Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικηφόρου του Λεπρού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νικηφόρου του Λεπρού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Ποιες είναι οι δύο νέες σειρές που ετοιμάζει ο Γιώργος Τσιάκκας


Ποια ήταν όμως  η οσία Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη;;

Η Αργυρώ μια κρυφή ασκήτρια μέσα στον κόσμο και η ζωή της στην Σπιναλόγκα. Το λείψανό της ευωδίαζε! Η μαρτυρική Αργυρώ κοιμήθηκε ειρηνικά στις 12 Ιουλίου του 2014 και στην ανακομιδή των λειψάνων της στις 26 Ιουλίου του 2017 φανέρωσε την δόξα της και ευωδίασε το λείψανό της! … Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο...

Η Αργυρώ γεννήθηκε στην Κρήτη σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο γύρω στα 1920. Ήταν μια λεβέντισσα, όμορφη, καλοστημένη! Αγαπήθηκαν μ’ έναν νέο, αλλά πριν προλάβουν να παντρευτούν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Το παλληκάρι έφυγε και πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς. Μετά την συνθηκολόγηση κατέβηκε στην Κρήτη για να αγωνιστεί κι εκεί εναντίον των Γερμανών. Κάποια στιγμή βρίσκεται αιχμάλωτος των Γερμανών να οδηγείται προς εκτέλεσιν.

Πληροφορείται η Αργυρώ τα καθέκαστα και τρέχει στον τόπο της εκτέλεσης. Δέκα Έλληνες είναι στημένοι στον τοίχο κι απέναντί τους δέκα Γερμανοί με προτεταμμένα τα όπλα τους περιμένουν τη διαταγή για να πυροβολήσουν. Η Αργυρώ αγέρωχη, περήφανη, όμορφη σαν θεά περνάει μπροστά τους και μία μία κατεβάζει τις κάνες των όπλων. Όλοι σαστίζουν. Ο στρατιωτικός υπεύθυνος της εκτέλεσης την φωνάζει μπροστά του. «Τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις; «Ο αρραβωνιαστικός μου είναι εδώ. Ή θα τον ελευθερώσεις ή χτύπα κι εμένα!». Ο άνθρωπος υποκλίνεται. Τέτοιο θάρρος, τέτοια αφοσίωση δεν την έχει ξαναδεί. «Πάρ’ τον και φύγε!» της λέει. Μα η Αργυρώ δεν σταματά εδώ. Και τα άλλα παλικάρια είναι Έλληνες, είναι χωριανοί της. Με περίσσιο θάρρος αντιλέγει! «Όχι! Ή όλους ή στήσε με κι εμένα στον τοίχο!» και με τα λόγια αυτά προχωράει προς τους κατάδικους. Ο διοικητής έχει μείνει άφωνος. Οι στρατιώτες τους το ίδιο. Στέλνει μήνυμα στον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιθυμία του να γνωρίσει αυτή την ηρωική Ελληνίδα. Και χαρίζεται η ζωή σε όλους…

Η Αργυρώ κι ο αγαπημένος της παντρεύονται. Αποκτούν ένα παιδάκι. Μετά την γέννα εκδηλώνεται η φοβερή λέπρα στην Αργυρώ. Πρέπει να αφήσει τον άντρα της, το νεογέννητο αγγελούδι της, το σπιτικό της, όλο το στήσιμο της ζωής της και να απομονωθεί στην Σπιναλόγκα, το νησί των καταραμένων. Την περιμένει η κοινή μοίρα αυτών των απόκληρων… Ο πατέρας μένει μ’ ένα λεχούδι στα χέρια. Αναζητάει τροφό για να του το αναστήσει και βρίσκει βοήθεια από μια γυναίκα στα Χανιά, στην άλλη άκρη της Κρήτης. Περνούν λίγοι μήνες.

Η Αργυρώ καίγεται από τη στέρηση του σπλάχνου της και παίρνει μια τρελή απόφαση. Νύχτα βουτάει στη θάλασσα και διασχίζει κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την απέναντι στεριά.

Έχει κάνει έναν μπόγο τα ρούχα της και τα έχει δέσει πάνω στο κεφάλι της. Περπατάει εφτά μερόνυχτα, μόνη, κρυπτόμενη για να μην την αντιληφθούν και την πετροβολήσουν, σχεδόν άσιτη και άποτη και κάποια στιγμή φθάνει στα Χανιά και βρίσκει το σπίτι της τροφού -είχε πάρει τις πληροφορίες της από τα μηνύματα που της έστελνε ο άντρας της. Το βρίσκει έρημο. Κάθεται παράμερα στην αυλή και περιμένει. Κάποια στιγμή έρχονται κάποιοι, μια γυναίκα, δυο-τρεις γριές. Από μακριά τους μιλάει, τους συστήνεται.

«Μόνο να μου πείτε αν είναι καλά το παιδί μου. Μόνο να το δω από μακριά!» τους λέει.

«Το παιδί σου πέθανε χθες το βράδυ! Μόλις το κηδέψαμε, ερχόμαστε από τα μνήματα». Μαζεύει τα συντρίμμια της, τον πόνο της και παίρνει το δρόμο της επιστροφής.

Περνούν λίγα χρόνια. Εκείνη πάντα στην Σπιναλόγκα. Παίρνει μήνυμα από τον άντρα της πως θέλει να παντρευτεί. Εκείνος είναι νέος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας και επιστροφής για την Αργυρώ. «Μ’ όλη μου την καρδιά και την αγάπη μου!», του απαντάει. Και την ημέρα του γάμου κάνει πάλι την ίδια παράτολμη ενέργεια.

Βγαίνει κολυμπώντας και παρευρίσκεται στο γάμο, πάλι από μακριά. Κι όταν τελειώνει το μυστήριο πλησιάζει τη νύφη και της φωνάζει «Έχεις καλόν άντρα. Να τον αγαπάς!…» και της αφήνει και το δώρο της, ένα χρηματικό ποσό που το μάζεψε ψίχουλο-ψίχουλο από το επίδομα που της έδιναν. Και σε κάθε παιδί που γεννούσε αυτή η γυναίκα, έβγαινε με τον ίδιο τρόπο στη βάφτισή του κι άφηνε ένα δώρο, ό,τι μπορούσε η φτώχια της να προσφέρει… Το 1957 το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκα κλείνει. Έχει φθάσει κι εδώ το φάρμακο της λέπρας. Όσοι είχαν την νόσο σε πρώιμα στάδια θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. Οι παλιοί ασθενείς, στους οποίους είχαν προκληθεί ορατές ανεπανόρθωτες βλάβες και οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν ξεχαστεί και από τις οικογένειές τους, αν και θεωρούνταν ασφαλείς πλέον με την θεραπεία στην οποία είχαν και αυτοί υποβληθεί, μεταφέρθηκαν σε ειδική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.

Εδώ η Αργυρώ θα γίνει μια ταπεινή διάκονος των πιο ηλικιωμένων ασθενών. Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο το λεπρό και τον Άγιο Ευμένιο Σαριδάκη και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού. Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο. Μαζί με δυο-τρεις άλλες ομοιοπαθείς γυναίκες έπλεναν, καθάριζαν, περιποιούνταν και νεκροστόλιζαν, όταν ερχόταν η ώρα τους, τις λεπρές αδελφές.

Αξιοσημείωτο είναι και το τάμα που είχαν από παλιά κάνει: «Κάνε, Θεέ μου, να βρεθεί το φάρμακο για τη λέπρα, όχι για μας, για τους νέους που χάνουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους και δεν θα φάμε λάδι στον αιώνα!!!». Κι αφού βρέθηκε το φάρμακο έπρεπε να κρατήσουν την υπόσχεση. Και την κράτησαν. Και δεν έβαλαν λάδι στο στόμα τους. Και το Πάσχα για να κάνουν κατάλυση βουτούσαν το δάχτυλο, το κολοβωμένο απ’ την αρρώστια, στο λάδι της καντήλας και το ακουμπούσαν στα χείλη τους για να τιμήσουν την ημέρα την Ανάστασης χωρίς να πατήσουν τον όρκο τους. Αυτή ήταν η Αργυρώ. Ποιος ξέρει πόσα άλλα διαμάντια έκρυβε η μαρτυρική ζωή της! Αλλά ο Θεός την εφανέρωσε και το λείψανό της ευωδίαζε!

ΥΓ. Με τη Χάρη του Θεού, έχω πάει κάποιες φορές στο Λοιμωδών, στην Αγία Βαρβάρα, όπου έζησα από κοντά την αγιότητα, μίλησα και πήρα την ευχή των 2 κυριών (της κας Κ. και της κας Μ.) που ζουν ακόμη εκεί και οι οποίες γνώριζαν την εν λόγω αγία ψυχή, Αργυρώ..

Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Γ΄,

Σάββατο 7 Μαΐου 2022

παπα-Παύλος Καλλίκας: Θαύμα του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού στο Νοσοκομείο Κυθήρων 16.4.2022

 

παπα-Παύλος Καλλίκας 
Εφημέριος Καρβουνάδας και Κεραμωτού

Σάββατο Λαζάρου.

Το τηλέφωνο του Ιερέα «χτυπάει». Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής η κ. Κ.

«-Πάτερ, ευλογείτε. Λέγομαι Κ.. Η μητέρα μου βρίσκεται σε βαριά κατάσταση στον θάλαμο κόβιντ του Νοσοκομείου. Επιθυμεί διακαώς να κοινωνήσει. Το ίδιο επιθυμώ και εγώ, για εκείνη. Είναι πιστή γυναίκα. Πιστεύω, ότι περιμένει να κοινωνήσει, για να «φύγει» έτοιμη. Το θέλει πολύ. Αιμορραγεί συνεχώς, λίγες οι ώρες της».

«- Πολύ ευχαρίστως, κ. Κ.. Αύριο, Κυριακή, θα της πάω μετά την Θ. Λειτουργία να μεταλάβει Σώμα και Αίμα Χριστού».

                Το τηλέφωνο κλείνει. Ο Ιερέας γνωρίζει. Τόσο ο αγροτικός γιατρός Μ., με τον οποίο έχει μιλήσει τα προηγούμενα 24 ωρα, όσο και η Διευθύνουσα και ο Διοικητής, απαγορεύουν ρητώς, την είσοδο του Ιερέα στον θάλαμο κόβιντ. Φόβοι, φοβίες, ισοπεδωτικά πρωτόκολλα, που δεν γνωρίζουν από πνευματικές ανάγκες, λίγο η διανοητική μόλυνση από τα Μ.Μ.Ε., λίγο η απιστία, ορθώνουν τείχη τεράστια μπροστά τους. Σώμα και Αίμα Χριστού; Ιερέας; Πνευματική ανάγκη; Τελευταίο εφόδιο ψυχής; Άγνωστες και πρωτάκουστες έννοιες. Ίσως, και ενοχλητικές στα αυτιά τους. Τόσο ενοχλητικές, που ο Διοικητής νοιώθει ότι απειλείται. Αν έρθει ο Ιερέας να μεταλάβει τον ασθενή, θα καλέσει την Αστυνομία (!!!).

Ο Ιερέας γνωρίζει. Θα καταφύγει στον Θεό. Έργο Θεού επιτελεί∙ τόσο για την αδήριτη ανάγκη της ψυχής αυτής, της ασθενούς, όσο και για την σκληροκαρδία και απιστία της Διοίκησης του Νοσοκομείου, στην περίπτωση αυτή. Τρέχει. Παρακαλεί τον Άγιο Νικηφόρο τον Λεπρό, τίμιο λείψανο του οποίου φυλάσσει στην Ενορία του. Παρακαλεί με θέρμη.

«- Άγιε μου, κανόνισε εσύ. Πήγαινε μπροστά. Κάνε τους αγάλματα. Μην εμποδισθεί η Θεία Κοινωνία, Άγιέ μου. Μαρμάρωσέ τους. Να μεταλάβει η ψυχή, που διακαώς ποθεί τον Χριστό. Αλλά και να μην καταλογισθεί η αμαρτία, σε όσα από άγνοια απαγορεύουν οι αντικείμενοι».

Κυριακή Βαΐων.

Η Θ. Λειτουργία στο μικρό εκκλησάκι του Αγ. Ηλία, τελειώνει. Ο Ιερέας λέει στον οδηγό-βοηθό του Χ. που θα τον οδηγήσει στο Νοσοκομείο Κυθήρων, τι πρόκειται να γίνει. Είναι ο πρώτος, μετά την κ. Κ., που ακούει για το εγχείρημα.

«- Κοίταξε να δεις, του λέει ο Ιερέας. Ανθρωπίνως, οι πόρτες θα είναι κλειστές. Δεν έχουμε πιθανότητες να μπούμε. Υπάρχει μόνο ένα 2% να γίνει θαύμα, και να κυλήσουν όλα καλά. Να είσαι προετοιμασμένος».

«-Πάτερ μου, σε ακολουθώ. Δεν φοβάμαι. Το μόνο που φοβάμαι είναι το ότι θα μπει στο αυτοκίνητο μου ο ίδιος ο Θεός»!

Ο Ιερέας παίρνει στα δυο του χέρια το Δισκοπότηρο καλυμμένο με το κόκκινο μάκτρο. Καμία άλλη ομιλία, εις το εξής, δεν επιτρέπεται. Το αυτοκίνητο προχωρά αργά και προσεκτικά. Ο Ιερέας νοιώθει τον Άγιο Νικηφόρο να προπορεύεται και να ίπταται με τα μαύρα μοναχικά του ράσα να ανεμίζουν. Με τα σωματικά μάτια ο Ιερέας, δεν βλέπει κάτι. Τα μάτια της ψυχής όμως, είναι παραπάνω σίγουρα για την παρουσία του Αγίου, και δεν λαθεύουν. Βεβαιώνουν το γεγονός.

Φθάνουν. Ο οδηγός παρκάρει το αυτοκίνητο. Ο Ιερέας συγκεντρωμένος στον στόχο του περπατάει με σταθερά βήματα κρατώντας το Άγιο Δισκοπότηρο. Ο υπεύθυνος της πύλης κοιτάει απορημένος. Δεν μιλάει. Δεν κουνάει. Μένει εκεί … άγαλμα. Θα κατηφορίσουν στο μικρό διάδρομο και θα ανέβουν τα σκαλιά για την εξωτερική πόρτα του θαλάμου. Φθάνουν στην τζαμένια πόρτα. Δεν έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση, δεν γνωρίζει κανείς από το προσωπικό την παρουσία του Ιερέα, την ώρα αυτή. Ο βοηθός, που παλεύει να κρατήσει αναμμένο το κερί, ρωτάει αμήχανα τι να κάνει. Ο Ιερέας του κάνει νόημα να χτυπήσει την τζαμένια πόρτα. Δεν περνούν λίγα δευτερόλεπτα και η πόρτα ανοίγει. «– Άγγελος Θεού, μας άνοιξε», σκέφτεται ο Ιερέας, και εισέρχεται. Λίγα βήματα, και μπροστά του η ασθενής. Το ήσυχο, φωτεινό και γαλήνιο πρόσωπο της ασθενούς δεν προδίδει τίποτε από την κρισιμότητα της υγείας της. Το ταλαιπωρημένο κορμί της και τα πολλά σωληνάκια γύρω-γύρω μόνο σε προϊδεάζουν.

Ο Ιερέας στέκεται δίπλα της. Εκείνη ανοίγει τα μάτια. Κοιτά τον Ιερέα και ανοίγει καλά το στόμα της.«– Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού Α. Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον» και με τρεμάμενο το χέρι, που κρατά την λαβίδα, την κοινωνεί. Η ασθενής ήσυχα κλείνει το στόμα της και κατόπιν τα μάτια της. Τόσο απαλά, τόσο ήσυχα, τόσο αθόρυβα. Σαν μικρό παιδί, που του διέκοψες τον ύπνο για να το ταΐσεις και μετά εκείνο ξανακοιμάται αναπαυμένο στην αγκαλιά της μητέρας του. Αποστολή εξετελέσθη. Ο Ιερέας με ικανοποίηση και με θαυμασμό για το μεγαλείο της Ιερωσύνης, που φέρει με την Χάρη του Θεού, αναχωρεί. Πως ένας παντοδύναμος Θεός αξιώνει ένα μικρό άνθρωπο να γίνεται υπηρέτης Του και Υπουργός των Θείων και ανεξιχνίαστων Μυστηρίων Του; Με την δοξολογία στα χείλη, ο Ιερέας, βγαίνει από τον θάλαμο κόβιντ και κατεβαίνει τα σκαλιά. Σφίγγει γεμάτος χαρά το Δισκοπότηρο, που περιέχει το υπόλοιπο Σώμα και Αίμα του Χριστού, το οποίο θα καταλύσει, όταν φθάσει στο Εκκλησάκι.

Δεν κάνει λίγα βήματα και με την άκρη του ματιού του συλλαμβάνει την φιγούρα, του εφημερεύοντα εκείνη την ημέρα, αγροτικού ιατρού Μ., που από την πρώτη στιγμή ήταν, οριζοντίως και καθέτως, αρνητικός στην προσέλευση του Ιερέα. Στέκει εκεί στα 2 μέτρα ασάλευτος και αμίλητος. Άγαλμα. Ο Ιερέας τον προσπερνά και ανηφορίζει τον στενό διάδρομο. Φθάνουν στην πύλη, όπου δεν συναντούν κανέναν, και επιβιβάζονται στο αυτοκίνητο. Ο Άγιος Νικηφόρος είχε επιτελέσει το θαύμα του. Οδήγησε, βοήθησε, άνοιξε διαδρόμους και πόρτες, ώστε η Θ. Κοινωνία να φθάσει στην ψυχή, που ετοιμαζόταν για το ταξίδι της στον ποθούμενο Νυμφίο Χριστό. Σε Αυτόν που λαχταρούσε από την εδώ ζωή να γευθεί, αλλά… της απαγορευόταν αυστηρά.

Λίγο αργότερα, ο Ιερέας κατέλυσε με προσοχή το Άγιο Δισκοπότηρο. Στην επιστροφή για το σπίτι του, σταμάτησε να ευχαριστήσει τον Άγιο Νικηφόρο, προσκυνώντας το τίμιο λείψανό του. Ο Άγιος Νικηφόρος ήταν αυτός που τα έφερε όλα εις πέρας.

Φίλε αναγνώστη, εσύ που καλόπιστα διάβασες το παραπάνω αληθινό και πρόσφατο περιστατικό θα ήθελα να σου πω με βεβαιότητα ότι οι Άγιοι είναι ΖΩΝΤΑΝΟΙ και επεμβαίνουν προς το συμφέρον μας, όταν με πίστη ακουμπάμε επάνω τους. Θα ήθελα, επίσης, να σου πω με βεβαιότητα, ότι τόσο ο ιερός χώρος της Εκκλησίας με τα Ιερά μυστήρια που τελούνται σε αυτόν και τα τίμια λείψανα και τις άγιες εικόνες, που εμπεριέχονται σε αυτόν, αλλά και ο Ιερέας που τελεί αυτά τα άγια Μυστήρια ΜΟΝΟ Χάρη Θεού, Αγιασμό και την Ευλογία του Θεού μεταδίδει, και τίποτε άλλο.

Τελειώνοντας να σημειώσω ότι ακολούθησε μια υπέροχη Μεγάλη Εβδομάδα, και μια πανευφρόσυνη Ανάσταση. Όσον αφορά την ασθενή αυτή, την Μεγάλη Δευτέρα, μια μέρα αφότου δηλαδή κοινώνησε,  έχασε την επαφή της με τον εδώ κόσμο. Ο Θεός διάλεξε να την πάρει κοντά της μετά από μια εβδομάδα, δηλ. την χαρμόσυνη Αναστάσιμη ημέρα της Κυριακής. Ας είναι αιωνία η μνήμη της.

Οι πρεσβείες του Αγίου Νικηφόρου του Λεπρού, ας συντροφεύουν όλους μας και ας μας χαρίζουν, κυρίως, την πνευματική υγεία.

παπα-Παύλος Καλλίκας
Εφημέριος Καρβουνάδας και Κεραμωτού.
«Πᾶνος»