Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καντ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1 ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ


ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ; 1

ΜΑΡΤΙΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Α΄ ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΕΡΓΑ 1914–1970

ΤΟΜΟΣ 9, ΟΔΟΣΗΜΑΤΑ


«Τι είναι Μεταφυσική;» Το ερώτημα γεννά την προσδοκία ότι θα γίνει λόγος περί της μεταφυσικής. Παραιτούμαστε από αυτό. Αντί γι’ αυτό, εξετάζουμε ένα ορισμένο μεταφυσικό ερώτημα. Με τον τρόπο αυτόν, όπως φαίνεται, μεταφερόμαστε άμεσα μέσα στη μεταφυσική. Μόνον έτσι της παρέχουμε την ορθή δυνατότητα να παρουσιάσει η ίδια τον εαυτό της.

Το εγχείρημά μας αρχίζει με την ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν, επιχειρεί κατόπιν την επεξεργασία του ερωτήματος και ολοκληρώνεται με την απάντησή του.


Η ανάπτυξη ενός μεταφυσικού ερωτάν

Η φιλοσοφία είναι —ιδωμένη από τη σκοπιά του κοινού ανθρώπινου νου—, κατά τον Χέγκελ, ο «ανεστραμμένος κόσμος». Γι’ αυτό η ιδιοτυπία του ξεκινήματός μας χρειάζεται έναν προκαταρκτικό χαρακτηρισμό. Αυτός προκύπτει από έναν διπλό χαρακτηρισμό του μεταφυσικού ερωτάν.

Πρώτον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα περιλαμβάνει πάντοτε το σύνολο της προβληματικής της μεταφυσικής. Είναι κάθε φορά το ίδιο το όλον. Δεύτερον, κάθε μεταφυσικό ερώτημα μπορεί να τεθεί μόνον κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο ερωτών —ως τέτοιος— να είναι και ο ίδιος παρών μέσα στο ερώτημα, δηλαδή να τίθεται μέσα στο ερώτημα.
Από αυτό αντλούμε την ακόλουθη υπόδειξη: το μεταφυσικό ερωτάν πρέπει να τίθεται ως προς το όλον και με αφετηρία την ουσιώδη κατάσταση του ερωτώντος Dasein. Ερωτούμε εδώ και τώρα, για εμάς. Το Dasein μας —μέσα στην κοινότητα των ερευνητών, των διδασκόντων και των φοιτητών— καθορίζεται από την επιστήμη. Τι ουσιώδες συμβαίνει με εμάς στο βάθος του Dasein, εφόσον η επιστήμη έχει γίνει το πάθος μας;

Τα πεδία των επιστημών απέχουν πολύ μεταξύ τους. Ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύονται τα αντικείμενά τους είναι θεμελιωδώς διαφορετικός. Αυτή η κατακερματισμένη πολλαπλότητα των επιστημονικών κλάδων συγκρατείται σήμερα σε ενότητα μόνο μέσω της τεχνικής οργάνωσης των πανεπιστημίων και των σχολών και διατηρείται σε κάποια σημασία μέσω του πρακτικού καθορισμού των σκοπών των επιμέρους κλάδων. Αντιθέτως, η ρίζωση των επιστημών στο ουσιώδες θεμέλιό τους έχει νεκρωθεί.

Και όμως — σε όλες τις επιστήμες, ακολουθώντας την πιο ιδιαίτερη πρόθεσή τους, σχετιζόμαστε με το ίδιο το ον. Ακριβώς από τη σκοπιά των επιστημών, κανένα πεδίο δεν έχει προτεραιότητα έναντι του άλλου, ούτε η φύση έναντι της ιστορίας ούτε το αντίστροφο. Κανένας τρόπος πραγμάτευσης των αντικειμένων δεν υπερέχει του άλλου. Η μαθηματική γνώση δεν είναι αυστηρότερη από τη φιλολογικοϊστορική. Έχει μόνο τον χαρακτήρα της «ακρίβειας», η οποία δεν ταυτίζεται με την αυστηρότητα. Το να απαιτούμε ακρίβεια από την ιστορική επιστήμη θα σήμαινε ότι παραβιάζουμε την ιδέα της ιδιαίτερης αυστηρότητας των επιστημών του πνεύματος. Η σχέση προς τον κόσμο, η οποία κυριαρχεί σε όλες τις επιστήμες ως τέτοιες, τις οδηγεί να αναζητούν το ίδιο το ον, ώστε να το καταστήσουν, ανάλογα με το περιεχόμενο του τι-είναι του και με τον τρόπο του Είναι του, αντικείμενο διερεύνησης και θεμελιωτικού καθορισμού. Στις επιστήμες συντελείται —κατά την ιδέα τους— μια προσέγγιση προς το ουσιώδες όλων των πραγμάτων.

Αυτή η διακεκριμένη σχέση προς τον κόσμο, δηλαδή προς το ίδιο το ον, φέρεται και καθοδηγείται από μια ελεύθερα επιλεγμένη στάση της ανθρώπινης ύπαρξης. Με το ον σχετίζεται βέβαια και κάθε πράξη και παράλειψη του ανθρώπου πριν και έξω από την επιστήμη. Η επιστήμη, όμως, διακρίνεται κατά το ότι, με έναν δικό της τρόπο, δίνει ρητά και αποκλειστικά στο ίδιο το πράγμα τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Μέσα σε μια τέτοια προσήλωση στο ίδιο το πράγμα κατά το ερωτάν, το καθορίζειν και το θεμελιώνειν, συντελείται μια ιδιόμορφα περιορισμένη υποταγή στο ίδιο το ον, ώστε να εναπόκειται σε αυτό να αποκαλυφθεί. Αυτή η υπηρετική θέση της έρευνας και της διδασκαλίας αναπτύσσεται και γίνεται το θεμέλιο της δυνατότητας μιας ιδιαίτερης, αν και περιορισμένης, ηγεσίας μέσα στο σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.

3

Η ιδιαίτερη σχέση της επιστήμης προς τον κόσμο και η στάση του ανθρώπου που την καθοδηγεί συλλαμβάνονται, βέβαια, πλήρως μόνον όταν δούμε και κατανοήσουμε τι συμβαίνει μέσα στη σχέση προς τον κόσμο που συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ο άνθρωπος —ένα ον μεταξύ άλλων— «ασκεί επιστήμη». Μέσα σε αυτή την «άσκηση» δεν συμβαίνει τίποτε λιγότερο από την εισβολή ενός όντος, που ονομάζεται άνθρωπος, μέσα στο σύνολο του όντος, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε μέσα από αυτή την εισβολή και μέσω αυτής να διανοίγεται το ον ως προς το τι είναι και ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι. Η διανοικτική εισβολή βοηθεί, με τον δικό της τρόπο, το ον να έλθει για πρώτη φορά στον ίδιο του τον εαυτό.

Αυτή η τριάδα —σχέση προς τον κόσμο, στάση, εισβολή— εισάγει, μέσα στη ριζική της ενότητα, μια φλογερή απλότητα και οξύτητα του Da-sein στην επιστημονική ύπαρξη. Όταν ιδιοποιηθούμε ρητά για τον εαυτό μας το επιστημονικό Da-sein που διαυγάστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε πρέπει να πούμε:

Εκείνο προς το οποίο κατευθύνεται η σχέση προς τον κόσμο είναι το ίδιο το ον — και τίποτε άλλο³.
Εκείνο από το οποίο κάθε στάση λαμβάνει την καθοδήγησή της είναι το ίδιο το ον — και τίποτε περαιτέρω.
Εκείνο με το οποίο συντελείται, μέσα στην εισβολή, η ερευνητική αναμέτρηση είναι το ίδιο το ον — και πέρα από αυτό τίποτε.


Αλλά, κατά παράξενο τρόπο, ακριβώς καθώς ο επιστημονικός άνθρωπος βεβαιώνεται για ό,τι του είναι πλέον ιδιάζον, μιλά, είτε ρητά είτε όχι, για κάτι Άλλο. Πρέπει να ερευνηθεί μόνο το ον και, κατά τα άλλα — τίποτε· μόνο το ον και περαιτέρω — τίποτε· αποκλειστικά το ον και πέρα από αυτό — τίποτε.

Τι συμβαίνει με αυτό το μηδέν; Είναι τυχαίο το ότι μιλούμε εντελώς αυθόρμητα με αυτόν τον τρόπο; Είναι απλώς ένας τρόπος του λέγειν — και τίποτε άλλο;

Αλλά γιατί να μας απασχολεί αυτό το μηδέν; Το μηδέν απορρίπτεται ακριβώς από την επιστήμη και εγκαταλείπεται ως το μηδαμινό. Όμως, όταν εγκαταλείπουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το μηδέν, δεν το παραδεχόμαστε άραγε ακριβώς τότε; Μπορούμε όμως να μιλούμε για παραδοχή, όταν δεν παραδεχόμαστε τίποτε; Ίσως, βέβαια, αυτή η παλινδρόμηση του λόγου κινείται ήδη μέσα σε μια κενή λογομαχία. Απέναντι σε αυτό, η επιστήμη πρέπει τώρα να υποστηρίξει εκ νέου τη σοβαρότητα και τη νηφαλιότητά της: ότι αυτή ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το ον. Το μηδέν — τι άλλο θα μπορούσε να είναι για την επιστήμη παρά ένα αποτρόπαιο πράγμα και ένα αποκύημα της φαντασίας; Αν η επιστήμη έχει δίκιο, τότε ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Αυτή είναι, τελικά, η επιστημονικά αυστηρή σύλληψη του μηδενός. Το γνωρίζουμε, καθόσον δεν θέλουμε να γνωρίζουμε τίποτε γι’ αυτό, το μηδέν.

Η επιστήμη δεν θέλει να γνωρίζει τίποτε για το μηδέν. Εξίσου βέβαιο, όμως, παραμένει και το εξής: εκεί όπου επιχειρεί να εκφράσει την ίδια της την ουσίαᵃ, επικαλείται το μηδέν ως βοήθεια. Εκείνο που απορρίπτει, το διεκδικεί. Ποια διχασμένη¹⁵ ουσία αποκαλύπτεται εδώ;

Κατά τον αναστοχασμό πάνω στην παρούσα ύπαρξή μας —ως ύπαρξη καθορισμένη από την επιστήμη— βρεθήκαμε στο μέσον μιας αντιπαράθεσης. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση έχει ήδη αναπτυχθεί ένα ερωτάν. Το ερώτημα απαιτεί μόνο να διατυπωθεί ρητά: Τι συμβαίνει με το μηδέν;


Η επεξεργασία του ερωτήματος

Η επεξεργασία του ερωτήματος περί του μηδενός πρέπει να μας φέρει στην κατάσταση από την οποία καθίσταται δυνατή η απάντηση ή, αντιθέτως, γίνεται κατανοητή η αδυνατότητα της απάντησης. Το μηδέν έχει παραδεχθεί. Η επιστήμη, με μια υπερέχουσα αδιαφορία απέναντί του, το εγκαταλείπει ως εκείνο που «δεν υπάρχει».

Παρ’ όλα αυτά, επιχειρούμε να ρωτήσουμε για το μηδέν. Τι είναι το μηδέν; Ήδη η πρώτη απόπειρα προσέγγισης αυτού του ερωτήματος φανερώνει κάτι ασυνήθιστο. Μέσα σε αυτό το ερωτάν θέτουμε εκ των προτέρων το μηδέν ως κάτι που «είναι» κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο — ως ένα ον. Από αυτό, όμως, διακρίνεται ακριβώς απολύτωςᵃ. Το ερώτημα περί του μηδενός —τι και πώς είναι αυτό, το μηδέν— μεταστρέφει το ερωτώμενο στο αντίθετό του. Το ερώτημα στερεί τον ίδιο του τον εαυτό από το αντικείμενό του.

Αντιστοίχως, κάθε απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι εξαρχής αδύνατη. Διότι κινείται αναγκαστικά μέσα στη μορφή: το μηδέν «είναι» τούτο ή εκείνο. Ερώτημα και απάντηση είναι, ως προς το μηδέν, εξίσου αντιφατικά μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Έτσι, δεν χρειάζεται καν να προηγηθεί η απόρριψη εκ μέρους της επιστήμης. Ο γενικά επικαλούμενος θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης, η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική», καταρρίπτει αυτό το ερώτημα. Διότι η σκέψη, η οποία κατά την ουσία της είναι πάντοτε σκέψη κάποιου πράγματος, θα έπρεπε, ως σκέψη του μηδενός, να ενεργήσει ενάντια στην ίδια της την ουσία.

Επειδή, λοιπόν, μας απαγορεύεται να καταστήσουμε εν γένει το μηδέν αντικείμενο, έχουμε ήδη φθάσει στο τέλος του ερωτήματός μας περί του μηδενός — υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε αυτό το ερώτημα η «λογική»ᵇ είναι η ύψιστη αρχή, ότι ο νους είναι το μέσο και η σκέψη η οδός, προκειμένου να συλλάβουμε αρχέγονα το μηδέν και να αποφασίσουμε σχετικά με την ενδεχόμενη αποκάλυψή του.


Μπορεί όμως να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της «λογικής»; Δεν είναι πράγματι ο νους κυρίαρχος σε αυτό το ερώτημα περί του μηδενός; Μόνο με τη βοήθειά του μπορούμε, άλλωστε, να καθορίσουμε εν γένει το μηδέν και να το θέσουμε ως πρόβλημα, έστω και ως πρόβλημα που αναλώνει τον ίδιο του τον εαυτό. Διότι το μηδέν είναι η άρνηση της ολότητας του όντος, το απολύτως μη-ον. Με αυτόν τον τρόπο υπάγουμε το μηδέν στον ανώτερο καθορισμό του μη-χαρακτήρα και, επομένως, όπως φαίνεται, του αρνημένου. Η άρνηση, όμως, σύμφωνα με την κυρίαρχη και ουδέποτε αμφισβητημένη διδασκαλία της «λογικής», είναι μια ιδιαίτερη ενέργεια του νου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να θέλουμε να αποπέμψουμε τον νου κατά το ερώτημα περί του μηδενός και, ακόμη περισσότερο, κατά το ερώτημα αν αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ερώτησης;

Είναι όμως τόσο βέβαιο εκείνο που προϋποθέτουμε εδώ; Αποτελούν άραγε το μη, το είναι-αρνημένο και, μαζί με αυτά, η άρνηση τον ανώτερο καθορισμό, στον οποίο υπάγεται το μηδέν ως ένα ιδιαίτερο είδος του αρνημένου; Υπάρχει το μηδέν μόνο επειδή υπάρχει το μη, δηλαδή η άρνηση; Ή μήπως συμβαίνει το αντίστροφο; Υπάρχουν η άρνηση και το μη μόνο επειδή υπάρχει το μηδέν; Αυτό δεν έχει αποφασιστεί ούτε καν έχει ακόμη αναχθεί σε ρητό ερώτημα. Ισχυριζόμαστε: το μηδέν είναι αρχικότεροᵃ από το μη και την άρνηση.

Αν αυτή η θέση ευσταθεί, τότε η δυνατότητα της άρνησης ως ενέργειας του νου και, επομένως, ο ίδιος ο νους εξαρτώνται κατά κάποιον τρόπο από το μηδέν. Πώς μπορεί τότε ο νους να θέλει να αποφανθεί γι’ αυτό; Μήπως, τελικά, η φαινομενική αντιφατικότητα του ερωτήματος και της απάντησης σχετικά με το μηδέν στηρίζεται αποκλειστικά σε μια τυφλή ιδιογνωμοσύνηᵇ του περιπλανώμενου νου;

Αν όμως δεν επιτρέψουμε να μας παραπλανήσει η τυπική αδυνατότητα του ερωτήματος περί του μηδενός και, παρά την αδυνατότητα αυτή, θέσουμε εντούτοις το ερώτημα, τότε πρέπει τουλάχιστον να ανταποκριθούμε σε εκείνο που εξακολουθεί να ισχύει ως θεμελιώδης απαίτηση για τη δυνατή διεξαγωγή κάθε ερωτήματος. Αν πρόκειται να ερωτηθεί το μηδέν —με οποιονδήποτε τρόπο—, και μάλιστα το ίδιο, τότε πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένο. Πρέπει να μπορούμε να το συναντήσουμε.

Πού αναζητούμε το μηδέν; Πώς βρίσκουμε το μηδέν; Για να βρούμε κάτι, δεν πρέπει άραγε να γνωρίζουμε ήδη κατά κάποιον τρόπο ότι αυτό υπάρχει; Πράγματι! Καταρχάς και ως επί το πλείστον, ο άνθρωπος μπορεί να αναζητεί μόνο όταν έχει ήδη προϋποθέσει την ύπαρξη εκείνου που αναζητεί. Τώρα, όμως, εκείνο που αναζητείται είναι το μηδέν. Μήπως, τελικά, υπάρχει μια αναζήτηση χωρίς αυτή την προϋπόθεση, μια αναζήτηση στην οποία ανήκει μια καθαρή εύρεση;

Όπως κι αν έχει το πράγμα, γνωρίζουμε το μηδέν, έστω και μόνο ως εκείνο για το οποίο μιλούμε καθημερινά εδώ κι εκεί. Αυτό το κοινό μηδέν, που έχει ξεθωριάσει μέσα σε όλη την ωχρότητα του αυτονόητου και περιφέρεται τόσο απαρατήρητα μέσα στην αερολογία μας, μπορούμε μάλιστα να το διευθετήσουμε πρόχειρα σε έναν «ορισμό»:

Το μηδέν είναι η πλήρης άρνηση της ολότητας του όντος.

Μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός του μηδενός μάς παρέχει τελικά μια υπόδειξη προς την κατεύθυνση από την οποία και μόνο μπορεί αυτό να μας συναντήσει;

Η ολότητα του όντος πρέπει προηγουμένως να είναι δεδομένη, ώστε να μπορεί, ως τέτοια, να υποβληθεί απολύτως στην άρνηση, μέσα στην οποία θα έπρεπε τότε να φανερωθεί το ίδιο το μηδέν.

Αλλά, ακόμη και αν παραβλέψουμε τον αμφισβητήσιμο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ της άρνησης και του μηδενός, πώς μπορούμε εμείς —ως πεπερασμένα όντα— να καταστήσουμε προσιτό σε εμάς το σύνολο του όντος μέσα στην ολότητά του, καθ’ εαυτό και μάλιστα ως τέτοιο; Το πολύ-πολύ μπορούμε να σκεφτούμε το σύνολο του όντος μέσα στην «ιδέα», να αρνηθούμε νοητικά αυτό που παραστάθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο και να το «σκεφτούμε» ως αρνημένο. Μέσω αυτής της οδού αποκτούμε, βέβαια, την τυπική έννοια ενός νοερά παρασταθέντος μηδενός, ποτέ όμως το ίδιο το μηδέν.

Αλλά το μηδέν είναι τίποτε, και μεταξύ του νοερά παρασταθέντος και του «καθαυτό» μηδενός δεν μπορεί να υφίσταται κάποια διαφορά, εφόσον το μηδέν παριστά την πλήρη απουσία κάθε διαφοράς. Το ίδιο όμως το «καθαυτό» μηδέν — δεν είναι άραγε και πάλι εκείνη η κρυμμένη, αλλά αντιφατική έννοια ενός όντος μηδενός;

Για τελευταία φορά πρέπει τώρα οι αντιρρήσεις της διάνοιας (Verstand) να έχουν ανακόψει την αναζήτησή μας, η νομιμότητα της οποίας μπορεί να αποδειχθεί μόνο μέσω μιας θεμελιώδους εμπειρίας του μηδενός.

Συνεχίζεται

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΙΑ, ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΥ. ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΙΘΕΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΟΥΣ. ΕΚ ΤΟΥ ΟΛΟΥ, ΤΟΥ ΠΛΗΡΟΥΣ. ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑΙ ΕΙΣΕΛΘΕΙ Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, Ο ΣΟΦΙΣΤΗΣ, ΣΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ  ΤΙΠΟΤΕ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ. ΕΝΑΝ ΜΟΝΟΛΟΓΟ. 
Ο ΝΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝ, ΠΡΑΓΜΑ, ΦΥΣΗ.  ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. ΑΛΛΑ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΛΑΜΠΡΥΝΕΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ ΦΩΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ Ο ΔΗΛΩΜΕΝΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΞΥΠΝΟΥ.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΜΕ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ.
 "θεμελιώδης κανόνας κάθε σκέψης,   η αρχή της αποφυγής της αντίφασης, η καθολική «λογική»" ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΛΗΤΤΕΙ ΣΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΟΥ.  Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗΣ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟ-ΘΕΣΗ.
ΟΠΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ Ο ΚΑΝΤ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΚΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΟ a' posteriori σάν a'priori. ΑΥΤΗ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΕΔΩΣΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙΣΜΑ, ΤΟ passa tempo ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΜΕ ΜΕΧΡΙΣ ΕΔΩ.
ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ, ΕΠΙΝΟΕΙΤΑΙ.
ΚΟΛΛΗΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ. ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Helgoland 2 Carlo Rovelli

Συνέχεια από Δευτέρα 3. Αυγούστου 2026

Helgoland 2

Carlo Rovelli

Ο Carlo Rovelli είναι Ιταλός θεωρητικός φυσικός, γεννημένος το 1956 στη Βερόνα. Σπούδασε φυσική στην Μπολόνια και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στην Πάδοβα. Εργάστηκε επί πολλά χρόνια στο Πανεπιστήμιο Aix–Marseille και ίδρυσε εκεί την ερευνητική ομάδα κβαντικής βαρύτητας.

«Κοιτάζοντας προς ένα εσωτερικό παράξενης ομορφιάς»

Πώς συνέβη ένας νεαρός Γερμανός φυσικός να συλλάβει μια πραγματικά παράξενη ιδέα, η οποία όμως περιέγραφε τον κόσμο πάρα πολύ καλά, και ποια μεγάλη σύγχυση ακολούθησε.

1. Η παράλογη ιδέα του νεότατου Werner Heisenberg: «τα παρατηρήσιμα»

«Ήταν περίπου τρεις τα ξημερώματα, όταν το τελικό αποτέλεσμα των υπολογισμών μου βρέθηκε μπροστά μου. Ένιωθα βαθιά συγκλονισμένος. Ήμουν τόσο ταραγμένος, ώστε δεν μπορούσα να διανοηθώ να κοιμηθώ. Βγήκα από το σπίτι και άρχισα να περπατώ αργά μέσα στο σκοτάδι. Σκαρφάλωσα σε έναν βράχο που υψωνόταν απότομα πάνω από τη θάλασσα, στην άκρη του νησιού, και περίμενα την ανατολή του ήλιου…».

Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές ποιες να ήταν οι σκέψεις και τα συναισθήματα του νεαρού Heisenberg, καθώς βρισκόταν σκαρφαλωμένος στον απόκρημνο βράχο πάνω από τη θάλασσα, στο γυμνό και ανεμοδαρμένο νησί Helgoland, στη Βόρεια Θάλασσα, κοιτάζοντας την απεραντοσύνη των κυμάτων και περιμένοντας την ανατολή του ήλιου, αφού είχε πρώτος ρίξει το βλέμμα του σε ένα από τα πιο ιλιγγιώδη μυστικά της Φύσεως που αντίκρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Ο Heisenberg ήταν είκοσι τριών ετών. Βρισκόταν εκεί για να ανακουφίσει την αλλεργία από την οποία υπέφερε. Το Helgoland —το όνομα σημαίνει «ιερό νησί»— δεν έχει σχεδόν καθόλου δέντρα και υπάρχει ελάχιστη γύρη. «Το Helgoland με το μοναδικό του δέντρο» το αποκαλεί ο Joyce στον Οδυσσέα.[ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ]

Βρισκόταν όμως εκεί προπάντων για να βυθιστεί στο πρόβλημα που τον βασάνιζε. Στην καυτή πατάτα που είχε βάλει στα χέρια του ο Niels Bohr. Κοιμόταν ελάχιστα και περνούσε τον χρόνο του μόνος, προσπαθώντας να υπολογίσει κάτι που θα δικαιολογούσε τους ακατανόητους κανόνες του Bohr.

Διέκοπτε κατά διαστήματα την εργασία του, για να σκαρφαλώσει στους βράχους του νησιού. Στις σύντομες στιγμές αναπαύσεως απομνημόνευε ποιήματα από το Δυτικοανατολικό Ντιβάνι του Goethe, τη συλλογή στην οποία ο μεγαλύτερος Γερμανός ποιητής υμνεί την αγάπη του για το Ισλάμ.

Ο Niels Bohr ήταν ήδη διακεκριμένος επιστήμονας. Είχε γράψει απλούς αλλά παράξενους τύπους, οι οποίοι προέβλεπαν τις ιδιότητες των χημικών στοιχείων προτού ακόμη αυτές μετρηθούν. Προέβλεπαν, για παράδειγμα, τη συχνότητα του φωτός που εκπέμπουν τα στοιχεία όταν θερμαίνονται: το χρώμα που αποκτούν. Επρόκειτο για αξιοσημείωτη επιτυχία.

Οι τύποι, ωστόσο, ήταν ελλιπείς: δεν επέτρεπαν τον υπολογισμό της εντάσεως του εκπεμπόμενου φωτός. Προπάντων όμως οι τύποι αυτοί περιείχαν κάτι πραγματικά παράλογο: υπέθεταν, χωρίς κανέναν λόγο, ότι τα ηλεκτρόνια μέσα στα άτομα περιφέρονταν γύρω από τον πυρήνα μόνο σε ορισμένες συγκεκριμένες τροχιές, σε ορισμένες συγκεκριμένες αποστάσεις από τον πυρήνα και με ορισμένες συγκεκριμένες ενέργειες· και ότι κατόπιν «πηδούσαν» με μαγικό τρόπο από τη μία τροχιά στην άλλη. Ήταν τα πρώτα «κβαντικά άλματα».

Γιατί μόνο αυτές οι τροχιές; Τι είναι αυτά τα ασυνάρτητα «άλματα» από τη μία τροχιά στην άλλη; Ποια άγνωστη δύναμη μπορεί να οδηγεί ένα ηλεκτρόνιο να συμπεριφέρεται με τόσο αλλόκοτο τρόπο;

Το άτομο είναι το στοιχειώδες δομικό λιθαράκι των πάντων. Πώς λειτουργεί; Πώς κινούνται τα ηλεκτρόνια στο εσωτερικό του;

Περισσότερα από δέκα χρόνια ο Bohr και οι συνάδελφοί του περιστρέφονταν γύρω από αυτά τα ερωτήματα. Μάταια.

Στην Κοπεγχάγη ο Bohr είχε συγκεντρώσει γύρω του τους λαμπρότερους νεαρούς φυσικούς που είχε κατορθώσει να βρει, για να εργαστεί μαζί τους επάνω στα μυστήρια του ατόμου, όπως σε ένα εργαστήριο ζωγράφου της Αναγεννήσεως.

Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Wolfgang Pauli, εξαιρετικά ικανός, πανέξυπνος, αλαζόνας και παράτολμος, φίλος και παλιός συμμαθητής του Heisenberg. Παρά την αλαζονεία του, ο Pauli είχε συστήσει τον φίλο του Heisenberg στον μεγάλο Bohr, λέγοντας ότι, εάν ήθελαν να προχωρήσουν, έπρεπε να καλέσουν εκείνον.

Ο Bohr τον άκουσε και, το φθινόπωρο του 1924, κάλεσε στην Κοπεγχάγη και τον Heisenberg, ο οποίος ήταν βοηθός του φυσικού Max Born στο Göttingen. Ο Heisenberg παρέμεινε στην Κοπεγχάγη μερικούς μήνες, συζητώντας με τον Bohr μπροστά σε μαυροπίνακες γεμάτους τύπους. Ο νεαρός και ο δάσκαλος έκαναν μαζί μακρινούς περιπάτους στα βουνά, μιλώντας για τα μυστήρια του ατόμου, για τη φυσική και τη φιλοσοφία.

Ο Heisenberg είχε βυθιστεί στο πρόβλημα. Το είχε μετατρέψει σε έμμονη ιδέα. Είχε δοκιμάσει τα πάντα, όπως και οι άλλοι. Τίποτε δεν λειτουργούσε. Καμία εύλογη δύναμη δεν φαινόταν ικανή να οδηγεί τα ηλεκτρόνια στις παράξενες τροχιές και στα παράξενα άλματα του Bohr. Και όμως, αυτές οι τροχιές και αυτά τα άλματα οδηγούσαν σε ορθές προβλέψεις των ατομικών φαινομένων. Σύγχυση.


Η αποθάρρυνση ωθεί στην αναζήτηση ακραίων λύσεων. Στο νησί της Βόρειας Θάλασσας, μέσα στη μοναξιά, ο Heisenberg είχε αποφασίσει να διερευνήσει ριζοσπαστικές ιδέες. Άλλωστε, ριζοσπαστικές ήταν και οι ιδέες με τις οποίες ο Einstein είχε καταπλήξει τον κόσμο είκοσι χρόνια νωρίτερα. Ο ριζοσπαστισμός του Einstein είχε αποδειχθεί αποτελεσματικός. Ο Pauli και ο Heisenberg ήταν ερωτευμένοι με τη φυσική του. Ο Einstein ήταν το πρότυπό τους.

Μήπως είχε έρθει η στιγμή, αναρωτιούνταν, να τολμήσουν ένα εξίσου ριζοσπαστικό βήμα, ώστε να βγουν από το αδιέξοδο των ηλεκτρονίων μέσα στα άτομα; Και αν κατάφερναν αυτοί να κάνουν αυτό το βήμα; Στα είκοσι χρόνια του κανείς κάνει αχαλίνωτα όνειρα.

Ο Einstein είχε δείξει ότι ακόμη και οι βαθύτερα ριζωμένες πεποιθήσεις μπορεί να είναι λανθασμένες. Εκείνο που φαίνεται αυτονόητο μπορεί να μην είναι ορθό. Η εγκατάλειψη παραδοχών που φαίνονται αυτονόητες μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη κατανόηση. Είχε διδάξει ότι πρέπει να στηριζόμαστε μόνο σε όσα βλέπουμε και όχι σε όσα πιστεύουμε ότι οφείλουν να υπάρχουν.

Ο Pauli επαναλάμβανε συχνά αυτές τις ιδέες στον Heisenberg. Οι δύο νεαροί είχαν πιει άφθονα από αυτό το δηλητηριασμένο μέλι. Είχαν παρακολουθήσει τις συζητήσεις γύρω από τη σχέση μεταξύ πραγματικότητας και εμπειρίας, οι οποίες διέτρεχαν την αυστριακή και τη γερμανική φιλοσοφία των αρχών του αιώνα.

Ο Ernst Mach, ο οποίος είχε ασκήσει αποφασιστική επίδραση στον Einstein, κήρυττε την ανάγκη να θεμελιώνεται η γνώση αποκλειστικά στις παρατηρήσεις, απαλλαγμένη από κάθε σιωπηρή «μεταφυσική» παραδοχή.

Αυτά είναι τα ετερόκλητα συστατικά που αναμειγνύονται στις σκέψεις του νεότατου Heisenberg, σαν χημικά συστατικά ενός εκρηκτικού, όταν καταφεύγει στο νησί Helgoland, το καλοκαίρι του 1925.

Και εκεί συλλαμβάνει την ιδέα.


Μια ιδέα που μπορεί να γεννηθεί μόνο μέσα στον απεριόριστο ριζοσπαστισμό της νεότητας. Την ιδέα που έμελλε να συγκλονίσει ολόκληρη τη φυσική, ολόκληρη την επιστήμη, ολόκληρη την αντίληψή μας για τον κόσμο. Την ιδέα που, πιστεύω, η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη αφομοιώσει.

Το άλμα του Heisenberg είναι τόσο τολμηρό όσο και απλό.

Κανείς δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη που θα ήταν ικανή να καθοδηγεί τα ηλεκτρόνια στην αλλόκοτη συμπεριφορά τους; Ωραία, τότε ας εγκαταλείψουμε την αναζήτηση μιας νέας δυνάμεως. Ας χρησιμοποιήσουμε, αντιθέτως, εκείνη που ήδη γνωρίζουμε: την ηλεκτρική δύναμη που έλκει το ηλεκτρόνιο προς τον πυρήνα.


Δεν μπορούμε να βρούμε νέους νόμους της κινήσεως που να δικαιολογούν τις τροχιές και τα άλματα του Bohr; Ωραία, ας διατηρήσουμε τους νόμους της κινήσεως που ήδη γνωρίζουμε, χωρίς να τους αλλάξουμε.

Ας αλλάξουμε, αντιθέτως, τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε το ηλεκτρόνιο.

Ας εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι το ηλεκτρόνιο είναι ένα αντικείμενο που κινείται κατά μήκος μιας τροχιάς. Ας παραιτηθούμε από την περιγραφή της κινήσεως του ηλεκτρονίου. Ας περιγράψουμε μόνο όσα παρατηρούμε από έξω: την ένταση και τη συχνότητα του φωτός που εκπέμπεται από το ηλεκτρόνιο.

Ας θεμελιώσουμε τα πάντα αποκλειστικά σε μεγέθη που μπορούν να παρατηρηθούν, στα «παρατηρήσιμα».

Αυτή είναι η ιδέα.


Ο Heisenberg προσπαθεί να υπολογίσει εκ νέου τη συμπεριφορά του ηλεκτρονίου χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα μεγέθη που παρατηρούμε: τη συχνότητα και το πλάτος του εκπεμπόμενου φωτός. Επιχειρεί να επανυπολογίσει την ενέργεια του ηλεκτρονίου ξεκινώντας από αυτά.

Εμείς παρατηρούμε τα αποτελέσματα των αλμάτων του ηλεκτρονίου από τη μία τροχιά του Bohr στην άλλη. Ο Heisenberg αντικαθιστά τις φυσικές μεταβλητές με πίνακες, στους οποίους οι τροχιές αναχωρήσεως τοποθετούνται στις γραμμές και οι τροχιές αφίξεως στις στήλες. Κάθε θέση του πίνακα, η οποία βρίσκεται στην τομή μιας γραμμής και μιας στήλης, περιγράφει το άλμα από μια συγκεκριμένη τροχιά σε μια άλλη.

Περνά τον χρόνο του στο νησί προσπαθώντας να χρησιμοποιήσει αυτούς τους πίνακες, ώστε να υπολογίσει κάτι που θα δικαιολογούσε τους κανόνες του Bohr. Κοιμάται ελάχιστα. Δεν κατορθώνει να εκτελέσει τους υπολογισμούς για το ηλεκτρόνιο μέσα στο άτομο· είναι υπερβολικά δύσκολοι.

Δοκιμάζει να τους πραγματοποιήσει για ένα απλούστερο σύστημα: ένα εκκρεμές. Αναζητεί τους κανόνες του Bohr σε αυτή την απλουστευμένη περίπτωση.

Στις 7 Ιουνίου κάτι αρχίζει να βγαίνει σωστό:

«Όταν φάνηκε ότι ο πρώτος όρος έδινε το σωστό αποτέλεσμα [ότι δηλαδή αναπαρήγαγε τους κανόνες του Bohr], άρχισα να ταράζομαι και να κάνω το ένα αριθμητικό λάθος μετά το άλλο. Ήταν περίπου τρεις τα ξημερώματα, όταν το τελικό αποτέλεσμα των υπολογισμών μου βρέθηκε μπροστά μου. Ήταν σωστό σε όλους τους όρους.

»Ξαφνικά δεν είχα πλέον καμία αμφιβολία για τη συνέπεια της νέας “κβαντικής” μηχανικής την οποία υπεδείκνυε ο υπολογισμός μου.

»Ήμουν βαθιά αναστατωμένος. Είχα την αίσθηση ότι, διαπερνώντας την επιφάνεια των φαινομένων, κοίταζα προς ένα εσωτερικό παράξενης ομορφιάς· ένιωθα ζαλισμένος στη σκέψη ότι τώρα έπρεπε να διερευνήσω αυτόν τον νέο πλούτο μαθηματικής δομής, τον οποίο η Φύση ξεδίπλωνε τόσο γενναιόδωρα μπροστά μου».

Λόγια που προκαλούν ρίγος. Πίσω από την επιφάνεια των φαινομένων, «ένα εσωτερικό παράξενης ομορφιάς».

Αντηχούν μαζί με τα λόγια που έγραψε ο Γαλιλαίος, όταν είδε να αναδύεται μια μαθηματική κανονικότητα από τις μετρήσεις του για την πτώση σωμάτων κατά μήκος του κεκλιμένου επιπέδου — τον πρώτο μαθηματικό νόμο που ανακάλυψε η ανθρωπότητα και ο οποίος περιγράφει την κίνηση των σωμάτων επάνω στη Γη:

«Δεν υπάρχει συγκίνηση όμοια με εκείνη που νιώθει κανείς όταν διακρίνει τον μαθηματικό νόμο πίσω από την αταξία των φαινομένων».

Στις 9 Ιουνίου ο Heisenberg επιστρέφει από το νησί Helgoland στο πανεπιστήμιό του, στο Göttingen. Στέλνει ένα αντίγραφο των αποτελεσμάτων του στον φίλο του Pauli, σχολιάζοντας:

«Όλα είναι ακόμη πολύ ασαφή και δεν μου είναι ξεκάθαρα, αλλά φαίνεται ότι τα ηλεκτρόνια δεν θα κινούνται πλέον σε τροχιές».

Συνεχίζεται
ΛΙΓΟ ΝΩΡΙΤΕΡΑ Ο ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΙΝ ΣΤΗΝ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΙΔΕΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΙΜΟ. ΜΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤ. ΜΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΤΟΥ ΑΡΡΗΤΟΥ.

Στο έργο του Tractatus Logico-Philosophicus, υποστηρίζει ότι τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας: ό,τι μπορεί να σκεφτεί, μπορεί να ειπωθεί καθαρά, ενώ για ό,τι βρίσκεται πέρα από αυτά τα όρια –το άγνωστο ή το υπερβατικό– πρέπει να σιωπούμε.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΘΕΟΥ, ΝΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΟΥΝ ΣΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (14)

Συνέχεια από  Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 14

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
II. ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Δεν θα μπορούσε ποτέ να τονιστεί αρκετά η αναγκαιότητα της παρουσίας αυτού του στοιχείου —της αισθήσεως ή τροποποιήσεως— στην επιστημονική γνώση. Ο Kant επανέρχεται σε αυτό τόσες πολλές φορές, ώστε τα σχετικά παραθέματα θα μπορούσαν να είναι πολυάριθμα και η δυσκολία της επιλογής είναι πράγματι μεγάλη.

«Εάν μια γνώση πρόκειται να έχει αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή να αναφέρεται σε ένα αντικείμενο και να έχει μέσα σε αυτό σημασία και νόημα, το αντικείμενο πρέπει να μπορεί να μας δοθεί με κάποιον τρόπο. Διαφορετικά, οι έννοιες είναι κενές· και μολονότι κανείς σκέπτεται μέσω αυτών, στην πραγματικότητα με αυτή τη σκέψη δεν γνωρίζει τίποτε, αλλά απλώς παίζει με [υποκειμενικές] παραστάσεις».¹²

Πράγματι:

«Μέσα στην απλή έννοια [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] ενός πράγματος δεν μπορεί να βρεθεί κανένα γνώρισμα της υπάρξεώς του. Διότι, μολονότι η έννοια αυτή μπορεί να είναι τόσο πλήρης, ώστε να μην της λείπει τίποτε για να νοηθεί το αντικείμενο μαζί με όλους τους εσωτερικούς προσδιορισμούς του, εντούτοις η ύπαρξη δεν έχει απολύτως καμία σχέση με όλα αυτά, αλλά μόνο με το ερώτημα αν ένα τέτοιο πράγμα μάς έχει δοθεί, έτσι ώστε η αντίληψή του να μπορεί να προηγηθεί της έννοιας· […] η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι το μοναδικό γνώρισμα της πραγματικότητας».

Πράγματι, «ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας». Δηλαδή, τα αντικείμενα ή «τα πράγματα στον χώρο και στον χρόνο [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] δίνονται μόνο ως αντιλήψεις —ως παραστάσεις συνοδευόμενες από αίσθηση— και, επομένως, μέσω εμπειρικής παραστάσεως».¹⁵

«Συνεπώς, οι καθαρές έννοιες της διανοίας, ακόμη και όταν εφαρμόζονται σε a priori εποπτείες [τον χώρο και τον χρόνο], όπως συμβαίνει στα μαθηματικά, δημιουργούν γνώσεις μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο αυτές οι εποπτείες —και, επομένως, μέσω αυτών και οι έννοιες της διανοίας— μπορούν να εφαρμοστούν σε εμπειρικές εποπτείες [δηλαδή σε εποπτείες που περιέχουν αίσθηση].

»Κατά συνέπεια, οι κατηγορίες, μέσω της [χωροχρονικής] εποπτείας, δεν μας παρέχουν ακόμη καμία γνώση των πραγμάτων, παρά μόνο μέσω της ενδεχόμενης εφαρμογής τους σε μια εμπειρική εποπτεία [= αίσθηση· η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant]. Δηλαδή, χρησιμεύουν μόνο για τη δυνατότητα της εμπειρικής γνώσεως [το ίδιο]. Και αυτή ονομάζεται εμπειρία [το ίδιο]».¹⁶

«Ακόμη και ο χώρος και ο χρόνος, όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο […], θα στερούνταν αντικειμενικού κύρους, νοήματος και σημασίας, εάν δεν καταδεικνυόταν η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας [για την οποία, επαναλαμβάνω, απαιτείται και η αίσθηση].

»Μάλιστα, η παράστασή τους είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία επικαλείται τα αντικείμενα της εμπειρίας· χωρίς αυτά, δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία. […] Η δυνατότητα της εμπειρίας [η αραίωση των χαρακτήρων είναι του Kant] είναι, επομένως, εκείνη που προσδίδει αντικειμενική πραγματικότητα σε όλες τις a priori γνώσεις μας.

»Συνεπώς, μολονότι γνωρίζουμε ήδη τόσα πολλά a priori για τον χώρο γενικά ή για τα σχήματα που σχεδιάζει μέσα σε αυτόν η παραγωγική φαντασία […] και μολονότι πράγματι δεν έχουμε γι’ αυτό ανάγκη καμίας εμπειρίας, αυτή η γνώση δεν θα ήταν απολύτως τίποτε, αλλά θα περιοριζόταν σε μια τροφή αποτελούμενη από απλές χίμαιρες, εάν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας».¹⁷

Με λίγα λόγια:


«Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαμε να τη σκεφτούμε in concreto χωρίς να προσφύγουμε στη βοήθεια της εμπειρίας· διότι αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας».¹⁸

Όλα όσα ειπώθηκαν έως εδώ οδηγούν στο δεύτερο Αίτημα της εμπειρικής σκέψεως εν γένει, το οποίο διατυπώνεται ως εξής:
«Πραγματικό [wirklich] είναι εκείνο που συμφωνεί με τους υλικούς όρους της εμπειρίας —της αισθήσεως».¹⁹


Δηλαδή, πραγματικό είναι εκείνο που περιέχει μια παρούσα αίσθηση ή συνδέεται με αυτή την παρούσα αίσθηση σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους —σύμφωνα, δηλαδή, με τη συνέχεια των ίδιων των αισθήσεων.

Με άλλα λόγια:

«Το αίτημα για τη γνώση της πραγματικότητας των πραγμάτων απαιτεί την αντίληψη και, επομένως, την αίσθηση, της οποίας έχουμε συνείδηση».²⁰

Είναι σημαντικό, σε σχέση με αυτό το αίτημα, να κατανοηθεί καλά ότι δεν πρόκειται να περιοριστούμε εμπειρικά στην αίσθηση που εγώ —ο πειραματιστής— δοκιμάζω αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Το νόημα του αιτήματος είναι το εξής: εκείνο που απαιτείται είναι η παρουσία, δηλαδή εκείνη η δυνατή παρουσία για την πραγματικότητα της οποίας μπορούμε να εγγυηθούμε, όταν από την πράγματι και επί του παρόντος παρούσα αίσθηση προχωρούμε, από αίσθηση σε αίσθηση, έως αυτήν —δηλαδή έως εκείνη τη δυνατή παρουσία— χωρίς να εγκαταλείπουμε ούτε για μία στιγμή, έστω και ιδεατή, το νήμα της αισθητής συνδέσεως.

Με άλλα λόγια, εκείνο που απαιτεί αυτό το αίτημα —για να συνεχίσουμε με τα ίδια τα λόγια του Kant— δεν είναι «η άμεση συνείδηση του αντικειμένου του οποίου πρέπει να γνωσθεί η ύπαρξη, αλλά η σύνδεσή του με μια πραγματική [ενεργό ή παρούσα] αντίληψη».²¹


«Το ότι μπορεί να υπάρχουν κάτοικοι στη Σελήνη, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τους έχει ποτέ αντιληφθεί, πρέπει ασφαλώς να γίνει δεκτό· αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι, κατά τη δυνατή πρόοδο της εμπειρίας [δηλαδή καθώς προχωρούμε από αντίληψη σε αντίληψη, ξεκινώντας από την παρούσα αντίληψη], θα μπορούσαμε να συναντήσουμε αυτούς [= την αντίληψή τους], διότι πραγματικό είναι καθετί που βρίσκεται σε συνάφεια με μια αντίληψη σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής προόδου».

«Κατά τον ίδιο τρόπο, τα πραγματικά πράγματα του παρελθόντος […] δεν είναι αντικείμενα και δεν είναι πραγματικά μέσα στον παρελθόντα χρόνο παρά μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο παρασταίνω ότι μια αναδρομική σειρά δυνατών αντιλήψεων —είτε ακολουθώντας το νήμα της ιστορίας είτε τα ίχνη των αιτίων και των αποτελεσμάτων—, σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, με μία λέξη, η πορεία του κόσμου, οδηγεί σε μια σειρά χρόνου που έχει παρέλθει ως όρο του παρόντος χρόνου· […] έτσι ώστε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν από αμνημονεύτων χρόνων πριν από την ύπαρξή μου δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά τη δυνατότητα παρατάσεως της αλυσίδας της εμπειρίας, από την “παρούσα” αντίληψη προς τα πίσω, έως τους όρους που προσδιορίζουν αυτή την αντίληψη μέσα στον χρόνο».²³

Επομένως, μόνο ξεκινώντας από την παρούσα αίσθηση ή αντίληψη και ακολουθώντας την αδιάκοπη αλληλουχία αυτής της αισθήσεως μπορεί κανείς να συλλάβει ότι φθάνει, μέσα στην εμπειρική τους πραγματικότητα, σε αντικείμενα απομακρυσμένα στον χρόνο ή στον χώρο· και αυτά, όταν πλέον προσεγγισθούν μέσω της αισθητής προόδου, αποκαλύπτονται ακριβώς διά της αισθήσεως.

Έτσι, όταν μιλώ για «άστρα που βρίσκονται εκατό φορές μακρύτερα από τα απώτατα άστρα που βλέπω», μπορώ να πω: «πιθανότατα υπάρχουν τέτοια άστρα στον χώρο του σύμπαντος, μολονότι κανένας άνθρωπος δεν τα έχει ποτέ αντιληφθεί ούτε πρόκειται να τα αντιληφθεί»· και μπορώ να το πω αυτό, επειδή σημαίνει: «μπορώ, κατά την εμπειρική πρόοδο μέσα στον χώρο, να συναντήσω [αυτά] τα άστρα».²⁴

Με άλλα λόγια, το να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν νέα αντικείμενα τα οποία σήμερα δεν γίνονται αντιληπτά —δεν γίνονται αισθητά— σημαίνει ότι είναι τέτοια ώστε θα μπορούσαν κάποια ημέρα να γίνουν αντιληπτά —να γίνουν αισθητά—, όταν, προχωρώντας εμπειρικά, δηλαδή ακριβώς αισθητά, από την παρούσα ενεργό αίσθηση προς μια άλλη αίσθηση συνδεδεμένη με αυτήν, και από εκεί προς μια ακόμη αίσθηση συνδεδεμένη με την προηγούμενη —και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να διακόπτεται το νήμα της συνδέσεως των αισθήσεων—, φθάσουμε τελικά στις αισθήσεις αυτών των νέων αντικειμένων, οι οποίες τότε θα είναι παρούσες.

«Διότι σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη του πράγματος συνδέεται με τις αντιλήψεις μας μέσα σε μια δυνατή εμπειρία· και εμείς μπορούμε, ξεκινώντας από μια πραγματική μας αντίληψη και ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα εκείνων των αναλογιών [= την αδιάκοπη συνέχεια του ιστού των αισθήσεων μέσα στη δομή της αισθητής εμπειρίας], να φθάσουμε στο πράγμα μέσα στη σειρά των δυνατών αντιλήψεων».

Σε αυτά τα παραδείγματα αντικειμένων απομακρυσμένων στον χρόνο και αντικειμένων απομακρυσμένων στον χώρο, τα οποία μπορούν να προσεγγισθούν μόνο αν ξεκινήσουμε από μια παρούσα αίσθηση, χωρίς να διακόψουμε το νήμα της εμπειρικής συνδέσεως και ακολουθώντας επιπλέον τη δομή ή τους νόμους της εμπειρίας, ο Kant προσθέτει ένα ακόμη παράδειγμα.

Αυτό αναφέρεται σε ένα τμήμα της παρούσας πραγματικότητας, μέσα στο οποίο υπάρχει κάτι που σήμερα δεν μπορούμε να διακρίνουμε, εξαιτίας της ελλείψεως κατάλληλων μέσων· κάτι που έχει μια ιδιαίτερα λεπτή και μικροσκοπική υφή, αόρατη σήμερα, αλλά το οποίο θα μπορούσε κάποια ημέρα, με την τελειοποίηση των οργάνων —δηλαδή καθιστώντας τις αισθήσεις μας περισσότερο ευαίσθητες και λεπτές—, να προσεγγισθεί.

«Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη μιας μαγνητικής ύλης που διαπερνά όλα τα σώματα, από την αντίληψη των ρινισμάτων σιδήρου που έλκονται· μολονότι, εξαιτίας της κατασκευής των οργάνων μας, είναι [σήμερα] αδύνατη για εμάς η άμεση αντίληψη αυτής της ύλης. Πράγματι, σύμφωνα με τους νόμους της αισθητικότητας και τη συνάφεια των αντιλήψεών μας, θα μπορούσαμε μέσα σε μια εμπειρία να συναντήσουμε ακόμη και την άμεση εμπειρική εποπτεία [εκείνης της ύλης], εάν τα όργανά μας ήταν λεπτότερα, ενώ η χονδροειδής κατασκευή τους κ.λπ.».²⁶

Εάν, καθώς διαβάζουμε για αυτή τη δυνατότητα προσεγγίσεως —ξεκινώντας από παρούσες αντιλήψεις και ακολουθώντας πάντοτε το νήμα της αισθητικότητας και της δομής της εμπειρίας— ενός πράγματος που παραμένει απρόσιτο με ακατάλληλα και αδρά μέσα, αντικαταστήσουμε το καντιανό παράδειγμα με ένα σύγχρονο, λόγου χάρη με την προσπάθεια των σημερινών φυσικών να αναχθούν από τις καθαρά ορατές φασματικές γραμμές στις εσωτερικές συμπεριφορές των ατόμων —άλματα ηλεκτρονίων, ενεργειακές στάθμες ή διαφορές ενεργειακών σταθμών, σπιν κ.λπ.— οι οποίες προσδιορίζουν εκείνες τις γραμμές, ο καντιανός συλλογισμός διατηρεί ακέραιη την ισχύ του.

«Επομένως», καταλήγει ο Kant, «έως εκεί όπου φθάνει η αντίληψη και ό,τι εξαρτάται από αυτήν σύμφωνα με εμπειρικούς νόμους, φθάνει επίσης και η γνώση μας για την ύπαρξη των πραγμάτων. Εάν όμως δεν ξεκινούμε από την εμπειρία ή εάν δεν προχωρούμε σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, μάταια επιδεικνύουμε την αξίωση ότι μπορούμε να μαντεύσουμε και να ερευνήσουμε την ύπαρξη οποιουδήποτε πράγματος».

Αυτή η εκκίνηση από την εμπειρία και την αίσθηση, αυτή η πορεία σύμφωνα με τους νόμους της εμπειρικής συνδέσεως των φαινομένων, προκειμένου να παραμείνουμε μέσα στον κόσμο της εμπειρίας και της πραγματικότητας —διότι «κανείς δεν μπορεί να έχει μια εποπτεία που να αντιστοιχεί στην έννοια της πραγματικότητας παρά μόνο από την εμπειρία· και ποτέ δεν θα μετάσχει σε αυτήν a priori, αφ’ εαυτού και πριν από την εμπειρική συνείδησή της»²⁸—, ανακαλεί την εικόνα με την οποία ο Kant ολοκληρώνει, στην πρώτη έκδοση της Κριτικής, την εξέταση των παραλογισμών του καθαρού λόγου:
«Μόνο η ψυχρότητα μιας αυστηρής αλλά δίκαιης κριτικής […] μπορεί να περιορίσει όλες τις θεωρησιακές αξιώσεις μας αποκλειστικά στο πεδίο της δυνατής εμπειρίας […] μέσω του προσδιορισμού των ορίων της [των ορίων του λόγου], ο οποίος πραγματοποιείται με την καθοδήγηση ασφαλών αρχών· ενός προσδιορισμού που χαράσσει με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα το nihil ulterius του επάνω στις Ηράκλειες Στήλες, τις οποίες η ίδια η φύση έχει τοποθετήσει, ώστε το ταξίδι του λόγου μας να συνεχίζεται έως εκεί όπου εκτείνονται αδιάκοπα οι ακτές της εμπειρίας. Αυτές δεν μπορούμε να τις εγκαταλείψουμε χωρίς να αποτολμήσουμε την είσοδο σε έναν απέραντο ωκεανό χωρίς ακτές, ο οποίος, μέσα από διαρκώς απατηλές οπτασίες, θα μας υποχρέωνε τελικά να εγκαταλείψουμε όλες τις επίπονες και μακροχρόνιες προσπάθειές μας ως μάταιες».

Και σε τι διαφέρει αυτό το ταξίδι, το οποίο ακολουθεί πάντοτε τις «ακτές της εμπειρίας», εκείνες τις «συνεχείς» ακτές τις οποίες δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείψουμε, από το κριτήριο που βρίσκεται στη βάση της σχολής ενός Planck, ενός Bohr ή ενός Heisenberg; Πρόκειται για το κριτήριο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το άρρητο σύνθημα τόσο της αντιλήψεώς τους για τη φυσική επιστήμη όσο και της πραγματικής τους δραστηριότητας ως επιστημόνων: να μην εγκαταλείπουν ποτέ τα δεδομένα που προσφέρουν οι πειραματικές παρατηρήσεις και να μην επεξεργάζονται μια θεωρία η οποία, γενικεύοντας αυτά τα δεδομένα, θα τα καθιστούσε έγκυρα πέρα από τα όρια εκείνης της εμπειρίας μέσα στην οποία γεννήθηκαν.

Εάν σταθούμε και αναλογιστούμε το σχεδόν ανεπαίσθητο σημείο στο οποίο αρχίζει η διακλάδωση ανάμεσα στο φαινόμενο όπως μας δίνεται μέσα στην εμπειρία και σε ό,τι είμαστε υποχρεωμένοι να αφαιρέσουμε ιδεατά από αυτήν, ακριβώς για να αποκτήσουμε εμπειρία —δηλαδή για να ανακαλύψουμε τον νόμο που διέπει το φαινόμενο—, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση των γαλιλαϊκών σφαιρών, το χρώμα, την τραχύτητα του επιπέδου, την αντίσταση του αέρα κ.λπ., πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα να μη συμπεριλάβουμε ανάμεσα σε όλα αυτά που πρέπει να εξαλειφθούν και εκείνο του οποίου η εξάλειψη καταργεί το ίδιο το προς εξέταση αντικείμενο, δηλαδή καταργεί την εμπειρία.

Διότι, εάν εξαλειφθεί εκείνο που είναι απαραίτητο για την πραγματική εμπειρία και εισέλθουμε σε έναν κόσμο καθαρών νοητικών οντοτήτων, οι νόμοι που θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε δεν θα είναι νόμοι του φυσικού φαινομένου, αλλά νόμοι αυτών των νοητικών οντοτήτων· για παράδειγμα, γεωμετρικών οντοτήτων.

Το εξαιρετικά λεπτό σημείο, η βελόνα που ανεπαίσθητα κατευθύνει προς δύο αποκλίνοντες σιδηροδρομικούς κλάδους, είναι εκείνο που, στον έναν κλάδο, οδηγεί προς τις ευθύγραμμες γενικεύσεις της κλασικής φυσικής —οι οποίες, μολονότι γεννήθηκαν μέσα στην εμπειρία, συνεχίζουν κατόπιν σε μια πορεία όπου ούτε καν η ιδεατά δυνατή εμπειρία δεν μπορεί πλέον να τις ακολουθήσει—, ενώ στον άλλο κλάδο οδηγεί προς μια οδό που κινείται πάντοτε μέσα στην περιοχή μιας ιδεατά δυνατής εμπειρίας.

Μέσα σε αυτήν, δύο σημεία έχουν καταστεί θεμελιώδη: η εννοιολογικά πραγματική παρουσία του παρατηρητή, δηλαδή η αναπόφευκτη παρέμβασή του, μέσω της παρουσίας του, στη διαμόρφωση όλων των γεγονότων της εμπειρίας· και το αυστηρά πραγματικό, αναπαλλοτρίωτο και πάντοτε παρόν μέγεθος ή ποσότητα της αισθήσεως.

Εάν αυτό το μέγεθος αναχθεί στο μηδέν, μας επιτρέπεται βέβαια να ακολουθήσουμε την οδό της γενικεύσεως· η οδός αυτή όμως μετατρέπεται στο άλμα της παρεκβολής, κατά το οποίο έχει εξαφανιστεί εκείνο που συμβάλλει στη διαμόρφωση του εσωτερικού ιστού του υπό μελέτη φαινομένου και, εξαφανιζόμενο, έχει συμπαρασύρει στο μηδέν την πραγματικότητα του φαινομένου που επρόκειτο να μελετηθεί.

Οι συνέπειες όμως της αναγωγής στο μηδέν του μεγέθους ή της ποσότητας του βαθμού θα εξεταστούν ειδικά στην § 5 αυτού του κεφαλαίου.

III. Η ΑΧΩΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ

ΜΙΑ ΤΕΡΑΤΩΔΗΣ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, ΙΚΑΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΣΤΟΝ ΘΕΟ. ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Ή ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.  Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΑΛΛΟ ΔΕΔΟΜΕΝΟ.ΤΟΝ ΥΠΟΔΟΧΕΑ. 

ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ:Η εικόνα και η ομοίωση του Θεού, σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν οι πρωτόπλαστοι, εκφράζονταν πλήρως σε αυτούς, πριν από την πτώση. Η αμαρτία διέφθειρε και το ένα και το άλλο, αν και δεν τα στέρησε τελείως από τον άνθρωπο.


Στον άνθρωπο έμεινε ο νους και όλα τα άλλα, τα οποία ήταν εικόνα του Θεού. Για να τα αναπτύξουμε, όμως, πρέπει να καταβάλλουμε μεγάλες προσπάθειες, με τις οποίες αποκαθίσταται σε πολύ μικρό βαθμό αυτό που διέθεταν με πληρότητα οι προπάτορές μας. Στον άνθρωπο έμεινε, ως ένα βαθμό, η τάση του να φτάσει στο καθ΄ ομοίωση του Θεού, αν και μερικές φορές πέφτει τόσο που να μην μπορείς να τον αναγνωρίσεις.

Η ΔΥΣΗ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΠΝΟΗ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. 
ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ; ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ. ΣΩΣΤΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΑΘΕΙΣΜΟ ΑΥΤΟΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ ΤΣΕΠΗΣ.

Ψυχή Αγέννητος- Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής.

Πεύσεις και αποκρίσεις”, τόμος 14Α, εκδόσεις Μερετάκη, Ερώτησις 104, Απόκρισις:

«Η ψυχή, νους υπάρχουσα κατά την δύναμιν αυτής, έχει ως αγέννητον εαυτήν, εαυτώ γεννώντα γεννητώς, ως είναι τον λόγον τον εν τω νω και εκ του νου γεννώμενον άλλον αυτώ εκείνο τον γεννώντα νουν μετά της κατά την γέννησιν ιδιότητος της μηδαμώς δεχομένης αντιστροφήν.
Διότι άφετον και απλούν κατά την ουσίαν η μόνον το Θείον, τα δε άλλα πάντα, όσα μετά Θεόν και εκ Θεού το είναι έχει, εξ ουσίας και ποιότητος ήτουν δυνάμεως είναι, τουτέστιν εξ ουσίας και συμβεβηκότος.
Αυτός ουν ο λόγος ο ούτω και ων και γεννώμενος, της υπουργού φύσεως την φωνήν λαμβάνων, προφέρεται και γεννά λόγον εν άλλω νοί, διά της του δεχομένου ακοής τω νω παραπεμπόμενος.»

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ. 

ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΛΑΚΑΝΟΝΤΟΛΜΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Σημειώσεις:

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

«Η αριστοτελική προσέγγιση. Η μέθοδος που ξεχνάει η Δύση» Από Σύνταξη Inchiostronero

Στις απαρχές της Δύσης

                                 «Η αριστοτελική προσέγγιση. Η μέθοδος που ξεχνάει η Δύση»

Επειδή η μέθοδος του Αριστοτέλη συνεχίζει να καθοδηγεί τον τρόπο που κατανοούμε τον κόσμο.

                                              Σύνταξη Inchiostronero


Συντακτικό σημείωμα

Κάθε εποχή κληρονομεί έναν πλούτο ιδεών, αλλά και έναν τρόπο σκέψης που συχνά θεωρείται τόσο φυσικός που δεν γίνεται καν αντιληπτό ότι χρησιμοποιείται. Η αριστοτελική προσέγγιση ανήκει σε αυτήν την αόρατη κληρονομιά. Από τη λογική μέχρι την επιστήμη, από το δίκαιο μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, συνεχίζουμε να συλλογιζόμαστε σύμφωνα με κατηγορίες και μεθόδους που ο φιλόσοφος από τα Στάγειρα βοήθησε να οριστούν πριν από είκοσι τρεις αιώνες.
Αυτό το δοκίμιο δεν προτείνει μια απλή επανάληψη της ανάγνωσης του Αριστοτέλη, αλλά έναν στοχασμό πάνω στο παρόν. Ίσως η βαθύτερη κρίση της Δύσης δεν έγκειται στο ότι έχει χάσει μερικά από τα σπουδαία λόγια της δικής της παράδοσης, αλλά μάλλον στο ότι έχει ξεχάσει προοδευτικά τη μέθοδο που μας επέτρεψε να τα κατανοήσουμε.

Μια φαινομενικά ακαδημαϊκή ερώτηση

Τι σημαίνει όταν λέμε ότι ένα επιχείρημα είναι «αριστοτελικό»;

Με την πρώτη ματιά, φαίνεται σαν μια ερώτηση στην τάξη, που απευθύνεται μόνο σε φοιτητές φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα, αφορά τον καθένα μας. Κάθε μέρα, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, χρησιμοποιούμε έναν τρόπο σκέψης που έχει τις ρίζες του στον Αριστοτέλη. Όταν ρωτάμε γιατί συμβαίνει κάτι, διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές, απαιτούμε απόδειξη μιας δήλωσης ή αναζητούμε μια λογική εξήγηση για γεγονότα, εξακολουθούμε να συλλογιζόμαστε σύμφωνα με ένα πλαίσιο που ο φιλόσοφος από τα Στάγειρα βοήθησε να οριστεί πριν από είκοσι τρεις αιώνες.

«Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν να γνωρίζουν.» – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , Α΄, 980α.

Αυτή η περίφημη δήλωση είναι πολύ περισσότερο από μια παρατήρηση σχετικά με την ανθρώπινη περιέργεια. Είναι η δήλωση εμπιστοσύνης πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός: ο κόσμος δεν είναι ένα ακατανόητο χάος, αλλά μια πραγματικότητα προικισμένη με μια τάξη που η νοημοσύνη μπορεί να ανακαλύψει. Για τον Αριστοτέλη, γνώση σημαίνει παρατήρηση, διάκριση, σύγκριση, ορισμός και αναζήτηση αιτιών. Η λογική δεν εφευρίσκει τον κόσμο: τον κατανοεί.

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, αυτή η προσέγγιση έχει διαμορφώσει τη φιλοσοφία, το δίκαιο, την ιατρική, την επιστήμη, ακόμη και την καθημερινή γλώσσα. Έχει γίνει τόσο οικεία που είναι σχεδόν αόρατη. Κανείς δεν σκέφτεται τον Αριστοτέλη όταν ένας δικαστής αξιολογεί αποδεικτικά στοιχεία, όταν ένας γιατρός διατυπώνει μια διάγνωση ή όταν ένας επιστήμονας εξετάζει μια υπόθεση. Ωστόσο, πίσω από κάθε μία από αυτές τις χειρονομίες, η μέθοδός του συνεχίζεται.

Σήμερα, ωστόσο, κάτι φαίνεται να έχει ραγίσει. Οι ορισμοί θεωρούνται ολοένα και περισσότερο ως μια μορφή ακαμψίας, οι κατηγορίες ως περιορισμός της ελευθερίας, η λογική συνοχή ως εμπόδιο στην πολυπλοκότητα. Η απόδειξη δίνει τη θέση της στην αντίληψη, η συλλογιστική στην αφήγηση, η αναζήτηση της αλήθειας στην επιβεβαίωση της δικής μας άποψης. Δεν είναι μόνο η γλώσσα που έχει αλλάξει: αλλάζει και ο ίδιος ο τρόπος σκέψης.

«Η μεγαλύτερη πρόκληση για τη σκέψη δεν είναι το λάθος, αλλά η σύγχυση.» - Χοσέ Ορτέγκα ι Γκασέτ.

Αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά μεταμόρφωση της εποχής μας. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι η κρίση αφορά μόνο μερικές σπουδαίες λέξεις της παράδοσής μας - αλήθεια, λογική, αυθεντία, όριο - ενώ το πρόβλημα είναι ακόμη πιο ριζοσπαστικό. Δεν χάνουμε απλώς το νόημα αυτών των λέξεων. Χάνουμε προοδευτικά τη δομή της σκέψης που μας δίδαξε να τις κατανοούμε. Και όταν ένας πολιτισμός ξεχνά τη μέθοδο με την οποία ερμηνεύει την πραγματικότητα, το νόημα αυτών των λέξεων αναπόφευκτα καταλήγει επίσης να διαλύεται.

Φέρνοντας τάξη στον κόσμο

Αν η πρώτη χειρονομία της φιλοσοφίας είναι το θαύμα, η δεύτερη είναι η επιβολή τάξης. Για τον Αριστοτέλη, στην πραγματικότητα, η γνώση δεν σημαίνει συσσώρευση πληροφοριών, αλλά ανακάλυψη των σχέσεων που ενώνουν τα πράγματα. Ο κόσμος δεν είναι μια χαοτική συλλογή από άσκοπα γεγονότα: κάθε πραγματικότητα έχει τη δική της φύση, ανήκει σε μια κατηγορία και συνδέεται με άλλες μέσω αιτίας και αποτελέσματος. Η νοημοσύνη δεν δημιουργεί αυτή την τάξη. Την αναγνωρίζει.[ΣΧΕΣΗ = ΛΟΓΟΣ. ΠΟΛΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ]

«Η φιλοσοφία ξεκινά με το θαύμα.»[ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΣΜΟ] – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , Α΄, 982b.

Η έκπληξη, ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Η έκπληξη ανοίγει την πόρτα στη γνώση, αλλά η λογική είναι αυτή που περνάει μέσα από αυτήν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Αριστοτέλης αφιερώνει τόση προσοχή στην ταξινόμηση των ζωντανών όντων, στον ορισμό των εννοιών και στην ανάπτυξη κατηγοριών. Το να διακρίνεις σημαίνει να κατανοείς. Η ονομασία των πραγμάτων δεν είναι μια γλωσσική άσκηση, αλλά η πρώτη πράξη με την οποία η σκέψη απελευθερώνει την πραγματικότητα από τη σύγχυση. Όσο όλα φαίνονται ασαφή, τίποτα δεν μπορεί πραγματικά να γίνει γνωστό.

Από αυτή την ανάγκη προκύπτει επίσης μια από τις πιο στέρεες αρχές του δυτικού πολιτισμού: η αρχή της μη αντίφασης. Το ίδιο πράγμα δεν μπορεί να υπάρχει και να μην υπάρχει ταυτόχρονα και με τον ίδιο τρόπο. Είναι μια φόρμουλα τόσο απλή που φαίνεται κοινότοπη. Κι όμως, χωρίς αυτήν, κάθε συλλογισμός θα διαλύονταν. Αν το αληθές και το ψευδές μπορούσαν να συμπέσουν, αν κάθε δήλωση ήταν τόσο έγκυρη όσο και το αντίθετό της, δεν θα υπήρχε πλέον απόδειξη, διάλογος, επιστημονική έρευνα ή δικαιοσύνη. Θα υπήρχαν μόνο απόψεις ανίκανες για αντιπαράθεση.

Σε αυτή τη λογική αρχιτεκτονική, ο Αριστοτέλης πρόσθεσε ένα ακόμη εργαλείο που προοριζόταν να διαμορφώσει την ιστορία της σκέψης: τη θεωρία των τεσσάρων αιτιών. Καμία πραγματικότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί απλώς περιγράφοντάς την. Πρέπει να αναρωτηθούμε από τι αποτελείται, ποια μορφή έχει, τι την παρήγαγε και σε ποιο σκοπό τείνει. Η υλική αιτία, η τυπική αιτία, η αποτελεσματική αιτία και η τελική αιτία δεν αντιπροσωπεύουν απλώς μια φιλοσοφική θεωρία. Εκφράζουν μια μέθοδο: να μην σταματάμε στα φαινόμενα, αλλά να αναζητούμε αυτό που καθιστά ένα φαινόμενο κατανοητό.

Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς αυτήν την προσέγγιση ακόμη και στον σύγχρονο κόσμο. Ένας γιατρός διερευνά τα αίτια μιας ασθένειας πριν συνταγογραφήσει μια θεραπεία. Ένας δικαστής ανασυνθέτει τα γεγονότα πριν εκδώσει μια ποινή. Ένας επιστήμονας ελέγχει μια υπόθεση πριν την κρίνει έγκυρη. Κάθε φορά, η διαδικασία είναι η ίδια: παρατήρηση, διάκριση, σύνδεση, εξήγηση. Τα εργαλεία αλλάζουν, αλλά η δομή της συλλογιστικής παραμένει η ίδια.

«Η επιστήμη είναι γνώση μέσω αιτιών.» – Θωμάς Ακινάτης, Σχόλιο για την Μεταγενέστερη Αναλυτική .

Ακριβώς αυτή η δομή φαίνεται να αποδυναμώνεται σήμερα. Οι ταξινομήσεις συχνά θεωρούνται καταπιεστικές, οι ορισμοί πολύ άκαμπτοι, η αναζήτηση αιτιών αντικαθίσταται από άμεσες ή καθαρά συναισθηματικές εξηγήσεις. Φοβούμενοι να απλοποιήσουμε την πολυπλοκότητα, διακινδυνεύουμε να εγκαταλείψουμε τα εργαλεία που μας επιτρέπουν να την κατανοήσουμε. Και όταν ένας πολιτισμός παύει να διακρίνει, να ταξινομεί και να επιχειρηματολογεί, δεν γίνεται πιο ανοιχτός. Απλώς γίνεται πιο συγκεχυμένος. Σταδιακά χάνει τη δομή της σκέψης που επί αιώνες του επέτρεπε να μετατρέπει τη γνώση σε κατανόηση.

Η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς

Μία από τις πιο επαναστατικές διδασκαλίες του Αριστοτέλη είναι επίσης και μία από τις πιο απλές: η πραγματικότητα δεν εξαρτάται από εμάς. Υπάρχει πριν από τις κρίσεις μας, τις πεποιθήσεις μας και τις ερμηνείες μας. Τα πράγματα έχουν μια δική τους φύση και το έργο της νοημοσύνης δεν είναι να την εφεύρει, αλλά να την ανακαλύψει. Γι' αυτό η γνώση δεν προκύπτει από την επιθυμία να έχει κανείς δίκιο, αλλά από την προθυμία να διορθωθεί από τα γεγονότα.

«Το να λέμε για αυτό που είναι ότι είναι, και για αυτό που δεν είναι ότι δεν είναι, είναι η αλήθεια.» – Αριστοτέλης, Μεταφυσικά , IV, 1011b.

Αυτός ο ορισμός, που διατυπώθηκε πριν από είκοσι τρεις αιώνες, συνοψίζει μια ολόκληρη αντίληψη για την αλήθεια. Το να είμαστε ειλικρινείς σημαίνει να αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα για αυτό που είναι, όχι για αυτό που θα θέλαμε να είναι. Η αλήθεια δεν συμπίπτει με την επιθυμία, την υποκειμενική αντίληψη ή την συναίνεση της πλειοψηφίας. Προκύπτει από την αρμονία μεταξύ σκέψης και γεγονότων. Η σκέψη είναι αυτή που πρέπει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι η πραγματικότητα που πρέπει να προσαρμόζεται στις πεποιθήσεις μας.

Μεγάλο μέρος του δυτικού πολιτισμού χτίστηκε πάνω σε αυτή την ιδέα. Οι επιστήμονες παρατηρούν τα φαινόμενα πριν διατυπώσουν μια θεωρία. Οι δικαστές ανασυνθέτουν τα γεγονότα πριν επιβάλουν ποινή. Οι γιατροί διακρίνουν τα συμπτώματα από τις αιτίες πριν συνταγογραφήσουν θεραπεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η πραγματικότητα είναι το σημείο εκκίνησης. Οι ερμηνείες μπορεί να διαφέρουν, αλλά καμία δεν μπορεί να αγνοήσει τα γεγονότα.

Σήμερα, ωστόσο, αυτή η οπτική φαίνεται ολοένα και πιο εύθραυστη. Στον δημόσιο διάλογο, συχνά βλέπουμε μια σιωπηλή μετατόπιση: τα γεγονότα δίνουν τη θέση τους στις αφηγήσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία στις αντιλήψεις, η επαλήθευση στις προσωπικές πεποιθήσεις. Φυσικά, κάθε παρατήρηση επηρεάζεται από την εμπειρία του παρατηρητή και κανείς δεν έχει μια εντελώς ουδέτερη οπτική γωνία. Αλλά η αναγνώριση των ορίων της γνώσης είναι πολύ διαφορετική από την άρνηση της ύπαρξης μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από την άποψή μας.

Όταν αυτή η διάκριση χάνεται, ακόμη και ο διάλογος αλλάζει φύση. Οι συζητήσεις δεν αφορούν πλέον την καλύτερη κατανόηση του τι συνέβη, αλλά την διεκδίκηση της δικής μας αφήγησης. Τα επιχειρήματα δίνουν τη θέση τους στον κομματικό προσανατολισμό και η αναζήτηση της αλήθειας αντικαθίσταται από την επιδίωξη της συναίνεσης. Έτσι, η συζήτηση παύει να είναι εργαλείο γνώσης και μετατρέπεται σε ανταγωνισμό μεταξύ ασυμβίβαστων ερμηνειών.


«Τα γεγονότα είναι πεισματάρικα.» – Τζον Άνταμς.

Ακριβώς εδώ ο Αριστοτέλης γίνεται εκπληκτικά επίκαιρος. Το μάθημά του δεν έχει ως στόχο να μας προσφέρει μια λίστα απαντήσεων που ισχύουν για κάθε εποχή, αλλά να μας υπενθυμίσει ότι η ελευθερία της σκέψης προκύπτει από την ενασχόληση με μια πραγματικότητα που κανείς δεν μπορεί να χειραγωγήσει κατά βούληση. Μπορούμε να συζητήσουμε την έννοια των γεγονότων, να αναθεωρήσουμε τις θεωρίες μας και να διορθώσουμε τα λάθη μας. Έτσι προοδεύει η γνώση. Αλλά αν χάσουμε τη σύνδεσή μας με την πραγματικότητα, χάνουμε και το κριτήριο που διακρίνει τη γνώση από την άποψη. Και όταν ένας πολιτισμός παύει να αναγνωρίζει αυτόν τον περιορισμό, δεν αλλάζει μόνο την άποψή του για τον κόσμο: τροποποιεί, για άλλη μια φορά, την ίδια τη δομή της σκέψης του.

Όταν η Δύση αλλάζει κατεύθυνση

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, η αριστοτελική προσέγγιση έχει αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της δυτικής σκέψης. Παρά τους βαθιούς μετασχηματισμούς - από τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό έως την επιστημονική επανάσταση, μέχρι τη γέννηση της σύγχρονης επιστήμης - μια πεποίθηση έχει παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητη: η πραγματικότητα υπάρχει, μπορεί να γίνει γνωστή και η λογική, παρά όλους τους περιορισμούς της, είναι το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την προσέγγιση της αλήθειας μέσω της παρατήρησης, της σύγκρισης και της απόδειξης.

Τους τελευταίους αιώνες, ωστόσο, αυτή η ισορροπία έχει αρχίσει σιγά σιγά να καταρρέει. Η σύγχρονη φιλοσοφία έχει θέσει ολοένα και περισσότερο το υποκείμενο που γνωρίζει στο επίκεντρο, ενώ μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτισμού έχει αναπτύξει μια αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι σε οποιαδήποτε ιδέα κοινής αλήθειας. Η κριτική των ιδεολογιών, η επίγνωση της ιστορικής και γλωσσικής εξαρτημένης μάθησης και η πολλαπλότητα των προοπτικών έχουν αντιπροσωπεύσει σημαντικά επιτεύγματα. Αλλά, ωθούμενα στα άκρα τους, έχουν μερικές φορές παράγει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: αμφισβητώντας όχι ορισμένες αλήθειες, αλλά την ίδια την ιδέα ότι η αλήθεια μπορεί να υπάρξει.

«Δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες.» - Φρίντριχ Νίτσε.

Λίγες φράσεις έχουν ασκήσει τόσο βαθιά επιρροή στο σύγχρονο πολιτιστικό κλίμα. Πέρα από τη φιλοσοφική τους σημασία, έχουν συχνά γίνει το μανιφέστο μιας εποχής στην οποία η οπτική γωνία τείνει να υπερισχύει του γεγονότος, η αφήγηση έναντι της επίδειξης και η προσωπική αντίληψη έναντι της επαλήθευσης. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μια δήλωση είναι αληθινή, αλλά αν είναι πειστική, αποτελεσματική ή ικανή να δημιουργήσει συναίνεση.

Αυτή η μεταμόρφωση είναι πλέον εμφανής πολύ πέρα ​​από τη φιλοσοφία. Η πολιτική, οι ειδήσεις και τα κοινωνικά δίκτυα ευδοκιμούν ολοένα και περισσότερο χάρη στη δύναμη των αφηγήσεων. Οι απόψεις διαδίδονται σε δευτερόλεπτα, ενώ ο χρόνος που απαιτείται για την επαλήθευση μιας είδησης ή την κατασκευή ενός επιχειρήματος φαίνεται ασύμβατος με την ταχύτητα της επικοινωνίας. Η διαδήλωση δίνει τη θέση της στα συνθήματα, η ορθολογική συζήτηση στην πόλωση, η επιχειρηματολογία στην επιδίωξη άμεσου αντίκτυπου. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το να έχεις δίκιο συχνά καταλήγει απλώς να σημαίνει ότι καταφέρνεις να επιβληθείς στον δημόσιο διάλογο.

«Η ελευθερία της γνώμης είναι μια φάρσα αν δεν είναι εγγυημένη η πραγματική πληροφόρηση.» – Χάνα Άρεντ, Μεταξύ Παρελθόντος και Μέλλοντος .

Φυσικά, κανείς δεν υποστηρίζει την επιστροφή σε ένα παρελθόν στο οποίο κάθε αλήθεια φαινόταν οριστική και αδιαμφισβήτητη. Η αμφιβολία, η κριτική και η συνεχής αναθεώρηση της γνώσης είναι οι ίδιες οι κινητήριες δυνάμεις της επιστημονικής και φιλοσοφικής προόδου. Αλλά είναι ένα πράγμα να υποβάλλεις κάθε ιδέα στον έλεγχο της λογικής και άλλο να εγκαταλείπεις τα κριτήρια που διακρίνουν ένα βάσιμο επιχείρημα από μια απλή γνώμη.

Ακριβώς εδώ μετράμε την απόσταση από την αριστοτελική προσέγγιση. Για τον Αριστοτέλη, η διαφωνία σήμαινε την από κοινού αναζήτηση της αλήθειας, ακόμη και με το κόστος της αλλαγής γνώμης. Σήμερα, πολύ συχνά, η διαφωνία σημαίνει υπεράσπιση της θέσης κάποιου, ανεξάρτητα από την ισχύ των αποδεικτικών στοιχείων. Δεν χάνουμε απλώς την αίσθηση της απόδειξης. Χάνουμε τη συνήθεια να αναγνωρίζουμε ότι η πραγματικότητα μπορεί να έχει τον τελευταίο λόγο. Και όταν ένας πολιτισμός αντικαθιστά τη μέθοδο με την αφήγηση, τη συλλογιστική με τη συναίνεση και την αλήθεια με την αντίληψη, δεν αλλάζει μόνο τη γλώσσα του: αλλάζει την ίδια τη δομή της σκέψης του.

Γιατί ο Αριστοτέλης επέστρεψε στη μόδα

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που ένα μέρος του σύγχρονου πολιτισμού απομακρύνεται από την αριστοτελική προσέγγιση, οι πιο προηγμένες τεχνολογίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν την εξαιρετική της σημασία. Όχι επειδή οι αλγόριθμοι έχουν ανακαλύψει ξανά τον Αριστοτέλη ή οι μηχανές έχουν αρχίσει να μελετούν τη φιλοσοφία, αλλά επειδή κάθε σύστημα που ισχυρίζεται ότι κατανοεί την πραγματικότητα αναγκάζεται, αργά ή γρήγορα, να κάνει αυτό που υπέδειξε ο Αριστοτέλης πριν από δύο χιλιάδες χρόνια: να διακρίνει, να ταξινομήσει, να συσχετίσει, να συμπεράνει.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Για να λειτουργήσει, πρέπει να αναγνωρίζει μοτίβα, να οργανώνει πληροφορίες, να διαχωρίζει το σχετικό από το άσχετο, να εντοπίζει σχέσεις μεταξύ εκατομμυρίων σημείων δεδομένων και να διατυπώνει ολοένα και πιο αξιόπιστα συμπεράσματα. Πίσω από την πολυπλοκότητα των νευρωνικών δικτύων και των μαθηματικών μοντέλων κρύβεται μια εκπληκτικά απλή αλήθεια: χωρίς τάξη, δεν υπάρχει νοημοσύνη.


«Η λογική είναι το όργανο της επιστήμης.» – Ιμμάνουελ Καντ, Λογική .

Τελικά, αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο της εποχής μας. Ενώ κάποιοι θεωρούν την αριστοτελική λογική ξεπερασμένη, εμείς είμαστε αναγκασμένοι να τη διδάξουμε στις μηχανές, ώστε να μπορούν να εκτελούν εργασίες που θεωρούμε έξυπνες. Όσο πιο εξελιγμένη γίνεται η τεχνητή νοημοσύνη, τόσο πιο απαραίτητο γίνεται η διάκριση μεταξύ κατηγοριών, η συνεκτική συλλογιστική και η ικανότητα εξαγωγής σωστών συμπερασμάτων από σωστές προϋποθέσεις. Η τεχνολογία του μέλλοντος, υπό αυτή την έννοια, συνεχίζει να στηρίζεται σε αρχαία θεμέλια.

Το ίδιο συμβαίνει και στο δίκαιο. Ένας δικαστής δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση βασισμένος σε συναισθήματα ή προσωπικές εντυπώσεις. Πρέπει να ανακατασκευάσει τα γεγονότα, να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία, να διακρίνει τι έχει αποδειχθεί από αυτό που απλώς υποτίθεται και να δικαιολογήσει ορθολογικά τα συμπεράσματά του. Και εδώ, η μέθοδος παραμένει αριστοτελική: παρατηρήστε, διακρίνετε και επιχειρηματολογήστε.

Η ιατρική ακολουθεί παρόμοια πορεία. Ο γιατρός συλλέγει συμπτώματα, διατυπώνει διαφορικές διαγνώσεις, διερευνά τα αίτια της νόσου και προσδιορίζει την καταλληλότερη θεραπεία. Κάθε απόφαση προκύπτει από μια υπομονετική διαδικασία ταξινόμησης και επαλήθευσης. Χωρίς κατηγορίες, ορισμούς και αιτιώδεις συνδέσεις, η ιατρική δεν θα ήταν επιστήμη, αλλά μια διαδοχή διαισθήσεων.

Το ίδιο ισχύει και για την επιστημονική έρευνα. Οι θεωρίες αλλάζουν, τα εργαλεία βελτιώνονται, η γνώση διευρύνεται συνεχώς, αλλά η μέθοδος διατηρεί έναν εκπληκτικά σταθερό πυρήνα: παρατήρηση, διατύπωση υποθέσεων, δοκιμή τους και διόρθωσή τους υπό το φως της εμπειρίας. Αυτό καταδεικνύει ότι η επιστημονική πρόοδος δεν έχει αντικαταστήσει την αριστοτελική προσέγγιση. Την έχει αναπτύξει.

«Η επιστήμη είναι μια βελτίωση της συνηθισμένης σκέψης.» - Άλμπερτ Αϊνστάιν

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Αριστοτέλης συνεχίζει να μιλάει στην εποχή μας. Όχι επειδή όλες οι θεωρίες του παραμένουν έγκυρες —η σύγχρονη επιστήμη έχει αντικαταστήσει πολλές από αυτές— αλλά επειδή ο τρόπος σκέψης του συνεχίζει να αντιπροσωπεύει μία από τις θεμελιώδεις δομές της ορθολογικότητας. Κάθε φορά που ένας αλγόριθμος αναγνωρίζει ένα πρόσωπο, ένας γιατρός διατυπώνει μια διάγνωση, ένας επιστήμονας δοκιμάζει μια υπόθεση ή ένας δικαστής δικαιολογεί μια πρόταση, επανέρχεται η ίδια ανάγκη για τάξη που ο Αριστοτέλης έθεσε στην καρδιά της γνώσης.

Αυτό είναι ίσως το πιο εκπληκτικό μάθημα ολόκληρου του ταξιδιού. Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται συχνά ως σύμβολο μιας ρήξης με το παρελθόν. Στην πραγματικότητα, μας δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Όσο περισσότερο προχωρά το μέλλον, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι καμία νοημοσύνη, ανθρώπινη ή τεχνητή, δεν μπορεί να μην διακρίνει, να ταξινομήσει, να επιχειρηματολογήσει και να συμπεραίνει. Τα εργαλεία αλλάζουν, η υπολογιστική ισχύς αλλάζει, η τεχνολογία αλλάζει. Αλλά η δομή της σκέψης παραμένει η ίδια. Και αυτό σημαίνει ότι ο Αριστοτέλης δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ανήκει, ακόμη και σήμερα, στο μέλλον μας.

Σύναψη

Κάθε πολιτισμός κληρονομεί έναν τρόπο σκέψης και, σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιεί, τον μεταμορφώνει. Άλλοτε τον τελειοποιεί, άλλοτε τον διορθώνει, άλλοτε τον εγκαταλείπει. Είναι η φυσική πορεία της ιστορίας. Υπάρχουν όμως αλλαγές που δεν αφορούν μόνο τις ιδέες: αφορούν τα ίδια τα εργαλεία με τα οποία κατασκευάζονται οι ιδέες. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που ο Αριστοτέλης συνεχίζει να μας αμφισβητεί σήμερα.

Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, η Δύση έχει μάθει να παρατηρεί την πραγματικότητα διακρίνοντας, ταξινομώντας, αναζητώντας αιτίες, επιχειρηματολογώντας αυστηρά και αναγνωρίζοντας την αξία της απόδειξης. Δεν ήταν απλώς ένας τρόπος φιλοσοφίας. Ήταν μια μέθοδος για την κατανόηση του κόσμου. Χάρη σε αυτή τη μέθοδο, γεννήθηκαν πανεπιστήμια, αναπτύχθηκε η επιστημονική έρευνα, δημιουργήθηκαν νομικά συστήματα και εδραιώθηκε η ίδια η ιδέα ότι η λογική μπορεί να φέρει τον άνθρωπο πιο κοντά στην αλήθεια.

«Το όλον είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του.» - Αριστοτέλης, Μεταφυσική.

Σήμερα ζούμε σε μια εποχή εξαιρετικά πλούσια σε πληροφορίες, η οποία όμως, παραδόξως, στερείται κριτηρίων για την οργάνωσή τους. Η ταχύτητα υπερισχύει της σκέψης, η αμεσότητα έναντι της επιχειρηματολογίας, η πειθώ έναντι της απόδειξης. Οι απόψεις πολλαπλασιάζονται, αλλά γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διακρίνουμε το βάσιμο από το απλώς εύλογο. Δεν βλέπουμε μια κρίση γνώσης. Αντίθετα, βλέπουμε μια κρίση μεθόδου.

Και εδώ αναδύεται το πιο συναρπαστικό παράδοξο. Ενώ ένα τμήμα του πολιτισμού θεωρεί την αριστοτελική προσέγγιση ξεπερασμένη, οι πιο προηγμένοι κλάδοι - από την τεχνητή νοημοσύνη έως την ιατρική, από το δίκαιο έως την επιστημονική έρευνα - εξακολουθούν να βασίζονται στην ανάγκη διάκρισης, ταξινόμησης, επαλήθευσης και εξαγωγής συμπερασμάτων. Το μέλλον, με άλλα λόγια, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τα εργαλεία που μας έχει παραδώσει το παρελθόν.

«Ο πολιτισμός είναι αυτό που απομένει όταν έχεις ξεχάσει όλα όσα έχεις μάθει.» - Σέλγουιν Τζέπσον.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του Αριστοτέλη. Όχι ένα αμετάβλητο φιλοσοφικό σύστημα ή μια συλλογή δογμάτων που θα φυλάσσονταν σε μια βιβλιοθήκη, αλλά μια πνευματική στάση. Η πεποίθηση ότι ο κόσμος έχει μια τάξη, ότι η πραγματικότητα αξίζει να γίνει κατανοητή και ότι η λογική, αν και γνωρίζει τους δικούς της περιορισμούς, παραμένει το πιο αξιόπιστο εργαλείο για την αναζήτηση της αλήθειας.
Η αριστοτελική προσέγγιση, λοιπόν, δεν ανήκει μόνο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ανήκει σε κάθε άνθρωπο που, αντιμέτωπος με την πολυπλοκότητα του παρόντος, συνεχίζει να αναρωτιέται όχι τι θέλει να πιστεύει, αλλά τι είναι αλήθεια και γιατί μπορεί να το επιβεβαιώσει.
Ίσως αυτή να είναι η αποφασιστική πρόκληση της εποχής μας. Όχι η επιλογή μεταξύ του Αριστοτέλη και της νεωτερικότητας, μεταξύ της παράδοσης και της καινοτομίας, αλλά η ανάκτηση αυτού που καθιστά δυνατή κάθε αυθεντική πρόοδο: μια σκέψη ικανή να διακρίνει, να κατανοεί, να καταδεικνύει και, όταν είναι απαραίτητο, να αναγνωρίζει τα δικά της λάθη.

Επειδή ένας πολιτισμός δεν αρχίζει να παρακμάζει όταν χάνει κάποιες απαντήσεις. Αρχίζει να παρακμάζει όταν ξεχνάει τη μέθοδο με την οποία έμαθε να τις αναζητά.


Η ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ ΤΕΙΝΕΙ ΧΕΙΡΑ ΒΟΗΘΕΙΑΣ. ΔΙΟΤΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ  ΚΑΤΑΚΤΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΟΥ ΜΙΛΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΑΣ ΕΠΕΙΣΑΝ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ. ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΑΣ.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10 Του Martin Heidegger

 Συνέχεια από Παρασκευή 17. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης δίνει πρώτα το έδαφος για τον προσδιορισμό της ουσίας της κατηγορίας. Αν αυτή δεν πρέπει να είναι μόνο και όχι πρωτίστως, όπως δηλώνει το όνομα, ένας τρόπος του «αποφαίνεσθαι», σχῆμα τοῦ λόγου, αλλά να μπορεί να ανταποκριθεί στην πιο ιδιάζουσα ουσία της ως σχῆμα τοῦ ὄντος, τότε δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «στοιχείο» —Notion— της καθαρής γνώσης, αλλά μέσα της πρέπει να βρίσκεται ακριβώς το γνωριζόμενο Είναι του όντος.

Η γνώση όμως του Είναι είναι ενότητα καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης. Για την ουσία της κατηγορίας, επομένως, γίνεται αποφασιστική ακριβώς η καθαρή εποπτικότητα των νοήσεων —των Notionen.

Τώρα, η «μεταφυσική έκθεση» της καθαρής εποπτείας ήταν το έργο της υπερβατολογικής αισθητικής. Η διαφώτιση του άλλου στοιχείου της καθαρής γνώσης, της καθαρής σκέψης, ανατέθηκε στην υπερβατολογική «λογική», και μάλιστα στην Αναλυτική των εννοιών.

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης οδήγησε την έρευνα πέρα από την απομόνωση των στοιχείων. Η καθαρή σύνθεση, επομένως, δεν ανήκει ούτε στην καθαρή εποπτεία ούτε στην καθαρή σκέψη. Γι’ αυτό και η διαφώτιση της καταγωγής της καθαρής σύνθεσης, που αρχίζει τώρα, δεν μπορεί να είναι ούτε υπερβατολογικο-αισθητική ούτε υπερβατολογικο-λογική. Αντίστοιχα, η κατηγορία δεν είναι πρόβλημα ούτε της υπερβατολογικής αισθητικής ούτε της υπερβατολογικής λογικής.

Σε ποια υπερβατολογική επιστήμη εμπίπτει τότε η πραγμάτευση του κεντρικού προβλήματος της δυνατότητας της οντολογίας; Αυτό το ερώτημα παραμένει ξένο στον Kant. Εκείνος αναθέτει στην «Αναλυτική των εννοιών» όχι μόνο τη διαφώτιση της καθαρής έννοιας ως στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Με αυτόν τον τρόπο η λογική αποκτά ένα ασύγκριτο προβάδισμα έναντι της αισθητικής, παρόλο που, από την άλλη πλευρά, ακριβώς η εποπτεία αποτελεί το πρωτεύον μέσα στο σύνολο της γνώσης.

Αυτή η ιδιομορφία χρειάζεται διασάφηση, αν η προβληματική των επόμενων σταδίων της θεμελίωσης της μεταφυσικής πρόκειται να παραμείνει διαφανής. Η διασάφηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, επειδή στην ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου επικρατεί συνεχώς η τάση να τη συλλαμβάνουν ως μια «λογική της καθαρής γνώσης», ακόμη και εκεί όπου αναγνωρίζεται σχετικό δικαίωμα στην εποπτεία και, συνεπώς, στην υπερβατολογική αισθητική.

Τελικά, το προβάδισμα της υπερβατολογικής λογικής μέσα στο σύνολο της θεμελίωσης της metaphysica generalis είναι, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογημένο. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ερμηνεία πρέπει να ελευθερωθεί από την καντιανή αρχιτεκτονική και να καταστήσει προβληματική την ίδια την ιδέα της υπερβατολογικής λογικής.

Πρώτα χρειάζεται να κατανοήσουμε από κοινού ως προς τι ο Kant δικαίως πραγματεύεται στην Αναλυτική των εννοιών όχι μόνο τη διερεύνηση του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και το πρόβλημα της ενότητας των δύο στοιχείων.

Αν η ουσία της σκέψης συνίσταται στην υπηρετική της αναφορά προς την εποπτεία, τότε μια σωστά κατανοημένη Αναλυτική της καθαρής σκέψης πρέπει να εντάξει στο πεδίο της προβληματικής της ακριβώς αυτή την αναφορά ως τέτοια. Το ότι αυτό συμβαίνει στον Kant γίνεται έτσι απόδειξη ότι στο θέμα βρίσκεται η περατότητα της σκέψης. Αν δοθεί στην κυριαρχία της υπερβατολογικής λογικής αυτό το νόημα, τότε από αυτήν δεν προκύπτει καθόλου μια υποβάθμιση της λειτουργίας της υπερβατολογικής αισθητικής ή, ακόμη περισσότερο, ο πλήρης αποκλεισμός της.

Αντίθετα, με την επίγνωση του θεμελίου του προβαδίσματος της υπερβατολογικής λογικής, αυτό το ίδιο προβάδισμα αίρεται· όχι βέβαια υπέρ της υπερβατολογικής αισθητικής, αλλά υπέρ μιας προβληματικής που επαναφέρει το κεντρικό πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης και της θεμελίωσής της σε μια πιο αρχέγονη βάση.

Με το ότι ο Kant αναθέτει στην Αναλυτική των εννοιών και την πραγμάτευση των όρων και των αρχών της «χρήσης» τους, τίθεται αναγκαστικά στο θέμα, υπό τον τίτλο της χρήσης των καθαρών εννοιών, η αναφορά της καθαρής σκέψης προς την εποπτεία. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης τίθεται πάντοτε ξεκινώντας από το στοιχείο της σκέψης.


Η τάση αυτή υποστηρίζεται διαρκώς από το γεγονός ότι η κατηγορία, η οποία κατά βάθος περιέχει το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας, παρουσιάζεται συγχρόνως πάντοτε ως Notion, υπό τον τίτλο της καθαρής έννοιας του νου.

Σε αυτό προστίθεται όμως κυρίως το ότι ο Kant, με αυτόν τον πρωταρχικό προσανατολισμό προς το στοιχείο της σκέψης, πρέπει να προσφύγει στις γενικές γνώσεις περί σκέψης γενικά, με την έννοια της παραδοσιακής τυπικής λογικής. Έτσι, εκείνο που, μεταστρεφόμενο στο υπερβατολογικό, οδηγεί στο πρόβλημα της καθαρής έννοιας ως κατηγορίας, αποκτά τον χαρακτήρα μιας λογικής, έστω υπερβατολογικο-λογικής, διερεύνησης.

Τέλος, ο προσανατολισμός προς τον Λόγο και προς τη Ratio, σύμφωνα με τη σημασία τους στη δυτική μεταφυσική, έχει εκ των προτέρων προβάδισμα κατά τη θεμελίωση αυτής της μεταφυσικής· πράγμα που εκφράζεται στον προσδιορισμό αυτής της θεμελίωσης ως κριτικής του καθαρού λόγου.

Επιπλέον: ο Kant χρειαζόταν, για την αρχιτεκτονική κυριαρχία και παρουσίαση του «πολύ αναμεμειγμένου υφάσματος της ανθρώπινης γνώσης» 88, το οποίο μόλις μέσω της Αναλυτικής του έγινε φανερό, ένα ορισμένο σχολαστικό πλαίσιο, το οποίο μια νέα λογική της καθαρής γνώσης, που έπρεπε να δημιουργηθεί, μπορούσε ευκολότερα να το αντλήσει από την τυπική λογική.

Όσο αυτονόητη κι αν είναι αυτή η πολλαπλή κυριαρχία της «λογικής» μέσα στην Κριτική του καθαρού λόγου, η ακόλουθη ερμηνεία των περαιτέρω και αποφασιστικών σταδίων της θεμελίωσης της οντολογίας πρέπει να διαπεράσει την αρχιτεκτονική της εξωτερικής ακολουθίας και μορφοποίησης των προβλημάτων και να φέρει μπροστά στα μάτια μας την εσωτερική κίνηση της προβληματικής, η οποία πρώτη οδήγησε τον Kant σε μια τέτοια παρουσίαση.


Το τρίτο στάδιο της θεμελίωσης
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης


Η φαινομενικά σταθερή απάντηση στο ερώτημα περί της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης, με τον εγγύτερο προσδιορισμό αυτής της ενότητας, διαλύεται προοδευτικά στο πρόβλημα της δυνατότητας μιας τέτοιας ενοποίησης. Στην καθαρή σύνθεση πρέπει να μπορούν να συναντηθούν a priori η καθαρή εποπτεία και η καθαρή σκέψη.

Τι και πώς πρέπει να είναι η ίδια η καθαρή σύνθεση, ώστε να ανταποκρίνεται στο έργο μιας τέτοιας ενοποίησης; Τώρα πρέπει να παρουσιαστεί η καθαρή σύνθεση, τρόπον τινά, από την άποψη ότι δείχνει πώς μπορεί να ενοποιεί τον χρόνο και τη Notion.

Η παρουσίαση του αρχέγονου σχηματισμού της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης είναι το νόημα και το έργο εκείνου που ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών».

Αν, λοιπόν, η βασική πρόθεση της «παραγωγής» βρίσκεται στην αναλυτική διάνοιξη της θεμελιώδους δομής της καθαρής σύνθεσης, τότε το γνήσιο περιεχόμενό της δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια παρουσίασή της ως quaestio juris. Η quaestio juris δεν επιτρέπεται, επομένως, εξαρχής να ληφθεί ως οδηγός της ερμηνείας αυτού του κεντρικού καντιανού διδάγματος. Αντίθετα, το κίνητρο και η εμβέλεια της νομικής διατύπωσης της υπερβατολογικής παραγωγής πρέπει να εξηγηθούν από την ίδια την ουσιαστική προβληματική τάση της.

Για λόγους που θα αναφερθούν αργότερα, η παρούσα ερμηνεία περιορίζεται αποκλειστικά στην επεξεργασία της υπερβατολογικής παραγωγής στην πρώτη έκδοση. Ο Kant τονίζει επανειλημμένα τη «δυσκολία» της υπερβατολογικής παραγωγής και προσπαθεί να «θεραπεύσει» τη «σκοτεινότητά» της.

Η πολλαπλότητα και η περιπλοκή των σχέσεων, που φανερώνονται όλο και πιο έντονα μέσα στο ίδιο το περιεχόμενο του προβλήματος, εμποδίζουν εξαρχής τον Kant να αρκεστεί σε μία και μοναδική αφετηρία της παραγωγής και να καθησυχάσει σε έναν και μοναδικό δρόμο εκτέλεσής της. Αλλά ακόμη και η πολλαπλή εκτέλεση δείχνει τον Kant πάντοτε μέσα σε αγωνιώδη εργασία. Συχνά, μόνο ξαφνικά, στην πορεία, βλέπει καθαρά και λέει προς ποιο σκοπό τείνει η υπερβατολογική παραγωγή. Και εκείνο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί μόνο μέσω της αναλυτικής αποκάλυψης προτάσσεται μέσα σε μια απλή «προκαταρκτική υπενθύμιση».

Η εσωτερική πολλαπλότητα του προβλήματος προκαλεί επίσης το ότι, όχι σπάνια, εκείνες οι σχέσεις των οποίων η διασάφηση παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία υφίστανται υπερτονισμένη πραγμάτευση και έτσι παρασύρουν στο να υπερτιμηθεί αντίστοιχα η ουσιαστική τους σημασία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πραγμάτευση της καθαρής σκέψης μέσα στο σύνολο της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Η ακόλουθη ερμηνεία δεν θα βαδίσει αναλυτικά, ένα προς ένα, τα περίπλοκα μονοπάτια της υπερβατολογικής παραγωγής, αλλά θα αποκαλύψει την αρχέγονη κίνηση της προβληματικής. Πρώτη απαίτηση γι’ αυτό είναι να γίνει επαρκώς σαφής ο ίδιος ο σκοπός της υπερβατολογικής παραγωγής σε σχέση με το καθοδηγητικό πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής.


Σημειώσεις:

c επειδή ολόκληρη η αφετηρία του ερωτήματος του Είναι, ήδη από την αρχαιότητα, ξεκινά από τον λόγον —κατηγορία!—· το ερώτημα του Είναι = ως οντο-λογία· όπου το «-λογία» δεν δηλώνει μόνο τον χαρακτήρα μιας επιστήμης ή επιστημονικής πειθαρχίας, αλλά οντο-λογολογία!
d και ο τρόπος.

§ 16. Η διαφώτιση της υπέρβασης του περατού λόγου ως βασική πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΨΑΧΝΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝ ΔΕΝ ΕΡΩΤΑΤΑΙ. ΟΧΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΑΣ.