Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie

   Συνέχεια από: Τρίτη 5 Μαίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ

Η οφειλή του Nietzsche στον θεωρησιακό ιδεαλισμό

Το ζήτημα της οφειλής του Nietzsche στον θεωρησιακό ιδεαλισμό έχει στο μεγαλύτερο μέρος του αναχθεί στο ζήτημα της οφειλής του στον Hegel. Αυτό δεν είναι κάτι που εκπλήσσει, αφού η έρευνα στον εικοστό αιώνα έχει κατ' επανάληψη παρουσιάσει τον Hegel ως το αποκορύφωμα και την ολοκλήρωση του μετακαντιανού ιδεαλισμού. Όπως είδαμε στο τρίτο και στο τέταρτο κεφάλαιο, μια τέτοια ερμηνεία είναι υπεραπλούστευση που αποκρύπτει τις έντονες διαφορές ανάμεσα στους μετακαντιανούς ιδεαλιστές, και ιδίως ανάμεσα στον Fichte και στον Hegel. Ήταν ο Fichte, και όχι ο Hegel, που έδωσε νέα κατεύθυνση στην καντιανή επανάσταση, στρέφοντάς την προς μια ριζοσπαστική φιλοσοφία της βούλησης. Ο Hegel, αντιθέτως, προσπάθησε να περιορίσει την επαναστατική βουλησιαρχία του Fichte, καθιδρύοντας μια νέα σύνθεση του Λόγου και της βούλησης. Όπως είδαμε από το τέταρτο έως το έκτο κεφάλαιο, αυτό το εγχείρημα απέτυχε επειδή η θεωρησιακή σύνθεση του Hegel δεν έπεισε τους διαδόχους του ότι το ορθολογικό ήταν πραγματικό και ότι το πραγματικό ήταν ορθολογικό. Η γενική τάση να αναχθεί το σύνολο του θεωρησιακού ιδεαλισμού στον Hegel αποσιώπησε έτσι την οφειλή πολλών από τους αντιεγελιανούς στοχαστές του δέκατου ένατου αιώνα σε προγενέστερους ιδεαλιστές, και στον Fichte ειδικότερα. Είδαμε πώς οι πρώτοι Γερμανοί ρομαντικοί, οι αριστεροί εγελιανοί, οι Ρώσοι μηδενιστές και ο Schopenhauer έδρασαν στο πλαίσιο του ασύλληπτου ορίζοντα της φιχτιανής φιλοσοφίας της βούλησης. Το ίδιο ισχύει και για τον Nietzsche.

Ο Nietzsche όφειλε πολλά στη σκέψη του γερμανικού ιδεαλισμού εν γένει, και στον Fichte ιδιαίτερα. Ο Nietzsche, ωστόσο, ουδέποτε αναγνώρισε αυτή την οφειλή, και ίσως να μην το γνώριζε καν. Ούτε ο Hegel ούτε ο Fichte διαβάζονταν ευρέως τις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Ο Windelband επισήμανε το 1878, για παράδειγμα, ότι η γενιά η οποία διάβασε τη Φαινομενολογία του Hegel σιγά σιγά έσβηνε. Ο ίδιος ο Nietzsche στην πραγματικότητα γνώριζε ελάχιστα τη φιλοσοφική παράδοση. Διάβασε μια σειρά έργων της αρχαίας φιλοσοφίας και στην πορεία των φιλολογικών σπουδών του μελέτησε εμπεριστατωμένα την επιτομή των φιλοσοφικών βιογραφιών του Διογένη Λαέρτιου, αλλά οι γνώσεις του για τη μεσαιωνική και σύγχρονη φιλοσοφία ήσαν περιορισμένες. Γνώριζε τον Schopenhauer και είχε διαβάσει αποσπάσματα της "Κριτικής της κρίσης" του Kant, λίγο Montaigne, Spinoza, Voltaire, Rousseau και Emerson, και επιφάνειακά τους Hegel, Strauss και Feuerbach. Οι λοιπές γνώσεις του γι' αυτή την παράδοση προέρχονταν κυρίως από τον Schopenhauer, τον νεοκαντιανό Kuno Fischer και τον υλιστη Friedrich Lange. Διάβαζε Hegel λίγες εβδομάδες πριν ανακαλύψει τον Schopenhauer, αλλά προφανώς δεν επανέκαμψε ποτέ στη μελέτη της σκέψης του. Οι περαιτέρω γνώσεις του για τον Hegel και τους υπόλοιπους Γερμανούς ιδεαλιστές προέρχονταν κυρίως από τους αριστερούς εγελιανούς και τον Schopenhauer, και γενικά αποδέχεται τις διαστρεβλώσεις τους. Ο Nietzsche επομένως είναι πιθανό να μην κατανοούσε ότι η κριτική του και ο μετασχηματισμός του Schopenhauer τον οδηγούσαν πίσω σε μια φιχτιανή φιλοσοφία της βούλησης. Κατά πόσο ο Nietzsche κατανοούσε την οφειλή του σε αυτή την παράδοση δεν είναι, ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα. Ό,τι πραγματικά ενδιαφέρει είναι πως όφειλε πολλά σε αυτή την παράδοση, διότι, όπως είδαμε, στον πυρήνα του μηδενισμού βρίσκεται αυτό το ρεύμα της σύγχρονης σκέψης.

Το πρόβλημα το οποίο θέτει ο Nietzsche στο επίκεντρο της σκέψης του είναι ο θάνατος του Θεού. Οπωσδήποτε δεν ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε αυτό το πρόβλημα. Ο Jacobi και ο Hegel, μεταξύ άλλων, το γνώριζαν ήδη. Στο νου τους συνδεόταν άμεσα με τις αντιφάσεις της σύγχρονης σκέψης που εκφράστηκαν κατά βάση στις καντιανές αντινομίες. Στην πραγματικότητα, για μια ολόκληρη γενιά στοχαστών αυτές οι αντινομίες έδειχναν να ανοίγουν ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο. Εάν ο Θεός δεν ήταν προσιτός στον ανθρώπινο Λόγο και η θεϊκή βούληση δεν επιδρούσε στον φαινομενικό κόσμο, τότε ο Θεός ήταν περιττός και, ανεξαρτήτως προθέσεων και σκοπών, νεκρός.

Ο Kant πίστευε ότι έλυσε το πρόβλημα των αντινομιών με τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό. Για πολλούς από τους άμεσους διαδόχους του, ωστόσο, απλώς δίχασε τη συνείδηση και την κατέστησε αντιφατική. Οι αντινομίες και η προτεινόμενη λύση τους από τον Kant φαίνονταν να διασπούν τον κόσμο στα δύο. Ο θεωρησιακός ιδεαλισμός επιδίωξε να λύσει αυτό το πρόβλημα επανενώνοντας τον κόσμο. Ο Fichte πίστευε ότι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί εάν αποδεικνυόταν ότι ο φαινομενικός κόσμος δεν ήταν ανεξάρτητος, όπως ισχυριζόταν ο Kant, αλλά ότι στην πραγματικότητα είναι το προϊόν μιας απόλυτης βούλησης. Για τον Hegel η συμφιλίωση επιτυγχάνεται εφ' όσον κατανοήσουμε τη διαλεκτική ορθολογικότητα η οποία απορρέει από την αναγκαιότητα της αντίφασης στον πυρήνα των αντινομιών.

Ο Nietzsche, επίσης, θεωρεί τις αντινομίες ως την αποφασιστική καμπή της ευρωπαϊκής σκέψης, όμως δεν τις αντιμετωπίζει ως τρομακτικό πρόβλημα αλλά ως μια μεγάλη ευκαιρία – η μακροχρόνια τυραννία του Λόγου πλησιάζει στο τέλος της και σύντομα θα γίνει δυνατή μια ριζικά νέα δημιουργία. Δεν επιθυμεί επομένως να αποκαταστήσει και να τελειοποιήσει τη χαμένη ενότητα του Λόγου, αλλά να εξυψώσει εκ νέου την ανθρωπότητα με τα φτερά της μουσικής φιλοσοφίας του. Σε συμφωνία με τον Schopenhauer, αντιμετωπίζει τον ιδεαλισμό ως επιστροφή στις ψευδαισθήσεις ενός πλατωνικού χριστιανισμού: «Fichte, Schelling, Hegel, Feuerbach, Strauss – όλη η δυσωδία των θεολόγων και των πατέρων της Εκκλησίας». Μολονότι και αυτός επιδιώκει τη συμφιλίωση, πρόκειται για αισθητική συμφιλίωση που δεν στοχεύει στην εξάλειψη των αντιφάσεων αλλά στην εναρμόνιση και στον εξευγενισμό τους.

Απορρίπτει το εγελιανό συμπέρασμα πως ό,τι είναι ορθολογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό: «Σε αντίθεση με το εγχείρημα του Hegel να εισαγάγει τον Λόγο στην έννοια της ανάπτυξης, θεωρώ την ίδια τη λογική ως ένα είδος άλογου και επουσιώδους χαρακτηριστικού». Κατά την άποψή του, δεν υπάρχει συμφιλίωση. Το διονυσιακό είναι μια αντιφατική ενότητα που συνεχώς ανασυγκροτείται και συνεχώς διαμελίζεται. Είναι η βούληση για δύναμη η οποία επιδιώκει ακατάπαυστα να υπερνικήσει τον εαυτό της, να τον υπερβεί, να συμπεριλάβει όλο και μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης, αλλά η ίδια η επιτυχία της στρέφεται ενάντια στον εαυτό της και αυτοκαταστρέφεται. Η διονυσιακή ενότητα της βούλησης για δύναμη είναι κατά συνέπεια μια εύθραυστη ενότητα και παρέχει τα θεμέλια για μια τραγική, και όχι ορθολογική, εποχή. Η αισιόδοξη λογική του Hegel, σύμφωνα με τον Nietzsche, είναι ασυμβίβαστη με αυτή την τραγική σοφία, και άρα δεν μπορεί να παρέχει τα θεμέλια για την κουλτούρα που ο Nietzsche ελπίζει να καθιδρύσει. Η απόρριψη του Hegel από τον Nietzsche είναι παρόμοια με εκείνη των αριστερών εγελιανών, και γι' αυτό επιστρέφει στον Fichte, με έναν τρόπο που είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν τον κατανοεί.

Υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στον Nietzsche και στον Fichte. Η περισσότερο εμφανής ίσως είναι ότι αμφότεροι τοποθετούν τη βούληση στο επίκεντρο της ερμηνείας τους για τον κόσμο. Αυτό το γεγονός όμως συχνά παραγνωρίζεται εξ αιτίας της ευρέως διαδεδομένης υπόθεσης ότι ο Nietzsche και ο Fichte ενεργούν σε εντελώς διαφορετικά πλαίσια. Η σκέψη του Fichte, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι μια φιλοσοφία της συνείδησης, ενώ η σκέψη του Nietzsche αρχίζει και τελειώνει με τον προσυνειδητό ή υποσυνείδητο κόσμο των παθών, των ενστίκτων και των συναισθημάτων. Επομένως το νόημα και η λειτουργία της βούλησης στο πλαίσιο των αντίστοιχων φιλοσοφιών τους συγκροτούνται σε εντελώς διαφορετική βάση. Αυτή η θεώρηση, ωστόσο, είναι εσφαλμένη. Στην πραγματικότητα, έχουν πολύ περισσότερα κοινά σημεία απ' ό,τι συνήθως εικάζεται. 

Στην πρώιμη σκέψη του ο Nietzsche συχνά χρησιμοποιεί το εννοιολογικό πλαίσιο του γερμανικού ιδεαλισμού. Η περιγραφή του Διονύσου ως απόλυτου υποκειμένου στη Γένεση είναι τυπική και ενδεικτική της οφειλής του στον Fichte. Ο Διόνυσος για τον Nietzsche είναι η «παγκόσμια μεγαλοφυΐα», ο «αρχέγονος καλλιτέχνης του κόσμου», ο οποίος στο πιο θεμελιώδες επίπεδο θέτει τον εαυτό του ως ένα απόλυτο εγώ μέσω του διονυσιακού ποιητή. Σε εννοιολογική γλώσσα που μοιάζει με εκείνη των Fichte και Hegel, ο Nietzsche τον χαρακτηρίζει ως το «μόνο πραγματικά υπαρκτό υποκείμενο», το οποίο είναι «συνάμα υποκείμενο και αντικείμενο». Η πρωιμότερη πραγμάτευση του Διονύσου διαμορφώνεται επομένως σύμφωνα με τις κατηγορίες του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Διόνυσος είναι το απόλυτο υποκείμενο ή το απόλυτο εγώ του οποίου η ουσία είναι βούληση, η οποία είναι η πηγή της διάκρισης ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο καθώς και η βάση για τη συμφιλίωσή τους, και είναι συνάμα η ολότητα και τα καθ' έκαστον όντα. Ενδεχομένως εδώ ο Nietzsche βασίζεται περισσότερο στον Creuzer και στους ρομαντικούς παρά στον Hegel ή στον Fichte, αλλά, όπως είδαμε, αυτή η ρομαντική αντίληψη του διονυσιακού οφείλει πολλά στους Fichte, Schelling και Hegel. Ο γερμανικός ιδεαλισμός υπ' αυτή την έννοια παρέχει το πλαίσιο για το πρόταγμα του Nietzsche.

Είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της μέσης περιόδου ο Nietzsche απομακρύνεται από το υποκειμενιστικό πλαίσιο αυτής της μεταφυσικής του καλλιτέχνη και στρέφεται στη διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους αυτή η υποκειμενικότητα καθοδηγείται και εξαπατάται από ασυνείδητα πάθη και ορμές. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η ψυχολογική έρευνα παραμένει μέσα στη φιχτιανή τροχιά. Όπως διαπιστώσαμε στο τρίτο κεφάλαιο, ο Fichte δεν είναι απλώς ένας φιλόσοφος της συνείδησης. Η ανάλυσή του για τον αποφασιστικό ρόλο του πρακτικού Λόγου είναι στην πραγματικότητα μία ανάλυση για ό,τι συμβαίνει πίσω από τη συνείδηση. Κατά την άποψή του, αρχίζουμε να κατανοούμε την απόλυτη βούληση στην κυριολεξία της έννοιας όχι ως γνωρίζοντα όντα αλλά ως αισθαντικά όντα. Η έρευνα του Nietzsche για τα συναισθήματα ή τα πάθη είναι αναμφίβολα πιο συγκεκριμένη και υλιστική απ' ό,τι του Fichte, αλλά ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση. Ο Fichte ήταν ένας από τους πρώτους που έστρεψαν την προσοχή τους σε αυτό το προσυνειδητό επίπεδο και το συνταύτισαν με τη βούληση. Η σκέψη του επομένως είναι μία από τις σημαντικότερες, αν και παραγνωρισμένες, πηγές της ψυχολογικής προσέγγισης που μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Nietzsche, χρησιμοποίησαν περισσότερο καθαρά και αποτελεσματικά. Ο Nietzsche αναγνώρισε ότι η δική του έννοια της βούλησης οφειλόταν στον Schopenhauer, αλλά δικαίως αισθανόταν ότι αντέστρεψε την έννοια της βούλησης του Schopenhauer. Στα χέρια του η σοπενχαουερική παραίτηση έγινε απόλυτη κατάφαση. Είναι φανερό όμως ότι δεν κατανοούσε τον τρόπο με τον οποίο η δική του αντιστροφή του Schopenhauer ήταν η αντιστροφή της σοπενχάουερικής αντιστροφής του Fichte, πράγμα που τον ανάγκαζε να διαγράψει έναν πλήρη κύκλο και να επιστρέψει στον Fichte. Ο Nietzsche από αυτή την άποψη απλώς αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του Schopenhauer ότι είχε επινοήσει αυτή τη φιλοσοφία της βούλησης.

Η οφειλή του Nietzsche στον Fichte γίνεται καταφανέστερη στην όψιμη σκέψη του. Η στροφή του προς μια περισσότερο μεταφυσική ερμηνεία της βούλησης ύστερα από τη "Χαρούμενη επιστήμη" καθιστά ακόμη πιο πρόδηλη τη συνάφεια με τον Fichte. Για τον Fichte και τον Nietzsche η βούληση είναι ένα περίπλοκο φαινόμενο. Όπως το απόλυτο εγώ, η φιχτιανή βούληση διασκορπίζεται μέσα στην πολλαπλότητα των ανθρώπινων όντων (το εμπειρικό εγώ) και στις μεμονωμένες φυσικές οντότητες (το ουκ εγώ) και επιχειρεί συνεχώς να ανασυγκροτήσει τη χαμένη ενότητά της. Επιδιώκει αυτό τον σκοπό μέσω των μεμονωμένων ανθρώπινων όντων, τα οποία βιώνουν αυτή την ενόρμηση ως πόθο για συμφιλίωση που τα ωθεί να ανατρέψουν κάθε εμπόδιο για τη συνένωση με το απόλυτο, να εξαλείψουν κάθε ετερότητα και να κατασκευάσουν ακόμη πιο επιβλητικές έννοιες, εικόνες και μορφές προκειμένου να αφομοιώσουν το άπειρο. Για τον Fichte η βούληση υπ' αυτή την έννοια είναι θετική, δηλαδή καθιδρύει ή θέτει τον εαυτό της σε αντίθεση με το έτερο, με άλλα λόγια ως την αντίθεση του εμπειρικού εγώ και του ουκ εγώ. Επομένως η σύγκρουση και ο αγώνας για κυριαρχία είναι ουσιώδη, και μέσω αυτού του αγώνα η βούληση είναι σε θέση να εξαλείψει την ετερότητα της φύσης και να την αφομοιώσει μέσα στην επεκτεινόμενη σφαίρα του εαυτού. Για τον Nietzsche η διονυσιακή βούληση για δύναμη διασκορπίζεται συνεχώς μέσα στα κέντρα ισχύος τα οποία αγωνίζονται να κυριαρχήσουν και να καθυποτάξουν τον αντίπαλό τους. Αυτός ο αγώνας, ωστόσο, είναι επίσης ο υποσυνείδητος αγώνας της βούλησης για να ανασυγκροτήσει τη χαμένη ενότητά της, για να ανασυγκροτήσει τον Διόνυσο. Όμοια με τη βούληση του Fichte, η βούληση για δύναμη είναι θετική, ή, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Nietzsche, ποιητική: «Ο κόσμος» διατείνεται ο Nietzsche «είναι ένα αυτοδημιούργητο έργο τέχνης». Και αυτή επίσης θέτει ή καθιδρύει τον εαυτό της ή τις μορφές της ύπαρξής της σε αντίθεση με άλλες. Όπως η βούληση για δύναμη, έτσι και ο Διόνυσος ενεργεί μέσω όλων των πραγμάτων προκειμένου να ανασυγκροτήσει τον εαυτό του, κατακτώντας και καθυποτάσσοντας το σύνολο των όντων μέσα σε μια όλο και περιεκτικότερη δομή δύναμης.

Στην οψιμότερη σκέψη του δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο το εγώ ή το υποκείμενο, αλλά η φύση κατανοημένη ως η βούληση για δύναμη. Σε αυτή την προοπτική ο Nietzsche μετατοπίζεται από την υποκειμενιστική φιχτιανή αφετηρία του προς την κατεύθυνση της φιλοσοφίας της φύσης του Schelling, που ταυτίζει τη βούληση με το αρχέγονο είναι. Με τη μετατόπιση του απόλυτου στη φύση όμως ο Schelling δεν επιδίωκε να καταργήσει την υποκειμενικότητα. Ο στόχος του ήταν να συλλάβει το απόλυτο εγώ μέσω του ουκ εγώ μάλλον παρά μέσω του εμπειρικού εγώ, δηλαδή μέσω του φυσικού κόσμου. και όχι μέσω του εαυτού. Ήταν μία ακόμη προσπάθεια να αντιμετωπιστούν όλα τα όντα ως η έκφραση της απόλυτης βούλησης. Έτσι, για τον Schelling η φύση ως όλον έλαβε τον χαρακτήρα ενός εαυτού ή θεού. Παρά τις διαφορές του με τον Fichte, η σκέψη του παραμένει στην τροχιά της απόλυτης υποκειμενικότητας.

Ο Nietzsche, όπως ο Fichte, ο Schelling και ο Hegel, συλλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπινων και φυσικών όντων ως προβολές ή απορροές της απόλυτης βούλησης. Όπως και εκείνοι, εικάζει ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα όντα καθορίζονται από τις αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτής της βούλησης και από την αρχέγονη ενόρμηση της βούλησης προς την αυτοσυμφιλίωση, παρ' ότι κατανοεί αυτή τη συμφιλίωση περισσότερο ως αυτοκατάκτηση παρά ως χαρούμενη επανένωση. Στη διάρκεια της μέσης περιόδου του δίνει μεγαλύτερο βάρος στις ατομικές βουλήσεις και στις προσπάθειές τους να προτάξουν μία ολότητα, παρά στις προσπάθειες της βούλησης να ανασυγκροτηθεί μέσω των ατομικών βουλήσεων όμως, αφότου διαμόρφωσε την έννοια της βούλησης για δύναμη και της αιώνιας επανάληψης, επανήλθε σε μια περισσότερο ενιαία αντίληψη. Η επιστροφή του Nietzsche στον Διόνυσο τα τελευταία χρόνια της δημιουργικής ζωής του είναι τουλάχιστον μια ένδειξη ότι και αυτός επίσης συνεχίζει να αντιλαμβάνεται τη βούληση όχι απλώς ως καθολική ουσία αλλά και ως ένα είδος εαυτού ή υποκειμένου. Πράγματι, στην οψιμότερη σκέψη του Nietzsche αυτή η ιδεαλιστική θεώρηση του απόλυτου συνδυάζεται με τη ρομαντική έννοια του Διονύσου εν είδει θεού των θεών ο οποίος δημιουργεί τον κόσμο από τον εαυτό του και συνεχώς τον επανενώνει στον εαυτό του. Όπως είδαμε, ωστόσο, αυτή ακριβώς η ρομαντική θεώρηση του Διονύσου οφειλόταν κυρίως στον Fichte.

Μολονότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στον Fichte και στον Nietzsche, καθώς και ανάμεσα στον Nietzsche και στον γερμανικό ιδεαλισμό εν γένει, η βουλησιαρχία του Nietzsche είναι σε τελική ανάλυση πολύ πιο ριζοσπαστική απ' ό,τι στους ιδεαλιστές προκατόχους του, συμπεριλαμβανομένου του Fichte. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις αντίθετες απόψεις τους για την τελολογία. Ο Fichte, για παράδειγμα, θέτει ως ειδοποιό σκοπό του ανθρώπινου αγώνα την πλήρη συμφιλίωση του εμπειρικού εγώ και του απόλυτου εγώ, η οποία θα επιτευχθεί με την εξάλειψη του ουκ εγώ ή του φυσικού κόσμου. Μολονότι ο Fichte παραδέχεται ότι αυτός ό σκοπός δεν επιτυγχάνεται ποτέ, πιστεύει ότι θα πρέπει να κατευθύνει τον ανθρώπινο αγώνα. Άρα η σκέψη του είναι τουλάχιστον στο πνεύμα τελολογική. Ο Nietzsche, αντιθέτως, είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε κάποιον τέτοιο τελικό σκοπό επειδή δεν υπάρχει τέτοιος σκοπός. Για τον Fichte το απόλυτο καθιδρύει τον εαυτό του άπαξ διά παντός για τον Nietzsche αυτό το «απόλυτο», ως Διόνυσος ή βούληση για δύναμη ή αρχέγονη μουσική, πρέπει συνεχώς να επανακαθιδρύεται, και το κάνει με διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφές.

Ο Nietzsche κατανοούσε ότι ένα τέτοιο αδιάλλακτα αντιτελολογικό δόγμα ανάγει τα πάντα στο ανταγωνιστικό χάος του καθαρού γίγνεσθαι. Έτσι, εισήγαγε ένα ισχνό τελολογικό στοιχείο με το δόγμα του για την αιώνια επανάληψη. Καθόσον η αιώνια επανάληψη προσδιορίζει μια οντολογία, ο Nietzsche υπαναχωρεί από την πλήρη απόρριψη της ουσιώδους σχέσης ανάμεσα στην ενότητα και στο είναι. Η αιώνια επανάληψη, ακόμη κι αν την κατανοήσουμε με την πιο ορθόδοξη μεταφυσική έννοια, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μεγάλο κύκλο γύρω από το γίγνεσθαι. Ίσως προϋποθέτει μια ολότητα, αλλά δεν προσδιορίζει κάποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο ή κάποια ιδιαίτερη τάξη στο εσωτερικό της ολότητας. Επομένως, σε αντίθεση με το απόλυτο εγώ του Fichte, η αιώνια επανάληψη δεν προσδιορίζει κάποια ειδοποιό τάξη ή κάποιον ειδοποιό στόχο, και κατά συνέπεια δεν επιβάλλει κάποιο ηθικό καθήκον ή κάποια ηθική υποχρέωση. Ό,τι συμβαίνει συμβαίνει και συμβαίνει ξανά και ξανά, αέναα. Η προσήκουσα στάση προς την ύπαρξη είναι επομένως είτε παραίτηση είτε κατάφαση, η απόρριψη της ύπαρξης ή amor fati. Ο Schopenhauer επέλεξε την πρώτη ο Nietzsche, για λόγους που πραγματευτήκαμε, τη δεύτερη. Πίστευε ότι αυτή είναι η υπέρτατη διονυσιακή στάση προς τη ζωή.

Η αντιτελολογική στάση του Nietzsche είναι επακόλουθο του ισχυρισμού του για τον αισθητικό χαρακτήρα της ύπαρξης. Η θεμελιώδης αρχή του είναι ένας κοσμικός καλλιτέχνης. Για τον Nietzsche το είναι σημαίνει δύναμη ή ενέργεια, επειδή είναι το προϊόν της ποίησης. Ως ένα αυτογεννώμενο έργο τέχνης, η φύση είναι καλλιτεχνική βούληση η οποία συνεχώς αλλά ανεπιτυχώς επιχειρεί να αναπαραστήσει την απειρότητά της με πεπερασμένες μορφές. Μολονότι αυτή η σύλληψη της απόλυτης βούλησης ως κατασκευαστή μάλλον παρά ως ειδήμονα, ως ποιητή παρά ως φιλοσόφου, θυμίζει έντονα τον γερμανικό ιδεαλισμό, στην πραγματικότητα απέχει παρασάγγας ακόμη και από τις ριζοσπαστικότερες μορφές του ιδεαλισμού που επιβεβαιώνουν τη δύναμη και το εύρος της βούλησης. Εδώ ο Nietzsche προσεγγίζει τον Schopenhauer και τους ρομαντικούς. Για τον Nietzsche, όπως και για τον Schopenhauer, η βούληση μπορεί να κάνει τα πάντα. Αντιθέτως, ακόμη και ο Fichte, ο οποίος παραχώρησε στο απόλυτο ένα ευρύ πεδίο δράσης σε σχέση με τους συγχρόνους του, πίστευε ότι η αυτοπαραγωγή του απόλυτου σε μεγάλο βαθμό περιοριζόταν από τους δικούς του προηγούμενους προσδιορισμούς. Δημιούργησε τον κόσμο από τον εαυτό του μέσω μιας αυτοάρνησης και περιοριζόταν στην περαιτέρω δημιουργική δραστηριότητά του από τη δομή του κόσμου τον οποίο δημιούργησε. Η δραστηριότητά του δεν αποβλέπει στην καταστροφή του κόσμου και στη δημιουργία του εξ υπαρχής, αλλά στην τροποποίηση του κόσμου που ήδη εγκαθίδρυσε. Κάθε μεταβολή, σύμφωνα με τον ιδεαλισμό, είναι το αποτέλεσμα μιας προσδιορισμένης μάλλον παρά μιας απόλυτης άρνησης, και κατά συνέπεια ακολουθεί μια διαλεκτική πορεία. Ο Nietzsche, αντιθέτως, φαντάζεται ότι η διονυσιακή βούληση είναι απολύτως ελεύθερη και δεν δεσμεύεται από προγενέστερες ενέργειές της. Η μεταβολή δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας προσδιορισμένης άρνησης αλλά της απόλυτης άρνησης. Η βούληση ισοπεδώνει το έδαφος προκειμένου να ανοιχτεί χώρος για την αυθόρμητη γένεση μιας ριζικά νέας δυνατότητας. Για τον Nietzsche ο μηδενισμός είναι τέτοιου είδους μια ισοπέδωση, και άρα αναγγέλλει μια νέα αυγή. Η κατεύθυνση του Nietzsche σε αυτή την προοπτική αντιστοιχεί με εκείνη των Μπαζάροφ, Bakunin και Nechaev.

Ο Nietzsche, ωστόσο, είναι ακόμη πιο ριζοσπάστης από ό,τι οι Ρώσοι προκάτοχοί του. Η μεταστροφή του από τη λογική και τη διαλεκτική στη μουσική τον ωθεί να τους ξεπεράσει. Μολονότι υιοθετεί τον γενικό στόχο της συμφιλίωσης που χαρακτήριζε τον γερμανικό ιδεαλισμό και τους απογόνους του τον δέκατο ένατο αιώνα, δεν μπορεί να αποφανθεί πως κάποια συγκεκριμένη μορφή συμφιλίωσης είναι ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη. Δεν υπάρχει ένας σκοπός ή μια πορεία προς αυτό τον σκοπό, επειδή ο σκοπός δεν είναι η αλήθεια αλλά το ωραίο, και υπάρχουν πολλές μορφές ωραίου και πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να κατασκευαστεί το ωραίο. Με τα λόγια του Ζαρατούστρα: «Υπάρχουν ακόμη πολλά σπίτια για να οικοδομηθούν». Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μελωδίες που εναρμονίζουν τις αντιφάσεις. Μολονότι η βούληση δεν παύει να αγωνίζεται για μια μουσική συμφιλίωση, αγωνίζεται προς πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις. Μολονότι καθοδηγείται από την ενύπαρκτη τάξη της μουσικής, επιδιώκει μόνο στιγμιαίες φαντασιώσεις και όχι τελικούς σκοπούς. Επειδή δεν έχει πραγματικό σκοπό, δεν έχει επίσης πραγματικό έργο. Στην κοσμική της δραστηριότητα είναι παιχνίδι, ένα «παγκόσμιο παιχνίδι». Μέσω της τέχνης και της καλλιτεχνικής μεγαλοφυΐας ο άνθρωπος είναι δυνατόν να συμμετέχει σε αυτό το παιχνίδι, όχι απλώς ως πιόνι στη σκακιέρα, αλλά ως παίκτης, και μπορεί να απολαμβάνει το παιχνίδι ακόμη και όταν ο ίδιος και τα πιόνια του εκμηδενίζονται.

Αυτό το στοιχείο της σκέψης του Nietzsche έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο μεταμοντέρνο εγχείρημα. Για τον Deleuze και άλλους αυτό ακριβώς το στοιχείο διαχωρίζει τον Nietzsche από το σύνολο της φιλοσοφικής παράδοσης που έχει για τελευταίο καταφύγιό της την εγελιανή διαλεκτική. Είναι επίσης βασικό στοιχείο στις προσπάθειές τους να κατασκευάσουν ένα μεταμοντέρνο τρόπο σκέψης που θα είναι απαλλαγμένος από το περιοριστικό εννοιολογικό πλέγμα της παραδοσιακής φιλοσοφικής σκέψης. Παρ' ότι η έννοια της βούλησης ως ιδιότροπης δραστηριότητας βρίσκεται σε αντίθεση με την τελολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για μια ριζικά νέα ιδέα. Στην πραγματικότητα, αυτή η ιδιότροπη υπερορθολογική βούληση, όπως είδαμε, ενυπήρχε στη νομιναλιστική αντίληψη περί Θεού. Ο Θεός ήταν ο υπερορθολογικός δημιουργός του κόσμου, πέραν κάθε τελολογίας και πέραν του καλού και του κακού. Το δημιούργημά του, επίσης, ήταν κάποιο είδος θεϊκού παιχνιδιού, ενός παιχνιδιού αδιαφορίας. Η απόρριψη της τελολογίας από τον Nietzsche τον απομακρύνει από τη μοντέρνα φιλοσοφία, αλλά μόνο επειδή αυτή η απόρριψη εδράζεται σε προμοντέρνες προκείμενες. Ακόμη και στην πιο ριζοσπαστική του ενσάρκωση ως το παγκόσμιο παιχνίδι ή η καθαρή μουσική, ο Διόνυσος παραμένει στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της βούλησης που έχει τις καταβολές της στον παντοδύναμο Θεό του νομιναλισμού.

Η φιλοσοφική διαμάχη που μαίνεται στις μέρες μας σχετικά με το έργο του Nietzsche περιστρέφεται γύρω από τη συνάφεια της σκέψης του με τη νεοτερικότητα και με το κύριο στοιχείο της μοντέρνας σκέψης, την υποκειμενικότητα. Ο Heidegger, όπως είδαμε, προσπάθησε να υποστηρίξει ότι ο Nietzsche παραμένει προσδεδεμένος στη μεταφυσική, ενώ οι μεταμοντέρνοι στοχαστές στηρίχθηκαν στον Nietzsche για να εξαλείψουν το υποκείμενο. Ο Διόνυσος του Nietzsche, εν τούτοις, είναι συνάμα μοντέρνος και μεταμοντέρνος, καρτεσιανός και μετακαρτεσιανός. Ο Διόνυσος έχει ως αφετηρία τη σφαίρα της υποκειμενικότητας που ο Descartes καθίδρυσε ως εστία του μοντέρνου ανθρώπου, αλλά συγχρόνως την ξεπερνά. Το μεταμοντέρνο στοιχείο στη σκέψη του Nietzsche είναι από πολλές απόψεις ακούσια προμοντέρνο, εφ' όσον απορρέει από τη νομιναλιστική έννοια της βούλησης. Ο Διόνυσος υπ' αυτή την έννοια δεν είναι ένας νέος Θεός ο οποίος εμφανίζεται για να αντικαταστήσει τον παλαιό Θεό που πέθανε, αλλά ο παλαιός Θεός ο οποίος παρουσιάζεται με νέο προσωπείο. Για τον Nietzsche ο Διόνυσος ήταν η απάντηση στον μηδενισμό, τον οποίο θεωρούσε ως την τελευταία μορφή του χριστιανισμού. Είδαμε ότι ο Nietzsche έσφαλλε όσον αφορά την προέλευση του μηδενισμού και εδώ διαπιστώνουμε ότι έσφαλλε εξ ίσου όσον αφορά τη λύση που έδωσε, διότι ο Διόνυσός του δεν είναι ο μέγας ανταγωνιστής του χριστιανικού Θεού αλλά μόνο η πιο πρόσφατη ενσάρκωσή του.

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (14)

   Συνέχεια από Παρασκευή 1η Μαίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)

Η σπουδαιότητα του νομιναλισμού για οψιμότερα πνευματικά κινήματα υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η κατίσχυση της νομιναλιστικής σκέψης στην Αγγλία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του αγγλικού εμπειρισμού, ειδικά για τους Bacon και Hobbes. Ήταν επίσης σημαντική, αν και δεν αναγνωρίζεται γενικώς, για τη Μεταρρύθμιση, την Αντιμεταρρύθμιση και τον σκεπτικισμό.

Ο Λούθηρος και ο Καλβίνος όφειλαν πολλά στον νομιναλισμό, παρ' ότι η έκταση αυτής της οφειλής είναι διαφιλονικούμενη. Μολονότι ο Λούθηρος δεν ήταν κυρίως συστηματικός θεολόγος, υποστήριζε ότι ήταν μαθητής του Ockham και η θεολογία του όφειλε πολλά στον νομιναλιστή Gabriel Biel. Η έμφαση του Λούθηρου στο άτομο και στην άμεση σχέση του με τον Θεό, η υποκατάσταση της σχολαστικής φιλοσοφίας με τη Βίβλο και η απόρριψη της κληρικής ιεραρχίας χάριν της συνείδησης ως οδηγού για την ανθρώπινη δράση οφείλονται στον νομιναλισμό. Ο ίδιος και ο Καλβίνος αντιπαρέθεσαν τη φοβερή παντοδυναμία του Θεού όχι μόνο στη σχολαστική μεταφυσική αλλά και στην αναγεννησιακή επιστήμη και στον ανθρωπισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίφημη επισήμανση του Καλβίνου ότι ο ήλιος δεν ανατέλλει καθημερινά εξ αιτίας του νόμου της φύσης αλλά επειδή το θέλει ο Θεός, με το πρόδηλο συμπέρασμα ότι, εάν ο Θεός δεν το θέλει, ο ήλιος δεν θα ανατείλει.

Παρ' όλο που οι Μεταρρυθμιστές εξαίρουν αυτό τον παντοδύναμο Θεό, επιδιώκουν επίσης να τον κάνουν περισσότερο προσιτό στον άνθρωπο βασιζόμενοι στη Βίβλο και στην καρδιά, στα συναισθήματα, στη συνείδηση και στη βεβαιότητα της πίστης που κερδίζεται μέσω της αποκαλυπτικής εμπειρίας. Ο Θεός της Μεταρρύθμισης είναι λιγότερο αυστηρός και απόμακρος απ' ό,τι ο νομιναλιστικός Θεός, περισσότερο όμοιος με τον Χριστό, εγγύτερος στον άνθρωπο, ένας Θεός της αγάπης, που παραμένει φοβερός και μεγαλοπρεπής, αλλά είναι λιγότερο τρομακτικός απ' ό,τι ο Θεός του Ockham
Αυτός ο Θεός, ωστόσο, συνεχίζει να είναι κατ’ ουσίαν δεσποτικός. Προκαθορίζει τη σωτηρία και την καταδίκη των ανθρώπων σύμφωνα με τη βούλησή του και χωρίς να νοιάζεται για ό,τι τους αξίζει. Η Μεταρρύθμιση, λοιπόν, αποδέχεται και κηρύσσει το νομιναλιστικό δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας, αλλά επιδιώκει να μειώσει τον τρόμο που προκαλεί ανοίγοντας ένα νέο δρόμο για την κατανόηση της θεϊκής βούλησης.

Σε αντίθεση με τη Μεταρρύθμιση, η Αντιμεταρρύθμιση επιχείρησε να επανεδραιώσει τη σχολαστική σύνθεση φιλοσοφίας και θεολογίας σε μια βάση που λάμβανε υπ' όψιν τη νομιναλιστική πρόκληση. Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας ήταν ο Francisco Suarez. Ο Suarez επέκρινε την οκκαμιστική εμμονή ότι οι καθολικές έννοιες είναι απλώς λέξεις και ότι καθετί είναι απολύτως ατομικό, υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Όμως ισχυριζόταν επίσης ότι όσες είναι οι ουσίες που υπάρχουν άλλες τόσες είναι και οι υπάρξεις, δηλαδή ότι υπάρχουν τόσες κατηγορίες όσα είναι και τα ατομικά πράγματα. Επιτέθηκε στον Ockham και σε άλλους νομιναλιστές για ό,τι χαρακτήριζε ως ηθικό θετικισμό, αλλά επέκρινε επίσης τη θεωρία του Ακινάτη για τον νόμο επειδή δεν τόνιζε τη βούληση ως την πηγή του νόμου. 
Ο Σουάρες έκανε μια σημαντική έρευνα για το είναι, τις ιδιότητες και τη διαίρεση του στο Disputationes Metaphysicae (1597), που επηρέασε την περαιτέρω ανάπτυξη της θεολογίας στον Καθολικισμό. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, συζητήσεις 28–53, ο Σουάρες καθορίζει τη διάκριση μεταξύ ens infinitum (Θεός) και ens finitum (δημιουργημένα όντα). Η πρώτη διαίρεση της ύπαρξης είναι αυτή μεταξύ ens infinitum και ens finitum. Αντί να διαιρείται το ον σε άπειρο και πεπερασμένο, μπορεί επίσης να διαιρεθεί σε ens a se και ens ab alio, δηλαδή όν που είναι από τον εαυτό του και ον που είναι από άλλο. Μια δεύτερη διάκριση που αντιστοιχεί σε αυτήν: ens necessarium και ens contingens, δηλαδή αναγκαίο ον και ενδεχόμενο ον. Ακόμα μια άλλη διατύπωση της διάκρισης είναι μεταξύ ens per essentiam και ens per participationem, δηλαδή όν που υπάρχει λόγω της ουσίας του και όν που υπάρχει μόνο με συμμετοχή σε ένα ον που υπάρχει από μόνο του (eigentlich). Αυτή η διάκριση είχε μόλις προηγουμένως υιοθετηθεί από τον Άγιο Θωμά Ακινάτη στη Summa Theologica. Μια περαιτέρω διάκριση είναι μεταξύ ens increatum και ens creatum, δηλ., άκτιστο ον και κτιστό ον (πλάσμα). Μια τελική διάκριση είναι μεταξύ του να είσαι ως actus purus και όντας ως ens potentiale, δηλαδή, όντας ως καθαρή πραγματικότητα και όντας ως δυνητικό ον. Ο Σουάρες αποφάσισε υπέρ της πρώτης ταξινόμησης του όντος σε ens infinitum και ens finitum ως το πιο θεμελιώδες, σε σχέση με το οποίο αναγνωρίζει τις άλλες ταξινομήσεις. Στην τελευταία συζήτηση 54 ο Suárez ασχολείται με τα entia rationis (όντα της λογικής), τα οποία είναι αδύνατα σκόπιμα αντικείμενα, δηλαδή αντικείμενα που δημιουργούνται από το μυαλό μας αλλά δεν μπορούν να υπάρξουν στην πραγματικότητα. 
Η αναζωογόνηση του σχολαστικισμού από τον Suarez οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον νομιναλισμό και χαρακτηριζόταν από αυτόν. Η σπουδαία επιτομή του Disputationes Metaphysicae και η Summa Theologica του Ακινάτη εξακολούθησαν να χρησιμεύουν ως δευτερεύουσες πηγές για τον Αριστοτέλη στο πρόγραμμα όσων σχολών διευθύνονταν από Ιησουίτες και άλλους, αλλά ο ρεαλισμός, που ήταν ουσιώδης για τον σχολαστικισμό, είχε γίνει αναξιόπιστος. Παρ' ότι ο σχολαστικισμός συνέχισε να ακμάζει στην Ισπανία μέχρι τον δέκατο έβδομο αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης θεωρούνταν λίγο πολύ ένα σύνολο λογικών παιγνίων, πράγμα που οδήγησε τον Erasmus, για παράδειγμα, να τον χαρακτηρίσει ως «ανώτερη παραφροσύνη».

Η Αντιμεταρρύθμιση ανακάλυψε μια πολύ ασφαλέστερη πηγή στήριξης στον σκεπτικισμό, που αναμφίβολα οφείλει πολλά στον νομιναλισμό. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαίου σκεπτικισμού, που πραγματοποιήθηκε προς το τέλος του δέκατου πέμπτου και στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα με την αναβίωση των έργων του Σέξτου Εμπειρικού, ασφαλώς έπαιξε σημαντικό ρόλο, αλλά αυτός ο σκεπτικισμός ήταν προ πολλού γνωστός στη χριστιανοσύνη με το έργο του Αυγουστίνου «Κατά των ακαδημαϊκών», και η πλειονότητα των χριστιανών είχε αποδεχθεί τον ισχυρισμό του ότι ο σκεπτικισμός ξεπεράστηκε με την αποκάλυψηΟ νομιναλιστικός Θεός, ωστόσο, έθετε υπό αμφισβήτηση την καθαυτό βεβαιότητα που εγγυόταν ο Θεός του Αυγουστίνου. Ο νομιναλισμός υπ' αυτή την έννοια άνοιξε τις πύλες της πίστης στις επιθέσεις των σκεπτικιστών, αφού αμφισβητούσε την ειλικρίνεια του Θεού. Το εγχείρημα των Μεταρρυθμιστών να αναβιώσουν την αυγουστίνεια ιδέα της θεϊκής φώτισης ως βάση για την εσωτερική βεβαιότητα της πίστης και για τη σωτηρία απειλούνταν ευθύς εξ αρχής από την αντίληψή τους για τη θεϊκή παντοδυναμία, και δυσκολεύονταν να το προασπιστούν απέναντι στα σκεπτικιστικά επιχειρήματα της Αντιμεταρρύθμισης. Ο Erasmus, για παράδειγμα, υποστήριζε στο έργο του «Για την ελευθερία της βούλησης» ότι το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης ήταν πολύ δύσκολο να το κατανοήσουν οι άνθρωποι και πρότεινε μια σκεπτικιστική ταλάντευση της πίστης και την εμμονή στις παραδοσιακές απόψεις της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος ανταπάντησε σε αυτή τη φιντεϊστική επίθεση με τον πασίγνωστο ισχυρισμό του ότι το «Άγιο Πνεύμα δεν είναι σκεπτικιστικό». Η σκεπτικιστική απαίτηση για κάποιο αδιαμφισβήτητο κριτήριο χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία από Αντιμεταρρυθμιστές στοχαστές όπως ο Gentian Herret, για να υπονομεύσουν τη μεταρρυθμιστική ιδέα περί εσωτερικής βεβαιότητας. Αυτός ο σκεπτικισμός, ωστόσο, ήταν δίκοπο μαχαίρι. Οι Μεταρρυθμιστές μάθαιναν γρήγορα από τους αντιπάλους τους και χρησιμοποίησαν σχεδόν εξ ίσου επιτυχώς την ίδια απαίτηση για κάποιο ακλόνητο κριτήριο προκειμένου να υπονομεύσουν την πίστη στην παράδοση που προασπίζονταν ο Erasmus και άλλοι.

Ο σκεπτικισμός αναπτύχθηκε περαιτέρω ως κριτική της ανθρώπινης γνώσης από τον Montaigne στην «Απολογία για τον Ρεϊμόν Σεμπόν» και από τον Francisco Sanchez στο Quod nihil scritur. Ο Sanchez είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το θέμα μας, αφού το δόγμα του επηρέασε έντονα δύο σύγχρονους του Descartes, τους Mersenne και Gassendi. Ο Sanchez ήταν αδιάλλακτος νομιναλιστής, ο οποίος δεν ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για ένα μετριοπαθή σκεπτικισμό μέσω κάποιας αφήγησης για την ανθρώπινη άγνοια και πλάνη, όπως έκαναν ο Montaigne και ο Erasmus, αλλά μέσω μιας κριτικής του Αριστοτέλη και του σχολαστικισμού. Συνδύασε τα πιο επιθετικά ρεύματα του νομιναλισμού και του σχολαστικισμού. Τα επιχειρήματά του και τα επιχειρήματα του Montaigne καθώς και των μαθητών του Montaigne (Pierre Charron και Jean Pierre Camus) επηρέασαν βαθύτατα την παρισινή πνευματική κοινωνία στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, ειδικά τους αποκαλούμενους λιβερτίνους οι οποίοι διέθεταν εξέχουσες κοινωνικές και πολιτικές θέσεις. Συγχρόνως άνδρες όπως ο François Veron χρησιμοποιούσαν αυτά τα επιχειρήματα ενάντια στους καλβινιστές στις σπουδαίες δημόσιες διαμάχες της εποχής.

ΙΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΕ ΕΠΑΘΛΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΙΟΥΣΑ ΠΙΣΤΗ. Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΣ ΘΕΟΣ, ΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΕΙΛΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ.
 ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. ΔΙΑΒΑΣΑΝ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΟΤΙ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΜΗΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΕΟ. 
ΑΛΛΑ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ, ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ. ΤΟ ΕΠΙΝΟΗΣΑΜΕ ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΜΑΣ

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (26)

Συνέχεια από:Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο FICHTE ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΕΓΩ

Ο θεωρητικός Λόγος ως φαντασία

Στο μέρος του συγγράμματός του που αναζητά μια θεωρητική λύση ο Fichte επιχειρεί να επιφέρει τη συμφιλίωση του εγώ και του ουκ εγώ, της ανθρώπινης ελευθερίας και της φυσικής αναγκαιότητας, ερευνώντας τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους το ουκ εγώ περιορίζει το εγώ. Στόχος του είναι να προσδιορίσει κατά πόσο κάποιο από αυτά μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για μια ακέραιη σύνθεση (WL, SW, 1:144· SK, 137). Αυτοί οι ενδιάμεσοι δεσμοί, οι οποίοι γεννιούνται μέσω μιας διαλεκτικής παραγωγής από την εξέταση των πιθανών σχέσεων του εγώ και του ουκ εγώ, είναι οι κατηγορίες της κατανόησης που απαριθμήθηκαν από τον Kant. Αντιπροσωπεύουν τις μορφές ή τις δομές κάθε πιθανής εμπειρίας για τον κόσμο. Ο Kant απλώς υιοθέτησε αυτές τις κατηγορίες από τον πίνακα των κρίσεων που κληρονόμησε από τον σχολαστικισμό. Ο Fichte επιχειρεί να τις παραγάγει διαλεκτικά από τις θεμελιώδεις δομές της καθαυτό κρίσης. Ό,τι γίνεται λίγο πολύ σαφές στη διαδικασία της βασανιστικά δυσνόητης παραγωγής είναι ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει θεωρητική συμφιλίωση του εγώ και του ουκ εγώ. Ελευθερία και υποκειμενικότητα δεν είναι δυνατόν να εξηγηθούν με βάση τους νόμους που διέπουν τον αντικειμενικό κόσμο. Άρα η "Επιστήμη της γνώσης" αποδεικνύει ότι δεν θα κατανοήσουμε το εγώ και την υποκειμενική εμπειρία μας με τον ίδιο τρόπο που κατανοούμε τον αντικειμενικό κόσμο (WL, SW, 1:177· SK, 164).

Αυτό το συμπέρασμα, σύμφωνα με τον Fichte, αποδεικνύει ότι η αντίληψη του Διαφωτισμού για τον Λόγο είναι ανεπαρκής εάν πρόκειται να συλλάβουμε την άπειρη ουσία του εαυτού. Το πρόβλημα του απείρου για τον θεωρητικό Λόγο δεν είναι νέο. Φθάνει μέχρι τους Έλληνες και είναι βασικό πρόβλημα στη διαμάχη νομιναλισμού – ρεαλισμού. Ο Descartes καθιέρωσε μια νέα αντίληψη του απείρου ως βάση για τη συμφιλίωση των πεπερασμένων κατηγοριών του φυσικού Λόγου με τον θεϊκό. Οι αντινομίες έπεισαν τον Kant ότι αυτή η έννοια του απείρου δεν θα συνένωνε το πεπερασμένο και το άπειρο, και γι' αυτό συμβιβάστηκε με τον δυϊσμό του υπερβατολογικού ιδεαλισμού. Για τον Fichte αυτός ο δυϊσμός ήταν απαράδεκτος. Ο Λόγος πρέπει να είναι ένας. Επιχειρεί να εδραιώσει αυτή την ενότητα στη βάση του απείρου που ανακαλύπτει στο απόλυτο εγώ. Υπ' αυτή την έννοια, ακολουθεί την κατεύθυνση που χάραξε ο Descartes με την έννοια της άπειρης βούλησης η οποία είναι κοινή στον Θεό και στον άνθρωπο.

Στον Fichte ο χαρακτήρας του εγώ είναι αμφιλεγόμενος. Ενώ είναι πεπερασμένο με βάση τη συγκεκριμένη του ύπαρξη, είναι άπειρο με βάση την ουσιαστική του δραστηριότητα. Ο Fichte υποστηρίζει ότι όλοι οι τρόποι του εγώ επιδιώκουν να προσαρμοστούν σε αυτή την άπειρη ουσία, στο εγώ που θέτει τον εαυτό του, στην απολύτως ελεύθερη δραστηριότητά του (WL, SW, 1:205· SK, 186). Παρά ταύτα, το ουκ εγώ περιορίζει το εγώ. Επιφανειακά, φαίνεται ότι τέτοιου είδους περιορισμός είναι αδύνατος, αφού θα συνέβαινε μόνο εάν το εγώ ήταν παθητικό μάλλον παρά ενεργητικό, πράγμα αντίθετο προς την ουσία του. Εάν το εγώ περιορίζεται από το ουκ εγώ, πώς θα ήταν απολύτως ελεύθερη δραστηριότητα; Ο Fichte επιχειρεί να επιλύσει αυτή τη φαινομενική αντίφαση διαχωρίζοντας ορθά το εμπειρικό εγώ από το απόλυτο εγώ. Το ουκ εγώ είναι πραγματικό και περιορίζει το εμπειρικό εγώ, αλλά δεν περιορίζει, και δεν μπορεί να περιορίσει, το απόλυτο εγώ. Μολονότι αυτή η λύση φαίνεται ad hoc, δικαιολογείται από τον ριζοσπαστικό ισχυρισμό του Fichte ότι το καθαυτό ουκ εγώ αποτελεί απλώς έκφραση του απόλυτου εγώ. Τόσο το εμπειρικό εγώ όσο και το ουκ εγώ, δηλαδή μεμονωμένα ανθρώπινα υποκείμενα και ο αντικειμενικός κόσμος, σύμφωνα με τον Fichte, αποτελούν εκφράσεις της ελεύθερης δραστηριότητας του απόλυτου εγώ, της άπειρης βούλησης που είναι ουσιώδης τόσο για τον Θεό όσο και για τον άνθρωπο.

Εφ' όσον το ουκ εγώ καθιδρύει τα όρια του εμπειρικού εγώ και είναι αναγκαίο για την ύπαρξή του, το εγώ και το ουκ εγώ, το άπειρο και το πεπερασμένο, πρέπει να συνδέονται. Το θεωρητικό μέρος της "Επιστήμης της γνώσης" εξετάζει όλους τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους το εγώ θέτει τον εαυτό του, όπως προσδιορίζονται από το ουκ εγώ. Ωστόσο όλοι αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Καμία ενότητα δεν μπορεί να καθιδρυθεί. Αυτές οι δύο σφαίρες, ωστόσο, δεν είναι όλως διόλου ασύνδετες. Εάν ήσαν, η εμπειρία θα ήταν αδύνατη, γιατί το εγώ και το ουκ εγώ πρέπει να συναντώνται μεταξύ τους για να υπάρχει εμπειρία. Αυτή η συνάντηση γίνεται δυνατή χάρη στη φαντασία.


Κατανοούμε γενικώς τη φαντασία ως την ικανότητα να διαμορφώνουμε εικόνες, και ειδικά πλασματικές εικόνες ή ψευδαισθήσεις. Ο Fichte αναγνωρίζει αυτή τη συμβατική άποψη, αλλά υποστηρίζει ότι όσες εικόνες παράγονται από τη φαντασία εξαπατούν μόνο εάν υπάρχει κάποια αντικειμενική αλήθεια με βάση την οποία τις αποτιμούμε. Ο Fichte πιστεύει ότι απέδειξε πως δεν υπάρχει τέτοια αλήθεια. Κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες φυσικές μορφές: όλες οι μορφές τίθενται (gesetzt) από το εγώ. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε προσδιορισμένη πραγματικότητα είναι το προϊόν της φαντασίας, που καθιστά το άπειρο ορατό σε πεπερασμένες εικόνες, σε μορφές ή κατηγορίες.

Η φαντασία είναι σε θέση να φέρει εις πέρας αυτό το καθήκον, σύμφωνα με τον Fichte, επειδή στηρίζεται με το ένα πόδι στο άπειρο και με το άλλο στο πεπερασμένο, και ταλαντεύεται ανάμεσά τους. Η φαντασία επιχειρεί να τα συνενώσει παράγοντας μια ενοποιητική εικόνα ή μια μεταφορά που εμφανίζει το άπειρο μέσα στο πεπερασμένο, δίνοντας τη δυνατότητα στο πεπερασμένο να εμφανιστεί ως το πεπερασμένο, δηλαδή σε αντίθεση προς το άπειρο (WL, SW, 1:215· SK, 193). Η εικόνα κάποιου δέντρου, για παράδειγμα, φέρνει στον νου ένα πεπερασμένο ον, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι το διαφοροποιεί από την απειρότητα άλλων πραγμάτων τα οποία δεν είναι. Καθιστά, λοιπόν, ορατά συγχρόνως το πεπερασμένο και το άπειρο. Μέσα σε αυτή την εικόνα η φαντασία συγκρατεί τα αντίθετα χωρίς να τα ενοποιεί, αλλά επίσης χωρίς να επιτρέπει να εκμηδενιστούν αμοιβαία (WL, SW, 1:207· SK, 187). Η φαντασία, ωστόσο, καθώς ταλαντεύεται ανάμεσά τους, τους παρέχει πραγματικότητα και γίνονται αντιληπτά με την ενόραση (WL, SW, 1:226 SK, 202). Το όριο που καθιδρύεται από τη φαντασία δημιουργεί τόσο το δέντρο όσο και το μη δέντρο. Κατανοούμε το καθένα με βάση το άλλο. Εφ' όσον γίνονται αντιληπτά με ενόραση, είναι δυνατόν να αφαιρεθούν και να σταθεροποιηθούν στη φαντασία, δηλαδή μπορεί να γίνουν έννοιες και κατηγορίες. Κατανόηση και επιστήμη υπ' αυτή την έννοια εδράζονται στη δημιουργική δύναμη της φαντασίας, που καθιδρύει τις μορφές και τις κατηγορίες της εμπειρίας.

Σε αντίθεση με την κρατούσα γνώμη, ο Fichte συμπεραίνει ότι η επιστήμη δεν στηρίζεται στη μη αντίφαση αλλά στην αντίθεση του πεπερασμένου και του απείρου μέσα στη φαντασία (WL, SW, 1:214· SK, 192). Γνώση σημαίνει καθίδρυση ορίων, και αυτή η καθίδρυση αποτελεί την ουσία κάθε κρίσης και κατηγορίας. Τα σύνορα παράγουν το νόημά τους από το γεγονός ότι διαχωρίζουν κάθε πράγμα απ' ό,τι δεν είναι. Το σύνορο, ωστόσο, είναι καθοριστικό για τη γνώση μόνο εφ' όσον μπορεί να αναγνωριστεί ως σύνορο. Η κατανόηση είναι επομένως δυνατή μόνο εάν το εγώ είναι υπό κάποια έννοια ήδη πέραν του συνόρου της ενόρασης. Με άλλα λόγια, το υπερβατολογικό γίνεται κατανοητό μονάχα από κάποιο ον το οποίο είναι συνάμα εμπειρικό και υπερβατικό, το οποίο έχει συνάμα πρακτικές και θεωρητικές ικανότητες που υπό μίαν έννοια είναι ενιαίες (WL, SW, 1:278· SK, 245).


Η εικόνα που παράγεται από τη φαντασία θέτει ή προσδιορίζει κάποιο σύνορο ή όριο, και διαχωρίζει το πεπερασμένο και το άπειρο. Συνάμα όμως τα συνενώνει μια και τα καθιστά ορατά σε αυτό το σύνορο. Η ενότητα του πεπερασμένου και του απείρου, που ενσαρκώνεται στις κατηγορίες και είναι ουσιώδης για τη φιλοσοφία και την επιστήμη, είναι λοιπόν προϊόν του συνόρου το οποίο καθιδρύεται από τη φαντασία. Φιλοσοφία και επιστήμη υπ' αυτή την έννοια εδράζονται ουσιαστικά στη φαντασιακή κατασκευή, στην ποίηση με την αρχική, ελληνική σημασία της ποίησης. Συνεχίζουν να προσδιορίζονται στη σκέψη του Fichte ως ορθολογικές, αλλά μόνο χάρη στο γεγονός ότι ο καθαυτό Λόγος επαναπροσδιορίστηκε ως δημιουργικό θέτειν μάλλον παρά ως παθητική ενατένιση του δεδομένου ή αιώνιου.

Αυτού του είδους η ποιητική επιστήμη, ωστόσο, δεν μπορεί να παρέχει σταθερό θεμέλιο για τη γνώση. Η άπειρη δραστηριότητα δεν γίνεται ποτέ πλήρως κατανοητή σε κάποια εικόνα. Το σύνορο που καθιδρύεται από τη φαντασία και κατόπιν σταθεροποιείται από τον Λόγο με την κατανόηση ανατρέπεται πάντοτε από την άπειρη δραστηριότητα του ίδιου του εγώ, το οποίο αποστρέφεται τους περιορισμούς εν γένει. Η θεωρητική επίλυση της αντίφασης του εγώ και του ουκ εγώ, του απείρου και του πεπερασμένου, δεν κατορθώνει να δημιουργήσει κάποια ικανοποιητική σύνθεση.

Αυτό το συμπέρασμα ήταν μάλλον αναπόφευκτο για τον Fichte. Επαναπροσδιόρισε τον Λόγο με βάση τη φαντασία ως άπειρη δημιουργική βούληση που ζωγραφίζει πεπερασμένες εικόνες της δικής της απειρότητας. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι ποτέ δεν ικανοποιείται με το αποτέλεσμα και διαρκώς αρχίζει να ζωγραφίζει εκ νέου
.
Για τον Kant δεν τίθεται τέτοιο πρόβλημα, εφ' όσον διχοτομεί τον Λόγο με τρόπο που δίνει χώρο τόσο για την επιστήμη όσο και για την ηθικότητα, για το πεπερασμένο εγώ και τον αντικειμενικό κόσμο από τη μία πλευρά και για το άπειρο εγώ και την υποκειμενική ελευθερία από την άλλη. Ο Fichte όμως πιστεύει ότι ανακάλυψε πως η καντιανή νησίδα της αλήθειας καθ' εαυτήν είναι απλώς ψευδαίσθηση, πως δεν υπάρχουν σταθερές και αμετάβλητες μορφές και πως καθετί είναι προβολή της φαντασίας πάνω σε στρώματα ομίχλης, όπου η μία εικόνα παραχωρεί τη θέση της σε άλλη. Ο Kant, βέβαια, είχε προβλέψει πως όσοι εγκατέλειπαν το περιβάλλον της νήσου του θα περιέπιπταν σε αυτή ακριβώς τη σύγχυση.

Προκειμένου να ανακαλύψει τον δρόμο του μέσα σε αυτή την αχλή, ο Fichte εξωθείται σε επικίνδυνα μέτρα απελπισίας. Εφ' όσον αυτή η ταλάντευση και η διάψευση θα συνεχίζονται επ' άπειρον, ο δεσμός του πεπερασμένου και του απείρου «θα πρέπει μάλλον να κοπεί παρά να χαλαρώσει από ένα απόλυτο διάταγμα του Λόγου, το οποίο ο φιλόσοφος δεν εκδίδει αλλά απλώς αναγγέλλει: Αφού δεν υπάρχει τρόπος να συμφιλιωθούν το ουκ εγώ και το εγώ, ας μην υπάρχει ουκ εγώ καθόλου!» (WL, SW, 1:144· SK, 137). Η διηνεκής ροή εικόνων από τη φαντασία δεν αρκεί. Επειδή το πεπερασμένο δεν θα ενσαρκώσει ποτέ το άπειρο, πρέπει να εξαλειφθεί. Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος και να κερδίσει τη δική του άπειρη ουσία μόνο μέσω της εξάλειψης κάθε ετερότητας. Αφού όλες οι μορφές και οι κατηγορίες είναι ψευδαισθήσεις, όλες οι μορφές και οι κατηγορίες πρέπει να ξεριζωθούν.

Έχοντας υπ' όψιν αυτό το συμπέρασμα, κατανοούμε γιατί ο Φίχτε δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει την αισθητική κατεύθυνση που χάραξε ο Schiller και η οποία έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο για πολλούς από τους συγχρόνους τους και διαδόχους τους. Η τέχνη στην καλύτερη περίπτωση παράγει μόνο μία προσέγγιση του απείρου. Ο Goethe και άλλοι ήσαν ικανοποιημένοι με αυτή την προσέγγιση, μια και τη θεωρούσαν ως την καλύτερη πιθανότητα για τον άνθρωπο. Για τον Fichte αυτή η στάση είναι μια παραίτηση από την ηθική υπευθυνότητα. Όπως θα δούμε, αυτό το ουτοπικό όνειρο της πραγμάτωσης του απείρου σε αντίθεση προς το νεοανθρωπιστικό ιδανικό της τελειοποιούμενης πεπερασμένης μορφής αποτελεί την ουσία του μηδενισμού κατά τον δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα.

Η πρώιμη μοντέρνα σκέψη ενδιαφερόταν κυρίως για την προστασία και την ευημερία του ανθρώπου, αλλά ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο μερικοί στοχαστές αναγνώριζαν ότι η ελευθερία ήταν ουσιαστική. Η σχέση ανάμεσα στην ελευθερία και στη φύση, ωστόσο, έμεινε σε μεγάλο βαθμό αδιερεύνητη. Ο Kant αντιμετώπισε αυτό το πρόβλημα και προσπάθησε να θέσει κάποιο θεμέλιο για την αμοιβαία συνύπαρξή τουςΜε τον Fichte ο στοχασμός απομακρύνεται από τη συνύπαρξη για να επιβεβαιωθεί η ελευθερία ως απόλυτη, και διατυπώνεται η συνακόλουθη απαίτηση να εκμηδενιστεί ο αντικειμενικός κόσμος. Η ελευθερία και μόνο η ελευθερία πρέπει να άρχει, η καθαρή βούληση ή δραστηριότητα που διαμορφώνει μόνο τον εαυτό της και δεν υπακούει σε νόμους, που γνωρίζει στην καρδιά της ότι είναι η πηγή κάθε νόμου, κάθε λογικής και κάθε οντολογίας. Ωστόσο η εξάλειψη του ουκ εγώ, δηλαδή του αντικειμενικού κόσμου και του αντικειμενικού Λόγου εν γένει, συνεπάγεται την εξάλειψη του εμπειρικού εγώ, γιατί το εμπειρικό εγώ εμφανίζεται μόνο σε συνδυασμό με το ουκ εγώ. Η διακήρυξη ότι το ουκ εγώ πρέπει να εξαλειφθεί είναι συνάμα και η διακήρυξη ότι το εμπειρικό εγώ πρέπει να γίνει απόλυτο, ότι ο άνθρωπος πρέπει να γίνει απολύτως απεριόριστος, και άρα απολύτως ελεύθερο ον, πρέπει να γίνει, με άλλα λόγια, Θεός.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (13)

  Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)

Η επίδραση της ιδέας περί θεϊκής παντοδυναμίας στην κοσμολογία ήταν εξίσου ρηξικέλευθη. Με την απόρριψη του ρεαλισμού και τον ισχυρισμό της απόλυτης ατομικότητας, τα όντα δεν ήταν δυνατόν πλέον να συλλαμβάνονται ως μελη ειδών ή γενών με συγκεκριμένη φύση ή δυνατότητα. Με αριστοτελικούς όρους, η απόρριψη των τυπικών αιτίων σήμαινε επίσης την απόρριψη των τελικών αιτίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι απέμειναν μόνο η ύλη και η πρόδηλη αιτιότητα. Οι σχέσεις ανάμεσα στα ποικίλα υλικά όντα μπορεί να προσδιοριστούν μόνο με πρόδηλη αιτιότητα, και αυτή η αιτιότητα γίνεται γνωστή μόνο με παρατήρηση. Επιπλέον αφού κάθε συμβάν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο μοναδικών οντοτήτων, δεν υπάρχουν αναγκαίες γενικεύσεις. Ως εκ τούτου η επιστήμη στην καλύτερη περίπτωση είναι απλώς υποθετική.

Ο Ockham με αυτό τον τρόπο δημιουργεί τα θεμέλια για μια επιστήμη που βασίζεται στην εμπειρία και στην εικασία, που εξετάζει τις ενδεχόμενες σχέσεις ανάμεσα σε εκτατές οντότητες για να προσδιορίσει τις πρόδηλες αιτίες οι οποίες καθορίζουν την κίνησή τους, και που επιχειρεί να παρέχει ποσοτική μάλλον παρά ποιοτική εξήγηση για τα φαινόμενα. Μολονότι ο Ockham δεν ανέπτυξε στην πραγματικότητα κάποια επιστήμη με βάση αυτές τις αρχές, οι τελευταίες παραμένουν οι αδιαφιλονίκητες οντολογικές και επιστημολογικές προϋποθέσεις για την Αναγέννηση και την πρώιμη μοντέρνα επιστήμη.

Ο νομιναλισμός του Ockham είχε επαναστατικές συνέπειες τόσο για την αυτοκατανόηση του ανθρώπου όσο και για την κατανόηση των σχέσεών του με άλλους ανθρώπους. Σε συμφωνία με τον Αριστοτέλη, ο σχολαστικισμός κατανοούσε γενικώς τον άνθρωπο ως ορθολογικό ζώο το οποίο κατείχε τη δεσπόζουσα θέση στην κατηγοριακή κλίμακα της δημιουργίας και του οποίου ο σκοπός και οι υποχρεώσεις προσδιορίζονταν από τον φυσικό νόμο που καθορίζει αυτή τη θέση. Ο νομιναλισμός απέρριψε αυτή τη θεώρηση του ανθρώπου. Για τον Ockham τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα από τη φύση τους δεν έχουν κάποιο σκοπό, και δεν υπάρχει φυσικός νόμος που να καθορίζει τις ανθρώπινες ενέργειες, όπως φανταζόταν ο Ακινάτης. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος όπως ο Θεός. Από αυτή την άποψη, ο Ockham ακολουθεί τον Duns Scotus, ο οποίος επιβεβαίωνε την ανωτερότητα της βούλησης και την ελευθερία του ανθρώπου με βάση την παρατήρησή του ότι η βούληση μπορεί πάντα να ελέγχει ενέργειες κατανόησης, ενώ η κατανόηση δεν μπορεί ποτέ να ελέγχει τη βούληση. Ο Ockham, ωστόσο, υπερβαίνει τον Scotus ανοίγοντας αυτή τη σφαίρα της ελευθερίας όχι μόνο με το να απορρίπτει τη σχολαστική ιδέα των τελικών αιτίων αλλά και απορρίπτοντας την εφαρμογή της ενεργού αιτίας σε ανθρώπους. Για τον Ockham, λοιπόν, ο άνθρωπος κατ' αρχήν είναι ελεύθερος από την ίδια τη φύση.

Έτσι, ο άνθρωπος τοποθετείται επίσης σε μια προβληματική θέση έναντι του Θεού, αφού η επιβεβαίωση της ανθρώπινης ελευθερίας και ανεξαρτησίας φαίνεται να αντιφάσκει προς την παντοδυναμία του Θεού. Ο Ockham απορρίπτει τη μοιρολατρία που ο Duns Scotus διέβλεπε στο δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας, επειδή εδράζεται στην εσφαλμένη εικασία ότι το παρελθόν είναι αμετάβλητο. Ο Ockham πιστεύει ότι ένας πραγματικά παντοδύναμος Θεός δεν θα υποτασσόταν στον χρόνο, και άρα μπορεί να μεταβάλλει το παρελθόν, να αλλάζει το παρόν ή το μέλλον. Η ανθρώπινη προαίρεση, όμως, συνεχίζει να φαίνεται πλασματική, αφού τα ανθρώπινα όντα είναι δημιουργημένα όντα, που υποτάσσονται στη θεϊκή βούληση. Ο Ockham απορρίπτει αυτό το συμπέρασμα, υποστηρίζοντας, όπως και ο Αυγουστίνος, ότι ο Θεός δίνει στα ανθρώπινα όντα μόνο γενικές ικανότητες και κανόνες για δράση. Ωστόσο αυτή η λύση δεν είναι ικανοποιητική, και η αποτυχία του Ockham να δώσει πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα αφήνει την ανθρώπινη ελευθερία εκτεθειμένη στην απόλυτη τυραννία του Θεού.

Η οντολογική ελευθερία την οποία ο Ockham αποδίδει στα ανθρώπινα όντα δεν συνεπάγεται και ηθική ελευθερία. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ό,τι τους αρέσει δεν σημαίνει πως πρέπει κιόλας να το κάνουν. Υπόκεινται στον ηθικό νόμο που καθιερώνει ο Θεός. Στην πραγματικότητα, η ενοχή τους απορρέει από το γεγονός ότι έχουν την ελευθερία να υπακούν ή να παρακούν, και είναι ελεύθεροι ακόμη και από ωφελιμιστικά κίνητρα, αφού η υπακοή δεν εγγυάται τη σωτηρία και η ανυπακοή δεν καθιστά αναγκαία την καταδίκη. Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στον θεϊκό νόμο λόγω φόβου ή ελπίδας, αλλά λόγω ευγνωμοσύνης προς τον Θεό ως πηγή της ύπαρξής τους. Το αντίστροφο, βέβαια, δεν αληθεύει - ο Θεός δεν έχει ηθική υποχρέωση προς τα ανθρώπινα όντα, και μάλιστα υπό καμία έννοια δεν αντιτάσσεται σε αυτά. Το να υποστηρίξουμε το αντίθετο θα άνοιγε την πόρτα στον πελαγιανισμό.

Το περιεχόμενο του ηθικού νόμου προσδιορίζεται επίσης από αυτή τη ριζική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό. Ό,τι προστάζει δεν είναι ό,τι επιθυμεί ο Θεός αλλά ό,τι επιθυμεί να επιθυμούμε. Ο ηθικός νόμος υπ' αυτή την έννοια υποτάσσεται πλήρως στη θεϊκή επιλογή και δεν έχει καμία συνάφεια με την ικανότητα του ανθρώπινου Λόγου να εξηγεί ή να συμπεραίνει. Δεν αντιστοιχεί σε κάποιες αιώνες αλήθειες που διαμορφώνουν τη βούληση του Θεού και ο Θεός δεν τον επιλέγει επειδή αναγνωρίζει ότι αυτός ο νόμος είναι καλύτερος από κάθε άλλον, αλλά απλώς επειδή έτσι το θέλει. Ο Θεός είναι αδιάφορος για ό,τι επιλέγει και ο ηθικός νόμος δεν είναι καλός αφ' εαυτού του, παρά μόνο επειδή έτσι το θέλει. Επιπλέον, δεν υπάρχουν περιορισμοί που να τίθενται σε ό,τι απαιτεί ο Θεός. Μπορεί ακόμη και να προστάζει να τον μισούμε. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι εντολές του, είναι εξ ορισμού καλές και δεσμευτικές. Η βούληση του Θεού και μόνο προσδιορίζει τι είναι καλό και κακό, και δεν δεσμεύεται από τις δικές του προηγούμενες αποφάσεις.

Η υπακοή στους νόμους του Θεού, σύμφωνα με την ἀποψη του Ockham, δεν εγγυάται τη σωτηρία. Ως απολύτως ελεύθερος, ο Θεός σώζει όποιον επιλέγει. Μάλιστα, σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των προδρόμων του, ο Ockham ισχυρίζεται ότι ο Θεός μπορεί να σώσει όσους δεν έχουν δεχθεί τη θεία χάρη, εάν έτσι το θέλει. Αυτός ο ισχυρισμός, πράγμα ευνόητο άλλωστε, οδήγησε πολλούς να αντιμετωπίσουν τον Ockham ως ημιπελαγιανό, αφού φαίνεται να υπονοεί ότι τα ανθρώπινα όντα μπορεί να σωθούν χωρίς τη θεία χάρη. Ο Ockham θα αντέτασσε το επιχείρημα ότι, αν και κάποιο ανθρώπινο ον μπορεί να σωθεί χωρίς τη θεία χάρη, αυτό θα συμβεί μόνο ως αποτέλεσμα της βούλησης του Θεού και όχι χάρη σε κάποιες δικές του ενέργειες. Μολονότι μια τέτοια αυθαίρετη θεϊκή βούληση μοιάζει να αντιφάσκει προς τη δικαιοσύνη, τίποτα, σύμφωνα με την άποψη του Ockham, δεν θα απείχε τόσο από την αλήθεια όσο αυτό το συμπέρασμα. Ο Θεός έδωσε σε όλα τα ανθρώπινα όντα το δώρο της ζωής και μπορεί να δίνει το επιπλέον δώρο της αιώνιας ζωής σε όσους επιλέγει. Ο Ockham κατ' ουσίαν βελτιώνει την τοποθέτηση που υπερασπίστηκαν ο Ακινάτης, ο Henry του Ghent και ο Scotus, οι οποίοι υποστήριζαν ότι κάθε αμαρτωλό ον αξίζει αιώνια τιμωρία. Ισχυρίζεται ότι κανένα πλάσμα δεν αξίζει εκ φύσεως είτε αιώνια τιμωρία είτε αιώνια ζωή, με βάση κάποια θεϊκή απόφαση που θα έχει ληφθεί εκ των προτέρων και ανεξάρτητα από το ίδιο.

Αυτός ο ηθικός νόμος δεν φανερώνεται από τη φύση ή τη λογική, αλλά μέσω αποκάλυψης. Επιπλέον, αφού ο καθένας σχετίζεται άμεσα και μοναδικά με τον Θεό, δεν υπάρχει οριστική ή επικρατέστερη ερμηνεία της αποκάλυψης. Καθένας, σε τελική ανάλυση, δεσμεύεται μόνο από τη συνείδησή του. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παπική εξουσία σε ζητήματα πίστης εκμηδενίζεται – ουσιαστικά δεν υπάρχουν καλύτερες ή χειρότερες κρίσεις για τον ηθικό νόμο, και επομένως δεν υπάρχει βάση για κληρική εξουσία οποιουδήποτε είδους σε ηθικά ζητήματα. 

Υπάρχουν ακόμη μικρότερα περιθώρια για παπική εξουσία σε πολιτικά ζητήματα. Κάθε άτομο είναι ελεύθερο και μοναδικό. Η αποκλειστική βάση για την ηθική ζωή είναι συνεπώς ο ελεύθερος αυτοκαθορισμός. Τα ανθρώπινα όντα  γεννιούνται ελεύθερα και έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν τον ηγεμόνα τους και, τουλάχιστον φαινομενικά, τη δική τους μορφή διακυβέρνησης. Θα ήταν εσφαλμένο, ωστόσο, να θεωρήσουμε αυτή την απελευθέρωση από τις παραδοσιακές μορφές εξουσίας ως την έλευση του μοντέρνου φιλελευθερισμού. Μολονότι ο νομιναλισμός απορρίπτει με σαφήνεια τη βασική δομή της μεσαιωνικής ζωής και σκέψης, δεν αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως ελεύθερο ον το οποίο είναι ικανό να κυριαρχεί στη φύση και να διασφαλίζει τη θέση του στον κόσμο. Μάλλον κηρύσσει τη μηδαμινότητα των ανθρώπινων όντων σε σύγκριση με τον Θεό. Επιπροσθέτως, αντί να αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως κύριο της φύσης και του δικού του πεπρωμένου, τον αφήνει να περιπλανιέται σε ένα σύμπαν εντελώς εξαρτημένο από τις ιδιοτροπίες της θεϊκής βούλησης. Ο νομιναλισμός δεν φανερώνει την ανατολή ενός νέου διαφωτισμού αλλά τη σκοτεινή μορφή ενός παντοδύναμου και ακατανόητου Θεού.

Παρ' όλο που ο Ockham αφορίστηκε από την Εκκλησία και η διδασκαλία του επανειλημμένως καταδικάστηκε στο Παρίσι μεταξύ των ετών 1339 και 1347, η σκέψη του σύντομα απέκτησε επιρροή σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Δημιουργήθηκε μια ισχυρή οκχαμιστική παράδοση στην Αγγλία, υπό την καθοδήγηση του Thomas Bradwardine, του αρχιεπισκόπου του Καντέρβουρυ, και αργότερα των Robert Holeot και Adam Woodham. Οι οκκαμιστές ήσαν εξ ίσου ισχυροί στο Παρίσι, υπό την ηγεσία του Nicholas του Autrecourt και του John του Mirecourt. Αν και υπήρχαν σαφείς διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους στοχαστές, απέρριπταν ομαδικώς τον ρεαλισμό του παραδοσιακού σχολαστικισμού. Στην πραγματικότητα, η επίδραση του οκκαμισμού εκτός της Ισπανίας, όπου ο σχολαστικισμός συνέχισε να ακμάζει, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε από την εποχή του Λούθηρου υπήρχε, για παράδειγμα, μόνο ένα πανεπιστήμιο στη Γερμανία όπου δεν ηγεμόνευαν οι νομιναλιστές.

Ο νομιναλισμός επιδίωξε να αποσπάσει το ορθολογιστικό πέπλο από το πρόσωπο του Θεού. Με αυτή τη βίαιη ενέργεια η ορθολογική τάξη που ο Αριστοτέλης, οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι σχολαστικοί προσπάθησαν να εδραιώσουν σαρώθηκε και η ανθρωπότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με τον πανίσχυρο Θεό. Ο νομιναλισμός προσέφερε στα ανθρώπινα όντα ένα χριστιανισμό απαλλαγμένο από όλες τις παγανιστικές επιρροές· όμως ήταν συνάμα ένας χριστιανισμός στον οποίο ο Χριστός διαδραμάτιζε ελάσσονα ρόλο. Το δόγμα της Τριάδος διατηρήθηκε, αλλά εξαιρετικά αποδυναμωμένο. Πράγματι, ο Ockham θα μπορούσε να υποστηρίξει αυτό το δόγμα μόνο εάν διέψευδε τη δική του θεωρία για τις καθολικές έννοιες. Μέσα στην Τριάδα, ωστόσο, υπερίσχυσε ο Θεός ως δημιουργός και καταστροφέας, ενώ ο λυτρωτής και ο Θεός της αγά πης χάθηκαν στο παρασκήνιο. Αυτός ο Θεός, που πορεύεται σαν νεογέννητο πέραν του Λόγου και της δικαιοσύνης, πέρα από ελπίδα και αγάπη, ήταν ένας Θεός με άπειρη δύναμη, του οποίου η σκοτεινή και ακατανόητη μορφή ήταν συνάμα αντικείμενο τρόμου, αγάπης και σεβασμού.

Η μορφή αυτού του σκοτεινού Θεού ήταν έντονη πηγή αγωνίας και ανησυχίας· όμως ο περιστασιακός συνδυασμός αυτής της νέας ιδέας για τον Θεό με την εξάπλωση της πανούκλας και το παπικό σχίσμα έφερε το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου. Η ιδέα του νομιναλιστικού Θεού αρχικά αναπτύχθηκε για να επιβεβαιώσει την προτεραιότητα του χριστιανισμού των ευαγγελίων ενάντια στους ισχυρισμούς των ακραιφνέστερων ορθολογιστών σχολαστικών. Η επιτυχία αυτής της ιδέας, ωστόσο, οφειλόταν κυρίως στις περιστάσεις της εποχής. Αυτός ο δεσποτικός και ιδιότροπος Θεός έγινε προοδευτικά πειστικός σε έναν κόσμο κατεστραμμένο από την πανούκλα και τους αλληλοκτόνους πολιτικούς και θεολογικούς αγώνες. Οι ιστορικές περιστάσεις παρείχαν, λοιπόν, ουσιαστικό έρεισμα και σημασία σε αυτή την έννοια του Θεού. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτός ο Θεός ήταν πηγή έντονης ανησυχίας και ανασφάλειας στους επόμενους αιώνες.

Η πνευματική ιστορία αυτής της περιόδου βρίθει προσπαθειών συμφιλίωσης με αυτό τον Θεό, έτσι ώστε να καταστεί λιγότερο επικίνδυνος και τρομακτικός για τα ανθρώπινα όντα. Αυτό ήταν ήδη φανερό στο νομιναλιστικό κίνημα του δέκατου τέταρτου αιώνα. Από τη μία πλευρά, ο Thomas Bradwardine και ο John του Mirecourt επανέλαβαν και σε ορισμένα σημεία ριζοσπαστικοποίησαν τον ισχυρισμό του Ockham όσον αφορά τη θεϊκή ελευθερία και παντοδυναμία καθώς και τη θεϊκή αδιαφορία. Ο Mirecourt, για παράδειγμα, καταδικάστηκε το 1347 για τον κατ' ουσίαν οκκαμιστικό ισχυρισμό του ότι ακόμη και κάποιος μισαλλόδοξος θα κέρδιζε την αιώνια ζωή εάν το ήθελε ο Θεός. Ενώ ο Ockham προσπάθησε να αφήσει χώρο για την ανθρώπινη ελευθερία, ο Bradwardine υποστήριζε ότι «η θεϊκή βούληση είναι η ενεργός αιτία για οτιδήποτε». Από την άλλη πλευρά, οι Nicholas του Autrecourt, John Buridan, Nicholas του Oresme, Albert του Saxony και Marsilius του Inghen στράφηκαν στην επιστημονική έρευνα της φύσης κυρίως επειδή καταστράφηκαν οι ουσιώδεις μορφές, αλλά και επειδή η φύση γινόταν κατανοητή ως αντανάκλαση των κινήσεων της θεϊκής βούλησης.

Η παραδοσιακή μεταφυσική κατανοούσε τον Θεό ως το υπέρτατο ον. Από την προοπτική του νομιναλισμού, όμως, αυτή η περιγραφή είναι αβάσιμη, διότι δεν υφίσταται καμία ιεραρχία όντων ή βαθμοί τελειότητας που να φθάνουν και να συμπεριλαμβάνουν τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι πράγμα, και επομένως δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε έστω και με αναλογίες, όπως διατεινόταν ο Ακινάτης. Από την προοπτική της παραδοσιακής μεταφυσικής, ο νομιναλιστικός Θεός είναι συνεπώς το τίποτα. Αυτό το συμπέρασμα, βέβαια, δεν ανήκει αποκλειστικά στον νομιναλισμό, και μάλιστα διατυπώθηκε εναργέστερα από τον σύγχρονο και γνώριμο του Ockham από την Αβινιόν μέγα Γερμανό μυστικό Μάγιστρο Eckhart. Τούτο το τίποτα, ωστόσο, είναι τίποτα μόνο από την προοπτική της κατηγοριακής μεταφυσικής του Αριστοτέλη και του σχολαστικισμού. Ο Θεός του νομιναλισμού δεν είναι ουσία. Το είναι του εδράζεται στην παντοδυναμία του ως η καθαρή βούληση που είναι η πηγή όλων των πραγμάτων και όλων των σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα. Άρα ο Θεός όχι μόνο κατανοείται μέσω των ενεργειών του, όπως υποστήριξε ο Ακινάτης, είναι οι ενέργειές του. Είναι, με λόγια, η αιτιότητα στην καρδιά της creatio ex nihilo. Η φύση υπ' αυτή την έννοια θεωρείται συλλογή μοναδικών ατομικών οντοτήτων που έλαβαν ύπαρξη και προσδιορίζονται υπαρκτικά από τη θεϊκή βούληση κατανοούμενη ως αιτιότητα. Η έρευνα της φύσης όπως πραγματοποιείται στο πλαίσιο του νομιναλιστικού κινήματος είναι εν μέρει προσπάθεια να επιτευχθεί κάποιος βαθμός ασφάλειας με τη μελέτη της φύσης, η οποία θεωρείται θεόπνευστη ύπαρξη, δηλαδή ύπαρξη εμποτισμένη με θεϊκή βούληση υπό τη μορφή της αιτιότητας. Αυτή η νέα ιδέα για τη σχέση του Θεού και της φύσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο νομιναλιστικό κίνημα αλλά και στην αναγεννησιακή και πρώιμη μοντέρνα επιστήμη, αρχής γενομένης με τον Nicholas της Cusa και συνεχίζοντας μέχρι τους Leibniz και Newton.

ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ, Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ Ή ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ ΔΙΟΤΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΝΟΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΔΙΟΤΙ ΑΝΑΜΕΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (12)

 Συνέχεια από: Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση

Η θεϊκή παντοδυναμία, σύμφωνα με την έποψη του Ockham, συνεπάγεται την ουσιώδη διαφορά του θεϊκού είναι από το είναι όλων των δημιουργημένων όντων, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Δεν υπάρχει μονοσημία τού είναι. Ο Θεός είναι άπειρος, με όλη τη σημασία της λέξης, και ο άνθρωπος είναι ανίκανος να κατακτήσει το άπειρο, είτε υλικά είτε διανοητικά. Επίσης, ο Θεός είναι το μόνο αναγκαίο ον. Ο κόσμος από την ίδια την ουσία του είναι τυχαίος και καθορίζεται μόνο από την αναγκαιότητα που ο Θεός προς στιγμήν του παρέχει. Επομένως δεν υπάρχουν καθολικές έννοιες, ούτε γένη ούτε είδη. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενύπαρκτοι σκοποί για κάποια άτομα που να προκύπτουν από την ουσία των ειδών και να ανταποκρίνονται σε τούτα. Μάλιστα, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ουσία και ύπαρξη. Με άλλα λόγια, οι θεϊκές ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από τα ίδια τα πλάσματα. Καθετί είναι, λοιπόν, απόλυτα ατομικό, δημιουργημένο εκ του μηδενός από τον Θεό είτε άμεσα είτε μέσω δευτερευουσών αιτιών. Κανένα από όσα πράγματα υπάρχουν δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην τέτοιες δευτερεύουσες ή φυσικές αιτίες - ο Θεός είναι το βασικό στήριγμα της δυνατότητας όλων και καθενός εκ των πραγμάτων και μπορεί να διατηρεί οποιοδήποτε πράγμα χωρίς το υπόλοιπο της πραγματικότητας.

Σε οντολογικό επίπεδο, η σκέψη του Ockham αντιπροσωπεύει την ολοκληρωμένη και αδιαμφισβήτητη απόρριψη του ρεαλισμού, εφ’ όσον η δεσμευτική δύναμη των κατηγοριών περιορίζει τη δύναμη του Θεού. Εάν πάρουμε στα σοβαρά τον ρεαλισμό, σε τελική ανάλυση είναι αδύνατον για τον Θεό να εξολοθρεύσει κάποιο άτομο χωρίς να εξολοθρεύσει το είδος. Άρα ο Θεός δεν μπορεί να δημιουργεί καθολικές έννοιες χωρίς να αντιφάσκει, δηλαδή χωρίς να περιορίζεται με έναν τρόπο ασυμβίβαστο με τη παντοδυναμία του. Συνεπώς είναι υποχρεωμένος από την ίδια του τη φύση να δημιουργεί μόνο μεμονωμένα πράγματα. Η θεϊκή παντοδυναμία, εάν κατανοηθεί δεόντως, συνεπάγεται τον απόλυτο ατομικισμό.
Στο λογικό επίπεδο, οι καινοτομίες του Ockham ήσαν εξ ίσου επαναστατικές. Για τον σχολαστικισμό ο οντολογικός ρεαλισμός συμβάδιζε με τη συλλογιστική λογική. Εάν η βασική προκείμενη του ρεαλισμού, η εξωπνευματική ύπαρξη των καθολικών εννοιών, γίνει αποδεκτή και εάν αυτές οι καθολικές έννοιες συνταυτίζονται με τις σκέψεις του Θεού με βάση το νεοπλατωνικό τρόπο του Πορφύριου, του Boethius (Βοήθιου) και των Αράβων, τότε η λογική γίνεται καθολική επιστήμη που εξηγεί τις αναγκαίες και ουσιαστικές σχέσεις όλων των δημιουργημένων πραγμάτων. Καμία ουσιαστική γνώση των Γραφών δεν είναι αναγκαία για να συλλάβουμε την αλήθεια της φύσης. Συνεπώς η απόρριψη του ρεαλισμού υπονομεύει τη συλλογιστική λογική. Εάν όλα τα πράγματα είναι απολύτως ατομικά, τότε οι καθολικές έννοιες είναι απλώς ονόματα (nomina), γλωσσικά εργαλεία που δημιουργήθηκαν από πεπερασμένα ανθρώπινα όντα προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αχανή παράθεση απολύτως μεμονωμένων πραγμάτων. Οι καθολικές έννοιες υπ’ αυτή την έννοια έχουν μόνο λογικό νόημα. Η λογική επομένως γίνεται λογική ονομάτων ή σημείων μάλλον παρά λογική που εκφράζει τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Ο νομιναλισμός αντιτίθεται επίσης στη συλλογιστική επιστήμη του σχολαστικισμού. Όλες οι λογικές εξηγήσεις, σύμφωνα με τον Ockham, είναι απλώς ανθρώπινα δημιουργήματα, τα οποία δεν αντανακλούν θεϊκή σοφία. Ο Θεός κατανοεί κάθε πράγμα ατομικά όπως το δημιούργησε μέσω cognitio intuitiva, και άρα δεν χρειάζεται καθολικές έννοιες. Η ανθρώπινη περατότητα εμποδίζει τους ανθρώπους να συλλάβουν τη δημιουργία απλώς ως σύνολο απολύτως μεμονωμένων πλασμάτων. Κάποια νέα αρχή λογικής εξήγησης είναι λοιπόν αναγκαία. Η αρχή που παρουσιάζει ο Ockham είναι η αρχή της φειδωλίας, το περίφημο ξυράφι του. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η φειδωλία δεν γίνεται η βασική αρχή επειδή πιστεύει η φύση δεν κάνει τίποτε ασκόπως, όπως υποστήριζαν ο Αριστοτέλης και μεταγενέστεροι στοχαστές, αλλά επειδή η φύση είναι απολύτως ατομική και κάθε καθολική έννοια είναι επομένως διαταραχή της πραγματικότητας. Για να περιορίσουμε αυτή τη διαταραχή, είναι αναγκαίο να ελαχιστοποιήσουμε τον αριθμό των καθολικών εννοιών, και γι’ αυτό ο Ockham διατυπώνει αυτή την αρχή ως επιταγή: «Μην πολλαπλασιάζετε τις καθολικές έννοιες ασκόπως».

Η θεϊκή παντοδυναμία, ωστόσο, θέτει ένα θεμελιώδες επιστημολογικό πρόβλημα, αφού αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της θεϊκής απάτης. Αυτό το ενδεχόμενο απορρέει αβίαστα από την έννοια της παντοδυναμίας, επειδή ένας πραγματικά παντοδύναμος Θεός ενεργεί άμεσα, χωρίς να χρησιμοποιεί δευτερεύουσες αιτίες. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μπορεί να διατηρήσει οποιοδήποτε πράγμα ανεξάρτητα από όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Έτσι, για παράδειγμα, ο Θεός μπορεί και διατηρεί την ύπαρξη κάποιου μεμονωμένου ανθρώπινου πλάσματος χωρίς βοηθητικές αιτίες, δηλαδή χωρίς το υπόλοιπο της φύσης. Μπορεί επίσης να συντηρεί την εντύπωση από κάποιο πράγμα όταν το ίδιο το πράγμα δεν υπάρχει πλέον, και μπορεί να ενισχύει την εντύπωση από κάποιο πράγμα χωρίς την αναγκαία παρεμβολή του ίδιου του πράγματος. Για τον Ockham η έννοια της θεϊκής παντοδυναμίας σημαίνει, λοιπόν, ότι τα ανθρώπινα όντα δεν είναι ποτέ δυνατόν να είναι βέβαια ότι κάποια από τις εντυπώσεις που έχουν ανταποκρίνεται σε ένα πραγματικό αντικείμενο.

Υπό μίαν έννοια είναι ανακριβές να αναφερόμαστε σε τούτο εν είδει απάτης, αφού καθετί τελικά προέρχεται από την παντοδύναμη βούληση του Θεού. Η επιλογή του Θεού να ενεργεί μάλλον άμεσα παρά έμμεσα απλώς συντομεύει τον δρόμο της δημιουργίας. Ωστόσο, από την άποψη του ανθρώπινου εγχειρήματος να κατανοηθεί και να ελεγχθεί ο φυσικός κόσμος, η διαφορά ενδέχεται να είναι αποφασιστική. Ο Ockham πιστεύει ότι ο Θεός ενεργεί με τέτοιο τρόπο μόνο σπανίως, αλλά αυτό δεν εξαλείφει το επιστημολογικό πρόβλημα, διότι, ακόμη κι αν δεν επρόκειτο να ενεργήσει ποτέ με τέτοιο τρόπο, η πιθανότητα και μόνο να το κάνει θα αρκούσε για να υπονομεύσει τη βεβαιότητα οποιασδήποτε γνώσης.

Έχοντας να αντιμετωπίσει αυτά τα επιστημολογικά προβλήματα, ο Ockham αναπτύσσει μια νέα αντίληψη της γνώσης, που απορρίπτει τη συλλογιστική επιστήμη του σχολαστικισμού χάριν της φυσικής πραγματικότητας. Η ανθρώπινη γνώση, σύμφωνα με τον Ockham, αρχίζει με την ενορατική γνώση των μεμονωμένων γεγονότων. Συνήθως η γνώση των γεγονότων είναι ασφαλής επειδή δεν υπάρχει διαμεσολάβηση ανάμεσα σε μεμονωμένα πράγματα και στην ανθρώπινη αντίληψη. Τα ανθρώπινα όντα με την ενόραση των γεγονότων μιμούνται τον Θεό, ο οποίος γνωρίζει καθετί ενορατικά. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει γνώση για τα δημιουργημένα πράγματα που να είναι προγενέστερη των πραγμάτων, αφού η ύπαρξή τους δεν είναι λογικά αναγκαία. Για τον Ockham όπως και για τον Duns Scotus ό,τι εξαρτάται από την ελεύθερη απόφαση του Θεού δεν συνάγεται φιλοσοφικά. Κάθε πράγμα είναι ατομικό, μοναδικό και απολύτως ενδεχομενικό. Άρα το κριτήριο της γνώσης δεν είναι η λογική του συλλογισμού και η αλήθεια των προκείμενών του αλλά η βεβαιότητα της ενόρασης. Σε αυτή την προοπτική, εσωτερικά γεγονότα, όπως ενέργειες της βούλησης, τα γνωρίζουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα απ ό,τι αυτά που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις. Ο Ockham παραθέτει τον ισχυρισμό του Αυγουστίνου ότι η μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι η βεβαιότητα πως «γνωρίζω ότι είμαι ζωντανός».

Με αυτό τον τρόπο ο Ockham περιγράφει απέριττα τη σφαίρα της ανθρώπινης γνώσης. Όπως ο Duns Scotus, απορρίπτει την ιδέα της θεϊκής φώτισης, και άρα την πιθανότητα να κατανοήσουμε τον Θεό μέσω εσωστρεφούς αυτοεξέτασης. Απορρίπτει επίσης την ιδέα μιας συλλογιστικής επιστήμης για τη φύση. Στη θέση αμφότερων θέτει την ενόραση γεγονότων, δηλαδή κατασκευασμένων ([fact] από το facere, «ποιώ») ή δημιουργημένων πραγμάτων, και θεωρεί κριτήριο για την αλήθεια τη βεβαιότητα γι’ αυτά τα γεγονότα.[spiritus creator] Ωστόσο η γνώση για τον άνθρωπο δεν μπορεί απλώς να αποτελείται από την ενορατική κατανόηση του κάθε μεμονωμένου πράγματος στην ατομικότητα του. Σε αντίθεση με τον Θεό, ο άνθρωπος χρειάζεται καθολικές έννοιες και γενικεύσεις. Παρά ταύτα, κάθε πολλαπλασιασμός των καθολικών εννοιών είναι απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Η ίδια η γνώση δεν είναι έκφραση της ουσίας των πραγμάτων, όπως ήταν για τον σχολαστικισμό, αλλά έκφραση των ενδεχόμενων σχέσεων ή ομοιοτήτων ανάμεσα σε μεμονωμένες υπάρξεις. Δεν υπάρχουν φυσικά είδη αλλά μόνο μεμονωμένα πράγματα που μοιάζουν αναμεταξύ τους και είναι δυνατόν να συμβολιστούν, δηλαδή να αναπαρασταθούν με κάποιο σημείο. Επομένως γνωρίζουμε μόνο με συσχετίσεις ή κατά προσέγγιση.
Η γνώση έχει μια ποικιλία νοημάτων για τον Ockham. Η επιστήμη, σύμφωνα με την άποψή του, σημαίνει τη βέβαιη γνώση αληθινών προτάσεων και συμπεριλαμβάνει τις αλήθειες της πίστης. Γνωρίζουμε, ακόμη, μέσω προφανών αποφάνσεων βασιζόμενων σε άμεσες ενοράσεις. Επίσης, γνωρίζουμε όποτε έχουμε κάποια πρόδηλη γνώση μιας αναγκαίας αλήθειας που δεν είναι γεγονική, όπως, για παράδειγμα, η αρχή της μη αντίφασης. Τέλος, γνωρίζουμε όταν διαθέτουμε γνώση για κάποια αναγκαία αλήθεια που απορρέει από κάποια πρόδηλη γνώση.

Ο Ockham κάνει διάκριση ανάμεσα σε βέβαιες και πρόδηλες αλήθειες. Οι αλήθειες της θεολογίας, για παράδειγμα, είναι βέβαιες επειδή εδράζονται στις Γραφές, αλλά δεν είναι πρόδηλες, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία γι’ αυτές, επειδή δεν εξαρτώνται από την ενορατική γνώση, όπως συμβαίνει με τις αλήθειες της φυσικής επιστήμης. Η θεολογία επομένως είναι περισσότερο βέβαιη απ’ ό,τι η φυσική επιστήμη, επειδή εδράζεται στην αλάθητη ενόραση του Θεού, ενώ η φυσική επιστήμη εξαρτάται από τις ικανότητες των ανθρώπων, που υποπίπτουν σε πλάνη. Επιπλέον, αφού καθετί στη δημιουργία είναι ενδεχόμενο και η παραγωγή είναι συνεπώς αδύνατη, κάθε γνώση αιτιωδών σχέσεων βασίζεται στην εμπειρία. Επομένως τόσο η θεολογία όσο και η φυσική επιστήμη απαιτούν έρευνα, παρ’ ότι η μέθοδος της έρευνας σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Αμφότερες οι επιστήμες, επίσης, διαφέρουν από τη λογική, η οποία, σύμφωνα με τον Ockham, είναι ορθολογική αλλά όχι πραγματική επιστήμη. Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε μία από τις εναλλακτικές μορφές του ξυραφιού: Κανείς δεν θα πρέπει να επιβεβαιώνει κάποια απόφανση ως αληθινή ή να υποστηρίζει ότι κάτι υπάρχει, εκτός κι αν εξαναγκάζεται να το κάνει επειδή είναι κατάδηλο, αυταπόδεικτο, δηλαδή είναι αποκάλυψη, εμπειρία ή κάποια λογική παραγωγή από αποκεκαλυμμένη αλήθεια ή απόφανση επαληθευμένη μέσω παρατήρησης.

Ο Ockham αντικαθιστά τον συλλογισμό με την εικασία ως τη βάση για την κατανόηση του Θεού και της φύσης. Η απόρριψη του ρεαλισμού και της θεϊκής φώτισης υπονομεύει κάθε παραγωγική θεολογία και κοσμολογία. Επιπλέον, η απόλυτη ενδεχομενικότητα όλων των δημιουργημένων πραγμάτων σημαίνει ότι δεν υπάρχει αποχρών λόγος για οποιοδήποτε γεγονός, αφού ο Θεός δύναται να διακόπτει όλες τις ακολουθίες φυσικών αιτιών μέσω της potentia absoluta. Η επιστήμη γενικεύει στηριζόμενη σε ό,τι καθιδρύεται με ενόραση, αλλά δεν υπάρχει κάποια αναγκαιότητα, ούτε μπορεί να υπάρξει, για τις αποφάνσεις στις οποίες καταλήγει η επιστήμη.
Ο νομιναλισμός θέτει τα θεμέλια για μια θεολογική επανάσταση. Η θεολογία για τον Ockham δεν είναι παραγωγική ή αναλογική επιστήμη. Η ριζική διαφορά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο σημαίνει ότι τον Θεό και τα βασικά δόγματα της θρησκείας είναι δυνατόν να τα γνωρίσουμε μόνο μέσω αποκάλυψης. Η θεολογία μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη, την απειρότητα και την ανωτερότητα του Θεού, όχι όμως και τη μοναδικότητά του, την αντίληψή του για τα εξωτερικά πράγματα ή την ικανότητά του για ελεύθερη δημιουργία. Ο Ockham υπ’ αυτή την έννοια αντιπροσωπεύει το πρώτο βήμα στον δρόμο για την ενόραση ότι η πίστη είναι η μοναδική βάση για σωτηρία.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΙΣΩΣ ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΤΑΥΤΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ. ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΑΝΕΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΗ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΓΙΑΤΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ, Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟΠΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ Ο ΙΔΙΟΣ, Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.