Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Καβάσιλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικολάου Καβάσιλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Η ΠΛΑΝΕΜΕΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΔΙΑ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.

Μαθήματα Χριστιανικής Δογματικής

E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Τού σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

https://oodegr.com/oode/dogmat1/E6.htm?




Αποσπάσματα

Το ένα λοιπόν από τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ο Υιός, κενούται, δηλαδή δεν διακόπτει την προσωπική Του σχέση με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, γιατί αυτό είναι αδιανόητο, αλλά Αυτός και μόνο αναλαμβάνει την μοίρα του κτιστού σαν προσωπική Του μοίρα. Το ότι δεν συμπαρασύρει σε αυτήν την πράξη Του, σε αυτήν την ενέργεια και τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, οφείλεται στο ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι πλήρη και ελεύθερα όντα. Το κάθε πρόσωπο έχει οντότητα, έχει πληρότητα οντολογική, και γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία αυτό που τονίσαμε στο περί Θεού δόγμα. Τόνισαν οι Καππαδόκες ότι τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος υπάρχουν ελεύθερα, διότι αυτή η ελευθερία κάνει δυνατή την διάκριση στο έργο του καθενός. Αυτό οφείλεται στο ότι υπάρχει προσωπική ελευθερία στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, διαφορετικά δεν είναι δυνατόν να μην συμπαρασύρει στην κένωση ο Υιός και τα άλλα πρόσωπα. Δεν τα συμπαρασύρει, κενούται μόνον Αυτός. Αυτό οφείλεται σ' αυτά τα δύο πράγματα, που σημαίνουν το ίδιο, στην οντολογική αυτοτέλεια και πληρότητα του κάθε προσώπου, και στην ελευθερία του κάθε προσώπου.

Ελεύθερα ο Υιός ως πλήρες πρόσωπο, ως πλήρης υπόσταση, λέει εγώ θα πάρω επάνω μου την μοίρα του κτιστού με αυτήν την μορφή της πτώσεως και θα εκπληρώσω κατ' αυτόν τον τρόπο την ευδοκία του Πατρός. Επίσης και το Πνεύμα ελεύθερα συγκατατίθεται να συνεργήσει. Έτσι ενώ όλα τα πρόσωπα μετέχουν και το καθένα με τον δικό του τρόπο, ο Υιός μετέχει ειδικά με τον τρόπο αυτόν της κενώσεως, δηλαδή της αναλήψεως επάνω Του της μοίρας του πεσόντος κτιστού. Άπαξ λοιπόν και έγινε αυτή η κένωση, η είσοδος του Λόγου στην πεσμένη πραγματικότητα της υπάρξεως του κόσμου, ο Υιός πήρε ελεύθερα επάνω Του όλες τις συνέπειες αυτού του γεγονότος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε ποιες ήταν οι συνέπειες.

Όσο καιρό διατηρούμε την σχέση μας με αυτό το πρόσωπο, αυτό το πρόσωπο μας δίνει την ταυτότητά μας, το εγώ αλλάζει, όταν αλλάξει το εσύ.

Όταν ο Χριστός λέει εγώ, τι εννοεί; Από που παίρνει την συνείδηση του εγώ; Έγινε ολόκληρη συζήτηση στον αιώνα μας κυρίως στους Ρωμαιοκαθολικούς θεολογικούς κύκλους, εάν ο Χριστός είχε δύο συνειδήσεις, επειδή είχε δύο φύσεις. Εάν είχε δύο συνειδήσεις, ανθρώπινη και θεία συνείδηση. Πολλοί θεολόγοι είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε δύο συνειδήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι για να έχεις συνείδηση του εγώ, για να είσαι εγώ, να είσαι εσύ, είναι αδύνατο χωρίς κάποια σχέση. Είτε είμαι εγώ, διότι δεν είμαι λ.χ. αυτό το τραπέζι, άρα εν σχέσει με αυτό το τραπέζι είμαι εγώ, και σαν εκλείψει αυτό το τραπέζι δεν μπορώ να είμαι εγώ, τότε είμαι εγώ εν σχέσει με κάποιον άλλον. Πάντα σε σχέση με κάποιον άλλον είμαστε αυτό που είμαστε σαν ταυτότητα προσωπική. Δεν μπορείς να πεις εγώ, εάν δεν υπάρχει ένα εσύ. Η φιλοσοφία ύστερα από αιώνες, στα χρόνια μας, έφτασε σ αυτήν την απλή αλήθεια· το εγώ χωρίς το εσύ είναι μύθος, είναι αδιανόητο.

Ο Χριστός, λέγοντας εγώ, από που αντλεί την συνείδηση του εγώ; Την αντλεί από την σχέση Του τελικά με τον Πατέρα. Αυτό είναι το ότι το πρόσωπο του Χριστού είναι μόνο ένα, ο Υιός. Εάν αντλούσε την σχέση Του και από την Μαρία, την Παναγία σαν παιδί από την μητέρα, τότε θα είχαμε δύο πρόσωπα, θα ίσχυε η θέση του Νεστορίου, θα είχαμε έναν άνθρωπο με δύο πρόσωπα. Μια σχέση από εδώ μια σχέση από εκεί, αλλά και οι δύο θα του έδιναν την ταυτότητά Του. Αλλά και να σου δώσουν δύο σχέσεις την ταυτότητά σου, είναι κάτι που δεν ευσταθεί τελικά, διότι η μία από τις δύο σχέσεις θα είναι η αποφασιστική.

Β΄ Προς Τιμόθεον 3:13:

«Πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι.»

Νόσος καὶ θεραπεία στὴν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Ἰωάννης Ζηζιούλας Μητροπολίτης Περγάμου

https://paterikos.blogspot.com/2026/06/blog-post_775.html

Τι ειναι πρόσωπο;...

Στὴν Ἁγία Τριάδα τὸ πρόσωπο εἶναι ἔννοια θετική, σχέση καταφατική, καὶ ὄχι ἀρνητική. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Τριάδος εἶναι διάφορα τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ὄχι γιατί ἀπομονώνονται καὶ ἀποσχίζονται τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἀντίθετα γιατί εἶναι ἀναπόσπαστα ἑνωμένα μεταξύ τους. Ἡ ἑνότητα, ὅσο πιὸ ἄρρηκτη εἶναι, τόσο πιὸ πολὺ γεννάει, παράγει ἑτερότητα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξασφαλίζει ὀντολογικὴ πληρότητα καὶ σταθερότητα, ἀπουσία θανάτου καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ὁ ἄλλος ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἐχθρός, ἀλλὰ ἡ βεβαίωση τῆς δικῆς μου ταυτότητας καὶ μοναδικότητας: τὸ Σὺ ποὺ μὲ κάνει νὰ εἶμαι Ἐγώ, καὶ χωρὶς τὸ ὁποῖο τὸ Ἐγὼ εἶναι ἀνύπαρκτο καὶ ἀδιανόητο....

2. Αλήθεια και κοινωνία (Being and Communion)
III. Αλήθεια και σωτηρία: οι υπαρξιακές συνέπειες της αλήθειας ως κοινωνίας
1. Αλήθεια και πεπτωκυία ύπαρξη: η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας


Για τους Έλληνες Πατέρες, η πτώση του ανθρώπου —και, ως προς αυτό, η αμαρτία— δεν πρέπει να κατανοείται ως κάτι που επιφέρει μια νέα πραγματικότητα —το κακό δεν διαθέτει δημιουργική δύναμη—, αλλά ως κάτι που αποκαλύπτει και πραγματώνει τους περιορισμούς και τους δυνητικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στην κτιστότητα, όταν η δημιουργία εγκαταλείπεται στον εαυτό της. Διότι, εφόσον η πτώση προκύπτει από την αξίωση του κτιστού ανθρώπου να αποτελεί το έσχατο σημείο αναφοράς της ύπαρξης —να είναι Θεός—, αποτελεί, σε τελική ανάλυση, εκείνη την κατάσταση της ύπαρξης κατά την οποία ο κτιστός κόσμος τείνει να θεμελιώνει τελικά το είναι του με αναφορά στον εαυτό του και όχι σε ένα άκτιστο ον, τον Θεό.

Η ειδωλολατρία, δηλαδή η μετατροπή της κτιστής ύπαρξης σε έσχατο σημείο αναφοράς, αποτελεί τη μορφή που προσλαμβάνει η πτώση·[165] πίσω της όμως βρίσκεται το γεγονός ότι ο άνθρωπος αρνείται να αναφέρει το κτιστό είναι στην κοινωνία με τον Θεό. Με άλλα λόγια, από οντολογική άποψη, η πτώση συνίσταται στην άρνηση να εξαρτηθεί το είναι από την κοινωνία, σε μια ρήξη μεταξύ αλήθειας και κοινωνίας.

Αυτή η ρήξη μεταξύ είναι και κοινωνίας έχει ως αυτόματο αποτέλεσμα να αποκτά η αλήθεια του είναι προτεραιότητα έναντι της αλήθειας της κοινωνίας. Αυτό είναι φυσικό για την κτιστή ύπαρξη. Συμβαίνει αναπόφευκτα όταν ένα κτιστό ον τίθεται ως έσχατο σημείο αναφοράς, επειδή «κτιστό» σημαίνει «δεδομένο»: ο άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί να καταστήσει την κοινωνία έσχατη πραγματικότητα, αλλά το γεγονός της ύπαρξης αποτελεί ένα «δεδομένο» που τίθεται ενώπιόν του· επομένως, δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το γεγονός ότι το είναι προηγείται της σχέσης. Η «υπόσταση» ή ουσία των πραγμάτων γίνεται το έσχατο περιεχόμενο της αλήθειας, εφόσον η αλήθεια πρόκειται να αναφέρεται στο είναι. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα θα ήταν να καταστεί η κοινωνία συστατική του είναι· στην περίπτωση αυτή, όμως, θα προϋποθέταμε την αναίρεση της πτώσης — ή τη λύτρωση από αυτήν.
ΜΚΛΞ
Δεδομένου ότι στην πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης η κοινωνία δεν είναι πλέον συστατική του είναι και ότι το είναι των πραγμάτων πρέπει να αναγνωριστεί προτού μπορέσει να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε σχέση, κάθε επιμέρους ον αποκτά, τρόπον τινά, οντολογική υπόσταση αφ’ εαυτού. Έτσι, ο κόσμος αποτελείται από αντικείμενα, από πράγματα των οποίων την οντολογική υπόσταση πρέπει κανείς να αναγνωρίσει προτού μπορέσει να σχετιστεί μαζί τους. Η αλήθεια αυτών των «αντικειμένων» γίνεται, επομένως, μια πρόκληση για το υποκείμενο της γνώσης· το γνωριζόμενο και το γιγνώσκον υπάρχουν ως δύο αντιτιθέμενοι εταίροι· το res και το intellectus πρέπει με κάποιον τρόπο να φθάσουν σε μια adaequatio·[166] το υποκείμενο και το αντικείμενο συγκροτούν ένα ζεύγος, η παρουσία του οποίου καθορίζει την επιστημολογία.

[165] Πρβλ. L. Macquarrie, Principles of Christian Theology, 1966, σ. 238 κ.ε.

[166] Η καρτεσιανή φιλοσοφία προσφέρει ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτό. Όταν ο Kant ορίζει την adaequatio ως «συμφωνία με τους νόμους της διάνοιας» (Κριτική του καθαρού λόγου, B350), εισάγει την υπερβατολογική διάσταση της αλήθειας. Αυτό, ωστόσο, δεν διασώζει την έννοια της αλήθειας από εκείνο που περιγράφεται εδώ ως πεπτωκυία κατάσταση της ύπαρξης, διότι, σύμφωνα με τον Kant, αυτό που προσδιορίζει σε τελική ανάλυση τι είναι η αλήθεια είναι η ολοκληρωμένη ενότητα της ανθρώπινης εμπειρίας (ό.π., B197).

ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ
«Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση», Θεολογία, τόμ. 80, τχ. 4 (2009), σ. 5–25.


Στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τὴν πατερική περίοδο ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία παραμένει ζῶσα καὶ ἐνεργὸς διὰ τοῦ ἁγίου Μαξίμου καὶ ἄλλων πατέρων, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὠριγενιστικὰ κινήματα μέσῳ τοῦ Εὐαγρίου τοῦ Ποντικοῦ καὶ τοῦ ἀνατολικοῦ μοναχισμοῦ τείνουν νὰ προσδώσουν βάρος στὴν ἀτομικὴ ἄσκηση καὶ στὴν ἐπιδίωξη ἐξατομικευμένης ἁγιότητας. Ἔτσι, φθάνοντας στὸν Μεσαίωνα, ἡ εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, βρίσκεται ἀντιμέτωπη μὲ δύο «ἐχθρούς» ταυτόχρονα. Ὁ ἕνας προέρχεται ἀπὸ τὴ Δύση καὶ εἶναι ὁ Σχολαστικισμός, ὁ ὁποῖος, ὅπως οἱ Η. de Lubac²³ καὶ Y. Congar24 ἔχουν ἀποδείξει, ἀπὸ τὸν 13ο αἰῶνα καὶ μετὰ ἔχει τὴν τάση νὰ ξεχωρίζει τὴν Εὐχαριστία ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ ἄλλος κίνδυνος προέρχεται ἀπὸ τὸν ἀνατο-λικό μοναχισμό μὲ μία μονοσήμαντη ἑρμηνεία τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ τῆς θεολο-γίας τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶς, ὅπου φαίνεται νὰ δίνεται ἔμφαση περισσότερο στὴν ἄσκηση καὶ στὴ νοερά προσευχὴ ἀπὸ τὴ συμμετοχή στην κοινωνία τῆς κοι-νότητας τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντιμετωπίζοντας τέτοιες προκλήσεις, εἶναι πράγμα-τι ἀξιοσημείωτο τὸ ὅτι συναντοῦμε μία περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ καθαρὰ εὐχαριστιακοὺς ὅρους σὲ θεολόγο τοῦ 14ου αἰῶνα, ὁ ὁποῖος εἶναι λαϊκὸς καὶ ἐκφράζει τὴ συνείδηση τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία ζεῖ στὸν κόσμο· πρόκειται γιὰ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα.

Ὁ Καβάσιλας φαίνεται νὰ γνωρίζει καὶ νὰ ἀντιδρᾶ τόσο στὸν Δυτικό Σχο-λαστικισμό ὅσο καὶ στὶς ἀκραῖες ἡσυχαστικές τάσεις. Ἡ ἐκκλησιολογία του εἶναι, θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, προκλητικὰ εὐχαριστιακή. Στὴν ἐρώτηση, ποῦ μπο-ροῦμε νὰ δοῦμε τὴν Ἐκκλησία, ἡ ἀπάντησή του εἶναι: μόνο στὴν Εὐχαριστία.

«Σημαίνεται (=ὁρίζεται, δηλώνεται) δὲ ἡ Ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις οὐχ ὡς ἐν συμβόλοις... Οὐ γὰρ ὀνόματος ἐνταῦθα κοινωνία μόνον ἢ ἀναλογίας ὁμοιό-της, ἀλλὰ πράγματος ταυτότης... Τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη... οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ μόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶμα... Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἀπεικός (=τίποτε τὸ παράλογο ἢ ὑπερβολικό) ἐνταῦθα διὰ τῶν μυστηρίων τὴν Ἐκκλησίαν σημαίνεσθαι»27. Ἐδῶ βρίσκουμε τὴν εὐχαριστιακὴ ἐκκλησιολογία στὴν πιὸ ξεκάθαρη διατύπωσή της. Ὁ λαϊκὸς Καβάσιλας ἐκφράζει τὴ συνείδηση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ τέλος τῆς βυζαντινῆς περιόδου. Ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Εὐχαριστία ἀλληλοφανερώνονται καὶ ἀλληλοπραγματώνονται. Ἡ Ἐκκλησία συνιστᾶ τὴν Εὐχαριστία καὶ ἡ Εὐχαριστία συνιστᾶ τὴν Ἐκκλησία ταυτόχρονα.

 ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ; Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Ή Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΤ'ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ; ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΑ Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ. ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ. 

Η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος: Η σημασία της συμβολής των Καππαδοκών 2
John D. Zizioulas
Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στον τόμο Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act, σσ. 44-60.
II. Οι φιλοσοφικές συνέπειες


Μαζί με τους υπόλοιπους Καππαδόκες, ο Γρηγόριος επιμένει ότι η αιτία ή το αἴτιον της θείας υπάρξεως;;; είναι ο Πατήρ, δηλαδή ένα πρόσωπο· διότι έτσι η Τριάδα καθίσταται ζήτημα οντολογικής ελευθερίας. Πράγματι, σε έναν από τους Θεολογικούς Λόγους του ο Γρηγόριος υπερασπίζεται τη Νίκαια απέναντι στην αρειανική κατηγορία ότι το ὁμοούσιον συνεπάγεται αναγκαιότητα στο είναι του Θεού, και αναπτύσσει το ζήτημα περισσότερο από τον Αθανάσιο —ο οποίος στην πραγματικότητα είπε ελάχιστα σχετικά με αυτό—, τονίζοντας τον ρόλο του Πατρός ως αιτίας του θείου είναι. Η γέννηση και η εκπόρευση δεν είναι αναγκαίες αλλά ελεύθερες[ΤΩΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΝ], διότι, μολονότι υπάρχει μία θέληση σύμφυτη με τη θεία ουσία, όπως θα έλεγε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας —Κύριλλος Αλεξανδρείας, De Trin. 2—, υπάρχει και ο θέλων (ὁ θέλων) —έτσι Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Θεολογικός Λόγος 3, 5-7—, και αυτός είναι ο Πατήρ. Καθιστώντας τον Πατέρα μοναδική αιτία της θείας υπάρξεως, οι Καππαδόκες απέβλεπαν στην κατανόηση της ελευθερίας μέσα στην οντολογία, κάτι που η ελληνική φιλοσοφία δεν είχε ποτέ προηγουμένως επιτύχει.

Υπό το φως αυτής της παρατήρησης μπορούμε να εκτιμήσουμε δύο ακόμη σημεία που προκύπτουν από τη μελέτη των πηγών. Το πρώτο είναι μια λεπτομέρεια που παρατηρούμε στο Σύμβολο της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, λεπτομέρεια την οποία οι ιστορικοί του δόγματος, όπως ο Kelly, παραβλέπουν συνήθως ως ασήμαντη. Πρβλ. J. N. D. Kelly, Early Christian Creeds, London: Longmans, 1950, σ. 333. Αναφέρομαι στο γεγονός ότι η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381 μ.Χ., η οποία τελούσε σαφώς υπό την επίδραση των Καππαδοκών —ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, τότε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, προήδρευσε για ένα διάστημα—, προχώρησε στο τολμηρό βήμα να τροποποιήσει το Σύμβολο της Νικαίας στο σημείο όπου αναφερόταν στον Υιό ως προερχόμενο «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός» και να γράψει απλώς «ἐκ τοῦ Πατρός»[ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ]. Αυτή η αλλαγή, σε μια εποχή κατά την οποία διεξάγονταν συγκρούσεις για τις λέξεις, δεν μπορούσε να είναι τυχαία. Αποτελεί σαφή έκφραση του ενδιαφέροντος των Καππαδοκών να τονίσουν ότι πηγή και αιτία της Τριάδος είναι το πρόσωπο του Πατρός και όχι η θεία ουσία.

Η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος: Η σημασία της συμβολής των Καππαδοκών 3

John D. Zizioulas

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στον τόμο Trinitarian Theology Today: Essays on Divine Being and Act, σσ. 44-60.

III. Οι ανθρωπολογικές συνέπειες


Για τους Πατέρες, ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Δεν είναι Θεός κατά φύσιν, επειδή είναι κτιστός, δηλαδή έχει αρχή, και επομένως υπόκειται στους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου, οι οποίοι συνεπάγονται την εξατομίκευση και τελικά τον θάνατο. Παρ’ όλα αυτά, καλείται να υπάρξει με τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Θεός.[Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ  ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ Ή Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΑΝ;] 

Για να το κατανοήσουμε αυτό, πρέπει να εξετάσουμε τη διάκριση που έκαναν οι Καππαδόκες Πατέρες μεταξύ φύσεως και προσώπου ή τρόπου ὑπάρξεως, όπως τον αποκαλούσαν. Η φύση ή η ουσία δηλώνει το απλό γεγονός ότι κάτι υπάρχει, το τί ενός πράγματος. Μπορεί να κατηγορηθεί για περισσότερα από ένα πράγματα. Το πρόσωπο ή η ὑπόστασις, αντιθέτως, δηλώνει το πώς —το ὅπως ή το πῶς— και μπορεί να κατηγορηθεί μόνο για ένα ον, και μάλιστα με απόλυτη έννοια.

Όταν εξετάζουμε την ανθρώπινη φύση ή ουσία, την αποδίδουμε σε όλους τους ανθρώπους· δεν υπάρχει τίποτε μοναδικό στο να διαθέτει κανείς ανθρώπινη φύση. Επιπλέον, όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσεως, όπως η διαιρετότητα —και, επομένως, η εξατομίκευση που οδηγεί στην αποσύνθεση και τελικά στον θάνατο—, αποτελούν όψεις της ανθρώπινης ουσίας και προσδιορίζουν τον άνθρωπο ως προς τη φύση του.

Είναι το πώς της ανθρώπινης φύσεως, δηλαδή η προσωπική ύπαρξη, εκείνο που, αποκτώντας τον ρόλο της οντολογικής αιτίας, όπως συμβαίνει στο είναι του Θεού, καθορίζει εάν οι περιορισμοί της φύσεως θα υπερνικηθούν τελικά ή όχι. Το κατ’ εικόνα Θεοῦ στον άνθρωπο αφορά ακριβώς αυτό το πώς και όχι το τί είναι ο άνθρωπος· δεν σχετίζεται με τη φύση —ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γίνει Θεός κατά φύσιν—, αλλά με την προσωπική ύπαρξη.

Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επηρεάσει το πώς της υπάρξεώς του είτε προς την κατεύθυνση του τρόπου —του πώς— με τον οποίο υπάρχει ο Θεός είτε προς την κατεύθυνση αυτού που είναι η δική του, δηλαδή η ανθρώπινη, φύση. Το να ζει κανείς σύμφωνα με τη φύση, κατὰ φύσιν, θα ισοδυναμούσε, επομένως, με τον ατομικισμό, τη θνητότητα κ.λπ., αφού ο άνθρωπος δεν είναι αθάνατος κατὰ φύσιν. Αντιθέτως, το να ζει σύμφωνα με την εικόνα του Θεού σημαίνει να ζει με τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Θεός, δηλαδή ως εικόνα της προσωπικής υπάρξεως του Θεού· και αυτό θα ισοδυναμούσε με το να γίνει Θεός. Αυτό σημα ίνει η θέωση του ανθρώπου στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων.

Από αυτό συνάγεται ότι, μολονότι η φύση του ανθρώπου προηγείται οντολογικά της προσωπικής του υπάρξεως, όπως ήδη επισημάναμε, ο άνθρωπος καλείται να καταβάλει προσπάθεια για να απελευθερωθεί από την αναγκαιότητα της φύσεώς του και να ενεργεί από κάθε άποψη σαν να ήταν το πρόσωπο ελεύθερο από τους νόμους της φύσεως.[ΚΑΘΑΡΟΣ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ] Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό ακριβώς έβλεπαν οι Πατέρες στην ασκητική προσπάθεια, την οποία θεωρούσαν ουσιώδη για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, ανεξάρτητα από το αν κάποιος ήταν μοναχός ή ζούσε μέσα στον κόσμο. Χωρίς την προσπάθεια απελευθέρωσης του προσώπου από την αναγκαιότητα της φύσεως, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι εικόνα του Θεού, διότι στον Θεό, όπως επισημάναμε παραπάνω, το πρόσωπο και όχι η φύση είναι η αιτία του τρόπου με τον οποίο Εκείνος υπάρχει.

Η ουσία, επομένως, της ανθρωπολογίας που προκύπτει από την τριαδική θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων βρίσκεται στη σημασία του προσώπου για την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Καππαδόκες Πατέρες προσέφεραν στον κόσμο την πολυτιμότερη έννοια που αυτός διαθέτει: την έννοια του προσώπου ως οντολογική έννοια με την έσχατη σημασία του όρου. Εφόσον η έννοια αυτή έχει καταστεί, τουλάχιστον καταρχήν, όχι μόνο μέρος της χριστιανικής μας κληρονομιάς αλλά και ιδεώδες του πολιτισμού μας γενικότερα, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε το ακριβές περιεχόμενο και τη σημασία της, όπως αυτά αναδεικνύονται από τη μελέτη της θεολογίας των Καππαδοκών.

[ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΧΑΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟΝ ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ. ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ, Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ, ΤΟ ΕΓΩ]

Αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα της πατερικής έννοιας του προσώπου. Η raison d’être, ο λόγος τοῦ εἶναι κάθε υπάρξεως, τον οποίο αναζητούσε πάντοτε η ελληνική σκέψη, δεν βρίσκεται στη φύση αυτής της υπάρξεως αλλά στο πρόσωπο, δηλαδή στην ταυτότητα που δημιουργείται ελεύθερα από την αγάπη και όχι από την αναγκαιότητα της αυτοΰπαρξής της. Ως πρόσωπο υπάρχεις για όσο διάστημα αγαπάς και αγαπιέσαι.[ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΜΑ;] Όταν αντιμετωπίζεσαι ως φύση, ως πράγμα, πεθαίνεις ως ιδιαίτερη ταυτότητα. Και αν η ψυχή σου είναι αθάνατη, ποια είναι η ωφέλεια; Θα υπάρχεις, αλλά χωρίς προσωπική ταυτότητα· θα πεθαίνεις αιωνίως μέσα στην κόλαση της ανωνυμίας, στον Άδη των αθάνατων ψυχών.[ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ; ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ;]

Διότι η φύση από μόνη της δεν μπορεί να σου προσφέρει ύπαρξη και είναι ως απολύτως μοναδική και ιδιαίτερη ταυτότητα. Η φύση παραπέμπει πάντοτε στο γενικό· το πρόσωπο είναι εκείνο που διασφαλίζει τη μοναδικότητα και την απόλυτη ιδιαιτερότητα. Επομένως, η αθανασία της ψυχής κάποιου, ακόμη και αν συνεπάγεται ύπαρξη, δεν μπορεί να συνεπάγεται προσωπική ταυτότητα με την αληθινή έννοια.

Aνοιχτό μάθημα Δογματικής: Άγιος Μάξιμος Ομολογητής κατά "εναντιογνωμισμού" 2
π. Ν. Λουδοβίκου


Αποσπάσματα

Χωρίς γνωμικό θέλημα δεν υπάρχει άνθρωπος, ούτε προ της πτώσεως ούτε μετά την πτώση.

Η συμπάθεια προς το φυσικό, την οποία κληρονομεί ως προϋπόθεση και ως βίωμα από την αρχαία σκέψη. Αλλά, βέβαια, αυτό υπάρχει σπερματικά.
Είναι σωστό. Δηλαδή ότι ο Θεός έκαμε τον κόσμο, τον έκαμε στα αλήθεια.
Η φύση είναι δημιούργημα του Θεού, είναι πραγματική. Και προορίζεται να ζήσει. Δεν μετανοεί ο Θεός για τα κτίσματα και τη δημιουργία.

Και μπαίνει μέσα μετά το γεγονός της σαρκώσεως του Λόγου…

[Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΔΗΛΩΣΕ ΟΤΙ Η ΔΙΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΑΦΟΡΟΥΣΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ. Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΝΩ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΕΜΕΝΕ ΟΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΚΑΙ Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. Σ' ΑΥΤΟ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΒΑΡΥΓΔΟΥΠΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΟΤΙ Η ΦΥΣΗ ΠΡΟΟΡΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΚΑΙ Η ΠΑΘΙΑΣΜΕΝΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΤ'ΕΠΕΚΤΑΣΙΝ ΣΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ.. ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ]

Πέρα από όλα αυτά, σας το λέω, ανοίγεται ο τεράστιος χώρος της αλήθειας του Χριστού και της Εκκλησίας.
Και όποιος θέλει, θα πρέπει να περάσει από τον δύσκολο δρόμο της μελέτης των κειμένων και της δουλειάς των ειδικών.

Έτσι.
Το να μιλάει κατ’ έμπνευση και με μερικά ψυχολογικά σχήματα και προβλήματα, αυτό δεν πάει μακριά.
Λυπούμαι μόνο πάρα πολύ τους ανθρώπους αυτούς που, από αφέλεια ή από [...] ακολουθούν τον δρόμο κάποιων τέτοιων ανθρώπων, «πλανῶντες καὶ πλανώμενοι», γιατί περί αυτού πρόκειται.

[Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ BISHOPOQUE ΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ.

5. Πάντως, εφ’ όσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο … Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στον Χριστό (σημείωση: απ’ ευθείας), αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου» (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο τον Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας» (σ. 8).
6. «Εάν η επικοινωνία μας με τον Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).

ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΓΙΝΕ ΦΑΝΕΡΗ. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΛΕΓΧΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΝ ΤΟΝ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΜΠΕΙ ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ.
ΙΔΟΥ ΝΕΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ. ΚΡΑΤΑΤΕ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΕΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας: Δεν είναι δυνατό με ανθρώπινη δύναμη να σηκωθεί ο άνθρωπος, όταν πέσει…


                                                                   Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

[…] η θεία Ευχαριστία είναι η μόνη τελετή που παρέχει και στ’ άλλα Μυστήρια την τελείωση.

Από τη μια τα βοηθεί στο έργο της μυήσεως, αφού χωρίς αυτή δεν μπορούν να μυήσουν.
Από την άλλη βοηθεί τους πιστούς μετά τη μύηση να ξαναβρούν, όταν χρειαστή, την ακτίνα που έλαβαν από τα Μυστήρια και την αμαύρωσαν με το σκότος των αμαρτιών.

Γιατί μόνο η ιερή Τράπεζα μπορεί να επαναφέρη στη ζωή όσους χάθηκαν και νεκρώθηκαν από την αμαρτία.

Δεν είναι δυνατό με ανθρώπινη δύναμη να σηκωθή ο άνθρωπος, όταν πέση, ούτε με ανθρώπινη δικαιοσύνη να εξαλειφθή η κακία των ανθρώπων.

Η αμαρτία είναι ύβρις κατά του Θεού.

«Διά της παραβάσεως του νόμου», λέει ο Απόστολος Παύλος, «τον Θεόν ατιμάζεις».

Απαιτείται λοιπόν αρετή ανώτερη από την ανθρώπινη, για να μπορέση να εξαλείψη το παράπτωμα.

Βέβαια είναι εύκολο να υβρίση ο ελάχιστος τον μέγιστο.

Είναι όμως, αδύνατο ν’ αντισταθμίση με τιμή την ύβρη, και μάλιστα όταν ο μέγιστος έχη τον υβριστή οφειλέτη για πολλά, και υπερέχη τόσο, ώστε να μη μπορή να μετρηθή η μεταξύ τους διαφορά.

Γιατί, αν θελήση να εξαλείψη το παράπτωμα και ν’ αποκαταστήση στον προσβληθέντα την τιμή που του στέρησε, επιβάλλεται να προσφέρη περισσότερα από τα οφειλόμενα.

Από τη μια ν’ αποδώση την οφειλή, και από την άλλη ν’ αποζημιώση για την αδικία.

Όποιος όμως δεν μπορεί ούτε στο χρέος του ν’ ανταποκριθή, πώς να επιδιώξη κάτι περισσότερο;

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, «Περί της εν Χριστώ ζωής, Λόγοι επτά», έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας: Δεν είναι δυνατό με ανθρώπινη δύναμη να σηκωθεί ο άνθρωπος, όταν πέσει... - Pemptousia

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ : ΟΤΙ ΑΛΛΗ ΕΊΝΑΙ Η ΚΟΙΝΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. – Γι’ αυτό και η ανάσταση είναι κοινό σε όλους μας δώρο, η άφεση όμως τών αμαρτιών και οι ουράνιοι στέφανοι και η βασιλεία προσφέρεται μόνο σε κείνους, που προσέφεραν κι αυτοί την οφειλόμενη συνεισφορά …

         ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ : ΟΤΙ ΑΛΛΗ ΕΊΝΑΙ Η ΚΟΙΝΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

     Στον υπέροχο λόγο του για το Βάπτισμα και το Χρίσμα, με τα οποία και εισερχόμαστε οι αμαρτωλοί και «δεδεμένοι» υπό τού Διαβόλου, «λελυμένοι», «λελουσμένοι» και «χρισμένοι» στην αγία Του Εκκλησία, ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διακρίνει πράγματι μεταξύ τής κοινής τών πάντων ανθρώπων Αναστάσεως (όπως ψέλνουμε το Σάββατο του Λαζάρου: «Την κοινήν Ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός…») και της Βασιλείας του Θεού, στην οποία και εισέρχονται μόνον εκείνοι που την επιθυμούν σφόδρα !

Λέει λοιπόν ο άγιος :

    ( Στα νέα ελληνικά: « Και πρέπει πράγματι να θαυμάσουμε εδώ, ότι όχι μόνον εκείνοι που λούσθηκαν με το Βάπτισμα, αλλά κι εκείνοι που δεν προετοιμάσθηκαν για την αθάνατη ζωή με τη δύναμη των Μυστηρίων, και όλοι γενικά οι άνθρωποι θα ξαναπάρουν αγέραστα τα σώματά τους και θα αναστηθούν άφθαρτοι.

Και είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι θα μετέχουν στην ανάσταση, την οποία μόνος ο θάνατος του Χριστού εισήγαγε στον κόσμο, ακόμα κι εκείνοι που δεν δέχτηκαν το Βάπτισμα, μέσω τού οποίου ενωνόμαστε με τον ζωοποιό θάνατο. Γιατί, αν απέφυγαν τον ιατρό και δεν δέχθηκαν τη βοήθεια και έδιωξαν μακριά το μοναδικό φάρμακο, τί θα είναι εκείνο που θα σταθή αρκετό να τους δώση την αθανασία ; Φαίνεται δε λογικό να συμβαίνη ένα απ’ τα δυό· ή θα απολαύσουν από εδώ και πέρα όλοι εκείνα τα οποία μάς έδωσε με τον θάνατό του ο Χριστός, και θα συναναστηθούν δηλ. και θα ζήσουν μαζί Του και θα συμβασιλεύσουν και θα έχουν και κάθε άλλη ευδαιμονία, χωρίς να χρειάζεται να συνεισφέρουμε κι εμείς τίποτα απ’ τη μεριά μας · ή, αν χρειάζεται να συνεισφέρουμε κι εμείς κάτι, δεν θα αναβιώσουν (δεν θα αναστηθούν) όσοι δεν προσέφεραν την πίστη τους στον Σωτήρα… )

          ( Στα νέα ελληνικά: »

Μπορούμε λοιπόν να πούμε τα εξής περί αυτού: Η ανάσταση είναι επανόρθωση της φύσης μας· κι αυτό μάς το προσφέρει δωρεάν, ως προίκα, ο Θεός – γιατί όπως ακριβώς μάς πλάθει χωρίς τη δική μας βούληση, έτσι και μας αναπλάθει χωρίς να προσφέρουμε εμείς τίποτα.

Η βασιλεία δε εκείνη και η θεωρία τού Θεού και η συνύπαρξη με τον Χριστό αποτελεί τρυφή τής θελήσεως· γι’ αυτό και μπορεί να υπάρξη μόνο γι’ αυτούς που την έχουν θελήσει, αγαπήσει και ποθήσει· γιατί η τρυφή εκείνη είναι συνέπεια όσων ποθούνται ήδη τώρα, ενώ δεν μπορεί να υπάρξη για κείνον που δεν τη θέλησε.

Γιατί πώς θα μπορούσε να εντρυφά  και να χαίρεται με την παρουσία πραγμάτων που δεν τα πόθησε όταν ήταν ακόμα απόντα; Και δεν μπορούσε να τα επιθυμήση και να τα ζητήση, γιατί δεν βλέπει εκείνο το κάλλος, για το οποίο μάς λέει και ο Κύριος: “Δεν μπορεί να το λάβη, επειδή ούτε το θεωρεί ούτε το γνωρίζει” (Ιωάν. 14, 17), έχοντας εκπέσει ως τυφλός σε κείνην την ζωή και έχοντας αποστερηθή από κάθε αίσθηση και δύναμη, με τις οποίες μπορούμε εμείς οι άνθρωποι και να γνωρίσουμε τον Σωτήρα μας και να θελήσουμε να συνυπάρξουμε μαζί Του και να το μπορέσουμε αυτό… ) 

   ( Στα νέα ελληνικά: » Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να θαυμάζουμε το ότι όλοι μεν θα ζήσουν αθάνατα, όχι όμως όλοι μακάρια· γιατί την μεν απλή πρόνοια του Θεού για την ανθρώπινη φύση θα την απολαύσουν όλοι με τον ίδιον τρόπο· τα δε δώρα που κοσμούν τη θέληση, μόνοι μεταξύ τών άλλων εκείνοι που έχουν ευσέβεια προς τον Θεό.

Κι ο λόγος γι’ αυτό είναι, ότι ο Θεός θέλει μεν να μεταδίδη σε όλους όλα τα αγαθά, και μεταδίδει έτσι σε όλους κατά τον ίδιον τρόπο αυτά που προέρχονται απ’ Αυτόν, και εκείνα που ευεργετούν τη θέλησή μας και όσα επανορθώνουν τη φύση· έτσι λοιπόν κι εμείς αποκτούμε όλοι, ακόμα κι όταν δεν το θέλουμε, τις φυσικές χάριτες του Θεού, καθώς δεν μπορούμε καν να τις αποφύγουμε – γιατί μάς ευεργετεί ακόμα και παρά τη θέλησή μας και μας βιάζει με φιλανθρωπία, όταν εμείς θέλουμε μεν να απορρίψουμε την ευεργεσία, αλλά δεν το μπορούμε… )

            ( Στα νέα ελληνικά:

» Αυτό είναι λοιπόν το δώρο τής ανάστασης· γιατί δεν ανήκει στη δική μας εκλογή ούτε η αρχική μας γέννηση σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε το να αναβιώσουμε (να αναστηθούμε) μετά τον θάνατο ή  το αντίθετο.

Αυτά όμως που εξαρτώνται απ’ την ανθρώπινη θέληση, και εννοώ την εκλογή τού αγαθού, την άφεση των αμαρτιών, την ορθότητα του ήθους, την καθαρότητα της ψυχής, την αγάπη προς τον Θεό, έχουν ως έπαθλο την εσχάτη μακαριότητα.

Κι αυτά εξαρτώνται από εμάς, αν θα τα αποκτήσουμε ή θα τα αποφύγουμε, οπότε είναι κατορθωτά μεν σε όσους τα θέλουν, πώς θα μπορούσαν όμως να τα απολαύσουν κι εκείνοι που δεν τα θέλουν;  Γιατί δεν είναι βέβαια δυνατόν να θέλουμε παρά τη θέλησή μας, ούτε και να εξαναγκαζόμαστε για να θελήσουμε κάτι… )

         ( Στα νέα ελληνικά:

» Αλλά υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος· επειδή μόνος ο Κύριος έλυσε και τη φθορά τής φύσης μας και την αμαρτία τής γνώμης μας, το μεν ένα με το να “γίνη πρωτότοκος μέσα απ’ τους νεκρούς”, το δε άλλο εισερχόμενος “πρόδρομος υπέρ ημών” στα Άγια των Αγίων, αποκτείνοντας την αμαρτία και συμφιλιώνοντας τον Θεό μαζί μας και “καταλύοντας το μεσότοιχο” και αγιάζοντας υπέρ ημών τον εαυτό του, ώστε να είμαστε και ’μείς “αγιασμένοι με την αλήθεια”, είναι φανερό ότι μόνον εκείνοι λύονται και απαλλάσσονται κατά εύλογον τρόπο απ’ τη φθορά και την αμαρτία, οι οποίοι μετείχαν και στη θέληση και στη φύση Του· και το μεν ένα το επιτυγχάνουν ως άνθρωποι, το δε άλλο, το περί θελήσεως, ως “αυτοί που αγάπησαν την επί τής γης παρουσία του” και το πάθος Του, και υπάκουσαν στα προστάγματά του και θέλησαν ό,τι ακριβώς κι Εκείνος.

Κάποιοι είχαν λοιπόν την ανθρώπινη φύση, δεν δέχθηκαν όμως όλα τα υπόλοιπα, οπότε τούς συνέβη μεν να είναι κι αυτοί άνθρωποι, όχι όμως και το να εμπιστευθούν στον Σωτήρα μας τη σωτηρία τους και να κοινωνούν με το αγαθό τής γνώμης Του· οπότε είναι επόμενο να εκπέσουν από την άφεση των αμαρτιών τους και από το να λάβουν κι αυτοί τα στέφανα της δικαιοσύνης, καθώς μένουν αποχωρισμένοι από τη γνώμη και το θέλημά Του · τίποτα όμως δεν τους εμποδίζει απ’ το να αποκτήσουν κι αυτοί την άλλη ελευθερία και να αναστηθούν κατά την ανθρώπινη φύση όπως αναστήθηκε κατά την ανθρωπότητά Του και ο Χριστός… )

           ( Στα νέα ελληνικά:

» Γιατί το Βάπτισμα είναι αιτία τής μακαρίας ζωής, και όχι απλώς τής ζωής · ο δε θάνατος και η ανάσταση του Χριστού έδωσε παρόμοια σε όλους τούς ανθρώπους την αθάνατη και μόνον ζωή.

Γι’ αυτό και η ανάσταση είναι κοινό σε όλους μας δώρο, η άφεση όμως τών αμαρτιών και οι ουράνιοι στέφανοι και η βασιλεία προσφέρεται μόνο σε κείνους, που προσέφεραν κι αυτοί την οφειλόμενη συνεισφορά, και συντάσσουν τούς εαυτούς τους από αυτήν εδώ την ζωή έτσι, ώστε να αποκτούν οικειότητα προς εκείνη την ζωή και προς τον Νυμφίο ·

με το να γεννιούνται κατά καινούργιον τρόπο, εφ’ όσον κι Εκείνος είναι ο καινούργιος Αδάμ , να αστράφτουν δε με την ομορφιά τους, διασώζοντας την ακμή που τους πρόσφερε το Βάπτισμα, αφού κι Αυτός είναι “o ωραίος με το κάλλος του ανάμεσα στους υιούς τών ανθρώπων”, και έχοντας ορθό μεν το κεφάλι όπως οι ολυμπιονίκες, εφ’ όσον Αυτός είναι το στεφάνι, έχοντας δε και ώτα, εφ’όσον Αυτός είναι ο Λόγος, και οφθαλμούς, εφ’ όσον είναι και Ήλιος, και όσφρηση, εφ’όσον είναι και μύρο ο Νυμφίος , και μάλιστα “μύρο που διαδόθηκε”, και έχοντας σεμνά τα ιμάτιά τους για τον γάμο. Μακάρι να γίνουμε όλοι έτσι» )

     Πρόκειται πράγματι για «υπέροχο» κείμενο, και βλέπουμε πώς οι Πατέρες μας οδηγούν βήμα το βήμα με την ένθεη και χαρισματική λογική τους από δόξαν εις δόξαν τού Θεού και από αποκεκαλυμμένη αλήθεια σε αλήθεια τους ανθρώπους· όσους φυσικά το θελήσουν.

      Η τόσο σαφής αυτή «διάκριση» μεταξύ τής κοινής για όλους μας Αναστάσεως και της χαριζομένης μόνο σ’ αυτούς που αγαπούν, όπως είναι εύλογο, με όλο τους το Είναι τον Κύριο Βασιλείας – εφ’ όσον η Βασιλεία είναι το να βρεθούμε στον αιώνα τον άπαντα μαζί με τον Χριστό – συντελεί και στο να κατανοήσουμε σωστά και την ακροτελεύτια φράση τού Συμβόλου τής Πίστεώς μας, όπου και λέμε: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν τού μέλλοντος αιώνος. Αμήν». Γιατί ζωή τού μέλλοντος αιώνος δεν μπορεί να είναι άλλη από την Ζωή με τον Κύριο και με ολόκληρη την Αγία Τριάδα…

      ( Το πρωτότυπο κείμενο, καθώς και η μεγάλη βοήθεια στη μεταφορά στα νέα ελληνικά προέρχονται απ’ την εξαιρετική έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου Μοναζουσών «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», στα Βασιλικά τής Θεσσαλονίκης, του κειμένου τού αγίου Νικολάου Καβάσιλα «Περί τής εν Χριστώ ζωής – Λόγοι επτά», από τον Β’ Λόγο, για το Άγιο Βάπτισμα ) 

Σταύρος

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ  ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ ΟΛΟΙ ΘΑ ΑΝΑΣΤΗΘΟΥΝ ΑΛΛΑ ΛΙΓΟΙ ΘΑ ΑΝΑΛΗΦΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ , ΟΠΩΣ ΛΙΓΟΙ ΠΑΡΑΣΤΑΘΗΚΑΝ , ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΕΣ , ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ.

Αναρτήθηκε από amethystos

 | Οδοιπορούντες Αγίου Συμεών Του Νέου Θεολόγου

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας (Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας)

 Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ


Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.

Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

2. Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς “έγινε” χωρίς να “πράξη” τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σέ καμμιά ανθρώπινη σκέψη. ΄
Ετσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

3. Kαι το “μεσότοιχον της έχθρας” και ο “φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ’ όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ’ ενώ κυριάρχησε σ’ ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την “ευπρέπεια”, τη “δύναμη” και την ίδια τη “βασιλεία”. Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δέ φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.

4. Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το “χαίρε” που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε “κεχαριτωμένη” τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θά γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: “ποιήσωμεν άνθρωπο”. Όταν όμως χρειάσθηκε να “εισαγάγη τον πρωτότοκον”-αυτόν τον “θαυμαστόν Σύμβουλον” -“εις την οικουμένην”, όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη “βουλή” του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που “ευδόκησε”, και της Δυνάμεώς του, που “επεσκίασε”, και του Πνεύματος, που “επεδήμησε”, αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

5. Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. Όπως Αυτός ήθελε και “συνελήφθη”, έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ’ όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ’ Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ’ είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ’ αυτό το έργο. Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση. Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θά συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβείμ ή Σεραφείμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι’ αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν’ ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι’ από πολλούς πραγματοποιημένα. Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ’ αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι’ αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι’ αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν”, όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά “συνηγορούσαν”.

6. «Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι’ αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι’ αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ’ αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, “όταν ήρθε” ο Δεσπότης και “έκρουσε”, όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ’ Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ’ εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ’ Αυτόν σκήνωμα και τόπο. Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ’ αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

7. Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πρίν, χωρίς καμμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ’ αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι’αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ’ αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ’ αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ’ αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ’ όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.

8. Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ’ αυτές που υπήρχαν, αλλά τήν απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ’ Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.

Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηχαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ηταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ’ αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ’ εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.

9. Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άνάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ’ εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ’ όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι’ αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι’ αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

10. Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της “φωνή δυνάμεως”, όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Εκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

Γι’ αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικου, πύρινης γλώσσας. Γι’αυτό κι εμείς, αφου θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!

Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

[Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά “Επί τας Πηγάς”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1995]

(Πηγή

: “Ομολογία Πίστεως“)

Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας (Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

Η Ευχαριστιακή και Εκκλησιολογική Ειδωλολατρία

                                Αέναη επΑνάσταση: π. Ιωάννης Ρωμανίδης η ζωή και το έργο του (αφιέρωμα)

Στην σύγχρονη εκοσμικευμενη εκκλησιαστική πραγματικότητα ,που η αξία του ιερωμένου προσμετράτε στο τι ''κατηγορίας είναι'' ή πόσα ''μεταπτυχιακά έχει'', οι Τσεκουράτες Αλήθειες του π.Ιωάννη Ρωμανίδη,θα μπορούσε να είναι η απάντηση στην αγωνία και τις φωνές που ακούγονται για το άνοιγμα της σχολής της Χάλκης…!!!

Εις την εποχήν του Αποστόλου Παύλου εξελέγετο κανείς επίσκοπος ή πρεσβύτερος από την ομάδα των προφητών, δηλαδή των δοξασμένων/θεουμένων. Δια τούτο ο Παύλος γράφει στον Τιμόθεον «μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ό εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου (Α΄ Τιμ. 3:14).»
Δια τούτο ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας πληροφορεί ότι στα χρόνια του υπήχαν επίσκοποι που στην εποχήν του αποστόλου Παύλου θα έλεγαν μόνον το «αμήν» στην εκκλησίαν.


Στην καρδιάν της Περί Πίστεως Εκθέσεως του Δαμασκηνού είναι μεταξύ των άλλων και μαζί με τον Απόστολον Παύλον και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης ο οποίος τονίζει ότι ο επίσκοπος εκλέγεται από μεταξύ των θεουμένων. Αυτή η παράδοσις διατηρήθηκε όλα τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ακριβώς δια να καταργηθή η παράδοσις αυτή
ιδρύθηκαν αι Θεολογικαί Σχολαί
της Χάλκης
και των Αθηνών
και εν συνεχεία της Θεσσαλονίκης

Έτσι δεν ήτο ανάγκη πλέον οι υποψήφιοι επίσκοποι να είναι θεολόγοι από την θέωσίν τους ή τουλάχιστον από τον φωτισμόν της καρδίας τους από την νοεράν ευχήν, αλλά από το πτυχείο του Πανεπιστημίου επάνω στο οποίο γράφει θεολόγος μάλιστα.


Νικόλαος ο Καβάσιλας – Εις την Θείαν Λειτουργίαν

Κεφάλαιο 34

ΛΔʹ. Περὶ ὧν ὁ ἱερεὺς ἕνεκα ἑαυτοῦ εὔχεται ὑπὲρ τῶν ἱερῶν δώρων καὶ ὑπὲρ ὧν τοῖς πιστοῖς εὔχεσθαι κελεύει
Για εκείνα τα οποία εύχεται ο ιερεύς για τον εαυτό του και εκείνα για τα οποία παραγγέλλει στους πιστούς να εύχονται 

(4.) Ἄφεσιν ἁμαρτιῶν δίδωσι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῖς τούτων κοινωνοῦσι τῶν δώρων. Αὕτη ἡ χάρις, φησί, μὴ κωλυθήτω ἐπ᾿ ἐμοῦ ἀπὸ τῶν δώρων διὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας. Διττῶς γὰρ λέγεται ἐνεργεῖν ἐν τοῖς τιμίοις δώροις ἡ χάρις, ἕνα μὲν τρόπον καθ᾿ ὃν αὐτὰ ἁγιάζεται, ἕτερον δὲ καθ᾿ ὃν ἡ χάρις δι᾿αὐτῶν ἡμᾶς ἁγιάζει.
4. Άφεση αμαρτιών δίνει το Πνεύμα τo άγιον σ' εκείνους που κοινωνούν αυτά τα δώρα. Αυτή η χάρη, λέγει ο ιερεύς, ας μην εμποδιστεί σ' εμένα από τα δώρα για τις αμαρτίες μου. Διότι κατά δύο τρόπους ενεργεί η χάρη στα τίμια δώρα· ο ένας τρόπος είναι αυτός που αγιάζονται τα ίδια, ο άλλος είναι αυτός που η χάρη αγιάζει εμάς δι’ αυτών.

(5.) Τὸν μὲν οὖν πρῶτον τρόπον ἐν τοῖς δώροις τὴν χάριν ἐνεργεῖν, οὐδὲν δύναται κωλύειν τῶν ἀνθρωπίνων κακῶν. Ἀλλὰ καθάπερ ὁ ἁγιασμὸς αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀνθρωπίνης ἀρετῆς ἔργον, οὕτως οὐδὲν κωλύεσθαι δυνατὸν αὐτὸν ὑπὸ κακίας ἀνθρώπων.
5. Κατά τον πρώτο λοιπόν τρόπο κανένα ανθρώπινο κακό δεν μπορεί να εμποδίσει την χάρη να ενεργήσει στα τίμια δώρα, αλλά, όπως ο αγιασμός των δώρων δεν είναι έργο ανθρώπινης αρετής, έτσι δεν είναι δυνατόν ούτε να εμποδιστεί από κακία ανθρώπων.

(6.) Ὁ δεύτερος δὲ καὶ τῆς ἡμετέρας δεῖται σπουδῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπὸ τῆς ἡμῶν κωλύεται ῥᾳθυμίας. Ἁγιάζει γὰρ ἡ χάρις διὰ τῶν δώρων ἡμᾶς, ἐὰν πρὸς τὸν ἁγιασμὸν ἐπιτηδείως ἔχοντας λάβῃ, ἃ δὲ ἀπαρασκευάστοις ἐμπέσῃ, οὔτε ὄφελος ἤνεγκεν οὐδὲν καὶ μυρίαν ἡμῖν ἐνέθηκε βλάβην. Ταύτην τὴν χάριν, εἴτε ἄφεσις ἁμαρτιῶν ἐστι μόνον, εἴτε μετ᾿ ἐκείνης καὶ ἄλλη δωρεὰ διδομένη τοῖς μετὰ καθαροῦ συνειδότος τὸ ἱερὸν τοῦτο δειπνούντων δεῖπνον, εὔχεται ὁ ἱερεὺς μὴ κωλυθῆναι ἀπὸ τῶν δώρων, ὡς δυναμένην κωλυθῆναι δι᾿ ἀνθρωπίνην κακίαν.
Ο δεύτερος όμως τρόπος χρειάζεται τη δική μας σπουδή. Γι’ αυτό και εμποδίζεται από την ραθυμία μας. Μας αγιάζει δηλαδή η χάρη δια των δώρων εάν μας βρει κατάλληλα διατεθειμένους για τον αγιασμό. Αν όμως μας βρει απροετοίμαστους, δεν μας προξενεί κανένα όφελος, αλλά μας επιβαρύνει με πολύ μεγάλη βλάβη. Αυτή η χάρη, είτε άφεση αμαρτιών είναι μόνο, είτε μαζί με αυτήν και άλλη δωρεά που δίνεται σε όσους με καθαρή συνείδηση συμμετέχουν σ' αυτό το δείπνο, εύχεται ο ιερεύς να μην εμποδιστεί από τα δώρα. Διότι μπορεί να εμποδιστεί από την ανθρώπινη κακία.

Ερμηνεία εις την θείαν λειτουργίαν - Νικολάου Καβάσιλα

Κεφάλαιο 36
Περί όσων ο ιερεύς βοά προς το πλήθος όταν υψώνει τα άγια, και γι' όσα το πλήθος άπαντα προς αυτόν

1. Τώρα ο ιερεύς πρόκειται να πλησιάσει προς την αγία τράπεζα και να κοινωνήσει και να προσκαλέσει και άλλους να κοινωνήσουν. Διότι δεν επιτρέπεται σε όλους γενικά η κοινωνία των μυστηρίων, γι' αυτό και ο ιερεύς δεν καλεί όλους• αλλά, παίρνοντας στα χέρια του τον ζωοποιό άρτο, τον σηκώνει ψηλά και τον δείχνει, προσκαλώντας στη μετουσία (μετάληψη) τους άξιους να κοινωνήσουν. Λέγοντας «Τα άγια τοις αγίοις» είναι σαν να λέγει: «Ιδού ο άρτος της ζωής, τον βλέπετε. Ελάτε λοιπόν να μεταλάβετε. Όχι όμως όλοι, αλλά όποιος είναι άγιος. Διότι τα άγια επιτρέπονται μόνο στους αγίους». Αγίους εδώ εννοεί εκείνους που είναι τέλειοι στην αρετή, αλλά κι εκείνους που αγωνίζονται να φτάσουν σ' αυτή την τελειότητα, αλλά ακόμη υστερούν. Διότι και αυτούς τίποτε δεν τους εμποδίζει να αγιάζονται καθώς μετέχουν των μυστηρίων, και να είναι από αυτή την άποψη άγιοι. Όπως και η Εκκλησία όλη λέγεται αγία• και όπως ο μακάριος Απόστολος γράφοντας προς ολόκληρη Χριστιανική κοινότητα λέγει: «Αδελφοί άγιοι, μέτοχοι της επουράνιου κλήσεως». Διότι ονομάζονται άγιοι από τον Άγιο του οποίου είναι μέτοχοι, και από το σώμα και το αίμα το οποίο κοινωνούν. Διότι είμαστε μέλη εκείνου του σώματος, σάρκες από τις σάρκες Του, οστά από τα οστά Του, και όσο είμαστε ενωμένοι μαζί Του και διατηρούμε αυτή τη συνάρθρωση, ζούμε αντλώντας δια των μυστηρίων τη ζωή και τον αγιασμό από εκείνη την Κεφαλή και την Καρδιά. Όταν όμως αποσπασθούμε και αποξενωθούμε από την ολότητα του παναγίου Σώματος, μάταια γευόμαστε τα ιερά μυστήρια, διότι η ζωή δεν φτάνει προς τα νεκρά και αποκομμένα μέλη.

2. Τί είναι εκείνο που αποκόβει αυτά τα μέλη από το άγιο εκείνο Σώμα; «Οι αμαρτίες σας, λέγει, στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σ' εμένα και σας».

3. Τί λοιπόν; Κάθε αμαρτία νεκρώνει τον άνθρωπο;

4. Καθόλου, αλλά μόνο η θανάσιμη αμαρτία. Γι' αυτό και λέγεται "προς θάνατον". Διότι υπάρχει και αμαρτία "ου προς θάνατον", σύμφωνα με τον μακάριο Ιωάννη. Γι' αυτό οι βαπτισμένοι, αν δεν πέφτουν σε θανάσιμα αμαρτήματα που τους χωρίζουν από τον Χρίστο και επιφέρουν θάνατο, δεν έχουν κανένα εμπόδιο να κοινωνούν και να μετέχουν του αγιασμού• διότι και στην πραγματικότητα και στην ονομασία εξακολουθούν να είναι ζωντανά μέλη, ενωμένα με την Κεφαλή.


5. Γι' αυτό στην εκφώνηση του ιερέως: «Τα άγια τοις αγίοις», οι πιστοί αποκρίνονται δυνατά: «Εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Διότι κανένας δεν έχει την αγιότητα από τον εαυτό του, ούτε αυτή είναι έργο ανθρώπινης αρετής, αλλά όλοι παίρνουν την αγιότητα από Εκείνον και για Εκείνον. Αν βάλεις πολλούς καθρέφτες κάτω από τον ήλιο, όλοι λάμπουν και ακτινοβολούν και νομίζεις ότι βλέπεις πολλούς ήλιους, στην πραγματικότητα όμως ένας είναι ο ήλιος που αστράφτει μέσα σε όλους. Έτσι και ο μόνος Άγιος, ο Χριστός, εκχεόμενος εις τους πιστούς, φαίνεται μεν σε πολλές ψυχές και πολλούς δείχνει αγίους, εντούτοις Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός Άγιος. Και τούτο μάλιστα «εις δόξαν Θεου Πατρός». Διότι τον Θεό κανένας δεν τον δόξασε όπως έπρεπε (γι' αυτό και ονειδίζοντας τους Ιουδαίους έλεγε: «Αν είμαι Θεός, που είναι η δόξα που έπρεπε να μου αποδίδετε;») αλλά μόνο ο Μονογενής απέδωσε σ' Αυτόν την οφειλόμενη δόξα. Γι' αυτό και όταν έφτασε στο πάθος, έλεγε προς τον Πατέρα: «Εγώ σε εδόξασα επάνω στη γη». Με ποιόν τρόπο τον εδόξασε; Όχι με άλλον τρόπο, παρά φανερώνοντας στους ανθρώπους την αγιότητα του Πατέρα. Και αυτό το έκανε με το να φανεί ο ίδιος άγιος, όπως είναι άγιος και ο Πατέρας. Γι’ αυτό είτε θεωρήσουμε τον Πατέρα, τον Θεό αυτού του αγίου (της ανθρωπότητας του Χριστού), η λαμπρότης του Υιού είναι η δόξα του Πατρός. Είτε ως Θεό νοήσουμε τον Υιό μέσα στην ανθρωπότητα, πάλι η αξία ή η αρετή του δημιουργήματος είναι ξανά η δόξα του Δημιουργού.


Κεφάλαιο 37
Τί σημαίνει το θερμό νερό που εμβάλλεται μέσα στα μυστήρια


1. Αφού λοιπόν ο ιερεύς συγκαλέσει τους πιστούς στο ιερό δείπνο, μεταλαμβάνει πρώτος αυτός και κατόπιν όσοι είναι ιερείς και όσοι είναι γύρω από το θυσιαστήριο. Προηγουμένως όμως εκχύνει θερμό νερό μέσα στο ποτήριο, πράγμα που σημαίνει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Διότι κατήλθε τότε το Άγιο Πνεύμα, όταν τελείωσε ολόκληρη η Οικονομία του Σωτήρος, έτσι και τώρα επιδημεί (κατέρχεται), για όσους κοινωνούν αυτά αξίως, αφού η θυσία έχει προσφερθεί και τα δώρα ετελειώθησαν.

2. Κατά την ιερή τελετή της Ευχαριστίας όλη η Οικονομία του Χριστού αναπαρίσταται στον άρτο σαν σε πίνακα. Διότι και ως βρέφος τον βλέπουμε συμβολικά, και να οδηγείται στον θάνατο, και να σταυρώνεται, και να κεντάται στην πλευρά. Κατόπιν βλέπουμε και αυτόν τον άρτο να μεταβάλλεται σ' εκείνο το πανάγιο σώμα που αληθινά υπέφερε αυτά και αναστήθηκε και αναλήφθηκε και κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Έπρεπε λοιπόν μετά απ' όλα αυτά να συμβολίζεται και το τελικό αποτέλεσμα, για να είναι ολοκληρωμένη η μύηση του μυστηρίου με την προσθήκη του αποτελέσματος στο σύνολο της τελετής και της Οικονομίας.

3. Ποιο είναι το έργο και το αποτέλεσμα των παθών και έργων και λόγων του Χριστού; Αν κανείς τα βλέπει αυτά σε σχέση μ' εμάς, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία. Επομένως, υστέρα από εκείνα έπρεπε και αυτή ή κάθοδος να συμβολισθεί. Και συμβολίζεται με τη εκχύση του θερμού νερού μέσα στα μυστήρια.

4. Αυτό το νερό, με το να είναι συγχρόνως νερό και να μετέχει και της φωτιάς, συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα, το όποιο και "ύδωρ" λέγεται και ως πυρ φάνηκε τότε που έπεσε επάνω στους μαθητές του Χριστού.

5. Και η παρούσα στιγμή της θείας λειτουργίας συμβολίζει εκείνη τη στιγμή της Πεντηκοστής. Διότι τότε κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα όταν ολοκληρώθηκαν όλα τα έργα του Χριστού, τώρα δε το νερό αυτό προστίθεται μετά την τελείωση των δώρων.

6. Με τα μυστήρια σημαίνεται και η Εκκλησία, η οποία είναι σώμα Χριστού και εκ μέρους. Αυτή και τότε δέχθηκε το Άγιο Πνεύμα, μετά την ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς, και τώρα δέχεται τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, αφού έγιναν δεκτά τα δώρα στο υπερουράνιο θυσιαστήριο· τη δωρεά αυτή στέλνει σ' εμάς από την πλευρά Του ο Θεός, ο οποίος δέχθηκε τα δώρα, όπως προείπαμε. Διότι ο Μεσίτης είναι ο Αυτός Χριστός, και το Αυτό Άγιο Πνεύμα.