Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ - Giovanni Reale. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ - Giovanni Reale. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2022

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (1)

 ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

GIOVANNI REALE.

Πιστεύουμε πως ο όρος «μεταφυσική» είναι ο πιό κακοχωνεμένος και παρεξηγημένος φιλοσοφικός όρος, απολύτως. Και οι πολυάριθμες πολεμικές εναντίον τής μεταφυσικής τής συγχρόνου φιλοσοφίας ξεκινούν συνήθως από μία προϋπάρχουσα ερμηνεία του όρου, με αρνητική σημασία, η οποία μάλιστα ωθείται πέρα από κάθε όριο, δηλ. μέχρι της ταυτίσεώς της με το μή-επιστημονικό.

Και επειδή ολόκληρη η Ελληνική και η Ρωμαϊκή φιλοσοφία ριζώνει στην μεταφυσική, με διάφορες μορφές και διαφοροποιήσεις, συμφέρει να ξεκινήσουμε από μερικές δηλώσεις του Χάϊντεγκερ, πολύ διαφωτιστικές!

Στο διάσημο βιβλίο του «Νίτσε», ο Χάϊντεγκερ γράφει : «Το καλύτερο πράγμα είναι ότι ο ενδεικτικός χαρακτηρισμός της έννοιας μίας βασικής μεταφυσικής θέσεως αρχίζει από την έννοια «μεταφυσικό». Μ’αυτήν ονομάζεται εκείνο που ανήκει στην μεταφυσική. Αυτό το όνομα δείχνει από αιώνων το σύνολο εκείνων των ερωτήσεων της φιλοσοφίας στις οποίες αυτή η τελευταία βλέπει τον αληθινό της σκοπό. Μεταφυσική είναι λοιπόν ο τίτλος με τον οποίον υποδεικνύεται η αληθινή φιλοσοφία και αφορά λοιπόν κάθε φορά στην θεμελιώδη σκέψη μίας φιλοσοφίας. Ακόμη και η συνηθισμένη σημασία της λέξης, εκείνη δηλαδή που κυκλοφορεί σε κοινή χρήση, περιέχει ακόμη, παρότι αδιαφοροποίητη, μία μικρή αντανάκλαση αυτού του χαρακτήρος: με την ονομασία «μεταφυσικό» περιγράφεται αυτό που βρίσκεται πίσω στο βάθος, το οποίο κατά κάποιον τρόπο πάει πέρα από εμάς, αυτό που είναι ασύλληπτο. Η λέξη χρησιμοποιείται πότε με μία υποδεέστερη σημασία-σύμφωνα με την οποία αυτό που βρίσκεται πίσω στο βάθος, είναι μόνον κάτι φανταστικό και κατά βάθος δέν έχει νόημα - και πότε με μία εξαιρετικώς θετική σημασία, σύμφωνα με την οποία το μεταφυσικό είναι το ασύλληπτο και καθοριστικό τέλος. Σε κάθε περίπτωση όμως η σκέψη κινείται στο ακαθόριστο, στο αβέβαιο και στο σκοτεινό. Η λέξη σημαίνει το τέλος και το σύνορο της σκέψης και της ερώτησης, περισσότερο παρά την αυθεντική της αρχή και την εξήγηση της!».
Και αμέσως μετά ο Χάϊντεγκερ εξακριβώνει : «Σημειώνοντας την απαξία της λέξεως «μεταφυσική» δέν εισήλθαμε στον χώρο της αληθινής της σημασίας. Η λέξη και η γένεσή της είναι ιδιαιτέρως ξεχωριστή, και ακόμη πιό ξεχωριστή είναι  η ιστορία της. Και όμως, από την δύναμη και την κυριαρχία αυτής της λεξεως και από την ιστορία της εξαρτάται, σε ένα ουσιαστικό μέρος ,η διαμόρφωση του Δυτικού πνευματικού κόσμου. Και επομένως, του κόσμου γενικώς. Οι λέξεις είναι πολύ συχνά στην ιστορία, πιό δυνατές από τα πράγματα και τις πράξεις. Το γεγονός πως εμείς γνωρίζουμε κατά βάθος πολύ λίγα ακόμη γύρω από την δύναμη της λέξεως μεταφυσική και γύρω από την ιστορία τής φανερώσεως τής δυνάμεώς της, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε πόσο φτωχή και εξωτερική παρέμεινε η γνώση μας της ιστορίας της φιλοσοφίας, πόσο ελάχιστα εξοπλισμένοι είμαστε για μία αντιπαράθεση μαζί της, με τις βαθειές της θέσεις και με τις ενοποιές της δυνάμεις, τις καθοριστικές. Η ιστορία της φιλοσοφίας δέν είναι δουλειά της ιστοριογραφίας, αλλά της φιλοσοφίας

Και τελικώς, μπαίνοντας στην ουσία του θέματος, ο Χάϊντεγκερ συνδέει τον όρο «μεταφυσική» με εκείνον της «Αρχής», δηλ. με εκείνον τον όρο, με τον οποίον και γεννήθηκε η Ελληνική φιλοσοφία, και γράφει: «Μεταφυσική είναι ο τίτλος που δείχνει τον κύκλο των αληθινών ερωτήσεων της φιλοσοφίας. Και επειδή είναι πολλές, καθοδηγούνται από μία και μοναδική ερώτηση, και καθότι συμπεριλαμβάνονται όλες σ’αυτήν την τελευταία, είναι μία και μόνη η ερώτηση στην πραγματικότητα. Μ’αυτήν την ερώτηση, και ακόμη περισσότερο με την μοναδική ερώτηση της φιλοσοφίας, εισέρχεται και η ίδια η ερώτηση στην καθαρότητα που παράγει. Έτσι λοιπόν μας προκύπτει, πως η αρχική ερώτηση της μεγάλης αρχής της Δυτικής φιλοσοφίας διαθέτει μίαν αυτογνωσία. Αυτή η γνώση που διαθέτει για τον εαυτό της η φιλοσοφική απορία, καθορίζεται καταρχάς από την ανακάλυψη και τον ορισμό αυτού, χάριν τού οποίου και τίθεται η ερώτηση. Η φιλοσοφία ερωτά για την αρχή : και αν ακόμη δέν θέλουμε να σκεφτούμε με σοβαρό και συνεπή τρόπο, μπορούμε ωστόσο να υποθέσουμε πως γνωρίζουμε τί σημαίνει αυτή η αρχή: Αρχή-άρχειν σημαίνει ξεκινώ, το ξεκίνημα, αλλά σημαίνει επίσης ταυτοχρόνως το ότι στέκομαι στην αρχή τού πάντος, σημαίνει πως κυριαρχώ. Αυτή η ένδειξη της ουσίας της αρχής, την οποία μόλις παραθέσαμε, γίνεται επαρκής μόνον εάν ξεκαθαρίσουμε ταυτοχρόνως, τίνος πράγματος και για ποιό πράγμα ερευνάται η αρχή. Δέν γίνεται λοιπόν η έρευνα για κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή για ξεχωριστές καταστάσεις, και ίσως και κρυφές επιπλέον, αλλά απλά και μόνον για το όν. Μ’αυτόν τον όρο κατονομάζουμε κατ’αρχάς όλο αυτό που είναι, πού υπάρχει. Ερωτώντας όμως για την αρχή τού όντος, συμπεριλαμβάνουμε στην ερώτηση, στο σύνολό του, ολόκληρο το όν σαν όν. Με την ερώτηση της αρχής τού όντος ειπώθηκε ήδη κάτι για το όν στο σύνολό του. Και μόνον το όν στο σύνολό του κατέστη ορατό σαν όν και σάν  όλον».
Σ’αυτό το τρίτο χωρίο ο Χάϊντεγκερ δείχνει μ’έναν τέλειο τρόπο το εύρος τού προβλήματος της αρχής, αλλά δυστυχώς στην συνέχεια μετακινεί το ερώτημα, συγκεντρωνόμενος στην έννοια του «όντος», το οποίο και κατανοεί μ’έναν ιδιαίτερο τρόπο, δηλ. με την δική του οπτική γωνία, η οποία σήμερα έχει ανάγκη διορθώσεως.

Αντί όμως του «όντος», εμείς θα ξεκινήσουμε την εξερεύνηση της σημασίας τού όρου «μεταφυσική» συγκεντρωνόμενοι στον όρο και στην έννοια του όλου. Θα ερευνήσουμε λοιπόν και θα εξηγήσουμε τα δύο παραδείγματα, σύμφωνα με τα οποία ανεπτύχθη ο προβληματισμός τού όλου, δηλ. την αρχαία μεταφυσική, το οντολογικό παράδειγμα, καθώς και το ενολογικό. Θα δούμε δε επιπλέον, πώς αυτό το δεύτερο κυριάρχησε στην ελληνική σκέψη, και με ποιά σημασία και σε ποιό μέτρο συνδυάζεται με το πρώτο.
Στο φώς αυτών των «μεταφυσικών παραδειγμάτων», η  αρχαία φιλοσοφική σκέψη διαμορφώνεται σε μία απέραντη ακτίνα μεγαλειώδους σημασίας.

Αρχίζουμε λοιπόν με την έννοια του «όλου».
(Συνεχίζεται)

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (4)

Συνέχεια από Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

GIOVANNI REALE
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

1. Η αρχαία φιλοσοφία γεννιέται και αυξάνει βασισμένη στον «λόγο»
Η μεθοδολογία της αρχαίας φιλοσοφίας στηρίζεται πάνω απ’όλα στον λόγο, δηλαδή στην νόηση, και σ’αυτό που συνεπάγεται. Σε τούτη την μικρή αναφορά θα αναφερθούμε μόνο σε μερικά σημεία-κλειδιά του θέματος. Θα ενθυμήσουμε, κατ’αρχάς, πώς για «νόηση» δέν πρέπει να εννοηθεί η «επιστημονική λογική» που κυριαρχεί σήμερα, η οποία περικλείεται στην σφαίρα της εμπειρίας και του υπολογισμού. Διότι ο «φιλοσοφικός λόγος» των Ελλήνων είναι πολύ πιό κινητικός και ευκίνητος, πιό ανοιχτός, στην προσπάθεια του να πλησιάσει και να μετρηθεί με το «Όλον».
Η εμπειρία, η φαινομενολογική ανάλυση, η συμφωνία όλων των ανθρώπων, οι πεποιθήσεις των σοφών, η επαγωγική μέθοδος και η αναγωγή διαπλέκονται ποικιλοτρόπως.

Μερικοί φιλόσοφοι επεξεργάζονται λογικές, ανάμεσα στις οποίες η πιό διάσημη είναι οπωσδήποτε του Αριστοτέλη, η οποία βασίζεται στον συλλογισμό. Αλλά κάποιου ενδιαφέροντος είναι επίσης ο «κανόνας» του Επίκουρου αλλά και η λογική της Στοάς. Παρ’όλα αυτά, αυτές οι λογικές καταλήγουν να είναι όργανα ελέγχου εκ των υστέρων, παρά αληθινοί οδηγοί με τους οποίους κατασκευάζονται συστήματα, τα οποία συνήθως «ξεπροβάλλουν» αποφασιστικά πάνω απο τις σχετικές λογικές οι οποίες έχουν δεχθεί μία εκπεφρασμένη επεξεργασία.
Πολλοί φιλόσοφοι επικαλέστηκαν την «έμπνευση», σαν υπεύθυνη για την σύσταση κατά κάποιον τρόπο, της αρχής της φιλοσοφήσεως, δεδομένου πώς οι πρώτες αρχές δέν μπορούν να αναχθούν περισσότερο, ούτε να μεσολαβηθούν και επομένως δέν μπορούν παρά να συλληφθούν αμέσως, δηλαδή με την έμπνευση.

 Αυτός ο τύπος εμπνεύσεως όμως δέν έχει σχέση με την άλογη γεύση που ανήκει στην μοντέρνα έμπνευση, λόγω ακριβώς της πεποιθήσεως που δίνει η εξίσωση ανάμεσα στη σκέψη και στο Είναι, που βρίσκεται στη βάση της Ελληνικής σκέψης.
 Έμπνευση σημαίνει, μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, «βλέπω» με την νόηση, με τον Νού, πώς το πράγμα Ίσταται, υπάρχει, μ’έναν δεδομένο τρόπο, δηλαδή σημαίνει καθαρή «βεβαιότητα» και η βεβαιότης είναι ένα βαθύ έλλογο κριτήριο.
2. Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ «ΕΛΕΓΧΟΥ»
 Έτσι λοιπόν η αρχαία φιλοσοφία διέκρινε τουλάχιστον έναν τύπο προόδου, ο οποίος παραμένει κατά κάποιο τρόπο προνομιούχος.

Αυτή η πρόοδος είναι ο λεγόμενος «έλεγχος, ο οποίος χρησιμοποιείται πολύ συχνά απο τους Ελεάτες, απο τον  Σωκράτη και τον Πλάτωνα και ο οποίος περιγράφεται αναλυτικά απο τον Αριστοτέλη στην Μεταφυσική, σχετικά με την αρχή της μή-αντιφάσεως (Μεταφυσική, IV 3-8).
Έ λοιπόν, λέει ο Αριστοτέλης, η αρχή της μή-αντιφάσεως, καθότι πρώτη αρχή δέν είναι δυνατόν να αποδειχθεί.
Είναι αμέσως φανερή. Αλλά μπορεί να παρουσιαστεί, κατά κάποιο τρόπο, μέσω της ανασκευής (του ελέγχου) αυτού που απαιτεί να την αρνηθεί.
Ο διάσημος αυτός έλεγχος λοιπόν, συνίσταται, στην φανέρωση της αντιφατικότητος, στην οποία καταλήγει όποιος αρνείται την ίδια την αρχή.
Και πράγματι, όποιος αρνείται την αρχή της μή-αντιφάσεως, αυτοαναιρείται, πέφτει σε αντίφαση, διότι, την ίδια στιγμή που την αρνείται, την χρησιμοποιεί αθέμιτα.
Και αυτό το ίδιο ισχύει για όλες τις πρώτες αλήθειες. Απο την άποψη της μεθόδου αυτή είναι η πλέον σημαντική ανακάλυψη της αρχαίας φιλοσοφίας: Οι υπέρτατες αλήθειες τις οποίες δέν μπορούμε να αποποιηθούμε είναι εκείνες οι οποίες, την ίδια στιγμή που κάποιος τις αρνείται, είναι υποχρεωμένος να τις χρησιμοποιήσει αθέμιτα στην ίδια την πράξη με την οποία τις αρνείται και επομένως τις επαναβεβαιώνει προσπαθώντας ακριβώς να τις αρνηθεί.
Είναι μία αληθινή μεταφυσική «ενέδρα» που στήνουν όλες εκείνες οι αλήθειες απο τις οποίες ο άνθρωπος δέν μπορεί να ξεφύγει.
3. Η χρήση του «μύθου» σε συνέργεια με τον «λόγο» 
Σχετικά με πάρα πολλά προβλήματα που ζητούσαν λύση, ο Πλάτων ξεκινώντας απο τον Γοργία, μάλιστα δέ στα πιό σημαντικά σημεία της αναζητήσεως, και ενώ πλησιάζει η στιγμή να φανερωθεί η λύση, επικαλείται και τον μύθο, και εγκαθιδρύει μ’αυτόν τον τρόπο, ανάμεσα στον λόγο και στον μύθο, έναν δομικό δεσμό αδιαχώριστο πλέον. Οι θεμελιώδεις λόγοι αυτού του δεσμού πρέπει να γίνουν κατανοητοί, εάν επιθυμούμε να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε επαρκώς τα γραπτά του.
 Ξεκινώντας απο την μοντέρνα εποχή, ιδιαιτέρως δέ συνέπεια της Forma Mentis (Νοοτροπίας), η οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε με την «βιομηχανική επανάσταση», η φιλοσοφία ερμηνεύθηκε -γενικώς και ειδικώς- σαν ένα Ιστορικό πέρασμα απο τον μύθο στον λόγο. Και ερμηνεύθηκε κατά συνέπειαν η εξέλιξη της φιλοσοφίας σαν μία ανάπτυξη του λόγου σε πιό μεγάλη ακτίνα και σαν ένα ξεκόλλημα όλο και πιό ευκρινές αυτής της φιλοσοφίας απο τον μύθο. Εάν αυτό όμως είναι αλήθεια, είναι αλήθεια επίσης και το γεγονός πώς ξεκινώντας απο τον Πλάτωνα υπάρχει μία μαζική επαναπόκτηση του «μύθου» και μία επανα-ανακάλυψη της γνωστικής του αξίας.
Αυτό το σημείο ειδικά δέν γνώρισε την προσοχή που έπρεπε να αποκτήσει, λόγω μίας σειράς «προ-καταλήψεων», ώς επι το πλείστον συνδεδεμένων με τις πεποιθήσεις που προήλθαν απο την επιστημονική επανάσταση της συγχρόνου εποχής. Πολλές φορές λοιπόν, η γλώσσα του μύθου υπολογίσθηκε μόνον σαν μία «προ-φιλοσοφική» γλώσσα» ή ακόμη χειρότερα σαν «α-φιλοσοφική»  δηλαδή, σαν ένα μήνυμα εικονικό και φανταστικό, χωρίς κανένα χαρακτήρα επιστημονικό και αληθινό, και χωρίς κανένα νόημα, μετά την εμφάνιση της φιλοσοφίας.

Μία μεγάλη ευθύνη στην μετάδοση αυτής της πεποιθήσεως, ανήκει ώς γνωστόν στον Hegel και στην Ιστορία της φιλοσοφίας του που διαπραγματεύεται τον Πλάτωνα, διότι η έκθεση των φιλοσοφημάτων με την μορφή μύθων που παρουσιάζει ο Πλάτων, κατά την κρίση του, αποτελούν κάτι θεαματικό, στην ανάγνωση των διαλόγων του, αλλά ταυτοχρόνως αποτελούν και μία πηγή σημαντικών παρανοήσεων.
Ο Hegel ισχυρίζεται πώς ο μύθος προκαλεί αισθητικές εικόνες κατάλληλες στην «αναπαράσταση» και όχι στον στοχασμό, ο οποίος εκφράζεται πάντοτε και μόνον μέσω «εννοιών», με τον αποκλεισμό όλων των φαντασιακών αναπαραστάσεων.

  Η ώριμη σκέψη δέν έχει πλέον την ανάγκη του μύθου.
Συμφέρει όμως σ’αυτό το σημείο να ξαναδιαβάσουμε μία σελίδα του κειμένου του Hegel, η οποία επιβάλλεται απο πολλές απόψεις σαν παραδειγματική: «Η μυθική μορφή των πλατωνικών διαλόγων αποτελεί την γοητεία αυτών των γραπτών, αλλά είναι μία πηγή παρανοήσεων, και μία μορφή ασυνεννοησίας είναι ήδη εκείνη με την οποία εκλαμβάνονται αυτοί οι μύθοι σαν τα πιό υπέροχα πράγματα. Πολλά φιλοσοφήματα έγιναν πιό κατανοητά μέσω της μυθικής ενθέσεως, αλλά δέν είναι όμως αυτός ο αληθινός τρόπος εκθέσεως. Τα φιλοσοφήματα είναι σκέψεις και για να είναι καθαρές πρέπει να παρουσιάζονται και σαν σκέψεις. Ο μύθος αντιθέτως είναι πάντοτε μία έκθεση που χρησιμοποιεί τους τρόπους του αισθητού, οι οποίοι ενεργοποιούν αισθητές εικόνες κατάλληλες για την αναπαράσταση αλλά όχι για την σκέψη: είναι μία αδυναμία της σκέψεως, η οποία δέν μπορεί ακόμη να σταθεί απο μόνη της, δέν γνωρίζει ακόμη τον τρόπο με τον οποίο θα επικοινωνήσει. Η μυθική έκθεση, καθότι πιό αρχαία, είναι μία έκθεση στην οποία η σκέψη δέν είναι ακόμη ελεύθερη: είναι μία μόλυνση της σκέψης μέσω ενός αισθητού σχήματος, το οποίο όμως δέν μπορεί να εκφράσει αυτό που η σκέψη θα ήθελε να εκφράσει. Ο μύθος ερεθίζει και προσκαλεί, ωθώντας μας να ασχοληθούμε με το περιεχόμενο: είναι κάτι παιδαγωγικό. Ανήκουν στην παιδαγωγία του ανθρωπίνου γένους. Αλλά όμως όταν εμφανίστηκε η έννοια τότε έδειξε πώς δέν έχει πλέον την ανάγκη των μύθων. Απο το ένα μέρος οι μυθικές αναπαραστάσεις έχουν μία εκλαϊκευτική αξία, αλλά απο το άλλο, είναι σχεδόν αναπόφευκτος ο κίνδυνος να εκληφθεί σαν ουσιώδες κάτι που ανήκει μόνον στην αναπαράσταση, όχι στην σκέψη. Εάν δέν είναι γνωστό τί είναι η Έννοια, τί είναι ο στοχασμός, τότε απο τους διαλόγους του Πλάτωνος είναι δυνατόν να αποκομίσουμε μία ολόκληρη σειρά απο θεωρήματα και να τα πλασσάρουμε για πλατωνικά φιλοσοφήματα, ενώ στ’αλήθεια ανήκουν καθ’ολοκληρίαν μόνον στην τροπικότητα της αναπαραστάσεως. Αυτοί οι μύθοι προσέφεραν ήδη την ευκαιρία να θεωρηθούν σαν φιλοσοφήματα πολλές προτάσεις οι οποίες δέν είναι. Όταν όμως γνωρίζουμε πώς αυτές οι φράσεις ανήκουν στην αναπαράσταση καθ’εαυτή, τότε γνωρίζουμε επίσης πώς δέν είναι το ουσιώδες του πράγματος». (Hegel, μαθήματα στην Ιστορία της φιλοσοφίας σ. 97).
(Συνεχίζεται)

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (3)

 Συνέχεια απο: Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021 

GIOVANNI REALE
5. Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΩΤΙΝΟΥ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΟΛΟΥ.
Στην πολιτεία, λοιπόν, ο Πλάτων ορίζει την «φύση του φιλοσόφου» σαν την φύση εκείνων των ανθρώπων που αγαπούν εκείνη την επιστήμη που τους φανερώνει το Είναι, που πάντοτε υπάρχει και ποτέ δεν αλλάζει λόγω γεννήσεως και θανάτου, και ποθούν ολόκληρο αυτό το Είναι και δέν θέλουν να εγκαταλείψουν κανένα μέρος αυτού, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό. Ο φιλόσοφος είναι λοιπόν, ο εραστής της επιστήμης της ολότητος του Είναι (Πολιτεία VI,485 A).

....Πρέπει να τρέχει πάντοτε πίσω απο το όλον και απο το πάν του θεϊκού και του ανθρώπινου.
Και συμπληρώνει πώς ο φιλόσοφος πρέπει να’χει έναν νού...ο οποίος διαθέτει και κατέχει τον διαλογισμό για όλον τον χρόνο όλου του Είναι.

Τον «διαλογισμό όλου του Είναι»: να ένας καταπληκτικός ορισμός που μπορούμε να δώσουμε της φιλοσοφίας των Ελλήνων.
Όλα τα υπόλοιπα φιλοσοφικά ρεύματα που πήραν την έμπνευση τους απο τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη θα επαναλάβουν αυτές τις έννοιες και μάλιστα κάτω απο ορισμένες απόψεις θα τις εντείνουν.

Σύμφωνα με τον Πλωτίνο, για παράδειγμα, και με τους Νεοπλατωνικούς, όχι μόνον ο φιλόσοφος πρέπει να θεωρήσει το Όλον, αλλά όπως είδαμε, πρέπει να ταυτιστεί εκστατικά και να γίνει ένα με το Όλον.
Αύξεις τoίνυν σ’εαυτόν αφείς τα άλλα και πάρεστί σοι το πάν αφέντι (αύξανε λοιπόν τον εαυτό σου, εγκαταλείποντας όλα τα άλλα, και θα σου παρουσιαστεί, μετά απο αυτή την εγκατάλειψη, το πάν) (Εννεάδες, VI, 5,12)

6. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΣΟΦΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΕΠΙΚΕΝΤΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ «ΟΛΟΝ», ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΜΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΣΗΜΑΣΙΑ.
Θα μπορούσε όμως σ’αυτό το σημείο να εγερθεί η εξής αντίρρηση: όμως οι Σοφιστές και ο Σωκράτης, οι οποίοι απώθησαν κυριολεκτικά τις απαιτήσεις των Φυσικών για να επικεντρώσουν την έρευνα τους στον άνθρωπο, όπως επίσης και οι μεγάλες φιλοσοφίες της Ελληνιστικής περιόδου οι οποίες με την σειρά τους απώθησαν την Πλατωνική-Αριστοτελική μεταφυσική και πόλωσαν τα ενδιαφέροντα τους στην ηθική, πώς μπορούν να υπεισέλθουν μέσα σ’αυτό το πλαίσιο που χαράχτηκε λίγο πρίν; Δέν εγκατέλειψαν ίσως το «Όλον» χάριν ενός «μέρους» του, ακόμη και αν αυτό το μέρος είναι τελικώς τόσο ξεχωριστό, όπως είναι ο άνθρωπος;

Ας απαντήσουμε λοιπόν γρήγορα, διότι αυτό το θέμα, τοποθετημένο μ’αυτόν τον τρόπο, μπορεί να γεννήσει πολλές αντιφάσεις.
Θα μπορούσαμε βεβαίως να απαντήσουμε πολύ εύκολα φανερώνοντας πώς ακριβώς μέσα στη διάσημη πρόταση του Πρωταγόρα, η οποία δηλώνει ότι «ο Άνθρωπος είναι μέτρο όλων των πραγμάτων εκείνων που είναι καθότι είναι και εκείνων που δέν είναι καθότι δέν είναι», εκφράζεται ξεκάθαρα το Όλον, όπως εκφράζεται επίσης στον ίδιο τον τίτλο ενός απο τα κύρια έργα του Γοργία, που έχει τον τίτλο: «Περί Φύσεως ή περί του μή-είναι»

Εκείνο που αλλάζει στην περίπτωση τους, δέν είναι η προβληματική του ΟΛΟΥ, αλλά απλώς η οπτική γωνία απο την οποία ερευνάται.
Όμως αυτό που προσπαθούμε να εξηγήσουμε θα ξεκαθαρίσει απο μερικές σκέψεις γύρω απο την θέση του Σωκράτη.

Στην φιλοσοφία της Φύσεως ο Σωκράτης αντιπαραβάλλει μία «ανθρώπινη σοφία» δηλ, μία σοφία  η οποία δέν αφορά τον κόσμο, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο.
Αλλ’όμως εάν ο κόσμος και η Φύσις για τους προσωκρατικούς ήταν το Όλον, πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος, γύρω απο τον οποίο ερευνά ο Σωκράτης να μήν φανεί σαν ένα μέρος, και επομένως και η ίδια η ανθρώπινη σοφία πώς είναι δυνατόν να αποφύγει να φανεί σαν ένας τρόπος δομικά διαφορετικός σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα των Φυσικών;

Για να λύσουμε την δυσκολία που προκύπτει, ας αναρωτηθούμε κατ’αρχάς, ποιόν τύπο προβλήματος έθεσε ο Σωκράτης όσον αφορά τον άνθρωπο και ποιόν τύπο απαντήσεως έδωσε!
Ε  λοιπόν, όλες οι μαρτυρίες που έχουμε στην διάθεση μας, μας επιτρέπουν να καθορίσουμε το γεγονός πώς ο Σωκράτης μετακίνησε απλώς πάνω στον άνθρωπο εκείνο τον τύπο της ερωτήσεως που οι φυσικοί έθεταν γύρω απο τον κόσμο. Οι οποίοι είχαν σαν σκοπό να εξηγήσουν όλα τα πράγματα που σχετίζονται με το σύμπαν, μειώνοντάς τα στην ενότητα μίας Αρχής (η μερικών αρχών). Ο Σωκράτης έβαλε λοιπόν σαν σκοπό να εξηγήσει όλα τα πράγματα που είναι σχετικά με τον άνθρωπο και την ζωή του, μειώνοντας τα επίσης στην ενότητα μίας αρχής : ήθελε να φθάσει στην ουσία του ανθρώπου και μέσω αυτής, λόγω αυτής, να ερμηνεύσει όλη την ζωή τού ανθρώπου.

Έτσι η Σωκρατική έρευνα δέν έχει καμμία σχέση με όλες τις άλλες επιστήμες που θεραπεύουν κάποιες ιδιαιτερότητες του ανθρώπου, όπως η Ιατρική ή η γυμναστική. Αυτές οι επιστήμες ασχολούνται μόνον με μέρη δηλ, με πλευρές του ανθρώπου, όχι με το ΟΛΟΝ του ανθρώπου.
Μετά τον πολλαπλασιασμό των ανθρώπινων επιστημών,στα τέλη του 19ου αιώνος και την ανάπτυξή τους τον 20ο αιώνα, όπως η κοινωνιολογία, η ψυχολογία και παρόμοια, τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν πλέον τους λόγους μας είναι πάρα πολλά. Αυτό που διαφεύγει απο αυτές τις επιστήμες, δομικά είναι ακριβώς εκείνο το ΟΛΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ που ενδιέφερε τον Σωκράτη και το οποίο σε τελευταία ανάλυση είναι η ιδιαιτερότης της φιλοσοφίας, μέχρι σήμερα.

7. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ «ΟΛΟΥ» ΣΤΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ.
Οι φιλόσοφοι της Ελληνιστικής εποχής επικεντρώθηκαν οπωσδήποτε στην ηθική, αλλά τοποθέτησαν την ηθική τους σε μία ακριβέστατη θεωρία του Ειναι και του κόσμου, ακόμη και σε θεματικό επίπεδο.

Μετά τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου και την κυριαρχία της Ρώμης, με την ολική διάλυση της πόλεως, απο την οποία αντλούσε αξίες ο αρχαίος Έλληνας, ο Πολίτης μεταλλάχτηκε σε υπήκοο. Η κουλτούρα έγινε κοσμοπολίτικη, ο πολίτης άφησε σιγά-σιγά την θέση του στο άτομο. Η ηθική ξεχώρισε απο την πολιτική. Η Φιλοσοφία απο Ελληνική έγινε Ελληνιστική. Έγινε η μοναδική πηγή απο την οποία ο άνθρωπος της εποχής μπορούσε πλέον να αντλήσει τις αξίες που λάβαινε απο την πόλη και απο την θρησκεία της πόλεως. Προσφέρει νέο περιεχόμενο στην πνευματική ζωή, φωτίζει τις συνειδήσεις, βοηθά τον άνθρωπο να ζήσει και τού διδάσκει τον τρόπο να είναι ευτυχισμένος ακόμη και μέσα στην τραγική εποχή στην οποία ζεί.
Εγκαταλείπεται ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, διότι στηρίχτηκαν σε μία πόλη, η οποία δέν υπήρχε πλέον και η Φιλοσοφία επιστρέφει στον Σωκράτη. Η Φιλοσοφία είναι πλέον μία «τέχνη του ζείν». Μία αρμονία ή μία συμφωνία ανάμεσα στην θεωρία και στην ζωή, ανάμεσα στην θεωρία και στον τρόπο ζωής ή τον τρόπο θανάτου. Ο Φιλόσοφος είναι αυτός που γνωρίζει να ζεί και να πεθαίνει σε συμφωνία με το σύστημά του.

Η Φιλοσοφία έγινε σοφία, ζωή,πρακτική.
Γι’αυτό ο Πλωτίνος (Εν II, 9,9) σε συμφωνία με τον Μάρκο Αυρήλιο, γράφει: «Όποιος μέμφεται τον κόσμο μας, για την παρουσία πλούτου και φτώχειας, για την έλλειψη ισότητος, δέν γνωρίζει πώς ο σοφός δέν επιδιώκει την ισότητα σ’αυτό το είδος των πραγμάτων. Διότι δέν πιστεύει πώς έχει κάτι παραπάνω όποιος συγκέντρωσε πλούτη ή ότι το έχουν όσοι διαθέτουν την εξουσία απέναντι στους πολίτες. Ο σοφός γνωρίζει ότι είναι δύο τύπων η ζωή μας. Του ενάρετου και εκείνου της πλειονότητος των ανθρώπων (ο Φαύλος όχλος). Για να καταλήξει : Ου γαρ προς το εκάστω καταθύμιον (επιθυμία), αλλά προς το παν δει βλέπειν.

Απο την αρχή της μέχρι το τέλος της η Ελληνική φιλοσοφία εννόησε τον εαυτό της, σαν την προσπάθεια να κατανοηθούν όλα τα πράγματα: ανάγοντας τα στο τελευταίο τους θεμέλιο δηλ. Αναμετρήθηκε με το ΟΛΟΝ. Και ο λόγος του Πλάτωνος μπορεί να γίνει η καλύτερη μαρτυρία : ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΣ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟ ΟΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, ΕΑΝ ΟΧΙ, ΟΧΙ (πολιτεία VII 537 C)
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (2)

Συνέχεια από: Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Πρώτος χαρακτηρισμός του αντικειμενου της φιλοσοφίας και της Αρχαίας Μεταφυσικής σαν την κατανόηση του «Όλου». Δηλαδή, της Ολότητος της πραγματικότητος
GIOVANNI REALE.

1.Σε τι πράγμα συνίσταται ο προβληματισμός του «όλου»;

Ας θυμηθούμε γιά άλλη μια φορά πώς το χαρακτηριστικό από το οποίο εξαρτώνται όλα τα υπόλοιπα τής φιλοσοφίας των Ελλήνων, συνίσταται στην απαίτηση τους, την οποία διατήρησαν κατά την διάρκεια δώδεκα ολόκληρων αιώνων, να αναμετρηθούν με την ολότητα των πραγμάτων, δηλ. με το όλον τού Είναι!

Τι πράγμα γίνεται κατανοητό ακριβώς όταν ομιλούμε για την ολότητα των πραγμάτων ή για την ολότητα της πραγματικότητος ; Σαν αντικειμένου τής φιλοσοφίας και επομένως τού «Όλου»
Η ολότης δεν είναι μόνον το σύνολο των ξεχωριστών πραγμάτων. Και αυτό σημαίνει πώς το όλον δεν είναι η απλή πρόσθεση όλων των μερών.
Στο πρόβλημα του «Όλου» δηλ. δεν αναζητάται η «ποσότης της πραγματικότητος», την οποία επιθυμούμε να τιθασεύσουμε, αλλά η «ποιότης προσεγγίσεως σ’αυτή την πραγματικότητα» δηλ. η γωνία χάριν της οποίας επιθυμούμε την ηγεμονία.
Όταν λέμε πώς ο φιλόσοφος φιλοδοξεί να γνωρίσει όλα τα πράγματα όσο αυτό είναι δυνατόν - εξηγεί ακριβώς ο Αριστοτέλης - δεν υπονοείται πώς ο φιλόσοφος φιλοδοξεί να γνωρίσει κάθε ξεχωριστή πραγματικότητα, αλλά πώς στοχεύει να γνωρίσει το «καθόλου», την καθολικότητα, στήν οποία υπεισέρχονται όλα τά ξεχωριστά πράγματα, δηλ. εκείνη τήν καθολικότητα πού δίνει νόημα στα ιδιαίτερα πράγματα, ενώνοντάς τα (Μεταφ Ι 1-2)
Και το καθόλου για το οποίο μιλά ο Αριστοτέλης στην Μεταφυσική δεν είναι μία καθολικότης με την λογική της σημασία, δηλ. μία απλή θεωρία αλλά ένα καθόλου με την μεταφυσική σημασία, δηλ. μία ΑΡΧΗ (ή μερικές αρχές) υπέρτατη και άναρχη, ίση πάντοτε με τον εαυτό της, από την οποία προέρχονται όλα τα πράγματα και από την οποία στηρίζονται και προς την οποία τείνουν επίσης.
Η ερώτηση γύρω από το όλον λοιπόν τείνει να συμπέσει με το ερώτημα γύρω από την «θεμελιώδη αρχή» και επομένως αυτή που ενώνει την πολλαπλότητα.
Θα μπορούσαμε να πούμε επίσης πώς το ερώτημα για το Όλον συμπίπτει με το ερώτημα γύρω από το «έσχατο γιατί» των πραγμάτων, από την στιγμή που είναι ακριβώς αυτό το  «έσχατο γιατί» το οποίο, στο μέτρο που εξηγεί όλα τα πράγματα, αποτελεί τον ορίζοντα της κατανοήσεως όλων των πραγμάτων.
2. Ακόμη και οι έρευνες των προσωκρατικών αφορούν το «Όλον»
Ήδη λοιπόν οι προσωκρατικοί Φυσικοί, ξεκινώντας μάλιστα από τον Θαλή, ακολούθησαν αυτή την έννοια της φιλοσοφίας, όπως συμπεραίνεται από τα πολυάριθμα αποσπάσματα που διαθέτουμε και όπως φανέρωσε και ο Αριστοτέλης με μια τέλεια κριτική συνείδηση σε μία διάσημη σελίδα της Μεταφυσικής του : «Οι περισσότεροι από τους πρώτους φιλοσοφήσαντες εθεώρησαν σαν αρχές των πάντων μόνο τα είδη που υπάρχουν μέσα στην ύλη από όπου όλα τα όντα υπάρχουν και από όπου κατά πρώτον γεννώνται και όπου φθειρόμενα τελευτώντας επιστρέφουν, καθότι η ουσία υπομένει (παραμένει σταθερή) παρά τις παθητικές της μεταβολές, αυτό (που παραμένει) εδώ λοιπόν, ονόμασαν στοιχείο και αρχή των όντων, και γι’αυτό ούτε γίγνεται ούτε αφανίζεται, διότι μία τέτοια φύση πάντα σώζεται. Όπως ακριβώς ούτε τον Σωκράτη λέμε πώς γίγνεται όταν απλώς γίνεται καλός ή μουσικός ούτε ότι αφανίζεται όταν χάνει αυτές τις συνήθειες. Γιατί κάτω από την μεταβολή υπομένει το υποκείμενον, ο ίδιος ο Σωκράτης, έτσι ακριβώς λέμε και για τα άλλα. Γιατί πάντοτε υπάρχει κάποια φύσις ή μία ή περισσότερες από μία από όπου γίγνονται (αλλάζουν, μεταβάλλονται και φθείρονται) τα άλλα ενώ αυτή σώζεται.»
Σ’αυτό το χωρίο ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει στους Φυσικούς πώς η έρευνα που πραγματοποίησαν αφορούσε το Όλον. Παρότι υπογραμμίζει ταυτοχρόνως και τα όρια των λύσεων που προτάθηκαν από αυτούς τους στοχαστές, φανερώνοντας πώς οι αρχές στις οποίες στόχευαν ήταν υλικές.
Σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρεται πάλι στα «φυσιοκρατικά όρια αυτών των στοχαστών, τα οποία συνίστανται στο γεγονός πώς δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν μία θεωρία των υπέρ τα φυσικά όντων. Δηλ. τά όρια τών φυσιοκρατών, γιά τόν Αριστοτέλη όπως και για τον Πλάτωνα, είναι τα εξής: α) πίστεψαν πως υπάρχει μόνον το Φυσικό όν (είναι) β). Πίστεψαν συνεπώς πώς μπορούσαν να εξηγήσουν αυτό το Φυσικό είναι με φυσικές αρχές (Μεταφ Ι, 8 και Πλάτωνος Φαίδων, 96 Α)
Πώς λοιπόν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η έρευνά τους αφορούσε το Όλον. Διότι όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, θεώρησαν πώς αυτή η Φύσις ήταν όλη η πραγματικότης και όλο το Είναι. Δηλαδή και αυτοί ερεύνησαν το Όλον.
3. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του «Όλου» εκφρασμένο με οντολογική σημασία από τον Αριστοτέλη με την διατύπωση, «το όν ή όν» ή το «είναι σαν είναι».
Γι’άλλη μια φορά ο Αριστοτέλης για να προσδιορίσει με συνέπεια το «όλον» δημιούργησε την έκφραση «το όν ή όν»
Όλες οι τέχνες και οι ξεχωριστές επιστήμες έχουν να κάνουν με όντα, αλλά καμία από αυτές δέν ερευνά αυτά τα όντα που έχει σαν αντικείμενο, κάτω ακριβώς από την γωνία τού Είναι.
Έτσι λοιπόν οι ξεχωριστές επιστήμες ερευνούν, καθεμιά ένα μέρος μόνον, μία μερίδα, ένα τμήμα του Είναι και επιπλέον έξω από την ιδιαίτερη διάσταση τού Είναι.
Κατά συνέπεια οι αιτίες και οι αρχές που ερευνούν αυτές τις ξεχωριστές επιστήμες, ισχύουν μόνον για εκείνα τα συγκεκριμένα τμήματα του Είναι που τό έχουν σαν αντικείμενο. Ενώ οι αιτίες και οι αρχές που ερευνά ο φιλόσοφος στήν καθαρή διάσταση τού Είναι, εκείνες πού ενώνουν και εξηγούν όλα τα όντα, χωρίς καμία εξαίρεση.
Αυτή ακριβώς είναι η σημασία της ερωτήσεως για το Όλον. Όπως την φανερώνουν και δύο παραδειγματικά αποσπάσματα της Μεταφυσικής πάνω στο Θέμα:
«Υπάρχει μία επιστήμη η οποία θεωρεί το όν σαν όν και ό,τι ανήκει σ’αυτό καθ’αυτό, αυτή η επιστήμη δεν ταυτίζεται με καμμία από τις λεγόμενες μερικές επιστήμες, γιατί καμία από τις άλλες επιστήμες δεν επισκοπεί καθολικά περί του όντος σαν όν, αλλά τέμνοντας ένα μέρος αυτού ζητούν να δούν τα συμβεβηκότητα αυτού του τμήματος όπως κάνουν οι μαθηματικές επιστήμες (Μεταφ ΙV 1003 a 21…)
«Αναζητούμε τις αρχές και τα αίτια των όντων, δηλαδή αυτό που είναι σαν όντα. Διότι υπάρχει ένα αίτιο της υγείας και της ευεξίας και υπάρχουν αρχές και στοιχεία και αίτια και των μαθηματικών και γενικώς (όλως) κάθε διανοητική επιστήμη ή απλώς μετέχουσα της διάνοιας (της διανοητικής μεθόδου) ερευνά γύρω από αιτίες ή αρχές είτε με ακρίβεια είτε απλούστερα. Αλλά όλες αυτές αφού περιγράψουν (περιορίσουν) κάποιο όν και γένος, περί αυτού πραγματεύονται. Αλλά δεν ερευνούν περί του όντος απλώς ούτε περί του όντος σαν όν, ούτε κάνουν λόγο για το τι εστίν, δηλ. δεν τό αποκαλύπτουν δέν το ορίζουν! (Μεταφ. VI 1. 1025 b 1…)
Δεν μας λένε ποιο είναι αυτό το όν σαν όν.
4. Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι προσωκρατικοί αντιμετώπισαν και εξέφρασαν το πρόβλημα του «Όλου»
Ας δούμε λοιπόν τώρα μερικά βασικά αποσπάσματα που βεβαιώνουν την σταθερότητα του προβλήματος της ολότητος καθ’όλην την διάρκεια της υπάρξεως της Ελληνικής σκέψης, και δείχνουν και την ποικιλία, την ακρίβεια και το κάλλος των διαφορετικών διατυπώσεων που χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες στοχαστές ξεκινώντας από τους προσωκρατικούς.
Ο Θάλης, όπως γνωρίζουμε δεν έγραψε κάτι και γι’αυτόν γύρω από αυτόν έχουμε μία έμμεση παράδοση. Αλλά ήδη ο Αριστοτέλης τον περιλαμβάνει στην ιστορία του, ονομάζοντας τον μάλιστα «τον πρωτοπόρο αυτού του είδους δημιουργίας που είναι η φιλοσοφία» Δηλ. της φιλοσοφίας η οποία υπερβαίνοντας τον μύθο, ερευνά το «Όλον» με την καθαρή νόηση.
Και να πω πώς εμφανίζεται η προβληματική του όλου, στους πρώτους-πρώτους φιλοσόφους και στα αποσπάσματα τους, στου Αναξιμάνδρου και του Αναξιμένη.
[Η Αρχή] περιέχει στον εαυτό της όλα τα πράγματα και σε όλα τα πράγματα είναι οδηγός… και είναι το θείο…και είναι αθάνατη και άφθαρτη.
Όπως η ψυχή μας που είναι αήρ, μας συντηρεί και μας κυβερνά έτσι η πνοή και ο αήρ αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμη πιο σημαντικά είναι τα τρία επόμενα αποσπάσματα του Ηρακλείτου, όπου το πρόβλημα του Όλου σαν «ενότης του παντός» λαμβάνει ήδη μία εκπληκτική καθαρότητα.
Συνάψεις όλα και ούχ όλα, συμφερόμενον διαφερόμενον, συνάδον, διάδον, και εκ πάντων εν και εξ ενός πάντα.
[Συνδέσεις όλα και όχι όλα, ομόνοια διχόνοια, συμφωνία, διαφωνία, το Ένα γεννιέται απ’όλα και από το Ένα όλα]
Ένα μοναδικό πράγμα είναι η σοφία : να κατανοήσουμε πώς το πάν η κυβερνάται μέσω του παντός.
 Είναι σοφό να αναγνωρίσουμε πώς το πάν είναι Ένα.
Στην συνέχεια δε στον Παρμενίδη, η θεωρία της ολότητος υψώνεται σαν άρνηση κάθε ισχύος των «γνωμών των θνητών» (οι οποίες γνώμες είναι αποσπασματικές θεωρίες που βυθίζουν το είναι στην μερικότητα)
Επί πλέον στον Παρμενίδη το «όλον» αποκτά σχεδόν τα υλικά σημεία μίας σφαίρας: το όλον είναι το όν που «όμοιο με την μάζα μίας ολοστρόγγυλης σφαίρας» είναι ίσο με τον εαυτό του (όμοιον) όν το οποίο στην αιώνια ησυχία της άχρονης στιγμής αφομοιώνει όχι μόνον το ήταν και το θα είναι αλλά την γέννηση και τον θάνατο την μετάλλαξη και την κίνηση, στην απόλυτη ταυτότητα αφομοιώνει κάθε διαφορά και οριακά, αφαιρεί και εκμηδενίζει την πολλαπλότητα!
Ακόμη και ο εισαγωγικός διάλογος της Θεάς που του αποκαλύπτει την αλήθεια είναι εύλογος:
Πρέπει να γνωρίσεις το πάν.
1)    Και την μοναδική καρδιά της ολοστρόγγυλης αλήθειας

2)    Και τις γνώμες των θνητών, στις οποίες δεν υπάρχει αληθινή βεβαιότης

3)    Ακόμη και αυτό θα μάθεις : πώς τα πράγματα που φαίνονται έπρεπε να υπάρχουν στ’αλήθεια, καθότι υπάρχουν όλα σε κάθε αίσθηση!

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (1)

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

GIOVANNI REALE.

 

Πιστεύουμε πως ο όρος «μεταφυσική» είναι ο πιό κακοχωνεμένος και παρεξηγημένος φιλοσοφικός όρος, απολύτως. Και οι πολυάριθμες πολεμικές εναντίον τής μεταφυσικής τής συγχρόνου φιλοσοφίας ξεκινούν συνήθως από μία προϋπάρχουσα ερμηνεία του όρου, με αρνητική σημασία, η οποία μάλιστα ωθείται πέρα από κάθε όριο, δηλ. μέχρι της ταυτίσεώς της με το μή-επιστημονικό.

Και επειδή ολόκληρη η Ελληνική και η Ρωμαϊκή φιλοσοφία ριζώνει στην μεταφυσική, με διάφορες μορφές και διαφοροποιήσεις, συμφέρει να ξεκινήσουμε από μερικές δηλώσεις του Χάϊντεγκερ, πολύ διαφωτιστικές!

Στο διάσημο βιβλίο του «Νίτσε», ο Χάϊντεγκερ γράφει : «Το καλύτερο πράγμα είναι ότι ο ενδεικτικός χαρακτηρισμός της έννοιας μίας βασικής μεταφυσικής θέσεως αρχίζει από την έννοια «μεταφυσικό». Μ’αυτήν ονομάζεται εκείνο που ανήκει στην μεταφυσική. Αυτό το όνομα δείχνει από αιώνων το σύνολο εκείνων των ερωτήσεων της φιλοσοφίας στις οποίες αυτή η τελευταία βλέπει τον αληθινό της σκοπό. Μεταφυσική είναι λοιπόν ο τίτλος με τον οποίον υποδεικνύεται η αληθινή φιλοσοφία και αφορά λοιπόν κάθε φορά στην θεμελιώδη σκέψη μίας φιλοσοφίας. Ακόμη και η συνηθισμένη σημασία της λέξης, εκείνη δηλαδή που κυκλοφορεί σε κοινή χρήση, περιέχει ακόμη, παρότι αδιαφοροποίητη, μία μικρή αντανάκλαση αυτού του χαρακτήρος: με την ονομασία «μεταφυσικό» περιγράφεται αυτό που βρίσκεται πίσω στο βάθος, το οποίο κατά κάποιον τρόπο πάει πέρα από εμάς, αυτό που είναι ασύλληπτο. Η λέξη χρησιμοποιείται πότε με μία υποδεέστερη σημασία-σύμφωνα με την οποία αυτό που βρίσκεται πίσω στο βάθος, είναι μόνον κάτι φανταστικό και κατά βάθος δέν έχει νόημα - και πότε με μία εξαιρετικώς θετική σημασία, σύμφωνα με την οποία το μεταφυσικό είναι το ασύλληπτο και καθοριστικό τέλος. Σε κάθε περίπτωση όμως η σκέψη κινείται στο ακαθόριστο, στο αβέβαιο και στο σκοτεινό. Η λέξη σημαίνει το τέλος και το σύνορο της σκέψης και της ερώτησης, περισσότερο παρά την αυθεντική της αρχή και την εξήγηση της!».
Και αμέσως μετά ο Χάϊντεγκερ εξακριβώνει : «Σημειώνοντας την απαξία της λέξεως «μεταφυσική» δέν εισήλθαμε στον χώρο της αληθινής της σημασίας. Η λέξη και η γένεσή της είναι ιδιαιτέρως ξεχωριστή, και ακόμη πιό ξεχωριστή είναι  η ιστορία της. Και όμως, από την δύναμη και την κυριαρχία αυτής της λεξεως και από την ιστορία της εξαρτάται, σε ένα ουσιαστικό μέρος ,η διαμόρφωση του Δυτικού πνευματικού κόσμου. Και επομένως, του κόσμου γενικώς. Οι λέξεις είναι πολύ συχνά στην ιστορία, πιό δυνατές από τα πράγματα και τις πράξεις. Το γεγονός πως εμείς γνωρίζουμε κατά βάθος πολύ λίγα ακόμη γύρω από την δύναμη της λέξεως μεταφυσική και γύρω από την ιστορία τής φανερώσεως τής δυνάμεώς της, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε πόσο φτωχή και εξωτερική παρέμεινε η γνώση μας της ιστορίας της φιλοσοφίας, πόσο ελάχιστα εξοπλισμένοι είμαστε για μία αντιπαράθεση μαζί της, με τις βαθειές της θέσεις και με τις ενοποιές της δυνάμεις, τις καθοριστικές. Η ιστορία της φιλοσοφίας δέν είναι δουλειά της ιστοριογραφίας, αλλά της φιλοσοφίας

Και τελικώς, μπαίνοντας στην ουσία του θέματος, ο Χάϊντεγκερ συνδέει τον όρο «μεταφυσική» με εκείνον της «Αρχής», δηλ. με εκείνον τον όρο, με τον οποίον και γεννήθηκε η Ελληνική φιλοσοφία, και γράφει: «Μεταφυσική είναι ο τίτλος που δείχνει τον κύκλο των αληθινών ερωτήσεων της φιλοσοφίας. Και επειδή είναι πολλές, καθοδηγούνται από μία και μοναδική ερώτηση, και καθότι συμπεριλαμβάνονται όλες σ’αυτήν την τελευταία, είναι μία και μόνη η ερώτηση στην πραγματικότητα. Μ’αυτήν την ερώτηση, και ακόμη περισσότερο με την μοναδική ερώτηση της φιλοσοφίας, εισέρχεται και η ίδια η ερώτηση στην καθαρότητα που παράγει. Έτσι λοιπόν μας προκύπτει, πως η αρχική ερώτηση της μεγάλης αρχής της Δυτικής φιλοσοφίας διαθέτει μίαν αυτογνωσία. Αυτή η γνώση που διαθέτει για τον εαυτό της η φιλοσοφική απορία, καθορίζεται καταρχάς από την ανακάλυψη και τον ορισμό αυτού, χάριν τού οποίου και τίθεται η ερώτηση. Η φιλοσοφία ερωτά για την αρχή : και αν ακόμη δέν θέλουμε να σκεφτούμε με σοβαρό και συνεπή τρόπο, μπορούμε ωστόσο να υποθέσουμε πως γνωρίζουμε τί σημαίνει αυτή η αρχή: Αρχή-άρχειν σημαίνει ξεκινώ, το ξεκίνημα, αλλά σημαίνει επίσης ταυτοχρόνως το ότι στέκομαι στην αρχή τού πάντος, σημαίνει πως κυριαρχώ. Αυτή η ένδειξη της ουσίας της αρχής, την οποία μόλις παραθέσαμε, γίνεται επαρκής μόνον εάν ξεκαθαρίσουμε ταυτοχρόνως, τίνος πράγματος και για ποιό πράγμα ερευνάται η αρχή. Δέν γίνεται λοιπόν η έρευνα για κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή για ξεχωριστές καταστάσεις, και ίσως και κρυφές επιπλέον, αλλά απλά και μόνον για το όν. Μ’αυτόν τον όρο κατονομάζουμε κατ’αρχάς όλο αυτό που είναι, πού υπάρχει. Ερωτώντας όμως για την αρχή τού όντος, συμπεριλαμβάνουμε στην ερώτηση, στο σύνολό του, ολόκληρο το όν σαν όν. Με την ερώτηση της αρχής τού όντος ειπώθηκε ήδη κάτι για το όν στο σύνολό του. Και μόνον το όν στο σύνολό του κατέστη ορατό σαν όν και σάν  όλον».
Σ’αυτό το τρίτο χωρίο ο Χάϊντεγκερ δείχνει μ’έναν τέλειο τρόπο το εύρος τού προβλήματος της αρχής, αλλά δυστυχώς στην συνέχεια μετακινεί το ερώτημα, συγκεντρωνόμενος στην έννοια του «όντος», το οποίο και κατανοεί μ’έναν ιδιαίτερο τρόπο, δηλ. με την δική του οπτική γωνία, η οποία σήμερα έχει ανάγκη διορθώσεως.

Αντί όμως του «όντος», εμείς θα ξεκινήσουμε την εξερεύνηση της σημασίας τού όρου «μεταφυσική» συγκεντρωνόμενοι στον όρο και στην έννοια του όλου. Θα ερευνήσουμε λοιπόν και θα εξηγήσουμε τα δύο παραδείγματα, σύμφωνα με τα οποία ανεπτύχθη ο προβληματισμός τού όλου, δηλ. την αρχαία μεταφυσική, το οντολογικό παράδειγμα, καθώς και το ενολογικό. Θα δούμε δε επιπλέον, πώς αυτό το δεύτερο κυριάρχησε στην ελληνική σκέψη, και με ποιά σημασία και σε ποιό μέτρο συνδυάζεται με το πρώτο.
Στο φώς αυτών των «μεταφυσικών παραδειγμάτων», η  αρχαία φιλοσοφική σκέψη διαμορφώνεται σε μία απέραντη ακτίνα μεγαλειώδους σημασίας.

Αρχίζουμε λοιπόν με την έννοια του «όλου».
(Συνεχίζεται)

Τετάρτη 9 Ιουνίου 2021

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΒΑΣΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (4)

Συνέχεια από: Δευτέρα 7 Ιουνίου 2021

GIOVANNI REALE
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

1. Η αρχαία φιλοσοφία γεννιέται και αυξάνει βασισμένη στον «λόγο»
Η μεθοδολογία τής αρχαίας φιλοσοφίας στηρίζεται πάνω απ’όλα στον λόγο, δηλαδή στην νόηση, και σ’αυτό που συνεπάγεται. Σε τούτη την μικρή αναφορά θα αναφερθούμε μόνο σε μερικά σημεία-κλειδιά του θέματος. Θα ενθυμήσουμε, κατ’αρχάς, πώς για «νόηση» δέν πρέπει να εννοηθεί η «επιστημονική λογική» που κυριαρχεί σήμερα, η οποία περικλείεται στην σφαίρα της εμπειρίας και του υπολογισμού. Διότι ο «φιλοσοφικός λόγος» των Ελλήνων είναι πολύ πιό κινητικός και ευκίνητος, πιό ανοιχτός, στην προσπάθεια του να πλησιάσει και να μετρηθεί με το «Όλον».Η εμπειρία, η φαινομενολογική ανάλυση, η συμφωνία όλων των ανθρώπων, οι πεποιθήσεις των σοφών, η επαγωγική μέθοδος και η αναγωγή διαπλέκονται ποικιλοτρόπως.
Μερικοί φιλόσοφοι επεξεργάζονται λογικές, ανάμεσα στις οποίες η πιό διάσημη είναι οπωσδήποτε του Αριστοτέλη, η οποία βασίζεται στον συλλογισμό. Αλλά κάποιου ενδιαφέροντος είναι επίσης ο «κανόνας» τού Επίκουρου αλλά και η λογική τής Στοάς. Παρ’όλα αυτά, αυτές οι λογικές καταλήγουν να είναι όργανα ελέγχου εκ των υστέρων, παρά αληθινοί οδηγοί με τους οποίους κατασκευάζονται συστήματα, τα οποία συνήθως «ξεπροβάλλουν» αποφασιστικά πάνω απο τις σχετικές λογικές οι οποίες έχουν δεχθεί μία εκπεφρασμένη επεξεργασία.Πολλοί φιλόσοφοι επικαλέστηκαν την «έμπνευση», σαν υπεύθυνη για την σύσταση κατά κάποιον τρόπο, τής αρχής τής φιλοσοφήσεως, δεδομένου πώς οι πρώτες αρχές δέν μπορούν να αναχθούν περισσότερο, ούτε να μεσολαβηθούν και επομένως δέν μπορούν παρά να συλληφθούν αμέσως, δηλαδή με την έμπνευση.

Αυτός ο τύπος εμπνεύσεως όμως δέν έχει σχέση με την άλογη γεύση που ανήκει στην μοντέρνα έμπνευση, λόγω ακριβώς τής πεποιθήσεως που δίνει η εξίσωση ανάμεσα στή σκέψη και στο Είναι, που βρίσκεται στη βάση τής Ελληνικής σκέψης.
Έμπνευση σημαίνει, μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, «βλέπω» με την νόηση, με τον Νού, πώς το πράγμα Ίσταται, υπάρχει, μ’έναν δεδομένο τρόπο, δηλαδή σημαίνει καθαρή «βεβαιότητα» και η βεβαιότης είναι ένα βαθύ έλλογο κριτήριο.
2. Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ «ΕΛΕΓΧΟΥ» 
Έτσι λοιπόν η αρχαία φιλοσοφία διέκρινε τουλάχιστον έναν τύπο προόδου, ο οποίος παραμένει κατά κάποιο τρόπο προνομιούχος.

Αυτή η πρόοδος είναι ο λεγόμενος "έλεγχος", ο οποίος χρησιμοποιείται πολύ συχνά απο τους Ελεάτες, απο τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα και ο οποίος περιγράφεται αναλυτικά απο τον Αριστοτέλη στην Μεταφυσική, σχετικά με την αρχή της μή-αντιφάσεως (Μεταφυσική, IV 3-8).
Έ λοιπόν, λέει ο Αριστοτέλης, η αρχή τής μή-αντιφάσεως, καθότι πρώτη αρχή δέν είναι δυνατόν να αποδειχθεί.
Είναι αμέσως φανερή. Αλλά μπορεί να παρουσιαστεί, κατά κάποιο τρόπο, μέσω της ανασκευής (τού ελέγχου) αυτού που απαιτεί να την αρνηθεί.
Ο διάσημος αυτός έλεγχος λοιπόν, συνίσταται, στην φανέρωση της αντιφατικότητος, στην οποία καταλήγει όποιος αρνείται την ίδια την αρχή.
Και πράγματι, όποιος αρνείται την αρχή της μή-αντιφάσεως, αυτοαναιρείται, πέφτει σε αντίφαση, διότι, την ίδια στιγμή που την αρνείται, την χρησιμοποιεί αθέμιτα.
Και αυτό το ίδιο ισχύει για όλες τις πρώτες αλήθειες. Απο την άποψη τής μεθόδου αυτή είναι η πλέον σημαντική ανακάλυψη της αρχαίας φιλοσοφίας: Οι υπέρτατες αλήθειες τις οποίες δέν μπορούμε να αποποιηθούμε είναι εκείνες οι οποίες, την ίδια στιγμή που κάποιος τις αρνείται, είναι υποχρεωμένος να τις χρησιμοποιήσει αθέμιτα στην ίδια την πράξη με την οποία τις αρνείται και επομένως τις επαναβεβαιώνει προσπαθώντας ακριβώς να τις αρνηθεί.
Είναι μία αληθινή μεταφυσική «ενέδρα» που στήνουν όλες εκείνες οι αλήθειες απο τις οποίες ο άνθρωπος δέν μπορεί να ξεφύγει.
3. Η χρήση τού «μύθου» σε συνέργεια με τον «λόγο»
Σχετικά με πάρα πολλά προβλήματα που ζητούσαν λύση, ο Πλάτων ξεκινώντας απο τον Γοργία, μάλιστα δέ στα πιό σημαντικά σημεία τής αναζητήσεως, και ενώ πλησιάζει η στιγμή να φανερωθεί η λύση, επικαλείται και τον μύθο, και εγκαθιδρύει μ’αυτόν τον τρόπο, ανάμεσα στον λόγο και στον μύθο, έναν δομικό δεσμό αδιαχώριστο πλέον. Οι θεμελιώδεις λόγοι αυτού του δεσμού πρέπει να γίνουν κατανοητοί, εάν επιθυμούμε να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε επαρκώς τα γραπτά του.
Ξεκινώντας απο την μοντέρνα εποχή, ιδιαιτέρως δέ συνέπεια τής Forma Mentis (Νοοτροπίας), η οποία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε με την «βιομηχανική επανάσταση», η φιλοσοφία ερμηνεύθηκε -γενικώς και ειδικώς- σαν ένα Ιστορικό πέρασμα απο τον μύθο στον λόγο. Και ερμηνεύθηκε κατά συνέπειαν η εξέλιξη της φιλοσοφίας σαν μία ανάπτυξη τού λόγου σε πιό μεγάλη ακτίνα και σαν ένα ξεκόλλημα όλο και πιό ευκρινές αυτής της φιλοσοφίας απο τον μύθο. Εάν αυτό όμως είναι αλήθεια, είναι αλήθεια επίσης και το γεγονός πώς ξεκινώντας απο τον Πλάτωνα υπάρχει μία μαζική επαναπόκτηση του «μύθου» και μία επανα-ανακάλυψη τής γνωστικής του αξίας.Αυτό το σημείο ειδικά δέν γνώρισε την προσοχή που έπρεπε να αποκτήσει, λόγω μίας σειράς «προ-καταλήψεων», ώς επι το πλείστον συνδεδεμένων με τις πεποιθήσεις που προήλθαν απο την επιστημονική επανάσταση της συγχρόνου εποχής. Πολλές φορές λοιπόν, η γλώσσα του μύθου υπολογίσθηκε μόνον σαν μία «προ-φιλοσοφική» γλώσσα» ή ακόμη χειρότερα σαν «α-φιλοσοφική» δηλαδή, σαν ένα μήνυμα εικονικό και φανταστικό, χωρίς κανένα χαρακτήρα επιστημονικό και αληθινό, και χωρίς κανένα νόημα, μετά την εμφάνιση τής φιλοσοφίας.

Μία μεγάλη ευθύνη στην μετάδοση αυτής της πεποιθήσεως, ανήκει ώς γνωστόν στον Hegel και στην Ιστορία της φιλοσοφίας του που διαπραγματεύεται τον Πλάτωνα, διότι η έκθεση των φιλοσοφημάτων με την μορφή μύθων που παρουσιάζει ο Πλάτων, κατά την κρίση του, αποτελούν κάτι θεαματικό, στην ανάγνωση των διαλόγων του, αλλά ταυτοχρόνως αποτελούν και μία πηγή σημαντικών παρανοήσεων.Ο Hegel ισχυρίζεται πώς ο μύθος προκαλεί αισθητικές εικόνες κατάλληλες στην «αναπαράσταση» και όχι στον στοχασμό, ο οποίος εκφράζεται πάντοτε και μόνον μέσω «εννοιών», με τον αποκλεισμό όλων των φαντασιακών αναπαραστάσεων.

Η ώριμη σκέψη δέν έχει πλέον την ανάγκη του μύθου.
Συμφέρει όμως σ’αυτό το σημείο να ξαναδιαβάσουμε μία σελίδα τού κειμένου του Hegel, η οποία επιβάλλεται απο πολλές απόψεις σαν παραδειγματική: «Η μυθική μορφή των πλατωνικών διαλόγων αποτελεί την γοητεία αυτών των γραπτών, αλλά είναι μία πηγή παρανοήσεων, και μία μορφή ασυνεννοησίας είναι ήδη εκείνη με την οποία εκλαμβάνονται αυτοί οι μύθοι σαν τα πιό υπέροχα πράγματα. Πολλά φιλοσοφήματα έγιναν πιό κατανοητά μέσω της μυθικής ενθέσεως, αλλά δέν είναι όμως αυτός ο αληθινός τρόπος εκθέσεως. Τα φιλοσοφήματα είναι σκέψεις και για να είναι καθαρές πρέπει να παρουσιάζονται και σαν σκέψεις. Ο μύθος αντιθέτως είναι πάντοτε μία έκθεση που χρησιμοποιεί τους τρόπους του αισθητού, οι οποίοι ενεργοποιούν αισθητές εικόνες κατάλληλες για την αναπαράσταση αλλά όχι για την σκέψη: είναι μία αδυναμία της σκέψεως, η οποία δέν μπορεί ακόμη να σταθεί απο μόνη της, δέν γνωρίζει ακόμη τον τρόπο με τον οποίο θα επικοινωνήσει. Η μυθική έκθεση, καθότι πιό αρχαία, είναι μία έκθεση στην οποία η σκέψη δέν είναι ακόμη ελεύθερη: είναι μία μόλυνση της σκέψης μέσω ενός αισθητού σχήματος, το οποίο όμως δέν μπορεί να εκφράσει αυτό που η σκέψη θα ήθελε να εκφράσει. Ο μύθος ερεθίζει και προσκαλεί, ωθώντας μας να ασχοληθούμε με το περιεχόμενο: είναι κάτι παιδαγωγικό. Ανήκουν στην παιδαγωγία του ανθρωπίνου γένους. Αλλά όμως όταν εμφανίστηκε η έννοια τότε έδειξε πώς δέν έχει πλέον την ανάγκη των μύθων. Απο το ένα μέρος οι μυθικές αναπαραστάσεις έχουν μία εκλαϊκευτική αξία, αλλά απο το άλλο, είναι σχεδόν αναπόφευκτος ο κίνδυνος να εκληφθεί σαν ουσιώδες κάτι που ανήκει μόνον στην αναπαράσταση, όχι στην σκέψη. Εάν δέν είναι γνωστό τί είναι η Έννοια, τί είναι ο στοχασμός, τότε απο τους διαλόγους του Πλάτωνος είναι δυνατόν να αποκομίσουμε μία ολόκληρη σειρά απο θεωρήματα και να τα πλασσάρουμε για πλατωνικά φιλοσοφήματα, ενώ στ’αλήθεια ανήκουν καθ’ολοκληρίαν μόνον στην τροπικότητα της αναπαραστάσεως. Αυτοί οι μύθοι προσέφεραν ήδη την ευκαιρία να θεωρηθούν σαν φιλοσοφήματα πολλές προτάσεις οι οποίες δέν είναι. Όταν όμως γνωρίζουμε πώς αυτές οι φράσεις ανήκουν στην αναπαράσταση καθ’εαυτή, τότε γνωρίζουμε επίσης πώς δέν είναι το ουσιώδες του πράγματος». (Hegel, μαθήματα στην Ιστορία της φιλοσοφίας σ. 97).
(Συνεχίζεται)
Ο ΛΟΓΟΣ ΠΕΙΘΕΙ ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ. 
ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΕΙΘΟΥΝ. ΟΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΤ ΑΛΛΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. Η ΠΕΙΘΩ, ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΡΗΤΟΡΙΚΗ  ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΟΥ ΝΟΕΙΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ. ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ. Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΙΣΜΟΥ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Ο ΚΑΝΤ ΜΑΣ ΠΡΟΣΕΦΕΡΕ ΜΙΑ. ΑΦΟΥ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ.[Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗΣ] ΓΕΝΝΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ Η ΟΠΟΙΑ ΟΜΩΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΕΝΟΣ. Ο ΧΡΟΝΟΣ π.χ. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΣ. ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΔΙΝΕ Ο ΓΗΙΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΠΕΡΝΙΚΟΥ. ΣΗΜΕΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΘΕΙΣΜΟ ΠΟΥ ΚΗΡΥΞΕ Ο ΝΙΤΣΕ  Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΤΑΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.