Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 1 IMMANUEL KANT

«Νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ πεῖ: νὰ γίνει σῶος, ὁλόκληρος, νὰ πραγματώσει ἀκέραια τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο καὶ τὶς συμβατικὲς σχέσεις — νὰ νικήσει τὸν θάνατο».

Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, 3η αναθεωρημένη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2002· επανέκδοση 2011, κεφ. 1, §3 «Η ελευθερία του ήθους», σ.13.

Ν. Λουδοβίκος. Σέ μιά σειρά χιλιάδων σελίδων σελίδα ναί σελίδα όχι.

ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ. ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. ΜΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕ ΜΑΤΑΙΩΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΗΔΗ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΕΚΤΕΣ  ΜΕ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΑ BODY BUILDERS ΣΠΑΡΜΕΝΑ ΣΤΑ ΠΡΟΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ. ΜΕ ΔΙΑΣΗΜΟΤΕΡΟ ΑΥΤΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΩΜΑ. ΓΥΜΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ. ΜΙΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗΣ ΣΕΙΡΑ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΒΑΡΕΩΝ ΒΑΡΩΝ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ.


Τι είναι Διαφωτισμός; 1

IMMANUEL KANT


Immanuel Kant — 1724–1804, φιλόσοφος στο Königsberg. Το κείμενο πρωτοεμφανίστηκε με τον τίτλο: «Απάντηση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός;» (Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung?), στο περιοδικό Berlinische Monatsschrift, τεύχος Δεκεμβρίου 1784, σ. 481–494.

Το ερώτημα «Τι είναι Διαφωτισμός;» «προέρχεται αρχικά από τον θεολόγο και μέλος της Εταιρείας της Τετάρτης του Βερολίνου J. F. Zöllner (1753–1804). Τον Δεκέμβριο του 1783 δημοσίευσε στο Berlinische Monatsschrift το άρθρο “Είναι φρόνιμο να μην επικυρώνεται πλέον ο συζυγικός δεσμός από τη θρησκεία;” (Ist es ratsam, das Ehebündnis nicht ferner durch die Religion zu sanktionieren?). Με αυτό έπαιρνε θέση απέναντι σε μια συνηγορία υπέρ του πολιτικού γάμου, η οποία είχε δημοσιευτεί —με ψευδώνυμο— στο ίδιο περιοδικό τον Σεπτέμβριο του 1783. Ο Zöllner διαπίστωνε μια γενική παρακμή των ηθών, η οποία προκαλούνταν από τον “κυρίαρχο τρόπο σκέψης” της εποχής, δηλαδή από την τάση “να προκαλείται σύγχυση στον νου και στην καρδιά των ανθρώπων υπό το όνομα του Διαφωτισμού”. Σε μια σημείωση του άρθρου του —στην οποία παραπέμπει η αναφορά του Kant στη συγκεκριμένη σελίδα— ο Zöllner διατυπώνει τώρα το βαρυσήμαντο ερώτημα: “Τι είναι Διαφωτισμός;”. Με αυτόν τον τρόπο, ο διάλογος είχε γεννήσει ένα πρόβλημα και, επιπλέον, είχε προσφέρει σε μια ολόκληρη εποχή υλικό προς συζήτηση».

ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τη διάνοια του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη της διάνοιας, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να τήν χρησιμοποιήσει χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια! Αυτό είναι, επομένως, το σύνθημα του Διαφωτισμού.

Η οκνηρία και η δειλία είναι οι αιτίες για τις οποίες ένα τόσο μεγάλο μέρος των ανθρώπων, μολονότι η φύση τούς έχει προ πολλού απαλλάξει από την ξένη καθοδήγηση (naturaliter maiorennes), εξακολουθεί εντούτοις να παραμένει πρόθυμα ανώριμο σε όλη του τη ζωή· και για τις οποίες είναι τόσο εύκολο για άλλους να αναγορεύονται σε κηδεμόνες τους. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Αν έχω ένα βιβλίο που διαθέτει διάνοια για λογαριασμό μου, έναν πνευματικό που διαθέτει συνείδηση για λογαριασμό μου, έναν γιατρό που κρίνει για λογαριασμό μου τη δίαιτά μου κ.ο.κ., τότε δεν χρειάζεται να κοπιάζω ο ίδιος. Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι, αρκεί μόνο να μπορώ να πληρώνω· άλλοι θα αναλάβουν για λογαριασμό μου αυτή την ενοχλητική εργασία.

