Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 9 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από17. Σεπτεμβρίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 9

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ


Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.

ΜΕΛΕΤΗ Θ.
Α΄. Περὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν ἁμαρτωλῶν.
Β΄. Περὶ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν δικαίων.
Γ΄. Μὲ τίνος ζωὴν καὶ θάνατον ὁμοιάζει ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος ἑκάστου ἀνθρώπου.

α.

Συλλογίσου τὴν ἰδέαν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς τὸν πλούσιον ὅπου ἀναφέρει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον (Λουκ. ις'. 19), εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ζωὴν σημειώνει τρεῖς πρώτας κακίας· τὴν ἄτακτον καὶ παράλογον ἀγάπην ὅπου εἶχεν εἰς τὰ πλούτη «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος»· τὴν παράλογον ἀγάπην ὅπου εἶχεν εἰς τὴν φιλοδοξίαν, «Καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν, (ὅπου ἦταν φόρεμα τῶν μεγιστάνων) καὶ βύσσον» (τὸ ὁποῖον ἦτο ἔνδυμα κατασκευασμένον ἀπὸ τὸ πλέον λεπτότατον ὁμοῦ καὶ λευκότατον λινάρι τῆς Αἰγύπτου) καὶ τὴν παράλογον ἀγάπην ὅπου εἶχεν εἰς τὰς ἡδονάς· «εὐφραινόμενος καθ' ἡμέραν λαμπρῶς»· μεταχειριζόμενος ὅλα του τὰ πράγματα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ θεραπεύῃ τὰς αἰσθήσεις του χωρὶς νὰ δίδῃ κανένα μερίδιον ἐξ αὐτῶν εἰς τὸν πτωχον Λάζαρον ὅπου ἀπέκαμεν ἀπὸ τὴν πεῖναν. Ἀνίσως καὶ αὐτὸς ὁ πλούσιος ἤθελε ζῇ εἰς τὰς ἡμέρας μας, πόσοι καὶ πόσοι ἄρα γε ἤθελαν τὸν ὀνομάζουν καλότυχον καὶ μακάριον! Πόσον ἤθελε προσκυνῆται ἀπὸ ὅλους! πόσον ήθελεν εἶναι φοβερός! Πόσον ἤθελεν ὑπερέχει ἀπὸ τοὺς ἴσους! Πόσον ἤθελε καταφρονεῖ τοὺς μικροτέρους! Καὶ πόσον ήθελε ἐξουσιάζει τὸ πλῆθος κολυμβώντας, διὰ νὰ εἶπω ἔτσι, μέσα εἰς τὰς τρυφὰς καὶ τὰ πλούτη καὶ θεραπεύων τὰς φαντασίας του καὶ λέγων ὡσὰν τὸν ἄλλον ὅμοιόν τοῦ πλούσιον· «ψυχή μου ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. ιβ', 19).

