Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (10)

   Συνέχεια από: Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο παντοδύναμος Θεός

Η ιδέα της θεϊκής παντοδυναμίας ίσως έπαιξε κάποιο ρόλο στην πρώιμη ιουδαιοχριστιανική παράδοση, αλλά υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι αναγνωριζόταν ευρύτερα ή γινόταν αποδεκτή μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα. Η απειρότητα και το ακατανόητο του θεού ήσαν σαφή από μια προγενέστερη περίοδο.

Ο ψεύδο-Διονύσιος και η παράδοση της αποφατικής θεολογίας, για παράδειγμα, υποστήριζαν ότι ο Θεός ήταν εντελώς διαφορετικός από όλα τα πλάσματα, και συνεπώς ήταν δυνατόν να κατανοηθεί μόνο μέσω της via negativa, δηλαδή μέσω αντίφασης. Ο Εβραίος στοχαστής του Μεσαίωνα Μαϊμονίδης ήταν επίσης υπέρμαχος αυτού του «αρνητικού τρόπου».

Το ακατανόητο του Θεού όμως είναι ένα μόνο στοιχείο της παντοδυναμίας του. Ακόμη σημαντικότερο είναι η απόλυτη ελευθερία του. Η ιδέα της θεϊκής ελευθερίας ερχόταν σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της πατρολογικής και σχολαστικής σκέψης, που επιχειρούσε να συμφιλιώσει τη χριστιανική θεολογία με την κλασική φιλοσοφία, και ειδικά με την παγανιστική ιδέα ενός ορθολογικού κόσμου. Ο Αυγουστίνος αποτελεί ένα είδος εξαίρεσης σε αυτή τη γενική τάση, και ο αυγουστινιανισμός υπ’ αυτή την έννοια. δημιούργησε το θεμέλιο για να ακμάσει οψιμότερα η ιδέα της απόλυτης παντοδυναμίας. Η ιδέα αυτή πιθανώς πρωτοδιατυπώθηκε ρητά στη μουσουλμανική σαρία, ή νόμο, με την οποία ο αναδυόμενος σχολαστικισμός ήλθε σε επαφή μέσω του Μαϊμονίδη. Η σαρία απέρριπτε οποιαδήποτε αναγκαιότητα στη φύση και την ανέλυε ως αλληλουχία διακριτών ατομικών συμβάντων ανεξάρτητων αναμεταξύ τους.

Αυτή η αντίληψη ερχόταν σε αντίθεση με το κύριο ρεύμα του σχολαστικισμού, το οποίο τόνιζε την προτεραιότητα του Λόγου στο πλαίσιο της θεϊκής παντοδυναμίας. Η μεταφυσική του παραδοσιακού σχολαστικισμού είναι οντολογικά πραγματιστική εφ’ όσον θεωρεί την εξωπνευματική ύπαρξη των γενικών εννοιών -όπως είδος και γένος- μορφές του θεϊκού Λόγου, που γνωρίζουμε είτε με το θεϊκό φωτισμό, όπως υποστήριζε ο Αυγουστίνος, είτε με τη μελέτη της φύσης, της ορθολογικής δημιουργίας του Θεού. Στο πλαίσιο αυτής της οντολογίας φύση και λογική αντανακλούν η μια την άλλη, και μπορεί κανείς να περιγράψει τη φύση μέσω του συλλογισμού που εκφράζει τις σχέσεις ανάμεσα σε όλες τις γενικές έννοιες. Εξ άλλου γνωρίζουμε την ύπαρξη του Θεού και τη φύση του όχι μόνο διαμέσου της αποκάλυψης αλλά και με τη φιλοσοφική ανάλυση της δημιουργίας. Έτσι, παρ’ ότι η θεολογία της αποκάλυψης συνεχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο και να μεταδίδει ορισμένες αλήθειες απροσπέλαστες για τον Λόγο, ο σχολαστικισμός εν γένει πιστεύει ότι η λογική και η φυσική θεολογία είναι ανώτεροι και πιο εμπεριστατωμένοι δρόμοι για την αλήθεια γύρω από επίγεια ζητήματα σε σχέση με την Αγία Γραφή. Σε αυτή τη βάση, είναι πιθανόν να συλλάβουμε τη θεμελιώδη αλήθεια για τα ανθρώπινα όντα και για τα εγκόσμια καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους. Τα ανθρώπινα όντα καθορίζονται από ένα φυσικό νόμο ο οποίος γίνεται γνωστός με την παρατήρηση της φύσης και τον παραγωγικό συλλογισμό που περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, στη φύση και, κατ’ αναλογία, στον Θεό. Σε αυτή τη μορφή ο σχολαστικισμός επιτέλεσε την πληρέστερη σύνθεσή του ανάμεσα στον χριστιανισμό και στην αρχαία φιλοσοφία.

Η επήρεια της παγανιστικής φιλοσοφίας στο χριστιανικό δόγμα, ωστόσο, είχε από μακρού ενοχλήσει πολλούς στο εσωτερικό της Εκκλησίας, επειδή οδηγούσε στην απόρριψη των Γραφών και έστρεφε τις σκέψεις των ανθρώπων από την ενατένιση του μέλλοντος κόσμου προς τη συμφιλίωση με τούτο τον κόσμο. Ακόμη πιο σημαντικό ήταν ότι υποβίβαζε τον Θεό, του οποίου η ισχύς και η χάρις υποτάχθηκαν στον κόσμο και στη λογική των παγανιστών. Το ενδιαφέρον για την επήρεια της παγανιστικής φιλοσοφίας επιτάθηκε από τη διαρκώς αυξανόμενη σπουδαιότητα του ρόλου που άρχισε να έχει ο αριστοτελισμός για τον σχολαστικισμό. Ο αριστοτελισμός είχε παίξει μικρό ρόλο στον πρώιμο χριστιανισμό. Πολλά κείμενα του Αριστοτέλη ήσαν άγνωστα και η επιρροή του περιοριζόταν κυρίως στη λογική. Ωστόσο η επανεισαγωγή του Αριστοτέλη στη Δύση είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η επίδρασή του στο εσωτερικό του σχολαστικισμού. Το πρόγραμμα σπουδών στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων, για παράδειγμα, αναδιοργανώθηκε το 1255 για να συμπεριλάβει τη μελέτη όλων των έργων του Αριστοτέλη. Αυτό αντανακλούσε στην ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου φιλοσοφικού συστήματος δίπλα στη θεολογία και ενός νέου είδους, χριστιανού στοχαστή, ο οποίος επιδίωκε να ανακαλύψει την αλήθεια αρχαίων συγγραφέων δίχως να τη συμφιλιώνει με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η νεοφανής σπουδαιότητα του αριστοτελισμού προκάλεσε έντονη σύγχυση από μόνη της, αλλά ίσως ακόμη πιο ανησυχητικό ήταν το γεγονός ότι τα νέα αριστοτελικά έργα εισήχθησαν στον σχολαστικισμό μέσω των Αράβων λογίων Αβικέννα και Αβερρόη. Αυτή η συνάφεια δημιούργησε την υποψία ότι κάποιο αιρετικό ισλαμικό στοιχείο παρεισέφρησε στο χριστιανικό δόγμα. Οι υποψίες κορυφώθηκαν με την καταδίκη του αριστοτελισμού από τον επίσκοπο των Παρισίων Etienne Tempier αρχικά το 1270 και στη συνέχεια, πιο σαρωτικά, το 1277, και με την καταδίκη του Ακινάτη το 1284 από τον John Peckham, τον φραγκισκανό αρχιεπίσκοπο του Καντέρβουρυ. Μολονότι αυτή η καταδίκη άμεσα είχε μικρή επίδραση για τη μελέτη του Αριστοτέλη και του Ακινάτη, παρείχε επίσημα ερείσματα για τις επικρίσεις σε αυτό το ρεύμα του σχολαστικισμού.

Μια μειοψηφούσα αντιπολίτευση είχε προ πολλού δραστηριοποιηθεί στο εσωτερικό του σχολαστικισμού. Αυτή η φατρία ήταν ουσιαστικά αντιρεαλιστική και διάβαζε τον Αριστοτέλη με έναν αντιρεαλιστικό τρόπο. Ο Roscelin και ο σπουδαίος μαθητής του Πέτρος Αβελάρδος αμφισβήτησαν τον ρεαλισμό τον δωδέκατο αιώνα αρνούμενοι την εξωπνευματική ύπαρξη των γενικών ιδεών. Υιοθέτησαν μια θέση που γενικώς χαρακτηρίστηκε ως νομιναλισμός, αφού υποστήριζαν ότι οι γενικές έννοιες ήσαν απλώς ονόματα (nomina).  Ωστόσο ο Roscelin παρέμειναν φωνές βοώντων εν τη ρεαλιστική ερήμω και μάλιστα δέχθηκαν επίθεση από τον Άνσελμο του Καντέρβουρυ σε θεολογική βάση, αφού του φαινόταν ότι η εποψή τους για τις γενικές ιδέες ήταν ρητή απόρριψη της Τριάδος. Η τελική φιλοσοφική απόρριψη του αριστοτελισμού και του ρεαλισμού έχει την αφετηρία της στο έργο των Henry του Ghent και Duns Scotus, και ίσως περισσότερο κατηγορηματικά στον William Ockham. Η επιτυχία τους προήλθε από τον συνδυασμό του αντιρεαλισμού με μια ριζοσπαστικότερη κατανόηση της θεϊκής παντοδυναμίας.

Το ρεύμα του σχολαστικισμού, που έφθασε στο αποκορύφωμά του με τον Ακινάτη, υποστήριζε γενικώς ότι, ενώ ο Θεός ήταν παντοδύναμος, ήταν επίσης ορθολογικός· επομένως ο άνθρωπος θα κατανοούσε τον Θεό και τις προθέσεις του όχι μόνο μέσω των Γραφών αλλά ίσως ακόμη βαθύτερα μέσω μιας αναλογικής έρευνας της φύσης. Μολονότι κανείς δεν αρνιόταν την potentia absoluta του Θεού (απόλυτη εξουσία), οι σχολαστικοί αυτοί πίστευαν γενικώς ότι είχε αυτοδεσμευτεί σε μια potentia ordinata (διευθετημένη εξουσία) με δική του απόφαση. Η πιθανότητα να μην είναι δεσμευμένος ο Θεός κατ’ αυτό τον τρόπο αλλά να είναι τελείως ελεύθερος και παντοδύναμος ήταν μια τρομακτική πιθανότητα, την οποία σχεδόν όλοι οι στοχαστές Μεσαίωνα ήσαν απρόθυμοι να δεχθούν.  Ο Αυγουστίνος, για παράδειγμα, ισχυριζόταν ότι η ιερή τάξη του θεού εξορθολόγιζε την παντοδυναμία του. Ο Albertus Magnus και ο Ακινάτης πίστευαν ότι η θεϊκή potentia ήταν αδιαχώριστη από την iustitia του και τη sapientia του. Ο Bonaventure απέρριπτε την πιθανότητα μιας απεριόριστης potentia absoluta επειδή συνεπαγόταν αταξία στο εσωτερικό του θεϊκού, την οποία θεωρούσε αντιφατική. Ο Πέτρος Αβελάρδος υποστήριζε ότι ο Θεός είναι εξαναγκασμένος να δρα σύμφωνα με τη χαρακτηριστική καλοσύνη, δικαιοσύνη και σοφία του. Ακόμη και ο Duns Scotus (Ντανς Σκώτος), ο οποίος βεβαίωνε ότι de potentia absoluta ο Θεός μπορούσε να κάνει οτιδήποτε δεν ήταν αντιφατικό, συμπέραινε ότι, έστω κι αν ο Θεός δρούσε inordinata, αυτό θα συνεπαγόταν την άμεση δημιουργία νέας τάξης. Ο Θεός είναι, λοιπόν, υπερορθολογικός για τον Duns Scotus και όχι ανορθολογικός. Ο Henry του Ghent (Ερρίκος της Γάνδης) διατύπωσε σαφέστερα ένα δόγμα της θεϊκής ελευθερίας και διαμόρφωσε τη βούληση σε αυτόνομη δύναμη· όμως οι φοβερές και τρομακτικές συνέπειες αυτής της αντίληψης για τη θεϊκή παντοδυναμία έγιναν πλήρως κατανοητές μόνο με τον William Ockham (Γουλιέλμο του Όκαμ) και τη νομιναλιστική επανάσταση.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: