Συνέχεια από Πέμπτη 23. Απριλίου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 3
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
II.
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ
3. Τα ειδικά προβλήματα του Organon
.......Για ποιο λόγο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει λύσεις ακόμη και βαθιά διαφορετικές μεταξύ τους, χωρίς να φαίνεται να θεωρεί αυτή την επιλογή προβληματική και προχωρώντας σχεδόν σαν να μην την αντιλαμβάνεται; Πρόκειται πράγματι για κάτι που εμείς θεωρούμε απαράδεκτο· βρισκόμαστε, επομένως, ενώπιον ενός από εκείνα τα «φαινομενικά παράδοξα» που, όπως διδάσκει ο Thomas Kuhn, ανοίγουν τον δρόμο για μια αυθεντική κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες αιτίες για τις οποίες, σε ένα πλαίσιο, ο Αριστοτέλης προτείνει μια λύση και σε ένα άλλο πλαίσιο μια διαφορετική, ακόμη και ριζικά διαφορετική;.......
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
II.
Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΟΥ
3. Τα ειδικά προβλήματα του Organon
.......Για ποιο λόγο ο Αριστοτέλης παρουσιάζει λύσεις ακόμη και βαθιά διαφορετικές μεταξύ τους, χωρίς να φαίνεται να θεωρεί αυτή την επιλογή προβληματική και προχωρώντας σχεδόν σαν να μην την αντιλαμβάνεται; Πρόκειται πράγματι για κάτι που εμείς θεωρούμε απαράδεκτο· βρισκόμαστε, επομένως, ενώπιον ενός από εκείνα τα «φαινομενικά παράδοξα» που, όπως διδάσκει ο Thomas Kuhn, ανοίγουν τον δρόμο για μια αυθεντική κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη.
Ποιες είναι οι συγκεκριμένες αιτίες για τις οποίες, σε ένα πλαίσιο, ο Αριστοτέλης προτείνει μια λύση και σε ένα άλλο πλαίσιο μια διαφορετική, ακόμη και ριζικά διαφορετική;.......
Σε σχέση με τα προβλήματα που επισημάναμε παραπάνω, το Organon κατέχει ασφαλώς μια ιδιαίτερη πρωτοκαθεδρία. Όπως είναι γνωστό, υπό αυτόν τον τίτλο περιλαμβάνεται μια σειρά από έργα εξαιρετικά διαφορετικά μεταξύ τους, όπως για παράδειγμα οι Κατηγορίες και τα Αναλυτικά, και επίσης αρκετά ιδιόμορφα σε σχέση με τα άλλα αριστοτελικά έργα. Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει, λοιπόν, είναι αυτό της ενότητας που μπορεί να έχει αυτό το σύνολο.
Θα μπορούσε κανείς, σε πρώτη προσέγγιση, να υποστηρίξει τη θέση ότι, καθαυτήν, δεν πρόκειται καθόλου για μια ιδιαίτερη περίπτωση και ότι επομένως δεν χρειάζεται να δοθεί υπερβολική έμφαση στο πρόβλημα. Πράγματι, όπως είδαμε, στις συλλογές, όπως και στις ακολουθίες έργων και στις επιμέρους πραγματείες του αριστοτελικού Corpus, υπάρχει μια ιδιαίτερη διαπλοκή μεταξύ θεματικής συναρμολόγησης και οργανωμένης δομής, η οποία μερικές φορές μπορεί να αποδοθεί και στον ίδιο τον Σταγειρίτη. Όμως το πρόβλημα προκύπτει ακριβώς εδώ: ενώ για πολλά κείμενα, όπως η Μεταφυσική, ή για ορισμένες συλλογές έργων, όπως τα φυσικά συγγράμματα, φαίνεται δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο επιμελητής —ίσως ο «γνωστός» Ανδρόνικος— ερμήνευσε σωστά το νόημα της διδασκαλίας του Σταγειρίτη, σε άλλες περιπτώσεις το ζήτημα αποδεικνύεται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο: «υπάρχουν ορισμένα παραδείγματα εμφανών παρεμβάσεων του Ανδρόνικου, όπως η ομαδοποίηση των λογικών έργων στη συλλογή που τιτλοφορείται Organon, ή η σύνδεση της Ρητορικής και της Ποιητικής με τις ηθικο-πολιτικές πραγματείες. Και οι δύο αυτές παρεμβάσεις αναπαράγονται πιστά στη σημερινή κατάσταση του Corpus, αλλά είναι αμφίβολο αν αντανακλούν τη σκέψη του Αριστοτέλη».
Φαίνεται λοιπόν σημαντικό να υπογραμμιστούν δύο πράγματα:
Τα έργα του Organon, όπως θα δούμε αμέσως, παρουσιάζουν ορισμένες ανωμαλίες που μας εμποδίζουν να αποδεχθούμε άνευ όρων την οργάνωση αυτού του συνόλου. Αυτό επιβάλλει μια σύνθετη εξέταση του νοήματος αυτής της διάταξης, δηλαδή της φύσης και της δομής των επιμέρους έργων, της επιλογής αυτής της σειράς, καθώς και της συνοχής και λειτουργικότητάς της.
Η σύγκριση με τη Ρητορική αξίζει ιδιαίτερη προσοχή· έχουμε ήδη δει τον Jaeger να τονίζει ότι ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε, τόσο στη λογική όσο και στη ρητορική του σκέψη, την ίδια ανάγκη να εντοπίσει συγκεκριμένους τυπικούς κανόνες που καθοδηγούν τη χρήση αυτών των «τεχνών». Τώρα επισημαίνεται ότι ο «Ανδρόνικος» φαίνεται να αντιμετώπισε ιδιαίτερη δυσκολία τόσο με την ομάδα των λογικών έργων όσο και με εκείνη των ρητορικών, προβαίνοντας σε μια επιλογή που, αν και δικαιολογημένη, δεν στερείται προβληματικότητας.
Η ανάλυση των κειμένων θα δείξει ότι αυτοί οι παραλληλισμοί δεν είναι καθόλου τυχαίοι, αλλά κρύβουν ένα βαθύτερο ζήτημα.
4. Η ιδιαίτερη φύση της λογικής στην αρχική της φάση
Αν εξετάσουμε το Corpus, πρέπει να πούμε ότι ο Αριστοτέλης έχει γράψει πολλά για τη «λογική». Η συλλογή που γνωρίζουμε με το όνομα Organon περιλαμβάνει διάφορα έργα: Κατηγορίες, Περὶ ἑρμηνείας, Αναλυτικά Πρότερα και Αναλυτικά Ύστερα, Τοπικά και Σοφιστικοὶ Ἔλεγχοι (τα οποία, κατά ορισμένους, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως το τελευταίο βιβλίο των Τοπικών). Το πρόβλημα, όμως, προκύπτει ακριβώς εδώ: ο όρος αναφοράς «λογική» δεν υπάρχει σε αυτά τα κείμενα, τα οποία, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν τη γέννησή της! Πράγματι, ο Αριστοτέλης δεν τον χρησιμοποιεί ποτέ· «χρησιμοποιεί μόνο το επίθετο λογικός και το επίρρημα λογικῶς με τη σημασία του “γενικού, αφηρημένου συλλογισμού”, σε αντιδιαστολή προς το φυσικῶς, δηλαδή “συλλογισμό που βασίζεται στις ειδικές αρχές μιας επιστήμης” (Φυσ. 204b4-10, Ηθ. Νικ. 1147a24)»20.
Ακόμη περισσότερο, υπάρχει μια θεμελιώδης αμφισημία. Ο όρος προέρχεται από το λόγος, το οποίο καλύπτει ένα εξαιρετικά ευρύ σημασιολογικό πεδίο, καθώς περιλαμβάνει τόσο τη λέξη, όσο και τον λόγο, αλλά και τη σκέψη. Υπό αυτή την έννοια, η χρήση του επιθέτου είναι σχεδόν ασαφής, διότι απλώς δηλώνει ότι αυτό που εξετάζεται είναι συγγενές ή συναφές με εκείνη τη σφαίρα, δηλαδή με κάποια από τις πολλαπλές σημασίες του λόγου.
Αντί του όρου «λογική», ο οποίος καθίσταται συνήθης πολύ αργότερα, ο Σταγειρίτης προτιμά να χρησιμοποιεί τον όρο «ἀναλυτική»: «Η ἀναλυτική (από το ελληνικό ἀνάλυσις, που σημαίνει διάλυση, ανάλυση) εξηγεί τη μέθοδο με την οποία, ξεκινώντας από ένα δεδομένο συμπέρασμα, το αναλύουμε στα στοιχεία από τα οποία προέρχεται, δηλαδή στις προκείμενες από τις οποίες προκύπτει και έτσι το θεμελιώνουμε και το δικαιολογούμε» (Reale, Introduzione…, σ. 142).
Σε αυτό το πρώτο πρόβλημα, που επιβεβαιώνει τις ελλείψεις και τις «ακρίβειες» που χαρακτηρίζουν κάθε επιστήμη στην αρχική της φάση, προστίθενται και οι περιορισμοί που επιβάλλει, όπως συμβαίνει πάντοτε, το αριστοτελικό «σύστημα». Ο πρώτος είναι ότι ο Αριστοτέλης δεν θεωρεί τη λογική ως επιστήμη. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή αυτός ο φιλοσοφικός τομέας δεν διαθέτει αυστηρότητα, μεθοδολογία και δικό του αντικείμενο· αντιθέτως, όλα αυτά υπάρχουν: το αντικείμενό της είναι η ανθρώπινη σκέψη, άρα ασχολείται με τις αποδείξεις που οδηγούν στην αλήθεια, την οποία ο Αριστοτέλης θεωρεί ως μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις σημασίες του όντος (Μεταφυσική, Ε 2-4)21. Εκείνο που εμποδίζει τον Σταγειρίτη να την κατατάξει στις επιστήμες είναι ότι δεν μπορεί να ενταχθεί στην τριμερή διάκριση με την οποία οργανώνει τις επιστήμες. Η λογική δεν αφορά την παραγωγή κάποιου πράγματος (δεν είναι ποιητική), ούτε την ανθρώπινη πράξη (δεν είναι πρακτική), ούτε τη γνώση της πραγματικότητας (δεν είναι θεωρητική), αλλά διερευνά ποια μορφή πρέπει να έχει η σκέψη ώστε να είναι έγκυρη. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί μια προκαταρκτική μελέτη, δηλαδή μια γενική προπαιδεία για όλες τις επιστήμες.
Επομένως, ο όρος «organon», που σημαίνει «όργανο», και εισήχθη από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα για να δηλώσει τη λογική στο σύνολό της (και από τον 6ο αιώνα μ.Χ. χρησιμοποιείται ως τίτλος για το σύνολο των αριστοτελικών έργων που αφορούν τη λογική), αποδίδει καλά την έννοια και τον σκοπό της αριστοτελικής λογικής, η οποία επιδιώκει να προσφέρει τα αναγκαία νοητικά εργαλεία για κάθε είδους έρευνα»22. Πράγματι, το organon προέρχεται από το ἔργον («έργο»), και έτσι υπογραμμίζει τη λειτουργία της λογικής ως μέσου, ως εργαλείου.
Αν όμως πρόκειται για ένα εργαλείο, καθίσταται αναγκαίο να καθοριστεί με ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής του. Η αριστοτελική λογική εξετάζει τη μορφή που πρέπει να έχει κάθε είδους λόγος ο οποίος αξιώνει να είναι αποδεικτικός· μια έννοια ευρύτερη από το απλό «να αποδείξει κάτι», καθώς αφορά κάθε μορφή έρευνας που διεκδικεί να είναι «ορθολογική». Υπάρχουν τομείς, όπως ο ηθικός και γενικότερα εκείνοι της εμπειρικής διάστασης, στους οποίους δεν είναι εύκολο να «αποδειχθεί» κάτι· αυτό όμως δεν συνεπάγεται καθόλου για τον Σταγειρίτη την εγκατάλειψη του συλλογισμού. Επομένως, αυτή η μελέτη, που ερευνά τους τρόπους με τους οποίους προχωρά η ανθρώπινη σκέψη, δηλαδή ποια είναι τα στοιχεία του συλλογισμού, εξετάζει τόσο τις αποδείξεις (για τους τομείς όπου είναι δυνατή η επιστήμη) όσο και τα ορθότερα και περισσότερο αποδεκτά επιχειρήματα (για τους άλλους τομείς). Πράγματι, ήδη στα Αναλυτικά Πρότερα συναντούμε τη διατύπωση «λόγοι τε καὶ σκέψεις» (logoi te kai skepseis) για να δηλωθούν οι δύο διακριτοί τομείς της διαλεκτικής συζήτησης και της επιστημονικής έρευνας.
Η λογική αποτελεί, λοιπόν, μια προκαταρκτική μελέτη, αλλά με ισχυρή έννοια, δηλαδή καθοριστική. Διότι ο προσδιορισμός των κανόνων που διέπουν την αληθή ή ορθή σκέψη συνεπάγεται την ανακάλυψη μιας τάξης που καθίσταται δεσμευτική, τουλάχιστον επειδή περιλαμβάνει και τον εντοπισμό των εσφαλμένων διαδικασιών που πρέπει να αναγνωριστούν και να απορριφθούν (το Organon προβλέπει πράγματι αυτό στο έργο Σοφιστικοὶ Ἔλεγχοι). Ο Αριστοτέλης, ακριβώς επειδή ενδιαφέρεται για την τάξη της σκέψης και για τη νίκη επί του σφάλματος, έχει το μεγάλο επίτευγμα ότι εντόπισε τον κατεξοχήν ισχυρό συλλογισμό, τον συλλογισμό (syllogismos), δηλαδή το επιχείρημα που οδηγεί σε «λογικά» αναγκαία συμπεράσματα. Υπό αυτό το πρίσμα κατανοείται και η επιλογή του όρου «ἀναλυτική» για να δηλωθεί ο πυρήνας αυτού του πεδίου μελέτης. Πράγματι, ο όρος προέρχεται από την ἀνάλυσις, που σημαίνει διάλυση, αποσύνθεση: αυτό που επιχειρεί ο Αριστοτέλης είναι να αναλύσει έναν συλλογισμό ώστε να συλλάβει τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται και τις σχέσεις που τα συνδέουν, προκειμένου να προσδιορίσει ποιες είναι οι προκείμενες από τις οποίες προκύπτει το συμπέρασμα και οι οποίες, εφόσον η διαδικασία είναι ορθή, το θεμελιώνουν.
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να φανεί ότι, παρά ταύτα, το Organon στο σύνολό του μπορεί να ενταχθεί χωρίς περαιτέρω προβλήματα στο πλαίσιο της ιστορίας της λογικής, καθώς εγκαινιάζει τη μελέτη των αρχών εγκυρότητας του συλλογισμού και των ορθών διαδικασιών. Αυτό θα μπορούσε πράγματι να ισχύει, αλλά υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, όπως θα δούμε εξετάζοντας τα επιμέρους έργα, στα κείμενα αυτά υπάρχουν στοιχεία που ένας σύγχρονος λογικός όχι μόνο δεν μπορεί να αποδεχθεί, αλλά ούτε καν να κατανοήσει πλήρως, και τα οποία θεωρεί ούτως ή άλλως «ξένα» προς τα δικά του ειδικά ενδιαφέροντα. Δεύτερον, λόγω ακριβώς της «αρχικής φάσης» τους, απουσιάζουν όλες εκείνες οι διακρίσεις που η μεταγενέστερη σκέψη θα διαμορφώσει σταδιακά.
Πράγματι, η αριστοτελική ανάλυση είναι συγχρόνως λογική και γλωσσική και, κυρίως, δεν αποκόπτεται ποτέ από την οντολογική διάσταση και την πραγματικότητα. Θα δούμε καλύτερα τη συνύπαρξη αυτών των τριών πεδίων στα επιμέρους κείμενα, ξεκινώντας από τις Κατηγορίες· εδώ περιοριζόμαστε να προαναγγείλουμε ότι, στην αρχή του Περὶ ἑρμηνείας (1, 16a3-8), ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ήχοι και τα γράμματα είναι σύμβολα των νοημάτων· έπειτα, στους Σοφιστικοὺς Ἐλέγχους (I 1, 165a6-17), υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούμε τα ονόματα ως σύμβολα των πραγμάτων, τα οποία δεν μπορούμε να καταστήσουμε άμεσα αντικείμενο της πραγματείας μας, διότι είμαστε βέβαιοι ότι ό,τι ισχύει για τα ονόματα ισχύει και για τα πράγματα. Ωστόσο, επισημαίνει αμέσως και μια καθοριστική διαφορά: τα ονόματα και οι λόγοι είναι πεπερασμένα σε αριθμό, ενώ τα πράγματα είναι άπειρα· συνεπώς, ένας λόγος και ένα όνομα σημαίνουν πάντοτε περισσότερα από ένα πράγματα. Αυτή η πεποίθηση για την εγγενή αδυναμία των ονομάτων και των λόγων, την οποία ασφαλώς κληρονόμησε από την Ακαδημία, αποτελεί πιθανότατα μία από τις κινητήριες δυνάμεις της «λογικής» μελέτης του Σταγειρίτη.
Σημειώσεις:
18 Συνήθως διαιρούμε την πνευματική ζωή του Αριστοτέλη σε τρεις περιόδους: εκείνη της Ακαδημίας στην Αθήνα (367–347 π.Χ.), εκείνη των ταξιδιών στην Άσσο, στη Λέσβο και στη Μακεδονία (347–334 π.Χ.), και εκείνη του Λυκείου (334–322 π.Χ.). Σε αυτή τη διαίρεση πρέπει να μας εντυπωσιάσει η αναλογία μεταξύ των μερών: από τα 45 χρόνια, τα 20 περνούν στην Ακαδημία, τα 13 σε τόπους και με δραστηριότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, και μόνο τα 12 στο Λύκειό του. Επιπλέον, αυτές οι συνθήκες εξηγούν πλήρως τη διαστρωμάτωση αυτών των εργασιακών υλικών καθώς και τις διαφορετικές έμφασεις που συναντούμε στα διάφορα κείμενα.
19 Berti, Dalla dialettica…, σσ. 140–141.
20 C. Natali, Aristotele, Carocci Editore, Milano 2014, σ. 39.
21 Προς επιβεβαίωση, σε μία περίπτωση ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «αναλυτική επιστήμη», analytikēs epistēmēs (Ρητορική, Α 4, 1359b10).
22 Reale, Introduzione…, σ. 141.
23 Για την αδυναμία των ονομάτων και των λόγων στον Πλάτωνα, βλ. M. Migliori, Il disordine ordinato. La filosofia dialettica di Platone, 2 τόμοι: Ι. Dialettica, metafisica e cosmologia· ΙΙ. Dall’anima alla prassi etica e politica, Morcelliana, Brescia 2013, σσ. 278–284. Δεν φαίνονται λοιπόν ορθές διατυπώσεις όπως εκείνη του P. Aubenque, Aristote et le langage, «Annales de la Faculté des lettres et sciences humaines d’Aix», 43 (1967), σσ. 85–105, ιδίως σ. 23: «Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος στοχαστής που υποβάλλει τον λόγο σε έρευνα, που θέτει τη γλώσσα ως αντικείμενο μελέτης».
Θα μπορούσε κανείς, σε πρώτη προσέγγιση, να υποστηρίξει τη θέση ότι, καθαυτήν, δεν πρόκειται καθόλου για μια ιδιαίτερη περίπτωση και ότι επομένως δεν χρειάζεται να δοθεί υπερβολική έμφαση στο πρόβλημα. Πράγματι, όπως είδαμε, στις συλλογές, όπως και στις ακολουθίες έργων και στις επιμέρους πραγματείες του αριστοτελικού Corpus, υπάρχει μια ιδιαίτερη διαπλοκή μεταξύ θεματικής συναρμολόγησης και οργανωμένης δομής, η οποία μερικές φορές μπορεί να αποδοθεί και στον ίδιο τον Σταγειρίτη. Όμως το πρόβλημα προκύπτει ακριβώς εδώ: ενώ για πολλά κείμενα, όπως η Μεταφυσική, ή για ορισμένες συλλογές έργων, όπως τα φυσικά συγγράμματα, φαίνεται δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο επιμελητής —ίσως ο «γνωστός» Ανδρόνικος— ερμήνευσε σωστά το νόημα της διδασκαλίας του Σταγειρίτη, σε άλλες περιπτώσεις το ζήτημα αποδεικνύεται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο: «υπάρχουν ορισμένα παραδείγματα εμφανών παρεμβάσεων του Ανδρόνικου, όπως η ομαδοποίηση των λογικών έργων στη συλλογή που τιτλοφορείται Organon, ή η σύνδεση της Ρητορικής και της Ποιητικής με τις ηθικο-πολιτικές πραγματείες. Και οι δύο αυτές παρεμβάσεις αναπαράγονται πιστά στη σημερινή κατάσταση του Corpus, αλλά είναι αμφίβολο αν αντανακλούν τη σκέψη του Αριστοτέλη».
Φαίνεται λοιπόν σημαντικό να υπογραμμιστούν δύο πράγματα:
Τα έργα του Organon, όπως θα δούμε αμέσως, παρουσιάζουν ορισμένες ανωμαλίες που μας εμποδίζουν να αποδεχθούμε άνευ όρων την οργάνωση αυτού του συνόλου. Αυτό επιβάλλει μια σύνθετη εξέταση του νοήματος αυτής της διάταξης, δηλαδή της φύσης και της δομής των επιμέρους έργων, της επιλογής αυτής της σειράς, καθώς και της συνοχής και λειτουργικότητάς της.
Η σύγκριση με τη Ρητορική αξίζει ιδιαίτερη προσοχή· έχουμε ήδη δει τον Jaeger να τονίζει ότι ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε, τόσο στη λογική όσο και στη ρητορική του σκέψη, την ίδια ανάγκη να εντοπίσει συγκεκριμένους τυπικούς κανόνες που καθοδηγούν τη χρήση αυτών των «τεχνών». Τώρα επισημαίνεται ότι ο «Ανδρόνικος» φαίνεται να αντιμετώπισε ιδιαίτερη δυσκολία τόσο με την ομάδα των λογικών έργων όσο και με εκείνη των ρητορικών, προβαίνοντας σε μια επιλογή που, αν και δικαιολογημένη, δεν στερείται προβληματικότητας.
Η ανάλυση των κειμένων θα δείξει ότι αυτοί οι παραλληλισμοί δεν είναι καθόλου τυχαίοι, αλλά κρύβουν ένα βαθύτερο ζήτημα.
4. Η ιδιαίτερη φύση της λογικής στην αρχική της φάση
Αν εξετάσουμε το Corpus, πρέπει να πούμε ότι ο Αριστοτέλης έχει γράψει πολλά για τη «λογική». Η συλλογή που γνωρίζουμε με το όνομα Organon περιλαμβάνει διάφορα έργα: Κατηγορίες, Περὶ ἑρμηνείας, Αναλυτικά Πρότερα και Αναλυτικά Ύστερα, Τοπικά και Σοφιστικοὶ Ἔλεγχοι (τα οποία, κατά ορισμένους, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως το τελευταίο βιβλίο των Τοπικών). Το πρόβλημα, όμως, προκύπτει ακριβώς εδώ: ο όρος αναφοράς «λογική» δεν υπάρχει σε αυτά τα κείμενα, τα οποία, κατά κάποιον τρόπο, αποτελούν τη γέννησή της! Πράγματι, ο Αριστοτέλης δεν τον χρησιμοποιεί ποτέ· «χρησιμοποιεί μόνο το επίθετο λογικός και το επίρρημα λογικῶς με τη σημασία του “γενικού, αφηρημένου συλλογισμού”, σε αντιδιαστολή προς το φυσικῶς, δηλαδή “συλλογισμό που βασίζεται στις ειδικές αρχές μιας επιστήμης” (Φυσ. 204b4-10, Ηθ. Νικ. 1147a24)»20.
Ακόμη περισσότερο, υπάρχει μια θεμελιώδης αμφισημία. Ο όρος προέρχεται από το λόγος, το οποίο καλύπτει ένα εξαιρετικά ευρύ σημασιολογικό πεδίο, καθώς περιλαμβάνει τόσο τη λέξη, όσο και τον λόγο, αλλά και τη σκέψη. Υπό αυτή την έννοια, η χρήση του επιθέτου είναι σχεδόν ασαφής, διότι απλώς δηλώνει ότι αυτό που εξετάζεται είναι συγγενές ή συναφές με εκείνη τη σφαίρα, δηλαδή με κάποια από τις πολλαπλές σημασίες του λόγου.
Αντί του όρου «λογική», ο οποίος καθίσταται συνήθης πολύ αργότερα, ο Σταγειρίτης προτιμά να χρησιμοποιεί τον όρο «ἀναλυτική»: «Η ἀναλυτική (από το ελληνικό ἀνάλυσις, που σημαίνει διάλυση, ανάλυση) εξηγεί τη μέθοδο με την οποία, ξεκινώντας από ένα δεδομένο συμπέρασμα, το αναλύουμε στα στοιχεία από τα οποία προέρχεται, δηλαδή στις προκείμενες από τις οποίες προκύπτει και έτσι το θεμελιώνουμε και το δικαιολογούμε» (Reale, Introduzione…, σ. 142).
Σε αυτό το πρώτο πρόβλημα, που επιβεβαιώνει τις ελλείψεις και τις «ακρίβειες» που χαρακτηρίζουν κάθε επιστήμη στην αρχική της φάση, προστίθενται και οι περιορισμοί που επιβάλλει, όπως συμβαίνει πάντοτε, το αριστοτελικό «σύστημα». Ο πρώτος είναι ότι ο Αριστοτέλης δεν θεωρεί τη λογική ως επιστήμη. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή αυτός ο φιλοσοφικός τομέας δεν διαθέτει αυστηρότητα, μεθοδολογία και δικό του αντικείμενο· αντιθέτως, όλα αυτά υπάρχουν: το αντικείμενό της είναι η ανθρώπινη σκέψη, άρα ασχολείται με τις αποδείξεις που οδηγούν στην αλήθεια, την οποία ο Αριστοτέλης θεωρεί ως μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις σημασίες του όντος (Μεταφυσική, Ε 2-4)21. Εκείνο που εμποδίζει τον Σταγειρίτη να την κατατάξει στις επιστήμες είναι ότι δεν μπορεί να ενταχθεί στην τριμερή διάκριση με την οποία οργανώνει τις επιστήμες. Η λογική δεν αφορά την παραγωγή κάποιου πράγματος (δεν είναι ποιητική), ούτε την ανθρώπινη πράξη (δεν είναι πρακτική), ούτε τη γνώση της πραγματικότητας (δεν είναι θεωρητική), αλλά διερευνά ποια μορφή πρέπει να έχει η σκέψη ώστε να είναι έγκυρη. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί μια προκαταρκτική μελέτη, δηλαδή μια γενική προπαιδεία για όλες τις επιστήμες.
Επομένως, ο όρος «organon», που σημαίνει «όργανο», και εισήχθη από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα για να δηλώσει τη λογική στο σύνολό της (και από τον 6ο αιώνα μ.Χ. χρησιμοποιείται ως τίτλος για το σύνολο των αριστοτελικών έργων που αφορούν τη λογική), αποδίδει καλά την έννοια και τον σκοπό της αριστοτελικής λογικής, η οποία επιδιώκει να προσφέρει τα αναγκαία νοητικά εργαλεία για κάθε είδους έρευνα»22. Πράγματι, το organon προέρχεται από το ἔργον («έργο»), και έτσι υπογραμμίζει τη λειτουργία της λογικής ως μέσου, ως εργαλείου.
Αν όμως πρόκειται για ένα εργαλείο, καθίσταται αναγκαίο να καθοριστεί με ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής του. Η αριστοτελική λογική εξετάζει τη μορφή που πρέπει να έχει κάθε είδους λόγος ο οποίος αξιώνει να είναι αποδεικτικός· μια έννοια ευρύτερη από το απλό «να αποδείξει κάτι», καθώς αφορά κάθε μορφή έρευνας που διεκδικεί να είναι «ορθολογική». Υπάρχουν τομείς, όπως ο ηθικός και γενικότερα εκείνοι της εμπειρικής διάστασης, στους οποίους δεν είναι εύκολο να «αποδειχθεί» κάτι· αυτό όμως δεν συνεπάγεται καθόλου για τον Σταγειρίτη την εγκατάλειψη του συλλογισμού. Επομένως, αυτή η μελέτη, που ερευνά τους τρόπους με τους οποίους προχωρά η ανθρώπινη σκέψη, δηλαδή ποια είναι τα στοιχεία του συλλογισμού, εξετάζει τόσο τις αποδείξεις (για τους τομείς όπου είναι δυνατή η επιστήμη) όσο και τα ορθότερα και περισσότερο αποδεκτά επιχειρήματα (για τους άλλους τομείς). Πράγματι, ήδη στα Αναλυτικά Πρότερα συναντούμε τη διατύπωση «λόγοι τε καὶ σκέψεις» (logoi te kai skepseis) για να δηλωθούν οι δύο διακριτοί τομείς της διαλεκτικής συζήτησης και της επιστημονικής έρευνας.
Η λογική αποτελεί, λοιπόν, μια προκαταρκτική μελέτη, αλλά με ισχυρή έννοια, δηλαδή καθοριστική. Διότι ο προσδιορισμός των κανόνων που διέπουν την αληθή ή ορθή σκέψη συνεπάγεται την ανακάλυψη μιας τάξης που καθίσταται δεσμευτική, τουλάχιστον επειδή περιλαμβάνει και τον εντοπισμό των εσφαλμένων διαδικασιών που πρέπει να αναγνωριστούν και να απορριφθούν (το Organon προβλέπει πράγματι αυτό στο έργο Σοφιστικοὶ Ἔλεγχοι). Ο Αριστοτέλης, ακριβώς επειδή ενδιαφέρεται για την τάξη της σκέψης και για τη νίκη επί του σφάλματος, έχει το μεγάλο επίτευγμα ότι εντόπισε τον κατεξοχήν ισχυρό συλλογισμό, τον συλλογισμό (syllogismos), δηλαδή το επιχείρημα που οδηγεί σε «λογικά» αναγκαία συμπεράσματα. Υπό αυτό το πρίσμα κατανοείται και η επιλογή του όρου «ἀναλυτική» για να δηλωθεί ο πυρήνας αυτού του πεδίου μελέτης. Πράγματι, ο όρος προέρχεται από την ἀνάλυσις, που σημαίνει διάλυση, αποσύνθεση: αυτό που επιχειρεί ο Αριστοτέλης είναι να αναλύσει έναν συλλογισμό ώστε να συλλάβει τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται και τις σχέσεις που τα συνδέουν, προκειμένου να προσδιορίσει ποιες είναι οι προκείμενες από τις οποίες προκύπτει το συμπέρασμα και οι οποίες, εφόσον η διαδικασία είναι ορθή, το θεμελιώνουν.
Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να φανεί ότι, παρά ταύτα, το Organon στο σύνολό του μπορεί να ενταχθεί χωρίς περαιτέρω προβλήματα στο πλαίσιο της ιστορίας της λογικής, καθώς εγκαινιάζει τη μελέτη των αρχών εγκυρότητας του συλλογισμού και των ορθών διαδικασιών. Αυτό θα μπορούσε πράγματι να ισχύει, αλλά υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, όπως θα δούμε εξετάζοντας τα επιμέρους έργα, στα κείμενα αυτά υπάρχουν στοιχεία που ένας σύγχρονος λογικός όχι μόνο δεν μπορεί να αποδεχθεί, αλλά ούτε καν να κατανοήσει πλήρως, και τα οποία θεωρεί ούτως ή άλλως «ξένα» προς τα δικά του ειδικά ενδιαφέροντα. Δεύτερον, λόγω ακριβώς της «αρχικής φάσης» τους, απουσιάζουν όλες εκείνες οι διακρίσεις που η μεταγενέστερη σκέψη θα διαμορφώσει σταδιακά.
Πράγματι, η αριστοτελική ανάλυση είναι συγχρόνως λογική και γλωσσική και, κυρίως, δεν αποκόπτεται ποτέ από την οντολογική διάσταση και την πραγματικότητα. Θα δούμε καλύτερα τη συνύπαρξη αυτών των τριών πεδίων στα επιμέρους κείμενα, ξεκινώντας από τις Κατηγορίες· εδώ περιοριζόμαστε να προαναγγείλουμε ότι, στην αρχή του Περὶ ἑρμηνείας (1, 16a3-8), ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι οι ήχοι και τα γράμματα είναι σύμβολα των νοημάτων· έπειτα, στους Σοφιστικοὺς Ἐλέγχους (I 1, 165a6-17), υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούμε τα ονόματα ως σύμβολα των πραγμάτων, τα οποία δεν μπορούμε να καταστήσουμε άμεσα αντικείμενο της πραγματείας μας, διότι είμαστε βέβαιοι ότι ό,τι ισχύει για τα ονόματα ισχύει και για τα πράγματα. Ωστόσο, επισημαίνει αμέσως και μια καθοριστική διαφορά: τα ονόματα και οι λόγοι είναι πεπερασμένα σε αριθμό, ενώ τα πράγματα είναι άπειρα· συνεπώς, ένας λόγος και ένα όνομα σημαίνουν πάντοτε περισσότερα από ένα πράγματα. Αυτή η πεποίθηση για την εγγενή αδυναμία των ονομάτων και των λόγων, την οποία ασφαλώς κληρονόμησε από την Ακαδημία, αποτελεί πιθανότατα μία από τις κινητήριες δυνάμεις της «λογικής» μελέτης του Σταγειρίτη.
Σημειώσεις:
18 Συνήθως διαιρούμε την πνευματική ζωή του Αριστοτέλη σε τρεις περιόδους: εκείνη της Ακαδημίας στην Αθήνα (367–347 π.Χ.), εκείνη των ταξιδιών στην Άσσο, στη Λέσβο και στη Μακεδονία (347–334 π.Χ.), και εκείνη του Λυκείου (334–322 π.Χ.). Σε αυτή τη διαίρεση πρέπει να μας εντυπωσιάσει η αναλογία μεταξύ των μερών: από τα 45 χρόνια, τα 20 περνούν στην Ακαδημία, τα 13 σε τόπους και με δραστηριότητες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, και μόνο τα 12 στο Λύκειό του. Επιπλέον, αυτές οι συνθήκες εξηγούν πλήρως τη διαστρωμάτωση αυτών των εργασιακών υλικών καθώς και τις διαφορετικές έμφασεις που συναντούμε στα διάφορα κείμενα.
19 Berti, Dalla dialettica…, σσ. 140–141.
20 C. Natali, Aristotele, Carocci Editore, Milano 2014, σ. 39.
21 Προς επιβεβαίωση, σε μία περίπτωση ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «αναλυτική επιστήμη», analytikēs epistēmēs (Ρητορική, Α 4, 1359b10).
22 Reale, Introduzione…, σ. 141.
23 Για την αδυναμία των ονομάτων και των λόγων στον Πλάτωνα, βλ. M. Migliori, Il disordine ordinato. La filosofia dialettica di Platone, 2 τόμοι: Ι. Dialettica, metafisica e cosmologia· ΙΙ. Dall’anima alla prassi etica e politica, Morcelliana, Brescia 2013, σσ. 278–284. Δεν φαίνονται λοιπόν ορθές διατυπώσεις όπως εκείνη του P. Aubenque, Aristote et le langage, «Annales de la Faculté des lettres et sciences humaines d’Aix», 43 (1967), σσ. 85–105, ιδίως σ. 23: «Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος στοχαστής που υποβάλλει τον λόγο σε έρευνα, που θέτει τη γλώσσα ως αντικείμενο μελέτης».
Συνεχίζεται με:
ΙΙΙ. Μερικές σκέψεις πάνω στα επιμέρους κείμενα
Για να εκτιμήσουμε τη συμβολή που μπορεί να προσφέρει αυτός ο τόμος στην ανάγνωση του Organon, λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουμε ήδη πει για τη φύση αυτού του «συνόλου», είναι αναγκαίο να εξετάσουμε —έστω και συνοπτικά— τα επιμέρους έργα, παραπέμποντας για πιο εκτενή ανάλυση στα αντίστοιχα εισαγωγικά δοκίμια και στις σημειώσεις των κειμένων.
ΙΙΙ. Μερικές σκέψεις πάνω στα επιμέρους κείμενα
Για να εκτιμήσουμε τη συμβολή που μπορεί να προσφέρει αυτός ο τόμος στην ανάγνωση του Organon, λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουμε ήδη πει για τη φύση αυτού του «συνόλου», είναι αναγκαίο να εξετάσουμε —έστω και συνοπτικά— τα επιμέρους έργα, παραπέμποντας για πιο εκτενή ανάλυση στα αντίστοιχα εισαγωγικά δοκίμια και στις σημειώσεις των κειμένων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου