Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΝΤΑ ΦΙΟΡΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

H OIKONOMIA TOY ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ-μερική επανάληψη

του HENRI DE LYBAC

Ο ΙΩΑΚΕΙΜΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ.
Image result for η συνοδος στο κολυμπαρι
Ακόμη πιό κοντά μας ανθίζει μία ολόκληρη σοδειά αποστόλων του πνεύματος, στον ήλιο της Εκκλησίας, μίας Εκκλησίας στην δύση της, η οποία πρέπει να αφήσει την θέση της σε κείνη του αύριο, του μέλλοντος, στην έσχατη. Μία πρώτη αρχή είναι του 1965, την εποχή της τελευταίας συνόδου, χωρίς άλλη σχέση μ’αυτή εκτός απο αυτή της αντιφάσεως. Εμφανίζεται μία συλλογική έκδοση, με προκλητικό τίτλο, που δείχνει το πρόγραμμά της,Εκσυγχρονισμός ή μετάλλαξη; Η πρώτη λέξη δείχνει το έργο που ξεκίνησε η σύνοδος. Στα μάτια των συγγραφέων αυτό το έργο δέν έχει κανένα ενδιαφέρον. Αυτό που απαιτείται είναι μία μετάλλαξη δηλαδή μία επανάσταση, άλλο τόσο ριζική όσο εκείνη που μεταμόρφωσε μία αίρεση τής Γαλιλαίας σε μία Εκκλησία στην οποία δέν διακρινόταν πλέον ο Ιουδαίος απο τον Έλληνα. Εάν υιοθετήσει την γλώσσα και τις ελπίδες τού κόσμου, θα προσλάβει και όλα τα προβλήματα και θα γεννήσει την Οικουμενική Εκκλησία. 
Μ’αυτή την ορμή, αρχίζει η έρευνα για την ανακάλυψη ενός νέου Χριστιανισμού, κυριαρχεί η βιασύνη για την αναγκαία γέννηση μίας νέας Εκκλησίας, στην οποία η αγάπη πρέπει να λάβει τηνθέση του νόμου. Υφαρπάζεται η ανάσταση του Ιησού απο την Ελληνική σινδόνα και τοποθετείται σε κείνο το ρεύμα ζωής που είναι η Ιουδαϊκή Θεολογία της υποσχέσεως, της διαθήκης. Και θεμελιώνεται η θρησκεία του Θεού που έρχεται.[ Remembering the future]
Απελευθερωμένος απο ένα σπάσιμο που μπορεί να ανοίξει στην επινόηση, ο Χριστιανισμός του αύριο δέν θα είναι ούτε αέρας, ούτε καπνός, αλλά ζωή των ανθρώπων με τους ανθρώπους, μία νέα Εκκλησία που θα μας δοθεί, γεννημένη απο το Πνεύμα. Αυτή η νεογέννητη δέν θα’χει πιά τους χαρακτήρες της Εκκλησίας που γνωρίζουμε...η Εκκλησία έχει ανάγκη απο την μία στιγμή στην άλλη μία μεγάλης μεταλλάξεως...Το πνεύμα ζητά απο τους Χριστιανούς τού σήμερα να επιτρέψουν να ζήσει η ασυνείδητή τους πίστη για να μιλήσει εκ νέου και να πεί νέα πράγματα...κ.τ.λ.
Υπάρχουν όμως και παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Έτσι αμέσως μετά τα παράπονά του πώς οι μορφές της πίστεως παρουσιάστηκαν κάτω απο μία σταθερή και αμετάβλητη μορφή, μας προσκαλεί να εξορκίσουμε τον φόβο μας πώς θα διαλυθεί διαφορετικά, το πιστεύω μας. Διότι στην πραγματικότητα, χάρη στις προόδους της επιστήμης, τα Χριστιανικά δόγματα θα μάθουν να ανακαλύπτουν και να μορφοποιήσουν σε ένα καινούργιο μοντέλλο, σε ένα καινούργιο πλαίσιο, το περιεχόμενό τους. Πρέπει όμως κατ’αρχάς να ελευθερώσουμε το πιστεύω και να επιτρέψουμε στην πίστη, για να συγκεντρώσει όλες τις κουλτούρες, δηλαδή τίς θρησκείες, να λάβει την μορφή μίας κένωσης (Το κενό, το νιρβάνα του Βουδισμού. Μία έννοια που επιβλήθηκε απο τον Φλωρόφσκι).
Υπάρχει επίσης και το ερώτημα: Γιατί η Θεολογία, παρότι επιθυμεί να εισέλθει όλο και βαθύτερα στα συγκεκριμένα προβλήματα της εποχής μας, σταματά στην μέση του δρόμου; (Βασική αρχή της Θεολογίας του Ζηζιούλα). Συμπεριφέρεται σαν η αναφορά στο πνεύμα το Άγιο να έρχεται και να προστίθεται ξαφνικά, στην διατομή μίας ζωντανής ώς επί το πλείστον παραδόσεως, με έναν εκσυγχρονισμό, μία προσαρμογή στην εξέλιξη, η οποία την ανανεώνει και την εκσυγχρονίζει. Επανασυνδέουν λοιπόν, αυτοί οι εξελιγμένοι Χριστιανοί, με κλασσικό τρόπον τινά τρόπο, την στάση τους, τον τρόπο τους, με την Εκκλησιαστική εμπειρία. Έτσι ακριβώς και οι Χαρισματικοί Χριστιανοί παραμένουν στην παραδοσιακή και εξελιγμένη γραμμή, ισχυριζόμενοι πώς η ανανέωση δέν μπορεί να σημαίνει διαίρεση με την κοινότητα ή με την παράδοση. Η πνευματολογία τους είναι λανθασμένη.
Έτσι αρχίζει να συνειδητοποιείται η ανάγκη ενός πιό ανανεωτικού στοιχείου. Ακριβώς του χρέους πλέον του πνεύματος, έξω απο την Εκκλησία. Πολλοί είναι ήδη κουρασμένοι απο μία τεχνητή ζωή, χωρίς εσωτερικότητα και γι’αυτό επιθυμούν, κρίνοντας την Εκκλησία, να ξαναδώσουν μία θέση στον Θεό. Σε έναν Θεό όμως που πρέπει να ξαναγεννηθεί με διαφορετικό τρόπο, σαν μία επιδρομή βίαιη που φτάνει να διαλύσει τις συνήθειες μας και να μας αφυπνίσει απο τα δογματικά μας όνειρα. Οι πολιτικοποιημένοι Χριστιανοί, οι θεολόγοι τής απελευθερώσεως είναι ακόμη πολύ ντροπαλοί και διστακτικοί. Συνεχίζουν να επιμένουν στην σκηνή-κλειδί της ΕΞΟΔΟΥ ή στην μορφή του απελευθερωτού Χριστού, αλλά δέν κάνουν κανένα βήμα μπροστά πρός το πνεύμα. Και όμως πρέπει να το πούμε: Για πολλούς σήμερα, εάν ο Θεός υπάρχει, μπορεί να είναι μόνον πνεύμα.
[Γίνεται δραματικά φανερό πλέον πόσο απουσιάζει απο την Εκκλησία, λόγω των αιρέσεων και των σχισμάτων, ακόμη και απο την Ορθοδοξία, η οδός των Αγίων].
Απο τον Maurice Bellet, έχουμε πιό συγκεκριμένες διευκρινήσεις για την ανανέωση.
Μπορεί να πραγματοποιηθεί, μεσα στην ίδια την Εκκλησία, ένα είδος γλιστρίματος, έτσι ώστε η ουσία της πίστεως να εξαφανιστεί πρός όφελος μίας προσπάθειας, επιτέλους στο ύψος τού ανθρώπου, όπου ολόκληρη η αλήθεια θα είναι με το μέρος της αναλύσεως. Θα επρόκειτο τότε, όχι πλέον για μία αντίθεση στην πίστη, αλλά για ένα πέρασμα σ’αυτό που θα την αντικαθιστούσε. Δέν είμαστε άραγε μπροστά στην στιγμή στην οποία όλη η μορφή της δομής της Εκκλησίας, πρέπει να δώσει την θέση της σε κάτι νέο; Η ψυχανάλυση δέν θα ήταν τότε παρά μία απο τις πλευρές (ίσως η πιό σκληρή) με τις οποίες ανακοινώνεται ο θάνατος ενός συστήματος; Ένα ολόκληρο νοητικό σύμπαν στο οποίο η πίστη μπόρεσε να θέσει τον εαυτό της, χωρίς να αποφύγει εντελώς τις αντιφάσεις, βρίσκεται προ της αβύσσου.
Και ο Marcel Legant μιλά επίσης ευχαρίστως για «μετάλλαξη». Προβλέπει μία μετάλλαξη τέτοια της Εκκλησίας που θα φέρει ιλίγγους. Μία μεταμόρφωση τέτοιας εκτάσεως, απολύτως αδιανόητης, απο την οποία ελπίζει πώς θα προκύψει μία νέα Εκκλησία. Αλλά επαναλαμβάνει επίσης και το αντίθετο, σαν να απολογείται: μία τέτοια μετάλλαξη δέν είναι μία αποδόμηση, ένα γκρέμισμα που θα οδηγούσε την Εκκλησία στην εξαφάνιση. Βλέπει δηλαδή μία πνευματική ανανέωση, με απρόβλεπτες συνέπειες, αλλά στον δρόμο πάντοτε μίας μεγαλύτερης προσήλωσης στον νόμο των πρώτων μαθητών τού Χριστού. Η σκέψη του η οποία εκφράζεται σε στενή εξάρτηση με ορισμένα σχήματα του Μπερξόν, ελέγχεται οπωσδήποτε. Αλλά η εμπειρία την οποία προσπαθεί να μεταφράσει είναι βαθεια. Και παρ’όλα αυτά, επηρεασμένος απο το πνεύμα της εποχής μας, έχει τόσες αναλογίες, ιδίως γλωσσικές με τους Ιωακειμίτες της εποχής του. 
[Σάν να λέμε ότι οι άνθρωποι τα δίνουν όλα πλέον για να αποκτήσουν την εμπείρία του Αγίου Πνεύματος. Δέν αντέχουν πλέον τους Θεσμούς και τις Ιεραρχίες με τις οποίες ταυτίστηκε η Εκκλησία. Και όμως δέν τα καταφέρνουν. Ακόμη και όταν απελευθερώνονται. Τους λείπει η οδός των Αγίων της Ορθοδοξίας.]
[Σήμερα η Ορθοδοξία θα μπορούσε να σταθεί στο ιστορικό της ύψος, αλλά δυστυχώς δέν υφίσταται πλέον, διαλυμένη απο τα χτυπήματα των οργανώσεων. Οι οποίες έθαψαν ακριβώς την οδό των Αγίων, κάτω απο τα προτεσταντικά σκουπίδια της solascriptura. Σήμερα οι Ορθόδοξοι μελετούν την πίστη. Κάνουν κάτι απίστευτο: Μελετούν τα αμελέτητα].
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

H OIKONOMIA TOY ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ - Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ επανάληψη

του HENRI DE LYBAC
ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ.


Ο Μόλτμαν διαπιστώνοντας πώς η απώλεια τού εσχατολογικού νοήματος επέτρεψε την αφομοίωση τών Χριστιανών στον περιβάλλοντα κόσμο και μ’αυτόν τον τρόπο την παράδοση της πίστεως, συμπεραίνει πώς πρέπει να ελευθερώσουμε την εσχατολογική ελπίδα απο τις μορφές σκέψης και απο τους τρόπους συμπεριφοράς που ανήκουν στις παραδοσιακές συνθέσεις της Δύσεως. [Η εσχατολογία και η διάλυση του Οικουμενισμού, πηγάζουν απο την πλήρη απώλεια του σκοπού της Χριστιανικής ζωής, που είναι η μετάνοια και η αγιότης]. 

Έτσι λοιπόν, αυτός ο σύγχρονος και πρώτος ίσως γκουρού του Χριστιανισμού, αναγκάζεται να φέρει στην επιφάνεια την «πίστη τής Εξόδου», σύμφωνα με την οποία ο Γιαχβέ, περιεχόμενος μέσα στην ειρήνη, και στην δικαιοσύνη που αποτελούν την δόξα του, ενδιάθετος, είναι ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. Σε αντιπαράθεση στην «θρησκεία των επιφανείων», στην οποία βυθίζεται ο σύγχρονος συγχωνευμένος με τον κόσμο Χριστιανισμός.
Και οι Δύο Διαθήκες λοιπόν πρέπει να παραμείνουν κυριαρχημένες απο την «κατηγορία της Υποσχέσεως». Απο εδώ πηγάζει η παρουσίαση permodum unis της «Ιουδαιο-Χριστιανικής Ελπίδος». Απο εδώ (και είναι αυτό που μας ενδιαφέρει) η τάση να δούμε τον Ιησού μόνον σαν προφήτη και ανανεωτή τής αρχαίας υποσχέσεως και όχι σαν την ολοκλήρωσή της. Η ακόμη καλύτερα η τάση να μειώσουμε και να υποτιμήσουμε τον χαρακτήρα που διακρίνει την Χριστιανική εσχατολογία απο την Ιουδαϊκή ελπίδα, δηλαδή την ανακήρυξη της Βασιλείας του Θεού ήδη παρούσης στον Ιησού.
Δέν μας εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός πώς ο Μόλτμαν δίνει μεγάλη προσοχή στην μοντέρνα συνέχεια της παραδόσεως του Ιωακείμ. Η σύνθεση που παρουσιάζει δείχνει πώς κατανόησε το εύρος της.
«Η φιλοσοφία της ιστορίας του Ιωακείμ ντα Φιόρε, η ιδέα του μίας Τρίτης Βασιλείας που θα ήταν το Βασίλειο του Πνεύματος, βασανίζει, ξεκινώντας απο τον Λέσσινγκ, την θεωρία της ιστορίας του 19ου αιώνος και την γεμίζει ενθουσιασμό. Η ιστορία είναι «Το γίγνεσθαι του Θεού», ακουγόταν απο την εποχή του Herder, Μία Τρίτη εποχή του πνεύματος -Το επιστημονικό πνεύμα- πρέπει να ξεκαθαρίσει με το φώς του τις κρίσεις τής ιστορίας και έτσι να σβύσει την αινιγματική ιστορία μεταμορφώοντας την σε γνωστή ιστορία: Έτσι στον Λέσσινγκ και στον Κάντ, στον Κόμτε και τον Χέγκελ και τους ακολούθους τους, η κατευθυντήριος γραμμή τού προσανατολισμού τους στον κόσμο, δέν ήταν πιά βασικώς μεταφυσικός, αλλά ιστορικός».
Όσον αφορά τον ίδιο, οι εκλεκτικές του συγγένειες, τον οδηγούν να προτιμήσει την μυστικο-κοινωνική παράδοση στην οποία μετά τον Ιωακείμ ντα Φιόρε, τον Thomas Munzer και τονOetinger, ο κύριος εκπρόσωπος είναι ο «εσωτερικός μαρξισμός».Μ’αυτόν κυρίως, δηλαδή με τον Μπλόχ, ο Μόλτμαν, θέλησε να ανοίξει τον διάλογο, για να οικοδομήσει μία εσχατολογική οντολογία, η οποία θα εισήγαγε το «καυτό ρεύμα» της ελπίδος, μέσα απο την πολυπλοκότητα των θέσεων τού Χριστιανικού δόγματος. Στην προσπάθειά του αυτή γίνεται Κύριος της ιδέας (ή κυριαρχείται απο την ιδέα;) πώς εάν ο Θεός είναι για μας ο άγνωστος Θεός, ο deus absconditus, αυτό δέν οφείλεται μόνον, όπως εξηγούσε ο Κάρλ Μπάρτ, στο γεγονός πώς βρισκόμαστε ακόμη κάτω απο το καθεστώς της πίστεως, αλλά στο γεγονός πώς το «μέλλον περιέχει μίαν οδό, μία διαδρομή, που ο Θεός δέν την έχει ολοκληρώσει ακόμη». Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε έναν κάποιο Φουτουρισμό του Θεού.
Οπωσδήποτε ο Μόλτμαν βλέπει κριτικά τον αθεϊσμό του Μπλόχ, για τον οποίο το μέλλον του Χριστού και το μέλλον του Θεού δέν είναι τίποτε άλλο απο το μέλλον του κρυμμένου ανθρώπου και του κρυμμένου κόσμου. Επειδή όμως ταυτοχρόνως είναι γοητευμένος απο αυτόν, διατηρεί πολλές απο τις εκφράσεις του, ιδιαιτέρως τις διφορούμενες: απορρίπτοντας τήν αναπαράσταση της ενυπάρχουσας (Immanenz) Τριάδος, την οποία η αρχαία Εκκλησία σχηματοποιούσε σαν κλειστό στον εαυτό του κύκλο, αρχίζει να την σκέπτεται σαν ιστορία εσχατολογικά ανοικτή, και προσπαθεί να ανακαλύψει τις μεταμορφώσεις του Θεού στις απελευθερώσεις του ανθρώπου. Ας θυμηθούμε ιδιαιτέρως, όσον αφορά τον Ιωακειμισμό του, τον φόβο που εξέφρασε ο Geyer, πώς μειώνει τον συστατικό χαρακτήρα της ιστορίας του Ιησού Χριστού σε μία απλή λεπτομέρεια της βιβλικής ιστορίας της αποκαλύψεως. Όπως επίσης και την παρατήρηση στην οποία ο Fries συνθέτει τις κριτικές του: Δέν θα ήταν δυνατόν να συλλαβίσουμε και να συνδέσουμε το πιστεύω και τα περιεχόμενά του μόνον στο μέλλον.
Ο Μόλτμαν διέθετε έναν πρόδρομο, στον Ολλανδό Noordmansγια στον οποίο το πνεύμα, σε αντίθεση μέ τον Χριστοκεντρισμό του Μπάρτ και στην παραδοσιακή σύλληψη του Newman, εμφανίζετο σαν ο ελεύθερος ερμηνευτής του Χριστού, αυτός πουμεταφράζει τον Χριστό κατά μήκος της ιστορίας, σε μορφές ολοένα και πιό νέες, δημιουργημένες απο πρίν, για να σπάσουν στην συνέχεια, και όλο αυτό όχι στα ίχνη του Πέτρου ο οποίος στρέφεται πρός αυτό που βρίσκεται πίσω του, αλλά του Παύλου, του Αποστόλου του Πνεύματος. 

O ΓΚΟΥΡΟΥ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΒΟΛΟY.
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος. 

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

H OIKONOMIA TOY ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ--Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ-μερική επανάληψη

του HENRI DE LYBAC

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΝΕΟ-ΙΩΑΚΕΙΜΙΣΜΟΙ.
  
Μόλτμαν
Αυτό το σημείο εκφράστηκε πλήρως απο τον πρ. Andre Manaranche, σε μία σελίδα που ενώνει μία επαρκέστατη θεωρία τής παρούσης καταστάσεως και έναν πλασματικό χαρακτήρα, με την δογματική της ακρίβεια:«Στην ίδια την καρδιά της Εκκλησίας έγινε προσπάθεια να διακριθούν τρείς μεγάλες εποχές: εκείνη του Πατρός, της Π.Δ. που χαρακτηρίστηκε απο το πρωτείο της Οικογένειας, εκείνη του Υιού, δομημένης στο λειτούργημα του κλήρου και τέλος του πνεύματος, η οποία χαρακτηρίζεται απο τα χαρίσματα, ξεκινώντας απο μία ημερομηνία η οποία μετακινείται απο τον καθένα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τής πρωτοβουλίας του. Αυτός ο διαχωρισμός, τον οποίο πραγματοποιούμε εμείς σήμερα όλο και περισσότερο, προτίθεται να διαμαρτυρηθεί ενάντια σε έναν εκφυλισμό τών δομών και των ιερουργιών, στον οποίο αντιτίθεται η πνευματική ελευθερία.
Είναι γεγονός  πώς πολύ συχνά ο κλήρος παραποίησε την λειτουργία του, επιχειρηματολογώντας πώς η επάρκεια αυτής της τελευταίας δέν εξηρτάτο απο την αγιότητα του λειτουργού. Και γι’αυτό σε περιόδους παρακμής, προτιμήθηκε η σιωπηλή επιρροή των φίλων τού Θεού απο την θορυβώδη παρέμβαση των συγγενικών του φορέων. Κηρύχθηκε πώς η εποχή του Γκουρού πρέπει να αντικαταστήσει την εποχή του Ιερέως. Αλλά εάν βάλουμε μ’αυτόν τον τρόπο να ενεργήσουμε τα θεία πρόσωπα σε «τρία όγδοα», ένα μετά το άλλο, καταστρέφεται τότε το τριαδικό μυστήριο. Και πράγματι το πνεύμα δέν έχει άλλο χρέος απο το να δοξάσει τον Υιό, όπως ο Υιός να φανερώσει τον Πατέρα. Με άλλα λόγια, το χάρισμα μπαίνει στην υπηρεσία της οικοδομήσεως του σώματος του Κυρίου, χωρίς ποτέ να χαρεί και να ευχαριστηθεί για τις δικές του εκπληκτικές ικανότητες. Διαφορετικά δέν υπάρχει εκκλησία πλέον, ούτε και μυστήρια. Δέν μπορούμε να δεχθούμε λοιπόν τον διαχωρσμό που τείνει να κρυσταλλωθεί σήμερα. Ο Χριστός αφήνεται στην ιεραρχία, της οποίας είναι ο ιδρυτής, ενώ το πνεύμα περνά στην αναρχία, ή τουλάχιστον σε μία παράλληλη διπλωματία, εν τη απουσία ενός πατέρα, που είναι η ιδεοληψία, το βάσανο της δυτικής συνειδήσεως».
Στην απελευθέρωση απο τον Κανόνα της πίστεως που διατηρήθηκε απο τον θεσμό τής Εκκλησίας, το πνεύμα ανακηρυγμένο ο ελευθερωτής, γίνεται κάθε πράγμα. Θα αναφερθούμε λοιπόν στην συνέχεια σε μερικά απο τα αναρίθμητα παραδείγματα που αποδεικνύουν αυτό το γεγονός, χωρίς να περιοριστούμε σε κάποια ειδική ομολογία. Μερικές περιπτώσεις είναι δογματικά ακίνδυνες, είναι αλήθεια, όπως το μυθιστότημα τουMario Pomilio, το πέμπτο Ευαγγέλιο. Το οποίο είναι τελικώς το σύμβολο του απλησίαστου βάθους των Ευαγγελίων των ιδίων. Εάν αναγνωρίσουμε την έρευνά του σαν ένα συμπέρασμα της «ιστορίας μίας μεγάλης αιρέσεως» αυτό είναι επίσης και ο πράσινος κλάδος της Εκκλησίας χωμένος συνεχώς και συνεχώς ξανα-ανθισμένος, η αιώνια ουτοπία της Βασιλείας, το σύμβολο του αγώνος πρός τα μπρός που μας έχει επιβάλλει ο Λόγος του Κυρίου. Μεταφορά της Εκκοσμικευμένης Χριστιανικής ανησυχίας, και ακριβέστερα, των φυραμάτων, της αναμονής, των αντιφάσεων, των αντιθέσεων, που σέρνονται μέσα απο τον Χριστιανισμό του καιρού μας. Αλλά ακόμη πιό θεμελιώδες είναι το βιβλίο που έγραψε ο Ιησούς μέσα απο κάθε άνθρωπο που δέχθηκε να τον ακολουθήσει.
Στο ίδιο ακίνδυνο βήμα, είναι και το ποίημα του Jean-ClaudeRenard, Η ουσία τής Τρίτης εποχής, που είναι μία μεγάλη λαχτάρα για τήν μεταμόρφωση του κόσμου:
Και ο Θεός αναγεννάται στο ανθρώπινο σώμα.
Και ο άνθρωπος αναγεννάται στο πνεύμα του Θεού.
Και ο άνθρωπος είναι ο Χριστός και ο Χριστός είναι η ψυχή
Που πρέπει να διασχίσουμε για να εισέλθουμε στον Θεό...
Και το πνεύμα που ανήκει στην Τρίτη Εποχή,
Στην εποχή που μεταλλάσσει, στον τρίτο κύκλο
Κυριεύει την Γή, κυριεύει τα ύδατα...
Σε άλλες όμως περιπτώσεις αναδύεται τονισμένη, η λαχτάρα σε μία ενυπάρχουσα μεταμόρφωση, όπως ανακοίνωνε με μία κάποια ανυπομονησία, το 1902, ο Miguel deUnamuno (1864-1936). «Μας γεμίζουν τα αυτιά, έλεγε, με το κοινωνικό βασίλειο του Ιησού Χριστού, και αυτοί που το ανακοινώνουν με δυσκολία καταλαβαίνουν τί πράγμα σημαίνει. Με δυσκολία πλέον ονειρευόμαστε το Βασίλειο του Αγίου Πνεύματος, στο οποίο ο Χριστιανισμός αφού έγινε απο την ανθρωπότητα ουσία της ψυχής του, θα γίνη αυθόρμητο....»
Είναι πολύ συχνός εξάλλου ο δοξασμός της εποχής του πνεύματος με καθαρή αναφορά στην παράδοση του Ιωακείμ ντα Φιόρε, και ταυτοχρόνως των πρώτων ριζοσπαστικών Χριστιανών, για να μπορέσουν να μας πείσουν πώς η νέα αποκάλυψη δέν μπορεί να είναι απλώς η συνέχεια των πρώτων δύο, του Πατρός και του Υιού, και για να μας παροτρύνουν να την υποδεχθούμε με την απόλυτη υποταγή της πίστεως. Αυτή η νέα αποκάλυψη είναι μερικές φορές ο θάνατος του Θεού, είναι επίσης το Ευαγγέλιο του Χριστιανικού Αθεϊσμού. Ο Jan Weiland, αναφέρεται στην ίδια παράδοση, η οποία όμως ολοκληρώθηκε απο το πρακτικό παράδειγμα της Γαλλικής επανάστασης, και απο την θεωρητικοποίηση του Χέγκελ, για να μας πείσει με την σειρά του πώς πρέπει τελικώς να πραγματοποιήσουμε την Έξοδο, πέραν μίας ιερής τάξεως, δηλαδή να καταστείλουμε την σχέση Κυρίου-δούλου, όπως συνεχίζει να την εφαρμόζει παράνομα η Εκκλησία. Μόνον έτσι θα ολοκληρωθεί το όνειρο της αδελφότητος που έθεσε ο Ιησούς στην καρδιά των μαθητών του.
Στην «θεολογία της Επαναστάσεως», ο Jean Comblin, επανασυνδέεται εξίσου με τον Ιωακείμ ντα Φιόρε, και διά του οποίου κατηγορεί τους επίσημους Θεολόγους πώς απώθησαν το δόγμα τουτο οποίο όμως υιοθέτησε η 2η Βατικάνειος σύνοδος σε μεγάλο βαθμό, ιδίως στο πρόγραμμά του. Γι’αυτόν ο Ιωακειμισμός συνίσταται στην ανακάλυψη του βασικού νόμου τής ιστορίας μετά Χριστόν. Το βασίλειο του πνεύματος σαν διαδοχή σταθμών και αλμάτων, λόγω των οποίων η Χριστιανική κοινωνία, ψάχνοντας τον εαυτό της, προσπαθεί και τείνει να αποκτήσει έναν τρόπο υπάρξεως που να αντιστοιχεί στην πρόθεση του ιδρυτού της. Είναι φυσικό λοιπόν γι’αυτόν πώς αφού υποχρεώθηκε να πολλαπλασιάσει τις παραχωρήσεις του προς την ειδωλολατρία, για να κατορθώσει να ενσαρκωθεί στην ιστορία, ο Χριστιανικός λαός, να προσπαθεί να ελευθερωθεί απο αυτόν τον μανδύα για να ταιριάξει ακόμη περισσότερο στην ουσία του. Το μόνο λάθος, σύμφωνα μ’αυτόν του Ιωακείμ υπήρξε η πεποίθησίς του πώς για να ελευθερώσει την Εκκλησία θα έφθανε ένα και μοναδικό άλμα του πνεύματος. Σήμερα όμως ο διαλεκτικός υλισμός είναι ένα καινούργιο άλμα. Δέν μοιάζει ίσως στο πνεύμα εάν υπολογισθεί στην πλευρά της δυνάμεως που είναι παρούσα στην γήϊνη ιστορία; Έτσι θα ολοκληρωνόταν σήμερα ένας ακόμη σταθμός προς την έλευση τού πνεύματος, που είναι η μεγάλη πρωτοτυπία της Κ.Δ.
Κανείς δέν κατανοεί την αντίφαση, που θα ήθελε μία Εκκλησία ολοκληρωτικώς πνευματική, ένα Χριστιανισμό ελεύθερο απο κάθε θεσμό και απο κάθε σταθερό κανόνα, ενώ ταυτοχρόνως απαιτεί απο αυτή ένα χρέος ιστορικό και κοινωνικό.
Εντελώς διαφορετική όμως είναι η περίπτωση του προτεστάντη Jurgen Moltmann (του γκουρού της Ακαδημίας Βόλου), του οποίου η «Θεολογία της Ελπίδος», ξαναπαίρνει, για να τις εκχριστιανίσει, χωρίς επιτυχία, τις εσχατολογικές έννοιες του Έρνστ Μπλόχ.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

H OIKONOMIA TOY ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ--Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ-μερική επανάληψη

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΝΕΟ ΙΩΑΚΕΙΜΙΣΜΟΙ. 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ο καρκίνος τον οποίο κατήγγειλε η επαρχιακή σύνοδος της Arles στα 1262, ήταν ένα απλό φανταστικό δόγμα,ένα περιθωριακό ρεύμα, ένα εφήμερο επεισόδιο στην Χριστιανική ιστορία ή αντιθέτως ήταν ένα φαινόμενο μίας εκπληκτικής εμβέλειας, με ανυπολόγιστες συνέπειες; Η απάντηση δέν προσφέρει αμφιβολίες. «Είναι χαρακτηριστικό της ιδιοφυΐας, έγραψε ηHirch-Reich, να πηγαίνει πέρα απο την εποχή του. Και ακριβώς ο Ιωακείμ άκουσε εσωτερικά και ανακοίνωσε πολύ πρώϊμα την αλλαγή των χρόνων που προετοιμαζόταν, παρότι η ιστορική πραγματικότης, καθώς παρουσιάζεται, λαμβάνει ένα διαφορετικό πρόσωπο, παρότι μερικές ιδέες της ξαναεμφανίζονται μόνον μετά απο αιώνες». 

Τόσο εάν ο Προφήτης ντα Φιόρε υπήρξε ένας αιρετικός ή ένας Άγιος, μία ιδιοφυΐα, ή ένας εμπνευσμένος (φωτισμένος), όσο και εάν υπολογίζεται σαν ο αυθεντικός ανανεωτής ενός Χριστιανισμού πρωτότυπου  ή για τον μύστη μίας θρησκείας ή μίας κοινωνίας ολοκληρωτικώς νέες, σαν αυτόν του οποίου το δόγμα θα οδηγούσε τον Χριστιανισμό στην τελειότητα ή θα είχε σπρώξει, αντιθέτως, στην διαστροφή του, θα κάνουμε λάθος να μήν αναγνωρίσουμε την σπουδαιότητα του. Εξάλλου οι περισσότεροι αξιόλογοι ιστορικοί της εποχής μας που τον συνάντησαν στο πεδίο των ερευνών τους, συμφωνούν στο να τόν θεωρούν με μεγάλη σοβαρότητα.
Ο Karl Lowith είναι, όπως και ο Jacob Burckhardt, δηλωμένος εχθρός όλων των αισιόδοξων φιλοσοφιών της ιστορίας, οι οποίες έχουν εισχωρήσει παντού στους τελευταίους αιώνες, και θεωρούνται όλες τους, άλλες τόσες επικίνδυνες ουτοπίες. Δέν ισχυρίζεται πώς ο Ιωακείμ τις πρόβλεψε όπως ακριβώς εμφανίστηκαν, ούτε αυτός ούτε ο Λούθηρος μπορούσαν να προβλέψουν τί πράγμα θα είχαν προκαλέσει. Δέν του αποδίδει θεωρίες οι οποίες πολύ συχνά δέν είναι κληρονομιά αλλά διαστροφή της σκέψης του, και όμως παρ’όλα αυτά τον αναγνωρίζει σαν σχολάρχη ενός απο τα ισχυρότερα πνευματικά και κοινωνικά κινήματα των τελευταίων αιώνων.Σύμφωνα με τον Michel Collinet ο Ιωακείμ είδε, κάτι θεμελιώδες, και πολύ πρίν τον Χέγκελ, πώς η ιστορία είναι μία λογική του πνεύματος. Μέσω της εξηγήσεως τού δόγματος της Αγίας Τριάδος που προήλθε απο αυτόν, ισχυρίζεται ο Ernst Benz ολόκληρη η παλιά δομή της Εκκλησίας μεταμορφώθηκε και εξ’αυτής προέκυψαν συνέπειες επαναστατικές. Για πρώτη φορά η ιστορία τής σωτηρίας φανερώνεται σαν ένας προοδευτικός διαφωτισμός του ανθρώπου. Για τον Walter Kasper, καθολικοί και προτεστάντες, έχοντας αφήσει τραγικά και δραματικά να τους ξεφύγει το επίπεδο του μέλλοντος και η προφητική λειτουργία, εγκατέλειψαν το Ευαγγέλιο της ΕΛΠΙΔΟΣ, σε μία εκκοσμικευμένη μορφή, στις μοντέρνες φιλοσοφίες της ιστορίας, στον Σέλλινγκ, στον Χέγκελ, στον Μάρξ, και στις ιδεολογίες ενός Τρίτου Ράϊχ, οι οποίες δέν σταμάτησαν ποτέ να φυτρώνουν μετά τον Ιωακείμ ντα Φιόρε. Ο Ιωακείμ είναι τελικώς το σύμβολο και το πρακτικό κέντρο της Ελπίδος του Χριστιανισμού όπως αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται μέχρι τις μέρες μας. Οι μονογραφίες, όπως τούJose Saranyana, αφιερωμένες στον Ιωακείμ ντα Φιόρε και στον Ακινάτη, δείχνουν πώς η Καθολική Θεολογία αρχίζει και αυτή να παίρνει στα σοβαρά τον Ιωακείμ.
Ο Ιωακείμ λοιπόν δυστυχώς εμπνέει σαν ζωντανή δύναμις πνευματικά κινήματα τα οποία δέν θέλουν να εξέλθουν απο τα σύνορα του Χριστιανισμού. Ο Ιωακείμ είναι σήμερα η εγγύηση του μοντερνισμού. Ο Fr. Heiler, ανέτρεχε σ’αυτόν, στο οικουμενικό του όνειρο μίας πλήρους μεταμορφώσεως του Παπικού θεσμού «Ο Ιωακείμ δέν ανέμενε ίσως έναν αγγελικό Πάπα, ο οποίος θα εξασκούσε το έργο του ταπεινά, συμμορφούμενος απο το παράδοξο του Χριστου; Δέν διέβλεπε μία πνευματική Εκκλησία η οποία απελευθερωμένη απο όλες τις γήϊνες φιλοσοξίες, θα άστραφτε με μεγαλύτερη λάμψη; Η σύγχρονη Γνώση αναφέρεται και σ’αυτόν εξάλλου: έτσι σε μία μελέτη του ο Henry Corbin, Η πνευματικότης του Ναού (Spiritualite du Temple) εκφράζει την πεποίθησί του πώς για να εμβαθύνουμε την ουσιώδη ιδέα μίας Ecclesia Joannis πρέπει να ενώσουμε την θεολογία των τριών βασιλείων του Ιωακείμ ντα Φιόρε και τις αναφορές στον Παράκλητο, ταυτισμένον με τον XII Ιμάμη, η οποία διατυπώθηκε σε κείνη την άλλη οικογένεια της παραδόσεως τού Αβραάμ, στο Ισλάμ, απο τους στοχαστές και απο τους πνευματικούς τής σιϊτικής παραδόσεως.
Για την Χριστιανική παράδοση, η ιστορία είναι αμφίσημη. Δέν αφορά απλώς την άρνηση τής προόδου κάθε είδους που μπορεί να πραγματοποιηθεί στην διάρκεια της (όπως και οπισθοδρομήσεις) και απο αυτή την άποψη οι εννοιολογήσεις μας δέν μπορούν να εξισούνται με εκείνες της αρχαιότητος, ούτε της Εθνικής, ούτε της Χριστιανικής. Αλλά σε κάθε ιστορική κατάσταση ο άνθρωπος τίθεται εμπρός στην εναλλακτική οδό της μοίρας του. Η ιστορία είναι ένα δράμα, του οποίου, η αποκάλυψη του Χριστού απάλυνε μόνον τον χαρακτήρα του. Θα παραμείνει τέτοιος μέχρι το τέλος αυτού του κόσμου ή όπως έλεγαν τον καιρό της αρχής του Χριστιανισμού, αυτού του Αιώνος».Ομως με την αναγγελία μίας Εποχής του Πνεύματος, ο Ιωακείμ ντα Φιόρε, εισήγαγε στα πνεύματα την ιδέα μίας ξαφνικής προόδου, μοιραίας, ανεπίστροφης, που οφείλεται στο πέρασμα απο μία εποχή στην άλλη στο εσωτερικό του ίδιου του χρόνου, κάτι δηλαδή που εξισούται τελικώς με αυτό που θα είναι, με την μοντέρνα σημασία της λέξης, «η επανάσταση». Γι’αυτό και χαρακτήρισαν το έργο του Ιωακείμ σαν την «θεολογική εποχή τής επαναστάσεως». Μία μέρα με έναν απόλυτο και καθοριστικό τρόπο, η ζωή θα αλλάξει. Θα είναι η εποχή των μοναχών. Έλεγε ο Ιωακείμ. Μία εποχή σοφή, πνευματική, ειρηνική, αγαπητική, η οποία δέν θα γνωρίσει πλέον τις βαρειές δομές, ούτε τον δυαλισμό της Εκκλησίας και του Κράτους. Μία μεγάλη Τάξη στοχαστική θα είναι η διοικητική Τάξη αυτής της νέας κοινωνίας και θα κυριαρχήσει όλη τη γή. Πώς να μήν βρούμε γύρω μας λοιπόν, εκκοσμικευμένο αυτό το μεγάλο όνειρο; Η κυριαρχία αυτών που «βλέπουν» αντικαθίσταται απλώς απο την κυριαρχία αυτών που «γνωρίζουν». Απο πολύ καιρό, οι συνέπειες τής αλληλοδιαδοχής τού Ιωακειμισμού ήταν, όπως είδαμε εκκοσμικευμένες παντού, με μορφές αγνώριστες μερικές φορές, ή συναντιούνταν μόνον σε μερικές περιθωριακές σέκτες, οι οποίες δέν ακουμπούσαν την ζωή της μεγάλης Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να τον εκλάβουμε καθ’εαυτό, για μία νεκρή αίρεση, φακελλωμένη, ένα απλό αντικείμενο της ιστορικής περιέργειας. Και τώρα ξαφνικά στο δεύτερο μέρος του 20ού αιώνος, γινόμαστε μέρτυρες της επανόδου της, στην ίδια την καρδιά της Εκκλησίας. Μόνο που αντί για τον ίδιο τον Ιωακείμ οι οπαδοί της θυμίζουν τον ερμηνευτή του, τον Gerardo di san Donnino, διότι δέν αναγγέλουν το άνοιγμα, την εμφανιση του πνεύματος σε κάποιο μέλλον, αλλά το βλέπουν και το κηρύττουν ήδη στο παρόν, μέσα στους ίδιους. Αυτοί οι ίδιοι είναι τα όργανά του.Τονίζουν στο έπακρο το σχίσμα ανάμεσα στην Εκκλησία του παρελθόντος, γερασμένης πλέον, και σε εκείνη του μέλλοντος, που ανατέλλει σήμερα κιόλας σε κάποιο ξεχωριστό μέρος που ακτινοβολεί απο νεότητα.
Παρατηρείται όμως σε όλες τις εκδοχές τής αιρέσεως, στο θεμέλιό τους, μία ίδια γραμμική έννοια του χρόνου, που πιστεύει πώς δέν μπορεί να συγκεντρώσει και να δεχθεί τίποτε καινούργιο παρά μόνον μέσω τής απορρίψεως του παληού.
Δέν πρόκειται πλέον για ζωντανή παράδοση. Στην θέση μίας προωθητικής δυνάμεως και μίας ανανεωτικής αρχής, η παράδοση είναι πλέον μόνον ένα βάρος το οποίο πρέπει να ξεφορτωθούμε. Δέν πρόκειται πλέον για την εμβάθυνση του ιδίου και σταθερού μυστηρίου, το οποίο εισήλθε στην ιστορία μία φορά για πάντα, και ενεργεί για να φωτίσει με κατάλληλο τρόπο, διαρκώς μεταβαλλόμενες πάντοτε καταστάσεις. Δέν αναγνωρίζεται στην παράδοση τίποτε άλλο απο μία διακοπτόμενη σειρά πεποιθήσεων και στάσεων, θεσμών και θεωριών, που βοήθησαν βεβείως στην ετοιμασία τού τελικού διαφωτισμού, αλλά τα οποία προοριζόταν εξ’αρχής να εξαφανιστούν απέναντί του.
Χωρισμένο απο τον Χριστό, το πνεύμα μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Μπορεί να γίνει, για παράδειγμα το ιδεώδες της μοντέρνας κριτικής, ή επίσης της τέλειας κοινωνίας. Δέν είναι του Πατρός το πνεύμα, περισσότερο απο όσο είναι του Υιού. Η Τριάδα αποδομήθηκε. Τίποτε δέν εμποδίζει πλέον να εορτάσουμε μία πλήρη απελευθέρωση, κυματίζοντας σε κάθε άνεμο δογματικό!
Μέσα στο ίδιο το εσωτερικό της Εκκλησίας, στην πραγματικότητα σχεδόν συνειδητά, παρότι αρνούμαστε να το ομολογήσουμε, μπορούν να ανιχνευθούν με ευκολία, στους νεώτερους και λιγότερο σημαντικούς οπαδούς, οι σχολές εκείνων που ολοκλήρωσαν εδώ και καιρό την εκκοσμίκευσή τους!
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

H OIKONOMIA TOY ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ--Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΥΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ-μερική επανάληψη

του HENRI DE LYBAC

Ο Ρομαντισμός και ο Ιδεαλισμός κατάγονται απευθείας από τον Ιωακειμενισμό, την γνωστή φιλοσοφία της Ιστορίας τού Ιωακείμ ντα Φιόρε (Gioacchino Da Fiore), που ξεκίνησε από τον Δυτικό Μεσαίωνα και σάρωσε όλα τα μυαλά τής Ευρώπης, προκαλώντας την θανατηφόρο εκκοσμίκευση που μας διαλύει σήμερα. Αυτό το κίνημα εκμοντερνίστηκε από τον Γερμανό Lessing, αφού είχε ήδη εμπλουτιστεί με την Καμπάλα, είχε υποστεί επεξεργασία από τους Φωτισμένους και τους Μασόνους και αποθεωμένο από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό, ολοκληρώνεται στις μέρες μας με τον Οικουμενισμό.

Ένα γράμμα του εκδότη Eduardo Gans, φίλου επίσης του Χέγκελ, του Δεκεμβρίου του 1830, προς την Récamier, είναι ίσως η καλύτερη εισαγωγή σε όσα θα ακολουθήσουν:

«Βρίσκονται συχνά στην εποχή μας συγγραφείς που έχουν συνειδητοποιήσει ότι εξελίσσεται μια κίνηση, ότι ετοιμάζεται πρόοδος, αλλά δεν έχουν ούτε βάθος, ούτε σκέψη ικανή να οικοδομήσει. Άλλοι, μεγαλωμένοι με συναισθήματα ουσιαστικώς θρησκευτικά και ιστορικά, δεν κατανοούν πως η διαλεκτική διαδρομή είναι κατ' ουσίαν θρησκευτική, δεν βλέπουν τον θεό παρά μόνον σε ακινησία και τον βλασφημούν όλες τις ημέρες στην ανανέωσή του. Υπάρχουν πολύ λίγοι που αγαπούν την πρόοδο τής ανθρωπότητος για θρησκευτικούς λόγους, των οποίων η πίστη δεν υποφέρει καθόλου από τα συμβάντα, οι οποίοι βρίσκονται οχυρωμένοι στην λατρεία τους, που βλέπουν τον θεό μέσα σε όλα όσα γίνονται, χωρίς να τον εξαιρούν ποτέ από την ελευθερία και από την κίνηση. Οι οποίοι υιοθετούν με ελπίδα την νέα φιλοσοφία της Ιστορίας. Διότι ο Χριστιανισμός είναι η προοδευτική θρησκεία, που αφορά όλον τον λαό, και είναι προοδευτική με έναν τέτοιο τρόπο ώστε όλες οι πρόοδοι της ανθρωπότητος, όλες οι ελευθερίες οι οποίες κατακτήθηκαν στην διάρκεια των αιώνων, δεν είναι παρά η ανάπτυξη του Χριστιανισμού. Με αυτόν η Ιστορία τέλειωσε και ξεκίνησε ταυτόχρονα. Τέλειωσε επειδή η αρχή από την οποία έπρεπε να προέλθει το παν είχε βρεθεί και άρχισε διότι η ανάπτυξη της ανθρωπότητος χρονολογείται από αυτή την αρχή»!

Έτσι λοιπόν στον αποκρυφισμό που σάρωσε τα πάντα, ξεκινώντας από τον "ταπεινό" Ναπολετάνο καλόγερο, αφού ούτε ο μεγάλος Ακινάτης δεν κατόρθωσε να τον αντιμετωπίσει, οι Γερμανοί προσθέτουν μια ξεχωριστή κρίση για τον προτεσταντισμό, ο οποίος καταλήγει μια μεσαία εποχή που πρέπει να ξεπεραστεί για να φθάσουμε στην εποχή του πνεύματος.

Πέραν του κυρίαρχου αισθήματος που βάρυνε την Γερμανική συνείδηση, λόγω του Σχίσματος που υπέστη η Χριστιανοσύνη, η εξάπλωση του κόσμου η οποία συνετελέσθη στον χρόνο και στον χώρο και ιδιαιτέρως οι ανακαλύψεις στο πεδίο των θρησκειών, δυναμώνουν και διευρύνουν την Οικουμενική προσμονή που υπήρχε ήδη στον Ιωακείμ. Για τους Γερμανούς γίνεται σαφές πως η εποχή του πνεύματος θα είναι η εποχή τής παγκοσμίου θρησκευτικής συμφιλιώσεως.

Ας σημειώσουμε ακόμη, πριν ξεκινήσουμε, ένα κείμενο του Γκαίτε που ανακάλυψε ο Μπαλτάσαρ: «Το πρώτο άρθρο της πίστεως, ο Πατήρ, είναι εθνολογικό, το δεύτερο, ο Υιός, είναι χριστιανικό, το τρίτο, το πνεύμα, διδάσκει την κοινωνία των αγίων, δηλαδή των ανώτερων και σοφών, και οδηγεί στην ολοκλήρωση την φιλοσοφική θρησκεία: είναι η τελευταία θρησκεία».

Στον πέμπτο και τελευταίο από τους διάσημους Λόγους του στην θρησκεία, του 1799, τριάντα ενός έτους, ο Σλαϊερμάχερ, ανακοίνωσε την ελπίδα για ένα μέλλον «στο οποίο ο πατήρ θα ήταν τα πάντα στα πάντα» αλλά πρόσθετε και την ανησυχία του «πότε πρέπει να έλθει αυτός ο καιρός; Φοβούμαι πως είναι έξω από κάθε εποχή του χρόνου». Διότι, συνεχίζει, εποχές διαφθοράς περιμένουν και απειλούν ο,τιδήποτε είναι γήινο, ακόμη και αν η καταγωγή του υπήρξε θεία. Εάν λοιπόν η βασική έμπνευση κάθε θετικής θρησκείας λαμβανομένης καθ' εαυτής είναι αιώνια, κατά συνέπειαν, παρότι μόνον σήμερα αναδεικνύεται, η θρησκεία των θρησκειών, ο Χριστιανισμός, είναι και αυτός περαστικός. Είναι υποκείμενος στην φθορά του χρόνου. Και έρχεται σύντομα ο καιρός κατά τον οποίο καινούργιοι ιεραπόστολοι του θεού θα γίνουν απαραίτητοι και θα ξεκινήσουν νέες εποχές της ανθρωπότητος και κάθε νέα εποχή θα γίνει η παλιγγενεσία του χριστιανισμού και θα αφυπνίζει το πνεύμα με μια νέα και πιο ωραία μορφή. Απέραντες εκτάσεις της θρησκείας δεν έχουν καλλιεργηθεί και είναι ανεκμετάλλευτες. Ακόμη και αυτές μπορούν να γεννηθούν από την βασική έμπνευση του Ιησού, αλλά ο Ιησούς δεν μπορούσε να τις προβλέψει περισσότερο από τους μαθητές του. Γιατί εξάλλου ο χριστιανισμός έπρεπε να βασιλέψει μόνος του στην ανθρωπότητα; Ο χριστιανισμός απεχθάνεται αυτόν τον δεσποτισμό. Δεν θέλει να ωθήσει στο άπειρο την διαφορετικότητα μόνον του εαυτού του, θέλει να έχει την οραματική έμπνευσή του και έξω από αυτόν.

Αναμένοντας πάντοτε μια απελευθέρωση από την μιζέρια που βαραίνει πάνω του, βλέπει με ευχαρίστηση να ανατέλλουν, πέρα από την διαφθορά, άλλες μορφές, πιο νέες, τής θρησκείας. Διότι τίποτε δεν είναι πιο άθρησκο από την απαίτηση τής ομοιομορφίας τής ανθρωπότητος, και τίποτε δεν είναι λιγότερο χριστιανικό από την απαίτηση τής ομοιομορφίας στην θρησκεία.

Σε αυτή τη σύλληψη του χριστιανικού γίγνεσθαι και των παλιγγενεσιών του, το πνεύμα αποκόπτεται τόσο πολύ από τον Χριστό, που δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίζει να ορίζεται σαν ο μοναδικός μεσάζων.Εξάλλου ο ίδιος ο Χριστός δεν το απαίτησε ποτέ του. Δεν δήλωσε ποτέ του ότι είναι το μοναδικό αντικείμενο εφαρμογής της ιδέας του. Οι μαθητές του δεν έθεσαν ποτέ τους όρια στο Άγιο πνεύμα, αναγνώρισαν παντού την ελευθερία χωρίς όρια όπως επίσης και την αδιάκοπη ενότητα τών αποκαλύψεων. Εάν αργότερα, όταν ο πρώτος χρόνος της ανθοφορίας πέρασε, οι Γραφές ανακηρύχθηκαν "ένας κλειστός κώδικας της θρησκείας", αυτό έγινε εκ μέρους όσων ερμήνευσαν τον ύπνο του πνεύματος σαν τον θάνατό του, και αυτός ακριβώς ο νεωτερισμός δεν είχε τίποτε χριστιανικό. Οι Ιερές Γραφές δεν εμποδίζουν κανένα άλλο βιβλίο να είναι ή να γίνει κι' αυτό Βίβλος.Επιπλέον θα ήταν απιστία προς τον Ίδιο τον Χριστό να αρνηθούμε την αναμονή μας στο μέλλον κάποιων σημείων λαμπρών και θείων, ξεκινώντας από τα οποία θα πραγματοποιηθεί μια νεώτερη και πιο στενή σύνδεση του πεπερασμένου με την θεότητα. Και ακριβώς τώρα, τα γεγονότα που συνταράσσουν τον κόσμο μας φαίνονται να είναι τα σημεία πως μια τέτοια μεταμόρφωση πλησιάζει κοντά μας:

Τί πράγμα δεν μπορούμε να περιμένουμε από μια εποχή που είναι τόσο καθαρά το σύνορο ανάμεσα σε δύο καταστάσεις πραγμάτων τόσο διαφορετικών; Όταν αυτή η βίαιη κρίση περάσει, θα μπορέσει και αυτή, να προκαλέσει μια τέτοια στιγμή και μια προφητική ψυχή θα μπορούσε από τώρα να δείξει το σημείο το οποίο, για τις μελλοντικές γενεές, θα γίνει το κέντρο εμπνεύσεως του Σύμπαντος.
Όλοι περίμεναν την εποχή εκείνη κάτι καινούριο να συμβεί, επηρεασμένοι καθοριστικά μάλλον από την εκπληκτική αίσθηση αλλαγής της νεωτερικότητος που παρήγαγε στα καλύτερα πνεύματα της Γερμανίας, η Γαλλική επανάσταση! Υπήρξε ένα σύμβολο μιας εποχής στην οποία η ανθρωπότης γεύτηκε τόσες πολλές επαναστάσεις και η Γαλλική επανάσταση δείχνει να έρχεται το τέλος όλων αυτών των πολιτικών μεταμορφώσεων, τόσο ώστε μπορεί και να αφήσει ελεύθερη θέση ακόμη και για μια θρησκευτική ανανέωση, κάτι που τόσες προφητικές φωνές μας υποχρέωναν από καιρό να ακούσουμε. Ο Σλαϊερμάχερ συγκεντρώθηκε περισσότερο στην καθαρή κοινωνία, την αδιαίρετη, των αγίων, η οποία δέχεται όλες τις θρησκείες, και είναι η μόνη βάση πάνω στην οποία μπορεί η καθεμιά να αναπτυχθεί. Αφήστε, λέει, στους ακροατές του, τους εθνικούς να ρουφήξουν όσο μπορούν την φλούδα του ιερού, που παραμένει κρυμμένο από τα μάτια τους, αλλά εσείς να μην αρνείσθε να λατρεύετε τον θεό που θα είναι μέσα σας.

Ο Σλαϊερμάχερ προσπάθησε να ξυπνήσει με τους λόγους του, ένα λαό ο οποίος ήταν χορτάτος από νοησιαρχία και διάβαζε Σπινόζα για να λύσει τις απορίες του και γι' αυτό μίλησε μόνον για άπειρο, για θεότητα, και πάνω απ' όλα για Σύμπαν, προσπαθώντας να προσωποποιήσει αυτό το Σύμπαν που ήταν αντικείμενο λατρείας, ονομάζοντάς το Δημιουργό. Είχε μιλήσει ακαθόριστα, όπως και οι προηγούμενοι από αυτόν προφήτες της ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ. Ο ίδιος ο Herderεξάλλου δεν είχε επιβάλλει με τον ενθουσιασμό του για το "Εν και παν" αυτή την ακαθοριστία της βασικής πραγματικότητος; Ο Λόγος τής εποχής, που είχε σαγηνεύσει όλους τους νέους ήταν πως τα θρησκευτικά πνεύματα δεν κουράζονται ποτέ τους να ερευνούν το Σύμπαν και να περιμένουν να ακούσουν τις φανερώσεις του!

Έτσι επιβάλλεται σιγά-σιγά ένας μεσσιανισμός χωρίς μεσσία, μια τρίτη εποχή, τής εξυπνάδας, όπως την οραματίστηκε και ο Ιωακείμ ντα Φιόρε. Ο οποίος πρώτος οραματίστηκε την δυνατότητα μια κοινωνίας όπου όλοι θα είχαν αναπτύξει πλήρως την σκέψη τους και θα είχαν κατορθώσει να γνωρίσουν τελείως και να αναπτυχθούν χωρίς την βοήθεια του Κυρίου.

Και στο προσκήνιο του Ρομαντισμού εμφανίζεται ο Φίχτε (1762-1814) ο οποίος αλλάζει βίαια το σκηνικό, αποκαθηλώνοντας τον Χριστό. Απωθεί σαν μοιραίο λάθος το Filioque της Λατινικής παραδόσεως και διδάσκει αμέσως πως το πνεύμα εκπορεύεται μόνον εκ του πατρός. Κάτι που σημαίνει πως ο άνθρωπος έχει μια φυσική συγγένεια με τον υπεραισθητό κόσμο, μια προϋπόθεση, την οποία ξεκαθάρισε πλήρως η διδασκαλία τού Ιησού, αλλά την οποία εμπόδιζε να αναπτυχθεί, η ίδια η παρουσία του Ιησού!       
Αυτό που εντυπωσίασε τους ανθρώπους του 13ουαιώνα, ήταν προ πάντων η αφήγηση του Ιωακείμ για το πώς και πότε έμελλε ο κόσμος να υποστεί αυτή την τελική μεταμόρφωση. Στην Ιωακείμια αντίληψη της ιστορίας, κάθε εποχής, προηγείται μια περίοδος επώασης. Η επώαση της πρώτη εποχής είχε διαρκέσει από τον Αδάμ μέχρι τον Αβραάμ, της δεύτερης από τον Ηλία μέχρι τον Χριστό, και όσο για την τρίτη, η επώασή της είχε αρχίσει με τον Άγιο Βενέδικτο και πλησίαζε στο τέλος της όταν ο Ιωακείμ συνέθετε τα έργα του. Κατά τον Άγιο Ματθαίο, μεσολαβούν σαράντα δύο γενεές ανάμεσα στον Αβραάμ και τον Χριστό. Και καθώς η Π. Δ. ήταν πρότυπο για όλα τα κατοπινά γεγονότα, η περίοδος ανάμεσα στην γέννηση του Χριστού και την εκπλήρωση τής τρίτης εποχής πρέπει κι’ αυτή να διαρκέσει σαράντα δύο γενεές. Θεωρώντας τήν κάθε γενεά τριάντα χρόνια, ο Ιωακείμ κατόρθωσε να τοποθετήσει την κορύφωση τής ανθρώπινης ιστορίας ανάμεσα στα έτη 1200 και 1260 [στην καταστροφή της Κων/πόλεως].
Στο μεταξύ όμως ο δρόμος έπρεπε να ισιώσει. Και αυτό θα το πετύχαινε ένα καινούργιο τάγμα μοναχών, που θα κήρυτταν το καινούργιο Ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Απ’ τις τάξεις του θα έβγαιναν δώδεκα πατριάρχες που θα προσηλύτιζαν τους Εβραίους και ένας υπέρτατος δάσκαλος, novus dux, που θα απομάκρυνε ολόκληρη την ανθρωπότητα από την αγάπη των γήινων πραγμάτων και θα την οδηγούσε στην αγάπη των πραγμάτων τού πνεύματος. Κατά τα τρεισήμισι χρόνια πριν από την εκπλήρωση τής τρίτης κατάστασης, θα εγκαθίδρυε την βασιλεία του ο Αντίχριστος. Αυτός θα ήταν ένας κοσμικός βασιλέας, που θα τιμωρούσε την διεφθαρμένη και εγκόσμια εκκλησία μέχρι να την καταστρέψει στην παρούσα μορφή της. Μετά την ανατροπή αυτού του Αντιχρίστου θα ερχόταν στην πληρότητά της η εποχή του Πνεύματος.

Πόσο εκρηκτική ήταν η θεωρία αυτή, έγινε φανερό όταν την υιοθέτησε η ακραία αυστηρή πτέρυγα των Φραγκισκανών μοναχών. Το Ιωακείμιο ιδεώδες ενός τελείως εξωκοσμικού μοναστικού τάγματος, έφτασε πολύ κοντά στην πραγμάτωσή του στην αδελφότητα, η οποία μέσα σε λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του προφήτη, άρχισε να σχηματίζεται γύρω από τον φτωχούλη της Ασσίζης. Αργότερα, όταν η αδελφότητα αναπτύχθηκε και έγινε μεγάλο μοναστικό τάγμα, αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις στις απαιτήσεις τής καθημερινής πραγματικότητας. Το τάγμα εισέδυσε στα σχολεία, στα παν/μια, απέκτησε επιρροή και περιουσία.

Αλλά πολλοί Φραγκισκανοί αρνήθηκαν τις καινοτομίες αυτές και κράτησαν το παλιό ιδεώδες της απόλυτης φτώχειας. Οι άνθρωποι αυτοί – ΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΦΡΑΓΚΙΣΚΑΝΟΙ – σχημάτισαν ένα μειοψηφικό κόμμα, αρχικά μέσα στο τάγμα, κατόπιν έξω από αυτό. Μέχρι τα μέσα του αιώνα είχαν ξεθάψει τίς προφητείες του Ιωακείμ (που μέχρι τότε είχαν ξεχαστεί) τις εξέδωσαν και τις σχολίασαν. Τις χάλκευσαν και έγιναν πολύ ευρύτερα γνωστές και επηρέασαν περισσότερο από τα γραπτά τού ίδιου τού Ιωακείμ. Σ’ αυτές τις ψευδοιωακείμιες προφητείες, προσάρμοσαν την Ιωακείμια εσχατολογία ώστε να εμφανίζονται σαν το καινούργιο μοναστικό τάγμα, που αντικαθιστώντας την Εκκλησία τής Ρώμης, έμελλε να οδηγήσει την ανθρωπότητα στην ένδοξη εποχή του Πνεύματος. Φτάνοντας στην Γερμανία το κίνημα αυτό απέδωσε τον ρόλο του τιμωρού τής Εκκλησίας κατά τις τελευταίες ημέρες, στον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄.
Αυτή η αποκαλυπτική κακοδοξία εξαπλώθηκε ιστορικά παίρνοντας διάφορα ονόματα και εμφανίσθηκε πότε σαν η αίρεση των Καθαρών, των Αλβιγηνών ή νέο-Μανιχαϊκών και τελικώς επικράτησε σαν η αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος! Αυτή η αίρεση μπορεί να θεωρηθεί ιστορικά σαν μια αποκλίνουσα μορφή του μυστικισμού που άκμασε στην Δύση από τον 11ο αιώνα και μετά. Ένας μυστικισμός που προέρχεται από μια λαχτάρα για άμεση κατανόηση του Θεού και άμεση επικοινωνία μαζί του. Οι Καθολικοί όμως μυστικιστές ζούσαν τις εμπειρίες τους στο εσωτερικό μιας παράδοσης, που την επικύρωνε και την διαιώνιζε μια μεγάλη θεσμοποιημένη Εκκλησία. Και όταν ασκούσαν κριτική στην Εκκλησία, ο στόχος τους ήταν η αναζωογόνησή της.
Από τον άλλο μέρος οι μυημένοι του Ελεύθερου Πνεύματος ήταν έντονα υποκειμενικοί και δεν αναγνώριζαν άλλη αυθεντία εκτός από τις εμπειρίες τους. Στα μάτια τους, η Εκκλησία ήταν στην καλύτερη περίπτωση εμπόδιο στην σωτηρία, στην χειρότερη ένας τυραννικός εχθρός, ένας φθαρμένος θεσμός, που έπρεπε να αντικατασταθεί από την δική τους κοινότητα, η οποία ήταν σκεύος του Αγίου Πνεύματος.
Ο πυρήνας της αίρεσης του Ελεύθερου Πνεύματος είναι η στάση τού μυημένου απέναντι στον εαυτό του: πιστεύει ότι έχει φτάσει σε μια τελειότητα τόσο απόλυτη, ώστε είναι ανίκανος να αμαρτήσει. Είναι ο «τέλειος άνθρωπος».
Κατά τις αρχές του 13ου αιώνος, το δόγμα του Ελεύθερου Πνεύματος εξελίχθηκε σε θεολογικό και φιλοσοφικό σύστημα που περιλάμβανε τα πάντα. Ο Δάσκαλος που πρωτοστάτησε στην δογματική αυτή εξέλιξη ήταν ο Αμωρύ του Μπεν, λέκτορας της λογικής και της θεολογικής του Πανεπιστημίου των Παρισίων.Έτσι, τελικώς, οι Αμωρίτες ισχυρίζονταν ότι ο καθένας τους ήταν Χριστός και Άγιο Πνεύμα. Ήταν πεπεισμένοι ότι αυτό που η χριστιανική θεολογία θεωρεί πως είναι το απαράμιλλο θαύμα της Ενσαρκώσεως, επαναλαμβανόταν τώρα στον καθένα τους!

ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΌΤΙ Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΟΠΩΣ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΟΝ ΙΗΣΟΥ, ΕΙΧΕ ΤΩΡΑ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ.


Όπως ο Ιωακείμ, οι Αμωρίτες φρονούσαν ότι η ιστορία χωρίζεται σε τρείς εποχές, που αντιστοιχούν στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αλλά σε αντίθεση προς εκείνον, πίστευαν πως η κάθε εποχή έχει την δική της Ενσάρκωση. Από τις απαρχές του κόσμου μέχρι την γέννηση του Χριστού, ο Πατέρας ενεργούσε μόνος και είχε ενσαρκωθεί στον Αβραάμ, πιθανόν και στους άλλους Πατριάρχες της Π.Δ. Η εποχή από την γέννηση του Χριστού και μετά, ήταν η εποχή του Υιού. Τώρα όμως άρχιζε η εποχή του Αγίου Πνεύματος, που θα κρατούσε μέχρι την συντέλεια του κόσμου. Η εποχή αυτή έμελλε να σημαδευτεί από την τελευταία και μεγαλύτερη ενσάρκωση. Ήταν η σειρά τού Πνεύματος να ενδυθεί σάρκα και οι Αμωρίτες ήταν οι πρώτοι άνθρωποι στους οποίους έγινε αυτό – οι πρώτοι «πνευματικοί», όπως αυτοαποκαλούνταν.
Μέσα σε πέντε χρόνια προέλεγαν, όλοι οι άνθρωποι θα είναι πνευματικοί, οπότε ο καθένας θα είναι ικανός να λέει: Είμαι το Άγιο Πνεύμα. Και έλεγαν επίσης: πριν υπάρξει ο Αβραάμ εγώ είμαι, όπως ακριβώς ο Χριστός ήταν ικανός να λέει, Είμαι ο Υιός του Θεού. Παρ’ όλα αυτά τα βασίλειο του Θεού προοριζόταν για μια ελίτ Αγίων. Διότι μέσα από τις μεσσιανικές συμφορές, τους πολέμους, τους λιμούς και τις φωτιές οι περισσότεροι άνθρωποι θα χάνονταν και μόνο ένα «σεσωσμένο υπόλειμμα», αναμενόταν να επιβιώσει, για να γευτεί τις χαρές της θεϊκής καταστάσεως.
Όλα αυτά τα αιρετικά κινήματα του όψιμου Μεσαίωνα, μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνον στα πλαίσια της λατρείας της εθελούσιας φτώχειας. Διότι, όταν από τον 12ο αιώνα και μετά εμφανίστηκε ένας πρωτάκουστος πλούτος στην Δυτική Ευρώπη [μετά την λεηλασία της Πόλης από τους Σταυροφόρους], οι περισσότεροι ρίχτηκαν στις καινούργιες ευκαιρίες για πολυτέλεια και επίδειξη. Αλλά οι αιρετικοί αυτοί αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να απαρνηθούν τελείως την ιδιοκτησία, την εξουσία και τα προνόμια και να κατέβουν κοντά στον πάμπτωχο λαό. [Το σύνολο της Δύσεως δαιμονίστηκε και παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς εξορκισμό. Αυτόν τον δαιμονισμό εισάγουμε σήμερα σαν Οικουμενισμό και σαν αντι-οικουμενισμό].

Συνεχίζεται
Αμέθυστος