέση λέγοντας (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 2.3.20) ότι ο λόγος που υπάρχει σε κάθε λογικό ον έχει προς τον Λόγο, ο οποίος ήταν εν αρχή μαζί με τον Θεό και ήταν Θεός, την ίδια σχέση που έχει ο Θεός Λόγος προς τον Θεό. Και οι δύο βρίσκονται στη θέση πηγής: ο Πατέρας είναι η πηγή της θεότητας για τον Υιό, και ο Υιός η πηγή του λόγου για την ανθρωπότητα.
Η τρίτη ομάδα χωρίων που θα παραθέσουμε εδώ συνδέει τον Λόγο με την ιδέα του θείου προστάγματος ή θελήματος. Υπήρχαν άφθονα προηγούμενα γι’ αυτή τη σύνδεση στις αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης για τη δημιουργία, όπου «ο Θεός είπε και έγινε». Ο Ιουστίνος, σχολιάζοντας τη διδασκαλία του Κυρίου μας, όπως αυτή περιέχεται στην Επί του Όρους Ομιλία και αλλού, παρατηρεί (Απολογία Α΄, 14.5) ότι οι εντολές Του (λόγοι) είναι σύντομες και περιεκτικές· διότι ο Λόγος του Θεού δεν ήταν σοφιστής, αλλά η Δύναμη του Θεού. Ο Ιππόλυτος (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.2) ονομάζει τον Λόγο αιτία όσων ήρθαν στην ύπαρξη, επειδή έφερε μέσα Του το θέλημα Εκείνου που Τον γέννησε· υποστηρίζει επίσης (Κατὰ Νοητοῦ 10) ότι ο Θεός δημιούργησε διά του Λόγου —η δημιουργία ήταν, ασφαλώς, η υπέρτατη πράξη του θείου θελήματος— και διευθέτησε τη δημιουργία διά της Σοφίας. Ο Κλήμης (Στρωματεῖς 5.14, 99.3), εκθέτοντας τα στοιχεία του χριστιανισμού που μπορούσε να διακρίνει στον Πλάτωνα, παραφράζει τα λόγια του συγγραφέα Αριστόβουλου. Σύμφωνα με εκείνον, όταν ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτων έλεγαν ότι άκουσαν τη φωνή του Θεού κατά την προσεκτική θεώρηση της δομής του σύμπαντος, το οποίο δημιουργήθηκε και συντηρείται αδιάκοπα από τον Θεό, είχαν αντλήσει αυτή την ιδέα από τον Μωυσή. Ο Μωυσής δίδαξε ότι Εκείνος είπε και έγινε, περιγράφοντας έτσι τον λόγο του Θεού ως πράξη. Ο λόγος του Θεού παρουσιαζόταν, επομένως, ως αποτελεσματική έκφραση της ενεργού θείας βούλησης.
Εκτός από τα παραπάνω, μπορούν να παρατεθούν αρκετά χωρία όπου ο Λόγος συνδέεται άμεσα με το θέλημα του Πατέρα. «Με το θέλημα της απλότητάς Του ο Λόγος εκπηδά», αναφωνεί ο Τατιανός (Πρὸς Ἕλληνας 5.1). «Αν, λοιπόν, ο Λόγος αποστέλλεται διά του Ιησού Χριστού», συλλογίζεται ο Ιππόλυτος (Κατὰ Νοητοῦ 13), «ο Ιησούς Χριστός είναι το Θέλημα του Πατέρα». Ο Ιουστίνος είχε ήδη παρατηρήσει (Διάλογος πρὸς Τρύφωνα 60.2) ότι ο θείος άγγελος, τον οποίο ταύτιζε με τον Χριστό και ο οποίος εμφανίστηκε στον Αβραάμ κατά την κρίση των Σοδόμων, στον Ιακώβ και σε άλλες περιστάσεις, υπηρετούσε το θέλημα του Δημιουργού του σύμπαντος. Λίγο παρακάτω (ό.π., 61.1) δικαιολογεί την ποικιλία των υπερφυσικών ονομασιών που απέδιδε στον Χριστό, ανάμεσά τους και την ονομασία «Λόγος», με το ότι υπό καθεμιά από αυτές υπηρετούσε τον σκοπό του Πατέρα, καθώς και με το ότι είχε γεννηθεί από τον Πατέρα με τη θέλησή Του. Ανάλογη διαδικασία, συνεχίζει, μπορούμε να παρατηρήσουμε και στους ανθρώπους: όταν προφέρουμε έναν λόγο, γεννούμε έναν λόγο, αλλά η προφορά του δεν επιφέρει τέτοια διαίρεση ώστε να μειώνεται ο λόγος που βρίσκεται μέσα μας. Τόσο η ύπαρξη όσο και η δράση του Λόγου νοούνται εδώ σαφώς από τον Ιουστίνο ως προερχόμενες από το θέλημα του Πατέρα.
Ο Κλήμης αναφέρει (Στρωματεῖς 5.1, 6.3) ότι Εκείνος που μας χάρισε το είναι και τη ζωή μάς χάρισε και τον λόγο, επειδή θέλησε να ζούμε τόσο λογικά όσο και καλά. Διότι ο Λόγος του Πατέρα του σύμπαντος δεν είναι «εκφερόμενος λόγος», αλλά η πιο φανερή Σοφία και Αγαθότητα του Θεού, παντοδύναμη Δύναμη, αληθινά θεία και αισθητή ακόμη και σε όσους δεν την ομολογούν, Θέλημα πανίσχυρο. Ο Ωριγένης (Περὶ ἀρχῶν 4.4.1) υποστηρίζει ότι ο Λόγος και η Σοφία γεννήθηκε χωρίς κανένα σωματικό πάθος, όπως ακριβώς το θέλημα προέρχεται από τον νου· αν ονομάζεται Υιός της αγάπης, γιατί να μη λέγεται, με τον ίδιο τρόπο, και Υιός του θελήματος;
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι τα χωρία που συσχετίζουν τον Λόγο με το θείο θέλημα χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σε ορισμένα, η αΐδια γέννηση του Υιού ή το αποκαλυπτικό Του έργο λέγεται ότι απορρέει από το θέλημα του Πατέρα και υπόκειται σε αυτό. Σε άλλα, ο ίδιος ο Υιός ταυτίζεται με το θέλημα του Πατέρα. Σε ένα πρώιμο στάδιο της θεολογικής ανάπτυξης, αυτή η διάκριση φαίνεται ότι πέρασε απαρατήρητη και δεν προκάλεσε κάποια σημαντική δογματική διαφωνία. Αργότερα απέκτησε ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε σχέση με τη θεωρία της υποταγής του Υιού στον Πατέρα. Όταν συνέβη αυτό, η ορθόδοξη παράδοση τόνισε την ταύτιση που καθιστούσε τον αΐδιο Υιό συγκεκριμένη έκφραση του θελήματος του Πατέρα. Από την άλλη πλευρά, η σχολή που υποστήριζε την υποταγή του Υιού αξιοποίησε τον υπαινιγμό κατωτερότητας που φαινόταν να συνεπάγεται η υπαγωγή Του σε ένα εξωτερικό θέλημα· έτσι, οι αθώοι συλλογισμοί των Απολογητών κατέληξαν να προσφέρουν στήριγμα στην αρειανική σχολή σκέψης.
Έγιναν ήδη ορισμένες αναφορές σε έναν πρώιμο θεολογικό συλλογισμό που στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στον «ενδιάθετο λόγο» (λόγος ἐνδιάθετος) και στον «προφορικό λόγο» (λόγος προφορικός). Η ελληνική λέξη «λόγος» μπορεί να σημαίνει εξίσου «σκέψη» και «ομιλία». Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ότι ο θείος Λόγος πέρασε από δύο τρόπους ή στάδια ύπαρξης: από την αιωνιότητα θεωρούνταν ανέκφραστος, ενυπάρχοντας στο είναι του Πατέρα όπως η σκέψη και η λογική ενυπάρχουν στον νου· κατά την πράξη της δημιουργίας, όμως, της οποίας ήταν ο φορέας, εξήλθε από τον θείο Νου και απέκτησε εξωτερική έκφραση, όπως μια σκέψη όταν εκφέρεται με τον λόγο.
Αυτός ο συλλογισμός έχει σημαντική σχέση με τη θεωρία της υποταγής του Υιού στον Πατέρα. Στα χέρια ετερόδοξων ερμηνευτών θα μπορούσε εύκολα να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι ο Λόγος ήταν απρόσωπος —μια απλή ιδιότητα του Θεού— έως τη στιγμή του ιστορικού χρόνου κατά την οποία προήλθε από τον Πατέρα με την πράξη της δημιουργίας. Μια τέτοια προγενέστερη απροσωπία θα μείωνε την αξία, ακόμη και την πραγματικότητα, της αιώνιας ύπαρξής Του, προσδίδοντας έναν ψευδεπίγραφα χριστιανικό τόνο στον ισχυρισμό του Αρείου ότι «υπήρχε καιρός που δεν υπήρχε». Ακόμη και χωρίς αυτό το συμπέρασμα, κάθε θεωρία αυτού του είδους έτεινε να συνδέει τον Λόγο υπερβολικά αποκλειστικά με την πράξη της δημιουργίας και τη διατήρηση του κτιστού σύμπαντος. Έτσι, όταν μια διδασκαλία με τον ίδιο γενικό χαρακτήρα αναβίωσε τον τέταρτο αιώνα από τον Μάρκελλο —χωρίς καμία κλίση προς τη θεωρία της υποταγής, και μάλιστα σε συνειδητή αντίθεση προς τέτοιες τάσεις—, η ανάπτυξη μιας Τριάδας από τη θεία ενότητα άρχιζε με την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της δημιουργίας του κόσμου και τελείωνε με την παύση αυτών των απαιτήσεων.
Τόσο η αντίληψη για τους δύο τρόπους ύπαρξης του Λόγου όσο και η ορολογία με την οποία εκφράστηκε προέρχονταν πιθανότατα απευθείας από τους Στωικούς και εισήχθησαν στη θεολογία. Η υπόθεση ότι έφθασαν μέσω του Φίλωνα δεν στηρίζεται σε θετικές μαρτυρίες και δεν ενισχύεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι το όνομα του Φίλωνα δεν αναφέρεται στους Αποστολικούς Πατέρες, ενώ στο ευρετήριο των Απολογητών του δρος Goodspeed εμφανίζεται μόνο μία φορά, σε παράθεμα από τον Τατιανό. Ούτε φαίνεται να απαντά στον Θεόφιλο. Στην αφετηρία της, η διδασκαλία φαίνεται να είχε κάποια σχέση με τη γνωστική σκέψη. Πάντως, ο Ειρηναίος διέκρινε μια συγγένεια ανάμεσα στη γνωστική ιδέα ότι ο Θεός προέβαλε ένα σύστημα Αιώνων, στο οποίο περιλαμβανόταν ένας Λόγος, και στην κοινή στωική διάκριση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό λόγο, με την οποία ήταν προφανώς καλά εξοικειωμένος.
Υποστηρίζει (Κατὰ αἱρέσεων 2.12.5) ότι είναι αδύνατον η Σιγή και ο Λόγος να συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα απορροών. Αν ο Λόγος είναι μόνο «ενδιάθετη» ομιλία, τότε και η Σιγή πρέπει να είναι «ενδιάθετη» σιωπή· τα δύο είναι παράλληλα και αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ότι όμως ο Λόγος δεν είναι απλώς «ενδιάθετος» στο γνωστικό σύστημα αποδεικνύεται, κατά τον Ειρηναίο, από τη σειρά της προβολής των Αιώνων: ο Λόγος έπεται της Σιγής και, επομένως, προορίζεται σαφώς να παριστά τη διακοπή της σιωπής με την εκφορά λόγου. Λίγο παρακάτω (ό.π., 2.13.8), επικρίνει έντονα τους Γνωστικούς επειδή εφαρμόζουν στον Πατέρα των πάντων ένα σύστημα ανεπαρκών μεταφορικών συμπερασμάτων, συναγμένων από τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η ανθρώπινη ομιλία από τον ανθρώπινο νου: «Μεταφέρουν τη γέννηση ενός ανθρώπινου “προφορικού λόγου” στον αιώνιο Λόγο του Θεού».
Όλη αυτή η ορολογία, ωστόσο, ανήκει στην κριτική του Ειρηναίου και όχι σε κάποια διατύπωση των ίδιων των Γνωστικών. Η αντίθεση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό λόγο θα είχε αντιμετωπίσει σοβαρότερες επιφυλάξεις από όσες πράγματι συνάντησε, αν την είχαν υιοθετήσει επισήμως οι Γνωστικοί. Την υιοθέτησαν λίγοι ορθόδοξοι συγγραφείς για να καταδείξουν την τέλεια ενότητα που υπήρχε εξαρχής ανάμεσα στον Πατέρα και στον Λόγο. Όμως πολύ νωρίς εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις εναντίον της και σύντομα απορρίφθηκε. Υπήρχε, εντούτοις, και ένας ακόμη λόγος που δικαιολογούσε ως έναν βαθμό την υιοθέτησή της: από τη σκοπιά του πεπερασμένου ανθρώπινου παρατηρητή, οι εξωτερικές πράξεις της δημιουργίας και της ενανθρώπησης, μέσω των οποίων ο Λόγος παρουσιάζει με πεπερασμένους όρους κάποια ομοιότητα προς τον άπειρο Πατέρα, έδωσαν την αφορμή για την ιστορική αναγνώριση του Πατέρα και του Λόγου ως διακριτών.
Ο Αθηναγόρας (Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν 10.2–3), παρότι δεν χρησιμοποιεί τη χαρακτηριστική ορολογία αυτής της θεωρίας, εκφράζεται ωστόσο με όρους που ενδέχεται να αντιστοιχούν σε παρόμοια αντίληψη. Λέει ότι ο Υιός ήταν το πρώτο γέννημα του Πατέρα, χωρίς όμως να είναι κτιστό ον· διότι ο Θεός, ως αιώνιος Νους, είχε εξαρχής μέσα Του τον δικό Του Λόγο, αφού ήταν αιωνίως λογικός. Ο Υιός, όμως, όταν προήλθε από Αυτόν, έγινε το θεμέλιο και η ενεργός δύναμη της κτιστής φύσης.
Ο Θεόφιλος είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί ρητά την ορολογία του ενδιάθετου και του προφορικού Λόγου. Ο Θεός, παρατηρεί (Πρὸς Αὐτόλυκον 2.10), έχοντας τον δικό Του Λόγο ενδιάθετο μέσα στην καρδιά Του, Τον γέννησε μαζί με τη δική Του σοφία, όταν Τον «εξέφερε» πριν από τη δημιουργία του σύμπαντος. Η λέξη «εξέφερε» παραπέμπει στον Ψαλμό 45.1 —«Η καρδιά μου αναβλύζει καλό λόγο»—, όπου στο ελληνικό κείμενο λέγεται: «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν».
Σε άλλο σημείο (ό.π., 2.22) αναφέρεται στη φωνή του Θεού που άκουσε ο Αδάμ στον παράδεισο. Τι άλλο μπορεί να είναι αυτή η φωνή, ρωτά, παρά ο Λόγος του Θεού, ο οποίος είναι και Υιός Του; Όχι, όμως, Υιός με τον τρόπο που οι ποιητές και οι μυθογράφοι περιγράφουν τη γέννηση υιών θεών μέσω ερωτικής συνεύρεσης, αλλά όπως η αλήθεια περιγράφει τον Λόγο, που ήταν αιωνίως ενδιάθετος στην καρδιά του Θεού. Διότι, πριν έρθει οτιδήποτε στην ύπαρξη, ο Θεός Τον είχε ως Σύμβουλό Του, αφού ήταν ο δικός Του νους και η δική Του φρόνηση. Όταν ο Θεός θέλησε να δημιουργήσει όλα όσα είχε αποφασίσει, γέννησε αυτόν τον Λόγο ως προφορικό, ως πρωτότοκο όλης της κτίσης· όχι στερώντας από τον εαυτό Του τον Λόγο, αλλά γεννώντας τον Λόγο και παραμένοντας διαρκώς σε κοινωνία μαζί Του.
Έχει ήδη παρατεθεί ένα χωρίο (σ. 119) του Τερτυλλιανού (Κατὰ Πραξέα 5), στο οποίο υποστηρίζει ότι ο θείος Sermo (ομιλία, εκφερόμενος λόγος, Λόγος) υπήρχε πριν από τη δημιουργία, σιωπηλά μέσα στη θεότητα και ενσωματωμένος στον θείο Λόγο, ενώ ο Θεός συλλογιζόταν και σχεδίαζε όλα όσα σκόπευε αργότερα να εκφέρει μέσω του Sermo. Το χωρίο αυτό κινείται στον ίδιο κύκλο ιδεών με εκείνα που παρατέθηκαν από τον Θεόφιλο, μολονότι δεν εμφανίζονται οι χαρακτηρισμοί «ενδιάθετος» και «προφορικός». Αξίζει επίσης να σημειωθεί το χωρίο του Ιππολύτου (Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος 10.33.1), που παρατέθηκε στο ίδιο πλαίσιο: αναφέρει ότι ο Θεός πρώτα συνέλαβε νοητικά και γέννησε τον Λόγο, όχι έναν λόγο ως ομιλία, αλλά την ενδιάθετη λογική αρχή όλων όσων υπάρχουν.
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μια παρόμοια ιδέα είχε κατά νου ο Ιγνάτιος όταν έγραψε (Πρὸς Μαγνησιεῖς 8.2) ότι ο Θεός φανέρωσε τον εαυτό Του μέσω του Ιησού Χριστού, του Υιού Του, ο οποίος είναι ο Λόγος Του που προήλθε από τη σιωπή. Η αναφορά, ωστόσο, στο χωρίο αυτό δεν αφορά την πράξη της δημιουργίας, αλλά την προφητική έμπνευση και την Ενανθρώπηση. Η σιωπή που εννοείται εδώ δεν είναι, επομένως, η απόλυτη σιωπή του αρχέγονου κενού, αλλά η σχετική σιωπή μέσα στην οποία τα μυστήρια του Θεού παραμένουν κρυμμένα από την ανθρώπινη ακοή, εκτός αν υπάρξει ειδική αποκάλυψη.
Από την άλλη πλευρά, μια σειρά θεολόγων απορρίπτει ολόκληρη αυτή την αντίληψη. Ο Ειρηναίος (Κατὰ αἱρέσεων 2.13.8), όπως ειπώθηκε, καταδικάζει τους Βαλεντινιανούς επειδή μεταφέρουν στον αιώνιο Λόγο του Θεού τον τρόπο με τον οποίο γεννιέται ο ανθρώπινος «προφορικός λόγος». Ο Κλήμης, όπως επίσης είδαμε (Στρωματεῖς 5.1, 6.3· σ. 122), αρνείται ότι ο Λόγος του Πατέρα του σύμπαντος είναι «προφορικός λόγος»· αντιθέτως, είναι η πιο φανερή Σοφία και Αγαθότητα του Θεού.
Ο Ωριγένης (Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην 1.24, 151) εφιστά ιδιαίτερα την προσοχή στην ονομασία «Λόγος», την οποία δεν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κύριος, αλλά προέρχεται από τον άγιο Ιωάννη. Αναφέρεται στον ενθουσιασμό με τον οποίο διάφοροι υιοθέτησαν αυτή την ονομασία, ιδίως σε συνδυασμό με την αδιάκοπη παράθεση του ψαλμού «Ἐξηρεύξατο ἡ καρδία μου λόγον ἀγαθόν». Είχαν, όπως λέει, την εντύπωση ότι ο Υιός του Θεού ήταν μια πατρική εκφορά (προφορά), που εκφραζόταν σχεδόν με πραγματικές συλλαβές ομιλίας· γι’ αυτό και Του αρνούνταν κάθε συγκεκριμένη ατομική υπόσταση — τουλάχιστον αν ο Ωριγένης τούς είχε κατανοήσει σωστά. Αυτό που πραγματεύεται και απορρίπτει εδώ είναι σαφώς κάποια παραλλαγή της θεωρίας του «προφορικού Λόγου».
Ο Ευσέβιος αντιτίθεται και πάλι σε ένα πολύ παρόμοιο σφάλμα, με πολύ παρόμοια διατύπωση (Εὐαγγελικὴ ἀπόδειξις 5.5.8). Σε άλλη πραγματεία (Ἐκκλησιαστικὴ θεολογία 2.15.4), καταγγέλλει τον Μάρκελλο επειδή χρησιμοποιεί τη διάκριση ανάμεσα στον ενδιάθετο και στον προφορικό Λόγο. Η καταγγελία αυτή είναι ουσιαστικά εύστοχη, αν και οι ίδιοι οι όροι δεν φαίνεται να ανήκουν στη διατύπωση του Μάρκελλου, αλλά στο σχόλιο του Ευσέβιου.
Κατά τον τέταρτο αιώνα, όλοι σχεδόν, εκτός από τους δηλωμένους αιρετικούς, φαίνεται ότι είχαν απορρίψει ολόκληρη τη θεωρία. Οι ημιαρειανοί της επιτίθενται στη Μακρόστιχη έκθεση πίστεως (ενότητα 5, στον Αθανάσιο, Περὶ συνόδων 26). Η διδασκαλία αναθεματίζεται στον όγδοο αναθεματισμό της Συνόδου του Σιρμίου (ό.π., 27). Ο Ψευδο-Αθανάσιος (Ἔκθεσις πίστεως 1) περιγράφει τον Λόγο ως ούτε «ενδιάθετο» ούτε «προφορικό», ούτε απορροή του Τελείου, ούτε διαίρεση του απαθούς είναι, ούτε εκπόρευση, αλλά ως Υιό με την απόλυτη έννοια. Μια διαδοχή ορθόδοξων θεολόγων επαναλαμβάνει αυτή την καταδίκη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου