Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ (10)

 
«Κριτήριον τῆς ἀληθείας» καί

«ἀρχηγός τῆς σωτηρίας»

[10ο' ΜΕΡΟΣ]

     π. Θωμᾶ Βαμβίνη
 Ἀφήνοντας ὁ π.Ἰ.Δ. τήν ἀρχική του πρόθεση νά ἀσχοληθῆ δειγματολειπτικά μέ δύο βιβλία τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου ἀσχολήθηκε, ὅπως ἀλλοῦ σημειώσαμε, καί μέ ἕνα τρίτο –«μέ ὀλιγόλεπτον πρόχειρον ἄνοιγμα» τῶν σελίδων του, ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ– κατόπιν καί μέ ἕνα τέταρτο, ἀντιγράφοντας καί ἐπεκτείνοντας σχόλια ἀπό τό περιοδικό Δρώμενα, ἀλλά τελικά καταπιάσθηκε καί μέ ἕνα πέμπτο, χωρίς πιθανῶς ὁ ἴδιος νά τό ἔχη ἐπιμελῶς διαβάσει καί χωρίς προπαντός νά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔφυγε λανθανόντως ἀπό τόν ἀρχικό προγραμματισμό του.

   Τό πέμπτο βιβλίο μέ τό ὁποῖο ἐπιπλέον ἀσχολεῖται ὁ π.Ἰ.Δ. ἔχει τίτλο: «Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμός ὡς προφητική, ἀποστολική καί μαρτυρική ζωή». Ἡ ἐκτροπή ἀπό τόν ἀρχικό προγραμματισμό τῆς ἐργασίας του ὀφείλεται πιθανῶς στήν ἕλξη πού ἀσκεῖ στόν «ἀμυνόμενο» θυμό του τό ἔντονο ὕφος τῆς κριτικῆς τοῦ θεολόγου κ. Νικολάου Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος πρῶτος παρερμήνευσε καί μέ βάση τήν παρερμηνεία καταπολέμησε διδασκαλίες τοῦ ἁγίου Συμεών ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖες παρουσιάζονται σέ κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ.

    Ὁ κ. Ν. Σωτηρόπουλος, ἀλλά καί ὁ ὁμόρφων π.Ἰ.Δ. δέν μνημονεύουν τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, οὔτε τό πλαίσιο τῶν νοημάτων μέσα στό ὁποῖο καταγράφονται οἱ κρινόμενες διδασκαλίες του. Τίς παρουσιάζουν ὡς διδασκαλίες τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐκκενώνουν ὅλον τόν ἱεραποστολικό ζῆλο τους.

Κατηγοροῦν λοιπόν τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου ὅτι θεωρεῖ τόν Ἐπίσκοπο μέσα στήν Ἐκκλησία «κριτήριον τῆς ἀληθείας» καί «ἀρχηγό τῆς σωτηρίας», ἰδιότητες πού ἀνήκουν κατά τήν γνώμη τους μόνο στό Χριστό καί στήν Ἐκκλησία, σάν νά εἶναι ἡ ἀρχιερωσύνη ἄσχετη μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ὁ π.Ἰ.Δ. μάλιστα παραθέτοντας σχετικό σχόλιο τοῦ κ. Ν. Σωτηρόπουλου ἀπό τό περιοδικό Ὁ Σταυρός συμπεραίνει:

«Κατά τά ἀνωτέρω, ὁ Ναυπάκτου θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὅτι εἶναι “κριτήριον τῆς ἀληθείας” καί “ἀρχηγός τῆς σωτηρίας”.

Ὅ,τι δηλαδή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Χριστός, τοῦ αὐτοῦ κύρους καί τῆς αὐτῆς ἀξίας εἶναι καί ὁ Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὡς πρός τό κριτήριον τῆς ἀληθείας καί τήν ἀρχηγίαν τῆς σωτηρίας. Αὐτό εἶναι τό λογικόν συμπέρασμα τῶν γραπτῶν αἱρετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ναυπάκτου. Θά συνειδητοποιήση τί ἔχει γράψει;».

   Ἐπειδή ὁ π.Ἰ.Δ. δέν ἔχει συνειδητοποιήσει ποιοῦ τίς ἀπόψεις χαρακτηρίζει αἱρετικές· ἐπειδή δηλαδή δέν ἔχει καταλάβει ὅτι πολεμᾶ «μετά ζήλου» καίριες ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις ἑνός ἁγίου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τοῦ ἁγίου Συμεών ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης· ἐπειδή ἐπίσης δέν γνωρίζει τό πλαίσιο τῶν νοημάτων μέσα στό ὁποῖο διατύπωσε ὁ ἅγιος Συμεών τίς ἀπόψεις αὐτές, ἀλλά οὔτε ἀκόμη γνωρίζει τό κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου ἀπό τό ὁποῖο τίς ἀπομόνωσε ὁ κ. Ν. Σωτηρόπουλος, παραθέτουμε πρός ἐνημέρωση καί σχολιασμό δύο ἀποσπάσματα ἀπό τόν βιβλίο «Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμός...».

  Τό πρῶτο ἀπόσπασμα εἶναι ἀπό τήν ἑνότητα πού ἔχει τίτλο: «Ἡ θέση τοῦ Ἐπισκόπου στήν Ἐκκλησία, κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης». Γράφει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου:

«Σέ κάποιο σημεῖο [τῆς ἐπιστολῆς “Πρός ἐπισκοπάς”] ὁ ἅγιος Συμεών, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη ὅτι οἱ Ἐπίσκοποι εἶναι διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, γράφει ὅτι οἱ σύγχρονοι Ἐπίσκοποι ὡς πρός τήν Χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης δέν διαφέρουν σέ τίποτε ἀπό τούς Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο. Σέ ἐκεῖνο πού διαφέρουν εἶναι μόνο ἡ ἀρετή τους. Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών: “Ὅτι Πέτρος μέν καί Παῦλος κατά τήν ἀρετήν καί τούς κόπους ὑπερφυεῖς καί μεγάλων στεφάνων... Κατά δέ τήν τῆς ἱερωσύνης χάριν, οὐχ οὕτως. Οὐδέ πλέον ἔχει τοῦ Χρυσορρήμονος Παῦλος, οὐδέ πάλιν ὁ Χρυσολόγος, καθό ἱεράρχης, ὑπερέχει τινός τῶν ὑποδεεστέρων δοκούντων ἐπισκόπων, εἰ μή κατά τό ὕψος τῆς ἀρετῆς”. Δηλαδή, ἡ Χάρη τῆς ἱερωσύνης μέ τήν ὁποία τελοῦνται τά ἱερά μυστήρια εἶναι ἡ ἴδια τόσο στούς Ἀποστόλους ὅσο καί στούς Ἱεράρχες, ἐκεῖνο πού διαφέρει εἶναι μόνον ἡ ἀρετή καθενός. Ἡ ἐνέργεια τῶν μυστηρίων τῶν παλαιῶν πατέρων μέ τούς σημερινούς εἶναι ἡ ἴδια. “Οὐδέ τά ἱερουργηθέντα μυστήρια παρά τοῦ μεγάλου πατρός ἡμῶν Βασιλείου ἤ παρ’ αὐτοῦ τοῦ Πέτρου καί Ἀνδρέου καί Ἰακώβου, ἑτέραν ἔχουσί τινα δύναμιν παρά ταῦτα τά νῦν ἐνεργούμενα παρά τῶν ὀρθοδόξων ἱερουργῶν”. Ἡ ἱερωσύνη τήν ὁποία ἔχουν οἱ Ἀρχιερεῖς εἶναι ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί δέν εἶναι ἔργον ἀνθρωπίνης ἀρετῆς.“Καί κατά τήν ἰσχύν τῆς ἱερωσύνης, ὁ αὐτός ἐστι Πέτρος τε καί Παῦλος καί Ἰωάννης καί τῶν νῦν ἀρχιερέων ἕκαστος, ἐπεί καί τοῦ Χριστοῦ ἡ ἱερωσύνη ἐστί, καί οὐκ ἀνθρωπίνης ἀρετῆς ἔργον”. Ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Σισώης, ὁ Παῦλος ὁ Θηβαῖος καί ἁπλοῦς καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔκαναν πολλά θαύματα, “ἀλλ’ οὐδέν ἠδύναντο τῆς ἱερωσύνης ποιεῖν, χειροτονίαν ἱερωσύνης μή κεκτημένοι”.

Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψη του ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεσσαλονίκης καταλήγει: “θεμέλιος ἄρα καί πηγή τοῦ χριστιανισμοῦ ὁ ἀρχιερεύς”. Διότι ὅλα ἐνεργοῦνται διά τοῦ Ἀρχιερέως “χειροτονίαι ἱερατικαί, ἐκ δέ τῶν ἱερέων ὑμῖν ὁ ἁγιασμός· καθιερώσεις ναῶν, ἐν οἷς αἱ προσευχαί ἐνεργοῦνται καί ἡ ἱερουργία τῶν μυστηρίων· ἡ τοῦ λύειν καί δεσμεῖν δύναμις, ἐκ γάρ τῶν ἀρχιερέων οἱ τό πνευματικόν λειτούργημα κεκτημένοι καί δι’ αὐτῶν ἐξομολόγησίς τε καί ἄφεσις δίδοται· καί κοινωνία Χριστοῦ, ἱλασμός τε δι’ εὐχῆς ἁγίου ἐλαίου, καί ἐν τῷ τελευτᾷν παράδοσις πρός τόν Θεόν τῶν ἡμετέρων ψυχῶν”.

Προτρέπει τούς Κληρικούς, τούς μοναχούς καί τούς λαϊκούς νά τιμοῦν τόν Ἀρχιερέα. Γράφει ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης: “Αἰδεῖσθε τοίνυν καί φοβεῖσθε τόν ἀρχιερέα ὑμῶν, ἱερεῖς πάντες καί λαϊκοί καί μονάζοντες, ὡς ὄργανον ὄντα Θεοῦ, ὡς ὑπηρέτην Θεοῦ, ὡς δύναμιν ἔχοντα Θεοῦ, ὡς εἰς τόν θρόνον καθεζόμενον τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀρχηγῷ τῶν ψυχῶν ὑμῶν μετά Θεόν καταστάντι, ὡς θεμελίῳ τῆς σωτηρίας ὑμῶν καί πίστεως μετά Χριστόν δεικνυμένῳ, ὡς δοτῆρι τῶν τε παρόντων καί τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ”.

Εἶναι σημαντικό ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος θεωρεῖται εἰς τύπον καί τόπον τοῦ Χριστοῦ καί οἱ ἱερεῖς, λαϊκοί καί μοναχοί πρέπει νά τόν θεωροῦν ἀρχηγό τῆς σωτηρίας. Γι’ αὐτό ὁ Ἀρχιερεύς τίθεται ὑπεράνω τῶν πνευματικῶν πατέρων. Μέσα ἀπό τήν ὀρθόδοξη αὐτή διδασκαλία μποροῦμε νά δοῦμε τίς αἱρετικές ἰδέες πού ἐκκολάπτονται καί καλλιεργοῦνται ὅταν μερικοί Ἡγούμενοι, πού δέν διακρίνονται ἀπό ταπείνωση καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τίθενται ὑπεράνω τῶν Ἐπισκόπων, κατά τόν τρόπο ἐξασκήσεως τῆς πνευματικῆς πατρότητος»[1].

   Τό δεύτερο ἀπόσπασμα εἶναι ἀπό τά ἐπιλεγόμενα τοῦ κεφαλαίου «Ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός καί ἡ ἐκκοσμίκευσή του», στό ὁποῖο ἀνήκει καί ἡ ἑνότητα τοῦ προηγουμένου παραθέματος.

«Στήν εἰσαγωγή εἴχαμε σημειώσει ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐκεῖνος πού θά ὁμιλῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί θά εἶναι κριτήριο τῆς ἀληθείας, γι’ αὐτό καί οἱ ἱεροί Κανόνες θεωροῦν τόν Ἐπίσκοπο ὀφθαλμό τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἐπίσκοπος ὀφείλει νά καθοδηγῆ καί νά διδάσκη τό ποίμνιό του καί βέβαια τούς μοναχούς, βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ὥστε νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς σωτηρίας».

   Ἀπό τά παραπάνω παραθέματα φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ π.Ἰ.Δ. δέν ἔκανε τόν κόπο νά διαβάση τό βιβλίο στό ὁποῖο ἀναφέρεται τό δηκτικό σχόλιο τοῦ κ. Ν. Σωτηρόπουλου, τό ὁποῖο ἀνεπιφύλακτα υἱοθέτησε καί μέ δηκτικότερο λόγο τό ἐπεξέτεινε. Ἐπίσης φαίνεται τό πόσα ὑπερφυῆ γιά τόν Ἐπίσκοπο γράφει ὁ ἅγιος Συμεών, τά ὁποῖα ἀποσιωπᾶ ὁ κ. Ν. Σωτηρόπουλος, πιθανῶς γιατί θά ἀναγκαζόταν νά παραθέση τό κείμενο τοῦ Ἁγίου, κάτι πού θά δυσχέραινε τήν κριτική του.

Ἄν ὅμως τόν προκάλεσαν οἱ ἐκφράσεις «ἀρχηγός τῆς σωτηρίας» καί «κριτήριο τῆς ἀληθείας», τότε γιατί παρέκαμψε στό σχόλιό του προκλητικότερες –κατά τήν θεολογική του στοιχείωση– ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπως: «θεμέλιος ἄρα καί πηγή τοῦ χριστιανισμοῦ ὁ ἀρχιερεύς» καί «αἰδεῖσθε τοίνυν καί φοβεῖσθε τόν ἀρχιερέα ὑμῶν, ἱερεῖς πάντες καί λαϊκοί καί μονάζοντες, ὡς ὄργανον ὄντα Θεοῦ, ὡς ὑπηρέτην Θεοῦ, ὡς δύναμιν ἔχοντα Θεοῦ, ὡς εἰς τόν θρόνον καθεζόμενον τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀρχηγῷ τῶν ψυχῶν ὑμῶν μετά Θεόν καταστάντι, ὡς θεμελίῳ τῆς σωτηρίας ὑμῶν καί πίστεως μετά Χριστόν δεικνυμένῳ, ὡς δοτῆρι τῶν τε παρόντων καί τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ»;

    Μπορεῖ λοιπόν ὁ κ. Ν. Σωτηρόπουλος, μέ τήν θεολογική νοοτροπία πού ἐκφράζει, καί ὁ πιστός ἀκόλουθός του π.Ἰ.Δ., νά δεχθοῦν ἀδιαμαρτύρητα ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι θεμέλιο καί πηγή τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀρχηγός τῶν ψυχῶν μας, θεμέλιο τῆς σωτηρίας καί τῆς πίστεώς μας, παροχέας τῶν παρόντων καί τῶν μελλόντων ἀγαθῶν;

   Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου αὐτό πού ἔκανε ἦταν νά συνοψίση τό νόημα τοῦ παραπάνω ἀποσπάσματος ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης, καί ἰδιαίτερα τῶν ἐκφράσεων πού χαρακτηρίζουν τόν Ἀρχιερέα θεμέλιο καί πηγή τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀρχηγό «τῶν ψυχῶν ὑμῶν», θεμέλιο «τῆς σωτηρίας ὑμῶν καί πίστεως» καί δοτῆρα «τῶν τε παρόντων καί τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» γράφοντας ὅτι «οἱ ἱερεῖς, λαϊκοί καί μοναχοί πρέπει νά τόν θεωροῦν ἀρχηγό τῆς σωτηρίας», «ὡς εἰς τόν θρόνον καθεζόμενον τοῦ Χριστοῦ», «εἰς τύπον καί τόπον» Αὐτοῦ.

   Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὅλες οἱ παραπάνω διατυπώσεις τοῦ ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης γιά ἕναν πιστό πού ζῆ ὀρθόδοξα τόν «θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας», ἔξω δηλαδή ἀπό νομικισμούς καί ἀντινομισμούς, εἶναι ἐκφράσεις πού προσπαθοῦν νά περιγράψουν ὅσο αὐτό εἶναι δυνατόν τήν ὑπερφυῆ δύναμη τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης, τοῦ ὁποίου φορέας κατ’ ἐξοχήν εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος. Ἡ ἱερωσύνη πού φέρει ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό ὅποιος ἀποκόπτεται ἀπό τόν Ἐπίσκοπο ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, ἡ Θεία Λειτουργία στήν ὁποία δέν μνημονεύεται ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ τόπου «πάσχει κανονικῶς», δηλαδή οἱ τελετουργοί της παραβαίνουν μέ τήν τέλεσή της θεμελιώδεις Ἱερούς Κανόνες καί ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησία. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια λέγεται ἀπό τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι «θεμέλιος καί πηγή τοῦ χριστιανισμοῦ». Ὁ Ἐπίσκοπος δέν εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ στή γῆ, ἀλλά «εἰς τύπον καί τόπον» τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

   Ὅσο γιά τήν ἔκφραση «κριτήριο τῆς ἀληθείας» εἶναι σαφές ἀπό τό κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου ὅτι αὐτό ἀναφέρεται στό δέον, σέ αὐτό πού πρέπει νά εἶναι ὁ Ἀρχιερέας, ὅπως ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, οἱ διδασκαλίες τῶν ὁποίων εἶναι «κριτήριο τῆς ἀληθείας» καί ἀπετέλεσαν τήν βάση τῶν  Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Γιά παράδειγμα θεμέλιο τῆς Α΄ Οἰκ. Συνόδου ἦταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος, τῆς Β΄ ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τῆς Γ΄ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί οὕτω καθεξῆς. Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι διατύπωσαν Ὅρους πίστεως καί κανόνες ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί εὐταξίας «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι».

   Στόν ἐπίλογό του λοιπόν ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου γράφει ὅτι, ἐφόσον ὁ Ἀρχιερέας εἶναι ἡ ὁρατή κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, «εἶναι ἐκεῖνος πού θά ὁμιλῆ τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί θά εἶναι κριτήριο τῆς ἀληθείας», γι’ αὐτό «ὀφείλει νά καθοδηγῆ καί νά διδάσκη τό ποίμνιό του καί βέβαια τούς μοναχούς, βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως».

Τό πρῶτο πού πρέπει νά ἐπισημανθῆ εἶναι ὅτι ὁ Ἀρχιερέας ὡς «κριτήριο τῆς ἀληθείας» δέν εἶναι μιά αὐθαίρετη ἀρχή. Δέν διδάσκει ὅ,τι αὐτός νομίζει, ἀλλά στηρίζεται στήν ἐκκλησιαστική παράδοση, στήν ὁποία εἶναι ἐνταγμένος καί τήν ὁποία ἔχει ἀφομοιώσει.

Δεύτερον, οἱ ἐκφράσεις «ἐκεῖνος πού θά ὁμιλῆ... καί θά εἶναι κριτήριο τῆς ἀληθείας» καί «ὀφείλει νά καθοδηγῆ...» δέν σημαίνουν ὅτι ὁ κάθε Ἐπίσκοπος «ὁμιλεῖ τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί εἶναι κριτήριο τῆς ἀληθείας» ἤ ὅτι «καθοδηγεῖ καί διδάσκει τό ποίμνιό του βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως». Γιά νά ἐνεργῆ ἀποτελεσματικά ὅλα τά παραπάνω ὁ Ἀρχιερέας, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων, πού ἐπαναδιατυπώνει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, ἐκτός ἀπό τήν μυστηριακή πρέπει νά ἔχη καί τήν «πνευματική ἱερωσύνη», δηλαδή, μέ τήν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ νά ἔχη διέλθει ἀπό τό στάδιο τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς καί νά βρίσκεται –τό «μετριότατον»– στόν φωτισμό τοῦ νοῦ, ἄν καί τό δέον εἶναι νά ἔχη φθάσει στήν θέωση. Ἡ ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀποστολική καί πατερική προϋπόθεση τῆς ἀρχιερωσύνης καί εἶναι αὐτή πού καθιστᾶ τόν Ἀρχιερέα «κριτήριο τῆς ἀληθείας». Ὅλα αὐτά ἀναλύονται διεξοδικά στό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, τά νοήματα τοῦ ὁποίου ὅμως μετά ζήλου –εἴθε οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν– ἀντιμάχεται ὁ π.Ἰ.Δ..

   Εἶναι φανερό ὅτι τά περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως, ὡς τοῦ κυρίου περιεχομένου τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀλλά καί ὡς προϋποθέσεων τῶν τριῶν βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἔξω ἀπό τά θεολογικά πλαίσια τοῦ κ. Ν. Σωτηρόπουλου καί τοῦ π.Ἰ.Δ. κι αὐτό εἶναι κάτι πού δυσχεραίνει πολύ τήν ἀπό μέρους τους κατανόηση ἁπλῶν πραγμάτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί θεσμοθεσίας.

   Παρά ταῦτα θά κάνουμε ὁρισμένες ἐπιπλέον σύντομες παρατηρήσεις, ὥστε νά φανῆ ἀκόμη καθαρότερα ἡ παρερμηνεία τοῦ κειμένου τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου ἀπό τόν κ. Ν. Σωτηρόπουλο καί τόν π.Ἰ.Δ., ἀλλά καί τό ἀντορθόδοξο πνεῦμα πού βρίσκεται στήν βάση τῆς παρερμηνείας.

1. Εἶναι σαφές ὅτι ὁ λόγος στά παραπάνω παραθέματα ἀπό τό βιβλίο «Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμός...» ἀναφέρονται στήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ τήν ὁποία φέρουν οἱ Ἀρχιερεῖς καί ὄχι στήν προσωπική ἀξία τῶν Ἀρχιερέων. Μιλοῦν μάλιστα γιά ἐνεργοῦσα ἀρχιερωσύνη. Γιά ἀρχιερωσύνη, δηλαδή, πού δέν «κωλύεται» ἀπό κανονικά παραπτώματα πού τήν καθιστοῦν ἀνενεργό. Ἡ ἐνεργός ἀρχιερατική χάρη εἶναι αὐτή πού συνιστᾶ τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ μέ αὐτήν γίνονται οἱ χειροτονίες τῶν Ἱερέων, οἱ καθιερώσεις τῶν Ἱερῶν Ναῶν, ἀπό αὐτήν δίνεται τό χάρισμα τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ἁμαρτήματα καί ἡ δυνατότητα τῆς τελέσεως ὅλων τῶν μυστηρίων. Τονίζεται μάλιστα στό κείμενο ἐμφαντικά ὅτι ὅλα αὐτά γίνονται, διότι «ἡ  ἱερωσύνη τήν ὁποία ἔχουν οἱ Ἀρχιερεῖς εἶναι ἡ ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί δέν εἶναι ἔργον ἀνθρωπίνης ἀρετῆς», γι’ αὐτό ἄλλωστε «εἶναι ἡ ἴδια τόσο στούς Ἀποστόλους ὅσο καί στούς Ἱεράρχες». Ὁ Χριστός ἐνεργεῖ διαρκῶς τά πάντα στήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι σαφέστατο στό κείμενο ὅτι ἡ ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καθιστᾶ τούς φορεῖς της μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός γι’ αὐτήν. Εἶναι τό μυστήριο τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀκώλυτη ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου καθιστᾶ τούς φορεῖς του «ἀρχηγούς τῆς σωτηρίας» καί «κριτήρια τῆς ἀληθείας».

2. Ἡ γνώση τῆς μεγάλης δυνάμεως τῆς ἀρχιερατικῆς χάριτος καί ἡ βίωση τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι τό μυστήριο τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας, συντρίβει τήν ὀρθόδοξη συνείδηση τοῦ φορέα της, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τό βάρος τῆς εὐθύνης στήν διαχείρηση ἑνός ὑπέρλογου ξένου πλούτου. Ἄν δέν ὑπάρχη ἡ πίστη καί ἡ γνώση ὅτι ἡ ἀρχιερωσύνη πού φέρουν οἱ Ἀρχιερεῖς εἶναι πραγματικά, ὀντολογικά καί ὄχι συμβολικά ἡ ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, τότε εἶναι εὔκολο νά μεταβληθῆ σέ αὐθαίρετη ἀρχή παπικῆς μορφῆς ἤ σέ ἐξουσία κοσμικοῦ χαρακτήρα.

3. Σύμφωνα μέ τό κείμενο τοῦ ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης πού παραθέτει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, ὁ Ἀρχιερέας ἔχει κατασταθῆ ἀρχηγός τῶν ψυχῶν μας «μετά Θεόν» καί ἐν Θεῷ καί ἔχει ἀναδειχθῆ θεμέλιο τῆς σωτηρίας καί τῆς πίστεώς μας πάλι «μετά Χριστόν» καί ἐν Χριστῷ. Ἐπίσης παρέχει τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἀγαθά ὄχι ἀπό τόν ἑαυτό του ἤ μέ τίς δικές του δυνάμεις, ἀλλά «διά τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ». Δέν εἶναι πρίν ἤ πάνω ἀπό τόν Χριστό. Οὔτε, ὅπως ὁ Πάπας, ἐκπροσωπεῖ τόν Χριστό στόν κόσμο, ἀποκλείοντας τόν Χριστό στούς οὐρανούς. Μέσῳ τοῦ Ἀρχιερέως ἐνεργεῖ ὁ Χριστός.

Ὁπότε δέν τίθεται θέμα ἰσοκυρίας μεταξύ Χριστοῦ καί Ἀρχιερέως ἤ Ἐκκλησίας καί Ἀρχιερέως, ὅπως νομίζει –ἐκφραζόμενος σκωπτικά– ὁ π.Ἰ.Δ.. Ὁ Ἀρχιερέας ὡς ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη σωτηρίας. Ἡ ἀρχιερωσύνη ὅμως τοῦ Χριστοῦ τήν ὁποία φέρει συνιστᾶ τήν Ἐκκλησία, ἔξω ἀπό τήν ὁποία δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ἡ δύναμη τῆς ἀρχιερατικῆς χάριτος εἶναι τελείως ξένη πρός κάθε κοσμική ἐξουσιαστικότητα, ἀλλά καί κάθε μαγική θρησκευτικότητα. Εἶναι σταυρική διακονία τοῦ λαοῦ, στήν ὁποία μετέχει κανείς ἐλεύθερα, ἀλλά ὄχι καί χωρίς προϋποθέσεις. Ὅποιος ἀντιπαραθέτει τήν ἀρχιερατική χάρη μέ τόν Χριστό ἤ μέ τήν Ἐκκλησία δείχνει ὅτι διακατέχεται ἀπό προτεσταντική νοοτροπία καί ὅτι ἀντιδρᾶ σέ ἕνα παπικῆς μορφῆς εἴδωλο τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποίο ἔχει ἑδραιωμένο μέσα του.

4. Ὅσοι δέν κατανοοῦν τήν μυστηριακή ἀξία καί δύναμη τῆς ἀρχιερωσύνης ἔχουν λανθασμένη ἄποψη γιά τόν «θεσμό τῆς Ἐκκλησίας». Δέν ἔχουν στό νοῦ τους τήν μυστηριακή συγκρότηση τοῦ σώματός της, δέν τήν θεωροῦν Θεανθρώπινο Ὀργανισμό, ἀλλά τήν ἀντιλαμβάνονται σάν μιά ἀνθρώπινη ὀργάνωση πιστῶν παπικῆς ἤ προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως. Γι’ αὐτό δέν μποροῦν νά κατανοήσουν τό πῶς ἡ ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἐνεργῆ ἀκωλύτως καί ἀναλλοιώτως μέσῳ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πού ἔλαβαν τήν χειροτονία, μέ τίς προϋποθέσεις φυσικά πού ὁρίζουν οἱ Ἱεροί Κανόνες.

Ἡ διαφορά μεταξύ ὀργανισμοῦ καί ὀργανώσεως εἶναι σημαντικότατη γιά τήν ὀρθή θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί γιά τήν κατανόηση τῶν ἐκκλησιολογικῶν προϋποθέσεων αὐτῶν πού κρίνουν τίς ἐκκλησιολογικές θέσεις τοῦ ἁγίου Συμεών Θεσσαλονίκης.

ὀργανισμός χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ζωή. Στήν ὀργάνωση προηγεῖται ἡ νομική συγκρότηση. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, γιατί εἶναι τό ἕνα καί ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ζωή αὐτοῦ τοῦ Σώματος ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν μυστηριακή συγκρότησή του, ἡ ὁποία ἔχει ὡς θεμέλιο τήν μεταδιδομένη ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πρωτίστως μυστήριο πού πηγάζει ἀπό τήν ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ νομική συγκρότησή της ἕπεται.

   Στόν παπισμό ὁ ὁποῖος ἔχει κεφαλή τόν Πάπα, ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι ὡς φορέα τοῦ μυστηρίου τῆς αἰσθητῆς παρουσίας Του στόν κόσμο, προηγεῖται ἡ νομική συγκρότηση, ὁ νεκρός νόμος, γι’  αὐτό καί τά μυστήριά του θεωροῦνται ὡς δικανικά μέσα προσκτήσεως τῆς κτιστῆς χάριτος. Δέν μιλοῦν οἱ παπικοί γιά ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ἡ «Ἐκκλησία» τους ὀργανισμός πού ζῆ τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ἔχει τά χαρακτηριστικά ἀνθρώπινης ὀργάνωσης, μέ ἀπολυταρχική νοοτροπία, στήν ὁποία ἀντέδρασαν οἱ προτεστάντες δημιουργώντας ἄλλες ἀνθρώπινες ὀργανώσεις.[2]

   Ὅσοι λοιπόν ἀμφισβητοῦν τήν δύναμη τῆς ἀρχιερωσύνης, ὅπως τήν ζοῦν τά «φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας» καί τήν ἐκφράζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, φανερώνουν τόν ἐγκλωβισμό τους σέ προτεσταντικές νοοτροπίες, οἱ ὁποῖες τούς ἐξωθοῦν στήν καταπολέμηση τοῦ καταπιεστικοῦ εἰδώλου τοῦ παπισμοῦ καί ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει. Βλέπουν τόν «θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» κάτω ἀπό παραμορφωτικά ἀντορθόδοξα πρίσματα, τά ὁποῖα στρεβλώνουν ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα, ὅταν ἡ ὅραση τῶν ἀμφισβητιῶν ρυθμίζεται ἀπό προκαταλήψεις καί σκοπιμότητες.




[1]. Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμός... σ. 487-489.


[2]. Βλέπε σχετικά Μητρ. Ναυπάκτου: Ἐκκλησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα, σ. 195, ὅπου καί σημαντικές παρατηρήσεις τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη.

ΣΧΟΛΙΟ: Δύσβατο έδαφος. Ενα θέμα πού απαιτεί τήν λεπτή ισορροπία τής ζυγαριάς τού χρυσοχόου.  Κατ' αρχάς οι οργανωσιακοί έβαλαν σέ κρίση τόν ήδη προβληματικό θεσμό τής εκκλησίας, χωρίς νά ωφελήσουν τήν εκκλησία. Η διαφορά τού κάθε Αρχιερέως μέ τούς Αποστόλους δέν βρίσκεται στήν "αρετή" αλλά στήν εμπειρία τού Κυρίου καί στήν εμπειρία τού Αγίου Πνεύματος. Οταν ένας Αγιος   θεραπεύει συγχωρούνται καί οι αμαρτίες τού θεραπευθέντος, όπως μάς φανερώνει ο Κύριος στά Ευαγγέλια.  Η Χάρις τής χειροτονίας είναι χάρις διακονίας καί κανείς δέν μπορεί νά δώσει τήν Χαρη αυτή, πρέπει νά υπάρχει ήδη.  Καί τέλος , ΠΩΣ διδάσκεται ο κάθε Αρχιερεύς τήν αλήθεια τής πίστεώς μας ώστε  νά καθίσταται διδάσκαλος καί ορθοτομών τόν λόγον τής αληθείας;  Τί γίνεται μέ τά χαρίσματα τού Αγίου Πνεύματος τά οποία οικοδομούν τήν εκκλησία; Γιατί διαμαρτυρόμεθα γιά τήν αιρετική ευχαριστιακή εκκλησιολογία τού Ζηζιούλα; Τί σημαίνει ότι η Ιερωσύνη δέν είναι πρός σωτηρίαν. Οτι η εκκλησία τής ψαλμωδίας δέν είναι ολόκληρη η εκκλησία; Αλλά ολοκληρώνεται μέ τήν εκκλησία τής προσευχής;  Τί γίνεται μέ τόν Αγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο; Δέν ήταν Ιερεύς;  Τότε τί; Δέν μπορεί νά λείψει ο Θεσμός τής εκκλησίας, αλλά άς σεβόμαστε τά όριά του!!
Αμέθυστος

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ (9)

 

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος

καί ἡ ἀποδοχή του ἀπό τούς Ρώσους


[9ο' ΜΕΡΟΣ]

     π. Θωμᾶ Βαμβίνη
 Ἀπέναντι στίς συκοφαντίες τῆς προσωπικότητάς του, στίς παρερμηνεῖες τῶν λόγων του καί στίς κακοποιήσεις τῶν ποιμαντικῶν συμβουλῶν του, βλέπουμε τόν Γέροντα Σωφρόνιο μέσα ἀπό τά κείμενά του νά στέκεται ταπεινός καί μεγαλοπρεπής, καθαρός στούς λόγους καί εὐγενής στούς τρόπους, μέ τόν νοῦ στόν Ἅδη, χωρίς ἀπόγνωση, καί τό πολίτευμα στόν Οὐρανό, ὁλόκληρο μέσα στήν περιπέτεια τῶν τέκνων τοῦ χοϊκοῦ Ἀδάμ, ἀλλά ἐνδεδυμένο τόν Νέο Ἀδάμ, τόν Χριστό, μέσα στήν κόλαση τῶν «κάτω συρρομένων», ἀλλά ὡς «ὑπερόπτη τῶν κάτω καί μύστη τῶν ἄνω».

Βέβαια, αὐτός τώρα δέν εἶναι ὅπως ἐμεῖς μποροῦμε νά τόν δοῦμε μέσα στά κείμενά του. Στά κείμενά του εἶναι ὁ σπόρος, τώρα ἔγινε ἀκατανόητος ἀπό ἐμᾶς βλαστός, ἕτοιμος γιά τήν μέλλουσα ἀνθοφορία καί καρποφορία. Μετά τήν ἀπόθεση τοῦ σώματός του, ἔχει περάσει ὡς ὑπόσταση φλεγόμενη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σέ ἄλλο τρόπο ὑπάρξεως, ἀπρόσβλητο ἀπό τήν μικρότητα τῶν χοϊκῶν ἀνθρώπων καί ἀπείραστο ἀπό τήν κακία τοῦ διαβόλου.

Θέλοντας, λοιπόν, νά γράψουμε κάποια πράγματα γιά τό πρόσωπο καί τόν λόγο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ὡς ἀντιστάθμισμα  στήν συκοφαντική δυσφήμισή τους, συναισθανθήκαμε ἔντονα τήν ἀδυναμία μας –αὐτό τό ἐγχείρημα, γιά νά μήν εἶναι τυπικά λόγια χωρίς ζωή, ἀπαιτεῖ ἄνθρωπο πού νά ἔχη κάτι κοινό μέ τόν περιγραφόμενο– γι’ αὐτό σκεφθήκαμε νά παραθέσουμε τί ἔγραψαν καί τί εἶπαν γι’ αὐτόν τρία πρόσωπα, τά ὁποῖα ἀφ’ ἑνός μέν δέν ἐμπλέκονται στίς πλοκές τῶν λόγων τοῦ π.Ἰ.Δ., ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τόν συνετό καί καίριο λόγο τους μποροῦν νά φωτίσουν σημαντικές πλευρές τοῦ προσώπου καί τῆς δράσης τοῦ Γέροντος.

Θά παραθέσουμε, λοιπόν, ἀποσπάσματα ἀπό κείμενα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, τοῦ Σέρβου Ἐπισκόπου πρώην Ἑρζεγοβίνης Ἀθανασίου Γιέφτιτς καί τοῦ Ρώσου Ἀρχιμανδρίτου Ἀλυπίου Kastalskij τῆς Λαύρας τοῦ ἁγίου Σεργίου. Εἶναι τρεῖς χαρακτηριστικές μορφές ἀπό τόν ἑλληνορθόδοξο καί σλαβορθόδοξο κόσμο, πού δείχνουν τήν πανορθόδοξη ἀκτινοβολία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, καθώς καί τήν ἀποδοχή του ἀπό τήν οἰκουμενική Ὀρθοδοξία.

Τό ἀπόσπασμα τοῦ κειμένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἶναι ἀπό τόν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ». Ὁ Παναγιώτατος, γνώριμος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, τόν περιγράφει σέ οὐσιώδη σημεῖα τῆς ζωῆς καί τῆς ἀσκήσεώς του μέ συντομία, ἀλλά καί πληρότητα. Γράφει ὁ Πατριάρχης:

«Ὁ μακαριστός π. Σωφρόνιος ἦτο εἷς ἄνθρωπος ὅστις ἀνέλαβεν ἐν ἑαυτῷ τήν “ἐσχάτην εὐθύνην”, τήν ὁποίαν ἀναμένει ἀπό τούς χριστιανούς ὁ Θεός, παραδώσας ἑαυτόν εἰς τόν “Ἅδην τῆς μετανοίας”, ὡς χαρακτηριστικῶς γράφει εἰς τά συγγράμματα αὐτοῦ, διά νά γίνῃ τοιουτοτρόπως ὅμοιος πρός τόν Χριστόν, τόν κατελθόντα εἰς τόν Ἑαυτοῦ “Ἅδην τῆς ἀγάπης”. Συνεπῶς, ἡ ὑψηλή θεολογία τοῦ π. Σωφρονίου, ἥτις καί μεγάλως ἐδόξασεν αὐτόν, δέν ἦτο καρπός ἀκαδημαϊκῶν σπουδῶν καί ψιλή διανοητική ἐνασχόλησις. Ἦτο ἀληθῶς τό ἀπαύγασμα τῆς πεφωτισμένης διά τῆς ἐλλάμψεως τοῦ ἀκτίστου θείου φωτός καρδίας του, κεκαθαρμένης διά τῆς ἄχρι τελείας λήθης ἑαυτοῦ καί τοῦ σωτηρίου αὐτομίσους ἀφικνουμένης μετανοίας του.

Γενόμενος “νοῦς ὁρῶν τόν Θεόν”, ἐπάσχιζεν ὁ ἀοίδιμος νά ποιήσῃ πάντας κοινωνούς τῆς ἰδίας κενωτικῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τήν θείαν μέθεξιν...

Ἡ ὅρασις τοῦ θείου φωτός, τό ὁποῖον ἐπεσκέφθη αὐτόν ἤδη ἐκ τῆς νεότητός του, ὅτε ἔζη ἐν τῇ Δύσει, ὡδήγησεν αὐτόν εἰς τόν Ἱερόν Ἄθωνα, τήν κληρουχίαν ταύτην τῆς καθ’ ἡμᾶς Μητρός Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τό καταφύγιον τῆς σωτηρίας καί τόπον ἁγιασμοῦ πλείστων θεοφιλῶν ψυχῶν. Ἐκεῖ παρεδόθη εἰς τήν ἄσκησιν καί τήν ἀδιάλειπτον νοεράν προσευχήν, ὑπό τήν ἀσφαλῆ καθοδήγησιν τοῦ ἐν ὁσίοις πατρός ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου. Ἠκολούθησε τόν Κύριον συναποθνήσκων μετ’ Αὐτοῦ διά τῆς ὑπακοῆς καί τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος, ἐγνώρισε Πνεύματι Ἁγίῳ τόν Χριστόν, ὡς ὁ πνευματικός του πατήρ, καί, ὁμοιωθείς πλήρως πρός Αὐτόν κατά τά παθήματα, συνανέστη μετά τοῦ Κυρίου καί ἐδέχθη “τοιοῦτον φῶς, τοιαύτην δύναμιν ζωῆς καί σοφίαν”, αἱ ὁποῖαι μόνον παρά τῆς Πηγῆς τοῦ φωτός καί τῆς ζωῆς δύναται νά προέλθουν.

Ὅμως, ἡ ἀνεξιχνίαστος Πρόνοια τοῦ Θεοῦ δέν ἀφῆκε τόν Γέροντα νά τελειώσῃ τήν ζωήν του εἰς τόν ἱερόν Ἄθωνα, ὡς ἐπεθύμει. Ἔπρεπε νά τεθῇ ὁ λύχνος ἐπί τήν λυχνίαν, ἵνα λάμπῃ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. Οὕτως, ἐπορεύθη εἰς τήν Δύσιν, ἔνθα θά ἔλαμπεν οὐχί ὡς λύχνος ἀλλ’ ὡς ἀστήρ ὑπέρλαμπρος καί νά ὁδηγήσῃ εἰς τό φῶς τῆς θεογνωσίας πλῆθος ἀπεγνωσμένων ψυχῶν, ποθουσῶν τόν Κύριον. Ἐκεῖ, ὑπό τήν εὐλογίαν καί σκέπην τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἥν ὑπερηγάπα καί βαθέως ἐσέβετο, ἵδρυσεν ἀληθῶς μίαν “καινήν πολιτείαν”, ἕν νέον ὑπερῷον τῆς Πεν-τηκοστῆς, ἔνθα μοναχοί καί ἁπλοῖ πιστοί ἐκ διαφόρων ἐθνῶν, γλωσσῶν καί παραδόσεων, συνήρχοντο καί συνέρχονται ἄχρι τοῦδε ἐπί τό αὐτό, ζῶντες καί ἀναπνέοντες διά τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ καί διά τῆς μετοχῆς εἰς τό κοινόν ποτήριον.

Ἡ ἀνύστακτος ποιμαντική μέριμνά του καί τό μέγα χάρισμα τῆς διακρίσεως, ὅπερ ἐκόσμει αὐτόν, συνήνωναν ἀρραγῶς τοσοῦτον διαφορετικῶν καταβολῶν ἀνθρώπους καί αὐτή ἡ αἴσθησις τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητος ἐβιοῦτο ἔτι ἐντονώτερον κατά τήν ὑπό τοῦ Γέροντος ἱερουργίαν τῆς ἀναιμάκτου μυσταγωγίας, ἡ ὁποία ἦτο ἕν ἀνεπανάληπτον καί συγκλονιστικόν γεγονός διά πάντας τούς συμμετέχοντας»[1].

   Τό παραπάνω ἀπόσπασμα ἀπό τόν πρόλογο τοῦ Πατριάρχη εἶναι μιά προστατευτική ἀσπίδα γιά πολλές ἀπό τίς ἐπιθέσεις πού δέχθηκε ὁ Γέροντας. Ἰσχυρό πόλεμο δέχθηκε γιά τόν τύπο τῆς Μονῆς του, ὁ ὁποῖος ὅπως λέει ὁ ἴδιος δέν προβλέπεται ἀπό τούς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας, ἐπιβλήθηκε ὅμως ἀπό τίς συνθῆκες τῆς Ἀγγλικῆς κοινωνίας καί νοοτροπίας. Τό σημαντικό στήν ὑπόθεση αὐτή εἶναι ὅτι τήν ἰδιομορφία τῆς Μονῆς του δέν τήν ἐπέβαλε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος μόνος, χωρίς τήν ἔγκριση τῆς κανονικά προϊσταμένης του ἀρχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικά αὐτά πού γράφει γιά τό θέμα αὐτό ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης: «Ἐκεῖ [εἰς τήν Δύσιν], ὑπό τήν εὐλογίαν καί σκέπην τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ἥν ὑπερηγάπα καί βαθέως ἐσέβετο, ἵδρυσεν ἀληθῶς μίαν “καινήν πολιτείαν”, ἕν νέον ὑπερῷον τῆς Πεντηκοστῆς, ἔνθα μοναχοί καί ἁπλοῖ πιστοί ἐκ διαφόρων ἐθνῶν, γλωσσῶν καί παραδόσεων, συνήρχοντο καί συνέρχονται ἄχρι τοῦδε ἐπί τό αὐτό, ζῶντες καί ἀναπνέοντες διά τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ καί διά τῆς μετοχῆς εἰς τό κοινόν ποτήριον». Ἡ Ἱερά Μονή, λοιπόν, τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ Ἀγγλίας εἶναι «ὑπό τήν εὐλογίαν καί σκέπην τῆς Μητρός Ἐκκλησίας».

Παρά ταῦτα ὑπήρξαν καταγγελίες πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖες ὅμως τέθηκαν στό ἀρχεῖο, λόγῳ τῆς θαυμαστῆς ἀκτινοβολίας τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δέν σκανδαλίζει κανέναν μέ τήν ἰδιομορφία της, ἀλλά πολλούς ἑλκύει στήν ἡσυχία, πού εἶναι λήθη τῶν κάτω, ἀπόθεση τῶν θνητῶν καί ἐμπαθῶν νοημάτων καί μύηση στά ἄνω.

Καρδιά τῆς Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ εἶναι ἡ ἡσυχαστική παράδοση τῶν φιλοκαλικῶν Πατέρων, ὅπως τήν βίωσαν στόν Ἄθωνα ὁ ὅσιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης καί ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Οἱ μοναχοί καί οἱ μοναχές μέ βάση τίς ὁδηγίες τοῦ Γέροντος, ἐπιδιώκουν νά ζοῦν στά κελλιά τους μέ βαθύ πένθος καί νοερά προσευχή, ἐνῶ ἔξω ἀπό τά κελλιά τους μέ τούς ἐπισκέπτες τῆς Μονῆς νά «συμπεριφέρονται σάν Ἄγγλοι», μέ εὐγένεια, προσωπικό ἐνδιαφέρον καί λεπτότητα.

Μέ τέτοιο τυπικό ἡ Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ ἔχει γίνει ὄντως «ἕν νέον ὑπερῷον τῆς Πεντηκοστῆς», τόπος πού ἀναπαύει ἀνήσυχα πνεύματα «διαφόρων ἐθνῶν, γλωσσῶν καί παραδόσεων», πού ἐνεργοποιεῖ ἀδρανεῖς συνειδήσεις, πού δημιουργεῖ ἐκπλήξεις σέ ράθυμες ψυχές, τίς ὁποῖες αἰχμαλωτίζει στήν μνήμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καί στήν τεθλιμμένη ὁδό τῶν ἐντολῶν του, τήν ὁποία αἰσθάνονται μέσα στήν ἔκπληξη ὡς λεωφόρο φωτός.

Ὅλη αὐτή ἡ θερμή καί εἰρηνική ἀτμόσφαιρα, ἡ μυστικά ἐκρηκτική, ἀλλά καί ἔντονα ἑλκτική, εἶναι κληρονομιά τοῦ Γέροντος Σωφρονίου· κληρονομιά τῆς πνευματικῆς του ἀρχοντιᾶς καί τῆς ἀπελευθέρωσής του ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀπό τά «καυσούμενα» στοιχεῖα καί τήν ἐξουσία τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ζοῦσε τήν ἐλευθερία ἐν Χριστῷ, ὁ Ὁποῖος ὑπάκουσε στόν Πατέρα καί ἀγάπησε τόν κόσμο ἕως θανάτου.

Βεβαίως καί ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ἔλεγε ὅτι ὁ τύπος τῆς Μονῆς πού ἵδρυσε δέν εἶναι κάτι τό συνηθισμένο καί ὅτι δέν τόν συστήνει, οὔτε τόν ἐπιβάλλει ὡς πρότυπο σέ κανένα. Ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα μιᾶς ἀνάγκης σέ ἕνα ὁρισμένο τόπο καί χρόνο.

    Πολύ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ μαρτυρία γιά τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Σέρβου Ἐπισκόπου πρώην Ἑρζεγοβίνης Ἀθανασίου Γιέφτιτς.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος, μαθητής καί πνευματικό τέκνο τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἐκφράζει, μέ αὐτά πού καταθέτει, τήν σχέση τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς πού ἔλαβε ἀπό τόν πνευματικό του πατέρα, μέ τήν πνευματική κληρονομιά τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου καί τοῦ Γέροντος Σωφρονίου.

Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι καί οἱ δύο αὐτές «κληρονομιές», οἱ ὁποῖες μποροῦν μέ κοσμικά κριτήρια νά χαρακτηρισθοῦν σλαβορθόδοξες, ἔχουν πολύ στενή σχέση μέ τήν ἑλληνόφωνη καί τήν οἰκουμενική Ὀρθοδοξία, γιατί εἶναι ἐνταγμένες μέσα στήν ἀποστολική καί πατερική παράδοση τῆς Μίας Ἐκκλησίας. Ἔχουν ἀκρογωνιαῖο λίθο τόν Χριστό καί ἐποικοδομοῦν πάνω στό θεμέλιο τῶν Ἀποστόλων καί Προφητῶν. Ἔτσι ἀνοίγουν στούς «κληρονόμους» τους τόν δρόμο γιά τήν βίωση τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἔξω ἀπό ἀφελεῖς οἰκουμενιστικούς συναισθηματισμούς καί μακριά ἀπό κοντόφθαλμες ἐθνικιστικές ἐπιδιώξεις, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι ὁ καθένας δέν ἐνδιαφέρεται γιά τά καυτά προβλήματα τοῦ τόπου του.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος γνώρισε τόν Γέροντα Σωφρόνιο πρῶτα ἀπό τά πολυγραφημένα γραπτά του καί πολύ ἀργότερα προσωπικά, μέσα σέ δύσκολες συνθῆκες τῆς Σερβίας, μέ πολλούς πειρασμούς: ἐκκλησιαστικούς, ἐθνικούς καί προσωπικούς.

Ἄς τόν παρακολουθήσουμε λοιπόν στό πῶς ἐκφράζεται γιά τόν π. Σωφρόνιο. Τό κείμενο ἀπό τό ὁποῖο πήραμε τά ἀποσπάσματα ἦταν εἰσήγηση σέ Διεθνές Συνέδριο πού ὀργάνωσε ἡ Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ θέμα: Γέροντας Σωφρόνιος ὁ θεολόγος τοῦ ἀκτίστου φωτός. Γράφει ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος:

«Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶναι ἕνας ἄνθρωπος βαθύτατος, πολυδιάστατος, πολύπλοκος. Τόν γνώρισα πρῶτα ἀπό τό βιβλίο του γιά τόν ἅγιο Σιλουανό, πού τό εἶχε στείλει στόν Γέροντα Ἰουστῖνο (Πόποβιτς). Τό διάβασα στίς ἀρχές τοῦ 1960 σέ πολυγραφημένη ρωσική ἔκδοση τῶν Παρισίων, πού ἀργότερα κυκλοφόρησε τυπογραφημένη. Θαύμασα τόν πλοῦτο καί τῶν δύο· καί τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ καί τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Ἀλλά ἐκεῖνο πού μέ ἐντυπωσίασε περισσότερο κατά τήν προσωπική μου συνάντηση μέ τό Γέροντα Σωφρόνιο, ἀργότερα τό 1992, ἕνα περίπου χρόνο πρίν ἀναχωρήσει γιά τόν οὐρανό, εἶναι ὅτι ἦταν ἄνθρωπος βαθιά διψασμένος γιά τήν ἀληθινή ζωή, βαθιά διψασμένος γιά τό Ζῶντα Θεό καί ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης, μιᾶς ἐπώδυνης καί χαροποιοῦ ἀγάπης»[2].

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος ἐπανέρχεται σέ ἄλλο σημεῖο τῆς εἰσήγησής του στήν ἐμπειρία τῆς ἐξομολόγησής του στόν Γέροντα Σωφρόνιο καί ἀναφέρεται στήν αἴσθηση τῆς χάριτος πού ὁ Γέροντας ἀκτινοβολοῦσε. Γράφει:

«Ὅταν τόν Φεβρουάριο τοῦ 1992 ἐπισκέφθηκα τόν Γέροντα Σωφρόνιο ὡς ἐπίσκοπος καί ἐξομολογήθηκα (εἶχε ἀρχίσει ἤδη ὁ πόλεμος στήν Βοσνία), ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε τήν πιό βαθιά ἐντύπωση ἦταν κυρίως αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς χάριτος πού ἀκτινοβολοῦσε ἀπό αὐτόν. Ἡ μοναχική ζωή, ὅλος ὁ ἀγώνας, ἡ ἄσκηση “ПОДВИГ” –ὡραία σλαβική λέξη πού σημαίνει κίνηση πρός τά ἐμπρός καί κίνηση πρός τά ἄνω– γίνεται γιά τόν σκοπό αὐτό· νά γευθοῦμε τήν χάρη καί τήν ἀγάπη τοῦ Ζῶντος καί Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ...

Ἡ χάρη, λέγει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, μᾶς διατηρεῖ σέ ζωντανή κοινωνία μέ τόν Θεό, ἐνῶ ἡ προσευχή καί ὅλες οἱ ἀσκήσεις ἀνοίγουν τό εἶναι μας στόν Θεό, ἔτσι πού νά μήν κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας, στή φτώχεια, στή μηδαμινότητά μας. Ἀλλοιῶς εἶναι πολύ ἐπικίνδυνη ἡ ἄβυσσος τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως... Καί ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔζησε αὐτήν τήν χαρά τῆς συναντήσεως μέ τό φῶς τῆς θείας χάριτος, μᾶς τήν ἔδειξε καί τήν ἔδωσε. Εἶναι πολύ φοβερό νά κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ζοῦσε τόν κίνδυνο τοῦ αὐτοπεριορισμοῦ μας ἀλλά ζοῦσε καί τή χαρά τοῦ ἐν μετανοίᾳ ἀνοίγματός μας πρός τό Ζῶντα Θεό»[3].

Στό παραπάνω ἀπόσπασμα ὑπογραμμίζουμε τήν πολύ χαρακτηριστική καί ἀποκαλυπτική ἔκφραση: «ἐκεῖνο πού μοῦ ἔκανε τήν πιό βαθιά ἐντύπωση ἦταν κυρίως αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς χάριτος πού ἀκτινοβολοῦσε ἀπό αὐτόν» καί τήν παρεμφερῆ σέ νόημα, ἀλλά μᾶλλον ἀποκαλυπτικότερη: «ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔζησε αὐτήν τήν χαρά τῆς συναντήσεως μέ τό φῶς τῆς θείας χάριτος, μᾶς τήν ἔδειξε καί τήν ἔδωσε». Ἔχοντας αὐτήν τήν ἐμπειρία ἀπό τήν συνάντησή του μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο, εἶναι φυσικό νά τόν θεωρῆ δῶρο τοῦ Θεοῦ σέ ὅλον τόν κόσμο. Γράφει σχετικά:

«Ἀποτελεῖ μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά ὅλη τήν Ὀρθοδοξία καί γιά ὅλον τόν κόσμο ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Βασική μαρτυρία του εἶναι ὅτι, ἐάν ἡ ζωή μας, ἀκόμη καί ἡ μοναχική, δέν εἶναι ζωή ἐν χάριτι, ζωή τῆς ἰδίας θείας χάριτος, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, ζωή πού μᾶς δίνει ἡ εἰλικρινής καί ὀρθή πίστη, τό ἅγιο Βάπτισμα, ἡ Θεία Εὐχαριστία, τότε εἴμαστε πτωχοί καί γυμνοί»[4].

   Πολύ σημαντική μαρτυρία γιά τόν Γέροντα Σωφρόνιο εἶναι ἡ μαρτυρία τοῦ Ρώσου Ἀρχιμανδρίτου Ἀλυπίου Kastalskij τῆς Λαύρας τοῦ ἁγίου Σεργίου.

Ἡ μοναχική ζωή καί ἡ συγγραφική δραστηριότητα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πραγματοποιήθηκαν μακριά ἀπό τήν Ρωσία καί συμπίπτουν μέ τήν ταλαιπωρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας ἀπό τίς ἀθεϊστικές ἐπιλογές τῆς κομμουνιστικῆς κυβέρνησης τῆς χώρας. Γι’ αὐτό τόν λόγο ἡ ἐπικοινωνία τοῦ Γέροντα μέ τούς Ρώσους πιστούς δέν ἦταν εὔκολη. Αὐτό δημιούργησε μιά ἀπόσταση, μέσα στήν ὁποία φύτρωσαν κάποιες παρεξηγήσεις σχετικά μέ τήν αὐθεντικότητα τῆς ἐμπειρίας τοῦ π. Σωφρονίου, καθώς καί τήν ὠφελιμότητα τῶν συγγραμμάτων του. Ἄς παρακαλουθήσουμε ὅμως τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἀλύπιο:   

«Τό ὄνομα τοῦ μακαριστοῦ Γέροντα ἀρχιμανδρίτη Σωφρονίου ἔγινε γνωστό στή Ρωσία μετά τήν ἔκδοση στό Παρίσι τοῦ βιβλίου “Ὁ Γέροντας Σιλουανός”. Αὐτό τό βιβλίο ἔφτασε μέ παράνομο τρόπο στήν Σοβιετική Ἕνωση καί προκάλεσε συγκλονιστική ἐντύπωση στόν πιστό λαό καί, ἰδιαίτερα, στήν νεολαία, ἡ ὁποία στά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’70 ἄρχισε νά μετέχει στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Παρά τίς ἀπαγορεύσεις τῶν διωκτικῶν ἀρχῶν στήν διάδοση τῆς πνευματικῆς λογοτεχνίας, τό βιβλίο τοῦ πατρός Σωφρονίου ἀντιγράφτηκε σέ χιλιάδες ἀντίτυπα καί διαδόθηκε ἀνάμεσα στούς ὀρθοδόξους. Πολλές φορές εἶχε ἀκουστεῖ ὅτι ἄνθρωποι πού βρίσκονταν μακριά ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅταν διάβασαν τό βιβλίο “Ὁ Γέροντας Σιλουανός”, ἄλλαξαν τήν ζωή τους καί ἔγιναν ἔνθερμοι χριστιανοί. Μέσα στήν ἀδελφότητα τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σεργίου ὑπάρχουν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ὑπό τήν ἐπίδραση αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἄφησαν τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί ἔγιναν μοναχοί»[5].

Αὐτή ἡ ἐπίδραση τῆς προσωπικότητας τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ, ὅπως τήν περιγράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, δημιούργησε ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄγνωστο ἕως τότε συγγραφέα, ἀλλά καί σεβασμό πρός τό πρόσωπό του. Εἶναι χαρακτηριστικά αὐτά πού σημειώνει ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀλύπιος:

«...Στόν ἀναγνώστη δέν μποροῦσε νά μή γεννηθεῖ τό ἐρώτημα: Ποιός εἶναι ὁ πατέρας Σωφρόνιος; Πῶς κατόρθωσε τόσο βαθιά νά κατανοήσει τήν ἐξαίρετη προσωπικότητα τοῦ Γέροντα Σιλουανοῦ; Ἀπό ποῦ ἀπέκτησε ὁ πατέρας Σωφρόνιος τέτοια ἄνεση στήν περιγραφή τῶν δύσκολων ζητημάτων τῆς Θεολογίας καί τῆς ἀσκητικῆς;

Ἄν τό “ὅμοιο γνωρίζεται ἀπό τό ὅμοιό του” καί μονάχα τό πνευματικό μπορεῖ μέ ἀσφάλεια νά ἀναφερθεῖ στό πνευματικό, τότε γίνεται ὁλοφάνερο ὅτι ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου ἦταν ἄξιος μαθητής τοῦ διδασκάλου του καί ὁ ἴδιος βρισκόταν σέ ὑψηλό ἐπίπεδο πνευματικῆς ζωῆς»[6].

Ὅμως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δέν μποροῦσε νά ἔχη ζωντανή ἐπαφή μέ τούς Ρώσους ἀναγνῶστες του, οἱ ὁποῖοι τόν γνώριζαν ὡς πνευματικό συγγραφέα, δέν τόν γνώριζαν ὅμως ὡς ἔμπειρο πνευματικό πατέρα. Γι’ αὐτό ὅταν ἀργότερα κυκλοφόρησε τό ἐξομολογητικό –μέσα σέ πνεῦμα ταπείνωσης καί διάκρισης– βιβλίο του Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, καθώς καί τό βιβλίο του Περί προσευχῆς, δέν μπόρεσαν ὅλοι στήν Ρωσία νά σηκώσουν τό ἀποκαλυπτικό βάρος τους. Ἔτσι δέν ἔλλειψαν οἱ ἀντιδράσεις –ἐλάχιστες καί χωρίς ἀποδεικτικά στοιχεῖα– οἱ ὁποῖες καθυστέρησαν τήν εὐρεῖα διάδοση αὐτῶν τῶν δύο βιβλίων στούς Ρώσους ἀναγνῶστες. Γιά τίς ἀντιδράσεις αὐτές ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀλύπιος γράφει:

«Δυστυχῶς, μερικοί ἀναγνῶστες στήν Ρωσία, ἀνάμεσά τους καί ὁ διάσημος καθηγητής Ἀ. Ἰ. Ὀσίπωφ καί μερικοί ἰδεολογικά προσκείμενοι πρός αὐτόν ἱερεῖς, εἶδαν μέ δυσπιστία τό πνευματικό ἔργο τοῦ Γέροντα καί τοῦ ἄσκησαν δριμεία κριτική. Κατηγόρησαν τόν ἀρχιμανδρίτη Σωφρόνιο γιά ὑπερηφάνεια, κενοδοξία καί ἀκόμα γιά πνευματική μαγεία. Ἔτσι, ὁ καθηγητής πού ἀναφέραμε προηγουμένως ἔγραφε: “Γιά μένα δέν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ βαθιά καί συνάμα πολύ λεπτή πνευματική μαγεία. Σέ μένα αὐτό ἔγινε ὁλοφάνερα ἀντιληπτό μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου “Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι” καί τοῦ βιβλίου “Περί προσευχῆς”. Θά πρέπει νά εἴμαστε σέ μεγάλο βαθμό προσεκτικοί στά συγγράμματα αὐτῶν πού ἀκόμα δέν ἔχουν τό ἀδιαφιλονίκητο κύρος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅμως καί ἐκεῖ δέν μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε χωρίς ἕνα “ἀλλά”. Σήμερα παρατηρεῖται μία τάση νά ἁγιοποιοῦνται ἄνθρωποι πού ἀμφισβητοῦνταν. Ὁλόκληρο τό Ἅγιον Ὄρος τιμᾶ τόν Σαχάρωφ ὡς ἅγιο. Τό πνεῦμα μαγείας ἐπιχειρεῖται νά ἐπικυρωθεῖ, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν καί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, φτάνοντας σέ σημεῖο νά τιμοῦν τούς Φραγκισκανούς, τούς Καθαρούς, τήν μητέρα–Τερέζα καί ἄλλους”. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὁ καθηγητής Ὀσίπωφ κατηγόρησε ὄχι μόνο τόν Γέροντα ἀλλά ὁλόκληρο τό Ἅγιο Ὄρος γιά διάδοση πνεύματος μαγείας. Κανένα σοβαρό θεολογικό ἐπιχείρημα δέν παρουσιάζει ὅμως πού νά στηρίζει τήν γνώμη του»[7].

Θεωροῦμε ὅτι εἶναι χρήσιμος ἕνας σύντομος σχολιασμός τῆς ἀντίδρασης τοῦ καθηγητῆ Ἀ. Ἰ. Ὀσίπωφ.

Εἶναι καταπλητική ἡ ὁμοιότητα τῶν ἀπόψεων τοῦ Ὀσίπωφ καί τοῦ π.Ἰ.Δ.. Ὁ π.Ἰ.Δ. χαρακτηρίζει, χωρίς συστολή καί φόβο Θεοῦ: «κακόδοξα, δαιμονοληπτικά καί παρανοϊκά» ὅσα ἔγραψε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος[8] καί ὁ καθηγητής Ὀσίπωφ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Γέροντας βρισκόταν «σέ βαθιά καί συνάμα πολύ λεπτή πνευματική μαγεία». Καί οἱ δύο βάλλουν κατά τῶν «ἁγιοποιήσεων» τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Ὁ π.Ἰ.Δ. βάλλει κατά τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ὁ ὁποῖος, κατά τήν ἄποψή του, «διακηρύσσει αὐθαιρέτως» ὅτι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος «εἶναι “ἅγιος” καί ὡς ἅγιον τιμᾷ αὐτόν. Ἐδῶ πρόκειται περί πραξικοπηματικῆς ἀνακηρύξεως “ἁγίου” καί ὄχι περί κανονικῆς ἀναγνωρίσεως»[9], ἐνῶ ὁ Ὀσίπωφ βάλλει κατά τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀφοῦ, ὅπως ἰσχυρίζεται, «ὁλόκληρο τό Ἅγιον Ὄρος τιμᾶ τόν Σαχάρωφ [π. Σωφρόνιο] ὡς ἅγιο» καί μέ αὐτόν τόν τρόπο «τό πνεῦμα μαγείας ἐπιχειρεῖται νά ἐπικυρωθεῖ».

Ὅμως, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου δέν «διακηρύσσει αὐθαιρέτως» καί δέν ἀνακηρύσσει πραξικοπηματικά τόν Γέροντα Σωφρόνιο ἅγιο, ἀφοῦ δέν τόν τιμᾶ μέ ἐκκλησιαστικές τελετές ὡς ἅγιο. Δίνει τήν προσωπική του μαρτυρία γιά τήν ἁγιότητα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Οὔτε τήν εἰκόνα του κατασκεύασε οὔτε ἀκολουθία του συνέθεσε, οὔτε καλεῖ τόν λαό σέ λατρευτική σύναξη κατά τήν ἐτήσια μνήμη του. Ὀφείλει ὅμως νά καταθέση τήν προσωπική του μαρτυρία, ἡ ὁποία θά κριθῆ μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τά ἁρμόδια ὄργανά της. Ἡ ἁγιότητα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναγνωρίζεται μέ βάση τίς προσωπικές μαρτυρίες πού ὑπάρχουν. Οἱ μαρτυρίες προηγοῦνται τῆς ἐπίσημης ἀναγνωρίσεως. Γιά νά τό καταλάβη αὐτό κανείς δέν χρειάζεται ἰδιαίτερο πνευματικό χάρισμα, οὔτε μεγάλης ἰσχύος διανοητική ἐνέργεια.

Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ καθηγητής Ὀσίπωφ, ὅπως γράφει ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀλύπιος, «κατηγόρησε ὄχι μόνο τόν Γέροντα ἀλλά ὁλόκληρο τό Ἅγιο Ὄρος γιά διάδοση πνεύματος μαγείας», χωρίς νά προσκομίζει «κανένα σοβαρό θεολογικό ἐπιχείρημα πού νά στηρίζει τήν γνώμη του». Νά προσθέσουμε ὅτι πρίν ἀπό ὅλα κατηγόρησε τό Ἅγιον Ὄρος γιά ἔλλειψη κριτηρίων τῆς ἁγιότητος.  Εἶναι ὅμως μεγάλη προπέτεια νά θεωρῆ κανείς ὅτι τά κριτήρια τῆς ἁγιότητος ὑπάρχουν στό πανεπιστημιακό σπουδαστήριο καί δέν ὑπάρχουν στά σπήλαια καί στά κελλιά τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στίς ἀσκητικές παλαίστρες τῶν παραδοσιακά ἀσκουμένων μοναχῶν, τήν στιγμή μάλιστα πού εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστή ἡ ἄκρως ὑπερβολική δυσπιστία τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων στήν ἁγιότητα τῶν ζώντων, ἀλλά καί στίς ἀποδείξεις τῆς ἁγιότητος τῶν κεκοιμημένων.

 Γι’ αὐτούς πού γνωρίζουν ἔστω καί ἐλάχιστα τό ἦθος τῶν ἁγιορειτῶν, ὅταν αὐτό τό «δύσπιστο» Ἅγιον Ὄρος, καί μάλιστα μέ τίς κορυφαῖες του στά τελευταῖα χρόνια μορφές, δέχεται ὡς γνήσια τήν θεοπτική ἐμπειρία τοῦ  Γέροντος Σωφρονίου καί τόν τιμᾶ, ὅπως λέει ὁ Ὀσίπωφ, ὡς ἅγιο, σημαίνει ὅτι ἡ ἀσκητική θεωρία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου εἶναι πέρα γιά πέρα φιλοκαλική, τελείως ξένη πρός τά «πνεύματα» τῆς «μαγείας», πού ἔχει στό νοῦ του ὁ καθηγητής Ὀσίπωφ. Εἶναι ἐμπειρία τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτό σημαίνει ὅτι καί ἐνδεχόμενη ὕπαρξη μερικῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν μέ προβληματισμούς γιά τόν Γέροντα δέν ἀνατρέπει τόν κανόνα καί τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἀντίδραση τοῦ καθηγητῆ Ἀ. Ἰ. Ὀσίπωφ, χωρίς θεμέλια στήν ἀσκητική ἐμπειρία, σύντομα ἔσβησε, ἀφοῦ ὅμως πρός καιρόν δημιούργησε ἀναταραχή σέ ἀρκετές συνειδήσεις. Ἄς δοῦμε πῶς περιγράφει τά πράγματα ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀλύπιος:

«Οἱ κριτικές πού ἐμφανίστηκαν στόν ἐκκλησιαστικό τύπο, ἔφεραν ἀναταραχή στούς ἐκκλησιαστικούς κύκλους καί καθυστέρησαν τήν διάδοση τοῦ βιβλίου στήν Ρωσία. Ἔτσι, ὁ ἡγούμενος ἑνός γνωστοῦ μοναστηριοῦ θεώρησε ὅτι φαινόταν πώς τό βιβλίο περιεῖχε κάποια περίεργη αἵρεση καί διέταξε τούς ἀδελφούς μοναχούς του νά τό κάψουν στήν αὐλή του. Τώρα ὅλη αὐτή ἡ πολεμική πέρασε στό παρελθόν. Τό 2006 ἡ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος–Ἁγίου Σεργίου ἐξέδωσε τό βιβλίο “Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι” σέ 10.000 ἀντίτυπα καί καμία νέα παρεξήγηση μέ ἀφορμή αὐτό δέν προέκυψε ξανά.

Στήν σύγχρονη Ρωσία ἔχουν ἐκδοθεῖ ὅλες οἱ γνωστές στήν Δύση ἐργασίες τοῦ Γέροντα, οἱ ὁποῖες παρουσιάζουν ζήτηση, μονίμως ἐπανεκδίδονται καί ἀποκτοῦν ὅλο καί μεγαλύτερη δημοσιότητα. Οἱ βασικοί ἐκδότες τῶν βιβλίων τοῦ Γέροντα Σωφρονίου στήν Ρωσία εἶναι ἡ Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος–Ἁγίου Σεργίου, πού τυπώνουν τά βιβλία του μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχη Μόσχας καί πάσης Ρωσίας Ἀλεξίου II, καί οἱ ἐκδόσεις “Προσκυνητής”. Τά συνολικά ἀντίτυπα τῶν βιβλίων τοῦ ἀρχιμανδρίτη Σωφρονίου, πού κυκλοφόρησαν στήν Ρωσία, δέν μποροῦν νά προσδιοριστοῦν ἐπακριβῶς. Ἕνα ἀπό τά βιβλία, “Ὁ Γέροντας Σιλουανός”, ἐκδόθηκε στήν Ρωσία σέ περίπου 1.000.000 ἀντίτυπα»[10].

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος πέρασε μέ τά βιβλία του στό ὀρθόδοξο πλήρωμα τῆς Ρωσίας διά «πυρός»· αἰσθητοῦ πυρός, ἀλλά καί πυρός σκληρῶν καί ἀθεμελίωτων κριτικῶν, ὄχι μόνο τῶν συγγραφῶν του, ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς του ἐμπειρίας. Ὅμως ἐπειδή «τό ἀληθινό ἐπιβάλλεται μέ τήν παρουσία του», σύντομα οἱ ἀντιδράσεις ἀτόνισαν καί σίγησαν καί οἱ συμπατριῶτες τοῦ Γέροντος γεύονται τώρα τούς πνευματικούς καρπούς τῶν συγγραφικῶν του κόπων.

Ἡ σχέση ὅμως τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μέ τήν Ρωσία δέν ἐξαντλεῖται στήν κυκλοφορία καί μελέτη τῶν βιβλίων του. Ὁ Γέροντας εἶχε προσωπικό ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή τῆς πατρίδας του καί σέ κάποια συγκεκριμένη κρίσιμη στιγμή μάλιστα, ὅταν τοῦ ζητήθηκε, ἔδωσε τήν δική του ἐκκλησιολογική μαρτυρία.

Ὁ Γέροντας εἶχε μεγάλη εὐαισθησία στό θέμα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Γνώριζε τί σημαίνουν τά σχίσματα καί οἱ παρασυναγωγές. Γνώριζε ποίου πνεύματος εἶναι, ποιός λανθανόντως τίς καθοδηγεῖ. Γνώριζε ὅτι οἱ ἀποσχιζόμενοι ἀπό τήν Ἐκκλησία χωρίζονται ἀπό τόν Χριστό. Γι’ αὐτό, ὅταν μετά τήν πτώση τοῦ κομμουνισμοῦ στήν Ρωσία ἐκδηλώθηκαν διάφορες ἀμφισβητήσεις τοῦ Πατριάρχου τῆς Ρωσίας, πού μποροῦσαν νά ὁδηγήσουν σέ σχίσματα, ἡ ἐπέμβασή του σέ ἀνθρώπους πού ζήτησαν τήν γνώμη του ἦταν καθοριστική. Ἡ περιγραφή τῶν γεγονότων ἀπό τόν Ἀρχιμανδρίτη Ἀλύπιο καί ἡ ἐπιστολή τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πού παραθέτει, δείχνουν τόν σεβασμό τοῦ χαρισματούχου Γέροντα στά χαρίσματα πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα γιά τήν συγκρότηση τοῦ Θεανθρώπινου ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Δείχνουν ὅτι ἡ ἀσκητική του συντελεῖται ἐν τῷ Χριστῷ καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Ἔξω ἀπό αὐτήν –μακριά ἀπό τό ὠμόφορο τοῦ Πατριάρχη– ἔξω ἀπό τόν χαρισματικά καί ἱεραρχικά διαρθρωμένο ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό δέν ὑπάρχει σωτηρία. Ἄς παρακολουθήσουμε τί γράφει ὁ π. Ἀλύπιος:

«Ὁ ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, μεγάλος ἀσκητής, θεολόγος καί πνευματικός συγγραφέας, κατόρθωσε νά ἐνηλικιωθεῖ ἐν Χριστῷ, ὥστε νά πάψουν νά ἐπικρατοῦν ὁποιεσδήποτε ἐθνικές διαφορές καί νά μή διακρίνονται “οὔτε Σκύθης οὔτε Ἰουδαῖος ἤ Ἕλλην”. Ἀλλά τό γεγονός ὅτι εὑρισκόμενος ἤδη σέ προχωρημένη ἡλικία καί μέ βεβαρυμένη σωματική ὑγεία, ὀκτώ φορές ἐπισκέφτηκε τήν Ρωσία, μαρτυρεῖ τό πόσο ἀγαποῦσε τήν πατρίδα του καί τόν λαό του. Δέν διέκοψε τήν πνευματική σχέση μέ τήν Ρωσική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία...

Μετά τήν κατάρρευση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος στήν Ρωσία ξεχύθηκε ἕνα ὁλόκληρο ρεῦμα ἀπό ἀπρόσκλητους ἱεραποστόλους ἀπό τίς ΗΠΑ, τήν Εὐρώπη καί τήν Ἀσία, οἱ ὁποῖοι ἐπεδίωκαν νά διασπάσουν τήν ἑνότητα τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, νά ἐλέγχουν πνευματικά τόν ρωσικό λαό, νά διακόψουν τήν ἐπαφή του μέ τήν Ὀρθοδοξία τῶν προγόνων του καί νά προσηλυτίσουν αὐτόν σέ μία σειρά ἀπό νεομοδίτικες ψευδοχριστιανικές διδασκαλίες. Σέ αὐτούς τούς δύσκολους καιρούς στό τέλος τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας προέτρεπε ὅλα τά τέκνα τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας νά μείνουν συσπειρωμένα κάτω ἀπό τό ὠμόφορο τοῦ Πατριάρχη. Ἕνας ἀπό τούς Ρώσους πνευματικούς μοιράστηκε μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο τίς ἀμφιβολίες του πού προκλήθηκαν ἀπό ὁρισμένα ἀρνητικά γεγονότα στήν ζωή τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Γέροντας στήν ἀπάντησή του ἔγραψε: “... Ἱκετεύω τήν ἁγιότητά σας νά εἰσακούσει τήν φωνή μου πού εἶναι αὐτή ἑνός ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου: Μείνετε πιστοί μέ ὅλες τίς δυνάμεις σας μόνο στό Πατριαρχεῖο. Συνεχίστε ἀκόμα καί μέχρι “ὁμολογίας” (γιά νά μήν πῶ μαρτυρεῖστε ἀκόμα καί μέχρι θανάτου). Ἡ σωτηρία βρίσκεται μονάχα ἐκεῖ. Ὅλες οἱ ἄλλες κινήσεις, παρότι ἐξωτερικά στήν ὄψη μοιάζουν μέ εὐσεβεῖς, ἀνήκουν σέ δυτικούς ἐχθρούς. Μέ αὐτές θά ἔρθει μόνο τό σχίσμα, τό μίσος καί ἡ ἀπώλεια ὅλων.

Σᾶς γράφω μέ πλήρη ἐπίγνωση τῆς ὑπευθυνότητάς μου ἀπέναντι στόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία πού ἔχει ἁγιασθεῖ ἀπό τό πολύτιμο Αἷμα τοῦ Ἐνσαρκωμένου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ὅποια καί ἄν εἶναι τά ἄλυτα προβλήματα, μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει τόν δρόμο τῆς ἀληθείας. Αὐτό ἔλεγε ὅταν ζοῦσε καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἔτσι μιλοῦσε ὑπό τήν καθοδήγησή Του καί ὁ Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ. Ἔτσι σκέφτονται ὅλοι οἱ ἀσκητές πού πραγματικά παλεύουν νά ἐπωμισθοῦν τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν γενεῶν”»[11].

Μιά τέτοια προσωπικότητα, ὥριμη ἐν Χριστῷ, παρά τίς πρός καιρόν μικρόψυχες κριτικές, πού τάραξαν κάποιες συνειδήσεις, ἦταν ἀδύνατον νά μήν ἑλκύση τήν ἀγάπη, τόν σεβασμό καί τήν εὐλάβεια τοῦ λαοῦ, πού διψοῦσε τήν γνησιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀπό τόν βαθύ σεβασμό ὁ λαός ἔφθασε στό νά εὐλαβῆται τόν Γέροντα Σωφρόνιο, γιατί βλέπει σ’ αὐτόν ἁπτά τά ἀποτελέσματα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

Κλείνουμε τήν ἀναφορά στό πρόσωπο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου μέ αὐτά πού μᾶς καταθέτει ὁ π. Ἀλύπιος γιά τήν εὐλάβεια πολλῶν Ρώσων πρός τόν Γέροντα:

«Πολλοί μοναχοί καί λαϊκοί ἐπικαλοῦνται τό ὄνομα τοῦ Γέροντα Σωφρονίου στίς προσευχές τους καί ἐλπίζουν στήν σύντομη ἀναγνώρισή του. Στήν Ρωσία ἤδη διεξάγονται προσπάθειες γιά νά ἑτοιμασθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ πατρός Σωφρονίου μέ τήν ἐλπίδα ὅτι στό μέλλον θά τιμᾶται ὡς ἅγιος ἀπό ὅλες τίς ἐκκλησίες»[12].



[1]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 13-14.

[2]. Πρακτικά Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου: Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ θεολόγος τοῦ ἀκτίστου Φωτός, σ. 106.

[3]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 110-111.

[4]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 113.

[5]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 561.

[6]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 561-562.

[7]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 563.

[8]. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 44.

[9]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 49.

[10]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 565-566.

[11]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 567-568.


[12]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 568.


Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ (8ζ)

Ἀδιακρισίες στήν ποιμαντική καί τήν ἄσκηση:

Ὁ Ἐπίσκοπος στήν σύγχρονη ἐποχή

[8ζ' ΜΕΡΟΣ]
  π. Θωμᾶ Βαμβίνη   
 Θά κλείσουμε τήν ἑνότητα πού τιτλοφορήσαμε: «Ἀδιακρισίες στήν ποιμαντική καί τήν ἄσκηση» μέ σχολιασμό τῆς κριτικῆς πού ὑπέστη ἕνας λόγος τοῦ Γέροντος Σωφρονίου γιά τούς Ἐπισκόπους στήν σύγχρονη ἐποχή. Εἶναι ἕνας λόγος καίριος πού κινεῖται μέ σύντομες φράσεις σέ δύο ἐπίπεδα: στό πνευματικό, μέ ἀναφορά στήν ἀδυναμία τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νά δεχθῆ τόν λόγο ἑνός ἁγίου Ἐπισκόπου καί στό διοικητικό, στήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ θεσμός τῆς Ἐκκλησίας, ὡς θεσμός πού λειτουργεῖ καί μέσα στά πλαίσια μιᾶς Πολιτείας, νά κρατηθῆ ἀνεπηρέαστος ἀπό ἐπιδράσεις καί σκοπιμότητες πολιτικές.

Ὁ π.Ἰ.Δ. καί πάλι δέν παίρνει ὁλοκληρωμένη τήν σχετική ἄποψη τοῦ Γέροντος Σωφρονίου. Ἀποκόπτει τελείως τό τμῆμα πού ἀναφέρεται στίς πολιτικές σκοπιμότητες πού θέλουν νά εἰσδύσουν στήν Ἐκκλησία καί παραθέτει μόνο τήν πρώτη περίοδο, ἡ ὁποία λέει:

«Ἕνας ἅγιος δέν μπορεῖ σήμερα νά εἶναι Ἐπίσκοπος, διότι οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀντέξουν τόν λόγον του»[1].

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχοντας γνώση τῶν πνευματικῶν δυνατοτήτων τοῦ σύγχρονου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶπε, ὅτι «σήμερα» «ἕνας ἅγιος δέν μπορεῖ νά εἶναι Ἐπίσκοπος». Αὐτό δέν τό εἶπε γιά νά ἀποκλείση τούς Ἁγίους ἀπό τόν Ἐπισκοπικό βαθμό, οὔτε γιά νά ἐννοήσουμε ἐμεῖς ὅτι σήμερα δέν ὑπάρχουν ἅγιοι Ἐπίσκοποι, οὔτε ἀκόμη γιά νά περάση σ’ ἐμᾶς τήν ἄποψη ὅτι ἄν κάποιος Ἐπίσκοπος εἶναι ἅγιος θά ἀποτύχη στό ἔργο του. Τό εἶπε γιά νά ἐπισημάνη σέ ἕναν νέο Ἀρχιμαν-δρίτη, πού εἶχε μπροστά του καί συζητοῦσε μαζί του, τίς πολλές δυσχέρειες πού συναντᾶ ἕνας ἅγιος Ἐπίσκοπος, τό τί πόνους ὑπομένει ἀπό τήν πνευματική ἀδιαφορία τοῦ λαοῦ, ἀλλά καί τί ἐπιθέσεις δέχεται, ὅταν τό λογικό ποίμνιο πού ποιμαίνει δέν ἀντέχει τόν λόγο του, ὅπως συμβαίνει, δυστυχῶς, μέ τό σύγχρονο, ἐν πολλοῖς φίλαυτο, ποίμνιο. Ὑπογραμμίζουμε τό «σήμερα» στό ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος –καί ὄχι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου– γιά νά παρακολουθήσουμε τό πόσο μακριά ἀπό τό νόημα αὐτοῦ τοῦ λόγου βρίσκεται ἡ ἐπιθετική κριτική τοῦ π.Ἰ.Δ., ὁ ὁποῖος μέ τό γνωστό του ὕφος γράφει:

«Τί μᾶς σερβίρει ὁ Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος; Ἔχομεν πλῆθος ἁγίων Ἐπισκόπων, Μητροπολιτῶν καί Πατριαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστήριξαν τήν Ἐκκλησίαν εἰς ὅλους τούς πολέμους ἐναντίον της ἀνά τούς αἰῶνας μέ τήν ἑκάστοτε συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ πιστοῦ λαοῦ.

Οἱ Μεγάλοι Πατέρες καί Οἰκουμενικοί Διδάσκαλοι, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀπέτυχον ὡς Ἐπίσκοποι, ἅγιε Ναυπάκου, ἐπειδή ἦσαν ἅγιοι; Ἐπίσης, ὁ ἅγιος Σπυρίδων καί ὁ ἅγιος Νικόλαος;»[2].

   Πρίν παρουσιάσουμε τήν συνέχεια τῆς κριτικῆς τοῦ π.Ἰ.Δ., ἡ ὁποία καταλήγει νά κινῆται μέσα στήν ἀτμόσφαιρα ἑνός θεολογικοῦ ρομαντισμοῦ μέ στοιχεῖα προτεσταντικά, πρέπει νά ἐπισημάνουμε τρία πράγματα: Πρῶτον, ὁ Γέρον-τας Σωφρόνιος –καί ὄχι, τονίζουμε πάλι, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου– μιλᾶ γιά τό «σήμερα» καί ὄχι γιά τό ἱστορικό παρελθόν τῆς Ἐκκλησίας. Δεύτερον, εἶναι «ἱστορικός λαϊκισμός» τό νά λέμε ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες στούς ἀγῶνες τους γιά τήν Ἐκκλησία, «ἀνά τούς αἰῶνας», εἶχαν πάντοτε τήν «συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ πιστοῦ λαοῦ», τήν στιγμή πού εἶναι γνωστό ὅτι πολλές φορές ἔμειναν μόνοι, καταδιωκόμενοι, μέ διαιρεμένο τό ποίμνιό τους ἀπό αἱρετικούς ἤ φατριάζοντες «εὐσεβοφανεῖς» κληρικούς, οἱ ὁποῖοι δέν κατανοοῦσαν ἤ δέν ἄντεχαν τόν εὐαγγελικό λόγο τους. Αὐτό εἶναι γνωστό στόν καθένα πού γνωρίζει στοιχειωδῶς τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ἤ πού ἔχει τήν καλή συνήθεια νά διαβάζη τά συναξάρια τῶν ἁγίων τῆς κάθε μέρας. Καί τρίτον, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, πού κατέγραψε τήν σχετική διδασκαλία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, σέ πολλά βιβλία του τονίζει ὑπερβαλλόντως τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων: Διονυσίου τοῦ Ἀεροπαγίτου, Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Νικήτα τοῦ Στηθάτου μέχρι καί Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, σύμφωνα μέ τήν ὁποία προϋπόθεση τῆς ἀρχιερωσύνης εἶναι ἡ θέωση, δηλαδή οἱ Ἐπίσκοποι πρέπει νά ἔχουν φθάσει στήν κατάσταση τῆς θεώσεως. Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου μεταφέρει τήν διδασκαλία αὐτή τῶν ἁγίων Πατέρων στό σήμερα, δεχόμενος μάλιστα γι’ αὐτό τόν λόγο τήν ἐπίθεση καί τοῦ π.Ἰ.Δ., ὁ ὁποῖος δέν κατανοεῖ πῶς ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι γιά τό ποίμνιό του «κριτήριο ἀληθείας»[3], ὅπως ἐπίσης γιά τό σήμερα τῆς ἐπισκοπικῆς διακονίας, μέσα στήν ἴδια προοπτική, ἀλλά ἀπό ἄλλη σκοπιά, μίλησε στόν τότε Ἀρχιμαδρίτη Ἱερόθεο καί ὁ Γέροντας Σωφρόνιος.

Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ὅσα εἶπε τά εἶπε σέ ἕναν Ἕλληνα Ἀχριμανδρίτη, μέ συγγραφική καί πνευματική δραστηριότητα γνωστή καί ἔξω ἀπό τήν περιφέρεια στήν ὁποία ἐργαζόταν, καί πού ἐπιπλέον ἦταν καταγεγραμμένος στόν κατάλογο τῶν πρός ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων. Ἄρα πιθανῶς στό μέλλον Ἐπίσκοπος. Ὁπότε θέλησε νά τοῦ δείξη τίς δυσκολίες, ἀλλά καί τό οὐσιῶδες τῆς Ἐπισκοπικῆς διακονίας στήν σύγχρονη κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα ἤθελε νά τοῦ ἑρμηνεύση τίς δυσκολίες πού συναντοῦσε ὁ Γέροντάς του μακαριστός Μητροπολίτης Ἐδέσσης Καλλίνικος. Τοῦ ἀποκάλυπτε τά μυστικά τῆς μαρτυρικῆς Ἀρχιερωσύνης, μέσα ἀπό τήν ἐκ πείρας καί Χάριτος γνώση καί διάκρισή του, ἔχοντας ἁπτό παράδειγμα γιά τόν συνομιλητή του τόν μακαριστό Μητροπολίτη Καλλίνικο. Αὐτό θά φανῆ καλύτερα παρακάτω, ὅταν ἀναφέρουμε ὁλόκληρο τό σχετικό ἀπόσπασμα μέ τήν ἄποψη τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, τήν ὁποία περιέκοψε ὁ π.Ἰ.Δ..

Ἄς δοῦμε ὅμως τήν συνέχεια τῆς κριτικῆς τοῦ π.Ἰ.Δ., ὁ ὁποῖος μέ ἕναν θεολογικό ρομαντισμό πού δείχνει ἄγνοια τῆς πραγματικότητος τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἄγνοια τῶν γεγονότων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γράφει:

«...ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, Σεβασμιώτατε, ἕλκεται ἀπό τήν Ἁγίαν Γραφήν καί ἐντρυφᾷ εἰς τά Πατερικά κείμενα. Τί τό διαφορετικόν ἤ τό δυσκολώτερον θά διδάξῃ εἷς ἅγιος Ἐπίσκοπος, ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά μή δύνανται “νά ἀντέξουν τόν λόγον του”, ὡς ἰσχυρίζεσθε;»[4].

Αὐτό εἶναι πράγματι τό ἄκρον ἄωτον τῆς αὐταρκείας τῶν γνώσεων ἤ, γιά νά χρησιμοποιήσουμε δική του ἔκφραση, αὐτό τό «τί διαφορετικόν ἤ δυσκολώτερον...», συνιστᾶ προκλητική «ὑπεροπτικήν στάσιν, τήν ὁποίαν τροφοδοτεῖ ἡ ἔλλειψις αὐτογνωσίας καί ἡ πλάνη τῆς αὐταρκείας γνώσεων»[5]Εἶναι δέ καθαρότατη προτεσταντική νοοτροπία, ἀφοῦ ἡ ἀτομική μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων, χωρίς ποιμαντική καθοδήγηση, ὁδηγεῖ σέ τέτοια αὐτάρκεια γνώσεων, πού μπορεῖ νά λέη: «Τί τό διαφορετικόν ἤ τό δυσκολώτερον θά διδάξῃ εἷς ἅγιος Ἐπίσκοπος;».

Ὁ π.Ἰ.Δ. μέ τήν αὐτάρκεια τῆς πνευματικῆς γνώσεως καί τόν θεολογικό ρομαντισμό του ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ λόγους τοῦ Χριστοῦ καί μέ τά μηνύματα πού στέλνουν διαχρονικά γεγονότα τῆς Καινῆς καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. «Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος» γιά τό πῶς ὁ λαός δέν ἄντεχε τό φῶς πού ἐξέπεμπε ἡ λαμπρότητα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν, ὅταν τούς μιλοῦσαν πιό καθαρά καί ὄχι συνεσκιασμένα γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπέναντι σέ τέτοια καθαρά λόγια ὁ πολύς λαός δέν ἔδειχνε νά διακατέχεται ἀπό τήν κατά τόν π.Ἰ.Δ. ἕλξη. Θυμίζουμε μερικά γεγονότα, γιά νά μή θεωρηθῆ ὅτι μιλᾶμε θεωρητικά.

Ὅταν ὁ Χριστός ἀποκάλυψε στούς Ἰουδαίους: «ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ εἰμί», οἱ Ἰουδαῖοι, ὄχι μόνον δέν ἑλκύσθηκαν ἀπό τόν λόγο Του, ἀλλά «ἦραν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ’ αὐτόν· Ἰησοῦς δέ ἐκρύβη, καί ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ διελθών διά μέσου αὐτῶν, καί παρῆγεν οὕτως»[6].

     Ὅταν πάλι κάποτε ὁ Χριστός ἀποκάλυψε γιά τόν Ἑαυτό του, ὅτι εἶναι «ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» καί ὅτι «ὁ τρώγων τοῦτον τόν ἄρτον –δηλαδή, τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του– ζήσεται εἰς τόν αἰώνα», κάποιοι ἀπό τούς μαθητές Του εἶπαν: «σκληρός ἐστίν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν»; Καί πολλοί ἀπό αὐτούς ἔφυγαν «καί μηκέτι μετ’ αὐτοῦ περιεπάτουν». Ὁ Χριστός τότε χωρίς νά διαφοροποιήση τά λόγια Του καί χωρίς νά τούς ὑποχρεώση νά μείνουν μαζί Του, στράφηκε στούς δώδεκα στενότερους μαθητές Του καί τούς εἶπε: «μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;», γιά νά δεχθῆ ἀπό τόν ἀπ. Πέτρο τήν ἀπάντηση: «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις»[7]. Τήν ἕλξη πού αἰσθανόταν ὁ ἀπ. Πέτρος ἀπό τά «ρήματα» τοῦ Χριστοῦ δέν τήν αἰσθάνονταν οἱ μαθητές πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τόν Χριστό ἐξαιτίας τοῦ «σκληροῦ» γι’ αὐτούς λόγου. Ἕλξη ἀπό τά «ρήματα» τοῦ Χριστοῦ αἰσθάνονται, «ἀνά τούς αἰῶνας», ὅλοι οἱ «ὁμότροποι» μέ τόν ἀπ. Πέτρο καί ὄχι ὅλο τό πλήρωμα τῶν «μαθητῶν», δηλαδή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, κυρίως μετά τήν καθιέρωσή Της ὡς ἐπίσημης θρησκείας τοῦ Κράτους.

Τό ἀπόσταγμα ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων φαίνεται πολύ καθαρά σέ δύο χαρακτηριστικές ἐκφράσεις τοῦ Χριστοῦ: Πρῶτον, ὅταν ἔβλεπε τήν Ἱερουσαλήμ καί ἔλεγε: «Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους πρός αὐτήν· ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τά τέκνα σου ὅν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τά νοσσία ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἠθελήσατε»[8]. Καί δεύτερον, ὅταν θύμιζε στούς μαθητές Του: «μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγώ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τόν λόγον μου ἐτήρησαν, καί τόν ὑμέτερον τηρήσουσιν»[9].

Ἡ ἀδυναμία μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ, πού ἀκολουθοῦσε τόν Χριστό, νά ἀκούση καθαρό τόν λόγο Του φαίνεται καί ἀπό αὐτά πού εἶπε ὁ Χριστός στούς μαθητές του μετά τήν παραβολή τοῦ Σπορέως: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δέ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μή βλέπωσι καί ἀκούοντες μή συνιῶσιν»[10].

Τήν ἀδυναμία αὐτή μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας τήν ἔζησαν πολύ ἔντονα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέ τίς ἐπιθέσεις πού δέχθηκαν σέ πολλές περιπτώσεις ἀπό τό ἴδιο τους τό ποίμνιο. Ὅπως, λοιπόν, δέν ἄντεχαν ὅλοι οἱ ἀκολουθοῦντες τόν Χριστό τόν ἀποκαλυπτικό λόγο Του, ἔτσι δέν ἀντέχει –σύμφωνα καί μέ τήν πνευματική πείρα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου– τό σύγχρονο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τόν λόγο ἑνός ἁγίου ποιμένα. Ὑπάρχει βέβαια πάντα τό «μικρόν ποίμνιον» τό ὁποῖο ἑλκύεται καί τρέφεται ἀπό τόν λόγο τοῦ ἁγίου ποιμένα, ὅμως εἶναι πολλοί αὐτοί πού ἀντιμετωπίζουν τήν διδασκαλία του λέγοντας ὅτι «σκληρός ἐστίν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;» καί ἀπομακρύνονται καί «μηκέτι περιπατοῦν» μέ αὐτόν. Δέν ἔλλειψαν ἀκόμη ἀπό τήν ἱστορική διαδρομή τῆς Ἐκκλησίας, ἕως καί στίς μέρες μας, περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες κάποιοι «ἦραν λίθους ἵνα βάλωσιν» ἐναντίον τοῦ «ἁγίου ποιμένα» –λίθους ὕβρεων, συκοφαντιῶν, ἀλλά καί φυσικῶν λίθων–, ἐπειδή τούς συνέθλιβε ὁ καθαρός ἐκκλησιαστικός λόγος του, ὁ ὁποῖος δέν συμφωνοῦσε μέ τήν ἐκκλησιολογική καί πνευματική ἰδιορρυθμία τους.

 Ὅμως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος δέν σταματᾶ τόν λόγο του μόνο σέ αὐτά πού παραθέτει καί παρερμηνεύει ὁ π.Ἰ.Δ.. Ἔχει συνέχεια. Ἄς τόν δοῦμε λοιπόν ὁλοκληρωμένο μέ τήν πολύ διαφωτιστική συνέχειά του:

«Ἕνας ἅγιος δέν μπορεῖ σήμερα νά εἶναι Ἐπίσκοπος, διότι οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀντέξουν τόν λόγον του. Γι’ αὐτό ἀπαιτεῖται Ἐπίσκοπος μέ μετριότερη πείρα καί νά ἔχη διοικητικές ἱκανότητες, διότι σήμερα οἱ πολιτικοί προσπαθοῦν νά πλησιάσουν τήν Ἐκκλησία διά τῆς Ἱεραρχίας. Καί γι’ αὐτό χρειάζεται νά ἔχη κανείς διοικητικές ἱκανότητες καί πείρα, γιά νά κρατᾶ τήν Ἐκκλησία ἔξω ἀπό τήν πολιτική. Τό καλύτερο σήμερα εἶναι νά εἶναι κανείς Ἱερεύς»[11].

Διαβάζοντας τό παραπάνω παράθεμα θά πρέπη νά ἔχουμε στό νοῦ μας αὐτό πού σημειώσαμε προηγουμένως, ὅτι δηλαδή αὐτά λέγονται ἀπό τόν Γέροντα Σωφρόνιο σέ ἕναν Ἕλληνα Ἀρχιμανδρίτη καταγεγραμμένο στόν κατάλογο τῶν πρός ἀρχιερατείαν ἐκλογίμων, στόν ὁποῖο ἐπισημαίνει τά σύγχρονα προβλήματα τῆς ποιμαντικῆς διακονίας, θέλοντας ταυτόχρονα νά τόν βοηθήση νά στέκεται σωστά μέσα στήν Ἐκκλησία, βλέποντας τό οὐσιῶδες τῆς ζωῆς της.

Οὐσιαστικά τοῦ ἐπισημαίνει ὅτι ὁ τρόπος πού μιλάει ἕνας πνευματικός πατέρας στά πνευματικά του παιδιά, τά ὁποῖα μπορεῖ νά ἔχουν ἔντονα πνευματικά ἐνδιαφέροντα, δέν μπορεῖ νά εἶναι λόγος στά χείλη ἑνός Ἐπισκόπου στήν σύγχρονη ἐποχή. Ὁ λόγος τοῦ Ἐπισκόπου ἀπευθυνόμενος στό εὐρύ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι «μετριότερος», γιατί «οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀντέξουν» μονομιᾶς ὅλη τήν ἀλήθεια –«οὐ δύνανται βαστάζειν»[12]. Ἕνας πυρπολημένος ἀπό τήν ἔμπνευση τῆς μυστικῆς ἐν Πνεύματι ζωῆς δέν μπορεῖ εὔκολα νά συγκρατήση τόν ἑαυτό του σέ «μετριότερες» διατυπώσεις. Αὐτή τήν σημασία ἔχει ἡ πρόταση: «Γι’ αὐτό ἀπαιτεῖται Ἐπίσκοπος μέ μετριότερη πείρα». Ὅταν, δηλαδή, ὁ Γέροντας Σωφρόνιος κάνη λόγο γιά «μετριότερη πείρα» ἔχει ὑπ’ ὄψη του τήν μεγάλη πείρα, τίς θεοπτικές ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες δυσκολεύουν τόν κάτοχό τους νά ἀσκήση διδακτικό καί ποιμαντικό ἔργο.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος λέγοντας αὐτά εἶχε ὑπ’ ὄψη του τήν ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου, τόν καυτερό λόγο τοῦ ὁποίου δέν ἄντεξαν ἀκόμη καί κάποιοι ἀπό τούς Μοναχούς του, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τό Μοναστήρι του. Γι’ αὐτό ὁ Γέροντας σέ κάποια ἀπό τίς καταγεγραμμένες συνομιλίες του μέ τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου, εἶπε:

«Μερικοί Πνευματικοί Πατέρες χρησιμοποιοῦν πολλή ψυχολογία. Φαίνεται ὅτι αὐτό εἶναι ἀνάλογο μέ τήν κατάσταση τοῦ λαοῦ. Γιατί, ἄν μιλήση κανείς ὅπως μιλοῦσε ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, τότε θά τούς κάψη ὅλους, δέν θά τόν ἀντέξουν. Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου εἶναι φωτιά»[13].

Πέρα ἀπό τά παραπάνω, πιστεύουμε ὅτι ἡ μεγάλη ἐκκλησιαστική πείρα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου φαίνεται στήν συνέχεια τοῦ λόγου του, τόν ὁποῖο περιέκοψε ὁ π.Ἰ.Δ.. Γνωρίζει ὁ Γέροντας ὅτι στίς ἀρχιερατικές ἐκλογές ἤ στήν ἐξάσκηση τῶν ἀρχιερατικῶν καθηκότων ἐπιδιώκονται ἐνίοτε σήμερα συναλλαγές καί διαπλοκές ἀπό διαφόρους πολιτικούς ἤ καί οἰκονομικούς παράγοντες, πράγματα μέ τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά συμβιβασθῆ ἕνας κληρικός πού διακρίνεται γιά ἁγιότητα βίου. Δέν πρέπει ὅμως ἡ Ἐκκλησία νά μείνη σέ «διαπλεκόμενους», γι’ αὐτό εἶναι ἐπωφελές γιά τήν Ἐκκλησία ὁ Ἐπίσκοπος νά ἔχη «μετριότερη πείρα», ἀλλά συνδεδεμένη μέ «διοικητικές ἱκανότητες» –νά συνδυάζη δηλαδή κατά κάποιο τρόπο τήν ἀκεραιότητα τῆς περιστερᾶς μέ τήν φρονιμάδα τοῦ φιδιοῦ– ὥστε νά διαχειρίζεται τά προσωπικά του θέματα καί τά θέματα τῆς Ἐκκλησίας μέ σύνεση καί ὀξυδέρκεια, ἀποτρέποντας τίς ἐπεμβάσεις κοσμικῶν παραγόντων στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. «Σήμερα» λέει, «οἱ πολιτικοί προσπαθοῦν νά πλησιάσουν τήν Ἐκκλησία διά τῆς Ἱεραρχίας. Καί γι’ αὐτό χρειάζεται νά ἔχη κανείς διοικητικές ἱκανότητες καί πείρα, γιά νά κρατᾶ τήν Ἐκκλησία ἔξω ἀπό τήν πολιτική». Δέν μιλᾶ γιά Ἐπισκόπους χωρίς πείρα πνευματική, ἀλλά θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι συμβιβάζεται μέ Ἐπισκόπους πού ἔχουν μετριότερη πείρα, ἀλλά συνδεδεμένη μέ διοικητικές ἱκανότητες.

Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ποῦμε ὅτι γιά τήν παρεμπόδιση καί ἀποτροπή τῶν διαπλοκῶν καί τῶν συναλλαγῶν στίς διάφορες ἐκκλησιαστικές δραστηριότητες ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἔχει νά ἐπιδείξη πλούσια ἀρθρογραφία –ἀποτελεσματική σέ κρίσιμες περιπτώσεις–, ἀλλά, τό σημαντικότερο, ἔχει προτείνει τρόπους ἐκλογῆς τῶν Ἀρχιερέων, ὥστε νά ἀποκλείωνται κατά τό δυνατόν οἱ κοσμικές σκοπιμότητες καί νά ἐκλέγωνται μέ καθαρά ἐκκλησιαστικά κριτήρια αὐτοί πού ἔχουν πρωτίστως πείρα ἀπό τόν ἀγώνα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλά συνδεδεμένη καί μέ διοικητικές ἱκανότητες[14].

Κλείνουμε ὅμως μέ τό διακριτικότερο σημεῖο ἀπό τόν λόγο τοῦ π. Σωφρονίου. Θέλοντας ὁ Γέροντας νά δείξη τό πρωτεῦον πού πρέπει νά ἔχη στόν νοῦ του ὁ κληρικός καί κυρίως γιά νά στηρίξη τόν συνομιλητή του σ’ αὐτό πού εἶναι, χωρίς σκέψεις γιά ἄλλες ἐξελίξεις, κατέληξε: «Τό καλύτερο σήμερα εἶναι νά εἶναι κανείς Ἱερεύς». Νά ἔχη δηλαδή θυσιαστήριο. Νά ζῆ τό μυστήριο τῆς Θ. Λειτουργίας.

Πιστεύουμε ὅτι, μετά ἀπό ὅσα καταγράφηκαν προηγουμένως, ἀφ’ ἑνός μέν φάνηκε ἡ διάκριση καί ἡ βαθιά πνευματική καί ἐκκλησιαστική πείρα τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ ἀδυναμία τῆς ἔντονης κριτικῆς τοῦ π.Ἰ.Δ. νά προσεγγίση, ἔστω καί ἐλάχιστα, στό βάθος της. Ἔμεινε σέ ἐπιφανειακά πρόχειρα νοήματα, τά ὁποῖα σχολίασε μέ θεμέλιο λανθασμένες θεολογικές ἀπόψεις.




[1]. Οἶδα ἄνθρωπον... σ. 371.

[2]. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 78.

[3]. Βλέπε κεφάλαιο: «Κριτήριον τῆς ἀληθείας» καί «ἀρχηγός τῆς σωτηρίας».

[4]. ἔνθ. ἀνωτ. σ. 78.

[5]. Βλέπε: Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 13.

[6]. Ἰω. 8, 59.

[7]. Βλεπε: Ἰω. 6, 48-70.

[8]. Ματθ. 23, 37.

[9]. Ἰω. 15, 20.

[10]. Λουκ. 8, 10.

[11]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 371.

[12]. πρβλ. Ἰω. 16,12.

[13]. Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ, σ. 352.


[14]. Βλέπε σχετικά: Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Θρησκεία καί Ἐκκλησία στήν κοινωνία, στό κεφ. Ἐκλογή Ἀρχιερέων, σ. 211-236.