Συνέχεια από: Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΟΠΩΣ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ ΤΟΥ «ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ» ΤΟΥ ΩΣ «ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΥ»
Ἡ «μαιευτική» συνιστᾶ μία ἀπὸ τις πλέον φημισμένες μεταφορές τῆς σωκρατικῆς φιλοσοφίας καθώς καί, ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις, σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς σύγχρονης παιδαγωγικῆς ἐπιστήμης. Ωστόσο, δὲν εἶναι καὶ τόσον εὔκολο νὰ κατανοήσουμε τὴν ἱστορικο-φιλοσοφική σημασία της.
Ἀς ἐπιχειρήσουμε τὴν ἀνάγνωση τοῦ σπουδαίου πλατωνικοῦ κειμένου, ποὺ ἀποτελεῖ ξεχωριστό μέρος τοῦ διαλόγου Θεαίτητος:
ΣΩ. Μά, ἀγαπητέ μου Θεαίτητε, ἔχεις τοὺς πόνους του τοκετού, γιατί δὲν εἶσαι ἄδειος, ἐγκυμονεῖς.
ΘΕΑΙ. Δεν ξέρω, Σωκράτη· λέγω μόνο ἐκεῖνο ποὺ μοῦ συμβαίνει.
ΣΩ. Εἶσαι γιὰ γέλια, παιδί μου, δὲν ἔχεις ἀλήθεια ἀκούσει πὼς ἐγὼ εἶμαι γιὸς μαμῆς πολὺ εὐγενικῆς καὶ ἐπιβλητικῆς, τῆς Φαιναρέτης;
ΘΕΑΙ. Τοῦτο ναι, τὸ ἔχω ἀκούσει.
ΣΩ. Καὶ ὅτι ἐξασκῶ τὴν ἴδια τέχνη, τὸ ἔχεις ἄραγε ἀκούσει;
ΘΕΑΙ. Καθόλου.
ΣΩ. Μάθε το λοιπὸν καλὰ τώρα· μὴν πᾶς ὅμως καὶ τὸ πῆς στοὺς ἄλλους. Δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση, φίλε μου, πὼς ἐξασκῶ αὐτὴ τὴν τέχνη. Καὶ ὁ κόσμος, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν, δὲν λένε αὐτὸ γιὰ μένα, ἀλλὰ ὅτι εἶμαι ἕνας πολύ παράξενος ἄνθρωπος καὶ ρίχνω τοὺς ἄλλους σὲ ἀξεδιάλυτες ἀπορίες. Ἀλήθεια τὸ ἔχεις καὶ τοῦτο ἀκούσει;
ΘΕΑΙ. Ναί, τὸ ἄκουσα.
ΣΩ. Νὰ σοῦ πῶ λοιπὸν τὴν αἰτία;
ΘΕΑΙ. Πολύ σὲ παρακαλώ.
ΣΩ. Φέρε στὸ νοῦ σου τὶ ἀπασχολεῖ τὶς μαῖες, ὅλο τὸ ζήτημά τους ὅπως γίνεται, καὶ θὰ καταλάβης εὐκολώτερα ἐκεῖνο ποὺ θέλω. Ξέρεις, φαντάζομαι, πὼς καμμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς δὲν κάνει τὴ μαμὴ στις ἄλλες, ὅσο ἡ ἴδια μένει ἔγκυος καὶ γεννᾶ· αὐτὸ τὸ ἔργο τὸ κάνουν ὅσες δὲν μποροῦν πιὰ νὰ γεννήσουν.
ΘΕΑΙ. Βεβαιότατα.
ΣΩ. Καὶ ἰσχυρίζονται πὼς αἰτία σ' αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀρτεμη, ποὺ ἐνῶ δὲν ἐγνώρισε τὸ γάμο, τῆς ἔλαχε νὰ προστατεύη τὴ γέννα. Στὶς στείρες δὲν ἔδωσε λοιπὸν τὴν ἱκανότητα νὰ ξεγεννοῦν, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πολὺ ἀδύναμη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μάθη τέχνη γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ἐδοκίμασε· ἀλλὰ ὥρισε τὸ ἔργο σὲ κεῖνες ποὺ δὲν γεννοῦν ἐξ αἰτίας τῆς ἡλικίας των, τιμώντας σ' αὐτὲς τὴ δική της εἰκόνα.
ΘΕΑΙ. Εύλογο.
ΣΩ. Μὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι καὶ εὔλογο καὶ ἀναγκαῖο, οἱ μαῖες νὰ ξεχωρίζουν καὶ ὄχι ἄλλες, ποιές ἔχουν συλλάβει καὶ ποιὲς ὄχι;
ΘΕΑΙ. Βεβαιότατα.
ΣΩ. Οἱ μαῖες ἀκόμη μὲ τὰ γιατροσόφια καὶ τοὺς ξορκισμούς τους μποροῦν καὶ νὰ ξυπνούν τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ καὶ νὰ τοὺς κάνουν μαλακώτερους, ἂν θέλουν, καὶ νὰ ξεγεννούν τὶς γυναῖκες ποὺ ἔχουν δυστοκία, καὶ, ἂν κρίνουν, ἐπειδὴ εἶναι πρόωρος ὁ τοκετός, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσουν σὲ ἄμβλωση, προχωροῦν. Ἔτσι;
ΘΕΑΙ. Αὐτὰ γίνονται.
ΣΩ. Ἔχεις ἄραγε ἀντιληφθῆ ἕνα ἄλλο ἔργο τους ἀκόμη, ὅτι εἶναι καὶ πολὺ ἱκανές προξενῆτρες, ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἄξιες νὰ καταλαβαίνουν ποιὰ γυναίκα μὲ ποιὸν ἄνδρα πρέπει νὰ ἑνωθῆ γιὰ νὰ γεννήση τὰ καλύτερα παιδιά;
ΘΕΑΙ. Αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω.
ΣΩ. Νὰ ξέρης λοιπὸν ὅτι εἶναι περισσότερο περήφανες γι' αὐτό τους τὸ ἔργο παρὰ γιὰ τὸ κόψιμο τοῦ ἀφαλοῦ. Να, σκέψου· φαντάζεσαι ὅτι εἶναι ἔργο τῆς ἴδιας ἢ τῆς ἄλλης τέχνης ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἡ περιποίηση καὶ ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν ποὺ δίνει ἡ γῆ, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ξέρης σὲ ποιὰ γῆ ποιό φυτὸ καὶ ποιὸ σπέρμα πρέπει νὰ σπείρωμε;
ΘΕΑΙ. Ὄχι ἄλλης, τῆς ἴδιας.
ΣΩ. Γιὰ τὴ γυναίκα, ἀγαπητέ μου, ἄλλη τέχνη δέχεσαι γιὰ τὸ ἀνάλογο ἔργο καὶ ἄλλη γιὰ τὴ συγκομιδή;
ΘΕΑΙ. Δὲ φαίνεται εύλογο.
ΣΩ. Ὄχι βέβαια. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται ἡ κακὴ καὶ χωρὶς τέχνη ἕνωση τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας – τὸ ὄνομά της προαγωγία – για τοῦτο οἱ μαῖες, σὰ σεμνὲς ποὺ εἶναι, ἀποφεύγουν τὶς προξενιὲς ἀπὸ φόβο μήπως ἐξ αἰτίας τους κατηγορηθοῦν γιὰ προαγωγία.
ΘΕΑΙ. Εἶναι φανερό.
ΣΩ. Ὡς ἐδῶ φτάνει τὸ ἔργο τῆς μαμῆς καὶ εἶναι μικρότερο ἀπ' αὐτὸ ποὺ ἐγὼ ἐπιτελῶ. Γιατί οἱ γυναῖκες δὲν συμβαίνει κάποτε νὰ γεννούν εἴδωλα καὶ κάποτε πραγματικά παιδιά, καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ξεχωρίσουν. Ἂν αὐτό, ἀλήθεια, γινόταν, τότε τὸ πιὸ μεγάλο καὶ τὸ πιὸ ὄμορφο ἔργο τῆς μαίας θὰ ἦταν νὰ ξεχωρίζη τὸ πραγματικό καὶ τὸ μὴ πραγματικό. Ή δὲν νομίζεις;
ΘΕΑΙ. Βέβαια καὶ νομίζω.
ΣΩ. Η δική μου μαιευτική τέχνη ἔχει ὅσα ἄλλα καὶ ἡ δική τους, ξεχωρίζει ὅμως στὸ ὅτι ξεγεννᾶ ἄνδρες καὶ ὄχι γυναῖκες, καὶ στὸ ὅτι ἐπισκοπεῖ τὴν ψυχή τους ὅταν γεννᾶ, ὄχι τὸ σῶμα τους. Μὰ τὸ πιὸ μεγάλο στὴν τέχνη μας εἶναι τοῦτο, ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἐλέγχη μὲ κάθε τρόπο, ἂν αὐτὸ ποὺ φέρνει στὸ φῶς ὁ στοχασμὸς τοῦ νέου εἶναι φανταστικό ἢ ψεύτικο, ἢ κάτι γόνιμο καὶ ἀληθινό. Γιατὶ ἀλήθεια ἔχω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μαῖες· δὲ γεννῶ σοφία. Καὶ ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο πολλοὶ ὡς τώρα μὲ ὀνείδισαν, ὅτι ἐρωτῶ τοὺς ἄλλους, ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν δίνω καμμιὰ γνώμη γιὰ τίποτε, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τίποτε σοφὸ νὰ πῶ, εἶναι σωστό. Μὰ νὰ ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία γι' αὐτό: ὁ θεὸς μὲ ἀναγκάζει νὰ ξεγεννῶ τοὺς ἄλλους, νὰ γεννῶ ὁ ἴδιος δὲ μοῦ ἐπέτρεψε. Ὁ ἴδιος λοιπὸν δὲν εἶμαι καθόλου σοφός, καὶ δὲν ἔχω κανένα εὕρημα σοφὸ ποὺ νὰ τὸ γέννησεν ἡ δική μου ψυχή. Ὅσοι μὲ συναναστρέφονται, στὴν ἀρχὴ φαίνονται, μερικοί μάλιστα ὅλως διόλου, ἀμαθεῖς· ὅλοι τους ὅμως, ὅσο προχωρεῖ ἡ συναναστροφή τους μαζί μου, σὲ ὅσους βέβαια ὁ θεὸς τὸ ἐπιτρέψη, εἶναι φανερὸ ὅτι σημειώνουν τὴν πιὸ θαυμαστὴ ἐπίδοση, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι καὶ ὁ ἄλλος κόσμος νομίζουν. Καὶ ὅμως εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἀπὸ μένα δὲν ἔμαθαν ποτέ τίποτε, ἀλλὰ μόνοι τους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους πολλὰ καὶ ὄμορφα βρῆκαν καὶ γέννησαν. Αἴτιος ὅμως ὅτι ξεγέννησαν εἶναι ὁ θεὸς καὶ ἐγώ. Καὶ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τοῦτο δῶ: πολλοὶ ὡς τώρα, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀπέδωσαν στὸν ἑαυτό τους την αἰτία τῆς γέννας καὶ ἐμένα με καταφρόνησαν. Ἔπειτα, ἢ μόνοι τους ἔπεισαν τὸν ἑαυτό τους ἢ ἄλλοι τοὺς ἔπεισαν καὶ ἔφυγαν ἀπὸ κοντά μου πρὶν τὴν ώρα τους· ἔφυγαν ἀπό κοντά μου, καὶ ὄχι μόνο ὅσα σπέρματα εἶχαν ἀκόμη μέσα τους τὰ ἐξάμβλωσαν μὲ τις κακές συναναστροφές, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐγὼ είχα ξεγεννήσει τὰ κατέστρεψαν μὲ τὴν κακή ἀνατροφὴ ποὺ τοὺς ἔδωσαν, καὶ μὲ τὴν προτίμηση ποὺ ἔδειξαν στὰ ψεύτικα καὶ στὰ εἴδωλα καὶ ὄχι στὴν ἀλήθεια· στο τέλος καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους καὶ στοὺς ἄλλους φάνηκαν πὼς εἶναι ἀμαθεῖς. Ένας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀριστείδης ὁ γιὸς τοῦ Λυσιμάχου καὶ πλῆθος ἄλλοι. Ξαναγυρίζουν πάλι καὶ μὲ παρακαλοῦν μὲ τρόπο ὑπερβολικό νὰ τοὺς δεχτώ στη συντροφιά μου. Μὲ μερικοὺς ἀπ' αὐτοὺς τὸ θεϊκὸ μήνυμα που γίνεται μέσα μου μὲ ἐμποδίζει νὰ συνδεθῶ, μὲ ἄλλους μοῦ ἐπιτρέπει καὶ αὐτοὶ πάλι σημειώνουν πρόοδο. Ὅσοι μὲ συναναστρέφονται παθαίνουν καὶ τοῦτο ἀκόμη, ἴδιο μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ γεννοῦν· νὰ, ἔχουν πόνους καὶ εἶναι γεμάτοι στενοχώρια καὶ τὴ νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα, πολύ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνες. Καὶ αὐτοὺς τοὺς πόνους ἡ δική μου τέχνη εἶναι σε θέση να τοὺς ξυπνά ἢ νὰ τοὺς καταπραΰνη. Ἔτσι μὲ τούτους. Σὲ ἄλλους πάλι, Θεαίτητε, γιὰ τοὺς ὁποίους σχηματίζω τη γνώμη πὼς δὲν είναι σε ἐγκυμοσύνη, ἐπειδὴ ξέρω ὅτι ἐμένα καθόλου δὲν μὲ χρειάζονται, γίνομαι με καλή προαίρεση προξενητής, καί, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θεοῦ, πολύ καλά συμπεραίνω μὲ ποιοὺς ἂν συναναστραφούν θὰ εἶχαν ὠφέλεια. Ἀπ' αὐτοὺς δὰ πολλοὺς ἔδωσα στὸν Πρόδικο, καὶ πολλοὺς σὲ ἄλλους καὶ σοφοὺς καὶ θεσπέσιους ἄνδρες. Τοῦτα, ἄριστε νέε, σοῦ τὰ ἐλεπτολόγησα, ἐπειδὴ ὑποψιάζομαι ὅτι εἶσαι σὲ ἐγκυμοσύνη καὶ ἔχεις τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ. Ἔλα λοιπόν μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ μένα, ποὺ καὶ γιὸς μαίας είμαι καὶ αὐτὴ τὴν τέχνη ἀσκῶ, καὶ νὰ εἶσαι πρόθυμος σὲ ὅσα σὲ ἐρωτῶ, ὅπως μπορεῖς, ἔτσι νὰ ἀπαντᾶς. Καὶ ἂν φυσικά, ὅταν ἐξετάζω κάτι ἀπὸ ὅσα λέγεις, τὸ κρίνω εἴδωλο καὶ ὄχι ἀληθινό, καὶ γι' αὐτὸ τὸ ἀποσπῶ ἀπὸ πάνω σου καὶ τὸ πετῶ μακριά, νὰ μὴν ἀγριεύης, ὅπως κάνουν οἱ γυναῖκες γιὰ τὸ παιδί τους στην πρώτη τους γέννα. Γιατί πολλοὶ ὡς τώρα, θαυμάσιε νέε μου, τέτοια διάθεση ἔδειξαν ἀπέναντί μου ἦταν στ' ἀλήθεια ἕτοιμοι νὰ μὲ δαγκάσουν, ὅταν προσπαθοῦσα νὰ τοὺς ἀφαιρέσω κάποια ἀνόητη σκέψη· στὸ νοῦ τους δὲν ἔρχεται ὅτι αὐτὸ τὸ κάνω ἀπὸ ἀγάπη γι' αὐτοὺς. Είναι πολύ μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ καταλάβουν πὼς κανένας θεὸς δὲ θέλει τὸ κακὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πὼς οὔτε ἐγὼ ἀπὸ δυσμένεια ἐνεργῶ ὅπως ἐνεργῶ γιὰ νὰ ἀφήσω νὰ περάση τὸ ψεῦδος καὶ νὰ ἐξαφανίσω τὴν ἀλήθεια, αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶναι θεμιτό45.
Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ ἀπεικονίζει άψογα τὸν Πλάτωνα ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν μελετητών. Δὲν θεωρούν, όμως, όλοι ότι ἡ «μαιευτική» εἶναι μία έκφραση τοῦ ἰδίου τοῦ Σωκράτους· ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν κρίνουν ότι πρόκειται για μία ποιητική δημιουργία του Πλάτωνος.
Ο Burnyeat καὶ ὁ Βλαστός, ἐπὶ παραδείγματι, θεωροῦν ὅτι ἡ μεταφορὰ τῆς μαιευτικῆς «εἶναι μία πλατωνική ἐπινόηση, καθόσον αὐτή ἀποδεικνύεται ξένη πρὸς τοὺς πρώτους διαλόγους τοῦ Σωκράτους»46.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Maier ὑποστήριζε μία ἀνάλογη θέση: «Η μαιευτική μέθοδος, τὴν ὁποία ἡ σύγχρονη παιδαγωγική ἔχει συνηθίσει νὰ ἀποδίδει στον Σωκράτη, ἀποκτά νόημα μονάχα ἐὰν προϋποθέσουμε ότι στὸν νοῦ τοῦ μαθητῇ ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων καὶ σὲ λανθάνουσα μορφή ἡ γνώση. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ ἀποδεχθοῦμε, εἶναι λὲς καὶ μὲ τὴ διδασκαλία αὐτὴ θέλουμε νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὴ μύγα ξύγκι. Με τη μέθοδο αὐτή, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται για πρώτη φορὰ στὸν Μένωνα καὶ βασίζεται στο προαναφερθέν ὑπόβαθρο – ἐν συνεχεία στὸν Θεαίτητο ὀνομάσθηκε ρητῶς μαιευτική – ὁ ἱστορικός Σωκράτης δὲν εἶχε οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέση»47.
Στην πραγματικότητα, ἡ θεωρία τῆς ἀναμνήσεως ἀποτελεῖ ἐμβάθυνση καὶ θεωρητική ολοκλήρωση τῆς μαιευτικῆς τοῦ Σωκράτους. Ο Βλαστός, μάλιστα, ἀντιτίθεται στην ίδια του τὴν ἄρνηση, ὅταν ἐπιχειρεῖ μία εἰς βάθος ἀνάλυση τῆς δομῆς τοῦ σωκρατικοῦ ἐλέγχου. Το διαπιστώνουμε στὸ ἀκόλουθο χωρίο: «Αφοῦ ὁ Σωκράτης περιμένει πράγματι νὰ ἀνακαλύψει τὴν ἀλήθεια μέσω αὐτῆς τῆς μεθόδου, πρέπει νὰ κάνει μίαν ἐξαιρετικά τολμηρή παραδοχὴ τὴν ὁποία οὐδὲποτε διατυπώνει καὶ τὴν ὁποία, ἂν διατύπωνε, δὲν θὰ ἦταν σε θέση να ὑποστηρίξει, ὅτι δηλαδή, μαζί μὲ ὅλες τις ψευδεῖς τους πεποιθήσεις, οἱ συνομιλητές του κατέχουν πάντοτε κάπου μέσα στο σύστημα τῶν πίστεών τους καὶ τὴν ἀλήθεια· ἂν ὁ Σωκράτης ψάξει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ στὸ σύστημα τῶν πίστεών τους, μπορεῖ νὰ ἀποκαλύψει ἀληθεῖς γνώμες οἱ ὁποῖες συνεπάγονται τὴν ἄρνηση καθεμιᾶς ἀπὸ τὶς ἐσφαλμένες» 48.
Πέραν τούτου, όμως, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο: Όπως μὲ ἄψογο τρόπο ἀπέδειξε ὁ Sarri, μποροῦμε ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀκρίβεια μίας μαρτυρίας, διασταυρώνοντάς την με στίχους τοῦ Ἀριστοφάνους.
Ἰδοὺ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Sarri: «Μια συγκεκριμένη αναφορά στη μαιευτική μέθοδο μοιάζει νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στην παρωδία τοῦ νέου σωκρατικού λόγου περί ψυχῆς: ὁ Ἀριστοφάνης τὴν ἀποδίδει στον Σωκράτη, χρησιμοποιώντας τὸν ἴδιο μεταφορικό λόγο που συναντούμε καὶ στὸν Πλάτωνα. Ὅταν ὁ Στρεψιάδης εἰσέρχεται στο φροντιστήριο, ἕνας μαθητὴς τὸν ἐπιπλήττει καὶ τοῦ ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτά, τὸ ὑπαινικτικό φορτίο τῶν ὁποίων θα προκύψει πλέον καταφανώς ἀπὸ τὴ σύγκριση μὲ τὸ πλατωνικό ἀπόσπασμα:
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ: Εἶσαι ἀμόρφωτος· κλώτσησες τὴν πόρτα ἀστόχαστα, κι ἔτσι ἔκαμες, μιὰ διανόηση που 'χε βρεθεῖ νὰ πάθει ἀποβολή (Νεφέλες, 135).
ΠΛΑΤΩΝ: Ἔφυγαν ἀπὸ κοντά μου, καὶ ὄχι μόνο ὅσα σπέρματα είχαν ἀκόμη μέσα τους τὰ ἐξάμβλωσαν μὲ τις κακές συναναστροφές, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐγὼ είχα ξεγεννήσει τὰ κατέστρεψαν μὲ τὴν κακὴ ἀνατροφὴ ποὺ τοὺς ἔδωσαν (Θεαίτητος, 150 e).
Στις Νεφέλες πρόκειται γιὰ ἕναν ἀστεῖο ὑπαινιγμό, ἂν ὅμως αὐτὸ θεωρηθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς ὅσων λέγει ὁ Στρεψιάδης τριάντα στίχους νωρίτερα, όταν χαρακτηρίζει τοὺς Σωκρατικούς ὡς “ψυχαί", ὡς σοφούς, μπορεῖ νὰ φανεῖ διαφωτιστικό: ἡ γέννα ἢ ἡ ἄμβλωση εἶναι γιὰ τὸν Σωκράτη ἡ γέννα ἢ ἡ ἄμβλωση μιᾶς ψυχῆς, σύμφωνα μὲ τὴν περίφημη είκόνα ἀπὸ τὸν Θεαίτητο τοῦ Πλάτωνος» 49.
Ολοκληρώνοντας, ἂς διαβάσουμε ἐν προκειμένῳ ένα χωρίο τοῦ Kierkegaard, στὸ ὁποῖο ἐκφράζεται μία πολύ σημαντικὴ ἀντίληψη περί μαιευτικῆς, ἡ ἀντίληψη δηλαδή σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἐκμαίευση τῆς ἀλήθειας ἀντιπροσωπεύει τὴν καλύτερη δυνατή σχέση ποὺ μπορεῖ νὰ συναφθεῖ μεταξύ δύο ἀνθρώπων:
Παρέμεινε μαιευτήρ, ὄχι «ἐπειδὴ τοῦ ἔλειπε ἡ ἔμφυτη ικανότητα», ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀναγνώριζε σὲ αὐτὸ τὴν ὑπέρτατη σχέση μὲ τὸν ἄλλο. Ἔτσι, ἔχει αἰωνίως τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του γιατί, ἔστω ἀξιώνοντας ἕνα θεῖο ἀφετηριακό σημεῖο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, βρίσκει την ἀληθινή σχέση, γιατί, ὅσο λίγο κι ἂν ὑπολογίζουμε τὸ ἀπόλυτο καὶ, ἀντὶ νὰ ἀστειευόμαστε μὲ τὸ τυχαῖο, ἀρνούμαστε ἀπὸ βάθους καρδίας να καταλάβουμε αὐτὸ τὸ μεσοδιάστημα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι ἡ τέρψη τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ μυστικὸ τῶν ἐγελιανῶν μας.
Ἀντίθετα, ὁ Σωκράτης ἦταν ἕνας μαιευτήρ ποὺ εἶχε πάρει τὸ δίπλωμά του ἀπὸ τὸν Θεό· τὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελοῦσε ήταν θεία ἀποστολή (βλέπε τὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος), παρότι γιὰ τὸν κόσμο έμοιαζε ἀτοπώτατος (Θεαίτητος, 149 α)· ἦταν ὄντως ἡ θεία βούληση, καὶ ἔτσι τὴν ἐννοοῦσε ὁ Σωκράτης ὅταν ἔλεγε ὅτι τοῦ ἀπαγόρευε νὰ τεκνογονήσει (μαιεύεσθαί με ὁ θεὸς ἀναγκάζει, γεννᾶν δὲ ἀπεκώλυσεν, Θεαίτητος, 150 C)· γιατί, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἡ μαιευτικὴ εἶναι τὸ μόνο ἐφικτό, μιὰ καὶ τὸ γεννᾶν παραμένει ὑπόθεση τοῦ θείου 50.
Ο Kierkegaard προχωρᾶ ἀρκετὰ στὴν ἐμβάθυνση τῆς ἔννοιας τῆς μαιευτικής. Παρ' ὅλα αὐτά, ἡ βασικὴ ἰδέα του μᾶς φαίνεται ὀρθή, καθ' ὅτι ἀναπτύσσει τὴν ἴδια τὴν ἀντίληψη τοῦ Σωκράτους, σύμφωνα με τὴν ὁποία «ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφός» (τῷ ὄντι ὁ θεὸς σοφός εἶναι) 51 καί, συνεπῶς, «ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμμία» (ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὀλίγου τινὸς ἀξία ἐστὶν καὶ οὐδενός) 52.
Ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ μὴν ἐντοπίσουμε στη μεταφορὰ τῆς «μαιευτικῆς» μιὰ ἀπὸ τὶς ἰσχυρότερες ἐκφράσεις τῆς «ἀμφίσημης» καὶ «ἀμφισθενοῦς» (ἢ «σύνθετης», ἂν προτιμάτε) εἰρωνείας.
Συνεπῶς, ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς στεῖρος καὶ ἀνίκανος νὰ γεννήσει, λέγει ἀλήθεια κατὰ μία ἔννοια καὶ ψέματα κατά μία ἄλλη. Αφ' ἑνός, λέγει ἀλήθεια ὅταν ἀρνεῖται ὅτι κομίζει ἐκεῖνο τὸ εἶδος γνώσης τὸ ὁποῖο μεταδίδεται στις ψυχές ἔξωθεν, σχεδόν μεταγγίζοντάς την ἀπὸ τὸ ἕνα δοχεῖο στὸ ἄλλο· τὸ λέγει, ἐπὶ παραδείγματι, στὴν ἀρχὴ τοῦ Συμποσίου, ὅταν ὁ Σωκράτης ἐμφανίζεται στο σπίτι τοῦ Ἀγάθωνος, ἀφοῦ πρῶτα κάνει μία μακρὰ στάση στον προθάλαμο μίας γειτονικῆς οἰκίας γιὰ νὰ διαλογισθεῖ βαθιά. Ο Ἀγάθων τὸν προσκαλεῖ νὰ καθίσει κοντά του, ἔτσι ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφοίτηση τὴν ὁποία ἐκεῖνος εἶχε δεχθεῖ στὸν προθάλαμο:
«Καλὰ θὰ ἦταν, Ἀγάθων», εἶπε, «νὰ ἦταν ἡ σοφία ἔτσι, ὥστε νὰ μεταγγίζεται μεταξύ μας ἀπὸ τὸ περισσότερον γεμᾶτον εἰς τὸ περισσότερον ἀδειανόν, ὅταν ἐγγίζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅπως τὸ νερὸν εἰς τὰ ποτήρια, ποὺ μεταγγίζεται μὲ τὴν κλωστὴν ἀπὸ τὸ γεμισμένον εἰς τὸ ἀδειανόν. Πράγματι, ἂν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα καὶ ἡ πνευματική ἀνωτερότης, τότε ἀποτιμῶ πολὺ ἀκριβὰ τὸ πλάγιασμα εἰς τὸ πλευρόν σου· ἔτσι πιστεύω, πὼς θὰ γεμίσω ἀπὸ σὲ μὲ σοφίαν ἄφθονον καὶ ὑπέροχον. Ἡ ἰδική μου ἄλλωστε σοφία πρέπει νὰ εἶναι μικρᾶς ἀξίας ἢ καὶ ἀμφίβολος, σὰν ὄνειρον νὰ ἦταν» 53.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ Σωκράτης δὲν γεννά ἑτοιμοπαράδοτες ἀλήθειες. Διακρίνει, ὡστόσο, ἂν οἱ συνομιλητές του λένε ἀλήθεια ἢ ψεύδονται, καὶ εἶναι μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο που γνωρίζει τὴν ἀλήθεια.
Ὅταν ἰσχυρίζεται ότι βοηθά τοὺς συνομιλητές του νὰ ἀναδείξουν τὴν ἀλήθεια ποὺ γεννᾶται στις ἐγκυμονοῦσες ψυχές τους, λέγει ἀλήθεια· πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο κατὰ κάποιον τρόπο εἶναι παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῆς μαίας. ᾿Αφ' ἑτέρου, όμως, ψεύδεται. Ο Σωκράτης λέγει ἀλήθεια ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἀναμένει νὰ ἀναδυθεῖ ἡ ἀλήθεια εὐθέως μέσα ἀπὸ τις ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν ἐξάγει ὁ ἴδιος. Ψεύδεται, ὅμως, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς ἀλήθειας ἀπὸ τις ψυχές προϋποθέτει τη σύνθετη δυναμικὴ ἐκείνης τῆς ἐλεγκτικῆς διαδικασίας ἡ ὁποία ὄχι μόνον γεννᾶ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον τὸ «συνδημιουργεί».
Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ συμπεράνουμε ὅτι μὲ τὸν Patočka ἡ ἴδια ή εἰκόνα τοῦ Σωκράτους, μακράν τοῦ νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο μιας σειρᾶς ἀρχαίων καὶ συγχρόνων μυθοπλασιῶν καὶ ἑρμηνειῶν, ἐπιβάλλεται ὡς μαιευτικὴ ἰσχὺς καὶ μὲ τὴ διάσταση τοῦ αἰώνιου: «Στην πράξη, ὑπάρχει πάντοτε ἐκείνη ἡ μαιευτική δύναμη, ἐκρηκτικὴ καὶ ἀπελευθερωτική, ποὺ μιλᾶ μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα του, ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὴ χειρότερη διαστρέβλωση καὶ τὸν ἔσχατο ἐκχυδαϊσμό, ἐὰν ὑποθέσουμε, βέβαια, ὅτι ὑπάρχει σ' αὐτὰ ἕνα ἴχνος ὑπαρξιακῆς ἀκεραιότητας, ἕνα κλάσμα ἀπορίας, ἕνα ψιχίο προβληματισμού»54.
Σημειώσεις
ΣΩ. Μά, ἀγαπητέ μου Θεαίτητε, ἔχεις τοὺς πόνους του τοκετού, γιατί δὲν εἶσαι ἄδειος, ἐγκυμονεῖς.
ΘΕΑΙ. Δεν ξέρω, Σωκράτη· λέγω μόνο ἐκεῖνο ποὺ μοῦ συμβαίνει.
ΣΩ. Εἶσαι γιὰ γέλια, παιδί μου, δὲν ἔχεις ἀλήθεια ἀκούσει πὼς ἐγὼ εἶμαι γιὸς μαμῆς πολὺ εὐγενικῆς καὶ ἐπιβλητικῆς, τῆς Φαιναρέτης;
ΘΕΑΙ. Τοῦτο ναι, τὸ ἔχω ἀκούσει.
ΣΩ. Καὶ ὅτι ἐξασκῶ τὴν ἴδια τέχνη, τὸ ἔχεις ἄραγε ἀκούσει;
ΘΕΑΙ. Καθόλου.
ΣΩ. Μάθε το λοιπὸν καλὰ τώρα· μὴν πᾶς ὅμως καὶ τὸ πῆς στοὺς ἄλλους. Δὲν ἔχουν πάρει εἴδηση, φίλε μου, πὼς ἐξασκῶ αὐτὴ τὴν τέχνη. Καὶ ὁ κόσμος, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν, δὲν λένε αὐτὸ γιὰ μένα, ἀλλὰ ὅτι εἶμαι ἕνας πολύ παράξενος ἄνθρωπος καὶ ρίχνω τοὺς ἄλλους σὲ ἀξεδιάλυτες ἀπορίες. Ἀλήθεια τὸ ἔχεις καὶ τοῦτο ἀκούσει;
ΘΕΑΙ. Ναί, τὸ ἄκουσα.
ΣΩ. Νὰ σοῦ πῶ λοιπὸν τὴν αἰτία;
ΘΕΑΙ. Πολύ σὲ παρακαλώ.
ΣΩ. Φέρε στὸ νοῦ σου τὶ ἀπασχολεῖ τὶς μαῖες, ὅλο τὸ ζήτημά τους ὅπως γίνεται, καὶ θὰ καταλάβης εὐκολώτερα ἐκεῖνο ποὺ θέλω. Ξέρεις, φαντάζομαι, πὼς καμμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς δὲν κάνει τὴ μαμὴ στις ἄλλες, ὅσο ἡ ἴδια μένει ἔγκυος καὶ γεννᾶ· αὐτὸ τὸ ἔργο τὸ κάνουν ὅσες δὲν μποροῦν πιὰ νὰ γεννήσουν.
ΘΕΑΙ. Βεβαιότατα.
ΣΩ. Καὶ ἰσχυρίζονται πὼς αἰτία σ' αὐτὸ εἶναι ἡ Ἀρτεμη, ποὺ ἐνῶ δὲν ἐγνώρισε τὸ γάμο, τῆς ἔλαχε νὰ προστατεύη τὴ γέννα. Στὶς στείρες δὲν ἔδωσε λοιπὸν τὴν ἱκανότητα νὰ ξεγεννοῦν, γιατὶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πολὺ ἀδύναμη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μάθη τέχνη γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ἐδοκίμασε· ἀλλὰ ὥρισε τὸ ἔργο σὲ κεῖνες ποὺ δὲν γεννοῦν ἐξ αἰτίας τῆς ἡλικίας των, τιμώντας σ' αὐτὲς τὴ δική της εἰκόνα.
ΘΕΑΙ. Εύλογο.
ΣΩ. Μὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι καὶ εὔλογο καὶ ἀναγκαῖο, οἱ μαῖες νὰ ξεχωρίζουν καὶ ὄχι ἄλλες, ποιές ἔχουν συλλάβει καὶ ποιὲς ὄχι;
ΘΕΑΙ. Βεβαιότατα.
ΣΩ. Οἱ μαῖες ἀκόμη μὲ τὰ γιατροσόφια καὶ τοὺς ξορκισμούς τους μποροῦν καὶ νὰ ξυπνούν τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ καὶ νὰ τοὺς κάνουν μαλακώτερους, ἂν θέλουν, καὶ νὰ ξεγεννούν τὶς γυναῖκες ποὺ ἔχουν δυστοκία, καὶ, ἂν κρίνουν, ἐπειδὴ εἶναι πρόωρος ὁ τοκετός, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσουν σὲ ἄμβλωση, προχωροῦν. Ἔτσι;
ΘΕΑΙ. Αὐτὰ γίνονται.
ΣΩ. Ἔχεις ἄραγε ἀντιληφθῆ ἕνα ἄλλο ἔργο τους ἀκόμη, ὅτι εἶναι καὶ πολὺ ἱκανές προξενῆτρες, ἐπειδὴ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἄξιες νὰ καταλαβαίνουν ποιὰ γυναίκα μὲ ποιὸν ἄνδρα πρέπει νὰ ἑνωθῆ γιὰ νὰ γεννήση τὰ καλύτερα παιδιά;
ΘΕΑΙ. Αὐτὸ δὲν τὸ ξέρω.
ΣΩ. Νὰ ξέρης λοιπὸν ὅτι εἶναι περισσότερο περήφανες γι' αὐτό τους τὸ ἔργο παρὰ γιὰ τὸ κόψιμο τοῦ ἀφαλοῦ. Να, σκέψου· φαντάζεσαι ὅτι εἶναι ἔργο τῆς ἴδιας ἢ τῆς ἄλλης τέχνης ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἡ περιποίηση καὶ ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν ποὺ δίνει ἡ γῆ, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος νὰ ξέρης σὲ ποιὰ γῆ ποιό φυτὸ καὶ ποιὸ σπέρμα πρέπει νὰ σπείρωμε;
ΘΕΑΙ. Ὄχι ἄλλης, τῆς ἴδιας.
ΣΩ. Γιὰ τὴ γυναίκα, ἀγαπητέ μου, ἄλλη τέχνη δέχεσαι γιὰ τὸ ἀνάλογο ἔργο καὶ ἄλλη γιὰ τὴ συγκομιδή;
ΘΕΑΙ. Δὲ φαίνεται εύλογο.
ΣΩ. Ὄχι βέβαια. Ἐπειδὴ ὅμως γίνεται ἡ κακὴ καὶ χωρὶς τέχνη ἕνωση τοῦ ἄνδρα καὶ τῆς γυναίκας – τὸ ὄνομά της προαγωγία – για τοῦτο οἱ μαῖες, σὰ σεμνὲς ποὺ εἶναι, ἀποφεύγουν τὶς προξενιὲς ἀπὸ φόβο μήπως ἐξ αἰτίας τους κατηγορηθοῦν γιὰ προαγωγία.
ΘΕΑΙ. Εἶναι φανερό.
ΣΩ. Ὡς ἐδῶ φτάνει τὸ ἔργο τῆς μαμῆς καὶ εἶναι μικρότερο ἀπ' αὐτὸ ποὺ ἐγὼ ἐπιτελῶ. Γιατί οἱ γυναῖκες δὲν συμβαίνει κάποτε νὰ γεννούν εἴδωλα καὶ κάποτε πραγματικά παιδιά, καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ μὴ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ξεχωρίσουν. Ἂν αὐτό, ἀλήθεια, γινόταν, τότε τὸ πιὸ μεγάλο καὶ τὸ πιὸ ὄμορφο ἔργο τῆς μαίας θὰ ἦταν νὰ ξεχωρίζη τὸ πραγματικό καὶ τὸ μὴ πραγματικό. Ή δὲν νομίζεις;
ΘΕΑΙ. Βέβαια καὶ νομίζω.
ΣΩ. Η δική μου μαιευτική τέχνη ἔχει ὅσα ἄλλα καὶ ἡ δική τους, ξεχωρίζει ὅμως στὸ ὅτι ξεγεννᾶ ἄνδρες καὶ ὄχι γυναῖκες, καὶ στὸ ὅτι ἐπισκοπεῖ τὴν ψυχή τους ὅταν γεννᾶ, ὄχι τὸ σῶμα τους. Μὰ τὸ πιὸ μεγάλο στὴν τέχνη μας εἶναι τοῦτο, ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἐλέγχη μὲ κάθε τρόπο, ἂν αὐτὸ ποὺ φέρνει στὸ φῶς ὁ στοχασμὸς τοῦ νέου εἶναι φανταστικό ἢ ψεύτικο, ἢ κάτι γόνιμο καὶ ἀληθινό. Γιατὶ ἀλήθεια ἔχω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο ποὺ ἔχουν καὶ οἱ μαῖες· δὲ γεννῶ σοφία. Καὶ ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο πολλοὶ ὡς τώρα μὲ ὀνείδισαν, ὅτι ἐρωτῶ τοὺς ἄλλους, ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν δίνω καμμιὰ γνώμη γιὰ τίποτε, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τίποτε σοφὸ νὰ πῶ, εἶναι σωστό. Μὰ νὰ ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία γι' αὐτό: ὁ θεὸς μὲ ἀναγκάζει νὰ ξεγεννῶ τοὺς ἄλλους, νὰ γεννῶ ὁ ἴδιος δὲ μοῦ ἐπέτρεψε. Ὁ ἴδιος λοιπὸν δὲν εἶμαι καθόλου σοφός, καὶ δὲν ἔχω κανένα εὕρημα σοφὸ ποὺ νὰ τὸ γέννησεν ἡ δική μου ψυχή. Ὅσοι μὲ συναναστρέφονται, στὴν ἀρχὴ φαίνονται, μερικοί μάλιστα ὅλως διόλου, ἀμαθεῖς· ὅλοι τους ὅμως, ὅσο προχωρεῖ ἡ συναναστροφή τους μαζί μου, σὲ ὅσους βέβαια ὁ θεὸς τὸ ἐπιτρέψη, εἶναι φανερὸ ὅτι σημειώνουν τὴν πιὸ θαυμαστὴ ἐπίδοση, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι καὶ ὁ ἄλλος κόσμος νομίζουν. Καὶ ὅμως εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἀπὸ μένα δὲν ἔμαθαν ποτέ τίποτε, ἀλλὰ μόνοι τους ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους πολλὰ καὶ ὄμορφα βρῆκαν καὶ γέννησαν. Αἴτιος ὅμως ὅτι ξεγέννησαν εἶναι ὁ θεὸς καὶ ἐγώ. Καὶ γίνεται φανερὸ ἀπὸ τοῦτο δῶ: πολλοὶ ὡς τώρα, ἐπειδὴ δὲν κατάλαβαν αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀπέδωσαν στὸν ἑαυτό τους την αἰτία τῆς γέννας καὶ ἐμένα με καταφρόνησαν. Ἔπειτα, ἢ μόνοι τους ἔπεισαν τὸν ἑαυτό τους ἢ ἄλλοι τοὺς ἔπεισαν καὶ ἔφυγαν ἀπὸ κοντά μου πρὶν τὴν ώρα τους· ἔφυγαν ἀπό κοντά μου, καὶ ὄχι μόνο ὅσα σπέρματα εἶχαν ἀκόμη μέσα τους τὰ ἐξάμβλωσαν μὲ τις κακές συναναστροφές, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐγὼ είχα ξεγεννήσει τὰ κατέστρεψαν μὲ τὴν κακή ἀνατροφὴ ποὺ τοὺς ἔδωσαν, καὶ μὲ τὴν προτίμηση ποὺ ἔδειξαν στὰ ψεύτικα καὶ στὰ εἴδωλα καὶ ὄχι στὴν ἀλήθεια· στο τέλος καὶ στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους καὶ στοὺς ἄλλους φάνηκαν πὼς εἶναι ἀμαθεῖς. Ένας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀριστείδης ὁ γιὸς τοῦ Λυσιμάχου καὶ πλῆθος ἄλλοι. Ξαναγυρίζουν πάλι καὶ μὲ παρακαλοῦν μὲ τρόπο ὑπερβολικό νὰ τοὺς δεχτώ στη συντροφιά μου. Μὲ μερικοὺς ἀπ' αὐτοὺς τὸ θεϊκὸ μήνυμα που γίνεται μέσα μου μὲ ἐμποδίζει νὰ συνδεθῶ, μὲ ἄλλους μοῦ ἐπιτρέπει καὶ αὐτοὶ πάλι σημειώνουν πρόοδο. Ὅσοι μὲ συναναστρέφονται παθαίνουν καὶ τοῦτο ἀκόμη, ἴδιο μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ γεννοῦν· νὰ, ἔχουν πόνους καὶ εἶναι γεμάτοι στενοχώρια καὶ τὴ νύχτα καὶ τὴν ἡμέρα, πολύ περισσότερο ἀπὸ ἐκεῖνες. Καὶ αὐτοὺς τοὺς πόνους ἡ δική μου τέχνη εἶναι σε θέση να τοὺς ξυπνά ἢ νὰ τοὺς καταπραΰνη. Ἔτσι μὲ τούτους. Σὲ ἄλλους πάλι, Θεαίτητε, γιὰ τοὺς ὁποίους σχηματίζω τη γνώμη πὼς δὲν είναι σε ἐγκυμοσύνη, ἐπειδὴ ξέρω ὅτι ἐμένα καθόλου δὲν μὲ χρειάζονται, γίνομαι με καλή προαίρεση προξενητής, καί, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θεοῦ, πολύ καλά συμπεραίνω μὲ ποιοὺς ἂν συναναστραφούν θὰ εἶχαν ὠφέλεια. Ἀπ' αὐτοὺς δὰ πολλοὺς ἔδωσα στὸν Πρόδικο, καὶ πολλοὺς σὲ ἄλλους καὶ σοφοὺς καὶ θεσπέσιους ἄνδρες. Τοῦτα, ἄριστε νέε, σοῦ τὰ ἐλεπτολόγησα, ἐπειδὴ ὑποψιάζομαι ὅτι εἶσαι σὲ ἐγκυμοσύνη καὶ ἔχεις τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ. Ἔλα λοιπόν μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ μένα, ποὺ καὶ γιὸς μαίας είμαι καὶ αὐτὴ τὴν τέχνη ἀσκῶ, καὶ νὰ εἶσαι πρόθυμος σὲ ὅσα σὲ ἐρωτῶ, ὅπως μπορεῖς, ἔτσι νὰ ἀπαντᾶς. Καὶ ἂν φυσικά, ὅταν ἐξετάζω κάτι ἀπὸ ὅσα λέγεις, τὸ κρίνω εἴδωλο καὶ ὄχι ἀληθινό, καὶ γι' αὐτὸ τὸ ἀποσπῶ ἀπὸ πάνω σου καὶ τὸ πετῶ μακριά, νὰ μὴν ἀγριεύης, ὅπως κάνουν οἱ γυναῖκες γιὰ τὸ παιδί τους στην πρώτη τους γέννα. Γιατί πολλοὶ ὡς τώρα, θαυμάσιε νέε μου, τέτοια διάθεση ἔδειξαν ἀπέναντί μου ἦταν στ' ἀλήθεια ἕτοιμοι νὰ μὲ δαγκάσουν, ὅταν προσπαθοῦσα νὰ τοὺς ἀφαιρέσω κάποια ἀνόητη σκέψη· στὸ νοῦ τους δὲν ἔρχεται ὅτι αὐτὸ τὸ κάνω ἀπὸ ἀγάπη γι' αὐτοὺς. Είναι πολύ μακριὰ ἀπὸ τὸ νὰ καταλάβουν πὼς κανένας θεὸς δὲ θέλει τὸ κακὸ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πὼς οὔτε ἐγὼ ἀπὸ δυσμένεια ἐνεργῶ ὅπως ἐνεργῶ γιὰ νὰ ἀφήσω νὰ περάση τὸ ψεῦδος καὶ νὰ ἐξαφανίσω τὴν ἀλήθεια, αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶναι θεμιτό45.
Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κείμενο αὐτὸ ἀπεικονίζει άψογα τὸν Πλάτωνα ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὴν πλειονότητα τῶν μελετητών. Δὲν θεωρούν, όμως, όλοι ότι ἡ «μαιευτική» εἶναι μία έκφραση τοῦ ἰδίου τοῦ Σωκράτους· ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν κρίνουν ότι πρόκειται για μία ποιητική δημιουργία του Πλάτωνος.
Ο Burnyeat καὶ ὁ Βλαστός, ἐπὶ παραδείγματι, θεωροῦν ὅτι ἡ μεταφορὰ τῆς μαιευτικῆς «εἶναι μία πλατωνική ἐπινόηση, καθόσον αὐτή ἀποδεικνύεται ξένη πρὸς τοὺς πρώτους διαλόγους τοῦ Σωκράτους»46.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Maier ὑποστήριζε μία ἀνάλογη θέση: «Η μαιευτική μέθοδος, τὴν ὁποία ἡ σύγχρονη παιδαγωγική ἔχει συνηθίσει νὰ ἀποδίδει στον Σωκράτη, ἀποκτά νόημα μονάχα ἐὰν προϋποθέσουμε ότι στὸν νοῦ τοῦ μαθητῇ ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων καὶ σὲ λανθάνουσα μορφή ἡ γνώση. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ ἀποδεχθοῦμε, εἶναι λὲς καὶ μὲ τὴ διδασκαλία αὐτὴ θέλουμε νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὴ μύγα ξύγκι. Με τη μέθοδο αὐτή, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται για πρώτη φορὰ στὸν Μένωνα καὶ βασίζεται στο προαναφερθέν ὑπόβαθρο – ἐν συνεχεία στὸν Θεαίτητο ὀνομάσθηκε ρητῶς μαιευτική – ὁ ἱστορικός Σωκράτης δὲν εἶχε οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέση»47.
Στην πραγματικότητα, ἡ θεωρία τῆς ἀναμνήσεως ἀποτελεῖ ἐμβάθυνση καὶ θεωρητική ολοκλήρωση τῆς μαιευτικῆς τοῦ Σωκράτους. Ο Βλαστός, μάλιστα, ἀντιτίθεται στην ίδια του τὴν ἄρνηση, ὅταν ἐπιχειρεῖ μία εἰς βάθος ἀνάλυση τῆς δομῆς τοῦ σωκρατικοῦ ἐλέγχου. Το διαπιστώνουμε στὸ ἀκόλουθο χωρίο: «Αφοῦ ὁ Σωκράτης περιμένει πράγματι νὰ ἀνακαλύψει τὴν ἀλήθεια μέσω αὐτῆς τῆς μεθόδου, πρέπει νὰ κάνει μίαν ἐξαιρετικά τολμηρή παραδοχὴ τὴν ὁποία οὐδὲποτε διατυπώνει καὶ τὴν ὁποία, ἂν διατύπωνε, δὲν θὰ ἦταν σε θέση να ὑποστηρίξει, ὅτι δηλαδή, μαζί μὲ ὅλες τις ψευδεῖς τους πεποιθήσεις, οἱ συνομιλητές του κατέχουν πάντοτε κάπου μέσα στο σύστημα τῶν πίστεών τους καὶ τὴν ἀλήθεια· ἂν ὁ Σωκράτης ψάξει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ στὸ σύστημα τῶν πίστεών τους, μπορεῖ νὰ ἀποκαλύψει ἀληθεῖς γνώμες οἱ ὁποῖες συνεπάγονται τὴν ἄρνηση καθεμιᾶς ἀπὸ τὶς ἐσφαλμένες» 48.
Πέραν τούτου, όμως, ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο: Όπως μὲ ἄψογο τρόπο ἀπέδειξε ὁ Sarri, μποροῦμε ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ νὰ διαπιστώσουμε τὴν ἀκρίβεια μίας μαρτυρίας, διασταυρώνοντάς την με στίχους τοῦ Ἀριστοφάνους.
Ἰδοὺ ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Sarri: «Μια συγκεκριμένη αναφορά στη μαιευτική μέθοδο μοιάζει νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στην παρωδία τοῦ νέου σωκρατικού λόγου περί ψυχῆς: ὁ Ἀριστοφάνης τὴν ἀποδίδει στον Σωκράτη, χρησιμοποιώντας τὸν ἴδιο μεταφορικό λόγο που συναντούμε καὶ στὸν Πλάτωνα. Ὅταν ὁ Στρεψιάδης εἰσέρχεται στο φροντιστήριο, ἕνας μαθητὴς τὸν ἐπιπλήττει καὶ τοῦ ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτά, τὸ ὑπαινικτικό φορτίο τῶν ὁποίων θα προκύψει πλέον καταφανώς ἀπὸ τὴ σύγκριση μὲ τὸ πλατωνικό ἀπόσπασμα:
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ: Εἶσαι ἀμόρφωτος· κλώτσησες τὴν πόρτα ἀστόχαστα, κι ἔτσι ἔκαμες, μιὰ διανόηση που 'χε βρεθεῖ νὰ πάθει ἀποβολή (Νεφέλες, 135).
ΠΛΑΤΩΝ: Ἔφυγαν ἀπὸ κοντά μου, καὶ ὄχι μόνο ὅσα σπέρματα είχαν ἀκόμη μέσα τους τὰ ἐξάμβλωσαν μὲ τις κακές συναναστροφές, ἀλλὰ καὶ ὅσα ἐγὼ είχα ξεγεννήσει τὰ κατέστρεψαν μὲ τὴν κακὴ ἀνατροφὴ ποὺ τοὺς ἔδωσαν (Θεαίτητος, 150 e).
Στις Νεφέλες πρόκειται γιὰ ἕναν ἀστεῖο ὑπαινιγμό, ἂν ὅμως αὐτὸ θεωρηθεῖ ὑπὸ τὸ φῶς ὅσων λέγει ὁ Στρεψιάδης τριάντα στίχους νωρίτερα, όταν χαρακτηρίζει τοὺς Σωκρατικούς ὡς “ψυχαί", ὡς σοφούς, μπορεῖ νὰ φανεῖ διαφωτιστικό: ἡ γέννα ἢ ἡ ἄμβλωση εἶναι γιὰ τὸν Σωκράτη ἡ γέννα ἢ ἡ ἄμβλωση μιᾶς ψυχῆς, σύμφωνα μὲ τὴν περίφημη είκόνα ἀπὸ τὸν Θεαίτητο τοῦ Πλάτωνος» 49.
Ολοκληρώνοντας, ἂς διαβάσουμε ἐν προκειμένῳ ένα χωρίο τοῦ Kierkegaard, στὸ ὁποῖο ἐκφράζεται μία πολύ σημαντικὴ ἀντίληψη περί μαιευτικῆς, ἡ ἀντίληψη δηλαδή σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἐκμαίευση τῆς ἀλήθειας ἀντιπροσωπεύει τὴν καλύτερη δυνατή σχέση ποὺ μπορεῖ νὰ συναφθεῖ μεταξύ δύο ἀνθρώπων:
Παρέμεινε μαιευτήρ, ὄχι «ἐπειδὴ τοῦ ἔλειπε ἡ ἔμφυτη ικανότητα», ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀναγνώριζε σὲ αὐτὸ τὴν ὑπέρτατη σχέση μὲ τὸν ἄλλο. Ἔτσι, ἔχει αἰωνίως τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του γιατί, ἔστω ἀξιώνοντας ἕνα θεῖο ἀφετηριακό σημεῖο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, βρίσκει την ἀληθινή σχέση, γιατί, ὅσο λίγο κι ἂν ὑπολογίζουμε τὸ ἀπόλυτο καὶ, ἀντὶ νὰ ἀστειευόμαστε μὲ τὸ τυχαῖο, ἀρνούμαστε ἀπὸ βάθους καρδίας να καταλάβουμε αὐτὸ τὸ μεσοδιάστημα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι ἡ τέρψη τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸ μυστικὸ τῶν ἐγελιανῶν μας.
Ἀντίθετα, ὁ Σωκράτης ἦταν ἕνας μαιευτήρ ποὺ εἶχε πάρει τὸ δίπλωμά του ἀπὸ τὸν Θεό· τὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελοῦσε ήταν θεία ἀποστολή (βλέπε τὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος), παρότι γιὰ τὸν κόσμο έμοιαζε ἀτοπώτατος (Θεαίτητος, 149 α)· ἦταν ὄντως ἡ θεία βούληση, καὶ ἔτσι τὴν ἐννοοῦσε ὁ Σωκράτης ὅταν ἔλεγε ὅτι τοῦ ἀπαγόρευε νὰ τεκνογονήσει (μαιεύεσθαί με ὁ θεὸς ἀναγκάζει, γεννᾶν δὲ ἀπεκώλυσεν, Θεαίτητος, 150 C)· γιατί, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἡ μαιευτικὴ εἶναι τὸ μόνο ἐφικτό, μιὰ καὶ τὸ γεννᾶν παραμένει ὑπόθεση τοῦ θείου 50.
Ο Kierkegaard προχωρᾶ ἀρκετὰ στὴν ἐμβάθυνση τῆς ἔννοιας τῆς μαιευτικής. Παρ' ὅλα αὐτά, ἡ βασικὴ ἰδέα του μᾶς φαίνεται ὀρθή, καθ' ὅτι ἀναπτύσσει τὴν ἴδια τὴν ἀντίληψη τοῦ Σωκράτους, σύμφωνα με τὴν ὁποία «ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφός» (τῷ ὄντι ὁ θεὸς σοφός εἶναι) 51 καί, συνεπῶς, «ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμμία» (ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὀλίγου τινὸς ἀξία ἐστὶν καὶ οὐδενός) 52.
Ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ μὴν ἐντοπίσουμε στη μεταφορὰ τῆς «μαιευτικῆς» μιὰ ἀπὸ τὶς ἰσχυρότερες ἐκφράσεις τῆς «ἀμφίσημης» καὶ «ἀμφισθενοῦς» (ἢ «σύνθετης», ἂν προτιμάτε) εἰρωνείας.
Συνεπῶς, ὁ Σωκράτης, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς στεῖρος καὶ ἀνίκανος νὰ γεννήσει, λέγει ἀλήθεια κατὰ μία ἔννοια καὶ ψέματα κατά μία ἄλλη. Αφ' ἑνός, λέγει ἀλήθεια ὅταν ἀρνεῖται ὅτι κομίζει ἐκεῖνο τὸ εἶδος γνώσης τὸ ὁποῖο μεταδίδεται στις ψυχές ἔξωθεν, σχεδόν μεταγγίζοντάς την ἀπὸ τὸ ἕνα δοχεῖο στὸ ἄλλο· τὸ λέγει, ἐπὶ παραδείγματι, στὴν ἀρχὴ τοῦ Συμποσίου, ὅταν ὁ Σωκράτης ἐμφανίζεται στο σπίτι τοῦ Ἀγάθωνος, ἀφοῦ πρῶτα κάνει μία μακρὰ στάση στον προθάλαμο μίας γειτονικῆς οἰκίας γιὰ νὰ διαλογισθεῖ βαθιά. Ο Ἀγάθων τὸν προσκαλεῖ νὰ καθίσει κοντά του, ἔτσι ὥστε νὰ μπορέσει νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφοίτηση τὴν ὁποία ἐκεῖνος εἶχε δεχθεῖ στὸν προθάλαμο:
«Καλὰ θὰ ἦταν, Ἀγάθων», εἶπε, «νὰ ἦταν ἡ σοφία ἔτσι, ὥστε νὰ μεταγγίζεται μεταξύ μας ἀπὸ τὸ περισσότερον γεμᾶτον εἰς τὸ περισσότερον ἀδειανόν, ὅταν ἐγγίζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅπως τὸ νερὸν εἰς τὰ ποτήρια, ποὺ μεταγγίζεται μὲ τὴν κλωστὴν ἀπὸ τὸ γεμισμένον εἰς τὸ ἀδειανόν. Πράγματι, ἂν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα καὶ ἡ πνευματική ἀνωτερότης, τότε ἀποτιμῶ πολὺ ἀκριβὰ τὸ πλάγιασμα εἰς τὸ πλευρόν σου· ἔτσι πιστεύω, πὼς θὰ γεμίσω ἀπὸ σὲ μὲ σοφίαν ἄφθονον καὶ ὑπέροχον. Ἡ ἰδική μου ἄλλωστε σοφία πρέπει νὰ εἶναι μικρᾶς ἀξίας ἢ καὶ ἀμφίβολος, σὰν ὄνειρον νὰ ἦταν» 53.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ Σωκράτης δὲν γεννά ἑτοιμοπαράδοτες ἀλήθειες. Διακρίνει, ὡστόσο, ἂν οἱ συνομιλητές του λένε ἀλήθεια ἢ ψεύδονται, καὶ εἶναι μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο που γνωρίζει τὴν ἀλήθεια.
Ὅταν ἰσχυρίζεται ότι βοηθά τοὺς συνομιλητές του νὰ ἀναδείξουν τὴν ἀλήθεια ποὺ γεννᾶται στις ἐγκυμονοῦσες ψυχές τους, λέγει ἀλήθεια· πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο κατὰ κάποιον τρόπο εἶναι παρόμοιο μὲ ἐκεῖνο τῆς μαίας. ᾿Αφ' ἑτέρου, όμως, ψεύδεται. Ο Σωκράτης λέγει ἀλήθεια ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἀναμένει νὰ ἀναδυθεῖ ἡ ἀλήθεια εὐθέως μέσα ἀπὸ τις ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀντίθετα τὴν ἐξάγει ὁ ἴδιος. Ψεύδεται, ὅμως, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τῆς ἀλήθειας ἀπὸ τις ψυχές προϋποθέτει τη σύνθετη δυναμικὴ ἐκείνης τῆς ἐλεγκτικῆς διαδικασίας ἡ ὁποία ὄχι μόνον γεννᾶ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον τὸ «συνδημιουργεί».
Μποροῦμε, λοιπόν, νὰ συμπεράνουμε ὅτι μὲ τὸν Patočka ἡ ἴδια ή εἰκόνα τοῦ Σωκράτους, μακράν τοῦ νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο μιας σειρᾶς ἀρχαίων καὶ συγχρόνων μυθοπλασιῶν καὶ ἑρμηνειῶν, ἐπιβάλλεται ὡς μαιευτικὴ ἰσχὺς καὶ μὲ τὴ διάσταση τοῦ αἰώνιου: «Στην πράξη, ὑπάρχει πάντοτε ἐκείνη ἡ μαιευτική δύναμη, ἐκρηκτικὴ καὶ ἀπελευθερωτική, ποὺ μιλᾶ μέσα ἀπὸ τὴν εἰκόνα του, ἀκόμη καὶ ὑπὸ τὴ χειρότερη διαστρέβλωση καὶ τὸν ἔσχατο ἐκχυδαϊσμό, ἐὰν ὑποθέσουμε, βέβαια, ὅτι ὑπάρχει σ' αὐτὰ ἕνα ἴχνος ὑπαρξιακῆς ἀκεραιότητας, ἕνα κλάσμα ἀπορίας, ἕνα ψιχίο προβληματισμού»54.
45. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Θεαίτητος, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, Ι. Ζαχαρόπουλος, 148 e - 151 d.
46. Πβ. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Είρωνευτής καὶ ἠθικός φιλόσοφος, σσ. 51, 142 καὶ σημ. 11.
47. H. MAIER, Sokrates, σσ. 68 κ. εξ.
48. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 181.
49. F. SARRI, Socrate, σ. 166.
50. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, ΙΙ, σσ. 19-20.
51. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 23 a.
52. Αὐτόθι.
53. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Συμπόσιον, 175 d-e
54. J. PATOCKA, Socrate, σ. 65.
46. Πβ. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Είρωνευτής καὶ ἠθικός φιλόσοφος, σσ. 51, 142 καὶ σημ. 11.
47. H. MAIER, Sokrates, σσ. 68 κ. εξ.
48. Γ. ΒΛΑΣΤΟΥ, Σωκράτης. Εἰρωνευτής καὶ ἠθικὸς φιλόσοφος, σ. 181.
49. F. SARRI, Socrate, σ. 166.
50. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, ΙΙ, σσ. 19-20.
51. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 23 a.
52. Αὐτόθι.
53. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Συμπόσιον, 175 d-e
54. J. PATOCKA, Socrate, σ. 65.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου