Συνέχεια από: Τρίτη 5 Μαίου 2026
Δευτέρα 11 Μαΐου 2026
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie
Τρίτη 5 Μαΐου 2026
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (14)
Συνέχεια από Παρασκευή 1η Μαίου 2026
Nihilism Before Nietzsche
Michael Allen Gillespie
Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ
Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)
Η σπουδαιότητα του νομιναλισμού για οψιμότερα πνευματικά κινήματα υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η κατίσχυση της νομιναλιστικής σκέψης στην Αγγλία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του αγγλικού εμπειρισμού, ειδικά για τους Bacon και Hobbes. Ήταν επίσης σημαντική, αν και δεν αναγνωρίζεται γενικώς, για τη Μεταρρύθμιση, την Αντιμεταρρύθμιση και τον σκεπτικισμό.| Ο Σουάρες έκανε μια σημαντική έρευνα για το είναι, τις ιδιότητες και τη διαίρεση του στο Disputationes Metaphysicae (1597), που επηρέασε την περαιτέρω ανάπτυξη της θεολογίας στον Καθολικισμό. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, συζητήσεις 28–53, ο Σουάρες καθορίζει τη διάκριση μεταξύ ens infinitum (Θεός) και ens finitum (δημιουργημένα όντα). Η πρώτη διαίρεση της ύπαρξης είναι αυτή μεταξύ ens infinitum και ens finitum. Αντί να διαιρείται το ον σε άπειρο και πεπερασμένο, μπορεί επίσης να διαιρεθεί σε ens a se και ens ab alio, δηλαδή όν που είναι από τον εαυτό του και ον που είναι από άλλο. Μια δεύτερη διάκριση που αντιστοιχεί σε αυτήν: ens necessarium και ens contingens, δηλαδή αναγκαίο ον και ενδεχόμενο ον. Ακόμα μια άλλη διατύπωση της διάκρισης είναι μεταξύ ens per essentiam και ens per participationem, δηλαδή όν που υπάρχει λόγω της ουσίας του και όν που υπάρχει μόνο με συμμετοχή σε ένα ον που υπάρχει από μόνο του (eigentlich). Αυτή η διάκριση είχε μόλις προηγουμένως υιοθετηθεί από τον Άγιο Θωμά Ακινάτη στη Summa Theologica. Μια περαιτέρω διάκριση είναι μεταξύ ens increatum και ens creatum, δηλ., άκτιστο ον και κτιστό ον (πλάσμα). Μια τελική διάκριση είναι μεταξύ του να είσαι ως actus purus και όντας ως ens potentiale, δηλαδή, όντας ως καθαρή πραγματικότητα και όντας ως δυνητικό ον. Ο Σουάρες αποφάσισε υπέρ της πρώτης ταξινόμησης του όντος σε ens infinitum και ens finitum ως το πιο θεμελιώδες, σε σχέση με το οποίο αναγνωρίζει τις άλλες ταξινομήσεις. Στην τελευταία συζήτηση 54 ο Suárez ασχολείται με τα entia rationis (όντα της λογικής), τα οποία είναι αδύνατα σκόπιμα αντικείμενα, δηλαδή αντικείμενα που δημιουργούνται από το μυαλό μας αλλά δεν μπορούν να υπάρξουν στην πραγματικότητα. |
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (26)
Συνέχεια από:Τρίτη 28 Απριλίου 2026
Nihilism Before Nietzsche
Michael Allen Gillespie
Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΟ FICHTE ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΕΓΩ
Στον Fichte ο χαρακτήρας του εγώ είναι αμφιλεγόμενος. Ενώ είναι πεπερασμένο με βάση τη συγκεκριμένη του ύπαρξη, είναι άπειρο με βάση την ουσιαστική του δραστηριότητα. Ο Fichte υποστηρίζει ότι όλοι οι τρόποι του εγώ επιδιώκουν να προσαρμοστούν σε αυτή την άπειρη ουσία, στο εγώ που θέτει τον εαυτό του, στην απολύτως ελεύθερη δραστηριότητά του (WL, SW, 1:205· SK, 186). Παρά ταύτα, το ουκ εγώ περιορίζει το εγώ. Επιφανειακά, φαίνεται ότι τέτοιου είδους περιορισμός είναι αδύνατος, αφού θα συνέβαινε μόνο εάν το εγώ ήταν παθητικό μάλλον παρά ενεργητικό, πράγμα αντίθετο προς την ουσία του. Εάν το εγώ περιορίζεται από το ουκ εγώ, πώς θα ήταν απολύτως ελεύθερη δραστηριότητα; Ο Fichte επιχειρεί να επιλύσει αυτή τη φαινομενική αντίφαση διαχωρίζοντας ορθά το εμπειρικό εγώ από το απόλυτο εγώ. Το ουκ εγώ είναι πραγματικό και περιορίζει το εμπειρικό εγώ, αλλά δεν περιορίζει, και δεν μπορεί να περιορίσει, το απόλυτο εγώ. Μολονότι αυτή η λύση φαίνεται ad hoc, δικαιολογείται από τον ριζοσπαστικό ισχυρισμό του Fichte ότι το καθαυτό ουκ εγώ αποτελεί απλώς έκφραση του απόλυτου εγώ. Τόσο το εμπειρικό εγώ όσο και το ουκ εγώ, δηλαδή μεμονωμένα ανθρώπινα υποκείμενα και ο αντικειμενικός κόσμος, σύμφωνα με τον Fichte, αποτελούν εκφράσεις της ελεύθερης δραστηριότητας του απόλυτου εγώ, της άπειρης βούλησης που είναι ουσιώδης τόσο για τον Θεό όσο και για τον άνθρωπο.
Εφ' όσον το ουκ εγώ καθιδρύει τα όρια του εμπειρικού εγώ και είναι αναγκαίο για την ύπαρξή του, το εγώ και το ουκ εγώ, το άπειρο και το πεπερασμένο, πρέπει να συνδέονται. Το θεωρητικό μέρος της "Επιστήμης της γνώσης" εξετάζει όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους το εγώ θέτει τον εαυτό του, όπως προσδιορίζονται από το ουκ εγώ. Ωστόσο όλοι αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Καμία ενότητα δεν μπορεί να καθιδρυθεί. Αυτές οι δύο σφαίρες, ωστόσο, δεν είναι όλως διόλου ασύνδετες. Εάν ήσαν, η εμπειρία θα ήταν αδύνατη, γιατί το εγώ και το ουκ εγώ πρέπει να συναντώνται μεταξύ τους για να υπάρχει εμπειρία. Αυτή η συνάντηση γίνεται δυνατή χάρη στη φαντασία.
Κατανοούμε γενικώς τη φαντασία ως την ικανότητα να διαμορφώνουμε εικόνες, και ειδικά πλασματικές εικόνες ή ψευδαισθήσεις. Ο Fichte αναγνωρίζει αυτή τη συμβατική άποψη, αλλά υποστηρίζει ότι όσες εικόνες παράγονται από τη φαντασία εξαπατούν μόνο εάν υπάρχει κάποια αντικειμενική αλήθεια με βάση την οποία τις αποτιμούμε. Ο Fichte πιστεύει ότι απέδειξε πως δεν υπάρχει τέτοια αλήθεια. Κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες φυσικές μορφές: όλες οι μορφές τίθενται (gesetzt) από το εγώ. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε προσδιορισμένη πραγματικότητα είναι το προϊόν της φαντασίας, που καθιστά το άπειρο ορατό σε πεπερασμένες εικόνες, σε μορφές ή κατηγορίες.
Η φαντασία είναι σε θέση να φέρει εις πέρας αυτό το καθήκον, σύμφωνα με τον Fichte, επειδή στηρίζεται με το ένα πόδι στο άπειρο και με το άλλο στο πεπερασμένο, και ταλαντεύεται ανάμεσά τους. Η φαντασία επιχειρεί να τα συνενώσει παράγοντας μια ενοποιητική εικόνα ή μια μεταφορά που εμφανίζει το άπειρο μέσα στο πεπερασμένο, δίνοντας τη δυνατότητα στο πεπερασμένο να εμφανιστεί ως το πεπερασμένο, δηλαδή σε αντίθεση προς το άπειρο (WL, SW, 1:215· SK, 193). Η εικόνα κάποιου δέντρου, για παράδειγμα, φέρνει στον νου ένα πεπερασμένο ον, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι το διαφοροποιεί από την απειρότητα άλλων πραγμάτων τα οποία δεν είναι. Καθιστά, λοιπόν, ορατά συγχρόνως το πεπερασμένο και το άπειρο. Μέσα σε αυτή την εικόνα η φαντασία συγκρατεί τα αντίθετα χωρίς να τα ενοποιεί, αλλά επίσης χωρίς να επιτρέπει να εκμηδενιστούν αμοιβαία (WL, SW, 1:207· SK, 187). Η φαντασία, ωστόσο, καθώς ταλαντεύεται ανάμεσά τους, τους παρέχει πραγματικότητα και γίνονται αντιληπτά με την ενόραση (WL, SW, 1:226 SK, 202). Το όριο που καθιδρύεται από τη φαντασία δημιουργεί τόσο το δέντρο όσο και το μη δέντρο. Κατανοούμε το καθένα με βάση το άλλο. Εφ' όσον γίνονται αντιληπτά με ενόραση, είναι δυνατόν να αφαιρεθούν και να σταθεροποιηθούν στη φαντασία, δηλαδή μπορεί να γίνουν έννοιες και κατηγορίες. Κατανόηση και επιστήμη υπ' αυτή την έννοια εδράζονται στη δημιουργική δύναμη της φαντασίας, που καθιδρύει τις μορφές και τις κατηγορίες της εμπειρίας.
Σε αντίθεση με την κρατούσα γνώμη, ο Fichte συμπεραίνει ότι η επιστήμη δεν στηρίζεται στη μη αντίφαση αλλά στην αντίθεση του πεπερασμένου και του απείρου μέσα στη φαντασία (WL, SW, 1:214· SK, 192). Γνώση σημαίνει καθίδρυση ορίων, και αυτή η καθίδρυση αποτελεί την ουσία κάθε κρίσης και κατηγορίας. Τα σύνορα παράγουν το νόημά τους από το γεγονός ότι διαχωρίζουν κάθε πράγμα απ' ό,τι δεν είναι. Το σύνορο, ωστόσο, είναι καθοριστικό για τη γνώση μόνο εφ' όσον μπορεί να αναγνωριστεί ως σύνορο. Η κατανόηση είναι επομένως δυνατή μόνο εάν το εγώ είναι υπό κάποια έννοια ήδη πέραν του συνόρου της ενόρασης. Με άλλα λόγια, το υπερβατολογικό γίνεται κατανοητό μονάχα από κάποιο ον το οποίο είναι συνάμα εμπειρικό και υπερβατικό, το οποίο έχει συνάμα πρακτικές και θεωρητικές ικανότητες που υπό μίαν έννοια είναι ενιαίες (WL, SW, 1:278· SK, 245).
Αυτού του είδους η ποιητική επιστήμη, ωστόσο, δεν μπορεί να παρέχει σταθερό θεμέλιο για τη γνώση. Η άπειρη δραστηριότητα δεν γίνεται ποτέ πλήρως κατανοητή σε κάποια εικόνα. Το σύνορο που καθιδρύεται από τη φαντασία και κατόπιν σταθεροποιείται από τον Λόγο με την κατανόηση ανατρέπεται πάντοτε από την άπειρη δραστηριότητα του ίδιου του εγώ, το οποίο αποστρέφεται τους περιορισμούς εν γένει. Η θεωρητική επίλυση της αντίφασης του εγώ και του ουκ εγώ, του απείρου και του πεπερασμένου, δεν κατορθώνει να δημιουργήσει κάποια ικανοποιητική σύνθεση.
Αυτό το συμπέρασμα ήταν μάλλον αναπόφευκτο για τον Fichte. Επαναπροσδιόρισε τον Λόγο με βάση τη φαντασία ως άπειρη δημιουργική βούληση που ζωγραφίζει πεπερασμένες εικόνες της δικής της απειρότητας. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι ποτέ δεν ικανοποιείται με το αποτέλεσμα και διαρκώς αρχίζει να ζωγραφίζει εκ νέου.
Προκειμένου να ανακαλύψει τον δρόμο του μέσα σε αυτή την αχλή, ο Fichte εξωθείται σε επικίνδυνα μέτρα απελπισίας. Εφ' όσον αυτή η ταλάντευση και η διάψευση θα συνεχίζονται επ' άπειρον, ο δεσμός του πεπερασμένου και του απείρου «θα πρέπει μάλλον να κοπεί παρά να χαλαρώσει από ένα απόλυτο διάταγμα του Λόγου, το οποίο ο φιλόσοφος δεν εκδίδει αλλά απλώς αναγγέλλει: Αφού δεν υπάρχει τρόπος να συμφιλιωθούν το ουκ εγώ και το εγώ, ας μην υπάρχει ουκ εγώ καθόλου!» (WL, SW, 1:144· SK, 137). Η διηνεκής ροή εικόνων από τη φαντασία δεν αρκεί. Επειδή το πεπερασμένο δεν θα ενσαρκώσει ποτέ το άπειρο, πρέπει να εξαλειφθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος και να κερδίσει τη δική του άπειρη ουσία μόνο μέσω της εξάλειψης κάθε ετερότητας. Αφού όλες οι μορφές και οι κατηγορίες είναι ψευδαισθήσεις, όλες οι μορφές και οι κατηγορίες πρέπει να ξεριζωθούν.
Έχοντας υπ' όψιν αυτό το συμπέρασμα, κατανοούμε γιατί ο Φίχτε δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την αισθητική κατεύθυνση που χάραξε ο Schiller και η οποία έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο για πολλούς από τους συγχρόνους τους και διαδόχους τους. Η τέχνη στην καλύτερη περίπτωση παράγει μόνο μία προσέγγιση του απείρου. Ο Goethe και άλλοι ήσαν ικανοποιημένοι με αυτή την προσέγγιση, μια και τη θεωρούσαν ως την καλύτερη πιθανότητα για τον άνθρωπο. Για τον Fichte αυτή η στάση είναι μια παραίτηση από την ηθική υπευθυνότητα. Όπως θα δούμε, αυτό το ουτοπικό όνειρο της πραγμάτωσης του απείρου σε αντίθεση προς το νεοανθρωπιστικό ιδανικό της τελειοποιούμενης πεπερασμένης μορφής αποτελεί την ουσία του μηδενισμού κατά τον δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα.
Η πρώιμη μοντέρνα σκέψη ενδιαφερόταν κυρίως για την προστασία και την ευημερία του ανθρώπου, αλλά ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο μερικοί στοχαστές αναγνώριζαν ότι η ελευθερία ήταν ουσιαστική. Η σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και στη φύση, ωστόσο, έμεινε σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητη. Ο Kant αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα και προσπάθησε να θέσει κάποιο θεμέλιο για την αμοιβαία συνύπαρξή τους. Με τον Fichte ο στοχασμός απομακρύνεται από τη συνύπαρξη για να επιβεβαιωθεί η ελευθερία ως απόλυτη, και διατυπώνεται η συνακόλουθη απαίτηση να εκμηδενιστεί ο αντικειμενικός κόσμος. Η ελευθερία και μόνο η ελευθερία πρέπει να άρχει, η καθαρή βούληση ή δραστηριότητα που διαμορφώνει μόνο τον εαυτό της και δεν υπακούει σε νόμους, που γνωρίζει στην καρδιά της ότι είναι η πηγή κάθε νόμου, κάθε λογικής και κάθε οντολογίας. Ωστόσο η εξάλειψη του ουκ εγώ, δηλαδή του αντικειμενικού κόσμου και του αντικειμενικού Λόγου εν γένει, συνεπάγεται την εξάλειψη του εμπειρικού εγώ, γιατί το εμπειρικό εγώ εμφανίζεται μόνο σε συνδυασμό με το ουκ εγώ. Η διακήρυξη ότι το ουκ εγώ πρέπει να εξαλειφθεί είναι συνάμα και η διακήρυξη ότι το εμπειρικό εγώ πρέπει να γίνει απόλυτο, ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει απολύτως απεριόριστος, και άρα απολύτως ελεύθερο ον, πρέπει να γίνει, με άλλα λόγια, Θεός.
