Καλώς σας βρήκαμε εδώ. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι σημασία δεν έχει ο αριθμός των ανθρώπων ενός ακροατηρίου, αλλά η ποιότητα της επικοινωνίας και το βάθος της κατανόησης. Άλλωστε, με τα ηλεκτρονικά μέσα έχουμε μάθει —και εγώ προσωπικά— να μιλάμε σε τεράστια, σε μικρά και σε μεσαία ακροατήρια· και τελικά αυτό διασκορπίζεται πλέον ηλεκτρονικά παντού. Το κριτήριό μας είναι ακριβώς αυτή η ευρεία διάδοση της αλήθειας του Θεού, όπως πολλαπλασιάζεται από την ευαισθησία και την καλή διάθεση αυτών που ακούν.
Και ξέρετε, δεν ακούνε απλώς. Δεν υπάρχει παθητικότητα. Τα πάντα στην Εκκλησία είναι δημιουργικά. Ξέρετε ότι όποιος απολαμβάνει τη μουσική, είναι κι αυτός μουσικός.
Όποιος απολαμβάνει την ποίηση, είναι κι αυτός ποιητής. Και όποιος απολαμβάνει —αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι— τη θεολογία, είναι κι αυτός θεολόγος. Αντηχεί μέσα μας κάτι, και αυτή η αντήχηση είναι από το Άγιο Πνεύμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι προκαλείται μέσα μας μια ανάφλεξη. Μερικές φορές, ακούγοντας τη θεολογία, νιώθουμε σαν να είναι κάτι ζωντανό με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή. Να ξέρετε ότι η αυθεντική θεολογία «σηκώνει» και νεκρούς — ακόμη κι αν είναι κανείς πνευματικά νεκρός.
Αλλά, όπως έλεγα και χθες, ο θεολόγος είναι ένας: ο Θεός Λόγος. Αυτός θεολογεί. Και εμείς θεολογούμε κατά μετοχή, συμμετέχοντας στο γεγονός του Χριστού. Είναι γεγονός, δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Για εμάς ο Χριστός είναι το γεγονός του Χριστού, δηλαδή το γεγονός της Εκκλησίας.
Ό,τι θα πω σήμερα θα είναι ένα σχόλιο σε μία φράση του μεγάλου αυτού ασκητικού συγγραφέα, του Ιωάννη της Κλίμακος. Και η φράση αυτή, την οποία θα σχολιάσω, είναι μικρή. Ακούστε τη σε νεοελληνική απόδοση:
«Ησυχία», λέει ο Άγιος Ιωάννης, δηλαδή άσκηση. Ησυχία είναι η άσκηση. Ησυχασμός είναι αφιέρωση στον Θεό των λογισμών, της συνείδησης και της αγάπης του ανθρώπου.
Η άσκηση, λοιπόν, τι είναι; Είναι ο συντομότερος ορισμός που έχω συναντήσει και ο πιο περιεκτικός, ο πιο υπέροχος — αλήθεια σας λέω. Τουλάχιστον από αυτούς που έχω βρει εγώ. Και επίσης ο πιο προσιτός.
Γιατί κάποιοι ακούν τη λέξη «άσκηση» και αμέσως φαντάζονται το Άγιον Όρος, γκρεμούς, αιώνιες στερήσεις και κατεστραμμένες, θα έλεγε κανείς, γέφυρες με τον κόσμο. Δεν είναι έτσι.
Ακούστε λοιπόν έναν υπέροχο ορισμό της ασκήσεως από έναν από τους μεγαλύτερους χριστιανούς ασκητές που πέρασαν από τον κόσμο αυτό: τον Ιωάννη της Κλίμακος.
Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.
Το περιμένατε αυτό; Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.
Πού είναι, θα πείτε, τα χίλια πεντακόσια ή τα δύο χιλιάδες μετάνοιες την ημέρα; Πού είναι το να μη τρώει κανείς λάδι πενήντα μέρες; Όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν — ή να υπάρχουν αλλιώς.
Σημασία έχει ο σκοπός της ασκήσεως. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό.
Ένας γιόγκι ή ένας βουδιστής μπορεί να σας βεβαιώσει ότι κάνει τρομακτικές ασκήσεις. Δεν αγγίζει τίποτα, γιατί όλα είναι μια αυταπάτη — και τα σωματικά, και τα γαστριμαργικά, και τα ερωτικά.
Ποιος είναι όμως ο σκοπός; Καμία λατρεία, κανένας Θεός. Είναι η εξαφάνιση, η εξάλειψη, διότι τα πάντα θεωρούνται αυταπάτη — ακόμη και η ιδέα του Θεού, σε πολλές περιπτώσεις.
Ασχέτως αν ο βουδισμός, επειδή δεν αντέχεται εύκολα από τους ανθρώπους που τον ασκούν, έχει δημιουργήσει μια πληθώρα θεοτήτων και ειδώλων, τα οποία λατρεύονται ταυτόχρονα.
Δεν είναι το θέμα μας ο βουδισμός. Κοιτάξτε όμως εδώ: τι θετικός ορισμός της ασκήσεως! Καθόλου αρνητικός. Και πόσο προσιτός είναι, όπως θα φανεί.
Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του. Να το θυμάστε αυτό.
Είναι δηλαδή μια κατάσταση ερωτική.
Όταν πρωτογνώρισα τον πατέρα Παΐσιο, ήμασταν μια ομάδα φοιτητών και τον επισκεφθήκαμε στο Άγιον Όρος. Ένας από εμάς είχε χάσει αυτήν που αγαπούσε — τον είχε εγκαταλείψει. Ευτυχώς, θα έλεγε κανείς, γιατί έτσι βρήκε τον δρόμο του.
Και μόλις μας βλέπει ο πατήρ Παΐσιος, αρχίζει και λέει: «Έρχονται εδώ κάποιοι που έχασαν αυτές που αγάπησαν. Και πολύ τους συμπονώ».
«Μα γιατί τους συμπονάτε, Γέροντα;»
«Γιατί κι εγώ ένας ερωτευμένος είμαι».
Ήταν συγκλονιστικό. Είναι αυτά που λέει εδώ. Κοιτάξτε πόσο ένας Άγιος πραγματικά αντηχεί και απηχεί τον άλλον Άγιο.
Λέω: «Ερωτευμένος είστε;» Του λέω εγώ. «Ερωτευμένος είστε;» Μου λέει: «Βεβαίως».
«Γιατί νομίζεις ότι περνάει κανείς τη Σαρακοστή με μια χούφτα παξιμάδια; Τρελός είναι;» Μου λέει. Λέω: πράγματι, αυτό ταιριάζει.
Η ερωτική κατάσταση —ειδικά η ερωτική ένδεια, και ακόμη περισσότερο η ερωτική εγκατάλειψη— είναι γεμάτη από στερήσεις.
Λοιπόν, κοιτάξτε όμως τι μεγαλείο είναι αυτό. Γιατί ξαφνικά σου δίνει μια άλλη εικόνα. Αυτή όμως είναι η εικόνα. Αυτή είναι η εικόνα που πρέπει να διαφυλάξουμε. Γιατί αυτό που λέμε Ορθοδοξία είναι αυτό το πράγμα.
Το αντίθετο τι θα ήταν; Θα ήταν δικαστήριο.
«Φταις». «Όχι, δεν φταίω». «Θα πληρώσεις».
Παράβαση. Δεύτερη παράβαση. Τρίτη παράβαση.
«Τι θα κάνω;» Απελπισία.
«Τι Θεός είναι αυτός; Δεν με καταλαβαίνει».
Τιμωρία. Ξανά τιμωρία. Ξανά τιμωρία.
Μπορείς να πεις στον σημερινό άνθρωπο ότι ο Θεός σου «κολάζει» έτσι; Ότι τιμωρεί με αυτόν τον τρόπο;
Τιμωρείται κανείς, ναι — αλλά από τι; Ο Θεός σε αφήνει, επειδή σε αγαπάει πολύ· δεν σε σκλαβώνει. Σε αφήνει ελεύθερο. Και εσύ, ελεύθερος, επειδή δεν Τον αγαπάς, τι γίνεται; Αγαπάς άλλα πράγματα.
Και αυτά τα άλλα που αγαπάς σε ταλαιπωρούν και σε τιμωρούν. Αυτά. Δεν είναι ο Θεός που χαίρεται και λέει: «Αχ, τι ωραία, τώρα Με εγκατέλειψε — να δούμε τι θα πάθει».
Δεν είναι έτσι. Δεν θα ήταν Θεός τότε — θα ήταν κάτι άλλο. Δαίμονας θα ήταν.
Εμείς αυτοτιμωρούμαστε και τιμωρούμε ο ένας τον άλλον. Και στη συνέχεια οι άλλοι τιμωρούν εμάς. Καταλάβατε; Είναι μια διαδικασία όπου ανταλλάσσουμε τιμωρίες.
Και ο Θεός τι κάνει; Προσπαθεί να βγάλει καλό από εκεί μέσα. Και παρίσταται. Και όταν λυγίσεις από τη «δίκαιη» σου ποινή —που σου επιβάλλει ο άλλος, τον οποίο εσύ εξουθενώνεις— είναι κι Αυτός εκεί, δίπλα, και μαζεύει τα αίματα.
Το κάνει. Μαζεύει τα σπασμένα πιάτα. Το κάνει. Σκουπίζει.
Η καλύτερη εικόνα του Θεού που έχω δει ποτέ στον κινηματογράφο —και απορώ με τη θεολογική της ευστοχία— είναι σε εκείνο το φιλμ «Θεός για μια εβδομάδα». Όταν εμφανίζεται τελικά ο Θεός, τι δουλειά κάνει; Καθαριστής.
Σκουπίζει. Φοβερό. Σκουπίζει.
Τον συναντάει ο ήρωας —τον υποδύεται ο Μόργκαν Φρίμαν— και σκουπίζει, σκουπίζει, σκουπίζει. Συγκλονιστική εικόνα.
Αυτό κάνει ο Θεός. Σκουπίζει τα σπασμένα μας. Μια ζωή αυτό.
Και πας στον πνευματικό και του λες τα σπασμένα σου. Και συγχωρεί ο Θεός. Και ξανά αρχίζει η οικοδομή.
Και ξανά βγαίνεις έξω. Και κάνεις τα ίδια λάθη. Και βλέπεις τα ίδια αποτελέσματα. Και ξανά κάνεις τη ζημιά. Και ξανά παθαίνεις τη ζημιά.
Γι’ αυτό είναι ο καλύτερος ορισμός της άσκησης που έχω συναντήσει —σας το λέω.
Τον ξαναδιαβάζω, μήπως και τον απομνημονεύσετε:
Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.
Να στέκομαι ενώπιον του Θεού και να Τον αγαπώ.
Αυτό όμως δεν είναι αυτονόητο.
Το θέμα είναι πώς θα αποδεχθώ την τεράστια δωρεά της ζωής: του εαυτού μου, των άλλων. Όλη αυτή την ακατάληπτη ζωή που φαίνεται να μας προσφέρει ο Θεός μέσα από τις δωρεές της — τις οποίες πολλές φορές ούτε καν απολαμβάνουμε, γιατί μαλώνουμε μεταξύ μας.
Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι έφαγες το μεσημεριανό σου. Δεν είναι αυτονόητο ότι ζεις. Ότι απολαμβάνεις τόσα πράγματα. Ότι έχεις έναν άνθρωπο να πας να σταθείς δίπλα του. Ότι έχεις τα παιδιά σου που ακόμα σου μιλάνε. Ότι έχεις έναν τρόπο να συντηρήσεις τη ζωή σου.
Όλα αυτά είναι τρομερές δωρεές. Πολύ μεγάλες δωρεές.
Και όμως, άπειροι άνθρωποι δεν τις έχουν — και, σε έναν βαθμό, δεν τους αφήνουμε να τις έχουν, ενώ θα μπορούσαν.
Ξέρετε τι γίνεται: ο πλούσιος κόσμος απολαμβάνει και επιδεικνύει. Και κάθεται, σαν τον Σκρουτζ ΜακΝτακ, πάνω στο χρυσάφι του. Και ο άλλος κόσμος δίπλα υποφέρει.
Πώς θα αφομοιώσουμε λοιπόν αυτό το δώρο της ζωής; Πώς θα σταθούμε αντάξιοι αυτής της τόσο μεγάλης δωρεάς;
Και το άλλο ερώτημα: πώς θα οικειοποιηθούμε τον Θεό πλήρως;
Διότι αυτό είναι το ζήτημα — να Τον κάνεις δικό σου. Όχι απλώς να πεις: «Έφαγα καλά, πέρασα καλά και τώρα φεύγω».
Και φεύγεις… για πού;
Φάγαμε καλά, ήπιαμε καλά, περάσαμε καλά — αν τα καταφέραμε. Μερικοί τα καταφέρνουν. Δεν αρρωστήσαμε σοβαρά, η σύγχρονη ιατρική λίγο-πολύ αντιμετωπίζει τις ασθένειές μας… και ξαφνικά τι;
Ξαφνικά όλο αυτό το πανηγύρι τελειώνει.
Είναι πολύ υπέροχο για να τελειώσει.
Θέλει κανείς να τελειώσει; Θέλει κανείς να πεθάνει εδώ μέσα;
Όχι.
Παραδόξως, ενώ έχουμε τόσα βάσανα, δεν θέλουμε να πεθάνουμε. Τουλάχιστον —αν ήταν έτσι— θα θέλαμε όλοι να πεθάνουμε, να τελειώνουμε.
Να τελειώνει αυτή η ιστορία. Να εξαλειφθούμε, όπως λέει και ο βουδισμός.
Έχω πει πολλές φορές ότι, αν δεν είχα ανακαλύψει την Ορθοδοξία —γιατί ήμουν άθεος στα νιάτα μου— θα ήμουν βουδιστής.
Τα λεγόμενα πάντα είναι ένα ψέμα. Γιατί είναι ένα ψέμα; Αφού διαψεύδονται κάθε στιγμή από τον θάνατο.
Λέω στους φοιτητές μου καμιά φορά —είναι παιδιά είκοσι χρονών, γεμάτα ζωή— και γίνεται χαμός στην αίθουσα:
«Ποιος είναι σίγουρος ότι θα πάει στο σπίτι του σήμερα;»
Και με κοιτάνε τα καημένα. Νιώθουν να σφύζουν από ζωή, όπως είναι φυσικό στα είκοσι. Και δεν ξέρουν τι να την κάνουν αυτή τη ζωή. Δεν ξέρουν πού να τη βάλουν. Δεν ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν.
Ο σκοπός είναι να αποδώσει καρπούς αυτό. Αλλιώς είναι σκορπισμός.
Ο Θεός, λοιπόν, δεν θέλει να σκορπίσουμε. Δεν θέλει να διαχυθούμε στον αέρα. Αλλά ούτε κι εμείς το θέλουμε.
Το έχω πει και σε άλλες ομιλίες μου και το ξαναλέω, γιατί είναι πολύ ισχυρό αυτό που σας λέω: θέλουμε τα πάντα απόλυτα μέσα μας.
Παντρεύεσαι έναν άνθρωπο και θέλεις να σε αγαπάει απόλυτα. Δεν βρήκα ποτέ κανέναν —από τα άπειρα ζευγάρια που έχω συναντήσει— να μου πει: «Ξέρεις, εγώ θέλω να με δέρνει, να με μισεί και να με φτύνει. Και πότε-πότε να με αγαπάει και λίγο».
Όλοι θέλουν αγάπη. Καθαρή αγάπη. Απόλυτη αγάπη.
Απόλυτη γνώση. Θέλει κανείς άγνοια αναμεμειγμένη με γνώση; Όχι. Όλοι θέλουν καθαρή γνώση. Την αλήθεια.
Ποια αλήθεια; Πού είναι η αλήθεια;
Ελευθερία. Υπάρχει κανείς που λέει: «Αχ, τι ωραία να είχαμε καταπίεση, να μας εμποδίζουν, να μας δέρνουν, να μας παίρνουν ό,τι έχουμε»; Όχι. Όλοι θέλουν απόλυτη ελευθερία.
Απόλυτη γνώση. Απόλυτη αγάπη. Απόλυτη σοφία. Και τελικά, απόλυτη ζωή.
Τα έχει κανείς όλα αυτά από εμάς; Όχι.
Ποιος τα έχει; Κάποιος που είναι ταυτόχρονα μακριά μας και κοντά μας. Δηλαδή ποιος; Ο Θεός.
Αυτός τα έχει και μας ελκύει με αυτόν τον τρόπο. Μας λέει: «Ελάτε σε μένα να τα πάρετε. Να γίνετε κατά χάριν σοφοί. Εγώ τα έχω κατά φύσιν, εσείς να τα αποκτήσετε κατά χάριν, ως δωρεά. Να τα έχετε, να τα απολαμβάνετε και να τα μοιράζετε».
Γιατί, όταν τα έχεις, τα μοιράζεις κιόλας.
Γενικώς, να ξέρετε: μοιράζουμε αυτό που έχουμε. Αν έχεις κακία, κακία μοιράζεις. Αν έχεις σύγχυση, σύγχυση μοιράζεις. Αν έχεις αγάπη, αγάπη μοιράζεις.
Καταλάβατε;
Γίνεται αυτό που λέω εγώ «ανακύκλωση δανεικών»: ό,τι παίρνεις, δίνεις.
Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα είναι η ενοίκηση του απολύτου μέσα μας. Θα κατοικήσει ο Θεός μέσα μας ή όχι;
Αυτό είναι το ερώτημα.
Και γι’ αυτό γίνεται η σάρκωση. Προσπαθήστε να το καταλάβετε αυτό που σας λέω — δεν είναι αυτονόητο.
Για ποιον λόγο να γίνει η σάρκωση; Γιατί κάνει ο Θεός αυτόν τον μεγάλο «κόπο» να γίνει ένας από εμάς;
Αν ήταν μόνο θέμα συγχώρησης, θα μπορούσε —όπως λέει και το Κοράνι— να πει από μακριά: «Σας συγχωρώ όλους». Και τελείωσε.
Αλλά το Κοράνι δεν προβλέπει ενοίκηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Δεν υπάρχει σάρκωση.
Και —θα το πω τολμηρά— καλύτερα να μην μας συγχωρούσε, αλλά να γινόταν η σάρκωση.
Γιατί γίνεται η σάρκωση, πατέρες και αδελφοί;
Για έναν μόνο λόγο, λένε οι Πατέρες: για να μπει η Θεία Ζωή, το απόλυτο, το άκτιστο, μέσα στο κτιστό. Μέσα στο «μηδέν» που είμαστε.
Μέσα σε αυτή τη φθορά, σε αυτόν τον θάνατο που δεν θέλουμε.
Να μπει εκεί μέσα και να το οικειοποιηθεί, και να το αφθαρτοποιήσει κατά χάριν.
Να πάμε πέρα από τον θάνατο, πέρα από την κόλαση, πέρα από κάθε θάνατο. Πέρα από την άγνοια, το μίσος και όλα όσα είπα πριν.
Να πάμε πέρα — και να μπούμε στη ζωή του Θεού.
Να ζούμε όπως Εκείνος. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αν το ξέραμε, θα παίρναμε φωτιά.
Θα έπαιρναν φωτιά πρώτα οι παπάδες. Φωτιά θα έπαιρναν. Και θα έβγαιναν έξω και θα γίνονταν Απόστολοι.
Ξέρετε, η χειροτονία αυτό είναι: γίνεσαι Απόστολος. Είναι η αποστολική τάξη. Αλλά για να γίνει αυτό το πράγμα, δεν αρκεί να είναι κανείς ένας «πληρωμένος υπάλληλος», έστω κι αν φοράει ράσα. Γιατί τα φοράμε τα ράσα; Τα βγάζουμε κιόλας — είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι.
Είναι αφιέρωση αυτό. Αφιέρωση σε τι; Σε αυτό το μεγάλο σχέδιο του Θεού. Σε αυτή τη μεγάλη κλήση: να διακονήσεις την ενοίκηση του απολύτου μέσα στον άνθρωπο.
Αυτό δεν γίνεται με φαντασίες και λόγια. Γίνεται πώς; Με τα μυστήρια.
Ποια μυστήρια; Το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία Ευχαριστία.
Προσέξτε: τα μυστήρια αυτά τα ονομάζουν οι Πατέρες «μυστήρια ενσωματώσεως». Είναι ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνομαι στη θεία ζωή. Μπαίνει η θεία ζωή μέσα μου και γίνομαι μέλος του Χριστού.
Κομμάτι της θεωμένης ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Αυτό γίνομαι.
Γίνομαι όπως είναι ο Χριστός ως άνθρωπος. Ό,τι δωρεές έχει — γιατί η ανθρώπινη φύση του Χριστού μετέχει πλήρως στη θεία φύση. Όλη η θεία φύση, όλη η ανθρώπινη φύση, η μία μέσα στην άλλη — χωρίς σύγχυση, αλλά σε απόλυτη κοινωνία.
Είναι άνθρωπος ο Χριστός, σαν κι εμάς. Και όμως έχει όλη τη θεότητα σε καθετί που κάνει. Αυτό είναι το φοβερό.
Και αυτή τη δυνατότητα τη δίνει και σε εμάς: να τα κάνουμε όλα με τρόπο θεοπρεπή. Να γίνουμε «θεοί επί γης».
Όπως ήταν αυτοί οι Άγιοι που σας ανέφερα προηγουμένως — και που γνωρίσαμε. Και εγώ ο ίδιος το λέω — και το έχω πει πάρα πολλές φορές: από τελείως άθεος που ήμουν, έχοντας αποκλείσει κάθε πιθανότητα να σχετιστώ με τον Χριστιανισμό, όταν βρέθηκα μπροστά στον Άγιο Πορφύριο, κατέρρευσε όλο αυτό.
Γιατί; Γιατί είδα τον Θεό. Ήταν εκεί. Παρουσία Θεού. Χριστός κατά χάριν.
Αυτό ήταν ο Πορφύριος. Και ο Παΐσιος. Και όλοι αυτοί.
Και τώρα, μετά από δεκαετίες που διδάσκω Χριστολογία και τα σχετικά στα πανεπιστήμια, ξέρω για τι πράγμα μιλάω. Με ακρίβεια. Γιατί το γνώρισα. Το διαπίστωσα. Το άγγιξα.
Το ξέρω όπως ξέρω ότι αυτό εδώ είναι ένα ποτήρι με νερό. Δεν έχω καμία αμφιβολία.
Γίνεται λοιπόν αυτό — το ξαναλέω — με τα μυστήρια.
Καταρχήν με το βάπτισμα.
Τι είναι το βάπτισμα; Δεν έχουμε χρόνο να τα πούμε όλα όπως πρέπει. Αλλά, με δυο λόγια: το βάπτισμα είναι μυστήριο υιοθεσίας.
Βαπτίζεται κανείς στον τρόπο του Χριστού, στη ζωή και στον θάνατό Του. Μπαίνεις στο βάθος του θανάτου και βγαίνεις καινούριος άνθρωπος.
Είναι μια πρώτη, αόριστη αλλά πραγματική εμπειρία πατρότητας — τρυφερή, γεμάτη πρόνοια — που σου απευθύνεται.
Με αναλαμβάνει ο Χριστός στην ανθρώπινη φύση Του. Γίνομαι ξαφνικά , από ένα ανώτερο θηλαστικό, παιδί του Θεού.
Παίρνεις και όνομα. Σε καλεί κατ’ όνομα.
Σε βαπτίζει μέσα στην ανθρώπινη φύση Του. Πώς να το πω; Αυτό είναι το γεγονός.
Γίνεσαι πραγματικά αδελφός Του. Σαν κι Εκείνον.
Και ξαφνικά σε βλέπει ο Θεός όπως βλέπει Εκείνον.
Εκείνος είναι ο Υιός κατά φύσιν. Εσύ τι είσαι; Αδελφός του Υιού. Δηλαδή μέλος της ίδιας οικογένειας.
Υιοθεσία.
Ξεχάστε όλα τα άλλα περί «προπατορικού αμαρτήματος», τα καταλαβαίνουμε νομικά. Αυτά είναι δευτερεύοντα — και πολλές φορές τα εκνομικεύουμε.
Δεν είναι το βάπτισμα μια «νομική πράξη» που απλώς συγχωρεί. Ο Θεός θα μπορούσε να συγχωρήσει και χωρίς βάπτισμα.
Το βάπτισμα είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι η χάρη με την οποία ένα ανθρώπινο πλασματάκι γίνεται μέλος της οικογένειας του Θεού.
Μέλος της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.
Κάθε μέλος του Χριστού είναι και ένα χάρισμα. Μια ενέργεια.
Μπαίνεις, λοιπόν, στη θέση ενός μέλους του σώματος του Χριστού. Μπαίνεις —ας πούμε— στα χέρια Του.
Μπαίνεις στα πόδια. Μπαίνεις — γι’ αυτό και το βάπτισμα συνοδεύεται πάντα με το χρίσμα. Το ανάλογο χάρισμα, δηλαδή.
Άλλος μπαίνει στα μάτια. Άλλος — εγώ φοβάμαι ότι έχω μπει στο στόμα. Λοιπόν, άλλος μπαίνει στα εντόσθια.
Που είναι η νοερά ησυχία, η προσευχή. Η βαθιά αυτή, η βαθιά θεωρία.
Άλλος μπαίνει στα γεννητικά όργανα, λέει ο Άγιος Μάξιμος. Γεννάει νέα παιδιά. Άλλος μπαίνει στα πόδια.
Άλλος μπαίνει στα χέρια. Άλλος κουβαλάει. Γίνεται ένα νέο σώμα και ο καθένας από εμάς μπαίνει σε ένα κομμάτι του.
Άλλος στα μάτια. Άλλος στα αυτιά. Άλλος στα αυτά.
Που είναι όλα αυτά άκτιστες ενέργειες, ξεχωριστές. Γι’ αυτό το βάπτισμα —σας είπα—, η υιοθεσία, συνοδεύεται με το χρίσμα, το χάρισμα. Το μέρος στο οποίο μπαίνεις.
Και αποκτάς μια δεύτερη ζωή, παράλληλη με τη βιολογική ζωή. Που δεν είναι απλώς η βιολογική ζωή πια. Είναι η ζωή εν Αγίω Πνεύματι.
Διότι όλα αυτά που ενεργεί ο Χριστός με το βάπτισμα και το χρίσμα γίνονται εν Αγίω Πνεύματι. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που σου ανοίγει αυτόν τον δρόμο. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που σου παρέχει όλη αυτή τη νέα δυνατότητα.
Όλοι εσείς εδώ είστε χαρισματούχοι. Όλοι, χωρίς εξαίρεση. Κρατήστε το αυτό.
Γιατί το χάρισμα αυτό υπάρχει. Και εγώ ήμουν χαρισματούχος όταν ήμουν άθεος. Δεν το ήξερα όμως ότι υπήρχε.
Πρέπει να υπάρξει στροφή — πραγματική στροφή — για να φανεί η χάρη.
Γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι πάρα πολύ λεπτό, πάρα πολύ ευγενικό, πάρα πολύ τίμιο και πάρα πολύ ελεύθερο. Και δεν εκβιάζει κανέναν μας.
Συνεχίζεται
ΔΙΑΛΕΞΤΕ!!!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου