Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεοδώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Θεοδώρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Αγία Θεοδώρα: Η ευσεβής και πολύπαθη βασίλισσα της Άρτας.

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΑΘΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας.
Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα του Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α΄ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.
Ανάμεσα στα έτη 1224-1230 πέθανε ο πατέρας της και ανάλαβε την προστασία της ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός – Δούκας. Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι την εποχή αυτή δεν υφίσταται η βυζαντινή αυτοκρατορία, αφότου την κατέλυσαν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), αλλά κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ένα από αυτά ήταν αυτό της Ηπείρου, που είχε έδρα την Άρτα. Οι Κομνηνοδούκες έφυγαν από την Κωνασταντινούπολη και ίδρυσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου το 1204.
Στα 1230 ο Θεόδωρος υπέστη ήττα από τους Βουλγάρους και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον ανεψιό του Μιχαήλ Β΄, γιο του Μιχαήλ Α΄ , ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώρισε την νεαρή Θεοδώρα και εντυπωσιάστηκε από την σπάνια ομορφιά της και από την πνευματική της καλλιέργεια και γι’ αυτό αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν και την ανέβασε ως βασίλισσα στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι χάρες της δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στο παλάτι και στο λαό της Άρτας, ο οποίος εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αγάπη του για την ευσεβή βασίλισσά του.
Αν όμως ο λαός εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε την Θεοδώρα, ο βάναυσος, σκληρόκαρδος και φιλήδονος Μιχαήλ την αποστρέφονταν, διότι η σεμνή και ευσεβής βασίλισσα δεν τον ακολουθούσε στις ατέλειωτες διασκεδάσεις και τις άκρατες φιληδονίες και απολαύσεις του. Μετά τη γέννηση του γιου τους Νικηφόρου ο Μιχαήλ, σύναψε σχέσεις με κάποια αρχόντισσα αρτινή, ονόματι Γαγγρινή, την οποία λίγο αργότερα την εγκατέστησε στο παλάτι και έκανε μαζί της δύο νόθους γιους.
Η Θεοδώρα μη μπορώντας να αντέξει την ταπείνωση και την προσβολή αυτή αποφάσισε να φύγει από το παλάτι, εγκαταλείποντας το θρόνο της στην ερωμένη του Μιχαήλ. Πήρε μάλιστα μαζί της και τον ανήλικο Νικηφόρο και έφυγε προς τα άγρια βουνά των Τζουμέρκων. Όπως αφηγείται ο βιογράφος της Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχός ονόματι Ιώβ, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, η αγία βασίλισσα, μαζί με το παιδί της τριγυρνούσε για πέντε ολόκληρα χρόνια στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, ζώντας σε πλήρη ένδεια. Τρέφονταν με άγρια χόρτα και στεγάζονταν στις σπηλιές των βουνών. Μάλιστα ο βιογράφος της την αποκαλεί «λαχανευομένη», από την μοναδική τροφή της άτυχης αρχόντισσας και του παιδιού της.
Παρ’ όλα τα βάσανά της ουδέποτε γόγγυσε κατά του Θεού και ούτε στιγμή έχασε την βαθειά της πίστη στην πρόνοιά Του. Μετά από απίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τη βρήκε κάποιος ενάρετος κληρικός, ο οποίος την περιμάζεψε στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό ορεινό χωριό Κορφοβούνι της Άρτας.
Εν τω μεταξύ έγινε γνωστή η εύρεση της βασίλισσας στον πιστό και ευλαβή λαό της Άρτας. Η χαρά των αρτινών μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε οργή κατά του μοιχού
Μιχαήλ. Εξαγριώθηκαν οι υπήκοοί του και απαιτούσαν την άμεση επιστροφή της Θεοδώρας στο παλάτι και την αποκατάσταση στο θρόνο της. Στην αρχή ο Μιχαήλ αγνοούσε τη λαϊκή κατακραυγή, αλλά όταν διαπίστωσε πως δεν ηρεμούσαν οι εξαγριωμένοι αρτινοί, αναγκάστηκε να την δεχτεί στο παλάτι, να την αποκαταστήσει στο θρόνο της και να διώξει τη μοιχαλίδα Γαγγρινή από τη βασιλική αυλή.
Μια νέα σελίδα ανοίχτηκε για την ευσεβή βασίλισσα. Μετά την περιπέτειά της, την οποία θεώρησε δοκιμασία από το Θεό, άρχισε ένα πρωτόγνωρο θεάρεστο και φιλάνθρωπο έργο. Κατόρθωσε επισης με την προσευχή και την επιμονή της να κάνει τον Μιχαήλ να μετανοήσει για την συζυγική του απιστία. Έκανε μαζί του άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ιωάννη, το Δημήτριο, την Ελένη και την Άννα και έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλώς.
Ο Μιχαήλ, μάλιστα, για να εξιλεωθεί για τον έκλυτο βίο του και την αμαρτία της μοιχείας κατά της Θεοδώρας, έκτισε ονομαστές Μονές και λαμπρές εκκλησίες στην Άρτα, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό μας. Ίδρυσε την Ιερά Μονή της Κάτω Παναγιάς, της οποίας κτήτορας φέρεται η Θεοδώρα. Την Ιερά Μονή παναγίας Βλαχερνών και την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στην παλιά κάτω πόλη της Άρτας.
Το 1270 πέθανε ο Μιχαήλ και η Θεοδώρα αποσύρθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου μόνασε για δέκα χρόνια, ως το θάνατό της το 1280, ή το 1281 και θάφτηκε στο νάρθηκα του ναού της Μονής, ο οποίος αφιερώθηκε κατόπιν σε αυτήν.
Οι ευσεβείς κάτοικοι της Άρτας και των γύρω περιοχών, την ανακήρυξαν αμέσως αγία, λόγω της πίστης της στο Θεό, της αγίας ζωής της και του μεγάλου φιλανθρωπικού της έργου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 11 Μαρτίου και τιμάται ιδιαίτερα στην Άρτα, της οποίας είναι πολιούχος και προστάτης. Το τίμιο λείψανό της βρίσκεται σε μια κόγχη στα δεξιά του ναού , σε ασημένια λάρνακα. Κάθε χρόνο στην μνήμη της γίνεται λαμπρή λιτάνευση στην πόλη της Άρτας.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ,Η ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ.MIA AΔΙΚΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΓΙΑ

  Σήμερα η πόλη της Άρτας, η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, εορτάζει την πολιούχο της Οσία Θεοδώρα. Πρόκειται για μια κατάφωρα αδικημένη Αγία της οποίας ο βίος και η πολιτεία έχει μέχρι σήμερα πολλές άγνωστες πτυχές. Είναι η πολιούχος που δεν έχει αναγραφεί στο Πανορθόδοξο Αγιολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και παραμένει απλά να τιμάται ως τοπική Αγία με απόφαση της Ελλαδικής Ιεραρχίας από το 1928.

   Η Οσία Θεοδώρα είχε πραγματικά ένα Σταυρικό βίο και σήκωσε αγόγγυστα πολλούς Σταυρούς στην διάρκεια της ζωής της. Τον Σταυρό της ορφάνιας, τον Σταυρό της ξενιτειάς, τον Σταυρό του μίσους και της απιστίας του συζύγου της και των συγγενών του, τον Σταυρό της Εξορίας, τον Σταυρό της πολύτεκνης μητέρας, που μεγάλωσε εκτός από τα δικά της πέντε παιδιά, μεγάλωσε και τα δύο νόθα του συζύγου της Μιχαήλ Β με την Γαγγρινή και πολλούς άλλους, όπως μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει στο παρακάτω link https://ixotisartas.gr/%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF.../


  Εκείνο όμως που αδικεί την Οσία είναι η αποσιώπηση της σημαντικής της προσφοράς στην Ορθόδοξη Εκκλησία και ιδιαίτερα ο αντιπαπικός της αγώνας. Η Οσία κατόρθωσε με τις πράξεις της να ανακόψει την παπική επέλαση προς την Ελλάδα, κάνοντας το Δεσποτάτο της Ηπείρου ένα σημαντικό προπύργιο Ορθόδοξης αντίδρασης. Γι΄ αυτό σήκωσε αγόγγυστα πάλι και τούς θανάτους του γιου της Ιωάννη και της κόρης της Ελένης. 
Τον Ιωάννη λόγω των αντιπαπικών φρονημάτων, συνέλαβε, τύφλωσε και φυλάκισε ο φιλενωντικός και φιλοπαπικός Μιχαήλ Η Παλαιολόγος. Ο Ιωάννης πέθανε φυλακισμένος γύρω στο 1283.

Η κόρη της Ελένη είχε μαρτυρικό θάνατο σε ηλικία τριάντα ετών. Προτίμησε να πεθάνει έγκλειστη στο φρούριο του Τράνου της Σικελίας, (μακριά από τα ανήλικα παιδιά της που τα είχαν απαγάγει και φυλακίσει άνθρωποι του Πάπα) παρά να υποκύψει στις Παπικές αξιώσεις να απαρνηθεί την Ορθόδοξη πίστη της και να έλθει σε γάμο με τον Ερρίκο της Καστίλλης, πολιτικό υπηρέτη του Πάπα Κλήμη. Η Ελένη «εμαρτύρησεν αληθώς υπέρ της αρετής, υπέρ της ευγενείας του έθνους αυτής».(Μ.Δένδιας)

Επειδή ΤΙΜΗ ΑΓΙΟΥ=ΜΙΜΗΣΗ ΑΓΙΟΥ ευχόμαστε να μην θυμόμαστε την Αγία μόνο κάθε 11 Μαρτίου. Η εορτή της, εκτός από τις απαραίτητες εκκλησιαστικές ακολουθίες, να γίνεται αφορμή βαθύτερης διερεύνησης της προσφοράς της ΑΔΙΚΗΜΕΝΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ, έξω από κάθε εκδήλωση ή πρακτική του εκκλησιαστικού επαρχιωτισμού.

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

Η Αγία Θεοδώρα η Κομνηνή, η Βασίλισσα της Άρτας

 https://enromiosini.gr/romnios/xarths_rvmnivn/rvmnios_artas/i-agia-theodora-i/


ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ VIDEO ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ

Η πολυτάραχη ζωή της διδάσκει και παραδειγματίζει. Ένας πληγωμένος γάμος, μια μαχητική προσωπικότητα. Τη συναντούμε σε όλους τους ρόλους, που μπορεί να παίξει μια γυναίκα μέσα στον κόσμο. Αποτέλεσε και αποτελεί πρότυπο ζωής, υπομονής και αγάπης. Ο συγκινητικός βίος μιας γενναίας βασίλισσας, που μόνο παραμυθένιος δεν ήταν Βασίλισσα της Άρτας, μιας πόλης με πανάρχαια ιστορία, πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ΄ Σταυροφορία το 1204 μ.Χ. και κράτησε μέχρι τα μισά περίπου του 14ου αιώνα. Μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και της Τραπεζούντας θεωρούσε ότι είναι νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Περιελάμβανε τα εδάφη της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας, τα Ιόνια Νησιά, καθώς και σημαντικά τμήματα της Αλβανίας, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Θράκης.

Η καταγωγή της, τα πρώτα χρόνια της ζωής της

Η Θεοδώρα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη περί το 1210 μ.Χ. Καταγόταν από τη μεγάλη και επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Πετραλείφα. Πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Πετραλείφας, που κατείχε τον τίτλο του Σεβαστοκράτορα και ήταν διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Μητέρα της η αρχόντισσα Ελένη. Οι γονείς της, με την ορθόδοξη πίστη τους, το ταπεινό τους φρόνημα και τη μεγάλη τους φιλανθρωπία αποτέλεσαν για τη Θεοδώρα δυνατό παράδειγμα προς μίμηση. Εκεί, στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, προσευχόταν, κοινωνούσε και παρακαλούσε για το καλύτερο στη ζωή της.

Η μητέρα της Ελένη πέθανε πολύ γρήγορα και λίγο αργότερα και ο πατέρας της, αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμη ηλικία μαζί με τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια της. Την προστασία της ανέλαβε ο θείος της, Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος, που στο μεταξύ είχε καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του. Ο Θεόδωρος πολεμώντας τους Βουλγάρους νικήθηκε και τυφλώθηκε από το βασιλιά τους Ασάν. Ο Ασάν κάλεσε από το Μωριά το νεαρό Μιχαήλ (ανεψιό του Θεόδωρου) ως νόμιμο διάδοχο, για να αναλάβει τη διοίκηση του κράτους που του άφησε ο πατέρας του Μιχαήλ Α΄ Άγγελος Κομνηνός.

Ο Γάμος της

Ο Μιχαήλ πηγαίνοντας στην Άρτα περνά από τα Σέρβια της Κοζάνης, που ήταν τότε ισχυρό φρούριο και σημαντική στρατηγική θέση. Εκεί ζει πλέον η Θεοδώρα με τα αδέρφια της. Εντυπωσιάζεται από την ωραιότητά της, την ευγένεια και τη δυνατή της σκέψη. Μα και η Θεοδώρα πρώτη φορά γνώριζε τέτοιον άνθρωπο, που το διαπεραστικό του βλέμμα τη γέμιζε με γλυκύτητα και τρυφερότητα. Τελούν το γάμο τους με κάθε μεγαλοπρέπεια στα Σέρβια περί το 1230. Μετά από λίγο καιρό με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία έρχονται στην Άρτα, την οποία ο Μιχαήλ κάνει πρωτεύουσα του κράτους του και την οχυρώνει.

Στην Άρτα

Νέα ζωή και νέα πορεία αρχίζει για το νεαρό ζευγάρι. Ο λαός της Άρτας τους υποδέχεται με ενθουσιασμό. Ο Μιχαήλ, ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η Θεοδώρα στέκεται με αφοσίωση στο πλευρό του, τον συμβουλεύει και τον βοηθά στο δύσκολο έργο του να κρατήσει το κράτος ορθόδοξο και ελληνικό. Η καρδιά της λεπτή και φιλάνθρωπη. Πολλές φορές έβγαζε τη φορεσιά της βασίλισσας και ντυμένη απλά, μοίραζε τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες και διακονούσε αρρώστους. Ο λαός κυριολεκτικά την λάτρευε.

Στο καμίνι των θλίψεων

Οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού έμελλαν να είναι λίγες. Ο πειρασμός, φθονώντας την ευτυχία τους και το έργο που κλήθηκαν να κάνουν μαζί, βρίσκει έδαφος στον αδύναμο χαρακτήρα του Μιχαήλ και πληγώνει την αγάπη τους. Ο Μιχαήλ παρασύρεται από την Γαγγρινή, την χήρα ενός από τους αξιωματικούς του, με αποτέλεσμα να φέρεται απότομα στη Θεοδώρα, να την κρατά σε απόσταση και να την κακομεταχειρίζεται. Φτάνει, τελικά, στο σημείο να την διώξει από το παλάτι και απαγορεύει σε οποιονδήποτε να της δώσει βοήθεια. Η Θεοδώρα, πικραμένη και εγκυμονούσα, χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, εγκαταλείπει τα ανάκτορα. Δεν θέλει να μαθευτεί το γεγονός, για να μην πέσει ο σύζυγός της χαμηλά στα μάτια του λαού.

Καταφεύγει στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου κοντά στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό Κορφοβούνι. Εκεί γεννάει το πρωτότοκο παιδί τους. Από το παλάτι την καταδιώκουν. Αναγκάζεται να φύγει από το μοναστήρι και βρίσκει καταφύγιο στη σπηλιά ενός βράχου. Πέντε χρόνια περιπλανιέται στα βουνά των Τζουμέρκων με το μικρό της γιο, πικραμένη, άγνωστη και ταλαιπωρημένη από την πείνα και τις κακουχίες. Ένας βοσκός από το χωριό Μαρκινιάδα την παίρνει σπίτι του. Τον χειμώνα εκείνο ζει με την οικογένειά του, χωρίς ποτέ να αποκαλύψει ποια ήταν, για την ασφάλειά τους και την καλή εικόνα του συζύγου της, που δεν έπαψε να τον αγαπά πραγματικά και να προσεύχεται για τη μετάνοιά του.

Για να αντέξει τον Γολγοθά της αναζητά παρηγοριά και πνευματική στήριξη στον ιερέα της Πρένιστας. Στην πολλή του επιμονή να μάθει ποιά είναι, του φανερώνεται και για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του. Βαφτίζει τον μικρό γιο τους και του δίνει το όνομα Νικηφόρος, για να θυμάται πάντα να έχει θάρρος και να νικά στις δυσκολίες της ζωής. Ο Νικηφόρος μεγαλώνει, γίνεται πέντε χρονών. Η Θεοδώρα του μιλά πάντα με τα καλύτερα λόγια για τον πατέρα του και ο μικρός τον αγαπά και ας μην τον έχει δει ποτέ.

Η δικαίωση και η μετέπειτα ζωή τους

Μετά από τόσο πόνο και πίκρα η δοκιμασία άρχισε να βαδίζει προς το τέλος. Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Μιχαήλ και την αλαζονεία της Γαγγρινής, τη διώχνουν από τα ανάκτορα. Ο Μιχαήλ αρχίζει πλέον να βλέπει καθαρά τη ζωή του, αηδιάζει την αμαρτία και αφού στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν τη Θεοδώρα, την υποδέχεται στα ανάκτορα και στη ζωή του με λαμπρότητα, μετάνοια και αγάπη. Η Θεοδώρα χρειάζεται και η ίδια δύναμη και κουράγιο, για να στηρίξει τον σύζυγό της στη μετάνοιά του. Σκέφτεται ότι ο χαρακτήρας του Μιχαήλ είναι ασταθής και τα πάθη φιλεπίστροφα. Γι’ αυτό προστρέχει στον Όσιο Ανδρέα τον ερημίτη, που ασκήτευε κοντά στη λίμνη των Κρεμαστών. Εκείνος τη συμβουλεύει: «Μόνο με την πολλή και τρυφερή αγάπη θα τον βοηθήσεις. Με την αγάπη κερδίζει κανείς όλες τις μάχες. Αυτή η μικρή λέξη να μπει βαθιά μέσα σου, γιατί η αγάπη σπάζει ακόμη και τις πέτρες. Κάθε μέρα να βρίσκεις και κάποιο καινούριο τρόπο να δείχνεις την αγάπη σου. Όλα θα αλλάξουν».

Και πράγματι όλα άλλαξαν. Νέα ζωή ξαναρχίζει με έργα μετάνοιας για το Μιχαήλ και με απόφαση αγιότητας. Η πόλη λαμπρύνεται με ναούς, μοναστήρια και έργα φιλανθρωπίας. Χτίζουν μαζί το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς, εκεί που βρίσκεται και σήμερα, στα νότια της πόλης κοντά στον ποταμό Άραχθο. Απέξω από το ναό, στη βόρεια πλευρά, ο Μιχαήλ έγραψε: «Πύλας ημίν άνοιξον, ω Θεού μήτερ, της μετανοίας του φωτός ούσα πύλη. Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) Ρ(ύσιν) αμαρτημάτων». Για να δείξει τη μετάνοιά του, έχτισε και άλλες εκκλησίες, την Παντάνασσα, την Παναγία των Βλαχερνών και ένα μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού στο Γαλαξίδι της Στερεάς Ελλάδας. Η Θεοδώρα έκτισε το ναό του Αγίου Γεωργίου κοντά στα ανάκτορα. Ο ναός αυτός ονομάσθηκε μετά την κοίμησή της ναός της Αγίας Θεοδώρας, αλλά τιμά και τους δύο Αγίους. Η αγάπη του ζευγαριού δυνάμωσε και άνθισε. Άλλα πέντε παιδιά έρχονται στη ζωή, ο Ιωάννης, μια κόρη που δεν σώθηκε το όνομά της, η Άννα, η Ελένη και ο Δημήτριος. Όλη η ζωή κυλά μέσα στη χάρη του Θεού.

Οι διπλωματικές δραστηριότητες της Αγίας

Η Θεοδώρα, σοφή και προικισμένη με πολλά διοικητικά προσόντα, διαδραμάτισε σπουδαίο πολιτικό και διπλωματικό ρόλο δίπλα στον σύζυγό της καθ’ όλη την περίοδο της ηγεμονίας του. Κατά αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση τρεις ήταν οι αναλλοίωτοι πολιτικοί στόχοι του Μιχαήλ Β΄ και της Θεοδώρας: α) η υπεράσπιση και η διατήρηση των εδαφών του Δεσποτάτου της Ηπείρου, β) η διαφύλαξη της Ορθοδόξου Πίστεως και γ) η επίτευξη του υπέρτατου σκοπού της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους.

Η Θεοδώρα αναλαμβάνει σύντομα διπλωματική δράση. Με τον πρωτότοκο γιο της τον Νικηφόρο, που τους ένωνε ο παλιός πόνος εκείνης της μεγάλης περιπέτειας, επισκέπτονται τον Ιωάννη Βατάτζη, με σκοπό να ενωθούνε τα δύο κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και της Νίκαιας εναντίον των Φράγκων, ώστε να γίνει ξανά η Κωνσταντινούπολη ελληνική και ορθόδοξη. Τα δύο κράτη ειρηνεύουν. Ο Νικηφόρος γνωρίζει και αρραβωνιάζεται την εγγονή του Βατάτζη και παντρεύονται λίγα χρόνια αργότερα.

Η μικρότερη κόρη τους Ελένη παντρεύεται τον Μανφρέδο, βασιλιά της Σικελίας και της Απουλίας της Κάτω Ιταλίας, που ήταν φίλος των ορθοδόξων και αντίπαλος του πάπα. Ο γάμος του με την ορθόδοξη πριγκίπισσα Ελένη αποτέλεσε ένδειξη τιμής προς τους ορθόδοξους ελληνικούς πληθυσμούς της Κάτω Ιταλίας, βοηθώντας να υποχωρήσουν οι επιθετικές διαθέσεις των παπικών. Μόνο προσωρινά όμως, διότι ο πάπας λίγο αργότερα αφορίζει τον Μανφρέδο, που χάνει τον θρόνο του και σκοτώνεται σε μάχη το έτος 1266 μ.Χ. Τα παιδιά τους τα απαγάγουν και η Ελένη φυλακίζεται. Μάταιες οι παρακλήσεις του Μιχαήλ και της Θεοδώρας προς τον πάπα. Μετά από πέντε χρόνια στη φυλακή, η Ελένη πεθαίνει ως μάρτυρας σε ηλικία κάτω των τριάντα χρόνων, χωρίς να υποχωρήσει σε τίποτα και χωρίς να προδώσει την ορθόδοξη πίστη και την βυζαντινή αρχοντιά της. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος κατά την εορτή της Οσίας Θεοδώρας το 1997, ζήτησε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησία της Ελλάδος να συμπεριληφθεί και η Ελένη μεταξύ των Οσίων της Ορθοδοξίας.

Έντονη ήταν η προσπάθεια της Θεοδώρας να αντισταθεί στην απόφαση του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (αυτοκράτορα της Νίκαιας και εν συνεχεία της Κωνσταντινουπόλεως) να προχωρήσει στην ένωση της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεγονός που της στοίχισε τον οικτρό θάνατο δύο γενναίων τέκνων της, του Δημητρίου και του Ιωάννη, οι οποίοι είχαν διακριθεί ως στρατηγοί στον βυζαντινό στρατό.

Στο μοναστήρι της

Το 1268 μ.Χ., μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β΄ εκοιμήθη εν Κυρίω. Πόνεσε πολύ η Θεοδώρα και ο λαός της Άρτας τον αποχαιρέτησε με δάκρυα. Ετάφη στην Παναγία των Βλαχερνών, τον ναό που έκτισε ο ίδιος και υπάρχει μέχρι σήμερα. Η Θεοδώρα ως μητέρα, ως σύζυγος και ως βασίλισσα έφερε εις πέρας την αποστολή της. Μετά το θάνατο του συζύγου της, αποφασίζει να γίνει μοναχή. Εκεί στο ναό του Αγίου Γεωργίου που η ίδια έκτισε, ιδρύει μοναστήρι και δημιουργείται αδελφότητα. Είναι ο σημερινός ναός της Αγίας Θεοδώρας. Το 1296 μ.Χ. πεθαίνει και ο πρωτότοκος γιός της ο Νικηφόρος. Δικό του έργο είναι η «αρχόντισσα» της Άρτας, η Παρηγορήτισσα, μεγάλη βυζαντινή εκκλησία, αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Παναγίας. Η Θεοδώρα κάνει και πάλι κουράγιο, προσπαθώντας να αντέξει μερικά χρόνια ακόμη, για να φροντίσει το μοναστήρι της.

Η οσία κοίμησή της

Και ήρθε το τέλος της ζωής της ή μάλλον η αρχή της αληθινής της ζωής. Η Οσία προγνωρίζει και παρακαλεί θερμά την Παναγία και τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο να της δώσουν έξι μήνες παράταση ζωής, για να τελειώσει τον νάρθηκα του ναού. Όταν τελείωσε το έργο της, συμβούλεψε τις αδελφές για το πώς πρέπει να ζουν και να αγωνίζονται, έκανε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χέρια της και παρέδωσε την ψυχή της στις 4 Μαρτίου 1303 μ.Χ. σε ηλικία 89 ετών. Κηδεύτηκε στις 11 Μαρτίου ως απλή μοναχή, όπως ήταν και η επιθυμία της, στον νάρθηκα του Αγίου Γεωργίου, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται ο σεπτός της τάφος. Η πλάκα του τάφου που βλέπει στο εσωτερικό του ναού απεικονίζει ρόδακες, ανθέμια και δύο δράκοντες. Η πλάκα που βλέπει στο νάρθηκα του ναού απεικονίζει την Αγία Θεοδώρα και τον γιο της Νικηφόρο. Παραπλεύρως εικονίζονται και οι δύο αρχάγγελοι, που αποτελούσαν τους προστάτες των Κομνηνοδούκων, δεσποτών της Ηπείρου.
Ένα χρόνο μετά την κοίμησή της, δολοφονήθηκε και το μικρότερο παιδί της, ο Δημήτριος, από αυλικούς του αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Τα οστά του Ιωάννη και του Δημητρίου μεταφέρθηκαν στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου βρίσκεται και ο τάφος του πατέρα τους.

Ανακομιδή των ιερών λειψάνων της

Επειδή πολλοί αμφισβητούσαν την ύπαρξη των λειψάνων της Αγίας και υποστήριζαν ότι κλάπηκαν από τους Φράγκους (όπως συνέβη με πολλά ιερά λείψανα), ο τότε Μητροπολίτης Άρτης Σεραφείμ ο Βυζάντιος έδωσε εντολή να ανοιχθεί ο τάφος της. Έτσι στις 20 Μαρτίου του 1873, αφού έψαλλαν την παράκληση της Αγίας ο ιερός κλήρος, ο ευσεβής λαός, οι επίτροποι του ναού, οι πρόκριτοι της Άρτας και οι πρόξενοι της Ρωσίας και της ελεύθερης Ελλάδας, με επικεφαλής τον Αρχιμανδρίτη Στέφανο Κλεόμβροτο, άνοιξαν τον τάφο και με πολλή ευλάβεια συνέλεξαν τα ιερά και ευωδιάζοντα λείψανα της Οσίας. Αφού τα τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα, έκαναν ολονύκτια αγρυπνία προς τιμή της.

Πολλά τα θαύματα της Αγίας από τότε μέχρι σήμερα και μεγάλη η δόξα της. Δεν έπαψε ούτε μια στιγμή την ποικιλότροπη βοήθειά της στον αγαπητό της λαό, τα πνευματικά της παιδιά, που την λάτρεψαν σαν μάνα πραγματική και Αγία. Τα χαριτόβρυτα λείψανά της μεταδίδουν στους πιστούς τη χάρη που είχε η ίδια από τον Θεό. Και αυτή η χάρη μετατρέπεται σε φώτιση και ψυχική γαλήνη, γίνεται δύναμη και αντοχή, προσθέτει υπομονή και αγάπη. Αυτά τα λείψανα προσκύνησε και ο Νικόλαος Σκουφάς, όταν οργάνωσε τη Φιλική Εταιρεία, που ξεσήκωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Αυτά τα λείψανα προσκυνούν και τόσοι άλλοι άνθρωποι οκτακόσια χρόνια τώρα.

Η εορτή της


Η λαμπρότερη ημέρα της Άρτας είναι η 11η Μαρτίου, η ημέρα εορτής της Αγίας Θεοδώρας. Την Κυριακή μετά των Αγίων Πάντων εορτάζεται κατά παράδοση η μνήμη της ανακομιδής των λειψάνων της. Κάθε 11η Μαρτίου είναι αργία για την πόλη. Λαός και κλήρος από όλα τα μέρη της Ελλάδας κατακλύζουν το ναό, για να προσκυνήσουν και να πάρουν την ευλογία της. Κεντρικό σημείο του εορτασμού αποτελεί η μεγαλοπρεπής λιτάνευση των ιερών λειψάνων και της εικόνας της Αγίας. Η πομπή που σχηματίζεται στους δρόμους της πόλης εικονίζει την πορεία της Εκκλησίας προς την Βασιλεία των Ουρανών, που όλοι πρέπει να ακολουθήσουμε, για να έχει αξία και σημασία και η σύντομη πορεία της δικής μας προσωπικής ζωής.

Στην Άρτα, που είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια της Αρχαίας Αμβρακίας, με το ιστορικό γεφύρι της, βυζαντινές εκκλησίες, αρχαία θέατρα, υδροβιότοπους, ποτάμια και βουνά με άγρια ομορφιά, ζει και βασιλεύει νυν και αεί η Αγία Θεοδώρα η Κομνηνή. Οι Αρτινοί τη νιώθουν ανάμεσά τους, ακόμη και όταν βρίσκονται μακριά. Παίρνει πάνω της τον πόνο και τον καημό του κόσμου και της Πατρίδας, όπως τότε που ήταν η βασίλισσά τους. Και αυτό επίσης που μπορώ να πω, είναι πως η ευωδία των λειψάνων της ακολουθεί για ώρα πολλή, σαν ευλογία και προσευχή. Αμήν


sociologyalert: Η Αγία Θεοδώρα η Κομνηνή, η Βασίλισσα της Άρτας

Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

Ἁγία Θεοδώρα: Ἡ εὐσεβὴς καὶ πολύπαθη Βασίλισσα τῆς Ἄρτας (11 Μαρτίου †)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ
Μία πλειάδα ἁγίων της Ἐκκλησίας μᾶς ὑπῆρξαν βασιλεῖς, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὴν ἐγκόσμια δόξα καὶ τὸν πειρασμὸ τῆς ἐξουσίας καὶ πολιτεύτηκαν σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ προσάρμοσαν τὴ ζωή τους στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Μία τέτοια ἁγιασμένη μορφὴ ὑπῆρξε καὶ ἡ ἁγία Θεοδώρα ἡ βασίλισσα τῆς Ἄρτας.
Γεννήθηκε στὰ Σέρβια τῆς Κοζάνης τὸ 1210. Ὁ πατέρας τῆς ὀνομαζόταν Ἰωάννης Πετραλίφας καὶ ἦταν σεβαστοκράτορας καὶ διοικητὴς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας. Ἡ μητέρα του Ἑλένη ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἀριστοκρατῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ οἰκογένεια τοῦ πατέρα της ἦλκε τὴν καταγωγή...του ἀπὸ τὴν φημισμένη ἰταλικὴ οἰκογένεια τῶν Πετραλίφα. Πρόγονός της ὑπῆρξε ὁ Πέτρος di Alife, ὁ ὁποῖος εἶχε πάρει μέρος στὴν Ἃ΄ Σταυροφορία, τὸν 11ο αἰώνα.

Ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1224-1230 πέθανε ὁ πατέρας της καὶ ἀνάλαβε τὴν προστασία τῆς ὁ Δεσπότης τῆς Ἠπείρου Θεόδωρος Ἄγγελος Κομνηνὸς – Δούκας. Πληροφοριακὰ ἀναφέρουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ αὐτὴ δὲν ὑφίσταται ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, ἀφότου τὴν κατέλυσαν οἱ σταυροφόροι τῆς Δ΄ Σταυροφορίας (1204), ἀλλὰ κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν αὐτὸ τῆς Ἠπείρου, ποὺ εἶχε ἕδρα τὴν Ἄρτα. Οἱ Κομνηνοδοῦκες ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Κωνασταντινούπολη καὶ ἵδρυσαν τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου τὸ 1204.

Στὰ 1230 ὁ Θεόδωρος ὑπέστη ἥττα ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους καὶ γι’ αὐτὸ ἀναγκάστηκε νὰ παραδώσει τὴν ἐξουσία στὸν ἀνεψιὸ τοῦ Μιχαὴλ Β΄, γιὸ τοῦ Μιχαὴλ Α΄ , ἱδρυτῆ τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Ὁ Μιχαὴλ Β΄ γνώρισε τὴν νεαρὴ Θεοδώρα καὶ ἐντυπωσιάστηκε ἀπὸ τὴν σπάνια ὀμορφιά της καὶ ἀπὸ τὴν πνευματική της καλλιέργεια καὶ γι’ αὐτὸ ἀποφάσισε νὰ τὴ ζητήσει σὲ γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν καὶ τὴν ἀνέβασε ὡς βασίλισσα στὸ θρόνο τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Οἱ χάρες της δὲν ἄργησαν νὰ γίνουν γνωστὲς στὸ παλάτι καὶ στὸ λαὸ τῆς Ἄρτας, ὁ ὁποῖος ἐκδήλωνε μὲ κάθε τρόπο τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν εὐσεβῆ βασίλισσά του.

Ἂν ὅμως ὁ λαὸς ἐκτιμοῦσε, θαύμαζε καὶ ἀγαποῦσε τὴν Θεοδώρα, ὁ βάναυσος, σκληρόκαρδος καὶ φιλήδονος Μιχαὴλ τὴν ἀποστρέφονταν, διότι ἡ σεμνὴ καὶ εὐσεβὴς βασίλισσα δὲν τὸν ἀκολουθοῦσε στὶς ἀτέλειωτες διασκεδάσεις καὶ τὶς ἄκρατες φιληδονίες καὶ ἀπολαύσεις του. Μετὰ τὴ γέννηση τοῦ γιοῦ τοὺς Νικηφόρου ὁ Μιχαήλ, σύναψε σχέσεις μὲ κάποια ἀρχόντισσα ἀρτινή, ὀνόματι Γαγγρινή, τὴν ὁποία λίγο ἀργότερα τὴν ἐγκατέστησε στὸ παλάτι καὶ ἔκανε μαζί της δύο νόθους γιούς.

Ἡ Θεοδώρα μὴ μπορώντας νὰ ἀντέξει τὴν ταπείνωση καὶ τὴν προσβολὴ αὐτὴ ἀποφάσισε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι, ἐγκαταλείποντας τὸ θρόνο της στὴν ἐρωμένη τοῦ Μιχαήλ. Πῆρε μάλιστα μαζί της καὶ τὸν ἀνήλικο Νικηφόρο καὶ ἔφυγε πρὸς τὰ ἄγρια βουνὰ τῶν Τζουμέρκων. Ὅπως ἀφηγεῖται ὁ βιογράφος τῆς Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχὸς ὀνόματι Ἰώβ, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 17ο αἰώνα, ἡ ἁγία βασίλισσα, μαζὶ μὲ τὸ παιδὶ τῆς τριγυρνοῦσε γιὰ πέντε ὁλόκληρα χρόνια στὰ κακοτράχαλα βουνὰ τῆς Πίνδου, ζώντας σὲ πλήρη ἔνδεια. Τρέφονταν μὲ ἄγρια χόρτα καὶ στεγάζονταν στὶς σπηλιὲς τῶν βουνῶν. Μάλιστα ὁ βιογράφος τῆς τὴν ἀποκαλεῖ «λαχανευομένη», ἀπὸ τὴν μοναδικὴ τροφὴ τῆς ἄτυχης ἀρχόντισσας καὶ τοῦ παιδιοῦ της.

Παρ’ ὅλα τὰ βάσανά της οὐδέποτε γόγγυσε κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε στιγμὴ ἔχασε τὴν βαθειά της πίστη στὴν πρόνοιά Του. Μετὰ ἀπὸ ἀπίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τὴ βρῆκε κάποιος ἐνάρετος κληρικός, ὁ ὁποῖος τὴν περιμάζεψε στὸ χωριὸ Πρένιστα, τὸ σημερινὸ ὀρεινὸ χωριὸ Κορφοβούνι τῆς Ἄρτας.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἔγινε γνωστὴ ἡ εὕρεση τῆς βασίλισσας στὸν πιστὸ καὶ εὐλαβῆ λαὸ τῆς Ἄρτας. Ἡ χαρὰ τῶν ἀρτινῶν μετατράπηκε πολὺ γρήγορα σὲ ὀργὴ κατὰ τοῦ μοιχοῦ

Μιχαήλ. Ἐξαγριώθηκαν οἱ ὑπήκοοί του καὶ ἀπαιτοῦσαν τὴν ἄμεση ἐπιστροφὴ τῆς Θεοδώρας στὸ παλάτι καὶ τὴν ἀποκατάσταση στὸ θρόνο της. Στὴν ἀρχὴ ὁ Μιχαὴλ ἀγνοοῦσε τὴ λαϊκὴ κατακραυγή, ἀλλὰ ὅταν διαπίστωσε πὼς δὲν ἠρεμοῦσαν οἱ ἐξαγριωμένοι ἀρτινοί, ἀναγκάστηκε νὰ τὴν δεχτεῖ στὸ παλάτι, νὰ τὴν ἀποκαταστήσει στὸ θρόνο της καὶ νὰ διώξει τὴ μοιχαλίδα Γαγγρινὴ ἀπὸ τὴ βασιλικὴ αὐλή.

Μία νέα σελίδα ἀνοίχτηκε γιὰ τὴν εὐσεβῆ βασίλισσα. Μετὰ τὴν περιπέτειά της, τὴν ὁποία θεώρησε δοκιμασία ἀπὸ τὸ Θεό, ἄρχισε ἕνα πρωτόγνωρο θεάρεστο καὶ φιλάνθρωπο ἔργο. Κατόρθωσε ἐπίσης μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπιμονή της νὰ κάνει τὸν Μιχαὴλ νὰ μετανοήσει γιὰ τὴν συζυγική του ἀπιστία. Ἔκανε μαζί του ἄλλα τέσσερα παιδιά: τὸν Ἰωάννη, τὸ Δημήτριο, τὴν Ἑλένη καὶ τὴν Ἄννα καὶ ἔζησαν τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλῶς.

Ὁ Μιχαήλ, μάλιστα, γιὰ νὰ ἐξιλεωθεῖ γιὰ τὸν ἔκλυτο βίο του καὶ τὴν ἁμαρτία τῆς μοιχείας κατὰ τῆς Θεοδώρας, ἔκτισε ὀνομαστὲς Μονὲς καὶ λαμπρὲς ἐκκλησίες στὴν Ἄρτα, τὰ ὁποία σώζοντα μέχρι σήμερα καὶ προκαλοῦν τὸ θαυμασμό μας. Ἵδρυσε τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Κάτω Παναγιᾶς, τῆς ὁποίας κτήτορας φέρεται ἡ Θεοδώρα. Τὴν Ἱερὰ Μονὴ παναγίας Βλαχερνῶν καὶ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου στὴν παλιὰ κάτω πόλη τῆς Ἄρτας.

Τὸ 1270 πέθανε ὁ Μιχαὴλ καὶ ἡ Θεοδώρα ἀποσύρθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μόνασε γιὰ δέκα χρόνια, ὡς τὸ θάνατό της τὸ 1280, ἢ τὸ 1281 καὶ θάφτηκε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε κατόπιν σὲ αὐτήν.

Οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς Ἄρτας καὶ τῶν γύρω περιοχῶν, τὴν ἀνακήρυξαν ἀμέσως ἁγία, λόγω τῆς πίστης της στὸ Θεό, τῆς ἁγίας ζωῆς της καὶ τοῦ μεγάλου φιλανθρωπικοῦ της ἔργου. Ἡ μνήμη της ἑορτάζεται στὶς 11 Μαρτίου καὶ τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴν Ἄρτα, τῆς ὁποίας εἶναι πολιοῦχος καὶ προστάτης. Τὸ τίμιο λείψανό της βρίσκεται σὲ μία κόγχη στὰ δεξιὰ τοῦ ναοῦ , σὲ ἀσημένια λάρνακα. Κάθε χρόνο στὴν μνήμη τῆς γίνεται λαμπρὴ λιτάνευση στὴν πόλη τῆς Ἄρτας.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Οι νεότεροι βιογράφοι της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας της πολιούχου της Άρτας

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου, εκπαιδευτικού (χημικού)

Εισαγωγικά
Σύμφωνα με την καθιερωμένη εκκλησιαστική τάξη το εν χρήσει Συναξάριο της Οσίας είναι αυτό του μοναχού Ιώβ Μέλη.Όπως αποδείξαμε σε παλιότερο άρθρο ο συγγραφέας Ιώβ Μέλης ή Μελίας έζησε τον 13ο αιώνα και δεν έχει καμία σχέση με τον μοναχό Ιώβ τον Ιασίτη. Σε ανέκδοτη εργασία μας επίσης αποδεικνύουμε ότι ο υμνογράφος της Οσίας Ιώβ μοναχός δεν έχει καμία επίσης σχέση με τον Ιώβ Μέλη.Επειδή όμως τα αγιολογικά θέματα που έχουν σχέση με την πολιούχο μας Οσία Θεοδώρα είναι πολλά και χρειάζονται περαιτέρω έρευνα θα σημειώσουμε μόνο τα εξής:

1.Απαιτείται η άμεση επίσημη αγιοκατάταξη της Οσίας στο εορτολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την προβλεπόμενη εκκλησιαστική διαδικασία. (http://www.ec-patr.eu/gr/typikon/2020/2020-03-11.htm

2.Η επίσημη αγιοκατάταξη θα έχει ως συνέπεια, η Αγία Θεοδώρα να τιμάται από την παγκόσμια Ορθοδοξία και να μην είναι η εορτή της απλά μια τοπική εορτή.

3.Επειδή και η ιστορία και η προφορική τοπική δημώδης παράδοση διατήρησαν πολλά στοιχεία από την ζωή της Οσίας, που δεν αναφέρονται στο συναξάριο του Ιώβ Μέλη, απαιτείται περαιτέρω έρευνα,ώστε να ξαναγραφεί ολοκληρωμένη η ζωή της Οσίας και η προσφορά της στο Ορθόδοξο γένος. Επίσης πρέπει να συμπληρωθεί και η ασματική ακολουθία της Οσίας με στοιχεία που αναφέρονται στην εκκλησιαστική της προσφορά.

4.Σχολιασμός του περιεχομένου του Συναξαρίου του Ιώβ Μέλη καθώς και του υλικού της δημώδους προφορικής παράδοσης θα γίνει σε άρθρα που θα δημοσιεύσουμε αργότερα.

5.Στο παρακάτω άρθρο (απόσπασμα ανέκδοτης εργασίας μου) θα αναφερθούμε σε άγνωστα στοιχεία από την ζωή της Οσίας, όπως τα διατήρησε η τοπική δημώδης παράδοση και περιλαμβάνονται σε βιβλία έγκριτων συγγραφέων και ιστορικών ερευνητών.

Οι νεότεροι βιογράφοι της Σεπτής Βασιλίσσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου Αγίας Θεοδώρας και οι παραλλαγές του Βίου της.
Οι βιογράφοι της Αγίας Θεοδώρας χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:
Α. Σε αυτούς, που βασίζονται στην διήγηση του μοναχού Ιώβ.
Β. Σε αυτούς, που βασίζονται στην προφορική παράδοση, χωρίς αναφορά σε ιστορικές πηγές..
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι βιογράφοι:
1.Αρχιμ.Χαράλαμπος Βασιλόπουλος με το βιβλίο του: Η Αγία Θεοδώρα Βασίλισσα της Άρτας.(έκδοση Ορθοδόξου Τύπου-Αθήνα 1974).
2. D.M.Nicol: The Despotate of Epirus. Oxford 1957 καιΑθήνα 1991
3. Iωάννης Ρωμανός: Περί του Δεσποτάτου της Ηπείρου. (Κέρκυρα 1895)
4.Μιχαήλ Περάνθης με το ψευδώνυμο Όλμος Περάνθης στο άρθρο του: Η Οσία Θεοδώρα ως ιστορικό πρόσωπο.(Αθήνα 1938)
5. Δημήτριος Τσάμης με σχετικό θέμα στο Μητερικό 3, σελ.354 -Θεσ/νικη 2001.
6.Δημήτριος Γιαννούλης- Ιερά Μητρόπολις Άρτας με το βιβλίο: Η Αγία Θεοδώρα, η Βασίλισσα της Άρτας. (τρεις εκδόσεις- τελευταία Άρτα 2019).
7. Κ.Τσιλιγιάννης, ο οποίος εξέδωσε τρία σχετικά βιβλία.
8.Η φιλόλογος και θεολόγος Αρετή Κασελούρη με το βιβλίο της: Η πριγκίπισσα με την μεγάλη καρδιά. (μυθοπλαστική βιογραφία) Εκδόσεις Κυριακίδη.
9.Ο Μιχαήλ Αβέρωφ στο εκτενέστατο άρθρο του «Το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Mich. Averoff.Περιοδικό Σκουφάς τόμος Η σελ. 128
10.Η καθηγήτρια Φιλολογίας Θέμις Χατζηγεωργίου στο βιβλίο της «Το Δεσποτάτο της Ηπείρου –Πρόμαχος του Ελληνισμού στην πάλη κατά της Λατινοκρατίας και του Σλαβισμού. θήνα 1962
Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι παρακάτω.
1. Κων/νος Στρατής με το μικρό βιβλίο: Θεοδώρα. Η Βασίλισσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και Ακαρνανίας.(Άρτα 1960)
2. Αναστασία Ν. Κυνηγοπούλου, με σχετική ενότητα στο βιβλίο της: Βασίλισσες και πριγκίπισσες Άγιες της Εκκλησίας
3.Αθανάσιος και Χρήστος Μακρυγιάννης με εκτενή αναφορά στον βίο της Οσίας στο βιβλίο: «Ιστοριογραφία της Πίνδου» Έκδοση Δήμου Αγνάντων 2010 σελ.252)
4.Ν.Ζιάγκας στο βιβλίο του Φεουδαρχική Ήπειρος.
5. Δημήτριος Φερούσης με το βιβλίο του Θεοδώρα Κομνηνή Βασίλισσα και μοναχή. (Μυθιστορηματική βιογραφία)
Στην συνέχεια δημοσιεύουμε σχετικά αποσπάσματα από τις παραπάνω εργασίες.
Α. Από το βιβλίο «Ιστοριογραφία της Πίνδου» των Αθανασίου και Χρίστου Μακρυγιάννη Έκδοση Δήμου Αγνάντων 2010 σελ.252).
«Η Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Καταρράκτη (Σχωρέτσαινα) (1215-1220), ιδρύθηκε την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (επί Μιχαήλ του Α 1205-1230 περίπου) και αποπερατώθηκε με την ιερή χορηγία της Αγίας Θεοδώρας συζύγου του Μιχαήλ Β Αγγέλου.
Μετά από δύο ή τρία χρόνια περίπου έγγαμου βίου η Αγία εκδιώκεται από το παλάτι καθόσον ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β ερωτοτροπούσε με μια Αρτινή αρχόντισσα τη Γαγγρινή, η οποία ανέβηκε στο θρόνο του Δεσποτάτου.
Η Αγία Θεοδώρα εξουθενωμένη καταφεύγει στα βουνά των Τζουμέρκων. Με το γιο της Νικηφόρο και μια πιστή της Μοναχή εγκαθίσταται για μικρό χρονικό διάστημα στο χωριό Βλαχέρνα, όπου τη φρόντιζαν οι κάτοικοι και ονομαστές οικογένειες της Άρτας. Διαμένει σε ένα μικρό οίκημα, εκεί που τώρα, είναι ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών.
Όμως η νέα ένοικος του Παλατιού την καταδιώκει να απομακρυνθεί από τα περίχωρα της Πόλης. Τότε η Αγία Θεοδώρα διαμένει για μικρό χρονικό διάστημα περίπου, ένα χρόνο, στο χωριό Μαρκινιάδα. Εκεί κατά την παράδοση ζει σε μια πιστή οικογένεια ποιμένων. Οι ποιμένες εκείνοι είχαν τα θερινά βοσκοτόπια πάνω στα Τζουμέρκα και συγκεκριμένα στο Παλαιοκάτουνο Βουργαρελίου. Δεν αποκλείεται με την πρόταση της Αγίας στο Σεβαστοκράτορα να ιδρύθηκε η λεγόμενη «Κόκκινη Εκκλησία». Για άγνωστο λόγο μεταβαίνει στα Σχωρέτσαινα(Καταρράκτης), όπου φιλοξενείται στο νέο Μοναστήρι, που χτίστηκε λίγα χρόνια πριν επί Μιχαήλ του Α. Στη Μονή διαμένει ένα χρόνο γύρω στο 1332-1333 περίπου, με την αμέριστη συμπαράσταση του αγίου Ηγουμένου και των Μοναχών. Αυτά δεν τα γράφουν οι χρονογράφοι για τη μεγάλη αυτή συγκινητική περιπέτεια της Αγίας….. Η πληροφορία προέρχεται από άγιο γέροντα της Μονής Καρακάλου του Αγίου Όρους καταγόμενο από το Αθαμάνιο Τζουμέρκων.
———————————————————————————–
Β.Από το βιβλίο της κ. Αναστασίας Ν. Κυνηγοπούλου Βασίλισσες και πριγκίπισσες Άγιες της Εκκλησίας (απόσπασμα)
«….Ο Μιχαήλ Β’ Κομνηνός και η Θεοδώρα γίνανε δεκτοί από τους Άρχοντες και το λαό με πολύ ενθουσιασμό και πανηγύρια στην Άρτα. Κύριο μέλημα του Μιχαήλ Β’ του Κομνηνού ήταν να δώσει την παλιά του αίγλη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Μέρες, εβδομάδες ακόμη και μήνες απουσίαζε ο Δούκας από την Άρτα και έτσι βυθισμένος στις βασιλικές υποχρεώσεις απομακρυνόταν από την οικογενειακή θαλπωρή και αγάπη. Όμως και η Θεοδώρα δεν άφηνε τον εαυτό της να παρασυρθεί στην αδράνεια της εγκατάλειψης. Κατακτούσε το λαό και την αγάπη των ανθρώπων με τον δικό της τρόπο΄ με την κάλυψη των καθημερινών αναγκών και τη θεραπεία της φτώχιας και του ψυχικού τους πόνου. Οργάνωνε συσσίτια για τους περιπλανώμενους και τους μετανάστες εξαιτίας των πολέμων. Συστηματοποιούσε τη φιλανθρωπία σε μόνιμη βάση. Ίδρυε προνοιακούς σταθμούς και ενθάρρυνε τις εκκλησίες και τα μοναστήρια να κτίζουν πλάι τους κελιά και ξενώνες για τους άπορους και τους ταξιδιώτες. Οι κάτοικοι ολόκληρης της Ηπείρου επισκέπτονταν συχνά τη Βασίλισσα και εκείνη τους συνέτρεχε σε ό,τι είχαν ανάγκη. Τα πράγματα όμως με το Δούκα Μιχαήλ δεν πήγαιναν και τόσο καλά. Το πάθος του για την εξουσία, για τη δόξα, και την επικράτησή του σε όλον τον κόσμο, πραγματικά τον αποξένωναν από τους δικούς του ανθρώπους και κυρίως από τη Βασίλισσα και σύζυγο του Θεοδώρα και έτσι τον καθιστούσαν ευάλωτο σε παντοδαπούς ψυχικούς πειρασμούς και αισθησιακές προκλήσεις. Πολύ γρήγορα ο Δούκας Μιχαήλ Β’ ‘Αγγελος Κομνηνός έμπλεξε με την Γαγγρηνή.

Η απομάκρυνση της Θεοδώρας από το παλάτι
“Τα πράγματα μεταξύ του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού και της Θεοδώρας άρχισαν να μην πηγαίνουν τόσο καλά. Πολύ γρήγορα ο Δούκας Μιχαήλ Β’ Άγγελος Κομνηνός έμπλεξε με την Γαγγρηνή. Η Γαγγρηνή ήταν μια νέα και πολύ όμορφη γυναίκα πολυδιδαγμένη και έμπειρη στα ερωτικά.
Ο άνδρας της ήτανε οφικιάλιος του στρατού της Ανατολής και είχε αυτομολήσει στην Άρτα, όπου ο Μιχαήλ τον ένταξε στο επιτελείο του. Αλλά σε κάποια πολεμική σύγκρουση σκοτώθηκε, αφήνοντας την Γαγγρηνή χήρα στον κύκλο των μεγαλοκυράδων του παλατιού της Ηπείρου. Μένοντας όμως στο κοντινό περιβάλλον του Δούκα, πονηρή και ακατανίκητη καθώς ήταν, προσέγγισε το νεαρό Βασιλιά. Χρησιμοποιώντας τη μαγεία, στην αρχή κατάφερε να του κλέψει την προσοχή και στη συνέχεια τον κατέστησε παιχνίδι της, ωθώντας τον επίμονα και προκλητικά, να διώξει από κοντά του τη νόμιμη γυναίκα του και Βασίλισσα Θεοδώρα και στη θέση της μεγαλόπρεπα και ηγεμονικά να θρονιαστεί εκείνη. Ταπεινωμένη σε έσχατο βαθμό και πονεμένη η Θεοδώρα αποφάσισε να φύγει από το παλάτι και να βρει καταφύγιο πέρα στις άγνωστες λαγκαδιές και στα άγρια καταράχια των Τζουμέρκων και εκεί να περιμένει καρτερικά τη βέβαιη παρέμβαση του Θεού. Έτσι και έγινε και αφού περιπλανήθηκε αρκετά στις ερημικές περιοχές των Τζουμέρκων, βρέθηκε μπροστά σε ένα μισοερειπωμένο μοναστήρι. Σε αυτό το μοναστήρι που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο, ζούσαν δύο γερόντισσες μοναχές οι οποίες με χαρά και χωρίς να ρωτήσουν τίποτα, δέχτηκαν να φιλοξενήσουν τη Θεοδώρα.

Η γέννηση του διαδόχου
Η Θεοδώρα έμεινε κάμποσες μέρες μέσα στη ζεστή ατμόσφαιρα του μοναστηριού του Αη-Νικόλα ,όμως φοβόταν να μείνει περισσότερο σκεπτόμενη ότι η πιθανή ανακάλυψή της θα είχε συνέπειες και σε εκείνη και στο παιδί που θα έφερνε σε λίγο στον κόσμο. Για να αποφύγει τους πιθανούς διώκτες της αποφάσισε να εγκαταλείψει για λίγο το φιλόξενο καταφύγιό της για να επιστρέψει πάλι σε αυτό, όταν θα ερχόταν η ώρα της να γεννήσει το διάδοχο. Ο διάδοχος γεννήθηκε, αλλά ο φόβος δεν έφυγε από τη νεαρή μητέρα, η οποία αποφάσισε να φύγει για δεύτερη φορά από το φιλόξενο μοναστήρι και να ξαναγυρίσει στο κρησφύγετο της Πίνδου που της πρόσφεραν μεγαλύτερη προστασία. Ο βαρύς όμως χειμώνας θα αναγκάσει τη Θεοδώρα να πάρει το μωρό της και να επιστρέψει στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Στο μοναστήρι θα συναντήσει τη Βασίλισσα Θεοδώρα ο πατήρ Νικηφόρος, ένας ταπεινός και καλοκάγαθος κληρικός από το χωριό Πρένιτσα.
Ο παπά-Νικηφόρος ήτανε ο λειτουργός και ο πνευματικός της μονής. Σε αυτόν τον ταπεινό λευίτη η Θεοδώρα θα εμπιστευτεί το δράμα της και θα του εναποθέσει τον πόνο και τις ελπίδες της και αυτός με τη σειρά του θα πάρει τη μητέρα και το παιδί και θα τους οδηγήσει για μεγαλύτερη ασφάλεια στο σπίτι του, στο χωριό Πρένιτσα. …
Στο μεταξύ στο παλάτι της Άρτας ο Μιχαήλ με την πολύτιμη βοήθεια των ανθρώπων του ανακάλυψε τον πραγματικό ρόλο που έπαιζε όλα αυτά τα χρόνια η Γαγγρηνή η οποία και ομολόγησε πως με τη βοήθεια της μαγείας και άλλων αθέμιτων μέσων κρατούσε τον Μιχαήλ δέσμιο των σχεδίων της. Ο Μιχαήλ, αν και είχε αποκτήσει δύο νόθους γιούς με τη Γαγγρηνή, κουρασμένος και αηδιασμένος την έδιωξε από κοντά του και στη συνέχεια μετανοιωμένος αποζητούσε τη γυναίκα του.

Η επάνοδος της Θεοδώρας στην Άρτα
Η επάνοδος της Θεοδώρας στην Άρτα ύστερα από πέντε χρόνια εξορίας έγινε βασιλικά και με κάθε επισημότητα.
Πριν μπει όμως η Αυγούστα στην πόλη της Άρτας ζήτησε να επισκεφθεί πρώτα τη θαυματουργή Οδηγήτρια στη μονή της Παναγίας Βλαχέρνας και να την ευχαριστήσει που άκουσε τις προσευχές της. Πολύ γρήγορα η Θεοδώρα άρχισε να παίρνει πρωτοβουλίες σε έργα είρηνικά.…άρχισε να κτίζει ιδρύματα, ναούς μεγαλοπρεπείς και μοναστήρια που κοσμούσαν όλη την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Αίτωλοακαρνανία και τον Αμβρακικό. Ενώ ξεχωριστά κτίσματα, αληθινά κοσμήματα, αναστηλώνονταν ή ανακαινίζονταν εξαρχής. Η μονή της Παντάνασσας κοντά στην Φιλιππιάδα, η Παναγία η Βλαχέρνα που ξεχώριζε για την εικόνα της Οδηγήτριας, η Κάτω Παναγιά, ο Άγιος Δημήτριος του Κατσούρη ανάμεσα στους μπαξέδες της Άρτας, ήτανε έργα που δείχνανε την πίστη και το σεβασμό της Αυγούστας.
Ακόμη της ίδιας εποχής ήτανε η μονή του Αγίου Γεωργίου, η Μεταμόρφωση στο Γαλαξίδι που βεβαίωναν τη ψυχική μεταστροφή του Μιχαήλ Β’, αλλά και την πνευματική αναλαμπή των Κομνηνοδουκάδων. Μέσα σε αυτό το κλίμα, στην καθημερινή δραστηριότητα και στην ανεμπόδιστη ροή της ιστορίας, η Θεοδώρα έβρισκε και όλο τον καιρό, όχι μόνο Βασίλισσα και Αυγούστα να είναι, αλλά και γυναίκα και σύνευνη και μητέρα. …..”

ΠΗΓΗ.ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΗΧΩ (https://ixotisartas.gr.

Οι νεότεροι βιογράφοι της Οσίας Μητρός ημών Θεοδώρας της πολιούχου της Άρτας | ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ (wordpress.com)

ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΥΝΟΗΘΗΚΕ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ.  ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΤΡΕΦΕ ΦΙΛΕΝΩΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΛΗΡΩΣΑΝ ΟΛΟΙ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΣ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΕΥΝΟΕΙ ΤΗΝ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΠΡΟΣΚΟΛΛΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟΝ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΣΕΙΡΑ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ. ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ Ο ΣΦΟΔΡΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ.

Σήμερα 11 Μαρτίου εορτάζει η Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα Άρτας

Η ζωή και το έργο της

Η Οσία Θεοδώρα, τη μνήμη της οποίας τιμά σήμερα 11 Μαρτίου η Εκκλησία, γεννήθηκε περί το έτος 1210 μ.Χ. πιθανότατα στην Θεσσαλονίκη και υπήρξε γόνος της μεγάλης και αρχοντικής βυζαντινής οικογένειας Πετραλείφα (νορμανδικής καταγωγής), η οποία εγκατεστημένη αρχικά στο Διδυμότειχο προσέφερε πολλές και σημαντικές υπηρεσίες στην αυτοκρατορία και τιμήθηκε με υψηλά αξιώματα. Ο πατέρας της Ιωάννης είχε τον τίτλο του σεβαστοκράτορος και ήταν διοικητής Θεσσαλίας και Μακεδονίας.

07Η Οσία Θεοδώρα, κοντά στους ευσεβείς και ενάρετους γονείς της ανατράφηκε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου» αντλώντας από την ζωή τους το πρώτο φωτεινό παράδειγμα ενάρετης ζωής, παράδειγμα που θα χαραχθεί ανεξίτηλα και στην δική τους ζωή.

Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμα ηλικία, ορφανή. Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος (θείος της), ο οποίος την εποχή αυτή είχε καταλάβει την Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριανούπολη.

Η Θεοδώρα έζησε και μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, μια σημαντική πόλη με στρατηγική θέση την εποχή αυτή. Ανατρέφεται μαζί με τα αδέλφια της από την ευσεβή μητέρα της Ελένη και μαθαίνει καλά για τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου, που δεν είναι άλλος παρά η αγιότητα και η «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις». Γνωρίζει και πιστεύει ότι το αληθινό νόημα της σύντομης ζωής μας κρύβεται στην επιτυχία της αιώνιας ζωής και Βασιλείας του Θεού.

Η πνευματική καλλιέργεια και ωριμότητα της νεαρής Θεοδώρας, καθώς επίσης και το κάλλος της εντυπωσιάζουν τον Μιχαήλ Β’, που στον δρόμο του για την Άρτα την συναντά στα Σέρβια, ενώ βρισκόταν υπό την προστασία του θείου της Θεοδώρου.

Την ζητά αμέσως σε γάμο, ο οποίος και τελείται με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα Σέρβια το έτος 1230 μ.Χ. με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, στην οποία ο Μιχαήλ Β’ ανακηρύσσεται μετά από λίγο Δεσπότης.

Ο Μιχαήλ, ισχυρή προσωπικότητα, πνεύμα ανήσυχο και φιλόδοξο, αρχίζει να φροντίζει για την εδραίωση και εξάπλωση του κράτους του. Η νεαρά δούκισσα Θεοδώρα αναδεικνύεται πρώτη κυρία του Δεσποτάτου. Στην μεγάλη αυτή και ένδοξη θέση που ανέβηκε η Θεοδώρα, δεν παρασύρθηκε από την δόξα και το μεγαλείο του αξιώματός της, ούτε, παρά τη νεότητά της, τράπηκε σε υλιστικές απολαύσεις και τρυφηλή ζωή. Και όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της Ιώβ μοναχός, τώρα πιο πολύ κατάλαβε ότι πρέπει να φροντίζει να ζει με πιο πολλή αρετή και σωφροσύνη, με ταπεινοφροσύνη και αγάπη.

Με την ζωή αυτή η Θεοδώρα αναδείχθηκε αληθινά κατά τον λόγο του Κυρίου, λύχνος φωτεινός επάνω στην λυχνία που φωτίζει και καθοδηγεί και την ζωή των άλλων ανθρώπων στον Χριστό.

Λίγες ήταν οι ευτυχισμένες στιγμές του ζευγαριού. Ο μισόκαλος διάβολος φθονώντας την ευτυχία τους και την αρετή της Θεοδώρας και μην μπορώντας να υποτάξει την ίδια, ρίχνει τα φαρμακερά βέλη του εναντίων της με άλλον τρόπο: «θηλυμανίας τὸν ἄνδρα καταμαλάξας , πειρασμὸν τὴ μακαρία ἐγείρει δεινώτατον». Ο Μιχαήλ παρασύρεται σε πορνεία και ακολασία από μία Αρτινή αρχόντισσα, την Γαγγρινή. Αυτή με την βοήθεια του διαβόλου κατορθώνει να σκλαβώσει ψυχικά τον Μιχαήλ και να βάλει μίσος άσπονδο στην καρδιά του, εναντίων της καλής και Αγίας συζύγου του. Με την εντολή του προς όλους απαγορεύει κάθε βοήθεια και συμπαράσταση προς την Αγία και ορίζει αυστηρά να μην κάνουν λόγο γι’ αυτήν στα ανάκτορα, ούτε το όνομά της καν να προφέρουν στα χείλη τους.

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής της, φάνηκαν οι καρποί της αληθινής πνευματικής καλλιέργειας της Θεοδώρας. Όπως μέσα στην δόξα και την καλοπέραση του παλατιού δεν παρασύρθηκε και δεν αλλοιώθηκε, έτσι και τώρα μέσα στην φουρτουνιασμένη συζυγική ζωή η Θεοδώρα δεν κάμφθηκε και δεν λιποψύχησε, αλλά φάνηκε πιο πολύ ο αδαμάντινος χαρακτήρας της και η ακεραιότητα της πίστεώς της.

Στην αυθαιρεσία του άνδρα της αντέταξε την υπομονή και το ταπεινό της φρόνημα.

Χωρίς καμιά ανθρώπινη βοήθεια, οπλισμένη όμως με την ακαταίσχυντη ελπίδα στον Θεό, εγκαταλείπει – έγκυος ήδη – τα ανάκτορα. Πέντε χρόνια μαζί με τον πρωτότοκο υιό της, το Νικηφόρο, που γεννήθηκε στην εξορία, ταλαιπωρείται στο κρύο και στην ζέστη, στην πείνα και τη δίψα, στην εγκατάλειψη και την μοναξιά. Άγνωστη, πικραμένη και κακοντυμένη περνούσε λόφους και γκρεμούς αποφεύγοντας την μανία του άνδρα της.

Στην μεγάλη αυτή δοκιμασία βρίσκει λίγη παρηγοριά κοντά στον ιερέα της Πρένιστας. Μια μέρα που μάζευε λάχανα, για να φάει αυτή και το μικρό της παιδί, την συναντά ο ιερέας και μετά από επίμονη προσπάθεια να μάθει ποια είναι, η Θεοδώρα του φανερώνεται. Έτσι για λίγο διάστημα βρίσκει προστασία στο σπίτι του καλού αυτού ιερέως.

Οι ευγενείς άρχοντες της Άρτας αγανακτισμένοι από την έκλυτη ζωή του Δούκα Μιχαήλ και την αλαζονεία της πόρνης Γαγγρινής αντιδρούν δυναμικά: διώχνουν την Γαγγρινή από τα ανάκτορα και απαιτούν από τον βασιλέα να αλλάξει ζωή.

Ο Μιχαήλ συγκλονίζεται, «ἔρχεται εἰς ἐαυτόν» και αμέσως στέλνει έμπιστους ανθρώπους να βρουν και να φέρουν πίσω την Θεοδώρα.

Πράγματι με πολλή μετάνοια και αγάπη, με επισημότητα και λαμπρότητα υποδέχεται τη νόμιμη και μόνη κυρία και βασίλισσα στα ανάκτορα και στη ζωή του.

Ο Μιχαήλ, σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού και σε ένδειξη της μετάνοιάς του, ανεγείρει την σεβάσμια και περικαλλή μονή της Κάτω Παναγιάς. Στη βόρεια καμάρα εξωτερικά υπάρχει χαραγμένη η επιγραφή της μετάνοιάς του, την οποίας το πανομοιότυπο και τη μεταγραφή έδωσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος:

«Πύλας ἠμὶν ἄνοιξον, ὢ Θ(ε)οὗ μ(η)τέρ, τῆς μετανοίας, τοῦ φωτὸς οὖσα πύλη. Δ(εσπότη) Μ(ιχαήλ) π(αράσχου) ἁμαρτημάτων»

Κατά την παράδοση και σε ανάμνηση του ίδιου γεγονότος κτίζει, επίσης, τη μονή Παντανάσσης, κοντά στην Φιλιππιάδα και τη μονή του Σωτήρος στο Γαλαξείδι, όπως αναφέρεται στο «Χρονικὸν τοῦ Γαλαξειδίου».

Με την ίδια διάθεση ο Μιχαήλ χαρίζει προνόμια και απαλλάσσει από φορολογία ναούς και μονές του κράτους του καθ’ όλη την διάρκεια της βασιλείας του. Έτσι π.χ. με χρυσόβουλλο του Ιανουαρίου του έτους 1246 μ.Χ. απαλλάσσει «πάσης ἀγγαρείας καὶ παραγγαρείας» τους 32 πρεσβυτέρους της πόλεως της Κερκύρας και με άλλο χρυσόβουλλο του Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, δίνει προνόμια στους 33 πρεσβυτέρους των αγρών της νήσου. Με χρυσόβουλλο επίσης, αποκαθιστά τη νόμιμη δικαιοδοσία του Κωνσταντίνου Μαλιασηνού το μοναστήρι του κυρ-Ιλαρίωνος, που βρισκόταν στην χώρα του Αλμυρού κάτω από «τὸ Ρωμαιοβόρον φῦλον τῶν Λατίνων».

Αποστέλλει πλούσια δώρα σε πολλές μονές και εκτός του κράτους του, όπως π.χ. στις Αγιορείτικες μονές του Δοχειαρίου και του Αγίου Παύλου. Η πόλη και το κράτος λαμπρύνονται με έργα πίστεως και φιλανθρωπίας για χάρη του αγαπητού λαού της Θεοδώρας. Άλλα τέσσερα παιδιά έρχονται στην ζωή: ο Ιωάννης, ο Δημήτριος (Μιχαήλ), η Ελένη και η Άννα.

Δυναμωμένη από τη δοκιμασία και ενισχυμένη από την Χάρη του Θεού, η Θεοδώρα γίνεται οδηγός ψυχικής σωτηρίας του άνδρα της και μετέχει ενεργά πλέον στην διακυβέρνηση του κράτους, βοηθώντας τον στα πολλά και ποικίλα εσωτερικά και εξωτερικά κυρίως προβλήματα του Δεσποτάτου και βάζοντας την προσωπική της σφραγίδα στην πολιτική του.

Το 259 – 60 μ.Χ., με την ήττα των στρατευμάτων του Μιχαήλ Β’ στην μάχη της Πελαγονίας, καταφεύγουν στην Βόνιτσα, Λευκάδα και Κεφαλονιά, διωγμένοι από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα της Νίκαιας, Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282 μ.Χ.).

Πρώτο μέλημα της Αγίας ήταν η διαφύλαξη της εδαφικής, κυρίως όμως της πνευματικής ακεραιότητας και υποστάσεως του κράτους. Έτσι μεγάλη της φροντίδα στάθηκε η διαφύλαξη της Ορθοδόξου πίστεως, που την εποχή αυτή απειλείτο από τον παπισμό και την λατινική προπαγάνδα, η οποία είχε ως στόχο την «ένωση» των Εκκλησιών. Η Αγία αντιτάχθηκε σ’ αυτή την προοπτική. Το Δεσποτάτο, που από το 1204 μ.Χ. είχε δεχθεί ως πρόσφυγες σημαντικές προσωπικότητες από την Κωνσταντινούπολη και είχε κρατήσει αυστηρή ορθόδοξη πολιτική επί Θεοδώρου Δούκα και Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ιωάννου Απόκαυκου, έγινε τελικά καταφύγιο όλων των ζηλωτών Ορθοδόξων της πρώην ενιαίας Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Σε αντίθεση με την φιλενωτική πολιτική της αυτοκρατορίας της Νίκαιας – και αργότερα της επανακτημένης Κωνσταντινουπόλεως – η πολιτική του Δεσποτάτου παρέμεινε καθαρά και αυστηρά Ορθόδοξη. Όταν δε το έτος 1275 μ.Χ. γίνεται Οικουμενικός Πατριάρχης ο ενωτικός Ιωάννης ΙΑ’ Βέκκος (1275 – 1282 μ.Χ.), πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί βρίσκουν προστασία στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Σαν αντιστάθμισμα της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1276 μ.Χ. και της καταδίκης όλων των ανθενωτικών, το έτος 1277 μ.Χ. γίνεται Σύνοδος στις Νέες Πάτρες (σημερινή Υπάτη), όπου καταδικάζονται και αφορίζονται όλοι οι ενωτικοί και ο Πατριάρχης Ιωάννης Βέκκος.

Για τον ίδιο σκοπό – την διαφύλαξη δηλαδή της Ορθοδοξίας – η Αγία προχωρεί με οξυδέρκεια, πέρα βέβαια και από τις ποικίλες πολιτικές σκοπιμότητες που υπεισέρχονται σε ανάλογες περιπτώσεις, στον γάμο των δύο θυγατέρων της. Έτσι την Άννα την νυμφεύει με τον πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο (1258 μ.Χ.) και την Ελένη με τον Μεμφρέδο, βασιλέα της Σικελίας και φανατικό εχθρό του Πάπα. Με τον τρόπο αυτό η Θεοδώρα προσπαθεί να θέσει φραγμό στα σχέδια των παπικών για υποταγή των Ορθοδόξων, αλλά και με τους συγγενικούς δεσμούς που έγιναν, να υποχωρήσουν οι κατακτητικές διαθέσεις των Δυτικών εναντίων του κράτους της Ηπείρου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ελένη μετά τον θάνατο του συζύγου της, το έτος 1266 μ.Χ., δέχθηκε όλο το μίσος του Πάπα Κλήμεντος Δ’ (1265 – 1268 μ.Χ.). Φυλακίζεται αυτή και τα παιδιά της για αρκετά χρόνια στο υγροσκότεινο και απομονωμένο φρούριο της Βουκερίας. Η Ελένη παραμορφωμένη από τις κακουχίες – διατηρώντας όμως την ευγένεια και την αγιότητα της Βυζαντινής αρχόντισσας, έτσι όπως ακριβώς τα διδάχθηκε και τα παρέλαβε από την Αγία της μητέρα – βγαίνει από την φυλακή και πεθαίνει σε ηλικία περίπου τριάντα ετών.

Οι προσπάθειες που έγιναν για την απελευθέρωσή της από τους γονείς της Μιχαήλ Β’ και Θεοδώρα, απέτυχαν. Μια τελευταία προσπάθεια που επιχειρήθηκε, να δοθεί δηλαδή ως σύζυγος στον υιό του Φερδινάνδου Γ’ της Ισπανίας, τον Ερρίκο, βρήκε την Ελένη αντίθετη, καθώς δεν επιθυμούσε ούτε να προδώσει την μνήμη του συζύγου της παίρνοντας σύζυγο κάποιον από τους αντιπάλους του, ούτε με την συγκατάθεσή της σε τέτοιον γάμο να ενισχύσει τα μεγαλεπήβολα σχέδια του ανίερου συνασπισμού Πάπα και Καρόλου του Ανδεγαυού εναντίων των Ελληνικών χωρών και της Ορθοδοξίας.

Δεύτερος σημαντικός στόχος της Αγίας ήταν η ειρήνη μεταξύ των Ελληνικών κρατών της εποχής (Φραγκοκρατία) και η συνεργασία τους – πέρα από τις ατομικές φιλοδοξίες των ηγεμόνων και την κοντόφθαλμη πολιτική τους – για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως και την ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Το επιχείρημα αυτό στάθηκε δύσκολο, αν λάβουμε υπ’ όψιν, ότι τα δύο σημαντικά κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας, βρίσκονταν πάντοτε σε αντιζηλία, εχθρότητα, προστριβές και πόλεμο μεταξύ τους.

Έτσι, το έτος 1249 μ.Χ., ταξιδεύει στη Νίκαια με τον υιό της Νικηφόρο, τον οποίο μνηστεύει με την Μαρία, εγγονή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννου Γ’ Βατάτζη (1222 – 1254 μ.Χ.). Μετά από κάποιες περιπέτειες και υπαναχωρήσεις η Αγία Θεοδώρα ταξιδεύει πάλι μέχρι τον Έβρο και τελικά τον Οκτώβριο του 1256 μ.Χ. γίνονται με λαμπρότητα στη Θεσσαλονίκη οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο Αυτωρειανό (1255 – 1260 μ.Χ.). Μια άλλη πληροφορία αναφέρει ότι η Θεοδώρα με τον υιό της Νικηφόρο έρχονται στο Βολερό, «εἰς τὴν χώραν τοῦ Λετζᾶ», (νότια της Αδριανουπόλεως), όπου συναντώνται με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη (1254 – 1258 μ.Χ.) τον Σεπτέμβριο του 1256-7 μ.Χ.

Εκεί έμειναν τρεις μέρες και αφού εόρτασαν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού – πιθανότατα στον περίλαμπρο ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερρών (Έβρου) – ξεκίνησαν για την Θεσσαλονίκη, όπου έγιναν οι γάμοι του Νικηφόρου και της Μαρίας από τον Πατριάρχη Αρσένιο, ο οποίος ήλθε για τον λόγο αυτό από τη Νίκαια.

Μέσα όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα και μετά τον ερχομό τους στην Άρτα, η Μαρία πέθανε.

Μια νέα προσπάθεια ειρήνης και συμφιλιώσεως με την ανορθωμένη πλέον Βυζαντινή αυτοκρατορία γίνεται καρποφόρα, όταν ο Νικηφόρος νυμφεύεται την ανεψιά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259 – 1282 μ.Χ.), Άννα. Η Άννα Παλαιολογίνα είναι η Τρίτη θυγατέρα του Ιωάννου Καντακουζηνού και της Ειρήνης ή Ευλογίας, της αγαπημένης αδελφής του Μιχαήλ Η’. Στις αρχές του έτους 1265 μ.Χ. ο αυτοκράτορας στέλνει την ανεψιά του με λαμπρή συνοδεία στην Άρτα, όπου το ίδιο έτος γίνονται και οι γάμοι.

Πέρα όμως από αυτό, πολλές ήταν οι ενέργειες της Αγίας για την ειρήνη της περιοχής και την ειρηνική συνύπαρξη των Ελληνικών κρατών. Ανάλωσε την ζωή της στην προσπάθεια να ξεπεραστούν τα εμπόδια για την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό δίκαια ονομάσθηκε η Θεοδώρα «Εἰρηνοποιὸς Ἁγία».

Μετά από σαράντα περίπου χρόνια έγγαμου βίου, ο Δεσπότης Μιχαήλ Β’, «καλῶς καὶ θεοφιλῶς βιώσας», κοιμήθηκε εν Κυρίω.

Η Θεοδώρα αμέσως έτρεξε στο μοναστήρι. Δέκα περίπου χρόνια ζει ως μοναχή στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (σημερινή μονή Αγίας Θεοδώρας). Η ζωή της ασκητική και το πολίτευμά της αγγελικό. Για το διάστημα αυτό του βίου της γράφει ο βιογράφος της, ότι ζούσε σηκώνοντας το βάρος των πόνων και της ασκήσεως, αυξάνοντας τους καρπούς των αρετών της, παραμένοντας νύχτα και ημέρα στην αδιάλειπτη νοερά προσευχή και συνομιλία με τον Θεό με ψαλμούς και ύμνους, εξαγνίζοντας το σώμα της με νηστεία και υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές μοναχές. Ήταν ο προστάτης των αδικουμένων και το στήριγμα των χηρών και ορφανών, βοηθούσε τους πτωχούς, παρηγορούσε τους θλιβομένους. Φροντίζει για την ανέγερση νέων ναών και μοναστηριών και ενδιαφέρεται για την ζωή των μοναχών. Έχει μεγάλη ευλάβεια στους Οσίους ασκητές της περιοχής προς τους οποίους τρέφει ιδιαίτερη τιμή, όπως φανερώνεται στον βίο του Αγίου Ανδρέου του Ερημίτου (τιμάται 15 Μαΐου). Ο Όσιος Ανδρέας ασκήτεψε την εποχή αυτή σε ένα σπήλαιο στην περιοχή των σημερινών Χαλκιόπουλων. Όταν ο Όσιος κοιμήθηκε με θαυμαστό τρόπο περί τα έτη 1281-2 μ.Χ., η βασίλισσα μοναχή με όλη την Σύγκλητο πήγε στο ασκητήριο του Αγίου, προσκύνησε το αγιασμένο του λείψανο και με εντολή της κτίσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου, λαμπρός ναΐσκος και λάρνακα προς τιμήν του.

Ο ναός και ο τάφος του Αγίου σώζονται μέχρι σήμερα εντυπωσιάζοντας με τις θαυμασίας τέχνης αγιογραφίες του (τέλη 13ου αιώνος μ.Χ.) και τις λόγιες επιγραφές του, προερχόμενες πιθανότατα από λόγιους ανθρώπους του κύκλου της Αγίας Θεοδώρας και των ανακτόρων.

Έφθασε όμως και για την Αγία Θεοδώρα το τέλος της επίγειας ζωής και η αρχή της απολαύσεως της άνω ζωής. Στην Οσία αποκαλύπτεται η ημέρα του θανάτου της, όπως συμβαίνει σε πολλούς Αγίους. Θερμά παρακαλεί την Κυρία Θεοτόκο και τον μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο να μεσιτεύουν προς τον Κύριο να της δοθεί παράταση ζωής έξι μηνών «πρὸς τὴν τοῦ ναοῦ τελείαν ἀπάρτισιν». Έτσι κι έγινε.

Και όταν έφθασε πλέον η ώρα να παραδώσει την Αγία της ψυχή στον Κύριο, συγκεντρώνει τις αδελφές μοναχές. Για τελευταία φορά τις συμβουλεύει με αγάπη και τις καθοδηγεί πώς να ζουν και να αγωνίζονται εν Αγίω Πνεύματι, αυτή που ήταν το ζωντανό παράδειγμα μιας άλλης βιοτής. Προσεύχεται για την σωτηρία τους και δίνοντας τις τελευταίες εντολές της «χαίρουσα, τὸ πνεῦμα εἰς χεῖρας Θεοῦ παρέθετο» σε ηλικία περίπου 70 ετών. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τον χρόνο του θανάτου της Αγίας, τοποθετείται όμως στο χρονικό διάστημα από το 1281-1285 μ.Χ.

Το άγιο και χαριτόβρυτο σώμα της ενταφιάσθηκε στο νάρθηκα του καθολικού της μονής της, όπου μέχρι σήμερα βρίσκεται σε ευλογία όλων των πιστών ο σεπτός της τάφος.

Απότμημα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκεται στη Μητρόπολη Άρτης.

Σήμερα 11 Μαρτίου εορτάζει η Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα Άρτας | Pentapostagma

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Η Οσία Θεοδώρα η Bασίλισσα της Άρτας (+11 Μαρτίου)


Κρίνο που μοσχοβολούσε
Η Άγια Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας γεννήθηκε περί το 1210 μ.Χ. Καταγόταν από την Θεσσαλία. Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας και Γαλλικής καταγωγής.
Ο Ιωάννης Πετραλύφης, ο πατέρας της Θεοδώρας, κατείχε τον Βυζαντινό τίτλο του Σεβαστοκράτορος. Είχε προσφέρει αρκετές και σημαντικές υπηρεσίες στην Αυτοκρατορία του Βυζαντίου.
Στη Θεσσαλία, ο Ιωάννης Πετραλύφης χρημάτισε Διοικητής. Εκεί γεννήθηκε η Θεοδώρα και έλαβε χριστιανοπρεπή ανατροφή, όπως και τ’ άλλα αδέλφια της.

Η Θεοδώρα, όμως, ήταν ευλογημένη από τον Δωρεοδότην Κύριον και διά τούτο βλάστησε στο Γένος μας και στην Πατρίδα μας.
Αν και αρχοντοπούλα και με σπάνια ομορφιά προσώπου, όπου αντικατοπτριζόταν η ψυχική της ομορφιά, ήταν πολύ ταπεινή και πολύ απλή. Φερόταν προς όλους τους ανθρώπους του αρχοντικού της με γλυκύτητα και αγάπη. Είχε φόβο Θεού. Πρόσεχε πολύ την ψυχή της, η Θεοδώρα ήταν προσεκτική στα λόγια της και στην συμπεριφορά της. Ήταν σεμνή και ηθικότατη.

Παντρεύεται τον Βασιλέα τον Δεσποτάτου της Ηπείρου
Βλέποντας οι γονείς της, ότι πρόκοβε στα καλά και στα θεάρεστα έργα, χαίρονταν. Την είχαν καμάρι και δοξάζανε τον Θεό. Σκεπτόντανε, μάλιστα να την παντρέψουν. Αλλά φροντίζανε να βρουν άντρα, επίσης, θεοσεβή και ενάρετο, για να ταιριάζει και με τη Θεοδώρα.
Ο πατέρας της πέθανε γρήγορα αφήνοντας τη Θεοδώρα σε μικρή ακόμα ηλικία, ορφανή.
Την προστασία της οικογένειας ανέλαβε ο Δούκας της Ηπείρου Θεόδωρος (θείος της), ο οποίος την εποχή αυτή είχε καταλάβει την Θεσσαλονίκη και επέκτεινε το κράτος του μέχρι την Αδριανούπολη.
Η Θεοδώρα έζησε και μεγάλωσε στα Σέρβια της Κοζάνης, μια σημαντική πόλη με στρατηγική θέση την εποχή αυτή. Ανατρέφεται μαζί με τα αδέλφια της από την ευσεβή μητέρα της Ελένη και μαθαίνει καλά για τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου, που δεν είναι άλλος παρά η αγιότητα και η «κατὰ Θεὸν ὁμοίωσις».
Γνωρίζει και πιστεύει ότι το αληθινό νόημα της σύντομης ζωής μας κρύβεται στην επιτυχία της αιώνιας ζωής και Βασιλείας του Θεού.
Διδάσκεται από την αγαθή μητέρα της ότι τα αληθινά κοσμήματα που πρέπει να στολίζουν την γυναίκα, είναι η αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η προσευχή και η αληθινή πίστη, που με τον δικό της αγώνα και τη Χάρη του Θεού μπορούν να πραγματοποιηθούν και να φανερωθούν και στη δική τους ζωή.
Η πνευματική καλλιέργεια και ωριμότητα της νεαρής Θεοδώρας, καθώς επίσης και το κάλλος της εντυπωσιάζουν τον Μιχαήλ Β', που στον δρόμο του για την Άρτα την συναντά στα Σέρβια, ενώ βρισκόταν υπό την προστασία του θείου της Θεοδώρου.
Την ζητά αμέσως σε γάμο, ο οποίος και τελείται με κάθε μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα Σέρβια το έτος 1230 μ.Χ. με λαμπρή και μεγάλη συνοδεία, φτάνουν στην Άρτα, την πρωτεύουσα του κράτους της Ηπείρου, στην οποία ο Μιχαήλ Β' ανακηρύσσεται μετά από λίγο Δεσπότης.

Αγωνίζεται να κερδίσει την Βασιλεία του Θεού
Και ο μεν Μιχαήλ Δούκας φρόντιζε πώς να κυβερνά αξιέπαινα και ένδοξα το βασίλειο του, το Δεσποτάτο του, όπως το ονόμαζαν τότε.
Η Θεοδώρα όμως, όταν ανέβηκε στο βασιλικό αξίωμα, δεν περηφανεύτηκε, για την εξουσία και τα μεγαλεία, που είχε. Αλλά ζούσε η ευλογημένη απλά και ταπεινά. Δεν στολιζόταν με μάταια στολίδια. Δεν άλλαζε συχνά φορέματα και δεν έχανε τον καιρό της με τα κοσμικά και τα μάταια.
Όλα αυτά τα περιφρόνησε.
Αυτή έβαλε σκοπό στη ζωή της, πώς να κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών, για να ζήσει παντοτινά ευτυχισμένη. Φρόντιζε συγχρόνως πώς να διαδώσει τον Λόγο του Θεού σε εκείνους, που δεν τον ήξεραν και πώς θα τους φέρει στο δρόμο του Θεού.
Επίσης συνεχή φροντίδα είχε πώς να χορτάσει τους πεινασμένους και να ντύσει τους γυμνούς, τις εικόνες αυτές του Θεού και τα αδέλφια του Χριστού μας.
Έγινε η μακάρια Θεοδώρα, η μητέρα των ορφανών και ο προστάτης των χηρών.
Αλλά ο ανθρωποκτόνος διάβολος, φθόνησε την Θεοδώρα, για την προκοπή της στην αρετή και την αγιότητα.
Γι’ αυτό άρχισε ο άθλιος να την πολεμάει άγρια.
Μη μπορώντας, όμως, σε σαρκικά αμαρτήματα να την ρίξει, ούτε στην υπερηφάνεια, ούτε να λυγίσει τον αδαμάντινο χαρακτήρα της Άγιας, χρησιμοποιεί άλλο τρόπο πιο σατανικό.

Διωγμένη από τον σύζυγο της
Ο άνδρας της Μιχαήλ συνδέθηκε παράνομα με μια αρχόντισσα χήρα, που την έλεγαν Γαγγρινή. Αυτή με τα μάγια, που του είχε κάνει, έβγαλε τον βασιλέα από τα φρένα του.
Τόσο πολύ ξελόγιασε τον βασιλιά, ώστε ζούσε μ’ αυτή την πόρνη, σαν να ήταν γυναίκα του. Τη δε Θεοδώρα την περιφρονούσε, την έδερνε και την κακοποιούσε συνεχώς, χωρίς ο ανόητος άρχοντας να φοβάται τον Θεό και να ντρέπεται τους ανθρώπους. Είχε ξεκόψει ο δυστυχής από την Εκκλησία και γι’ αυτό βρήκε ευκαιρία και μπήκε ο σατανάς μέσα του.
Όλα, βεβαίως, αυτά η μακαρία Θεοδώρα τα υπέφερε με γενναιότητα και με υπομονή ακατάβλητη. Ενώ περνούσε μαρτυρική ζωή, γιατί όλοι την περιφρονούσαν στο Παλάτι, εν τούτοις αυτή δεν γόγγυζε, ούτε είπε ποτέ παραπονετικό λόγο εναντίον του Θεού. Σκεπτότανε ότι τις παραχωρούσε ο Θεός. Αντίθετα όλες τις θλίψεις τις θεωρούσε σαν ουράνιο θησαυρό, για να στερεωθεί, πιο πολύ στην πίστη και για να απόκτησει την αρετή της υπομονής, που είναι αναγκαιοτάτη. Περνούσε η Θεοδώρα τις ημέρες της με αγρυπνίες, με νηστείες και προσευχές.
Ήταν υποχωρητική και υπομονετική. Δεν αντιστάθηκε στην αισχρά διαγωγή του συζύγου της, διότι είχε πεποίθηση στον Ουράνιο Πατέρα. Τον ικέτευε με ολονύκτιες προσευχές να λύση το τραγικό πρόβλημά της. Και ο Μιχαήλ αυθαδιάζοντας ολοένα και περισσότερο, άφησε το αχαλίνωτο πάθος να τον τραβά ολόκληρο προς την μαινάδα Γαγγρινήν.
Την αποξένωσε στην αρχή ο βασιλιάς τη Θεοδώρα. Δεν της έδιδε σημασία καθόλου. Ήθελε ν’ απαλλαγεί από αυτήν. Απαγόρευε ακόμη στους υπηκόους του να της συμπεριφέρονται με ανθρωπιά. Ήθελε να παύσουν να ενθυμούνται και ν’ αναφέρουν ακόμη το όνομα της σεμνής και αθώας Θεοδώρας.
Κατόπιν μάλιστα την έδιωξε και την πέταξε στο δρόμο. Πέντε ολόκληρα χρόνια γύριζε η ευλογημένη Θεοδώρα από εδώ και από εκεί με το μικρό βρέφος στην αγκαλιά της.
Από βασίλισσα κατάντησε έρημη και ζητιάνα.
Γύριζε πεινασμένη, ταλαιπωρημένη.
Υπέφερε χίλια - δύο βάσανα: Κρύα και λιοπύρια, πείνα και δίψα, δρόμους και κακουχίες...
Άγνωστη, πικραμένη, κακοντυμένη, πέρασε αγρούς, δρασκέλισε λόφους, διάβηκε ποτάμια και νυχτοπερπάτησε με αστροφεγγιά με το μωράκι της στην αγκαλιά της, την μόνη παρηγοριά της μετά τον Θεόν, που ήταν και η μόνη ελπίδα της.

Την προστατεύει ένας Ιερεύς
Παρ’ όλα όμως αυτά, δεν απελπιζόταν. Πολιορκούσε συνεχώς τον Ουρανό με τις προσευχές της. Παρακαλούσε το Θεό να συγχωρήσει τον άνδρα της, για να μη χάσει ο δυστυχής την ψυχή του.
Κάποια, όμως, ημέρα, όπως έβγαινε μέσα από το δάσος, την είδε ένας Ιερεύς από την Πρένησταν.
Την ερώτησε τότε ο αγαθός εκείνος Λευΐτης ποιά είναι, από που ερχόταν και πώς βρέθηκε σ’ αυτό το μέρος.
Στην αρχή η Θεοδώρα δεν ήθελε να φανερώσει την αλήθεια. Μετά, όμως, με δάκρυα στα μάτια, αφού πήρε τον λόγο του παπά ότι θα κρατήσει το μυστικό, του αποκαλύφθηκε. Άρχισε να του λέγει όλη την ιστορία της.
Συγκινημένος και έκπληκτος ο καλός Λευΐτης την παίρνει αμέσως στο σπίτι του και τη φροντίζει με καλοσύνη και στοργή, σαν να ήτανε κόρη του.
Καταβάλλει ο ταπεινός κι ευλαβής παπάς όσα έξοδα χρειαζόταν αυτή και το παιδί της, μέχρις ότου έπειτα
από πέντε ολόκληρα χρόνια ο Θεός άκουσε τις προσευχές της και έδωσε τέλος στα βάσανά της.

Επιστρέφει στον μετανοημένο Βασιλιά
Μια ημέρα, που έλειπε ο βασιλιάς από το παλάτι, μπαίνουν ξαφνικά μέσα οι άρχοντες και πιάνουν την μοιχαλίδα εκείνη γυναίκα. Την τιμώρησαν τόσο πολύ, ώστε την έκαναν να μαρτυρήσει ότι αυτή ήταν η αφορμή με τα μάγια, που είχε κάνει να διώξει ο βασιλιάς την βασίλισσα Θεοδώρα. Ομολόγησε ακόμη, ότι όσα έγιναν στο παλάτι, έγιναν εξ αιτίας της.
Όταν επέστρεψε ο βασιλιάς και έμαθε ότι εκείνη (ή χήρα) η Γαγγρινή του είχε κάνει σατανικά μάγια και τον απέκοψε έτσι από τον δρόμο του Θεού και από την βασίλισσα, μετανόησε για την αμαρτία, που έκανε. Έστειλε αμέσως ανθρώπους να ψάξουν παντού, για να βρούνε την καρτερόψυχη βασίλισσα, τη Θεοδώρα, την ενάρετη, την αγνή και νόμιμη πολυαγαπημένη γυναίκα του.
Δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει τον έλεγχο της συνειδήσεως και να συνεχίζει την έκλυτη ζωή!
Σκεπτόταν μ’ αγωνία πλέον σε ποιών λόγγων τις απόκρημνες σπηλιές και σε ποιά απάτητα δάση περιπλανιόταν.
Έτρεξαν τότε οι άνθρωποι του σε όλα τα μέρη.
Έφτασαν στην Πρένηστα, όπου έμενε η Θεοδώρα φιλοξενούμενη μαζί με το παιδί της, στο σπίτι του σεβάσμιου Ιερέα.
Αφού έμαθε η βασίλισσα για την μετάνοια του βασιλέως, επέστρεψε στα Ανάκτορα. Τότε έγινε μεγάλη χαρά και αγαλλίασης σ’ όλη την Άρτα.
Μια καινούργια ζωή θεοσεβείας και αγαλλιάσεως άρχισε, και ως έμπρακτο αποτέλεσμα της ειλικρινούς μεταμελείας του Μιχαήλ ήταν το κτίσιμο Εκκλησιών.
Και ο μεν Μιχαήλ έκτισε κατόπιν προτροπής της Θεοδώρας -μεταξύ των άλλων Ναών- Την Μονήν των Βλαχερνών και την Κάτω Παναγιά, η δε Αγία Θεοδώρα έκτισε τον Ναό του Αγίου Γεωργίου και εκεί κοντά Ιερά Γυναικεία Μονή.
Ύστερα από αυτά έγινε και ο βασιλιάς υπόδειγμα καλού Χριστιανού. Επιδόθηκε και αυτός στις καλοσύνες και τις ελεημοσύνες.
Φρόντισε να σώσει την ψυχή του και να βρει έλεος από τον Θεό για τα αμαρτήματα του.
Έζησαν μαζί σαράντα (40) περίπου χρόνια και απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Νικηφόρο, τον Δημήτριο, τον Ιωάννη, την Άννα και την Μαρία.

Ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης
Τον καιρό που ήταν βασίλισσα στην Άρτα η Θεοδώρα, ασκήτευε στα μέρη του γειτονικού Βάλτου και συγκεκριμένα στο βουνό Καλάνα ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης.
Όταν ο Θεός θέλησε να πάρει το πνεύμα του Οσίου Ανδρέα, φάνηκαν στον Ουρανό αναμμένες λαμπάδες.
Οι λαμπάδες αυτές έβγαζαν ένα φως λαμπερό, που φαινόταν από όλη την περιοχή.
Αυτές κατέβαιναν από τον Ουρανό και σταματούσαν επάνω στο σημείο, όπου ήταν το Λείψανο του Αγίου Ανδρέα.
Το θαυμαστό αυτό σημείο φάνηκε όχι μόνο στα γύρω χωριά του Βάλτου, αλλά και στα πιο πέρα.
Μαθεύτηκε δε και στην Άρτα.
Τότε η ευσεβέστατη Θεοδώρα μαζί με όλη την Σύγκλητο έτρεξαν στο Ασκητήριο του Αγίου και βρήκαν εκεί το λείψανο του.
Τότε έθαψαν εκεί τον Άγιο. Διέταξε δε η Βασίλισσα Θεοδώρα και οικοδομήσανε στο μέρος εκείνο Ναό εις τιμήν του Όσιου Ανδρέου.

Στο Μοναστήρι δέκα χρόνια
Περί το 1271 απέθανε ο βασιλεύς Μιχαήλ. Έμεινε πλέον χήρα η ευσεβής Θεοδώρα, αλλά και ελεύθερη να ενεργήσει Χριστιανικά όπως ήθελε. Επήγε αμέσως σε ένα Μοναστήρι και έγινε Μοναχή. Από τότε, που μπήκε στο Μοναστήρι αυτό, αύξησε περισσότερο τις νηστείες, τις αγρυπνίες και τις αγαθοεργίες της.
Προσευχότανε παρά πολύ και βοηθούσε όσους υπέφεραν.
Υπήρχε τότε πολλή φτώχεια και δυστυχία. Γι’ αυτό, προστάτευε τις χήρες και τα ορφανά. Παρηγορούσε και ενίσχυε τις πικραμένες και λυπημένες υπάρξεις. Έκανε τα πάντα για να συμπαρασταθεί σε όλους.
«Τοῖς πάσιν ἐγένετο τά πάντα», κατά τον Απόστολο Παύλο, για να τους κερδίσει όλους και να τους φέρει στον δρόμο του Θεού.
Στόλιζε τον εαυτόν της με όλες τις αρετές, αλλά και τον Ναό του Θεού στόλιζε με κάθε είδους ιερά και πολύτιμα αφιερώματα. Στο Μοναστήρι ως μοναχή έζησε δέκα περίπου χρόνια.

Μακάριοι οι έν Κυρίω αποθνήσκοντες
Ήλθεν, όμως, ο καιρός να αναχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο. Ο Θεός της αποκάλυψε την ώρα του θανάτου της. Επειδή, όμως, εκείνη ήθελε να ζήσει ακόμη, για να αποτελειώσει τον Ναό της, παρεκάλεσε τον Άγιο Γεώργιο και την Υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύσουν στον Μονογενή Της Υιό, να την αφήσει να ζήσει ακόμη έξι μήνες. Πράγματι!
Παρέμεινε στη ζωή και τελείωσε τον Ναό. Όταν πέρασαν οι έξι μήνες, μάζεψε κοντά της όλες τις Μοναχές και τις παρεκάλεσε να κάνουν πάντοτε πρόθυμα, όσα είναι ωφέλιμα για την ψυχική τους σωτηρία, όπως ευαρεστείται ο Θεός. Αφού δίδαξε καλά όλα, με πολλή χαρά και αγαλλίαση παρέδωσε την άγια της ψυχή στα χέρια του Θεού, τον Οποίον υπηρέτησε σε όλη της την ζωή με κόπους και μόχθους, με περιφρονήσεις, με ταλαιπωρίες, με νηστείες και αγρυπνίες, με εγκράτεια και ελεημοσύνες, με σωφροσύνη και με κάθε είδους αρετές.
Και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να εμποδίζεται από την επίγεια εξουσία, που είχε σαν Βασίλισσα. Γι’ αυτό, και ο Θεός την ανέπαυσε στην Ουράνια Βασιλεία Του εις τας αιωνίους Μονάς με όλους τους Αγίους, των οποίων μιμήθηκε τα έργα και τα κατορθώματα.
Εκοιμήθει το 1281 εις ηλικίαν εβδομήντα περίπου ετών.

Τα Άγια Λείψανα της
Η Θεοδώρα θάφτηκε στο Ναό της, του Αγίου Γεωργίου, δεξιά του Νάρθηκος.
Οι Αρτινοί αργότερα τον μετονόμασαν στη μνήμη του ονόματος της, γιορτάζοντας την στις 11 Μαρτίου κάθε χρόνο. Γύρω από την σεπτή βασίλισσα, που ανακηρύχτηκε Αγία και Πολιούχος της Άρτας, η λαϊκή φαντασία έπλεξε τους ωραιότερους θρύλους, ανακατεμένους και με ζωντανές πραγματικότητες, έτσι που σήμερα θα ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους πρώτους από τους δεύτερους.
Σπίθες και φλόγες, λέγει, έβγαιναν την νύχτα από τον τάφο της και η παρηγοριά και η δύναμις ξεπηδούσε από τον τάφο της εις όλους τους πονεμένους ψυχικά και σωματικά, που με φλογερή πίστη ζητούσαν την βοήθεια της.
Τα οστά της Αγίας λιτανεύονται επίσημα κάθε χρόνο στις 11 Μαρτίου με ιερή κατάνυξη και συμμετοχή όλου του Νομού.
Μετά την λιτάνευση ξανά τοποθετούνται τα θαυματουργικά
λείψανα στο ιερό της κουβούκλιο.
Θαυματουργή είναι επίσης και η μεγάλη ασημένια εικόνα της. Διότι η βασίλισσα «πολλῶν καί μεγίστων θαυμάτων ὤφθη αὐτουργός.»
Όσοι πήγαν στον Ναό της Αγίας και ζήτησαν με θερμή πίστη την βοήθεια της και την μεσιτεία της προς τον Χριστό, λυτρώθηκαν από φοβερές ασθένειες και μεγάλα νοσήματα.
Σε τυφλούς έδωσε το φως τους, δαιμονιζόμενους τους έκανε καλά και άλλες πολλές ασθένειες θεράπευσε. Όχι μόνο στην εποχή της, αλλά και σήμερα, όποιος την επικαλείται με πίστη, τον βοηθάει η Άγια Θεοδώρα της Άρτας σε κάθε του θλίψη και τον γιατρεύει από κάθε αρρώστια. Και βοηθάει όχι μόνον όσους πηγαίνουν στο Ναό της, αλλά και όσους από μακριά την επικαλεσθούν, είτε κινδυνεύουν στη θάλασσα, είτε παγιδεύονται από κακούς ανθρώπους και ληστές. Βοηθάει η Άγια σ’ οποιαδήποτε άλλη δυσκολία και αν ευρίσκεται κανένας. Βοηθάει πάντοτε η Αγία ανάλογα με την ανάγκη και την πίστη του καθενός.

Στίχος
Κάν σου, βασιλίς, κρύπτει τό σῶμα τάφος, Χριστός πάσι φαίνει σέ θαυματουργίας. Ἑνδέκατη κρύψε Θεοδώραν λάας κλεινήν.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Βασιλείου ἀξίας παριδοῦσα τὴν εὔκλειαν, ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις καὶ ἀσκήσει ἐβίωσας, καὶ θείων ἐπληρώθης δωρεῶν, Ὁσία Θεοδώρα ἀληθῶς.
Διὰ τοῦτό σε ἡ Ἄρτα χαρμονικῶς, γεραίρει ἀνακράζουσα· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ,
πᾶσιν ἰάματα.

Απολυτίκιον Ήχος α΄
Τῶν Βασιλίδων τό κλέος, Ἀσκητριῶν τό ἀγλάϊσμα, τῆς Ἀκαρνανίας τό εὖχος καί ἰαμάτων ρεῖθρον ἀκένωτον. Τῶν λυπουμένων καί πτωχῶν
τήν προστάτιν τῆς ἀκτίνος δίκην τήν Αἰτωλίαν πάσαν καταφωτίζουσαν, ἐπώνυμον τήν ὄντως δωρεῶν τῶν τοῦ Θεοῦ, τήν πάνσεπτον καί ὁσίαν
Θεοδώραν τήν Βασίλισσαν, δεῦτε οἱ Ἀρταῖοι πάντες πιστῶς συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν αὐτή γάρ ἀενάως ὑπέρ ἠμῶν οὐ παύει πρεσεύβουσα.

Κοντάκιον Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς
Βασιλικὴν τιμὴν καὶ δόξαν καταλέλοιπας, καὶ ἐν ἀσκήσει τὴν ζωὴν διήνυσας, Θεοδώρα παμμακάριστε, γέρας τῆς Ἄρτης καὶ διάδημα·
διό σου τῇ σεπτῇ θήκῃ προσπίπτοντες, ἁγιασμὸν ἐκ ταύτης κομιζόμεθα, ὑμνοῦντες Χριστὸν τὸν σὲ δοξάσαντα.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις βασιλίδων ἡ καλλονή, χαίροις τῶν Ἀρταίων, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις δωρημάτων, ταμεῖον οὐρανίων, Ὁσία Θεοδώρα, ἀξιοθαύμαστε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Ἀμβρακίας ἡ καλλονή, χαίροις μακαρία, μοναζόντων ὁ φωτισμός, βασιλίδων ἀγλάϊσμα τό μέγα Ὁσία Θεοδώρα, ὤ θεῖον δώρημα.
ttp://armenisths.blogspot.gr/2013/03/b-11.html
Πηγή : Sociologyalert