Το ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων —και ανάμεσά τους ολόκληρο το ωραίο φύλο— θεωρεί το βήμα προς την ωριμότητα όχι μόνο κοπιαστικό, αλλά και πολύ επικίνδυνο, γι’ αυτό φροντίζουν ήδη εκείνοι οι κηδεμόνες, οι οποίοι ανέλαβαν με τόση καλοσύνη την εποπτεία τους. Αφού πρώτα αποβλάκωσαν τα οικόσιτα ζώα τους και φρόντισαν επιμελώς ώστε αυτά τα ήσυχα πλάσματα να μην τολμούν να κάνουν κατά  διάνοιαν ούτε ένα βήμα έξω από το παιδικό καροτσάκι μέσα στο οποίο τα έκλεισαν, τους δείχνουν  κατόπιν τον κίνδυνο που τα απειλεί, εάν επιχειρήσουν να περπατήσουν μόνα τους. Βέβαια, ο κίνδυνος αυτός δεν είναι και τόσο μεγάλος, διότι, ύστερα από μερικές πτώσεις, θα μάθαιναν τελικά να περπατούν· ένα τέτοιο παράδειγμα, όμως, τα κάνει δειλά και συνήθως τα αποτρέπει από κάθε περαιτέρω απόπειρα.

Είναι, επομένως, δύσκολο για κάθε μεμονωμένο άνθρωπο να απελευθερωθεί από την ανωριμότητα που έχει γίνει σχεδόν δεύτερη φύση του. Έφτασε μάλιστα να την αγαπήσει και, προς το παρόν, είναι πράγματι ανίκανος να χρησιμοποιήσει τη δική του διάνοια, επειδή ποτέ δεν του επέτρεψαν να το επιχειρήσει. Κανόνες και διατυπώσεις, αυτά τα μηχανικά εργαλεία μιας έλλογης χρήσης —ή μάλλον κατάχρησης— των φυσικών του χαρισμάτων, είναι οι αλυσίδες μιας μόνιμης ανωριμότητας. Ακόμη και εκείνος που θα τις απέβαλλε, θα πραγματοποιούσε εντούτοις ένα αβέβαιο μόνο άλμα ακόμη και πάνω από το στενότερο χαντάκι, επειδή δεν είναι συνηθισμένος σε μια τέτοια ελεύθερη κίνηση. Γι’ αυτό είναι λίγοι μόνο εκείνοι που κατόρθωσαν, καλλιεργώντας οι ίδιοι το πνεύμα τους, να ξεφύγουν από την ανωριμότητα και, παρ’ όλα αυτά, να βαδίσουν με σταθερό βήμα.

Το να διαφωτιστεί, όμως, ένα κοινό από μόνο του είναι περισσότερο δυνατό· πράγματι, εάν του παραχωρηθεί μόνο ελευθερία, είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Διότι πάντοτε θα βρίσκονται ορισμένοι που σκέφτονται από μόνοι τους, ακόμη και ανάμεσα στους διορισμένος κηδεμόνες του μεγάλου πλήθους, οι οποίοι, αφού οι ίδιοι αποτινάξουν τον ζυγό της ανωριμότητας, θα διαδώσουν γύρω τους το πνεύμα μιας έλλογης εκτίμησης της αξίας του καθενός και της αποστολής κάθε ανθρώπου να σκέφτεται ο ίδιος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ το εξής: το κοινό, το οποίο προηγουμένως εκείνοι είχαν υποβάλει σε αυτόν τον ζυγό, τους εξαναγκάζει κατόπιν το ίδιο να παραμείνουν κάτω από αυτόν, εάν παρακινηθεί προς τούτο από ορισμένους κηδεμόνες του, οι οποίοι είναι οι ίδιοι ανίκανοι για κάθε διαφωτισμό. Τόσο επιβλαβές είναι να εμφυτεύει κανείς προκαταλήψεις, διότι τελικά αυτές εκδικούνται εκείνους που υπήρξαν οι δημιουργοί τους ή τους προδρόμους τους. Γι’ αυτό ένα κοινό μπορεί να φτάσει στον Διαφωτισμό μόνο αργά.

Με μια επανάσταση μπορεί ίσως να επιτευχθεί η αποτίναξη του προσωπικού δεσποτισμού και της άπληστης ή αρχομανούς καταπίεσης, ποτέ όμως μια αληθινή μεταρρύθμιση του τρόπου σκέψης· αντίθετα, νέες προκαταλήψεις, όπως ακριβώς και οι παλαιές, θα χρησιμεύσουν ως χαλινάρι για το αστόχαστο μεγάλο πλήθος.

Για αυτόν τον Διαφωτισμό, όμως, δεν απαιτείται τίποτε άλλο παρά ελευθερία· και μάλιστα η πιο ακίνδυνη από όλα όσα μπορούν να ονομαστούν ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία να κάνει κανείς δημόσια χρήση του Λόγου του σε όλα τα ζητήματα. Τώρα, όμως, ακούω από όλες τις πλευρές να φωνάζουν: Μη συλλογίζεστε! Ο αξιωματικός λέει: Μη συλλογίζεστε, αλλά εκτελείτε τα γυμνάσιά σας! Ο οικονομικός σύμβουλος: Μη συλλογίζεστε, αλλά πληρώνετε! Ο κληρικός: Μη συλλογίζεστε, αλλά πιστεύετε! (Ένας και μοναδικός ηγεμόνας στον κόσμο λέει: Συλλογίζεστε όσο θέλετε και για ό,τι θέλετε, αλλά υπακούετε!) Εδώ υπάρχει παντού περιορισμός της ελευθερίας. Ποιος περιορισμός, όμως, παρεμποδίζει τον Διαφωτισμό και ποιος όχι, αλλά ίσως μάλιστα και τον προάγει;[ΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΓΝΩΜΙΤΕΣ]

Απαντώ: Η δημόσια χρήση του Λόγου πρέπει να είναι πάντοτε ελεύθερη, και μόνο αυτή μπορεί να επιφέρει τον Διαφωτισμό μεταξύ των ανθρώπων· η ιδιωτική χρήση του, αντίθετα, μπορεί συχνά να περιορίζεται πολύ στενά, χωρίς γι’ αυτό να παρεμποδίζεται ιδιαίτερα η πρόοδος του Διαφωτισμού. Ως δημόσια χρήση του δικού του Λόγου εννοώ εκείνη που κάνει κάποιος ως λόγιος ενώπιον ολόκληρου του αναγνωστικού κοινού. Ιδιωτική χρήση ονομάζω εκείνη που επιτρέπεται να κάνει στον Λόγο του, όταν κατέχει μια ορισμένη πολιτική θέση ή ένα αξίωμα που του έχει ανατεθεί.

Για ορισμένες υποθέσεις που αφορούν το συμφέρον της πολιτείας είναι αναγκαίος ένας ορισμένος μηχανισμός, μέσω του οποίου ορισμένα μέλη της πολιτείας πρέπει να συμπεριφέρονται απλώς παθητικά, ώστε, μέσω μιας τεχνητής ομοφωνίας, να κατευθύνονται από την κυβέρνηση προς δημόσιους σκοπούς ή τουλάχιστον να εμποδίζονται από το να καταστρέφουν αυτούς τους σκοπούς. Εδώ, βέβαια, δεν επιτρέπεται να συλλογίζεται κανείς· πρέπει να υπακούει. Στον βαθμό, όμως, που αυτό το μέρος της μηχανής θεωρεί συγχρόνως τον εαυτό του μέλος ολόκληρης της πολιτείας, και μάλιστα της παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών, και επομένως, υπό την ιδιότητα του λογίου, απευθύνεται με τα συγγράμματά του σε ένα κοινό με την κυριολεκτική έννοια του όρου, μπορεί ασφαλώς να συλλογίζεται, χωρίς να βλάπτονται έτσι οι υποθέσεις στις οποίες έχει τοποθετηθεί εν μέρει ως παθητικό μέλος.

Έτσι, θα ήταν πολύ ολέθριο, εάν ένας αξιωματικός, στον οποίο οι ανώτεροί του έδωσαν κάποια διαταγή, ήθελε, κατά την υπηρεσία του, να διαλογίζεται φωναχτά για τη σκοπιμότητα ή τη χρησιμότητα αυτής της διαταγής· πρέπει να υπακούει. Δεν μπορεί, όμως, δικαίως να του απαγορευτεί, ως λογίου, να κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τα σφάλματα της στρατιωτικής υπηρεσίας και να τις θέτει ενώπιον του κοινού του, για να τις κρίνει.

Ο πολίτης δεν μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει τους φόρους που του επιβάλλονται· μάλιστα, μια αυθάδης επίκριση τέτοιων επιβαρύνσεων, όταν καλείται να τις καταβάλει, μπορεί να τιμωρηθεί ως σκάνδαλο, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει γενικευμένες πράξεις ανυπακοής. Ο ίδιος άνθρωπος, εντούτοις, δεν ενεργεί αντίθετα προς το καθήκον του ως πολίτη, όταν, ως λόγιος, εκφράζει δημοσίως τις σκέψεις του εναντίον της ακαταλληλότητας ή ακόμη και της αδικίας τέτοιων φορολογικών επιβαρύνσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ένας κληρικός είναι υποχρεωμένος να διδάσκει τους μαθητές του κατηχητικού και το ποίμνιό του σύμφωνα με το Σύμβολο Πίστεως της Εκκλησίας την οποία υπηρετεί, διότι έγινε δεκτός με αυτόν τον όρο. Ως λόγιος, όμως, έχει πλήρη ελευθερία, και μάλιστα την αποστολή, να γνωστοποιεί στο κοινό όλες τις προσεκτικά εξετασμένες και καλοπροαίρετες σκέψεις του σχετικά με τα ελαττώματα εκείνου του Συμβόλου, καθώς και τις προτάσεις του για την καλύτερη οργάνωση των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων.

Σε αυτό δεν υπάρχει επίσης τίποτε που θα μπορούσε να επιβαρύνει τη συνείδησή του. Διότι εκείνο που διδάσκει δυνάμει του αξιώματός του ως εντεταλμένος λειτουργός της Εκκλησίας το παρουσιάζει ως κάτι σχετικά με το οποίο δεν έχει την ελευθερία να διδάσκει σύμφωνα με τη δική του κρίση, αλλά έχει διοριστεί για να το εκθέτει σύμφωνα με τις οδηγίες και στο όνομα κάποιου άλλου. Θα πει: Η Εκκλησία μας διδάσκει το ένα ή το άλλο· αυτά είναι τα αποδεικτικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί. Αντλεί τότε για το ποίμνιό του κάθε πρακτική ωφέλεια από διδασκαλίες τις οποίες ο ίδιος δεν θα προσυπέγραφε με πλήρη πεποίθηση, την έκθεση των οποίων, ωστόσο, μπορεί να αναλάβει, επειδή δεν είναι εντελώς αδύνατο να κρύβεται μέσα τους κάποια αλήθεια· σε κάθε περίπτωση, όμως, τουλάχιστον δεν βρίσκεται σε αυτές τίποτε που να αντιβαίνει στην εσωτερική θρησκεία. Διότι, εάν πίστευε ότι βρίσκει σε αυτές κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να ασκεί το αξίωμά του με καθαρή συνείδηση· θα έπρεπε να παραιτηθεί από αυτό.

Επομένως, η χρήση του Λόγου την οποία κάνει ένας διορισμένος δάσκαλος ενώπιον του ποιμνίου του είναι απλώς ιδιωτική χρήση, επειδή το ποίμνιο αυτό αποτελεί πάντοτε μόνο μια οικιακή συνάθροιση, όσο μεγάλη και αν είναι· και ως προς αυτό, ο ιερέας δεν είναι ελεύθερος και ούτε επιτρέπεται να είναι, επειδή εκτελεί μια εντολή που του έχει δοθεί από άλλον. Αντίθετα, ως λόγιος που μέσω των συγγραμμάτων του απευθύνεται στο πραγματικό κοινό, δηλαδή στον κόσμο, και επομένως ως κληρικός κατά τη δημόσια χρήση του Λόγου του, απολαμβάνει απεριόριστη ελευθερία να χρησιμοποιεί τον δικό του Λόγο και να μιλά στο δικό του όνομα. Διότι το να πρέπει οι κηδεμόνες του λαού —στα πνευματικά ζητήματα— να είναι και οι ίδιοι ανώριμοι αποτελεί έναν παραλογισμό που οδηγεί στη διαιώνιση των παραλογισμών.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: