Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης

Αν τα στοιχεία της πεπερασμένης καθαρής γνώσης εξαρτώνται ουσιωδώς το ένα από το άλλο, τότε αυτό ήδη εμποδίζει να τους προσκολληθεί η ενότητά τους ως ένα εκ των υστέρων «συνάθροισμα». Το ότι και το πώς η ενότητα βρίσκεται στη βάση των στοιχείων έχει ακριβώς καταστεί ασαφές και δυσδιάκριτο μέσω της προηγούμενης απομόνωσης. Αν όμως μια ανάλυση διατηρεί την τάση προς την αποκάλυψη της πρωταρχικής ενότητας, αυτό δεν εγγυάται ακόμη την πλήρη κατανόησή της. Αντιθέτως, με την οξύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η απομόνωση, και με την ακόμη εντονότερα αναδυόμενη ιδιομορφία ιδίως του δεύτερου στοιχείου, είναι αναμενόμενο ότι αυτή η απομόνωση δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί πλήρως, ώστε τελικά η ενότητα να μην αναπτυχθεί ρητά από την ίδια της την αρχή.

Ότι η ενότητα δεν είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάθροισης των στοιχείων, αλλά το ίδιο το πρωταρχικό ενοποιητικό στοιχείο, προαναγγέλλεται ήδη από την ονομασία της ως «σύνθεση».

Ωστόσο, στην πλήρη δομή της πεπερασμένης γνώσης, ποικίλες συνθέσεις είναι αναγκαία αλληλοσυνδεδεμένες (78). Στη βεβαιωτική (veritative) σύνθεση ανήκει η κατηγορηματική, μέσα στην οποία ενσωματώνεται η αποφαντική. Ποια από αυτές τις συνθέσεις εννοείται όταν τίθεται το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης; Προφανώς η βεβαιωτική· διότι αυτή αφορά την ενότητα της εποπτείας και της σκέψης. Σε αυτήν, όμως, περιλαμβάνονται αναγκαστικά και οι υπόλοιπες.

Η ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης οφείλει να αποτελεί την ενότητα της συνάθροισης όλων των δομικών συνθέσεων στο σύνολό τους. Η βεβαιωτική σύνθεση αποκτά επομένως προτεραιότητα στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης μόνο στον βαθμό που σε αυτήν συγκεντρώνεται το πρόβλημα της σύνθεσης. Αυτό δεν αποκλείει ότι το πρόβλημα προσανατολίζεται εξίσου αναγκαία και στις άλλες μορφές σύνθεσης.

Στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης πρόκειται επιπλέον για την καθαρή βεβαιωτική σύνθεση. Το ζητούμενο είναι η πρωταρχική ενοποίηση της καθαρής καθολικής εποπτείας (του χρόνου) και της καθαρής σκέψης (των εννοιών). Όμως η καθαρή εποπτεία είναι ήδη καθ’ εαυτήν, ως παράσταση ενός ενιαίου όλου, κάτι σαν μια εποπτική ενοποίηση. Γι’ αυτό και ο Καντ μιλά εύστοχα για μια «σύνοψη» (Synopsis) στην εποπτεία (80). Ταυτόχρονα, η ανάλυση της έννοιας ως «αναστοχαστικής έννοιας» έδειξε ότι η καθαρή σκέψη, ως παράσταση καθαρών ενοτήτων, είναι από τη φύση της ενοποιητική και, υπό αυτή την έννοια, «συνθετική».


Το πρόβλημα της καθαρής βεβαιωτικής ή οντολογικής σύνθεσης πρέπει επομένως να τεθεί ως εξής: πώς εμφανίζεται η πρωταρχική (βεβαιωτική) «σύνθεση» της καθαρής σύνοψης και της καθαρής αναστοχαστικής (κατηγορηματικής) σύνθεσης; Ήδη από τη μορφή αυτού του ερωτήματος μπορεί να εκτιμηθεί ότι η ζητούμενη σύνθεση πρέπει να έχει έναν εξαιρετικό χαρακτήρα, εφόσον καλείται να ενοποιήσει κάτι που ήδη παρουσιάζει δομή σύνθεσης. Η ζητούμενη σύνθεση πρέπει εκ των προτέρων να είναι αντάξια των μορφών που πρόκειται να ενοποιηθούν, δηλαδή της «σύνθεσης» και της «σύνοψης»· πρέπει η ίδια να τις συγκροτεί πρωταρχικά μέσα στην ενοποίησή τους.

§ 14. Η οντολογική σύνθεση

Το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης προκύπτει από την προηγούμενη απομόνωση αυτών των στοιχείων. Ο χαρακτήρας της ενότητας που τους ανήκει μπορεί αρχικά να σκιαγραφηθεί δείχνοντας πώς το καθένα από αυτά τα στοιχεία απαιτεί δομικά το άλλο. Παρουσιάζουν αρθρώσεις που προοιωνίζονται μια ήδη συναρμοσμένη ενότητα. Η βεβαιωτική σύνθεση είναι τότε εκείνο που όχι μόνο εφαρμόζεται σε αυτές τις αρθρώσεις, συνενώνοντας τα στοιχεία, αλλά που πρωτίστως «αρθρώνει» αυτές τις αρθρώσεις.

Γι’ αυτό και ο Καντ εισάγει τη γενική χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης με την ακόλουθη παρατήρηση:
«Αντιθέτως, η υπερβατολογική λογική έχει ενώπιόν της ένα πολλαπλό της αισθητικότητας a priori, το οποίο της παρέχει η υπερβατολογική αισθητική, ώστε να δώσει στους καθαρούς εννοιολογικούς όρους του νου ένα υλικό, χωρίς το οποίο αυτοί θα ήταν χωρίς περιεχόμενο, δηλαδή εντελώς κενές. Ο χώρος και ο χρόνος περιέχουν ένα πολλαπλό της καθαρής εποπτείας a priori, ανήκουν όμως συγχρόνως στους όρους της δεκτικότητας του νου μας, υπό τους οποίους μόνον μπορεί να δέχεται παραστάσεις αντικειμένων, και οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει πάντοτε να επηρεάζουν την έννοια αυτών. Όμως η αυθορμησία της σκέψης μας απαιτεί τούτο το πολλαπλό να διαπεραστεί πρώτα κατά κάποιον τρόπο, να προσληφθεί και να συνδεθεί, ώστε να καταστεί γνώση. Αυτή την ενέργεια την ονομάζω σύνθεση.» (81)

Η αλληλεξάρτηση της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης εισάγεται εδώ αρχικά με έναν παράδοξα εξωτερικό τρόπο. Αυστηρά όμως μιλώντας, δεν είναι η «υπερβατολογική λογική» που έχει ενώπιόν της το καθαρό πολλαπλό του χρόνου· αυτή η «παρουσία» ανήκει στη δομή της ουσίας της καθαρής σκέψης που αναλύεται από την υπερβατολογική λογική. Αντίστοιχα, δεν είναι η υπερβατολογική αισθητική που «προσφέρει» το καθαρό πολλαπλό, αλλά η καθαρή εποπτεία είναι εξ αρχής προσφέρουσα, και μάλιστα προς την κατεύθυνση της καθαρής σκέψης.

Αυτό το καθαρό δεδομένο εισάγεται ακόμη πιο έντονα ως μια «επίδραση» (Affizieren), χωρίς όμως να πρόκειται για αισθητηριακή επίδραση. Εφόσον αυτή η επίδραση ανήκει «πάντοτε» στην καθαρή γνώση, σημαίνει ότι η καθαρή σκέψη μας τίθεται πάντοτε ενώπιον του χρόνου που την αφορά. Το πώς αυτό είναι δυνατόν παραμένει αρχικά σκοτεινό.

Μέσα σε αυτή την ουσιακή αλληλεξάρτηση της καθαρής σκέψης μας από το καθαρό πολλαπλό, η περατότητα της σκέψης μας απαιτεί το πολλαπλό αυτό να προσαρμόζεται στην ίδια τη σκέψη, δηλαδή σε αυτήν ως έννοια που καθορίζει. Για να μπορεί όμως η καθαρή εποπτεία να καθοριστεί μέσω καθαρών εννοιών, το πολλαπλό της πρέπει να αποσπαστεί από τη διάχυση, δηλαδή να διαπεραστεί και να συγκεντρωθεί. Αυτή η αμοιβαία προετοιμασία του ενός για το άλλο συντελείται σε εκείνη την πράξη που ο Καντ ονομάζει γενικά «σύνθεση». Σε αυτήν συναντώνται τα δύο καθαρά στοιχεία, καθένα από τη δική του πλευρά· αυτή κλείνει τις αμοιβαία υποδεικνυόμενες αρθρώσεις και συγκροτεί έτσι την ουσιακή ενότητα μιας καθαρής γνώσης.

Αυτή η σύνθεση δεν ανήκει ούτε στην εποπτεία ούτε στη σκέψη. Έχοντας, κατά κάποιον τρόπο, έναν διαμεσολαβητικό ρόλο «ανάμεσα» στις δύο, συγγενεύει με αμφότερες. Επομένως, πρέπει να μοιράζεται γενικά με τα στοιχεία τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους, δηλαδή να είναι μια παράσταση. «Η σύνθεση εν γένει είναι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, απλώς το αποτέλεσμα της φαντασίας, μιας τυφλής, αν και αναγκαίας λειτουργίας της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε καθόλου γνώση, αλλά της οποίας σπάνια έχουμε συνείδηση» (82).

Με αυτό υποδηλώνεται αρχικά ότι κάθε μορφή σύνθεσης που εμφανίζεται στη δομή της γνώσης προέρχεται από τη φαντασία. Εδώ όμως πρόκειται ειδικότερα και πρωτίστως για την ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης, δηλαδή για την «καθαρή σύνθεση». Καθαρή ονομάζεται όταν «το πολλαπλό δίνεται a priori» (83). Η καθαρή σύνθεση εντάσσεται, επομένως, σε εκείνο που ενοποιείται ως σύνοψη (Synopsis) στην καθαρή εποπτεία.

Ταυτόχρονα, όμως, απαιτεί μια αναφορά σε μια καθοδηγητική ενότητα. Στην καθαρή σύνθεση ανήκει, συνεπώς, το ότι ως ενοποιητική παράσταση προδιαθέτει εκ των προτέρων την ενότητα που της αντιστοιχεί ως τέτοια, δηλαδή την παρασταίνει καθολικά. Το να παρασταθεί καθολικά αυτή η ουσιακά δική της ενότητα σημαίνει όμως ότι η καθαρή σύνθεση φέρνει τον εαυτό της, ως προς την ενότητα που παριστάνεται μέσα της, στην έννοια που της προσδίδει ενότητα. Έτσι, η καθαρή σύνθεση ενεργεί αφενός καθαρά συνοπτικά στην καθαρή εποπτεία και αφετέρου καθαρά αναστοχαστικά στην καθαρή σκέψη. Από αυτό προκύπτει ότι στην ενότητα της πλήρους ουσίας της καθαρής γνώσης ανήκουν τρία στοιχεία:

«Το πρώτο που πρέπει να μας δοθεί, προς χάριν της γνώσης όλων των αντικειμένων a priori, είναι το πολλαπλό της καθαρής εποπτείας· η σύνθεση αυτού του πολλαπλού μέσω της φαντασίας είναι το δεύτερο, αλλά δεν παρέχει ακόμη γνώση. Οι έννοιες, που δίνουν ενότητα σε αυτή την καθαρή σύνθεση και συνίστανται αποκλειστικά στην παράσταση αυτής της αναγκαίας συνθετικής ενότητας, αποτελούν το τρίτο στοιχείο για τη γνώση ενός δεδομένου αντικειμένου και στηρίζονται στον νου» (84).

Σε αυτή την τριάδα, η καθαρή σύνθεση της φαντασίας κατέχει τη μέση θέση. Αυτό όμως δεν έχει την εξωτερική σημασία ότι η φαντασία απλώς αναφέρεται μεταξύ του πρώτου και του τρίτου στοιχείου στην απαρίθμηση των όρων της καθαρής γνώσης. Αυτή η «μέση» είναι δομική. Σε αυτήν συναντώνται και συνδέονται η καθαρή σύνοψη και η καθαρή αναστοχαστική σύνθεση. Αυτή η συνένωση εκφράζεται για τον Καντ στο ότι διαπιστώνει την ταυτότητα της καθαρής σύνθεσης μέσα στον «συν-χαρακτήρα» της εποπτείας και του νου.

«Η ίδια λειτουργία, η οποία δίνει ενότητα στις διάφορες παραστάσεις μέσα σε μια κρίση, δίνει επίσης ενότητα στην απλή σύνθεση διαφορετικών παραστάσεων μέσα σε μια εποπτεία, η οποία, εκφρασμένη γενικά, ονομάζεται καθαρή έννοια του νου» (85). Με αυτή την ταυτότητα της συνθετικής λειτουργίας ο Καντ δεν εννοεί την κενή ταυτότητα μιας πανταχού ενεργού τυπικής σύνδεσης, αλλά την πρωταρχικά πλούσια ολότητα ενός πολυμερούς ενοποιητικού και ενοποιητικού ενεργήματος, που δρα ταυτόχρονα ως εποπτεία και ως σκέψη. Αυτό σημαίνει συγχρόνως ότι οι προηγουμένως αναφερθέντες τρόποι της σύνθεσης —η τυπικά αποφαντική της λειτουργίας της κρίσης και η κατηγορηματική της εννοιακής αναστοχαστικότητας— ανήκουν από κοινού στην ενότητα της δομής της πεπερασμένης γνώσης ως βεβαιωτική σύνθεση εποπτείας και σκέψης. «Ταυτότητα» σημαίνει εδώ: ουσιακή, δομική συνάφεια.

«Ο ίδιος λοιπόν νους, και μάλιστα μέσω των ίδιων ακριβώς ενεργειών, μέσω των οποίων, με την αναλυτική ενότητα, παρήγαγε μέσα στις έννοιες τη λογική μορφή μιας κρίσης, εισάγει επίσης, μέσω της συνθετικής ενότητας του πολλαπλού στην εποπτεία εν γένει, ένα υπερβατολογικό περιεχόμενο στις παραστάσεις του» (86). Αυτό που καθίσταται τώρα ορατό ως ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης απέχει πολύ από την κενή απλότητα μιας ύστατης αρχής. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως μια πολύμορφη πράξη, η οποία, τόσο ως προς τον ενεργητικό της χαρακτήρα όσο και ως προς την πολυπλοκότητα της ενοποίησής της, παραμένει σκοτεινή.


Αυτή η χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης δεν μπορεί να αποτελεί το τέλος, αλλά πρέπει να είναι η αληθινή αρχή της θεμελίωσης της οντολογικής γνώσης. Σε αυτή τη θεμελίωση ανατίθεται το έργο να φέρει στο φως την καθαρή σύνθεση ως τέτοια. Επειδή όμως πρόκειται για πράξη, η ουσία της μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο αν παρακολουθηθεί μέσα στην ίδια τη γένεσή της. Τώρα γίνεται φανερό, από αυτό που επιβάλλεται ως θέμα της θεμελίωσης, γιατί μια θεμελίωση της οντολογικής γνώσης πρέπει να καταστεί αποκάλυψη της προέλευσης της καθαρής σύνθεσης, δηλαδή της ίδιας αυτής ως γεννώμενης πράξης.

Καθώς η θεμελίωση της μεταφυσικής εισέρχεται τώρα στο στάδιο όπου «το ίδιο το πράγμα είναι βαθιά καλυμμένο» (87) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να διατυπώνεται παράπονο για τη σκοτεινότητά του, καθίσταται ακόμη πιο αναγκαίο να γίνει μια σύντομη στάση για μια μεθοδολογική αναστοχαστική θεώρηση της παρούσας θέσης της θεμελίωσης και της περαιτέρω πορείας που της υποδεικνύεται.


Σημειώσεις:

(78) Α 76–80, Β 102–105· στη Β εκδίδεται ως § 10.
(79) Πρβλ. παραπάνω § 7, σ. 38· και § 9, σ. 44.
(80) Α 94.
(81) Α 76 κ.ε., Β 102.
(82) Α 78, Β 103 (τονισμός του συγγραφέα).
(83) Α 77, Β 103.
(84) Α 78 κ.ε., Β 104.
(85) Α 79, Β 104 κ.ε.
(86) Α 79, Β 105.
(87) Α 88, Β 121.

Συνεχίζεται με:

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Δεν υπάρχουν σχόλια: