Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ

Του μακαριστού π. Ἀθανάσιου Γέφτιτς*

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται.

Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…

*Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπάνθισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
πρώην Ἐρζεγοβίνης (τῆς Σερβίας) π. Ἀθανασίου Γέφτιτς, μὲ θέμα:
«Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εἰς τὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


... Nα πού βρίσκεται η αληθινή μαγεία του Παπαδιαμάντη. Δε ζητά να τεντώσει τα νεύρα μας, να σείσει πύργους και να επικαλεστεί τέρατα. Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη κι όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να 'χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό, αυτό το "θα μπορούσαμε" είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. "Σα να 'χανε ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου".

... Η ποιητική νοημοσύνη του Παπαδιαμάντη διατρέχει τις σελίδες του, συνεγείρει και μαγνητίζει τις λέξεις, τις υποχρεώνει να συναντηθούν σε μια φράση όπως ο αέρας τα λουλούδια σ' έναν αγρό. Παράξενη ελευθερία που η συμβατική αντίληψη για τη σύνταξη του άλλου Σκιαθίτη [δηλ. του Μωραϊτίδη] δεν της επιτρέπει ν' απλωθεί. Αυτές οι νησίδες των παρομοιώσεων και των μεταφορών που αφθονούν στα κείμενα του πρώτου, χωρίς ποτέ να τα μεταβάλλουν σε πεζοτράγουδα, κάποτε και οι απλές περιγραφές, με μια μόνον, ίσως, ανάμεσά τους ανορθοδοξία (που κι αυτήν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις με την πρώτη ματιά), τέλος μερικές, κατά μέρη άνισα, εισβολές της δημοτικής, απροσδόκητες, αρκούν, για ν' αποσπάσουν τη γλώσσα αυτή απ' την παγερότητα και να κυματίσουν την επιφάνειά της μ' έναν τρόπο που δεν έχει τον όμοιό του στα πεζογραφήματα της εποχής.


Οδυσσέας Ελύτης

Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

«Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε (δεύτερο μέρος)» ΑπόInchiostronero Συντακτικό Επιτελείο

Από τον μύθο του Υπεράνθρωπου στην προπαγάνδα του Ράιχ: πώς ο εικοστός αιώνας ξαναέγραψε τον Νίτσε.

                              «Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε (δεύτερο μέρος)»

Μέσω πολιτικής οικειοποίησης, φιλοσοφικών διαστρεβλώσεων και πολιτιστικής προπαγάνδας, το Τρίτο Ράιχ μετέτρεψε τον Νίτσε σε ένα από τα πνευματικά του σύμβολα.
                                  Inchiostronero Συντακτικό Επιτελείο


Σύνοψη:
Τη δεκαετία του 1930, η φωτογραφία του Αδόλφου Χίτλερ στα Αρχεία του Νίτσε στη Βαϊμάρη απέκτησε μια εξαιρετικά συμβολική αξία: ο Φύρερ παρουσιάστηκε ως ο κληρονόμος της μεγάλης γερμανικής πνευματικής παράδοσης που ενσάρκωσε ο Φρίντριχ Νίτσε. Αλλά αυτή η εικόνα ήταν το τελικό αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτιστικής οικειοποίησης. Μέσω της εκδοτικής χειραγώγησης του «Η Θέληση για Δύναμη» και της διαστρέβλωσης της έννοιας του Υπεράνθρωπου, η νιτσεϊκή σκέψη μετασχηματίστηκε προοδευτικά σε μια υποτιθέμενη φιλοσοφική πρόβλεψη του Εθνικοσοσιαλισμού. Το Τρίτο Ράιχ δεν επιδίωξε μόνο πολιτική κυριαρχία: επιδίωξε και πολιτιστική νομιμοποίηση. Γερμανοί φιλόσοφοι, μουσικοί και καλλιτέχνες επανερμηνεύτηκαν ως πνευματικοί πρόγονοι της νέας Γερμανίας του Χίτλερ. Σε αυτό το κλίμα, η Ευρώπη συνέβαλε αρχικά και στην υποτίμηση του καθεστώτος, που συχνά θεωρούνταν πιθανό προπύργιο ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τον Μπολσεβικισμό. Μόνο μετά το 1945, χάρη στο φιλολογικό έργο των μελετητών και στις νέες κριτικές εκδόσεις, ο μύθος του «Ναζί Νίτσε» άρχισε σιγά σιγά να καταρρέει. Ένας φιλόσοφος επανεμφανίστηκε, πολύ πιο περίπλοκος, ανήσυχος και απομακρυσμένος από τον ολοκληρωτισμό από ό,τι ήθελε να πιστέψει ο εικοστός αιώνας.

Αυτό το δεύτερο μέρος αφηγείται όχι μόνο την πολιτική παραμόρφωση ενός στοχαστή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κάθε εποχή επιχειρεί να ξαναγράψει τους φιλοσόφους σύμφωνα με τους δικούς της φόβους, εμμονές και ιδεολογικές ανάγκες.

Δείκτης 

1.Ο Χίτλερ στο Αρχείο Νίτσε: η συμβολική καθαγίαση
2.Το Τρίτο Ράιχ και η ανάγκη οικειοποίησης των μεγάλων Γερμανών στοχαστών
3.Ευρώπη, αντικομμουνισμός και η αρχική υποτίμηση του Χίτλερ
4.Μετά το 1945: Η Ανακάλυψη του Αληθινού Νίτσε
5.Συμπέρασμα: όταν οι φιλόσοφοι γίνονται πολιτικό έδαφος

Ο Χίτλερ στο Αρχείο Νίτσε: η συμβολική καθαγίαση

Όταν ο Αδόλφος Χίτλερ επισκέφθηκε το Αρχείο Νίτσε στη Βαϊμάρη, η συνάντηση είχε μια σημασία που ξεπερνούσε κατά πολύ μια απλή πολιτιστική τελετή. Δεν ήταν απλώς ένας φόρος τιμής από έναν πολιτικό σε έναν μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο. Αυτή η επίσκεψη αντιπροσώπευε την οριστική συμβολική καθιέρωση του Νίτσε ως μιας μορφής που πλέον ενσωματώνεται στη φαντασία του Τρίτου Ράιχ.

Τον Χίτλερ υποδέχτηκε η Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε, ηλικιωμένη πλέον αλλά με πλήρη επίγνωση της πολιτικής σημασίας του γεγονότος. Η αδερφή του φιλοσόφου έβλεπε τον Φύρερ ως τον αποκαταστάτη του γερμανικού μεγαλείου και θεωρούσε τον Εθνικοσοσιαλισμό μια ιστορική υλοποίηση της εθνικής υπερηφάνειας που πάντα έδειχνε. Φωτογραφίες από τη συνάντηση κυκλοφόρησαν προσεκτικά: ο Χίτλερ δίπλα στην προτομή του Νίτσε, ο Χίτλερ στον χώρο που στέγαζε την κληρονομιά του φιλοσόφου, ο Χίτλερ σχεδόν παρουσιαζόμενος ως ο πνευματικός διάδοχος μιας γερμανικής πολιτιστικής αποστολής.

Η εικόνα κατείχε τεράστια δύναμη. Σε μια Γερμανία που αναζητούσε συνεχώς πνευματικές ρίζες για να νομιμοποιήσει τη νέα της δύναμη, ο Νίτσε έγινε ένα ιδανικό σύμβολο: ο φιλόσοφος της θέλησης, της δύναμης και της υπερνίκησης του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είχε και τόση σημασία που πολλές πτυχές της σκέψης του ήταν ασυμβίβαστες με τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Η προπαγάνδα δεν απαιτούσε φιλολογική ακρίβεια· χρειαζόταν μύθους.

Το Αρχείο Νίτσε έπαιξε έτσι καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της αφήγησης. Δεν ήταν απλώς ένας χώρος πολιτιστικής διατήρησης, αλλά ένας χώρος πολιτικής εκπροσώπησης. Η Βαϊμάρη, μια πόλη-σύμβολο του κλασικού γερμανικού πολιτισμού, έγινε το σημείο συνάντησης μεταξύ της γερμανικής πνευματικής παράδοσης και του νέου Ράιχ του Χίτλερ.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την επίσημη σκηνοθεσία κρυβόταν μια βαθιά αντίφαση. Ο Νίτσε δεν εμπιστευόταν τις οργανωμένες μάζες, τον φανατικό εθνικισμό και τη συλλογική υπακοή. Το Τρίτο Ράιχ, αντίθετα, στήριζε την εξουσία του ακριβώς στην πλήρη κινητοποίηση των μαζών και στην υποταγή του ατόμου στο κράτος.

Αλλά μέχρι τη δεκαετία του 1930, αυτή η αντίφαση είχε σχεδόν αποκρυβεί πλήρως. Η ίδια η Ευρώπη εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τον Χίτλερ με μια αμφισημία που σήμερα φαίνεται δύσκολο να κατανοηθεί πλήρως. Μετά τις συνεχείς εδαφικές παραχωρήσεις - από τη Ρηνανία μέχρι την Αυστρία και τη Σουδητία - πολλοί δυτικοί πολιτικοί κύκλοι έβλεπαν τη ναζιστική Γερμανία κυρίως ως πιθανό προπύργιο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Σε ορισμένους ευρωπαϊκούς συντηρητικούς κύκλους, ο Χίτλερ εμφανιζόταν ακόμη και ως «Δούρειος Ίππος» ικανός να χτυπήσει τον Μπολσεβικισμό στην καρδιά της Ανατολικής Ευρώπης.


Μέσα σε αυτό το πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα, ακόμη και η οικειοποίηση του Νίτσε από τον ναζισμό θα μπορούσε να φαίνεται, για μια ορισμένη περίοδο, σχεδόν φυσική.


Το Τρίτο Ράιχ και η ανάγκη οικειοποίησης των μεγάλων Γερμανών στοχαστών
«Αυτός που ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον.»
«Όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν.»
— 1984 του Τζορτζ Όργουελ


Κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς επιδιώκει όχι μόνο πολιτικό έλεγχο, αλλά και πολιτιστική νομιμοποίηση. Το Τρίτο Ράιχ κατάλαβε πολύ νωρίς ότι η κυριαρχία των θεσμών και της στρατιωτικής δύναμης δεν ήταν αρκετή: έπρεπε να οικοδομήσει μια συμβολική συνέχεια μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της μεγάλης γερμανικής πνευματικής παράδοσης. Για αυτόν τον λόγο, ο Εθνικοσοσιαλισμός επιχείρησε να οικειοποιηθεί φιλοσόφους, μουσικούς, ποιητές και καλλιτέχνες, μετατρέποντάς τους σε προδρόμους του Ράιχ του Χίτλερ.

Ο Νίτσε ήταν μια από τις πιο διάσημες περιπτώσεις, αλλά όχι η μόνη. Ο Βάγκνερ αναδείχθηκε σε επίσημο μουσικό της γερμανικής ψυχής. Ο Φίχτε επανερμηνεύτηκε ως θεωρητικός του οργανικού έθνους. Ακόμη και πολύ πιο σύνθετες μορφές της γερμανικής κουλτούρας απλοποιήθηκαν και υποβλήθηκαν σε μια πατριωτική και φυλετική ερμηνεία. Το καθεστώς έπρεπε να αποδείξει ότι ο ναζισμός δεν ήταν ένα βάρβαρο ρήγμα στην ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά η φυσική ολοκλήρωση του γερμανικού πολιτισμού.

Αυτή η πολιτιστική επιχείρηση ανταποκρινόταν σε μια συγκεκριμένη ανάγκη. Ο Χίτλερ και ο Εθνικοσοσιαλισμός αναδύθηκαν από ένα σχετικά πρόσφατο πολιτικό σύμπαν, που δεν είχε το ιστορικό βάθος που κατείχαν οι αρχαίες ευρωπαϊκές μοναρχίες ή η χριστιανική θρησκευτική παράδοση. Για να καλύψει αυτό το κενό, το Ράιχ αναζητούσε συνεχώς έγκυρες πολιτιστικές ρίζες. Οι μεγάλοι Γερμανοί στοχαστές έμελλε να γίνουν οι πνευματικοί πρόγονοι της νέας πολιτικής τάξης.

Σε αυτή τη διαδικασία, η προπαγάνδα απλοποίησε οτιδήποτε φαινόταν ασαφές ή ασύμβατο. Οι αντιφάσεις εξαλείφθηκαν, οι αμφιβολίες αγνοήθηκαν, οι πολυπλοκότητες περιορίστηκαν σε συνθήματα. Οι λέξεις-κλειδιά του Νίτσε παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: δύναμη, θέληση, ιεραρχία, υπέρβαση. Τα υπόλοιπα - ο κοσμοπολιτισμός, η κριτική του εθνικισμού, η περιφρόνηση για τον χυδαίο αντισημιτισμό - συσκοτίστηκαν προοδευτικά.

Το αποτέλεσμα ήταν μια γιγαντιαία διαδικασία πολιτισμικής επιλογής. Ο ναζισμός δεν διάβαζε στην πραγματικότητα φιλοσόφους: τους χρησιμοποιούσε. Κάθε συγγραφέας φιλτραριζόταν μέσα από τις ιδεολογικές ανάγκες του καθεστώτος. Έτσι, ο πολιτισμός έπαψε να είναι ένας κριτικός χώρος και έγινε ένα όργανο πολιτικής νομιμοποίησης.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η υπόθεση Νίτσε παραμένει εμβληματική. Ο φιλόσοφος που είχε πολεμήσει κάθε μορφή συλλογικού κομφορμισμού μεταμορφώθηκε σε ένα από τα συμβολικά σύμβολα ενός από τα πιο ομογενοποιητικά και ολοκληρωτικά πολιτικά συστήματα στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Ευρώπη, αντικομμουνισμός και η αρχική υποτίμηση του Χίτλερ

«Αυτός που μάχεται ενάντια σε τέρατα πρέπει να προσέχει να μην γίνει και ο ίδιος τέρας.»
— Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό


Κοιτάζοντας πίσω στη δεκαετία του 1930, εντυπωσιάζεται κανείς όχι μόνο από την ταχύτητα με την οποία ο Χίτλερ εδραίωσε την εξουσία του, αλλά και από τη δυσκολία που αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες στο να κατανοήσουν πλήρως τη φύση του Εθνικοσοσιαλισμού. Σήμερα, το Τρίτο Ράιχ φαίνεται αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τον ολοκληρωτικό πόλεμο, τη γενοκτονία και την καταστροφή της Ευρώπης. Αλλά πριν από το 1939, πολλοί δυτικοί πολιτικοί κύκλοι εξακολουθούσαν να βλέπουν τη Γερμανία του Χίτλερ με μια πολύ πιο περίπλοκη ασάφεια.

Το τραύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία έβγαιναν από μια σύγκρουση που είχε καταστρέψει μια ολόκληρη γενιά και είχε καταστρέψει οικονομικά την ήπειρο. Η ίδια η ιδέα ενός νέου πολέμου φαινόταν αβάσιμη. Για αυτόν τον λόγο, τη δεκαετία του 1930, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διπλωματίας επικεντρώθηκε κυρίως στην αποφυγή μιας ακόμη μεγάλης στρατιωτικής έκρηξης. Ο Χίτλερ θεωρούνταν, τουλάχιστον αρχικά, ως ένας επιθετικός αλλά κάπως «κατανοητός» ηγέτης: ένας πολιτικός αποφασισμένος να αναθεωρήσει τις τιμωρητικές ρήτρες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που θεωρούνταν από πολλούς Δυτικούς παρατηρητές υπερβολικά σκληρές απέναντι στη Γερμανία.

Σε αυτό το κλίμα, ωρίμασε η πολιτική του «κατευνασμού», η οποία υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Βρετανό πρωθυπουργό Νέβιλ Τσάμπερλεν και έγινε δεκτή, αν και διστακτικά, από τη Γαλλία. Η επαναστρατιωτικοποίηση της Ρηνανίας το 1936, η Άνσλους με την Αυστρία τον Μάρτιο του 1938 και, τέλος, η κρίση των Σουδητών αντιμετωπίστηκαν με αδύναμες διπλωματικές διαμαρτυρίες, χωρίς καμία πραγματική επιθυμία για στρατιωτική αντιπαράθεση. Η Συμφωνία του Μονάχου του Σεπτεμβρίου 1938 αντιπροσώπευε το πιο προφανές σημείο αυτής της στρατηγικής: η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία παραχώρησαν στη Γερμανία την προσάρτηση των Σουδητών σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την ευρωπαϊκή ειρήνη.

Σήμερα, το Μόναχο συχνά τό θυμόμαστε ως σύμβολο της δυτικής πολιτικής τύφλωσης. Αλλά για να κατανοήσουμε πραγματικά αυτή την απόφαση, πρέπει να θυμηθούμε το ψυχολογικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής. Ο Τσάμπερλεν επέστρεψε στην πατρίδα του, δείχνοντας το περίφημο έγγραφο που είχε υπογράψει ο Χίτλερ και μιλώντας για «ειρήνη για την εποχή μας». Δεν επρόκειτο απλώς για προσωπική αφέλεια. Πολλοί Ευρωπαίοι ήθελαν απεγνωσμένα να πιστέψουν ότι ο Χίτλερ μπορούσε να περιοριστεί μέσω περιορισμένων παραχωρήσεων.

Αλλά παράλληλα με τον φόβο του πολέμου υπήρχε ένα άλλο αποφασιστικό στοιχείο: ο αντικομμουνισμός.

Μετά την Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917, η Δυτική Ευρώπη είχε αναπτύξει έναν βαθύ φόβο για τη Σοβιετική Ένωση. Ο κομμουνισμός εμφανίστηκε όχι μόνο ως ένα εναλλακτικό πολιτικό σύστημα, αλλά και ως μια ριζοσπαστική απειλή για ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινωνική τάξη. Η αριστοκρατία, οι μεγάλες επιχειρήσεις, ο χρηματοπιστωτικός τομέας και μεγάλα τμήματα της συντηρητικής αστικής τάξης έβλεπαν την ΕΣΣΔ ως κίνδυνο διαρκούς επανάστασης, την καταστροφή της ιδιωτικής περιουσίας και την κατάρρευση των παραδοσιακών δομών του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ο Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος, η Μπολσεβίκικη Τρομοκρατία και αργότερα οι εκκαθαρίσεις του Στάλιν τροφοδότησαν περαιτέρω αυτόν τον φόβο. Σε συντηρητικούς κύκλους στη Γαλλία και τη Βρετανία, καθώς και σε τμήματα της αμερικανικής διπλωματίας, η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν συχνά εμφανιζόταν πιο δυσοίωνη από τη Γερμανία του Χίτλερ. Ο ίδιος ο Χίτλερ το καταλάβαινε αυτό τέλεια και κατασκεύασε μεγάλο μέρος της διεθνούς προπαγάνδας του γύρω από την παρουσίασή του ως του κύριου ευρωπαϊκού προμαχώνα ενάντια στον Μπολσεβικισμό.

Εδώ γεννήθηκε μια από τις πιο σοβαρές πολιτικές ψευδαισθήσεις του εικοστού αιώνα.

Πολλοί ευρωπαϊκοί συντηρητικοί κύκλοι άρχισαν να βλέπουν τη ναζιστική Γερμανία ως πιθανό εμπόδιο κατά της σοβιετικής επέκτασης. Ορισμένοι βιομήχανοι και πολιτικοί έβλεπαν ακόμη και τη γερμανική στρατιωτική ισχύ ως ένα χρήσιμο εργαλείο για την αποδυνάμωση ή την καταστροφή του ρωσικού κομμουνισμού. Από αυτή την οπτική γωνία, η επιθετικότητα του Χίτλερ συχνά επανερμηνευόταν ως περιορισμένα επεισόδια γεωπολιτικού αναθεωρητισμού και όχι ως τα πρώτα στάδια ενός ηπειρωτικού ολοκληρωτικού σχεδίου.

Ακόμη και η κατοχή της Τσεχοσλοβακίας, μετά τις υποσχέσεις που δόθηκαν στο Μόναχο, αρχικά δεν ήταν αρκετή για να διαλύσει εντελώς αυτή την ψευδαίσθηση. Σε ορισμένους ευρωπαϊκούς κύκλους, επικρατούσε η ιδέα ότι ο Χίτλερ θα μπορούσε αναπόφευκτα να κατευθύνει την επέκτασή του προς τα ανατολικά, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, γλιτώνοντας έτσι τουλάχιστον προσωρινά τις δυτικές δημοκρατίες.

Υπήρχε επίσης ένας άλλος παράγοντας που συχνά παραβλέπεται: η κρίση των ίδιων των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η δεκαετία του 1930 σημαδεύτηκε από τη Μεγάλη Ύφεση, τη μαζική ανεργία, μια κοινοβουλευτική κρίση και την ευρεία αντίληψη για παρακμή της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης τάξης. Σε αυτό το κλίμα, τα αυταρχικά καθεστώτα φάνηκαν σε ορισμένους παρατηρητές ως πιο αποτελεσματικά, πειθαρχημένα συστήματα, ικανά να αποκαταστήσουν την κοινωνική τάξη. Η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι είχε ήδη εν μέρει ομαλοποιηθεί διπλωματικά. Η ναζιστική Γερμανία αρχικά θεωρούνταν υπό παρόμοιο πρίσμα.

Πολλοί Ευρωπαίοι διανοούμενοι και πολιτικοί δεν κατάλαβαν ότι ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν ήταν απλώς ένας επιθετικός εθνικισμός ή μια παραδοσιακή αυταρχική δικτατορία. Ήταν μια ολοκληρωτική ιδεολογική επανάσταση, βασισμένη στον βιολογικό ρατσισμό, τη διαρκή κινητοποίηση των μαζών και ένα σχέδιο για τη βίαιη επανίδρυση της Ευρώπης.

Αυτό το κλίμα υποτίμησης συνέβαλε επίσης έμμεσα στην πολιτιστική νομιμότητα του Ράιχ. Η οικειοποίηση μορφών όπως ο Νίτσε, ο Βάγκνερ ή ο Φίχτε δεν προκάλεσε αμέσως το σκάνδαλο που θα προκαλούσε μετά το 1945. Πολλοί Δυτικοί παρατηρητές, μάλιστα, συνέχισαν να ερμηνεύουν τον Ναζισμό ως μια ακραία αλλά παρόλα αυτά «κατανοητή» μορφή ευρωπαϊκού εθνικισμού.

Μόνο με την εισβολή στην Πολωνία το 1939, με τον ολοκληρωτικό πόλεμο και τελικά με την ανακάλυψη της ναζιστικής γενοκτονικής μηχανής, αυτή η ασάφεια άρχισε τελικά να καταρρέει. Σε εκείνο το σημείο, έγινε σαφές πόσο βαθιά είχε υποτιμήσει η Ευρώπη τον Χίτλερ. Όχι μόνο ως πολιτικό ηγέτη, αλλά και ως ερμηνευτή μιας ιδεολογίας που προοριζόταν να κατακλύσει ολόκληρο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Συμπέρασμα: όταν οι φιλόσοφοι γίνονται πολιτικό έδαφος

Η ιστορία του Φρίντριχ Νίτσε και της οικειοποίησής του από τους Ναζί δείχνει πόσο εύθραυστη μπορεί να γίνει η μοίρα ενός στοχαστή όταν η φιλοσοφία εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής. Οι φιλόσοφοι δεν μιλούν ποτέ μόνο στην εποχή τους: τα έργα τους επιβιώνουν, επανερμηνεύονται, παραμορφώνονται, μερικές φορές ακόμη και κατάσχονται από τις επόμενες εποχές. Και όσο πιο περίπλοκος, αντιφατικός και συμβολικά ισχυρός είναι ένας συγγραφέας, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε κάτι που δεν είχε προβλέψει.
Ο Νίτσε ήταν μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις του εικοστού αιώνα. Ο φιλόσοφος που δεν εμπιστευόταν τον εθνικισμό, επέκρινε τον αντισημιτισμό και έβλεπε με καχυποψία τη συλλογική ειδωλολατρία, σταδιακά μεταμορφώθηκε σε έναν υποτιθέμενο προφήτη του Τρίτου Ράιχ. Αυτή η μεταμόρφωση γεννήθηκε όχι μόνο από την προπαγάνδα του Χίτλερ, αλλά και από μια μακρά διαδικασία πολιτισμικής επιλογής που ξεκίνησε κατά τα χρόνια του Αρχείου Νίτσε και τροφοδοτήθηκε από την ανάγκη του γερμανικού εθνικισμού να βρει σπουδαίους πνευματικούς προγόνους.

Το πρόβλημα, ωστόσο, υπερβαίνει τη μορφή του Νίτσε. Κάθε πολιτική εξουσία αναζητά νομιμότητα στον πολιτισμό. Τα καθεστώτα χρειάζονται ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες και σύμβολα για να τα ενσωματώσουν στην ιστορική τους αφήγηση. Για αυτόν τον λόγο, τείνουν να απλοποιούν τη σκέψη, να εξαλείφουν τις ασάφειες και να μετατρέπουν τα ζωντανά και προβληματικά έργα σε εύκολα χρησιμοποιήσιμα ιδεολογικά εργαλεία.
Η ιστορία του Νίτσε καταδεικνύει επίσης μια άλλη αλήθεια: τα κείμενα δεν είναι ποτέ εντελώς ασφαλή από τους ερμηνευτές τους. Μια φιλοσοφία που βασίζεται στον κατακερματισμό, την πρόκληση και την ασάφεια μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε κατευθύνσεις αντίθετες από τις αρχικές προθέσεις του συγγραφέα της. Ο εικοστός αιώνας διάβασε τον Νίτσε μέσα από τις δικές του εμμονές: τη δύναμη, την κρίση της Ευρώπης, τον μύθο του νέου ανθρώπου, την πολιτική βία, τον ολοκληρωτισμό.

Ωστόσο, αυτό ακριβώς το γεγονός καταδεικνύει επίσης την ικανότητα της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα σε ό,τι είχε διαστρεβλώσει η προπαγάνδα. Μετά το 1945, ο «Ναζί Νίτσε» άρχισε σιγά σιγά να καταρρέει, επιτρέποντας την επανεμφάνιση ενός πολύ πιο ανήσυχου, αντιφατικού στοχαστή, δύσκολου να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε πολιτική ορθοδοξία.

Ίσως αυτός ακριβώς να είναι ο προορισμός των μεγάλων φιλοσόφων: να γίνουν ερμηνευτικά πεδία μαχών. Όχι ακίνητα μνημεία, αλλά αμφισβητούμενα εδάφη όπου κάθε εποχή αναζητά, συχνά διαστρεβλώνοντάς την, την αντανάκλαση των δικών της φόβων και φιλοδοξιών.

Το Συντακτικό Προσωπικό

Αλλά πριν ο Χίτλερ εισέλθει στο Αρχείο Νίτσε στη Βαϊμάρη και το Τρίτο Ράιχ μετατρέψει τον φιλόσοφο σε ένα από τα πολιτιστικά του σύμβολα, υπήρξε μια μακρά διαδικασία κατασκευής και χειραγώγησης της δημόσιας εικόνας του. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε πολύ πριν από τον Ναζισμό και συνδέθηκε κυρίως με τη μορφή της αδελφής του Ελίζαμπεθ Φέρστερ-Νίτσε, τον έλεγχο των μεταθανάτιων γραπτών του και το εθνικιστικό κλίμα της Γερμανίας στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Για να κατανοήσουμε πώς ο Νίτσε συνδέθηκε προοδευτικά με τον Εθνικοσοσιαλισμό, πρέπει επομένως να επιστρέψουμε στην πηγή της παρεξήγησης: στο Αρχείο Νίτσε, στη ρήξη με τον Βάγκνερ, στην απόρριψη του αντισημιτισμού και στην παραμόρφωση εννοιών όπως η «θέληση για δύναμη» και ο «Υπεράνθρωπος», που προορίζονταν να γίνουν, στον εικοστό αιώνα, όργανα μιας από τις μεγαλύτερες ιδεολογικές οικειοποιήσεις στην ευρωπαϊκή πολιτιστική ιστορία

Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΠΟΙΟΝ ΝΙΤΣΕ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ; ΠΟΙΟΝ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ;  ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΛΑ; 
ΤΟ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΝΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ; ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΟΥ ΠΟΥΛΗΜΕΝΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ; ΤΗΝ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ; ΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΞΙΩΝΗ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΣΕ ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΠΕΡΙΠΕΣΕΙ ΣΤΗ ΛΗΘΗ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ; 
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ; Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΦΙΛΗΣΕ ΤΗ ΓΗ; ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ.
 ΠΟΣΟ ΑΝΟΗΤΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΣΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ;

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, βυθίστηκε στη δυτική κουλτούρα, τη ροκ και τη νεωτερικότητα της Ευρώπης για να γυρίσει κι αυτός – όπως ο Σεφέρης – «διψασμένος από τη Δύση» και να συναντήσει την οντολογία του γενέθλιου πανάρχαιου… μετανεωτερικού πολιτισμού μας. Για να «σπουδάσει» τον Παπαδιαμάντη, για τον οποίον έλεγε : «Ο Παπαδιαμάντης είναι για μένα ο μεγαλύτερος συγγραφέας όλων των εποχών, ο καλύτερος εκφραστής του ελληνικού κόσμου. Μ’ έμαθε πώς να ζω στον τόπο μου».

Στο παρακάτω κείμενο, μιλά για την διαφορά της ταπεινής, λυτρωτικής, ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης, διαλυτικής, εξουσιαστικής και τοξικής δυτικής ενοχής! Το περιγράφει μέσα στη ζωή, τις σχέσεις και τον έρωτα, όχι αποστασιοποιημένα και διανοουμενίστικα. Σε ένα δωμάτιο ελληνικού νησιού, στην αμφιλύκη του πελάγους και στην εφιαλτική υπαρξιακή αγωνία της γενιάς του (της γενιάς μας) να γίνει επιτακτικά «μοντέρνα», ξιπάζοντας και διαλύοντας έναν βαθύ πολιτισμό κοινότητας, σεβασμού και ουσιαστικών σχέσεων.
Άλλωστε, η ετυμολογία της ελληνικής «ντροπής» είναι ουσιώδης και αποκαλυπτική. Βρίσκεται απέναντι από την εξουσιαστική ενοχή της δυτικής νοησιαρχίας, του φόβου και του ατομικισμού, που ενώνει τις παρέες της κραιπάλης και του μηδενισμού, τα οποία είναι η μόνη διέξοδος, όταν ο ανέστιος νομάς του σύγχρονου κόσμου, δεν μπορεί να βαστάξει την απώλεια της πρωταρχικής αγαπητικής κοινότητας και της δημοκρατίας, ως σεβασμού του Άλλου, ως εαυτόν.

Η ντροπή, από τον εν+τροπή, είναι το ταπεινό γύρισμα του ελληνικού υποκειμένου, εντός του, στον εαυτό και ταυτόχρονα προς τους άλλους, προς την κοινότητα, την αρχαία εκκλησία του δήμου, αν το προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα. Εμπεριέχει, τόσο τον υπαρξιακό αναστοχασμό, όσο και την αξία ότι … «δεν είμαι γαϊδούρι», να σκέπτομαι μόνο την πάρτη μου. Δεν περιγράφει – όπως πολλοί θα μας προσάψουν – μιαν αλλοτρίωση «να κάνω ότι θέλουν οι άλλοι» χάνοντας τον εαυτό μου, αλλά εμπεριέχει την πανάρχαια αιδώ. Η οποία στον Όμηρο, είναι και η μετριοφροσύνη, η αυτοεκτίμηση, αλλά και η προτροπή του Αίαντα να μην εγκαταλείπουν οι Αργείοι φοβισμένοι την «κοινότητα» αφήνοντας τους Τρώες να απειλούν με κάψιμο τα πλοία τους.
«Αἴας δ’ ἑτέρωθεν ἐκέκλετο οἷς ἑτάροισιν.
αἰδώς Ἀργεῖοι νῦν ἄρκιον ἤ ἀπολέσθαι»
[«Ντροπή Αργείοι! Το μόνο βέβαιο που τώρα μας περιμένει είναι να χαθούμε»]

Στον Σοφοκλή, η αιδώ, είναι η φροντίδα για τους άλλους, η έγνοια, ο σεβασμός, η ευλάβεια, το σέβας. Ενώ το αἰδέομαι, στην ελληνική πατερική ορθόδοξη παράδοση, εμπεριέχει και την έννοια του σεβασμού, όταν σέβομαι τη δυστυχία του άλλου, όταν φροντίζω και νοιάζομαι για κάποιον, όταν δείχνω ενδιαφέρον και συμπάθεια για τον άλλον.


Η ελληνική ιδιοτυπία της «ντροπής», εμπεριέχει ξεκάθαρα τον σεβασμό στον εαυτό μου και προς τον άλλον. Έχει βλαστήσει στο έδαφος της οντολογίας του Προσώπου, που συναντάμε τόσο στον προσωποκεντρικό αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στον ωφέλιμο κολλεκτιβισμό της Ορθόδοξης κοσμολογίας. Σε αντίθεση με την ενοχή, που την προστάζει η πατερναλιστική ρωμαιοκαθολική φιλοσοφία ενός δυτικού πνεύματος, που θέλει τον άνθρωπο άτομο (α+τέμνω ), δηλαδή κάποιον που δεν τέμνεται, που δεν μοιράζεται με τους άλλους. Αυτός που ντρέπεται αποφεύγει να δείξει το πρόσωπό του, το οποίο αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής και των σχέσεών του με τους άλλους. Το συνάντησα, στη συνοικία και τα καφενεία που μεγάλωσα, όταν «δεν είχαμε πρόσωπο, να βγούμε στη γειτονιά», συνειδητοποιώντας μια συμπεριφορά που μας απομάκρυνε από τους άλλους. Όταν … «παίρναμε τα πράματα προσωπικά» γιατί θέλαμε να έχουμε τσίπα. . Τότε… «εν-τρεπόμασταν», στρίβαμε το πρόσωπό μας, ρίχναμε τα μούτρα μας κάτω, τα καλύπταμε με τα χέρια. Θέλαμε για λίγο να είμαστε …απρόσωποι, για να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να γυρίσουμε αποκαθαρμένοι, με «καθαρό πρόσωπο» και «ψηλά το κεφάλι» στην συνοικιακή εκκλησία του δήμου μας.

                                                      Δημήτρης Ναπ.Γ

Ας απολαύσουμε το κείμενο του Βακαλόπουλου:

«ΡΕΑ, ΤΡΙΑΝΤΑΔΥΟ ΧΡΟΝΩΝ, μεθυσμένη τα χαράματα σ’αυτό το παράξενο μέρος όπου στενεύει ένα αόρατο ελληνικό νησί, παρέα με ανθρώπους άλλων εποχών. Μπήκε στο δωμάτιό της τα χαράματα στη Μοντάνα και δεν της είπε τίποτα γιατί ήταν Έλληνας. Αν της έλεγε κάτι, θα το χάλαγε, της είπε τα πάντα χωρίς να της μιλήσει και το κράτησε ακέραιο.

Οι Έλληνες είχαν μάθει να ντρέπονται, ίσως ήταν το μόνο πράγμα που είχαν μάθει τόσο καλά, όλοι οι άλλοι έδειχναν να το έχουν ξεπεράσει, κι εκείνοι συνέχιζαν να ντρέπονται, ήταν οι μόνοι σ’αυτή την απελευθερωμένη ήπειρο που συνέχιζαν να ντρέπονται.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1971 οι Έλληνες είχαν κάτι εντελώς δικό τους, ήξεραν να ντρέπονται ενώ όλοι οι άλλοι ήξεραν να έχουν ενοχές, είχαν μάθει πολύ καλά να αισθάνονται ένοχοι και μετά να απελευθερώνονται κάνοντας θόρυβο, τραγουδώντας τη ρήξη, φλερτάροντας με τη βία, εξαπολύοντας κύματα οργής.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα στη Μοντάνα, θα είχε πει ψέμματα, δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί τα χαράματα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να μείνεις με χαμηλωμένα τα μάτια για λίγα λεπτά κι ύστερα να φύγεις αθόρυβα. Πρέπει να πεις τα πάντα χωρίς να μιλήσεις κι ύστερα να εξαφανιστείς, αφήνεις μια σφραγίδα στη μνήμη κι ύστερα χάνεσαι, αυτό σημαίνει να είσαι Έλληνας μέχρι τον Ιούλιο του 1971.

Έξω χαράζει, οι γονείς σου σε έχουν στείλει εδώ για να συμφιλιωθείς με το ευρωπαϊκό ξεθάρρεμα, σε έχουν διατάξει σιωπηρά να γίνεις ένα με τον απελευθερωμένο κόσμο κι εσύ συνεχίζεις να αισθάνεσαι κάπως αμήχανα, σε κυριεύει μια ανεξήγητη ευαισθησία για τα πάντα, δεν είσαι καθόλου ένοχη και δεν μπορείς να έρθεις σε ρήξη, δεν είσαι ένοχη και συνεχίζεις να ντρέπεσαι.

Αν της είχε πει έστω και μια κουβέντα, θα είχε καταστρέψει τα πάντα κι εκείνη θα τον είχε ξεχάσει στη στιγμή, ενώ τώρα στέκει με χαμηλωμένα τα μάτια κάθε φορά που αντικρίζει το χάραμα, κάθε φορά που παρασύρεται από ανθρώπους άλλων εποχών και ξενυχτάει μέχρι τέλους, κάθε φορά που διαλύεται μεθυσμένη στο πρώτο φως της μέρας».

Xρήστος Βακαλόπουλος: για την ιδιοπροσωπία της καθαρτήριας ελληνικής «ντροπής», έναντι της οργισμένης δυτικής ενοχής…!

Η ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ, ΤΟΥ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΥ. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΕΝΩΤΙΚΩΝ.

 Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΕΤΕΙΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΤΟΝ ΑΙΤΩΛΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΣΕ. ΔΕΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ ΤΟΥ ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Αγιος Νικολας Πλανας και Παπαδιαμάντης

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

“Σώπα ευλογημένε
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει”

(Όταν ο Παπαδιαμάντης έχασε την ψυχραιμία του)
Οι Άγιοι με το παράδειγμά τους και το βίωμα τους μας δείχνουν τον δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε όλοι. Τον δρόμο του Ευαγγελίου, αυτόν δηλαδή που μας δίδαξε ο Κύριος. Στο πρόσωπο του ελαχίστου συνανθρώπου μας να βλέπουμε τον ίδιο τον Χριστό..

~ Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς πήγαινε για αγιασμό ή Ευχέλαιο σε σπίτια χριστιανών.
Κάποια φορά βρέθηκε στο Κολωνάκι
(με τον Παπαδιαμάντη που του έκανε τον ψάλτη)
Τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσανε.
Και κατεβαίνει από ένα αρχοντικό σπίτι.
Οι ζητιάνοι τον ειδαν και μεταξύ τους ελεγαν:
«Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Πάμε και μεις».
Και ήτανε στην ουρά, μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα-κούτσα και του λέει, παπά δώσε μου. Και ότι είχε στη τσέπη του ο Άγιος τα έβγαλε και τα έδωσε.
Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά πρόσεξέ τον,
γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
– Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, αυτός κάνει
το γύρο του τετραγώνου από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει μπροστά στον Άγιο.
Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς
και τα δίνει.
Θύμωσε ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Παπά !!
– Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.
Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο.
Εκεί, τα ‘χασε,
έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
– Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου;
Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις.
Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα,
τα ίδια σκέρτσα κάνει.
Και λέει,
– Σώπα ευλογημένε,
είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει.


Ο Χριστός, ο Κύριος όλων, το είπε ξεκάθαρα:
«Ο,τι κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα» (Ματθ. 25, 40). Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η εποχή των μάγων(2)

  Συνέχεια από:Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ

Η εποχή των  μάγων

Η μεγάλη δεκαετία της φιλοσοφίας

1919-1929

Wolfram Eilenberger

Εκδόσεις Klett-Cotta, 2018

Η άφιξη τού θεού β

Και τώρα τι; Κανένας στο Cambridge δεν αμφισβητεί το ιδιαίτερο χάρισμα του Wittgenstein. Ο καθένας, ακόμα και οι μεγάλης επιρροής προσωπικότητες του Πανεπιστημίου, θέλουν να τον κρατήσουν και να τον βοηθήσουν. Χωρίς όμως ακαδημαϊκό τίτλο, ακόμα και στην οικογενειακή ατμόσφαιρα του Cambridge ήταν αδύνατο να του δοθεί κάποια υποτροφία ή κάποια μόνιμη θέση, σε αυτόν που κάποτε διέκοψε τις σπουδές του.

Και έτσι καταλήγουν στο σχέδιο, να του επιτρέψουν να καταθέσει το «Tractatus logico-philosophicus» ως διδακτορική διατριβή. Ο Russell είχε προσωπικά αναμειχθεί στην έκδοση του έργου το 1921/22 και είχε γράψει τον πρόλογο, για να καταστήσει δυνατή την έκδοση, καθώς θεωρούσε το έργο του αλλοτινού μαθητή του, πολύ ανώτερο του δικού του, το οποίο επίσης ανήκε στις ιδιαίτερα σημαντικές εργασίες στον τομέα της φιλοσοφίας, λογικής, μαθηματικών και γλώσσας.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που ο Russell έβριζε όταν έμπαινε στην αίθουσα εξετάσεων, αφού «σε όλη του τη ζωή δεν είχε βιώσει κάτι πιο ανώμαλο»4. Και όμως: μια εξέταση είναι μια εξέταση. Έτσι μετά από μερικά λεπτά φιλικής συνομιλίας, οι Moore και Russell αποφάσισαν να κάνουν κάποιες κριτικές ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις αφορούσαν ένα κεντρικό αίνιγμα της Πραγματείας, που δεν είναι φτωχή σε σκοτεινά αποφθέγματα και μυστηριώδη μονόστιχα. Ήδη η πρώτη πρόταση του έργου, που είναι δομημένο βάσει ενός δεκαδικού συστήματος, μας δίνει ένα εντυπωσιακό παράδειγμα περί τούτου:

1 Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν.

 Αλλά και οι παρακάτω προτάσεις αποτελούσαν αίνιγμα για τους ειδικούς επί της φιλοσοφίας του Wittgenstein (και αποτελούν ακόμα):

6.432 Το πως είναι ο κόσμος, είναι για το ανώτερο αδιάφορο. Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται μέσα στον κόσμο.

6.44 Το μυστηριώδες δεν είναι το πως είναι ο κόσμος, αλλά το ότι είναι.

Παρά τον αινιγματικό του χαρακτήρα, το θεμελιώδες κίνητρο του βιβλίου είναι σαφές. Το «Tractatus» του Wittgenstein βρίσκεται στα πλαίσια μιας μακράς παράδοσης μοντέρνων έργων, όπως «Η ηθική, παρουσιασμένη με γεωμετρική μέθοδο» του Baruch de Spinoza, (μετά θάνατον, 1677), η «Διερεύνηση της ανθρώπινης λογικής» του David Hume (1748) και η «Κριτική του καθαρού λόγου» του Immanuel Kant (1781). Όλα αυτά τα έργα προσπαθούν να βάλουν ένα όριο ανάμεσα στις προτάσεις της γλώσσας μας, αυτών που περιέχουν νόημα και είναι επομένως ικανές να εκφράσουν την αλήθεια, και εκείνων που απλώς φαίνονται πως είναι τέτοιες, και οδηγούν την σκέψη και τον πολιτισμό μας στην πλάνη, ακριβώς επειδή φαίνονται, χωρίς να είναι. Το «Tractatus» είναι λοιπόν μια θεραπευτική συμβολή στον ορισμό του προβλήματος, για ποια πράγματα μπορεί ο άνθρωπος να μιλήσει με νόημα - και για ποια όχι. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο τελειώνει με την πρόταση:

Για τα πράγματα για το οποίο δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, περί αυτών πρέπει να σιωπήσει.

Και μόνο μια δεκαδική θέση προηγουμένως, στο 6.54, ο Wittgenstein αποκαλύπτει την θεραπευτική του μέθοδο:

6.54 Οι προτάσεις μου εξηγούν δια του γεγονότος, πως εκείνος που με καταλαβαίνει, αντιλαμβάνεται εν τέλει πως δεν έχουν νόημα, εάν μέσω αυτών -πάνω σε αυτές- τις υπερέβη. (Πρέπει λοιπόν να πετάξει την σκάλα, αφού έχει ανεβεί πάνω σε αυτήν.)

Πρέπει να υπερβεί τις προτάσεις, τότε βλέπει σωστά τον κόσμο.

Από αυτό ακριβώς το σημείο καταπιάνεται ο Russell στην εξέταση. Πως είναι ακριβώς η διαδικασία: να οδηγήσεις κάποιον στη μια και μοναδική ορθή κοσμοθεωρία μέσω μιας σειράς ανόητων προτάσεων; Μήπως δεν ήταν ξεκάθαρος στον πρόλογο του ο Wittgenstein, όπου διακηρύσσει πως «η αλήθεια των στο παρόν έργο διατυπωμένων σκέψεων» του φαίνεται «αδιαμφισβήτητη και τελειωτική»; Πως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σε ένα έργο που κατά δική του ομολογία περιέχει αποκλειστικά προτάσεις χωρίς νόημα;

Η ερώτηση δεν ήταν καινούργια για τον Wittgenstein. Πάνω απ’ όλα από τα χείλη του Russell. Είχε μάλλον καταστεί κατά τη διάρκεια των χρόνων, και μέσα από μια έντονη αλληλογραφία, κλασσικό χαρακτηριστικό της γεμάτης έντασης φιλίας τους. Για μια ακόμη φορά λοιπόν, „for old times sake“, θέτει ο Russell το ερώτημα.

Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τι απάντησε προς υπεράσπιση του ο WittgensteinΜπορούμε να υποθέσουμε όμως, πως το έκανε όπως πάντα, τραυλίζοντας ελαφρά με πύρινα μάτια και μια ιδιαίτερη προφορά, που δεν είχε να κάνει με την προφορά μιας ξένης γλώσσας, αλλά χαρακτήριζε την ομιλία ενός ανθρώπου που στις λέξεις της ανθρώπινης γλώσσας συλλάμβανε μια ιδιαίτερη σημασία και μουσικότητα. Και σε κάποια στιγμή, μετά από λεπτά μονολογικού τραυλίσματος, ψάχνοντας την διατύπωση που θα ξεκαθάριζε τα πράγματα, και στο σημείο αυτό βρισκόταν μια ιδιαιτερότητα του Wittgenstein, θα είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως αρκετά μίλησε και αρκετά εξήγησε. Είναι απλώς αδύνατο στον κάθε άνθρωπο να τα καταστήσεις όλα κατανοητά. Ακριβώς έτσι το σημείωσε στον πρόλογο του «Tractatus»: «Το βιβλίο αυτό θα το καταλάβει ίσως μόνο εκείνος, ο οποίος, τις σκέψεις που εκφράζονται εδώ -ή κάποιες παρόμοιες σκέψεις- τις έχει ήδη σκεφτεί».

Το πρόβλημα όμως ήταν (και ο Wittgenstein το γνώριζε): υπήρχαν πολύ λίγοι, ίσως και κανένας άνθρωπος, που να είχε σκεφτεί και διατυπώσει παρόμοιες σκέψεις. Και ήταν απολύτως βέβαιο, πως ο πολύ αξιοσέβαστος δάσκαλος του, Bertrand Russell, ο συγγραφέας των „Principia Mathematica“, τον οποίο ο Wittgenstein θεωρούσε φιλοσοφικά περιορισμένο, δεν είχε κάνει τέτοιες σκέψεις. Και σε καμιά περίπτωση ο GEMoore, ένας από τους πιο λαμπρούς στοχαστές και λογικούς της εποχής του, για τον οποίο ο Wittgenstein είχε εμπιστευτικά πει, πως ο Moore «είναι ένα τέλειο παράδειγμα, για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος που δεν διαθέτει καμιά ευφυία».

Πως θα μπορούσε σε αυτούς τους ανθρώπους να εξηγήσει την υπόθεση με την σκάλα των ανόητων σκέψεων, την οποία πρέπει να ανέβει κανείς, και μετά να την σπρώξει μακριά του, για να δει σωστά τον κόσμο; Μήπως και ο σοφός του Πλάτωνα από τον μύθο του σπηλαίου, αφού είχε ανέβει στο φως, δεν απέτυχε να καταστήσει κατανοητές τις διαπιστώσεις του στους άλλους κρατούμενους;

Αρκετά για σήμερα. Αρκετά εξήγησα. Ο Wittgenstein σηκώνεται, προχωρά στην άλλη άκρη του τραπεζιού, χτυπά φιλικά τον Moore και τον Russell στον ώμο, και λέει εκείνη την πρόταση, την οποία πρέπει να ονειρεύεται κάθε φοιτητής φιλοσοφίας την νύχτα πριν την εξέταση του: «Μη σκοτίζεστε, το ξέρω, δε θα το καταλάβετε ποτέ».

Η παράσταση είχε λοιπόν τελειώσει. Ο Moore συνέταξε την αναφορά της εξέτασης: «Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, η διδακτορική διατριβή του κυρίου Wittgenstein είναι έργο μιας μεγαλοφυίας. Αλλά ας είναι όπως θέλει, πάντως πληρεί όλες τις προϋποθέσεις που απαιτεί το πανεπιστήμιο του Cambridge για την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου.»5

Η υποτροφία για την διεξαγωγή ερευνητικού έργου είχε εγκριθεί. Ο Wittgenstein είχε επιστρέψει στη φιλοσοφία.

Τέλος υποκεφαλαίου

«Πέπτωκεν ο άνθρωπος ισοθεΐαν φαντασθείς»


ΠΗΡΑΜΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΙΑ ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΠΟΥ ΣΚΕΠΑΣΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ. ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥΣ. ΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ, ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΤΟΝ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ, ΤΟΝ ΣΕΦΕΡΗ. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ. Η ΠΛΕΚΤΑΝΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΓΩΝ ΥΠΗΡΞΕ ΙΣΑΞΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ ΤΟΥΣ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΝ ΤΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΓΙΑ ΚΡΥΨΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΙΔΩΛΟ ΠΟΥ ΚΗΡΥΤΤΑΝ.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τη ζωή ο «άγιος των Ελληνικών γραμμάτων», ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενοΗ κάρα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη φυλάσσεται στον Ι. Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου Παναγίας της Λιμνιάς Σκιάθου.
***
Τα χριστιανικά «τέλη»του Παπαδιαμάντη..
…Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε,
-«Τι μου συνέβη;» είπε.
-«Δεν είναι τίποτε, μια λιποθυμία μικρά», του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του.
-«Τόσα έτη», λέγει ο Αλέξανδρος, «εγώ δεν ελιποθύμισα, δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου;
-Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε».
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής. Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν:
-«Τι θέλεις εσύ εδώ;».
-«Ήρθα να σε ιδώ», του λέγει ο ιατρός.
-«Να ησυχάσης», του λέγει ο ασθενής.
-«Εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ»
…Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. «Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!», έλεγε.
…Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, παρακάλεσε:
-«Ανάψτε ένα κηρί», είπε. «Φέρτε μου ένα βιβλίο» (εννοούσε Εκκλησιαστικό).
Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε: «Αφήστε το βιβλίο, απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω». Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά!
«Την χείρα σου την αψαμένην» (σημ. Είναι τούτον τροπάριον της ενάτης Ώρας της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.
***
Άγιος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος_“Είχα γνωριμία και φιλία με
τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη.
Τον γνώρισα στο εκκλησάκι
του Προφήτου Ελισαίου.
Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά, με κατάνυξη, φόβο Θεού, ταπεινά…
Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού.
Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε
το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε
το Θεό χαρμόσυνα.
Ήταν ακτήμων όπως οι
Άγιοι Απόστολοι.
Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο.
Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος.
Ό,τι του έδιναν για τον κόπο
του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς.
Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα.
Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε!
Εγύρισα όλα τα μοναστήρια
της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα λίγους”..

***
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
† 3 Ιανουαρίου 1911 τό ξημέρωμα, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω ὁ κύρ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἀφού ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἔχοντας στά χείλη τό δοξαστικόν τῆς Ένάτης Ώρας τῶν Θεοφανείων: «Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου…».
Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του Άλέξανδρου Παπαδιαμάντη χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο, ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι!
“Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν᾽ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας…
{…} Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.”
***
Ἀναμνήσεις Αγίου Γέροντα Φιλοθέου Ζερβάκου ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόλαο Πλανά, τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη
«Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ‐ 1907 ὑπηρετῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφοίτων εἰς τὴν Βυζαντινὴν Μουσικὴν Σχολὴν «Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνος»… Ὁ συμπατριώτης μου Ἰωάννης Ἀλεξάκης… ἡμέραν τινα λέγει μοι: «Νὰ ἔλθῃς εἰς τὸν μικρὸν ναὸν τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται κατανυκτικαὶ ἀγρυπνίαι καὶ ψάλλουν βυζαντινὰ οἱ Παπαδιαμάντης, Μωραϊτίδης, Τσώκλης καὶ ἄλλοι. Θὰ ὠφεληθῆς καὶ θὰ μάθης πολλὰ ἀναγκαῖα, χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα διὰ τὴν ἱερὰν ὑμνωδίαν».
Μετέβην εἰς μίαν ἀγρυπνίαν καὶ τόσον πολὺ ηὐχαριστήθην καὶ κατενύγην, ὥστε συχνάκις καθ ̓ ὅλην τὴν ἑβδομάδα εἶχον εἰς τὸν νοῦν μου, πότε θὰ ἔλθη ἡ εὐλογημένη ὥρα νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἀγρυπνίαν∙ καὶ ὅτε ἤρχετο ἡ ὥρα, ἔτρεχον μὲ χαράν, ὥσπερ τρέχει ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγάς, διὰ νὰ πίω ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ ποτίσω, δροσίσω καὶ εὐφράνω τὴν διψῶσαν μου ψυχήν. Καὶ πράγματι ᾐσθανόμην δρόσον, εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίασιν πνευματικὴν καὶ μοῖ ἐφαινοντο εἰς τὸν λάρυγγά μου γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, οἱ ὕμνοι, αἱ δοξολογίαι, τὰ στιχηρά, τὰ ἰδιόμελα, οἱ κανόνες, τὰ κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι καθηγηταὶ ἐξάδελφοι Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὄχι μὲ φωνὰς θυμελικὰς καὶ βοὰς ἀτάκτους καὶ ἀναρμόστους, ἀλλά, ὡς λέγει ὁ Δαβίδ, μὲ σύνεσιν, μὲ συναίσθησιν, μὲ φόβον καὶ τρόμον: «ψάλατε συνετῶς, ψάλατε τῷ Κυρίῳ ἐν φὸβῳ καὶ τρόμῳ».
Ὅταν ἔψαλλον οἱ δύο Ἀλέξανδροι Παπαδιαμάντης καὶ Μωραϊτίδης, ὁ εἷς δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά, ἔψαλλον μὲ τόσην προσοχήν, ταπείνωσιν, κατάνυξιν καὶ συντριβὴν καρδίας, ποὺ ἐνόμιζες ὅτι προσηύχοντο, ὅτι ἵσταντο ἐνώπιον τοῦ ἀοράτως παρισταμένου καὶ πανταχοῦ παρόντος Παντοδυνάμου καὶ Παντοκράτορος Θεοῦ καὶ χωρὶς νὰ θέλῃ τις ἠλαύνετο ὁ νοῦς τοῦ ὥσπερ ὑπὸ μαγνήτου, ἐπρόσεχε, ᾐσθάνετο τὰ δρώμενα καὶ ἐνόμιζεν ὅτί εὐρίσκετο εἰς τὸν Ὁὐρανόν, ὡς ψάλλει ὁ ἱερὸς ὑμνωδός…
Εἰς τὰς ἀγρυπνίας ἐγνώρισα καὶ δύο ἱἐρεῖς τὸν παπα Ἀντώνιον, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων, καὶ τὸν παπα ‐ Νικόλαον Πλάνᾶ, ἐφημέριον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Κυνηγοῦ∙ καὶ οἱ δύο ἀκούραστοι, πρόθυμοι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, καλόκαρδοι. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος παπα‐ Νικόλας Πλανᾶς ἦτο ἁπλοῦς, ἄκακος, πρᾶος, ἀκέραιος, ἀπόνηρος, ἀόργητος, ἀμνησίκακος, πάντοτε ἱλαρός, χαροποιός, γελαστός.
Ἔἰς τὸν παπα‐Νικόλαον, ἐπειδὴ ἦτο ταπεινός, ἐπέβλεψεν ἐπ ̓ αὐτὸν ὁ Κύριος, ὡς λέγει ὁ σοφὸς παροιμιαστής: «ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, λέγει Κύριος, εἰμὴ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινὸν τῇ καρδὶᾳ καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους∙» καὶ πάλιν: «ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου»∙ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰ. Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις μακαρίζει αὐτούς: «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτί αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν».
«Μέχρι σήμερον ποὺ ἔχουν παρέλθη 45 ἔτη, ὁσάκις ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Μωραϊτίδην καὶ τὰς κατανυκτικὰς ἐκείνας ἀγρὺπνίας καὶ ἱερὰς μυσταγωγίας, τὰς ὁποίας ἐτέλουν ὁἱ ἀείμνηστοι π. Ἀντώνιος καὶ ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀκέραιος καὶ ταπεινὸς τῇ κὰρδίᾳ παπα- Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, μοῖ φαίνεται ὡσὰν νὰ ἀκούω τὴν ἱἐρὰν ἐκείνην ὑμνωδίαν, ἡ ὁποία ὡμοίαζε ὡσὰν ὑμνωδία ἀγγελικὴ καὶ προσευχὴ κατανυκτική. Δὲν θὰ λησμονήσω τὴν εὐλάβειαν καὶ προσοχὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἔψαλλον οἱ ἀείμνηστοι διδάσκαλοι Μωραϊτίδης καὶ Παπαδιαμάντης, μὲ τὴν σιγανὴν καὶ ταπεινὴν φωνήν των. Ἐφαίνοντο ὄχι ὅτι ἔψαλλον, ἀλλ’ ὅτι προσηύχοντο καὶ συνωμίλουν μὲ τὸν Θέόν.
Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅταν ἔψαλλε τὰ τροπάρια τῆς Δευτέρας Παρουσίας: «Ὅταν μέλλεις ἔρχεσθαι κρίσιν δικαίαν ποιῆσαι, Κριτὰ δικαιότατε… Ὅταν τίθωνται θρόνοι καὶ ἀνοίγωνται βίβλοι, καὶ Θεὸς εἰς κρίσιν καθέζηται… Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὧραν, ὅταν μέλλομεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι…» τὰ ἔψαλλε μὲ τοιαύτην συναίσθησιν καὶ φόβον, ὥστε ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἵστατο ἔμπροσθεν τοῦ φοβεροῦ Κριτηρίου. Ὅταν δὲ ἔψαλλε τὰ τοῦ Παραδείσου τροπάρια, ἐφαίνετο ὡσὰν νὰ ἐξίστατο καὶ ἡρπάζετο ὡς εἰς Παράδεισον. Ὡσαύτως, ὅταν ἔψαλλε τὰ Ἀναστάσιμα τροπάρια καὶ κανόνας, ἐφαίνετο ὡς χαίρων καὶ ἀλλόμενος, καθὼς ὁ Θεοπάτωρ Δαυΐδ «πρὸ τῆς σκιώδου Κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν».
«Ἐπειδὴ δὲ ἔψαλλον (ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μωραϊτίδης) μετὰ συνέσεως καὶ εὐλαβείας, δὲν ἐπέτρεπον εἰς ψάλτας ποὺ ἤρχοντο διὰ νὰ ψάλωσι εἰς τὰς ἀγρυπνίας, ἐὰν καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔψαλλον συνετῶς καὶ μετεχειρίζοντο ὄχι τὰς φυσικάς των φωνάς, ἀλλὰ θυμελικάς, προσποιητὰς καὶ ἀτάκτους φωνάς. Ὁ δὲ Παπαδιαμάντης, ὅστις ἦτο καὶ εὐέξαπτος, τοὺς ἐδίωκε. Φύγετε, τοὺς ἔλεγε, ἐδῶ εἶναι τόπος προσευχῆς. Πηγαίνετε νὰ τραγουδήσετε εἰς τὰ θέατρα. Πολλάκις καὶ ἐμὲ ὅστις ἤμην βοηθός του καὶ μαθητής, ὅταν ἔκανα καμμίαν παραφωνίαν ἢ παρατονίαν, μὲ ἐδίωκεν. Φύγε, μοῖ ἔλεγε, παῦσε, κλεῖσε τὸ στόμα σου, ἀπρόσεκτε. Ἐγὼ παρεμέριζα, ἀλλὰ γρήγορα τοῦ περνοῦσε ὁ θυμὸς καὶ πάλιν μὲ ἐκάλει. Κώστα, ἔλα νὰ ψάλης. Ἐγὼ ἐπειδὴ εἶχον ζῆλον νὰ μάθω, ἀμέσως ἔτρεχον καὶ ἔψαλλον.
Ἦτο δὲ τόσο ταπεινός, ὥστε πολλάκις μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγρύπνίας ἔμπροσθεν πολλῶν μοῖ ἐζήτει σύγχώρησιν. Κώστα, μοῖ ἔλεγεν (τοῦτο ἦτο τὸ κοσμικὸν μου ὄνομα), νὰ μὲ συγχωρέσης, διότι σὲ ἐλύπησα. Καὶ ἐγὼ τῷ ἔλεγον: – Ἐγὼ πταίω, διδάσκαλε, διότι εἶμαι ἀπρόσεκτος. Σὲ εὐχαριστῶ δέ, διότι μὲ τὰς παρατηρήσεις ποὺ μὸῦ κάμνεις γίνομαι προσεκτικώτερος καὶ μὲ τὰς ἐπιπλήξεις μὲ διδάσκεις τὴν ὑπομονὴν τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην.
Ὀμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην ἡ ὁποία παρετηρεῖτο εἰς τὸ ἐκκλησάκι ἐκεῖνο τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου ἔλαβον μεγάλην ὠφέλειαν».

***
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό "Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
[...Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να "ποζάρει" είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η "περιέργεια" του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του "Οδοιπορικού Συνδέσμου" , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής "ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια" που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως "ερεθίση την περιέργεια των". Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου "αναπαύεται εν Χριστώ" ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης: "Nous excitons la curiosite du public". ]