Παρασκευή 1 Μαΐου 2026
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (13)
Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Απριλίου 2026
Nihilism Before Nietzsche
Michael Allen Gillespie
Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ
Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)
Η επίδραση της ιδέας περί θεϊκής παντοδυναμίας στην κοσμολογία ήταν εξίσου ρηξικέλευθη. Με την απόρριψη του ρεαλισμού και τον ισχυρισμό της απόλυτης ατομικότητας, τα όντα δεν ήταν δυνατόν πλέον να συλλαμβάνονται ως μελη ειδών ή γενών με συγκεκριμένη φύση ή δυνατότητα. Με αριστοτελικούς όρους, η απόρριψη των τυπικών αιτίων σήμαινε επίσης την απόρριψη των τελικών αιτίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι απέμειναν μόνο η ύλη και η πρόδηλη αιτιότητα. Οι σχέσεις ανάμεσα στα ποικίλα υλικά όντα μπορεί να προσδιοριστούν μόνο με πρόδηλη αιτιότητα, και αυτή η αιτιότητα γίνεται γνωστή μόνο με παρατήρηση. Επιπλέον αφού κάθε συμβάν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο μοναδικών οντοτήτων, δεν υπάρχουν αναγκαίες γενικεύσεις. Ως εκ τούτου η επιστήμη στην καλύτερη περίπτωση είναι απλώς υποθετική.Τετάρτη 29 Απριλίου 2026
Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (12)
Συνέχεια από: Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Nihilism Before Nietzsche
Michael Allen Gillespie
Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ
Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση
Η θεϊκή παντοδυναμία, σύμφωνα με την έποψη του Ockham, συνεπάγεται την ουσιώδη διαφορά του θεϊκού είναι από το είναι όλων των δημιουργημένων όντων, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Δεν υπάρχει μονοσημία τού είναι. Ο Θεός είναι άπειρος, με όλη τη σημασία της λέξης, και ο άνθρωπος είναι ανίκανος να κατακτήσει το άπειρο, είτε υλικά είτε διανοητικά. Επίσης, ο Θεός είναι το μόνο αναγκαίο ον. Ο κόσμος από την ίδια την ουσία του είναι τυχαίος και καθορίζεται μόνο από την αναγκαιότητα που ο Θεός προς στιγμήν του παρέχει. Επομένως δεν υπάρχουν καθολικές έννοιες, ούτε γένη ούτε είδη. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενύπαρκτοι σκοποί για κάποια άτομα που να προκύπτουν από την ουσία των ειδών και να ανταποκρίνονται σε τούτα. Μάλιστα, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ουσία και ύπαρξη. Με άλλα λόγια, οι θεϊκές ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από τα ίδια τα πλάσματα. Καθετί είναι, λοιπόν, απόλυτα ατομικό, δημιουργημένο εκ του μηδενός από τον Θεό είτε άμεσα είτε μέσω δευτερευουσών αιτιών. Κανένα από όσα πράγματα υπάρχουν δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην τέτοιες δευτερεύουσες ή φυσικές αιτίες - ο Θεός είναι το βασικό στήριγμα της δυνατότητας όλων και καθενός εκ των πραγμάτων και μπορεί να διατηρεί οποιοδήποτε πράγμα χωρίς το υπόλοιπο της πραγματικότητας.Ο Ockham αντικαθιστά τον συλλογισμό με την εικασία ως τη βάση για την κατανόηση του Θεού και της φύσης. Η απόρριψη του ρεαλισμού και της θεϊκής φώτισης υπονομεύει κάθε παραγωγική θεολογία και κοσμολογία. Επιπλέον, η απόλυτη ενδεχομενικότητα όλων των δημιουργημένων πραγμάτων σημαίνει ότι δεν υπάρχει αποχρών λόγος για οποιοδήποτε γεγονός, αφού ο Θεός δύναται να διακόπτει όλες τις ακολουθίες φυσικών αιτιών μέσω της potentia absoluta. Η επιστήμη γενικεύει στηριζόμενη σε ό,τι καθιδρύεται με ενόραση, αλλά δεν υπάρχει κάποια αναγκαιότητα, ούτε μπορεί να υπάρξει, για τις αποφάνσεις στις οποίες καταλήγει η επιστήμη.
Ο νομιναλισμός θέτει τα θεμέλια για μια θεολογική επανάσταση. Η θεολογία για τον Ockham δεν είναι παραγωγική ή αναλογική επιστήμη. Η ριζική διαφορά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο σημαίνει ότι τον Θεό και τα βασικά δόγματα της θρησκείας είναι δυνατόν να τα γνωρίσουμε μόνο μέσω αποκάλυψης. Η θεολογία μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη, την απειρότητα και την ανωτερότητα του Θεού, όχι όμως και τη μοναδικότητά του, την αντίληψή του για τα εξωτερικά πράγματα ή την ικανότητά του για ελεύθερη δημιουργία. Ο Ockham υπ’ αυτή την έννοια αντιπροσωπεύει το πρώτο βήμα στον δρόμο για την ενόραση ότι η πίστη είναι η μοναδική βάση για σωτηρία.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ. ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΑΝΕΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΗ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΓΙΑΤΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ, Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟΠΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ Ο ΙΔΙΟΣ, Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.