32 Ἀλλὰ σὺ ἀδελφὲ συλλογίσου, ὅτι ὀγρήγορα μεταβάλλεται ἡ σκηνὴ αὐτὴ τοῦ πλούτου καὶ ἀλλάσουν τὰ πράγματα, ἐπειδὴ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ὅπου ἐπέρασαν εἰς αὐτὴν τὴν φαινομένην εὐτυχίαν ἢ καλλίτερα νὰ εἰπῶ εἰς αὐτὸ τὸ γλυκὺ ὄνειρον, ἰδοὺ καὶ ἔρχεται ὁ θάνατος νὰ ταράξῃ καὶ νὰ συγχύσῃ ὅλα τὰ πράγματα· «ἀπέθανεν ὁ πλούσιος», λέγει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ οὐδὲν κοντὰ εἰς τὸ ἄλλο, διότι ὕστερον ἀπὸ τὸν πρῶτον θάνατον τοῦ σώματος ἔρχεται ὁ δεύτερος καὶ τοῦ ἐνταφιάζει τὴν ψυχὴν μέσα εἰς ἕνα πέλαγος πυρὸς «Καὶ τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λίμνῃ τῇ καιομένῃ πυρὶ καὶ θείῳ, ὅ ἔστι δεύτερος θάνατος» (Αποκ. κα' 8) «Καὶ ἐτάφη» ἤγουν ἐβάλθη ὁ πλούσιος εἰς μίαν στάσιν ἀπείρου ἀθλιότητος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θέλει δυνηθῆ ποτὲ νὰ γλυτώσῃ «Ἐν τῷ ὅδη γὰρ φησιν ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐν βασάνοις». (Λουκ. ις' 23) Τώρα ποῦ εἶναι ἡ πορφύρα καὶ ἡ βύσσος τοῦ πλουσίου; Ποῦ ἡ δορυφορία; Ποῦ οἱ δοῦλοι; Ποῦ τὰ πλούτη; Ποῦ αἱ τρυφαί; Ποῦ οἱ κρότοι; Ποῦ τὰ ξεφαντώματα; Ἐπέρασαν ὅλα ὡσὰν σκιά, καθὼς λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον : «Παρῆλθεν ἐκεῖνα πάντα ὡς σκιά, ὡς ἀγγελία παρατρέχουσα» (Σοφία ε' 9) καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ ἔφθασε μία ἄσβεστος φλόγα, μία ἀδιόρθωτος ζημία τοῦ ἄκρου ἀγαθοῦ καὶ μία ἄπειρος ἀπελπισία ὅπου θέλει ἐπιθυμεῖ πάντοτε μίαν ρανίδα νερὸν διὰ νὰ δροσίσῃ τὴν γλῶσσαν του καὶ δὲν θέλει ἠμπορεῖ ποτὲ-ποτὲ νὰ τὴν ἐπιτύχῃ· ὦ καὶ νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λαλήσῃ τώρα αὐτὸς ὁ ἴδιος πλούσιος μὲ τὸ στόμα του! Διότι ἤθελε σοῦ εἰπεῖ, ἀδελφέ, καθαρὰ τόσον διὰ τὴν περασμένην του κατάστασιν, ὅσον καὶ διὰ τὴν παροῦσαν καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γυρίσῃ εἰς τὸν κόσμον, βέβαια αὐτὸς ἤθελε ζῇ πλέον μετανοημένος ἀπὸ τὸν Δαβίδ, πλέον ὑπομονητικὸς ἀπὸ τὸν Ἰώβ, πλέον σωφρονέστερος ἀπὸ τὸν Ἰωσήφ καὶ πλέον ἐλεημονητικώτερος ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ· ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον τόπος διορθώσεως καὶ καιρὸς ζωῆς εἰς αὐτόν; Ὄχι· διότι ὡς λέγει ἡ Γραφή : «Ἀφέστηκεν ὁ καιρὸς ἀπ᾿ αὐτῶν» (Ἀριθ. ιδ'. 9), εἶναι ὅμως καιρὸς διορθώσεως εἰς ἐσὲ ἀγαπητέ, ἀνίσως καὶ θελήσῃς νὰ μάθῃς μὲ ἄλλων έξοδα κατὰ τὴν παροιμίαν καὶ τὰ παθήματα τοῦ πλουσίου τούτου νὰ γίνουν μαθήματα εἰς ἐσένα.

Διὰ τοῦτο μὴ στοχασθῇς ἀδελφὲ, ἐκεῖνο τὸ γλυκύ τοῦ παρόντος κόσμου ὅπου περνᾷ τόσον ὀγρήγορα ἀπὸ τὸν λάρυγγα ἔπειτα ἀφίνει εἰς τὰ σπλάγχνα μίαν παντοτεινὴν βάσανον «Πρόσκαιρος γὰρ ἡ τέρψις αἰώνια δὲ ἡ βάσανος», λέγει ἕνας πατήρ· ἀλλὰ γνωρίζοντας αὐτὰς τὰς βεβαιοτάτας ἀληθείας, λυπήσου κἄν τώρα, πῶς ἐπέρασε τόσος καὶ τόσος καιρὸς τῆς ζωῆς σου καὶ δὲν τὰς ἐκατάλαβες· καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀρχίσῃς μίαν ζωὴν ἀξίαν διὰ νὰ τὰς καταλάβης καλλίτερα· καὶ γενοῦ σοφὸς καὶ φρόνιμος διὰ νὰ προβλέπῃς τὰ μέλλοντα πράγματα, πρὶν νὰ σοὺ συμβοῦν τὸ ὁποῖον εἶναι τῶν φρονίμων ἀνθρώπων ἴδιον· διότι ἀφ᾽ οὗ αὐτὰ συμβοῦν, οἱ μωροὶ ἄνθρωποι ἀκόμη τὰ γνωρίζουν, καὶ τὰ κλαίουν, ἀλλὰ χωρὶς ὄφελος. Λοιπὸν κάμε ὑπόσχεσιν νὰ μὴ θέλῃς πλέον νὰ ψηφᾷς πάρεξ τὰ μετὰ θάνατον αἰώνια ἀγαθὰ καθώς σοῦ παραγγέλλει ὁ θεολόγος Γρηγόριος, λέγων «Μὴ θαυμάσης μηδὲν ὁ μὴ παραμένει· μὴ παροίδης ὃ μένει μηδὲ περισφίγξῃς μηδέν, ὃ διαρρέει κρατούμενον»· καὶ εἰς ὅλον τὸ ὕστερον παρακάλεσε τὸν Κύριον, κοντὰ εἰς τὸ ἀσύγκριτον χάρισμα τῆς πίστεως ὅπου σοῦ ἔδωκε, νὰ σοῦ προσθέσῃ καὶ ἐκεῖνο τῆς θεωρίας καὶ γνώσεως, διὰ νὰ ἀνασηκωθοῦν τὰ ἐμπόδια τῆς ἀγνωσίας σου καὶ νὰ γνωρίζης καθὼς πρέπει καὶ νὰ ἐργάζεσαι τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ ὡς ἀληθῆς χριστιανός καὶ οὕτω νὰ ἐπιτύχης εἰς γέρας τὴν αἰώνιον ζωήν, κατὰ τὸν Δαβὶδ ὅπου λέγει : «Συνέτισόν με καὶ ζήσομαι». (ψαλμ. οιη'. 144).

β΄

Συλλογίσου τὴν ἰδέαν τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἑνὸς δικαίου, ἐπάνω εἰς ἐκεῖνον τὸν ταλαίπωρον μέν, ἀλλὰ καλότυχον Λάζαρον 33 ὁ ὁποῖος ἐπέρασεν ὅλην του τὴν ζωὴν μὲ πτωχείαν, μὲ καταφρόνεσες καὶ μὲ πόνους· καὶ ποῖος ἄλλος ἐβασανίσθη περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν ὅπου τὸ σῶμα του ὅλον ἦτο μία πληγή; «Ἡλκωμένος»· ποῖος ήτο πλέον καταφρονεμένος ἀπὸ αὐτὸν ὅπου δὲν εὕρισκεν εὐσπλαγχνίαν ἀπὸ κανέναν πάρεξ ἀπὸ τοὺς σκύλους; «Καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ»· ποῖος ἦτο πλέον ὑστερημένος ἀπὸ κάθε πρόσκαιρον καλόν, περισσότερον ἀπὸ αὐτόν, ὅπου ἐπιθυμοῦσε νὰ διώξῃ τὴν πεῖναν του μὲ τὰ ψίχαλα, ὅπου ἔπιπταν ἀπὸ τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου; «Ἐπεθύμει ἐμπλησθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ». Καὶ τοιουτοτρόπως λοιπὸν, μεταχειρίζεται ὁ Θεὸς τοὺς φίλους Του; Ναὶ τοιουτοτρόπως· διότι θέλει μὲ τὴν ἔλλειψιν τούτων τῶν αἰσθητῶν καὶ προσωρινῶν πραγμάτων, νὰ ἀγοράζουν ἕνα πέλαγος ἀνεκλάλητων καὶ αἰώνιων ἀγαθῶν. Τώρα τί λέγεις ἐσὺ ἀγαπητέ; Ἕνα τόσον δυστυχὲς θέαμα τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου σὲ κάνει νὰ φοβῆσαι; Ἐὰν σὲ κάνῃ νὰ φοβῆσαι, εἶναι σημεῖον ὅτι ζυγιάζεις τὰ πράγματα μὲ τὰς αἰσθήσεις καὶ ὄχι μὲ τὴν πίστιν. Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ὅπου ἔρχεται ὀγρήγορα ὁ θάνατος διὰ νὰ δώσῃ τέλος εἰς ὅλας τὰς ταλαιπωρίας καὶ νὰ φέρῃ αὐτὸν τὸν πτωχὸν Λάζαρον εἰς τὴν ἀπόλαυσιν ὅλων τῶν εὐτυχιῶν· «ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχόν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ». (Λουκ. ις'. 22.) Ὅπερ ἑρμηνεύων ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος λέγει «Μετὰ τιμῆς ὑπερκοσμίου, ὡς ἀθλητὴς ὁ πτωχὸς πρὸς τοὺς στεφάνους ἀπάγεται»· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν στάσιν τῆς μακαριότητος ἀποσφογγίζει τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν του, αὐτὸ τὸ ἴδιον χέρι τοῦ Κυρίου καὶ τὸν κάνει ἄξιον νὰ κάθηται εἰς θρόνον ὑψηλὸν καὶ νὰ μετέχῃ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀπέραντον ἀγαθὸν διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι μακάριος ὁ ἴδιος Θεὸς· «ἀφεῖλε Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ παντὸς προσώπου». (Ησαΐου κε'. 8).

Ὦ μακαρία πτωχεία! Ὦ πόνοι τίμιοι! Ὦ ἔνδειαι εὐτυχισμέναι! Τώρα σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου ἀδελφέ, νὰ ὁμολογήσῃς τὸ ἐναντίον; Ἤγουν πῶς δὲν εἶναι μακαριστὴ ἡ πτωχεία καὶ κάθε ἄλλη κακοπάθεια; Χωρὶς πρῶτον νὰ ἀρνηθῇς τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὸ ἐπάγγελμα ὅπου ἔχεις, πῶς εἶσαι χριστιανός; Εἰ δὲ καὶ δὲν βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ τὸ ἀρνηθῇς, διὰ τί λοιπὸν τρέχεις ὀπίσω ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς ταύτης μὲ τόσην ἐπιθυμίαν; Διὰ τί ἀποφεύγεις τὰ βάσανα, τὰς θλίψεις, τὴν μετάνοιαν, τὸν σταυρόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ σηκώνῃς, διὰ νὰ φυλάττης τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ; Ὦ σταυρὸς εὐτυχής, ὅπου μεταβάλλεται γρήγορα εἰς τόσην δόξαν! Διὰ τοῦτο μετάβαλε καὶ σὺ ἀγαπητέ ὅλας σου τὰς περασμένας γνώμας ὅπου εἶναι τόσον μακρὰν ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Καταράσου χιλιάδας φορὰς τοὺς νόμους τοῦ ἀμαθοῦς καὶ ψευδοῦς κόσμου. Ἀποφάσισε νὰ κυβερνᾷς μὲ τὰς αἰωνίους βουλὰς τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων Γραφῶν τὴν ζωὴν ὅπου σοῦ ἀπομένει καὶ παρακάλεσε ταπεινὰ τὸν Λυτρωτήν σου Ἰησοῦν ἐπειδὴ καὶ ἦλθε διὰ νὰ φωτίσῃ τὸν κόσμον νὰ μὴν ἀφίσῃ καὶ ἐσένα νὰ περιπατῆς πλέον εἰς τὸ σκότος ἀλλὰ νὰ σὲ κάμῃ υἱὸν φωτὸς διὰ νὰ περιπατῆς ὡς υἱὸς φωτὸς καθὼς παραγγέλλει ὁ θεῖος Παῦλος· «ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε». (Έφεσ ς. 28).

γ.

Συλλογίσου μὲ τίνος ζωὴν ἀπὸ τῶν δύο ὁμοιάζει περισσότερον ἡ ἰδική σου ζωὴ καὶ μὲ τίνος θάνατόν ἔχεις νὰ προσμένης παρόμοιον τὸν θάνατόν σου, μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον τοῦ πλουσίου ἢ μὲ τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον τοῦ Λαζάρου; Ἐὰν εἶσαι πλούσιος, πρόσεχε καλὰ ὅτι εἶσαι εἰς μίαν στάσιν πολὺ ἐνάντιαν τῆς σωτηρίας σου καὶ φυλάττου νὰ μὴ προσκολλήσῃς τὴν καρδίαν σου εἰς τὰ πλούτη, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ «Πλούτος ἐὰν ρέη μὴ προστίθεσθε καρδίαν» (ψαλμ. ξα΄. 10). διότι ἀλλεοτρόπως κινδυνεύεις νὰ ἀκούσῃς ἐκείνην τὴν φοβερὰν βροντὴν τοῦ Κυρίου, τὴν προμηνύτριαν τῆς κολάσεως «οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις». (Λουκ. ς. 24). Ἤγουν ἀλλοίμονον εἰς ἐσᾶς ὅπου εἶσθε πλούσιοι εἰς τοῦτον τὸν κόσμον· ἐὰν ἔχῃς φαγητά, πιοτὰ πολλὰ καὶ τρυφάς, πρόσεχε καλὰ νὰ μὴ χορταίνῃς ἀπὸ αὐτὰ ὥστε ὅπου διὰ μέσου αὐτῶν νὰ πληρώνεσαι δι' ἐκεῖνο τὸ καλὸν ὅπου κάμνεις καὶ νὰ μὴ σοῦ ἀπομένῃ μετὰ θάνατον ἄλλο καλὸν διὰ νὰ πληρωθῇς καθὼς τὸ ἔπαθεν ὁ πλούσιος «Τέκνον μνήσθητι, ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». (Λουκ. ις'. 25). Ἐὰν εἶσαι εἰς δόξας καὶ τιμὰς στοχάσου καλά νὰ μὴν ἀλλάξουν αἱ τιμαί αὐταί καὶ οἱ παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἔπαινοι εἰς παντοτινὰς κατάρας «Οὐαὶ ὑμῖν ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἶπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι». (Λουκ. ς'. 26).

Καὶ ἐξ ἐνάντιας, ἐὰν ἡ Θεία Πρόνοια σὲ ἔβαλεν εἰς μίαν στάσιν πτωχείας, ταπεινώσεως καὶ δυστυχίας, πρόσεχε καλὰ νὰ μὴν ἐναντιωθῇς εἰς αὐτὸ τὸ πρόσταγμα τοῦ οὐρανίου σου Πατρός, μηδὲ νὰ γογγύσῃς, μηδὲ νὰ ἀποστραφής ἐκεῖνο τὸ ποτήριον ὅπου Αὐτὸς σου δίδει μὲ τὸ ἴδιόν Του χέρι· ἀλλέως θέλεις κάμει ἀνωφελεῖς ὅλας ἐκείνας τὰς στράτας καὶ οἰκονομίας ὅπου μεταχειρίζεται διὰ νὰ σὲ φέρῃ εἰς τὸν Παράδεισον, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα· «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιδ'. 22). Καὶ, τί ἤθελες ἀδελφέ; Ἤθελες νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ μέσου τῆς πλατείας στράτας, Ἀλλ᾿ αὐτὴ εἶναι ἡ στράτα τῆς ἀπωλείας καὶ ὄχι τῆς σωτηρίας· «εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης... ὅτι στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωὴν· καὶ πλατεία ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν». (Ματθ. ζ'. 13), ἤθελες νὰ καταμολύνῃς ὅλην σου τὴν ζωὴν μὲ κάθε λογῆς κακίαν καὶ ἔπειτα νὰ νομίζης πῶς εἶναι ἀρκετὸν μόνον τὸ νὰ ἀφιερώσῃς εἰς τὸν Θεὸν ἐκείνας τὰς ὀλίγας στιγμὰς τὰς πρὸ τοῦ θανάτου σου; Ἤθελες νὰ μὴ σπείρῃς ἄλλο παρὰ ἁμαρτίας καὶ ἔτσι νὰ ἐλπίζῃς ὅτι θέλεις θερίσει τὸν πολυτίμητον καρπὸν παντὸς ἀγαθοῦ; Οὕτως ὀρέγεσαι νὰ πλανάσαι γνωρίζοντας τὴν πλάνην σου, ἡ ὁποία φέρει μαζί της μίαν αἰώνιον ταλαιπωρίαν; «Τὸ ἅπαξ ἀπωλεσθῆναι αἰώνιόν ἐστι», λέγει ἕνας πατήρ. Αὐτὰ ὅλα εἶναι πεπλανημένοι καὶ μωροὶ διαλογισμοί.

Ἀποφάσισε λοιπὸν ἀδελφέ νὰ καταφρονήσῃς ὅλα τὰ φαινόμενα καλά τῆς προσκαίρου ζωῆς· δέξαι μετὰ χαρᾶς ὅλα ἐκεῖνα ὅπου πρέπει νὰ ὑπομείνῃς διὰ νὰ ζῆς ὡσὰν χριστιανὸς μὴ γογγύζῃς ἀλλὰ εὐχαρίστα πάντοτε τὸν Κύριον διὰ τὴν πτωχείαν καὶ τὴν θλίψιν ὅπου σοῦ δίδει διὰ νὰ γίνῃς μιμητὴς τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου καὶ κληρονόμος τῆς ἀναπαύσεώς του. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴν ἐξοδεύσῃς καὶ σὺ τίποτε διὰ νὰ ἀποκτήσῃς ἐκείνην τὴν βασιλείαν τὴν ὁποίαν διὰ νὰ σοῦ προξενήσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐξώδευσεν ὅλον Του τὸ αἷμα, ἀφιέρωσε κἄν τουλάχιστον τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν Κύριον διὰ νὰ σὲ μεταχειρισθῇ Ἐκεῖνος καθὼς θέλει εἰς ὅλα Του τὰ προστάγματα. Ταλαιπωρήσου ἐδῶ διὰ νὰ ἐλεηθῆς ἐκεῖ αἰωνίως. Εἰς ὅλον τὸ ὕστερον ὁμολόγησε ὅτι, μολονότι καὶ μὲ δίκαιον τρόπον εἶσαι καταδικασμένος ἐπειδὴ καὶ ἀπέλαβες ἐδῶ τὰ ἀγαθά σου, ὡς ὁ πλούσιος ἐκεῖνος, μὲ ὅλον τοῦτο παρακάλει τὸν λυτρωτήν σου νὰ σὲ σώσῃ καὶ νὰ σὲ ἀξίωση της βασιλείας Του διὰ μόνην καὶ μόνην τὴν θείαν Του χάριν· «χάριτὶ ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως... οὐκ ἐξ ἔργων ἵνα μὴ τὶς καυχήσηται». (Εφεσ. β'. 8).

Δεν υπάρχουν σχόλια: