Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί νήψεως». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Περί νήψεως». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η καρδιά ως "μεταφυσικό" όργανο

Στην Αγία Γραφή και στους πατέρες, συναντάμε συχνά να αναφέρεται η "καρδιά". Ποια είναι η σημασία και η χρήση της στην Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία;*

+++

 1.Η καρδιά

Μια από τις βασικές αιτήσεις μας προς τον Θεό είναι η απόκτηση της σωτηρίας. «Υπέρ της άνωθεν ειρήνης και της σωτηρίας των ψυχών ημών του Κυρίου δεηθώμεν». Επίσης τα περισσότερα τροπάρια καταλήγουν στην πρόταση «πρέσβευε του σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Η σωτηρία της ψυχής δεν είναι απέκδυση ενός πράγματος, αλλά ένδυση του Χριστού, δεν είναι αρνητική κατάσταση, αλλά θετική, είναι κυρίως κοινωνία και ένωση με τον Χριστό. Αυτή η κοινωνία γίνεται πρωτίστως μέσα στην καρδιά. Γι’ αυτό η απόκτηση της σωτηρίας είναι κυρίως εύρεση της καρδιάς. Όταν αξιωθούμε από τον Θεό να βρούμε την καρδιά, τότε βαδίζουμε τον δρόμο της σωτηρίας. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αββά Παμβώ: «ει έχεις καρδίαν, δύνασαι σωθήναι»[204]. Το να έχη κανείς καρδιά σημαίνει να βρη την καρδιά του, μέσα από την οποία θα τον κατευθύνη ο Θεός

Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής ερμηνεύοντας τον λόγο του Κυρίου «η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν» (Λουκ. ιζ’, 21) λέγει ότι πρέπει κανείς να έχη την Χάρη του Αγίου Πνεύματος ενεργούσα στην καρδιά του και έτσι να εισέλθη κατ’ αναλογίαν στην Βασιλεία του Θεού. «... χρη πρώτον εν τη καρδία ενεργούσαν έχειν την χάριν του Αγίου Πνεύματος και ούτω κατά αναλογίαν εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών»[205]. Γι’ αυτό πολλοί Πατέρες θεωρούν απαραίτητη την εύρεση του χώρου της καρδιάς, μέσα στην οποία ενεργεί η άκτιστη Χάρη του Θεού, διότι τότε ο Χριστιανός έχει διδάσκαλο τον Θεό και κατευθύνεται με ασφάλεια από το Πανάγιο Πνεύμα.

2. Τι είναι καρδιά


Όταν η Αγία Γραφή και οι άγιοι Πατέρες μιλούν για την καρδιά εννοούν την μεταφυσική (πνευματική) καρδιά, αλλά και την σαρκική καρδιά. Δηλαδή καρδια είναι αφ’ ενός μεν το σαρκικό όργανο, αφ’ ετέρου δε το κέντρο της υπάρξεώς μας, μέσα στο οποίο γίνεται η κοινωνία και η ένωσή μας με τον Θεό. Σ’ ένα σημείο συναντώνται οι δυο αυτές έννοιες της καρδιάς, αλλά και συγχρόνως διαφοροποιούνται. Θα το δούμε αυτό αναλυτικότερα στα επόμενα.

Και πρώτα-πρώτα ας δούμε τα περί της μεταφυσικής (πνευματικής) καρδιάς. Είναι αρκετά δύσκολο να δώση κανείς ορισμό αυτής της πνευματικής καρδιάς, γιατί «άβυσσος γαρ ακατάληπτος αληθώς η καρδία»[206]. Ιδίως στον σαρκικό άνθρωπο, που διακατέχεται από την κυριαρχία της λογικής και ο οποίος βιώνει την ζόφωση της μεταπτωτικής ζωής, είναι αδύνατη η γνώση αυτής της πνευματικής καρδιάς. Γι’ αυτό δεν μπορεί να ευρεθή κανείς ορισμός ο οποίος θα μπορέση να περιγράψη αυτήν την πραγματικότητα που βιώνει ο πνευματικός άνθρωπος. Μόνον χαρακτηρισμούς και εικόνες μπορεί κανείς να διατυπώση.

Ο πνευματικός άνθρωπος που ζη με την προσευχή «γνωρίζει, ότι η καρδία του δεν είναι μόνον εν φυσικόν όργανον ή το όργανον της ψυχικής ζωής, αλλά μεταφυσικόν τι, μη υπαγόμενον εις ορισμόν, ικανόν να εγγίση τον Θεόν, την πηγήν πάσης υπάρξεως»[207]. Η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος, που αναπτύσσεται όλη η πνευματική ζωή, που ενεργεί η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Αυτή «η βαθεία καρδία» είναι εν πολλοίς άγνωστος όχι μόνον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο τον άνθρωπο. Γιατί η Χάρη του Θεού εργάζεται μυστικά την σωτηρία του ανθρώπου μέσα στην καρδιά του. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Πεδίον του πνευματικού αγώνος δι’ έκαστον άνθρωπον προ παντός είναι η εαυτού καρδία. Και όστις αγαπά να εισέρχεται εις την καρδίαν του, κατανοεί τον λόγον του προφήτου Δαβίδ: «Προσελεύσεται άνθρωπος, και καρδία βαθεία» (Ψαλμ. ξγ’, 7). Η γνησία εν Χριστώ ρέει εκεί, εν τη βαθεία καρδία, κεκρυμμένη ουχί μόνον από τα ξένα βλέμματα αλλά εν τω πληρώματι αυτής και από αυτόν τον ίδιον τον άνθρωπον. Όστις εισήλθεν εις τον μυστικόν τούτον νυμφώνα, αυτός αναμφιβόλως εδοκίμασεν άφραστον έκπληξιν προ του μυστηρίου της υπάρξεως. Όστις κεκαθαρμένη διανοία παρεδόθη εις την εντατικήν παρατήρησιν της βαθείας αυτού καρδίας, αυτός κατανοεί ότι είναι αδύνατον να παρακολουθήση εν παντί την ροήν της ζωής, έστω και δια βραχύ τι χρονικόν διάστημα. Αυτός αντιλαμβάνεται το αδύνατον να συλλάβη την πορείαν της πνευματικής ζωής της καρδίας, το βάθος της οποίας εισέρχεται εις επαφήν με εκείνο το Είναι, όπου δεν υπάρχουν πλέον πορείαι»[208].

Ο Απόστολος Πέτρος ονομάζει την καρδία κρυπτόν άνθρωπον: «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» (Α’ Πέτρ. γ’, 4). Είναι πράγματι ο χώρος εκείνος στον οποίο αγιάζεται ο Θεός: «Κύριον δε τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’ 15). Μέσα στην καρδιά ανατέλλει η Χάρη του Θεού: «... έως ου ημέρα διαυγάση και φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών» (Β’ Πέτρ. α’, 19). Παρά την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό μέσα στην καρδιά, η καρδιά παραμένει το «έλασσον» και ο Θεός το μείζον. «Μείζων εστίν ο Θεός της καρδίας ημών» (Α’ Ιω. γ’, 20).

Αναφέρθηκαν αυτά τα αγιογραφικά χωρία όχι για να παρουσιάσουμε τους χαρακτηρισμούς της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων για την καρδιά, πράγμα το οποίο θα κάνουμε σε άλλη παράγραφο, αλλά για να γίνη αντιληπτό ότι σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης και των αγίων Πατέρων γίνεται λόγος για την καρδιά.

Έχουμε αλλού εντοπίσει το γεγονός ότι ο νους είναι κυρίως ο οφθαλμός της ψυχής. Επίσης έχουμε σημειώσει ότι σε πολλά χωρία των αγίων Πατέρων ο νους συνδέεται με την καρδιά. Πράγματι η καρδιά ταυτίζεται με τον νου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είναι χαρακτηριστικός: «... τον νουν καθαίρειν σπευδόντων από μίσους και ακρασίας, ον καρδίαν ονομάζει ο Κύριος»[209]. Ο νους είναι οφθαλμός της ψυχής, η καρδιά είναι το κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου, το κέντρο του πνευματικού κόσμου, αλλά φαίνεται ότι αυτά τα δυο συνδέονται μεταξύ τους. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμισθή ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ενώ ομιλεί περί της καθαρότητος της καρδιάς, στην συνέχεια αναλύει τον νου και την καθαρότητα του νου [210].

Βέβαια, πρέπει να υπενθυμίσουμε και αυτό που ελέχθησε προηγούμενη παράγραφο, ότι οι Πατέρες ονομάζουν νου και την ουσία της ψυχής που βρίσκεται στην καρδιά και την ενέργεια της ψυχής που συνίσταται στους λογισμούς. «Νους λέγεται και η του νου ενέργεια εν λογισμοίς συνισταμένη και νοήμασι. Νους εστι και η ενεργούσα ταύτα δύναμις, ήτις και καρδία καλείται παρά της Γραφής»[211]. Και ο Νικηφόρος ο Μονάζων, αναλύοντας και περιγράφοντας την προσοχή, λέγει ότι άλλοι από τους Πατέρες την προσοχή χαρακτήρισαν τήρηση του νου, άλλοι καρδιακή φυλακή, άλλοι νήψη και άλλοι νοερά ησυχία. «Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν∙ ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, ούτω και περί τούτων νόει»[212]. Επομένως, κατά τον Νικηφόρο Μονάζοντα, είτε πούμε τήρηση του νου είτε φυλακή της καρδίας είναι το ίδιο πράγμα. Αυτό σημαίνει ότι στην πατερική θεολογία ο νους συνδέεται και ταυτίζεται με την καρδιά. Γι’ αυτό όσα περί του νου γράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο ισχύουν και για την καρδιά, αλλά εδώ θα πούμε περισσότερα για την καρδιά.

Η σύνδεση νου και καρδιάς φαίνεται και στην διδασκαλία του αγίου Διαδόχου Φωτικής. Ο άγιος διδάσκει ότι από την στιγμή του Βαπτίσματος η Χάρη του Θεού «εν αυτώ τω βάθει του νου εγκρύπτεται», κρύπτουσα συγχρόνως από την αίσθηση του νου την παρουσία της. Όταν ο άνθρωπος αρχίση να αγαπά τον Θεό «εκ πάσης προθέσεως», τότε με την αίσθηση του νου μεταδίδει μέρος των αγαθών της στην ψυχή. Όταν όμως σκορπίση όλο τον υλικό πλούτο, «τότε ευρίσκει τον τόπο εν ω η χάρις κατακέκρυπται του Θεού»[213]. Σε άλλο κεφάλαιο ο άγιος λέγει ότι η Χάρη με το άγιο Βάπτισμα κατασκηνώνει στο βάθος της ψυχής, «τουτ’ έστιν εις τον νουν». Και όταν θερμώς ενθυμούμαστε τον Θεό, τότε «εξ αυτού του βάθους της καρδίας ημών αισθανόμεθα του θείου» [214]. Βλέπουμε εδώ στα χωρία αυτά την σύνδεση νου, ψυχής και καρδιάς.


Επειδή στην εποχή του αγίου Διαδόχου κυριαρχούσε η αιρετική ιδέα των Μασσαλιανών, ότι στον ίδιο χώρο της ψυχής συνυπάρχουν η Χάρη του Θεού και ο σατανάς, ο άγιος διαχωρίζει τα πράγματα από την γνώση της Αγίας Γραφής και από την αίσθηση του νου. Ο άγιος τονίζει ότι προ του «αγίου βαπτίσματος έξωθεν η χάρις προς τα καλά προτρέπεται την ψυχήν, ο δε Σατανάς εν τοις αυτής εμφωλεύει βάθεσιν όλας τας του νου αποφράττειν δεξιάς πειρώμενος διεξόδους∙ από δε αυτής της ώρας εν ήπερ αναγεννώμεθα, έξωθεν μεν ο δαίμων γίνεται, έσωθεν δε η χάρις» [215]. Πριν από το Βάπτισμα στο βάθος της ψυχής βρίσκεται ο σατανάς και η Χάρη από έξω προτρέπει την ψυχή προς τα καλά, μετά όμως το άγιο Βάπτισμα εξέρχεται ο σατανάς από την ψυχή και εισέρχεται η θεία Χάρη. Έτσι λοιπόν δεν συνυπάρχουν στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. Η θεία Χάρη, δια της αισθήσεως του νου, ευφραίνει το σώμα με άρρητη αγαλλίαση, ενώ οι δαίμονες αιχμαλωτίζουν την ψυχή βιαίως δια των αισθήσεων του σώματος, ιδίως όταν βρουν τον άνθρωπο ράθυμο στον πνευματικό αγώνα [216].

Η Χάρη του Θεού που βρίσκεται μέσα στο βάθος της πνευματικής καρδιάς μετά το Βάπτισμα, όταν ενεργούμε κατά τις επιθυμίες της σαρκός, καλύπτεται από τα πάθη, οπότε η προσπάθεια του ανθρώπου είναι να ανακαλύψη αυτήν την Χάρη με την εν Χάριτι ασκητική ζωή. Δηλαδή η προσπάθεια του έγκειται στο να εκδιώξη την νέφωση που καλύπτει την καρδιά. Εφ’ όσον, κατά τον άγιο Διάδοχο, δια του αγίου Βαπτίσματος εκδιώκεται ο διάβολος από την καρδιά, «πως ουν δύναται ο μετά τοσαύτης αισχύνης εκβαλλόμενος πάλιν εισιέναι και τω αληθινώ συνδιατρίβειν οικοδεσπότη εν τω εαυτού, ως εάν και θέλοι, αναπαυομένω οίκω;» [217].

Η διδασκαλία αυτή του αγίου Διαδόχου παρετέθη στο σημείο αυτό να γίνη σαφές ότι με το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού εισέρχεται μέσα στην βαθεία καρδία, στο βάθος της πνευματικής καρδιάς. Και όταν αυτή η καρδιά καλυφθή από τα πάθη, τότε κάνουμε μεγάλο αγώνα για να την αποκαλύψουμε.

Ο Θεόληπτος Μητροπολίτης Φιλαδελφείας διδάσκει ότι η καρδιά, δηλαδή ο νους, αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος ζήση την ησυχαστική μέθοδο. «Όταν δε τους έξω περισπασμούς καταργήσης και τους έσω λογισμούς καταλείψης, εγείρεται τότε ο νους εν τοις έργοις και τοις λόγοις του πνεύματος» [218]. Προτρέπει δε να σταματήσουμε τις συναναστροφές και να αγωνισθούμε εναντίον των εσωτερικών λογισμών, έως ότου βρούμε τον τόπο της καθαράς προσευχής, που είναι ο οίκος στον οποίο κατοικεί ο Χριστός. «Στήσον τοιγαρούν τας ομιλίας των έξω και πύκτευσον προς τους έσω λογισμούς, μέχρις αν εύρης τον τόπον της καθαράς προσευχή και τον οίκον, εν ω Χριστός κατοικεί» [219].

Φαίνεται από το χωρίο αυτό ότι η καρδιά είναι ο χώρος ο οποίος ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο φανερώνεται ο Χριστός. Αυτό το γνωρίζει ο άνθρωπος που καθαίρεται από τα πάθη και όλα τα έργα της αμαρτίας. Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο που ζη μακράν του Θεού, η καρδιά καλύπτεται, είναι παντελώς άγνωστη, δεν γνωρίζει ο άνθρωπος αν υπάρχη. Ενώ για τον άνθρωπο που ζη κατά Θεόν η καρδιά είναι γνωστή, είναι πραγματικότης.

Αυτή η διδασκαλία μας οδηγεί στην άποψη ότι η αποκάλυψη της καρδιάς στην πραγματικότητα είναι αποκάλυψη του προσώπου. Όταν ο άνθρωπος, με την εν Χάριτι άσκηση, ανακαλύψη την καρδιά μέσα στην οποία αποκαλύπτεται και βασιλεύει ο Χριστός, τότε γίνεται πρόσωπο, αφού το πρόσωπο κυρίως είναι το «καθ’ ομοίωσιν». Έτσι η αποκάλυψη της καρδιάς είναι η αποκάλυψη του προσώπου.

Δεν έχουμε πρόθεση στο σημείο αυτό να αναπτύξουμε την οντολογία του προσώπου, όπως παρουσιάζεται στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έχουν γραφή αξιόλογες μελέτες πάνω σ’ αυτό το θέμα. Πιστεύουμε, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ότι το κατ’ εικόνα είναι δυνάμει ομοίωσις και το καθ’ ομοίωσιν είναι ενεργεία εικόνα. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος, δημιουργημένος από τον Θεό και αναδημιουργημένος με το άγιο Βάπτισμα από την Εκκλησία, είναι δυνάμει πρόσωπο. Όταν όμως με τον προσωπικό αγώνα και κυρίως με την Χάρη του Θεού φθάση στο καθ’ ομοίωσιν, τότε είναι ενεργεία πρόσωπο. Γι’ αυτό ισχυριζόμαστε ότι οντολογικά όλοι οι άνθρωποι είμαστε πρόσωπα, ακόμη και αυτός ο διάβολος, αλλά σωτηριολογικά δεν είμαστε όλοι πρόσωπα, αφού δεν φθάσαμε όλοι στο καθ’ ομοίωσιν. Χωρίς να παραθεωρούμε την οντολογία του προσώπου, στο σημείο αυτό τονίζουμε ιδιαιτέρως την ασκητική του προσώπου, η οποία συνήθως παραθεωρείται από τους συγχρόνους θεολόγους.

Είναι χαρακτηριστικά στο σημείο αυτό όσα λέγει ο αρχιμ. Σωφρόνιος: «Στο θείο Ον η Υπόσταση συνιστά την εσώτατη αρχή του Όντος. Στο ανθρώπινο ον, ομοίως η υπόσταση είναι το πιο ουσιαστικό θεμελιώδες στοιχείο. Πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω... ο εστιν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α’ Πέτρ. γ’, 4) – ο πιο πολύτιμος πυρήνας όλης της ανθρωπίνης υπάρξεως, που φανερώνεται στην ικανότητα του ανθρώπου για αυτογνωσία και αυτοδιάθεση∙ στο ότι κατέχει δημιουργική ενέργεια∙ στην δυνατότητα γνώσεως όχι μόνον του ορατού κόσμού, αλλά και του Θείου ακόμη. Φλεγόμενος από αγάπη, ο άνθρωπος αισθάνεται τον εαυτό του ενωμένο με τον αγαπημένο Θεό. Μέσα από αυτήν την ένωση γνωρίζει τον Θεό και έτσι αγάπη και γνώση συγχωνεύονται σε μια μοναδική πράξη»[220].

Πρόσωπο είναι ο «κρυπτός της καρδίας άνθρωπος». Μόνον αυτό μπορεί κανείς να διατυπώση για το πρόσωπο, γιατί δεν μπορεί να ορισθή με επιστημονικούς ορισμούς, αφού είναι μια μυστική κοινωνία και ένωση με τον Χριστό. Όπως για την Εκκλησία δεν μπορεί κανείς να δώση ορισμό, αλλά μόνον ότι είναι το Σώμα του Χριστού, το ίδιο συμβαίνει και με το ανθρώπινο πρόσωπο, την καρδιά, μέσα στην οποία γίνεται η μυστική κοινωνία Θεού και ανθρώπου. «Η επιστημονική και φιλοσοφική γνώση μπορεί να διατυπωθή, αλλά το πρόσωπο είναι πέρα από κάθε ορισμό και επομένως αδύνατο να γνωσθή εκ των έξω, εκτός αν το ίδιο αποκαλυφθή. Εφ’ όσον ο Θεός είναι Μυστικός Θεός, έτσι και ο άνθρωπος έχει μυστικά βάθη. Δεν είναι ούτε η αρχή της υπάρξεως ούτε το τέλος της. Ο Θεός και όχι ο άνθρωπος, είναι το Άλφα και το Ωμέγα. Η θεοειδής ποιότητα του ανθρώπου έγκειται στον τρόπο της υπάρξεώς του. Το καθ’ ομοίωσιν της υπάρξεως είναι το καθ’ ομοίωσιν για το οποίο μιλούν οι Γραφές»[221]. Εφ’ όσον λοιπόν δεν ορίζεται το πρόσωπο, δεν ορίζεται και η καρδιά που είναι το πρόσωπο.

Το πρόσωπο είναι μια πραγματικότητα που γεννιέται με την Χάρη του Θεού. «... Το πρόσωπο γεννιέται άνωθεν και γι’ αυτό δεν υπόκειται στους νόμους της Φύσεως. Το πρόσωπο υπερβαίνει τα γήϊνα όρια και κινείται σε άλλες σφαίρες. Δεν μπορεί να ερμηνευθή. Είναι ένα και μοναδικό»[222]. Επειδή πρόσωπο είναι η καρδιά, γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι και η καρδιά αναγεννάται άνωθεν. Δεν είναι φυσική κατάσταση. Μόνον με την Χάρη του Θεού μπορεί να κανείς να διακρίνη τον χώρο της καρδιάς.

Αυτή η αναγέννηση του προσώπου είναι στην πραγματικότητα αποκάλυψη. «Το πρόσωπο είναι μια άνωθεν αναγέννηση. Ένα εξαίσιο άνθος αναπτύσσεται μέσα μας: η υπόσταση – πρόσωπο. Όπως και Βασιλεία του Θεού, το πρόσωπο «ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. ιζ’, 20). Η διαδικασία με την οποία το ανθρώπινο πνεύμα εισέρχεται στον χώρο της θείας αιωνιότητος διαφέρει στον καθένα από μας»[223]. Έτσι το πρόσωπο, όπως και η καρδιά, γεννιέται άνωθεν.

Η καρδιά είναι ο χώρος όπου αποκαλύπτεται ο Θεός ως αγάπη και Φως. «Ο Θεός αποκαλύπτεται κυρίως δια της καρδίας, ως Αγάπη και Φως. Μέσα σ’ αυτό το Φως ο άνθρωπος θεωρεί τις εντολές του Ευαγγελίου σαν αντανάκλαση στην γη της Ουράνιας Αιωνιότητος, και την Δόξα του Χριστού ως μονογενούς του Πατρός – την δόξα την οποία είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ. Η προσωπική αποκάλυψη καθιστά την γενική αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης πνευματικά οικεία»[224].


Ελέχθησαν αυτά για να γίνη αντιληπτό ότι, όταν ο άνθρωπος ανακαλύψη την καρδιά, τότε κυρίως γίνεται πρόσωπο. Επίσης ελέχθησαν για να γίνη σαφές ότι η καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και όπου αποκαλύπτεται ο Θεός. Εκεί αισθάνεται ο άνθρωπος το Φως του Θεού και εκεί πλημμυρίζει από την αγάπη του Θεού και την αγάπη προς τον Θεό. ο άνθρωπος αποκτά την αίσθηση της καρδιάς, αλλά όλη η ζωή που υπάρχει μέσα εκεί είναι αδύνατον να γίνη αντιληπτή. Αυτή η πνευματική καρδιά ευρίσκεται, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, μέσα στην σαρκική καρδιά, σαν σε όργανο.

Έχουμε πη τα δέοντα όταν μελετούσαμε την θέση στην οποία βρίσκεται η ψυχή και ο νους. Τα ίδια ισχύουν και για την πνευματική καρδιά. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αναφέροντας τους λόγους του Κυρίου: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19), και τον λόγο του αγίου Μακαρίου: «η καρδία ηγεμονεύει όλου του οργάνου και, επάν κατάσχη τας νομάς της καρδίας η χάρις, βασιλεύει όλων των λογισμών και των μελών∙ εκεί γαρ εστιν ο νους και πάντες οι λογισμοί της ψυχής», γράφει ότι «η καρδία ημών εστι το του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν»[225]. Ο ίδιος άγιος, για να υποστηρίξη την διδασκαλία ότι στην καρδιά, το σαρκικό όργανο, υπάρχει η πνευματική καρδιά, αναφέρεται στον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... φανερούμενοι ότι εστέ επιστολή Χριστού διακονηθείσα υφ’ ημών, εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντος, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλ’ εν πλαξί καρδίαιας σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3), και στην διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «εν γουν τη καρδία ταύτη γεγονώς ο Θεός αξιοί τα ίδια γράμματα δια του πνεύματος εγχαράττεσθαι, καθάπερ τισί μωσαϊκαίς πλαξί»[226].

Όταν ο νους επιστρέφη από την διάχυσή του, τότε πρώτον ευρίσκει την φυσική καρδιά και στην συνέχεια εισέρχεται στην πνευματική καρδιά, στην βαθεία καρδία. Αυτή είναι κοινή πείρα όσων ασχολούνται με την ευχή του Ιησού και ασκούνται στην ιερά εργασία της επιστροφής του νου στην καρδιά. «Δια της καθαράς νοεράς προσευχής διδάσκεται ο ασκητής τα μεγάλα μυστήρια του Πνεύματος. Εισερχόμενος δια του νοός εις την καρδίαν, πρώτον εις αυτήν την σαρκίνην καρδίαν, αρχίζει να διεισδύη εις εκείνα τα βάθη της, όπου δεν είναι πλέον σαρξ. Ευρίσκει την «βαθείαν» καρδίαν, την πνευματικήν, την μεταφυσικήν, και εντός της βλέπει, ότι η ύπαρξις όλης της ανθρωπότητος δεν είναι δι’ αυτόν ξένόν τι και αλλότριον, αλλ’ είναι αχωρίστως συνδεδεμένη μετά της προσωπικής του υπάρξεως»[227]. Επομένως, ο αθλητής της ησυχαστικής αυτής μεθόδου μπορεί να διακρίνη σαφώς την πνευματική από την σαρκική καρδιά. Αισθάνεται την ύπαρξη και την ενέργεια και των δύο αυτών καρδιών. Στην αρχή ο νους βρίσκει την σαρκική καρδιά και έπειτα αποκαλύπτει και την πνευματική και μπορεί να αισθάνεται ταυτόχρονα τις κινήσεις και των δύο καρδιών. Επομένως δεν υπάρχει σύγχυση στην περίπτωση αυτή.

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, εντεταγμένος οργανικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση, αναφέρει για την σαρκική καρδιά ότι είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό[228]. Είναι κέντρο φυσικό γιατί η καρδιά πλάθεται πρώτη από όλα τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, σύμφωνα με τα λεγόμενα από τον Μ. Βασίλειο: «Εν τη γενέσει των ζώων η καρδία πρώτη καταβληθείσα παρά της φύσεως αναλογούσα τω μέλλοντι συνίστασθαι ζώω, την παρά φύσεως, λαμβάνει καταβολήν»[229]. Είναι κέντρο παραφυσικό γιατί από εκεί προέρχονται όλα τα πάθη και οι βλάσφημοι λογισμοί. Βέβαια αυτό πρέπει να ερμηνευθή, σύμφωνα με τα προηγηθέντα, ότι μετά το άγιο Βάπτισμα η Χάρη του Θεού βρίσκεται στο κέντρο της καρδίας, ενώ ο διάβολος ενεργεί από έξω. Ο Απόστολος Πέτρος είπε στον Ανανία: «Ανανία, διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε το Πνεύμα το άγιον...;» (Πράξ. ε’, 3). Ο σατανάς εβλήθη στην καρδιά του Ιούδα: «Και δείπνου γενομένου, του διαβόλου ήδη βεβληκότος εις την καρδίαν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου ίνα αυτόν παραδώ» (Ιω. ιγ’, 2). Επίσης είναι γνωστή η διδασκαλία του Κυρίου, ότι «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19). Η καρδιά ακόμη είναι κέντρο υπερφυσικό, γιατί εκεί ενεργεί η Χάρη του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Εξαπέστειλέν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Επίσης αλλού γράφει: «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών» (Ρωμ. ε’, 5). Ο όσιος Θαλάσσιος γράφει ότι αγαθή καρδία φέρει αγαθές έννοιες, διότι τα ενθυμήματα της καρδίας είναι ανάλογα με τον θησαυρό της [230].

Το ότι από την καρδιά προέρχονται αγαθοί και κακοί λογισμοί δεν σημαίνει ότι υπάρχει ταυτοχρόνως στο ίδιο μέρος η Χάρη και ο σατανάς. «Φέρει μεν η καρδία και εξ αυτής λογισμούς καλούς τε και ου καλούς» όμως τις κακές έννοιες, δεν τις γεννά από την φύση της, αλλά από την μνήμη του κακού. Τους πιο πολλούς πονηρούς λογισμούς τους συλλαμβάνει η καρδιά από την πικρία των δαιμόνων. Πάντως εμείς αισθανόμαστε ότι προέρχονται από την καρδία [231]. Ο άγιος Διάδοχος τονίζει ακόμη ότι η Χάρη του Θεού με το άγιο Βάπτισμα κρύπτει τον εαυτό της «εκδεχόμενη την της ψυχής πρόθεσιν». Όταν ο άνθρωπος τηρή τις εντολές του Χριστού και μνημονεύη το Όνομα του Χριστού ακατάπαυστα, τότε το πυρ της θείας Χάριτος κινείται και στα εξωτερικά αισθητήρια της καρδίας και καταφλέγει «τα ζιζάνια της ανθρωπείας γης». Η αύρα του Αγίου Πνεύματος στην κατάσταση αυτή σβήνει τα τόξα του διαβόλου στην εξωτερική αίσθηση του σώματος, σβήνει ακόμη και τα ευρισκόμενα τόξα στον αέρα [232].

Επομένως μέσα στην καρδιά γίνεται η μεγαλύτερη μάχη. Όταν εκεί νικήση ο Χριστός και ηττηθή ο διάβολος, έρχεται ειρήνη εσωτερική και εξωτερική. Γι’ αυτό το κυριότερο έργο του αθλητού είναι, «ίνα εισελθών εις την εαυτού καρδίαν, ποιήση πόλεμον προς τον σατανάν και μισήση αυτόν»[233]. Η καρδιά που είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό είναι πηγή της σαρκικής και πνευματικής ζωής, αλλά μπορεί να γίνη και πηγή του πνευματικού θανάτου.

3. Χαρακτηρισμοί της καρδιάς


Με όσα έχουμε γράψει γίνεται φανερό ότι ενώ δεν μπορεί να δοθή επακριβής ορισμός της πνευματικής καρδιάς, εν τούτοις μπορεί να ειπωθή ότι καρδιά είναι ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Ίδιος ο Θεός. Αυτός ο χώρος είναι αντιληπτός από τον εντεταγμένο οργανικά και ουσιαστικά μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση.

Οι άγιοι Πατέρες, που βίωσαν αυτήν την πραγματικότητα, έχουν δώσει μερικούς χαρακτηρισμούς και εικόνες αυτής της ζωής. Θα προσπαθήσουμε στην συνέχεια να δούμε αυτούς τους χαρακτηρισμούς – προσδιορισμούς, που δείχνουν καθαρότερα την καρδιά και τον ρόλο της σε όλη την πνευματική ζωή.

Η καρδιά είναι ο χώρος όπου κατοικεί ο Θεός. «Κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών» (Εφεσ. γ’, 17). «Η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. ε’, 5). Όπως ο άνθρακας γεννά την φλόγα, «ούτω πολλώ μάλλον ο ενοικών τη καρδία Θεός από του αγίου Βαπτίσματος». Και εάν βρη τον αέρα της διανοίας μας καθαρό από ανέμους πονηρίας και εάν τηρήται από την φυλακή του νου, τότε «ανάπτει το διανοητικόν ημών προς θεωρίας, ως φλοξ κηρόν»[234]. Επειδή κατοικεί εκεί ο Θεός γι’ αυτό εκεί υπάρχουν όλοι «οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως» οι απόκρυφοι. Φανερώνονται δε στην καρδιά ανάλογα με την κάθαρση του καθενός, που επιτυγχάνεται με τις εντολές [235]. Μέσα στο ψυχικό έσοπτρο «τυπούσθαι και φωτεινογραφείσθαι Ιησούς Χριστός πέφυκεν, η του Θεού Πατρός σοφία και δύναμις». Μέσα στην καρδιά πρέπει να αναζητήσουμε την Βασιλεία του Θεού και εάν καθαρίσουμε το όμμα του νου θα βρούμε εκεί πραγματικά την Βασιλεία του Θεού, τον κόκκο και τον μαργαρίτη, την ζύμη και πολλά άλλα. Μέσα στην καρδιά θα βρούμε την θεότητα. «Η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστι∙ δηλών μένουσαν ένδον καρδίας την θεότητα»[236].

Μένοντας μέσα στην καρδιά ο Θεός διδάσκει και γράφει τα δόγματα και τον νόμο Του. Επομένως η καρδιά είναι εκείνος ο χώρος όπου γράφονται οι εντολές του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει: «Οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών» (Ρωμ. β’, 15). Μέσα στην καρδιά ο Θεός «τους ιδίους νόμους εγγράφει»[237]. Εκεί ο άνθρωπος γνωρίζει «τους λόγους, αλλά και αυτόν ποσώς μετά την των όλων διάβασιν ενορά τον Θεόν»[238]. Μέσα στην καρδιά βρισκόμενος και αναπαυόμενος ο Θεός «αξιοί τα ίδια γράμματα δια του Πνεύματος εγχαράττειν»[239]. Έτσι οι άγιοι, έχοντες τον Θεό μέσα στην καρδιά και αξιούμενοι της εγγραφής του νόμου του Θεού, αποκτούν τον νου του Χριστού, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου «ημείς δε νουν Χριστού έχομεν» (Α’ Κορ. β’, 16). Ο νους του Χριστού τον οποίον λαμβάνουν οι άγιοι δεν είναι κατά στέρηση της νοεράς δυνάμεως ούτε «ως συμπληρωματικός του ημετέρου νοός» ούτε «μεταβαίνων ουσιωδώς καθ’ υπόστασιν εις τον ημέτερον νουν, αλλ’ ως τη οικεία ποιότητι την του ημετέρου νοός λαμπρύνων δύναμιν και προς την αυτήν εαυτώ φέρων ενέργειαν». Δηλαδή η δύναμη του νου μας, χωρίς να χάνεται, λαμπρύνεται από την ενέργεια του Χριστού. Το «νουν Χριστού έχομεν» σημαίνει, κατά τον άγιο Μάξιμο, «τον κατ’ αυτόν νοούντα και δια πάντων αυτόν νοούντα»[240]. Ο άνθρωπος σκέφτεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έχει αέναη μνήμη Θεού. Αυτό το ίδιο γίνεται και με την επιθυμία. Διαρκώς επιθυμεί ό,τι θέλει ο Θεός και επιθυμεί ακόρεστα Αυτόν. Ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός αναφέρει τον λόγο του Μ. Βασιλείου, ότι, όταν ο Θεός βρη καθαρή την καρδιά του ανθρώπου από κοσμικά πράγματα και μαθήματα, τότε «ως πτυχείον άγραφον γράφει τα εαυτού δόγματα»[241]. Έτσι σ’ αυτήν την κατάσταση γίνεται λόγος για την «δογματική συνείδηση». Ο άνθρωπος γνωρίζει από την πείρα του τα δόγματα της Εκκλησίας, αφού έχει την ζωή του Θεού μέσα στην καρδιά του. Χρειάζεται να αγωνισθούμε για να ενοικήσουμε τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας, γιατί τότε αυτός ο Ίδιος ο Θεός «διδάσκει ημάς ασφαλώς του νόμους αυτού τηρείν»[242].

Η καρδιά είναι ο άδης στο οποίο κατεβαίνει ο Χριστός και ελευθερώνει την ψυχή του ανθρώπου. Όπως κατέβηκε στον άδη στον ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων, έτσι ο Χριστός κατεβαίνει στον άδη, που λέγεται βάθος της καρδιάς. Ο άγιος Μακάριος διδάσκει ότι, όταν ακούμε ότι ο Κύριος, αφού κατήλθε στον άδη, ελευθέρωσε τις ψυχές, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι αυτά είναι μακράν από ό,τι και τώρα γίνεται. Το μνημείο είναι η καρδιά. Ο Κύριος έρχεται «εις τας εν άδου επιβοωμένας αυτόν ψυχάς», στο βάθος δηλαδή της καρδιάς, και μετά από διάλογο με τον θάνατο, «τον βαρύν λίθον διάρας, τον τη ψυχή επικείμενον, τον τε τάφον ανοίγει και τον εν αληθεία νεκρόν ανιστά και της αφεγγούς φυλακής την εγκεκλεισμένην ψυχήν απαλλάττει»[243].

Καρδιά είναι η γη όπου σπείρεται από τον Κύριο ο κόκκος σινάπεως. Κατά τον άγιο Μάξιμο «κόκκος του σινάπεώς εστίν ο Κύριος, κατά πίστιν εν πνεύματι σπειρόμενος εν ταις καρδιαίς των δεχομένων»[244].

Καρδιά είναι ο ναός και το θυσιαστήριο, ο ιερός εκείνος χώρος στον οποίο δοξάζεται και αγιάζεται ο Κύριος. Ο Απόστολος Πέτρος παραγγέλλει:» Κύριον τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών» (Α’ Πέτρ. γ’, 15). Όλα τα φαινόμενα, κατά τον Μακάριο, είναι σκιαί των κρυφίων. Ο ορώμενος ναός είναι τύπος του ναού της καρδίας. Ο ιερεύς που τελεί τα άγια Μυστήρια είναι τύπος «του αληθινού ιερέως της του Χριστού χάριτος»[245]. Μέσα στον πνευματικό και αληθινό αυτόν ναό, που είναι το βάθος της καρδιάς, γίνεται αέναη λειτουργία στον αναγεννημένο άνθρωπο: «Λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Εφεσ. ε’, 19). Η καρδιά που δεν έχει λογισμούς και ενεργείται υπό του Πνεύματος είναι «ιερατείον αληθινόν και προ της μελλούσης βιώσεως»[246]. Η καρδιά είναι ναός και θυσιαστήριο. Ο άγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδάσκει ότι άλλο είναι «επισκοπείν συχνοτέρως τη καρδία και άλλο επισκοπεύσαι καρδίας», δηλαδή άλλο είναι να επισκοπή κανείς, να εποπτεύη συχνότερα την καρδιά, και άλλο να επισκοπεύη, δηλαδή να κάνη χρέη επισκόπου. Στην πρώτη περίπτωση ο νους είναι άρχοντας, στην δεύτερη περίπτωση είναι αρχιερεύς που προσφέρει λογικές θυσίες [247]. Η καρδιά ακόμη είναι και το αγιαστήριο όπου βρίσκεται το πυρ [248]. Είναι αυτό που ένοιωθαν οι δυο Μαθηταί πορευόμενοι προς Εμμαούς την ώρα που τους μιλούσε ο Χριστός: «ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;» (Λουκ. κδ’, 32). Η καρδιά είναι «αίθουσα δεξιώσεως Κυρίου»[249].

Καρδιά είναι το αγγείον που έχει το έλαιον, δηλαδή την θεία Χάρη. Κατά τον Μακάριο τον Αιγύπτιο «αι νήψασαι πέντε παρθένοι εκείναι και το ξένον της εαυτών φύσεως έλαιον εν τοις αγγείοις παραλαβούσαι της καρδίας, τούτο δε εστιν η Χάρις του Πνεύματος, εδυνήθησαν εις τον νυμφώνα συνεισελθείν τω νυμφίω»[250]. Έτσι η καρδιά είναι το αγγείο, στο οποίο ο φρόνιμος άνθρωπος διαφυλάττει την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος και κατ’ αυτόν τον τρόπο εισέρχεται στον νυμφώνα για να ευφραίνεται με τους γάμους του νυμφίου.

Η καρδιά είναι ο αγρός μέσα στον οποίο είναι κεκρυμμένος ο θησαυρός, που, όταν τον βρη ο άνθρωπος, πωλεί τα πάντα για να τον αγοράση [251]
Η καρδιά είναι η εικόνα της Καινής Διαθήκης ή μάλλον η Καινή Διαθήκη είναι τύπος της καθαρότητος της καρδιάς και της τηρήσεως και φυλακής του νου [252]. Η Παλαιά Διαθήκη είναι εικών της εξωτέρας και αισθητής σωματικής ασκήσεως, «το δε άγιον Ευαγγέλιον, ο εστιν η Καινή, εικών της προσοχής, ήγουν της καθαρότητος της καρδίας»[253].
Η καρδιά είναι ο ουρανός. Όπου υπάρχει ταπείνωση και μνήμη Θεού «εκ νήψεως συνεστώσα και προσοχής, προσευχής τε πυκνότης κατ’ εχθρών εστηλωμένη, έστιν άρα εκεί ο τόπος του Θεού∙ ήτοι καρδιακός ουρανός»[254].
Μέσα στην καρδιά γίνεται ο αρραβών του Πνεύματος: «Ο Θεός ο «δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών» (Β’ Κορ. α’, 22).
Η καρδιά είναι οι πλάκες επάνω στις οποίες εγγράφεται η επιστολή του Θεού. «Η επιστολή ημών υμείς εστε, εγγεγραμμένη εν ταις καρδίαις ημών... εγγεγραμμένη ου μέλανι, αλλά Πνεύματι Θεού ζώντο, ουκ εν πλαξί λιθίναις, αλλά εν πλαξί καρδίαις σαρκίναις» (Β’ Κορ. γ’, 2-3).
Η καρδιά είναι ο χώρος στον οποίο λάμπει το Φως του Θεού. «Ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β’ Κορ. δ’, 6).

Μέσα στην καρδιά βεβαιώνεται ο άνθρωπος για την υιοθεσία και εκεί ακούγεται καθαρά η φωνή του Θεού: «ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον∙ αββά ο πατήρ» (Γαλ. δ’, 6). Αφού εκεί αναπαύεται ο Θεός, εκεί ομιλεί με τον άνθρωπο. Εκεί ακούγεται καθαρά και ευκρινώς ο λόγος του Θεού.

Στην καθαρή καρδιά υπάρχουν και οι οφθαλμοί με τους οποίους βλέπει τα μυστήρια του Θεού. «Ο πατήρ της δόξης, δώη υμίν... πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών, εις το ειδέναι υμάς τις εστιν η ελπίς της κλήσεως αυτού...» (Εφεσ. α’, 17-18).

Στην καρδιά επικρατεί η ειρήνη του Θεού: «και η ειρήνη του Θεού βραβευέτω εν ταις καρδίαις υμών» (Κολ. γ’, 15).

Η καρδιά είναι η κιθάρα, χορδές είναι οι αισθήσεις, πλήκτρο η διάνοια η οποία δια του λογικού κινεί ενδελεχώς το πλήκτρο που είναι η μνήμη του Θεού, «εξ ης ηδονή τις άρρητος τη ψυχή επιγίνεται και τω καθαρώ νοΐ τας θείας αυγάς ενοπτρίζεται»[255].

Η καρδιά είναι η πηγή από την οποία, με την προσευχή και την θέρμη, εξέρχεται ύδωρ «εκ του ζωοποιού πνεύματος»[256].

Η καρδιά είναι ο εντός ημών άνθρωπος [257].

Αυτές και πολλές άλλες εικόνες και χαρακτηρισμούς χρησιμοποιούν οι άγιοι Απόστολοι και άγιοι Πατέρες για να παρουσιάσουν και να εκφράσουν την καρδιά. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι καρδιά είναι «ο εντός ημών άνθρωπος», ο χώρος εκείνος που αποκαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και στον οποίο αποκαλύπτεται και κατοικεί ο Θεός. Είναι ο πνευματικός ναός που τελείται αέναη θεία Λειτουργία, προσφέρεται αέναη δοξολογία προς τον Θεό. Αυτός ο χώρος, ο άγνωστος για τους πολλούς, αλλά γνωστός για τους αγίους, ζωογονεί τον άνθρωπο.


[204] Γεροντικόν, εκδ. Παπαδημητρίου, σελ. 102, ι’
[205] Φιλοκαλία Α’, σελ. 119, ρμθ’
[206] αγ. Μακαρίου, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 205, στ. 1-2
[207] Αρχιμ. Σωφρονίου: Γέρων Σιλουανός, εκδ. Ορθ. Κυψέλη σελ 241
[208] ένθ. ανωτ. σελ. 12
[209] Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, ογ’
[210] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 132-133
[211] ένθ. ανωτ. σελ. 133, γ’
[212] ένθ. ανωτ. σελ. 26, στ. 12-15
[213] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν... ένθ. ανωτ. σελ. 169, οζ’
[214] ένθ. ανωτ. σελ. 174, οθ’
[215] ένθ. ανωτ. σελ. 167, οστ’
[216] ένθ. ανωτ. σελ. 174, οθ’
[217] ένθ. ανωτ. σελ. 189, πδ’
[218] Φιλοκαλία Δ’, σελ. 6, στ. 9-11
[219] ένθ. ανωτ. σελ. 6, στ. 29-31
[220] Archimandrite Sophrony, His life is mine, London, σελ. 44
[221] ένθ. ανωτ. σελ. 43
[222] ένθ. ανωτ. σελ. 43
[223] ένθ. ανωτ. σελ. 42
[224] ένθ. ανωτ. σελ. 44
[225] Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε. τόμος 2ος, σελ. 124-126
[226] ένθ. ανωτ. σελ. 236
[227] Αρχιμ. Σωφρονίου: Γέρων Σιλουανός, εκδ. Ορθ. Κυψέλη σελ 47-48
[228] Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Σχοινά, Βόλος 1969, σελ. 109-113
[229] ένθ. ανωτ. σελ.110
[230] Φιλοκαλία Β’, σελ. 209, πε’
[231] αγ. Διαδόχου Φωτικής: Τα εκατόν... ένθ. ανωτ. σελ. 187, πγ’
[232] ένθ. ανωτ. σελ. 190-191
[233] αγ. Μακαρίου Μεγάλου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 24, στ.8-10
[234] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 157, ρδ’
[235] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, ο’
[236] Φιλοθέου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 282, κγ’
[237] αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 85, πα’
[238] ένθ. ανωτ. σελ. 85, π’
[239] ένθ. ανωτ. σελ. 85, π’
[240] ένθ. ανωτ. σελ. 85-86, πγ’
[241] Πέτρου Δαμασκηνού, Φιλοκαλία Γ’, σελ. 68, στ. 29-33
[242] Αββά Φιλήμονος Φιλοκαλία Β’, σελ. 246, στ. 10-19
[243] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 219, ριστ’
[244] Φιλοκαλία Β’, σελ. 71, ια’
[245] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 217, ριγ’
[246] αγ. Γρηγορίου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 31, ζ’
[247] Ιω, Σιναΐτου: Κλίμαξ, σελ. 163, νβ’
[248] ένθ. ανωτ. σελ. 125, ζ’
[249] Επισκ. Θεοφάνους, Νοερά άθλησις, έκδ. Β’, υπό Γέρ. Κλήμεντος Άγιον Όρος, 1978, σελ. 141
[250] Φιλοκαλία Γ’, σελ. 197, ξε’
[251] Ματθ. ιγ’, 44 και αγ. Μαξίμου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 48, οα’
[252] Ησυχίου Πρεσβυτέρου, Φιλοκαλία Α’, σελ. 158, ριγ’
[253] ένθ. ανωτ. σελ. 158, ριβ’
[254] Φιλοθέου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Β’, σελ. 275, δ’
[255] Καλλίστου Πατριάρχου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 296, γ’
[256] Γρηγορίου Σιναΐτου, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 86-87
[257] αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Φιλοκαλία Δ’, σελ. 109

*σημείωση :Απαντήσεις παίρνουμε από το βιβλίο του Επισκόπου π. Ιεροθέου Ναυπάκτου "Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία", τότε που ορθοτομούσε το λόγο της αληθείας . Κατά την εποχή του κοβιτ ταυτιζόμενος με την δυστοπία των φασιστικών μέτρων και τα εμβόλια του θανάτου, κατέπεσε στα μάτια μας ...Την πτώση των Ελαδιτών Επισκόπων και όχι μόνο, περιγράφει πολυ γλαφυρά ο αγιορείτης π.Γεώργιος δείτε εδω
Τα απόσπασματα της ανάρτησης από τις σελίδες 147-162. (Ι. Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) 3η Έκδοση Λεβαδία 1989)

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Η δύναμη της Θεοτόκου

                                             

Εκεῖνο ποὺ ἐνδιέφερε περισσότερο τὸν Ὅσιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη, ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς προσευχῆς. Ἐρώτησε λοιπὸν τὸν Ὅσιο Μάξιμο τὸν Καυσοκαλύβη:
– Ἐξασκεῖς, τίμιε πάτερ, τὴν νοερὰ προσευχή;
Ἐκεῖνος χαμογέλασε καὶ ἀπάντησε:
– Δὲν θὰ σοῦ κρύψω τὸ θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ ἔκανε σ᾿ ἐμένα τὸν ἀνάξιο. Ἐγὼ ἀπὸ τὴν νεανική μου ἡλικία εἶχα πολλὴ εὐλάβεια σ᾿ Αὐτὴν καὶ μὲ δάκρυα Τὴν παρακαλοῦσα νὰ μοῦ δωρίσει τὴν χάρη τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Μιὰ μέρα λοιπόν, πῆγα στὸν Nαό Της καί, καθὼς εἶχα συνήθεια, τὴν παρακάλεσα πάλι μὲ ἰδιαίτερη καρδιακὴ θέρμη. Κι ἐνῶ μὲ ἄπειρο πόθο ἀσπαζόμουν τὴν ἁγία Εἰκόνα Της, ἔνιωσα ξαφνικὰ στὸ στῆθος μιὰ φλόγα ποὺ δὲν μ᾿ ἔκαιγε, ἀλλὰ μὲ δρόσιζε καὶ μὲ γλύκαινε καὶ προξενοῦσε στὴν ψυχή μου βαθειὰ κατάνυξη. Ἀπὸ τὴν καρδιά μου ἄρχισε ν’ ἀναβλύζει ἡ εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».
Παράλληλα ὁ νοῦς γλυκαινόταν μὲ τὴν ἐνθύμηση τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Παναγίας Μητέρας Του. Ἀπὸ τότε δὲν ἔλειψε ἡ προσευχὴ ἀπὸ μέσα μου.



 «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με».

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ.
Η ΑΓΕΛΗ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Δύσκολο στον άνθρωπο να έχη δόξα και τιμή χωρίς ζημία στην ψυχή του.

                        

Δύσκολο στον άνθρωπο να έχη δόξα και τιμή χωρίς ζημία στην ψυχή του.
Δύσκολο όχι μόνο για τους εμπαθείς, εκείνους που αγωνίζονται να νικήσουν τα πάθη τους, αλλά και σ’ εκείνους που τα ενίκησαν, και στους αγίους.

Γιατί, έστω και αν τους έδωκε ο Θεός την νίκη κατά της αμαρτίας, όμως δεν πρέπει νά ξαναγυρίσουν στην αμαρτία και να ξαναϋποδουλωθούν στα πάθη, όπως έγινε με μερικούς, που δεν έδειξαν την απαιτούμενη νήψη και επαγρύπνηση, αλλά εθάρρησαν στον εαυτό τους, στην πνευματική τους κατάσταση!

Η ροπή στην υπερηφάνεια, λέγει ο άγιος Μακάριος, εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη και στις πιο καθαρές ψυχές. Η ροπή αυτή είναι η πρώτη αιτία, που σπρώχνει τον άνθρωπο να γοητευθή από την αμαρτία και να ξαναγυρίση σ’ αυτήν.

Και γι’ αυτό και το χάρισμα των ιαμάτων και όλα τα άλλα αντιληπτά χαρίσματα, είναι πολύ επικίνδυνα σ’ εκείνους που τα έλαβαν, γιατί γίνονται αντικείμενα μεγάλης τιμής από τους ανθρώπους με σαρκικό φρόνημα...

Αντίθετα τα μη αντιληπτά χαρίσματα είναι σε ασύγκριτο βαθμό ανώτερα από εκείνα, που πέφτουν στην αντίληψή μας. Π.χ. το χάρισμα να οδηγή ψυχές στη σωτηρία, και να τις θεραπεύη από τα πάθη, ο κόσμος ούτε το καταλαβαίνει ούτε του δίνει σημασία.

Και όχι μόνο δεν τιμά και δεν δοξάζει τους λειτουργούς του Θεού, που έχουν το χάρισμα αυτό, αλλά και τους ταλαιπωρεί και τους μισεί, επειδή έχουν πράξη διαφορετικά από εκείνα που δέχονται οι αρχές του κόσμου αυτού, επειδή «απειλούν την δεσποτεία του κοσμοκράτορα».

Ο εύσπλαγχνος Θεός δίνει στους ανθρώπους εκείνο που τους είναι πράγματι αναγκαίο και ωφέλιμο,έστω και αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν! Ποτέ δεν δίνει κάτι, που μπορεί να ωφελήση λίγο και βλάψη πολύ, έστω και αν οι άνθρωποι με σαρκικό φρόνημα και άγνοια, διψούν για κάτι τέτοια και τα αναζητούν.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει:

«Πολλοί έκαμαν θαύματα. Ανέστησαν και νεκρούς. Εκοπίασαν να επαναφέρουν αμαρτωλούς και πλανημένους στον δρόμο του Θεού,έκαμαν όπως θα ελέγαμε, θαύματα: μέσω αυτών ωδηγήθηκαν πολλοί στον Χριστό! Και όμως. Αυτοί, που έδωσαν σε άλλους ζωή, έπεσαν οι ίδιοι σε πάθη μιαρά, επειδή είχαν μόνοι τους προκαλέσει στον εαυτό τους τον θάνατο».

Ο άγιος Μακάριος διηγείται ότι κάποιος συνασκητής του έλαβε το χάρισμα των ιαμάτων σε τέτοιο βαθμό, ώστε εθεράπευε κάθε είδους άρρωστο με μια απλή επίθεση των χεριών του. Όμως ο ασκητής αυτός, με το να δοξάζεται από τους ανθρώπους υπερηφανεύθη, και έπεσε στο πιο μεγάλο βάθος αμαρτίας.

Στο βίο του αγίου Αντωνίου του μεγάλου γίνεται λόγος για κάποιο νεαρό μοναχό, που έδινε εντολές στους αγίους όναγρους στην έρημο και τον υπάκουαν. Ο όσιος Αντώνιος, όταν το άκουσε, είπε πως δεν είχε καθόλου εμπιστοσύνη στην πνευματική οικοδομή του θαυματουργού αυτού. Και δεν άργησε να έλθη η είδηση για τη θλιβερή πτώση του μοναχού.

''Θαύματα και σημεία ''
 Άγιος Ιγνάτιος (Μπριαντσιανίνωφ) Κεφάλαιο Γ’




Ανώνυμος είπε...

Βʹ Πε 1:1 – 10
Συμεὼν Πέτρος, δοῦλος καὶ ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῖς ἰσότιμον ἡμῖν λαχοῦσι πίστιν ἐν δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Θεοῦ καὶ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς, δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς. καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲ σπουδὴν πᾶσαν παρεισενέγκαντες ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν, ἐν δὲ τῇ ἀρετῇ τὴν γνῶσιν, ἐν δὲ τῇ γνώσει τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τῇ ἐγκρατείᾳ τὴν ὑπομονήν, ἐν δὲ τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν, ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ τὴν φιλαδελφίαν, ἐν δὲ τῇ φιλαδελφίᾳ τὴν ἀγάπην. ταῦτα γὰρ ὑμῖν ὑπάρχοντα καὶ πλεονάζοντα οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους καθίστησιν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπιγνωσιν· ᾧ γὰρ μὴ πάρεστι ταῦτα, τυφλός ἐστι, μυωπάζων, λήθην λαβὼν τοῦ καθαρισμοῦ τῶν πάλαι αὐτοῦ ἁμαρτιῶν. διὸ μᾶλλον, ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι· ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε.

Μκ 13:1 – 8
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐκπορευομένου τοῦ Ἰησοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν. ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί. ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

«ό Θεός αποκαλύπτεται στούς λεβέντες!»

 Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα

Ό Θεός αποκαλύπτεται κυρίως στούς γνήσια ταπεινούς. Κρύβεται συνήθως από τούς υπερήφανους.
Ό Θεός αναπαύεται στήν πραότητα καί στή ταπείνωση.
Ή ταπείνωση κοντεύει νά καταστεί άγνωστη, αχρείαστη καί άχρηστη στόν κόσμο μας.
Ή έξαρση τής έπαρσης σήμερα αποτελεί προσόν, δύναμη, κόσμημα, ισχύ, κύρος.
Ό γέροντας Παΐσιος ό αγιορείτης έλεγε: «ο Θεός αποκαλύπτεται στούς λεβέντες!».

Λείπει δυστυχώς πολύ αυτή ή πνευματική λεβεντιά και από ορισμένους χριστιανούς μας.
Η όποια χαρά τού κόσμου είναι πολύ μικρή μπροστά στη χαρά που χαρίζει ό Χριστός στους πιστούς μαθητές του.
Γι’ αυτό είχε δίκιο ό γέροντας Παΐσιος όταν έλεγε: «έχω μία ζυγαριά καί από τή μία μεριά βάζω όλες τίς χαρές τού κόσμου καί από τήν άλλη βάζω τή μισή χαρά μου, καί ή ζυγαριά γέρνει πρός τά μένα!»
Ό Θεός είναι γιά τά πιό απαιτητικά πνεύματα και μπορεί άριστα να τα ικανοποιήσει. Ό Θεός δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους. Αποκαλύπτεται όπως είπαμε σίγουρα στους ταπεινούς.
Απομακρύνεται από τους εγωιστές, τους ορθολογιστές, τους εξυπνάκηδες, τους ψευτοδιανοούμενους. Μάλλον εκείνοι δεν τον θέλουν στη ζωή τους. Αισθάνονται ότι τους ενοχλεί, τους ελέγχει, τους εμποδίζει.

+ μοναχός Μωυσής ό αγιορείτης

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

                            

                        Ποτέ κανένας δεν βρήκε προσευχή
                             χωρίς προσοχή και νήψη.
                           Κανένας ποτέ δεν αξιώθηκε
                               να ανεβεί προς τα άνω
                   χωρίς πρώτα να καταφρονήσει τα κάτω.

Άγιος Ιωσήφ Ησυχαστής

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

«Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι» (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

                                    

Μία φορά που προσευχόταν ο Άγιος Σιλουανός σηκώθηκε να κάνει μετάνοιες και είδε μπροστά του μία δαιμονική παρουσία και λυπήθηκε ο Άγιος τόσο πολύ διότι είπε στο Θεό: "Κύριε βλέπεις πως θέλω να προσευχηθώ με καθαρό νου μα οι δαίμονες δεν με αφήνουν. Δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω για να μη με ενοχλούν."
Και ακούει στην ψυχή του την απάντηση:
"Οι υπερήφανοι πάντα υποφέρουν έτσι από τους δαίμονες."

"Κύριε", λέει ο Σιλουανός, "δίδαξέ με τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου."
Και νέα απάντηση από το Θεό στην καρδιά: "Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι."

Αυτή η πληροφορία του Θεού στο Σιλουανό μπορούμε να πούμε, όπως μας είπε όταν πήγαμε και συναντήσαμε τον Γέροντα Σωφρόνιο, μας είπε ο γέροντας ότι αυτός ο λόγος του Θεού προς το Σιλουανό "κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι" είναι ο λόγος του Θεού εις τον αιώνα μας αυτόν και δόθηκε ως λόγος του Θεού για τη γενεά μας. Βλέπετε ότι όταν πλέον σηκώθηκε να προσευχηθεί (να κάνει μετάνοιες) και δεν μπόρεσε αμέσως στράφηκε προς το Θεό.
Πολλές φορές πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν αυτό το φαινόμενο.
Όλοι μας δηλαδή αντιμετωπίζουμε το φαινόμενο του να μην μπορούμε να προσευχηθούμε. Πάμε στην Εκκλησία κι ο νους μας τρέχει δεξιά και αριστερά. Πάμε στο δωμάτιό μας, στο κελί μας να προσευχηθούμε, δεν μπορούμε. Είναι αδύνατο. Υπάρχει τέτοιος μετεωρισμός του νου που δεν μαζεύεται με τίποτα.
Η πιο καλή λύση, η πιο παρήγορη στάση είναι να κάνουμε αυτό που έκανε εδώ ο γέροντας (Άγιος Σιλουανός): "Θεέ μου, δεν μπορώ. Σε παρακαλώ βοήθησέ με."
Και με αυτό τον τρόπο προσευχόμαστε παρακαλώντας το Θεό να μας βοηθήσει να προσευχηθούμε. Διότι ο Θεός δίδει την προσευχή στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος την προσπάθεια κάνει, ο Θεός δίδει την προσευχή. Και οπωσδήποτε εάν ταπεινωθεί η ψυχή και πενθήσει και εκζητήσει το Θεό με όλη τη δύναμή της τότε οπωσδήποτε θα έχει απαντήση από το Θεό.
Και η απάντηση εδώ που έδωσε ο Θεός στο Σιλουανό ήταν ότι οι υπερήφανοι πάντα υποφέρουν από τους δαίμονες. Βέβαια εδώ αφορά αυτή τη λεπτή κατάσταση για την οποία θέλω να σας πω ότι δεν πρόκειται εσείς ουδέποτε να τη δείτε, ούτε εγώ βέβαια, για να μη φοβάστε και να νομίζετε ότι όταν πάτε να προσευχηθείτε θα έχετε τα ίδια φαινόμενα. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Ο άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να σκέφτεται για τους δαίμονες. Να τους περιφρονήσει τελείως. Χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι δεν πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχουν. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν αλλά δεν τους δίνουμε βάση υπάρξεως με το να τους σκεφτόμαστε. Όταν λοιπόν πάμε να προσευχηθούμε πρέπει να έχουμε την αίσθηση ότι ο Θεός είναι ενώπιόν μας και εμείς ομιλούμε προς το Θεό. Και με πολλή ταπείνωση να προφέρουμε τους λόγους της προσευχής. Η υπερηφάνεια είναι αυτή η οποία είναι η βάση της πλάνης. Πολλοί άνθρωποι σήμερα ισχυρίζονται ότι προσεύχονται και ότι έχουν καταστάσεις πνευματικές και ότι έχουν εμπειρίες και βλέπουν φώτα και βλέπουν οπτασίες, βλέπουν διάφορα πράγματα.
Έχουν "ενέργειες του Αγίου Πνεύματος" με λίγα λόγια. Όλα αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας τους. Όχι της φαντασίας που φαντάζεται ο νους αλλά του εγωισμού διότι εάν ο άνθρωπος δεν ταπεινωθεί δεν πρόκειται ουδέποτε να δει την παραμικρή ενέργεια Χάριτος.
Είναι αδύνατο στον άνθρωπο να γευτεί τη Χάρη του Θεού κατά τρόπο έκδηλο χωρίς να έχει φτάσει ο άνθρωπος σε μεγάλη ταπείνωση. Και όταν ρώτησε ο Σιλουανός το Θεό τι πρέπει να κάνει για να ταπεινωθεί η ψυχή του, του είπε αυτόν το λόγο ο οποίος έχει κύρος αιώνιο και ιδιαίτερα σήμερα στην εποχή μας:

"Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι."
Σήμερα, εσείς περισσότερο που ζείτε στην κοινωνία και ακούτε και τα νέα βλέπετε ότι όχι πλέον ο νους μας είναι στον Άδη αλλά όλη η υδρόγειος σφαίρα είναι μέσα στον Άδη διότι είναι τόσο ζοφερά τα γεγονότα γύρω μας.
Σε τόσο πόνο βρίσκεται ο άνθρωπος. Όλη η ζωή μας βυθισμένη σε ένα βαθύτατο πόνο. Και πόνος χωρίς Θεό σημαίνει σκότος και σημαίνει Άδης. Και περισσότερο "Άδης" καθίσταται όχι επειδή είναι ο πόνος αυτό καθεαυτό, αλλά, είναι μεν πόνος αλλά απουσιάζει και ο Θεός. Δε γνωρίζουμε το Θεό γι' αυτό το λόγο δεν έχει πού να πιαστεί ο άνθρωπος. Αυτή η απουσία του Θεού είναι ο Άδης και ο κόσμος όλος είναι βυθισμένος μέσα σε αυτόν τον Άδη.
Το να είναι ο νους μας μέσα στον Άδη είναι πολύ εύκολο να γίνει γιατί όλοι κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή να πέσουμε μέσα στο βάθος της απελπισίας. Οι άνθρωποι οι οποίοι αυτοκτονούν παραδείγματος χάρη είναι μέσα στον Άδη. Δηλαδή πριν αυτοκτονήσουν, ο νους τους, η ύπαρξή τους, η καρδιά τους ήταν βυθισμένη μέσα στον Άδη γι'αυτό και αυτοκτόνησαν. Όλοι αυτοί που έχουν τόσες δυσκολίες είναι μέσα στον Άδη.
Όμως το νέο το οποίο δίδεται από το Θεό στην εποχή μας, στην Εκκλησία γενικά σε όλους τους αιώνες από την πρώτη στιγμή μέχρι σήμερα δεν είναι ο Άδης
αλλά είναι το να μην απελπίζεσαι.
"Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι." Μόνο η Εκκλησία μπορεί να δώσει αυτή τη βάση διότι η Εκκλησία έχει την ελπίδα. Ποια είναι η ελπίδα; ο Χριστός! Και γιατί είναι ελπίδα; Γιατί ο Χριστός νίκησε το θάνατο. Τίποτα άλλο δεν έχει νικήσει το θάνατο. Κανένας και καμιά θεωρία άλλη. Ο Χριστός νίκησε το θάνατο δια της Αναστάσεώς Του. Όχι μόνο τον βιολογικό θάνατο αλλά το θάνατο σε όλη την έκτασή του. Τον πνευματικό, τον ψυχικό και τον σωματικό ακόμα θάνατο. Ο Χριστός δια της Αναστάσεώς Του απέδειξε ότι θα γίνουν τα πάντα καινά και ο άνθρωπος ανίσταται καινός. Γι' αυτό λέει ότι:
«Ἰδού καινά ποιῶ τά πάντα.» Τον ουρανό και τη γη. Όλα. Τα πάντα θα αλλάξουν. Γι' αυτό ψάλλουμε τη νύχτα εκείνη της Αναστάσεως:

«Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ καί τά καταχθόνια.»
Όλα φωτίζονται μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού. Κάθε άνθρωπος, έστω για λίγο, μια φορά στη ζωή του, θα φτάσει μέχρι το βάθος του Άδου. Μέχρι εκεί που αντέχει τουλάχιστον. Αλλά θα γευθεί αυτόν τον Άδη. Ίσως σε ένα θάνατο, ίσως σε μια δοκιμασία, ίσως σε μια ασθένεια, ίσως την ώρα του δικού του θανάτου. Όμως οπωσδήποτε θα'ρθει μια ώρα που ο άνθρωπος θα φτάσει σε αυτήν την αίσθηση του Άδου και εκείνη την ώρα πραγματικά μόνο αυτός ο λόγος μπορεί να τον βαστάξει, το "να μην απελπίζεσαι." Όλη τη δύναμη της υπάρξεώς του την στρέφει και τη στηρίζει πάνω στο "να μην απελπίζεται" διότι κρατάει γερά την πίστη στο Θεό.
Ότι δυνατός ο Θεός να αναστήσει και τους νεκρούς. Έχει τη δύναμη ο Θεός να ζωοποίησει κάθε νεκρό άνθρωπο και εμένα, αφού είμαι νεκρός, άρα λοιπόν μπορεί να με αναστήσει. Εάν δεν το έχει αυτό ο άνθρωπος υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να πέσει σε απόγνωση, σε απελπισία.
Ξέρετε ότι ακόμα αυτή τη στιγμή όταν ο άνθρωπος φτάνει σε τέτοιο βάθος απογνώσεως είναι ακόμα και ωφέλιμο το να μην καταφεύγει σε πνευματικό πόλεμο αλλά έστω να κάνει και μία ανάπαυλα. Λέει κι ένας Άγιος ότι όταν φτάσει και γίνει στο νου σου τέτοιο σκότος λογισμών και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, πήγαινε στο δωμάτιό σου και σκέπασε το κεφάλι σου να σκοτεινιάσεις τα μάτια σου και να κοιμηθείς. Να κοιμηθείς να περάσει εκείνη η ώρα.
Ο πάτερ Σωφρόνιος που έγραψε το βιβλίο, έγινε αιτία να συνδεθεί με τον Γέροντα Σιλουανό βάσει αυτής της συνομιλίας. Πώς; Όταν ήταν νέος ο πάτερ Σωφρόνιος στο μοναστήρι το ρωσικό του Αγίου Όρους πήγε κάποιος ενάρετος γέροντας να μιλήσει μαζί του (ήταν νέος ακόμα ο πατέρας Σωφρόνιος) και τον ρώτησε:
"Γέροντα, τι πρέπει να κάνω στην πνευματική ζωή;"
Του λέει ο γέροντας Σωφρόνιος, άπειρος ακόμα τότε αλλά έχοντας εμπειρία αυτής της καταστάσεως, του λέει: "Κράτα το νου σου στο χείλος μιας αβύσσου και όταν βλέπεις ότι δεν αντέχεις άλλο φύγε λίγο πίσω και πήγαινε να πιεις ένα τσάι" του είπε κατά τη Ρωσική νοοτροπία. Το άκουσε ο Γέρων Σιλουανός αυτό και την άλλη μέρα τον συνάντησε και του είπα ότι θέλω να σου μιλήσω. Και όταν συναντήθηκαν του είπε ότι: "Ναι, να κρατάς το νου σου στο χείλος της αβύσσου αλλά να μην πίνεις ένα τσάι αλλά να έχεις την ελπίδα σου στο Θεό. Του έδειξε δηλαδή ποιος είναι ο έμπειρος τρόπος της αντιμετωπίσεως αυτού του φαινομένου του Άδου στη ζωή μας.
Βλέπετε λοιπόν ότι όντως ο άνθρωπος του Θεού ομιλεί με το Θεό. Ο Θεός απαντά στον άνθρωπο όταν είναι ανάγκη και όταν ο άνθρωπος φτάσει στο σημείο εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να λάβει απάντηση από το Θεό, ο Θεός απαντά στον άνθρωπο μέσα στην καρδία του.
Υπερβαίνει ο Θεός δηλαδή την κτιστή πραγματικότητα και δίδει τον λόγο Του στον άνθρωπο ανά πάσα στιγμή νέο, καινούργιο. Και ο λόγος αυτός δεν διαφέρει καθόλου από το λόγο που είπε ο Θεός στους Προφήτες, στους Αποστόλους, στο Ευαγγέλιο, στη Γραφή γενικά. Δηλαδή ο λόγος αυτός που είπε στο Σιλουανό έχει την ίδια δύναμη με το λόγο που γράφουν τα Ευαγγέλια, με το λόγο που είπαν οι Προφήτες, με το λόγο εκείνο που είπε: "γεννηθήτω φως, γεννήθηκε ο ήλιος, γεννηθήτω γη και ουρανός και στερέωμα." Δηλαδή ο λόγος του Θεού ο οποίος εκ του μηδενός δημιούργησε τα πάντα, ο λόγος του Θεού που μίλησε και αποκάλυψε τα μυστήρια στην Παλαιά Διαθήκη, που αποκάλυψε το μυστήριο της Αγίας Τριάδας στην Εκκλησία, στην Καινή Διαθήκη, είναι ο ίδιος λόγος ο οποίος δίνεται και τώρα, ο ίδιος λόγος που δίδεται πάντοτε εις τους Αγίους. Δεν έχει καμία διαφορά ο λόγος αυτός από τον λόγο του Ευαγγελίου, είναι από την ίδια πηγή.


ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΕΙΠΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΔΙΟΤΙ ΕΙΧΕ ΑΠΟΔΕΧΘΕΙ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΤΙ ΧΑΙΡΟΤΑΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΤΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΑΥΤΗ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΨΕΥΔΟΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΜΑΤΑΙΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΝΟΥ ΟΥΤΕ ΚΑΡΔΙΑ ΔΙΟΤΙ ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ, ΤΑ ΖΩΝΤΑΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

"Ό,τι γνήσιο ορθοδόξο έχουμε σήμερα το οφείλουμε στους Κολλυβάδες". Τότε γιατί δεν το προστατεύουμε μιμούμενοι τον αγώνα και τους διωγμούς τους;

Άγιος Μακάριος Νοταράς: Ο πρωτεργάτης του Κολλυβαδικού Κινήματος.


                            

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου

Το Κολλυβαδικό Κίνημα είναι η συνέχεια του Ησυχαστικού Κινήματος και αποτελεί μια από τις πλέον γνήσιες εκφάνσεις της ορθοδόξου πνευματικότητας. Ταυτόχρονα αποτέλεσε και μια ισχυρή πνευματική αναγέννηση, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την Εκκλησία μας, κατά την οποία απειλούνταν το εκκλησιαστικό πλήρωμα από τους εξισλαμισμούς και η σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας μας από την άλωση της κακόδοξης δυτικής παράδοσης. Ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος υπήρξε και ο άγιος Μακάριος Νοταράς, μια μεγάλη πνευματική και εκκλησιαστική μορφή του 18ου αιώνα.


Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΗΜΑ ΑΓΑΠΗΤΕ κ. ΣΚΟΝΤΖΟ. ΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΥΠΗΡΞΑΝ ΚΙΝΗΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΚΥΡΙΕΥΣΕΙ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ. ΑΥΤΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ. Ο,ΤΙ ΓΝΗΣΙΟ ΕΧΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ. Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΠΩΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ, ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΜΙΜΗΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΣΟΥΝ ΟΥΤΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕ ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ  ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ. ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΗΔΑΛΙΟΥΧΟΥΣ ΙΕΡΕΙΣ.
Ο ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΣΕ ΤΗΝ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΙΑ ΤΟΥΣ. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Ο ΠΑΠΠΟΣ.

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

«…ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με»

                                                                  Ψαλμός 18, 13


Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς βλέποντας ὅτι ἁ­μαρτάνει κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα τῆς ζωῆς του καὶ παρατηρώντας τὶς προσ­βολὲς τῶν πονηρῶν λογισμῶν ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀναφωνεῖ: «παραπτώματα τίς συνήσει; ἐκ τῶν κρυ­φίων μου καθάρισόν με» (Ψαλ. ιη΄ [18] 13). Πόσο ἐλλιπεῖς εἴμαστε στὴν τή­­ρηση τοῦ νόμου σου, Κύριε! Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀ­ντι­ληφθεῖ τὰ παραπτώματα ποὺ διαπράττει ἀκουσίως, χωρὶς νὰ τὸ πάρει εἴ­δηση; Ἀπὸ αὐτὰ τὰ κρυφὰ παραπτώματά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπεσαν στὴν ἀντίληψή μου, καθάρισέ με, Κύριε.

 Ποιὰ εἶναι τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας; Σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς ἑρμηνευτὲς «κρύφια» ἁμαρτήματα μποροῦν νὰ εἶναι κι αὐτὰ ποὺ διαπράττονται κρυφά, μακριὰ ἀπὸ τὰ βλέμματα τῶν συνανθρώπων μας, «τὰ κρυφίως πραττόμενα». 
 Ἀλλὰ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς δὲν ἀναφέρεται τόσο σ᾿ αὐτά. Ἀναφέρεται στὶς ἄτακτες ὁρμές, τὶς κινήσεις τῶν παθῶν, τὰ ἀπρόσ­εκτα βλέμματα, τὶς ἐφάμαρτες ἐπιθυμίες, τὶς ἔνοχες διαθέσεις, τὰ ἐγωιστικὰ θε­λήματα, στὰ ὁποῖα πέφτουμε καθημερινῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, τὰ ἀφήνουμε καὶ φεύγουν τελείως ἀπαρατήρητα.

 Ὅλα αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, ποὺ δὲν γίνονται τὶς περισσότερες φορὲς ἀντιληπτά, ἀποθηκεύονται «εἰς τὰ λεγόμενα ταμιεῖα τῆς ψυχῆς» καὶ τὴ μολύνουν. Ἀλήθεια, τί ἁμαρτωλότητα κρύβει τὸ βά­­θος τῆς καρδιᾶς μας! «Βαθεῖα ἡ καρδία παρὰ πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν;» (Ἰεζ. ιζ΄ [18] 9). Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βαθιά, ἀφανής, ἄγνωστη καὶ ἀνεξερεύνητη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πράγμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸν γνωρίσει;

 Τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας, ὅταν χρο­νίζουν στὸ ἐσωτερικό μας, γίνον­ται πάθη. Πολλὰ ἀπὸ τὰ πάθη αὐτὰ εἶ­ναι τόσο λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα, ποὺ δὲν ὑπο­πίπτουν κἂν στὴν ἀντίληψή μας.

  Γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ βιβλίο του «Ἀόρατος πόλεμος» ὅτι «μέσα εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας μας εὑ­ρίσκονται τόσον λεπτὰ καὶ τόσον κρύ­φια πάθη, ὁποὺ οὐδὲ ἂν εἶναι πάθη ὁλότελα ἠξεύρομεν… Ἠμεῖς τὰς ἐνεργείας μόνον καὶ τοὺς κλάδους τῶν παθῶν αἰ­σθανόμεθα, τὰς δὲ δυνάμεις καὶ ρίζας αὐτῶν, οὐ­δαμῶς γνωρίζομεν, χωρὶς φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅθεν καὶ ὅταν μόνον ἐνεργοῦν, καταλαμβάνομεν ὅτι πάθη ἔ­χομεν. Ὅταν δὲ ταῦτα ἡσυχάζουν, νομίζομεν ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀπάθειαν» (Ἐκδ. «Φῶς» – ΧΕΕΝ, σελ. 142-143). Ὅ­πως ἕνα καρπούζι, ὅ­ταν τὸ βάλουμε στὸ νερό, ἐλάχιστο τμῆ­μα του φαίνεται στὴν ἐπιφάνεια, διότι τὸ ὑπόλοιπο εἶναι βυθισμένο στὸ νερὸ καὶ κρύβεται, ἔτσι κι ἐμεῖς ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας γνωρίζουμε κι ἀκόμη λιγότερα θυμόμαστε.

Ἐπίσης «κρύφια» ἁμαρτήματα εἶναι οἱ αἰσχροί, οἱ βλάσφημοι καὶ πονηροὶ λογισμοί. Εἶναι τόσο διεφθαρμένη ἡ φύση μας, ὥστε ἡ σκέψη μας φεύγει συχνὰ καὶ πηγαίνει στὸ κακό. Δὲν μποροῦμε νὰ κρα­τήσουμε ἕναν καλὸ λογισμό. Ἡ διά­νοιά μας γίνεται ἐργαστήρι αἰσχρῶν λο­γι­σμῶν. Οἱ ἐχθροὶ δαίμονες μᾶς πολεμοῦν ἀδυσώπητα μὲ τοὺς ρυπαροὺς λο­γισμούς.

Γράφει σὲ τόνο ἐξομολογητικὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης«Σχεδὸν κάθε καλή μου σκέψη, κάθε καλό μου αἴ­σθημα πρέπει νὰ τὸ ὑπερασπίζομαι μὲ ἀγώνα… Τὸ ληστρικὸ πλῆθος τῶν Πο­νηρῶν ἐνεργεῖ μέσα μου πρωὶ καὶ βράδυ, νύκτα καὶ ἡμέρα, ἀκόμη καὶ στὰ διάφορα ὄνειρα! Τί σπήλαιο νοητῶν ληστῶν γίνεται ἡ ψυχή μου! Πόσο διεφθαρμένη εἶναι ἡ καρδιά μου! Πόσο παραμορφωμένη εἶ­ναι μέσα μου ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ! Τί θύελλες ξεσηκώνουν τὰ πάθη μου! Κύριε, «ὁ ἐτάζων νεφροὺς καὶ καρδίας», βοήθησέ με στὸν ἀγώνα μου. Ἐνίσχυσε, παντοδύναμε Ἀρχηγέ, τοὺς στρατιῶτες Σου! Χωρὶς Ἐσένα δὲν κατορθώνουμε τίποτε!».

Τέλος, «κρύφια» ἁμαρτήματα εἶναι καὶ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ διαπράττονται ἀπὸ ἄγνοια. Ἔχουμε ἄγνοια τοῦ θείου θελήματος καὶ κάνουμε πολλὲς παραβάσεις τοῦ θείου θελήματος, χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι ἁμαρτάνουμε. Ἁμαρτάνουμε καθημερινῶς, ὄχι μόνο «ἐν γνώσει», «ἑκουσίως», «ἐκ προμελέτης», ἀλ­λὰ καὶ «ἐν ἀγνοίᾳ», «ἀκουσίως», «ἐκ συναρπαγῆς».
Ὅλο αὐτὸ τὸ ποικίλο πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας ποὺ καταχωνιάζεται «εἰς τὸν νοῦν τὸν ἠφανισμένον», στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ δὲν φαίνεται, πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε; «Παραπτώματα τίς συνήσει;». Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας;

Πάλι ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς προτρέπει:
 Ὅπως ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς παρακαλοῦσε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τὸν καθαρίσει ἀπὸ τὰ κρύφια ἁμαρτήματά του λέγοντας· «ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με», ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε, μὲ τὰ ἴδια λόγια τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ, στὸν ἅγιο Θεὸ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας ποὺ παραμένουν κρυφὲς καὶ ἀθέατες. Κύριε, «καθάρισον τὸν ρύπον τῆς ψυχῆς μου»! 
Καθάρισε τὴν ἀκαθαρσία ποὺ ὑ­πάρχει στὸ ἐσωτερικό μου.
 «Φώτισόν μου τὸ σκότος»! 
Φώτισε τὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς μου. 
Μοιάζω σὰν νὰ ἔπεσα στὰ χέρια τῶν ληστῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τραυμάτισαν καὶ μὲ γέμισαν πληγές. Σὺ ὡς καλὸς Σαμαρείτης σήκωσέ με ποὺ εἶμαι πεσμένος. Γιάτρεψέ με ποὺ εἶμαι πληγωμένος. 
«Δὸς μοι καρδίαν διαλογιζομένην τὰ σά· διάνοιαν ἀγαπῶσάν σε· μνήμην ἀναπολοῦσάν σε», γιὰ νὰ Σὲ ἀ­ν­υμνῶ μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ νὰ δοξάζω τὸ ὑπερύμνητο καὶ ὑπερένδοξο ὄνομά Σου στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

Η εμπειρία της ησυχίας..

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και σίδερο ρούχων 

Σ'ένα μοναχικό ερημίτη έφτασαν μια μέρα κάποιοι επισκέπτες.
Τον ρώτησαν: Τι νόημα έχει η ζωή σου στην ησυχία;
Ο μοναχός εκείνη τη στιγμή μόλις έβγαζε νερό από ένα βαθύ πηγάδι.
Είπε: Κοιτάξτε στο πηγάδι!
Τι βλέπετε;
Εκείνοι κοίταξαν: Τίποτα..
Μετά από λίγο ο μοναχός τούς είπε ξανά: Κοιτάξτε στο πηγάδι! Τι βλέπετε;
Εκείνοι κοίταξαν πάλι κάτω. Ναι, τώρα βλέπουμε τα πρόσωπά μας.
Και ο μοναχός απάντησε: Βλέπετε πριν, όταν έβγαλα νερό,
το νερό ήταν ταραγμένο.
Τώρα είναι ήρεμο.
Αυτή είναι η εμπειρία της ησυχίας. Βλέπεις τον εαυτό σου!

Τρίτη 18 Απριλίου 2023

Σχετικά με τη βλάβη ή τη χρησιμότητα της θρησκείας – Livio Cadè

Αφού αναρωτήθηκα για πολλή ώρα την ερώτηση « σέ τί χρησιμεύει η θρησκεία;» Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα: «σέ τίποτα». Η σημασία της έγκειται ακριβώς στο να μας δείξει την αξία του άχρηστου, την ομορφιά της δράσης χωρίς σκοπό. Η επιδίωξη του κέρδους σκληραίνει την καρδιά, η θρησκεία την μαλακώνει. Επομένως, η συζήτηση για τη χρησιμότητα της θρησκείας είναι δυνατή μόνο με μεταφορική έννοια. Από την άλλη πλευρά, όταν μιλάμε για τη ζημιά της, μπορούμε να το κάνουμε με την κυριολεκτική έννοια, υπενθυμίζοντας τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες η θρησκεία έχει βλάψει τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που, φορτωμένοι με μίσος, πολλοί απομακρύνονται από αυτή πριν καταλάβουν πλήρως τη φύση της.

Μερικοί φαίνεται να χαίρονται με την ιδέα ότι δεν θα υπάρχει θρησκεία στη μελλοντική κοινωνία. Σύμφωνα με αυτούς, η επιστήμη θα απαντήσει στα ερωτήματα του ανθρώπου και η τεχνολογία θα ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Συνεπάγεται ότι δεν θα νιώθουμε πλέον καμία δίψα για το Απόλυτο, ούτε καμία ανάγκη που μια μηχανή δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει. Η ευτυχία θα συνίσταται στην απόλαυση πραγματικών, αντικειμενικών πραγμάτων, όχι μεταφυσικών και φανταστικών παρηγοριών γιά μετά τη ζωή. Τέτοιοι προφήτες υποθέτουν ότι η θρησκεία θα γίνει άχρηστο πράγμα, χωρίς να γνωρίζουν ότι έτσι ήταν πάντα. Και δεν συνειδητοποιούν ότι βασικά ελπίζουν στην έλευση μιας νέας θρησκείας, που είναι η λατρεία του χρήσιμου, η πίστη στην επιστήμη, η υπόσχεση επίγειων παραδείσων, η υποταγή στην εξουσία των νέων Εκκλησιών.

Ίσως, όπως λέγεται μερικές φορές για τον κομμουνισμό, η θρησκεία παρέμενε πάντα μόνο μια μεγάλη ουτοπία. Διαβάζοντας κανείς την Ιστορία του Guicciardini θα πίστευε ότι στην Ιταλία της Αναγέννησης, που ισχυριζόταν ότι ήταν χριστιανική, δεν υπήρχε θρησκεία, συνείδηση, αρετή και ότι πίσω από κάθε ανθρώπινη πράξη υπήρχαν πάντα ίντριγκες, κακίες και διαφθορά. Κυνισμός του ιστορικού; Πιθανότατα ένας πιστός καθρέφτης μιας κοινωνίας που, όπως η σημερινή, αρέσκεται να διατυπώνει ευγενείς αρχές χωρίς να τις εφαρμόζει στην πράξη.

Οι θρησκείες είναι «έργο ευφυών ανθρώπων προς όφελος των μέτριων και καθυστερημένων αργόσχολων πνευμάτων», θα έλεγε ο Chamfort. Στα δόγματα και τα αξιώματα της θρησκείας, οι τεμπέληδες πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν την αλήθεια γρήγορα και με ασφάλεια, κάτι που τους απαλλάσσει από τον κόπο να την αναζητήσουν. Για το λόγο αυτό, η σκιά μιας μη αυθεντικής ύπαρξης, των ανεφάρμοστων ιδανικών πέφτει συχνά πάνω σε τέτοιους πιστούς.

Μπορεί να ειπωθεί ότι η θρησκεία είναι χρήσιμη στον άνθρωπο επειδή τον εκπαιδεύει σε ευγενείς προθέσεις, τον ωθεί να καλλιεργεί ηθικές αξίες, να επιδιώκει ανθρωπιστικές μεταρρυθμίσεις, να διεξάγει μάχες για τη δικαιοσύνη κ.λπ. Ωστόσο, αυτό θα ήταν επίσης δυνατό για ένα καθαρά ηθικό δόγμα και, από την άλλη πλευρά, δεν φαίνεται να αντισταθμίζει τη ζημιά που προκάλεσε στην ανθρωπότητα ο φανατικός σεχταρισμός, οι διώξεις και οι πόλεμοι με θρησκευτικά κίνητρα. Όμως αυτές οι κρίσεις είναι που σταματούν στο κοινωνικό, το ιστορικό και το ψυχολογικό, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ουσία του θρησκευτικού φαινομένου. Ποιο είναι λοιπόν το νόημα της θρησκείας;

Σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο «Εβραίος» σημαίνει «αυτός που βλέπει τον Θεό». Η ετυμολογία είναι αμφίβολη αλλά αυτός είναι ίσως ο πιο ακριβής ορισμός του προς τι τείνει το θρησκευτικό πνεύμα. Εμπειρία λοιπόν υποκειμενική, δεδομένου ότι δεν γίνεται να δεις με τα μάτια των άλλων. Η θρησκεία μου φαίνεται μια πρωτότυπη επιστήμη της ύπαρξης, η οποία αργότερα μειώθηκε σε μια πίστη σε αφηρημένα και υπερφυσικά αντικείμενα. Αντί να παρακινεί τον άνθρωπο να επιστρέψει στον εαυτό του, να αναζητήσει εκείνη την αλήθεια που «κατοικεί στο εσωτερικό του ανθρώπου», παράγει μορφές ψευδούς συνείδησης μέσα του και τον παγιδεύει σε αντικειμενικές πραγματικότητες, έξω από αυτόν.

Η θρησκεία θεωρείται συνήθως ότι ενθαρρύνει τις υποκειμενικές φαντασιώσεις στον άνθρωπο, την επεξεργασία πλασματικών οντοτήτων. Αυτό όμως σημαίνει μόνο ότι προσφέρει στη φαντασία του αντικείμενα που του προκαλούν ιδιαίτερες εσωτερικές διαθέσεις. Η ίδια του η ψυχή γίνεται σαν ένα ανεστραμμένο γάντι, μια εσωτερικότητα εξωτερικευμένη, και ο Θεός το απόλυτο και κυρίαρχο Αντικείμενο κρέμεται πάνω από το πεπρωμένο του.

Ακόμη και η αντικειμενική προσευχή, που ζητά κάτι, έχει από μόνη της μια επιθυμία για βέβηλη ιδιοποίηση, ξένη προς τη διάσταση του ιερού, που την απομακρύνει από αυτή την άσκοπη ενατένιση που είναι προνόμιο της αληθινής θρησκείας. Μια αυθεντικά θρησκευτική πράξη δεν έχει στόχους. Πράγματι, η θρησκεία είναι η ζωή της ψυχής και η ψυχή βρίσκεται μόνο στο υποκείμενο. Το συνεκτικό αποτέλεσμα μιας αντικειμενικής νοοτροπίας θα είναι επομένως η ακύρωση της ψυχής ή η πραγμάτωσή της. Αυτή η οπτική είναι χαρακτηριστική μιας επιστήμης που μας ωθεί να δούμε τον κόσμο αντικειμενικά, πιστεύοντας έτσι ότι μας μεταφέρει πίσω, από μέρη μυθικής ή θρησκευτικής φαντασίας στα γυμνά και πραγματικά γεγονότα της φυσικής. Στην πραγματικότητα όμως, μετατοπίζοντας την πίστη μας από την πραγματικότητα των μεταφυσικών αντικειμένων, σε φυσικά πράγματα, των οποίων η τάξη, η συνέπεια, δεν είναι πλέον ο Θεός ο υπέρτατος εγγυητής αλλά η Φύση. Μέχρι που η κβαντομηχανική μας κάνει να παρατηρήσουμε ότι ο παρατηρητής είναι αυτός που δημιουργεί την πραγματικότητα, διορθώνοντας εν μέρει τη λήθη του υποκειμένου στο οποίο μας είχε συνηθίσει μια Μεταφυσική του αντικειμένου.

Πιστεύεται ότι μια αντικειμενική αντίληψη του κόσμου πρέπει να έχει «καρτεσιανή» σαφήνεια και αποδείξεις, ξεχνώντας ίσως ότι ο Descartes, στην αναζήτησή του για ένα απόλυτο θεμέλιο, έφτασε σε έναν ριζοσπαστικό υποκειμενισμό. Και ίσως ο ίδιος να προτίμησε να το ξεχάσει, απασχολημένος με τήν επαναφορά τής αντικειμενικότητας, στα πράγματα και στίς τις ιδέες, στις ψυχές και τον Θεό, αλλά για τον Ντεκάρτ η χρησιμότητα της μεταφυσικής βρισκόταν στο να παρέχει σταθερά θεμέλια για τη φυσική και την ηθική. Τα αισθητά σώματα, αντικείμενα της φυσικής, του φαίνονταν αμφίβολες πραγματικότητες, έως ότου η πραγματικότητά τους αποδείχθηκε με καθολικούς λόγους. Και η ίδια η φυσική του βρήκε έναν λόγο ύπαρξης στη χρησιμότητα της για την τεχνολογία και την κατασκευή μηχανών. Από την αρχή, λοιπόν, η έρευνά της είχε πρακτικούς στόχους, την τράβηξε το τεχνούργημα, ή μάλλον το κατ' εξοχήν «αντικείμενο».

Ο σύγχρονος άνθρωπος, που θεωρεί τη μεταφυσική περιττή, έχει βάλει ευθέως την τεχνολογία ως αρχή και θεμέλιο της πραγματικότητας. Σήμερα είναι η ίδια η τεχνολογική πρόοδος, ανεξάρτητα από τη χρησιμότητά της για τον άνθρωπο, που παράγει μια μεταφυσική και, με ανάλογο τρόπο, που ορίζει τα αντικείμενα της ηθικής, που επιβάλλει μια ορθή ηθική όχι από τη σχέση μας με τον Θεό ή με τον άνθρωπο, αλλά με τις μηχανές και την αναμφισβήτητη καλοσύνη τους.

Ακόμη και τα αιώνια μεταφυσικά ερωτήματα μειώνονται έτσι σε αντικειμενικά γεγονότα, καθαρές έννοιες, προβλήματα στα οποία δεν θα χρειάζεται πλέον να αναζητούμε κοπιαστικά μια απάντηση μέσα μας γιατί θα τη βρούμε σε μια τεχνητή νοημοσύνη που θα γνωρίζει τα πάντα για την ψυχή και την αλήθεια,τό καλό και το κακό κ.λπ.. Τέλεια θρησκεία «για μέτρια και καθυστερημένα πνεύματα», συνεκτική εξέλιξη μιας σκέψης που κυριαρχείται από αντικειμενικές πεποιθήσεις. Η νέα αλγοριθμική πίστη θα μας απαλλάξει μόνο από την εξάρτηση από την αυθεντία μιας Εκκλησίας για να μας δεσμεύσει με αυτή των ηλεκτρονικών κυκλωμάτων.

Θα καταλήξουμε σε μια αντικειμενικότητα χωρίς υποκείμενο, έναν κόσμο που εξαντλείται στο «έξω», χωρίς «μέσα». Νευρώνες στη θέση της συνείδησης, ορμόνες στη θέση της αγάπης, κ.λπ. Δεν είναι θέμα αντίθεσης αυτής της απόλυτης αντικειμενικότητας σε μια υποκειμενικότητα εντελώς εγκλεισμένης στο μυαλό, αντικατάστασης της εμμονής με τά αντικείμενα, με τήν προσήλωση στο εγώ. Μια ψυχή χωρίς κόσμο είναι στην πραγματικότητα τόσο ασύλληπτη όσο ένας κόσμος χωρίς ψυχή. Το πρόβλημα προκύπτει όταν κλίνουμε ολοκληρωτικά προς έναν κόσμο αντικειμενικών πραγμάτων, γεγονότων, δεδομένων, αξιών και γνώσεων, χάνοντας από τα μάτια μας το αόρατο υποκείμενό τους.

Για να αποκαταστήσουμε την ισορροπία πρέπει να αντισταθούμε στην αυτόματη και συνήθη συγκατάθεση που δίνουμε σε ένα σύστημα πεποιθήσεων και απόψεων, βλέποντας ότι κάθε ομιλία μας θεωρεί αμέτρητα πράγματα δεδομένα για τα οποία μπορεί να αμφιβάλλουμε. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να υπονομεύσουμε τα λόγια μας, τις ιδέες μας, τις ανέγγιχτες αρχές μας. Δεν μπορεί κανείς να είναι θρησκευόμενος χωρίς να «σκοτώσει τον Βούδα», τον Θεό και κάθε άλλο είδωλο της αντικειμενικότητάς μας. Χρειαζόμαστε το θράσος της καρτεσιανής αμφιβολίας για να εξετάσουμε κριτικά τις πεποιθήσεις στις οποίες βολευόμαστε, για να ξαναρχίσουμε από την πράξη της σκέψης και της αμφιβολίας ως βεβαιότητα τής ύπαρξης. Ωστόσο, αυτή η αναζήτηση για ένα απόλυτο νόημα δεν μπορεί να συμπέσει με τα όρια μιας έμφυτης συνείδησης αλλά τείνει προς μια υπέρβαση που τη φωτίζει.

Πρέπει να θέσουμε σέ παρένθεση τις διδασκαλίες, τους δασκάλους, τις άκαμπτες ονοματολογίες που έχουν καθιερώσει άλλοι, αν θέλουμε να αναζητήσουμε μια αλήθεια που μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο υποκειμενικά. Σε αυτό δεν βοηθούμαστε από το κοινωνικό ένστικτο, που πρόθυμα υποτάσσεται στην εξουσία. Ούτε είναι η «κοινή λογική» για οποιαδήποτε βοήθεια, η οποία αφήνεται εύκολα να πειστεί για λόγους χρησιμότητας και ευκολίας. Οι διάφορες θρησκείες από την πλευρά τους μπορούν να μας παρουσιάσουν ένα πρόβλημα, να μας εξοπλίσουν με κάποια εργαλεία για να το διερευνήσουμε, αλλά δεν μπορούν να μας δώσουν τη λύση. Θα ήταν πάντα αντικειμενικές απαντήσεις, ιδωμένες από το εξωτερικό, και επομένως ριζικά ανεπαρκείς.

Κάθε θρησκεία υπονοεί έναν διαφορετικό οδοδείκτη, είναι ένδειξη ενός τρόπου (δρόμου). Αν κάποιος μιλά για την «υπερβατική ενότητά τους» είναι μόνο σε σχέση με ένα μόνο κέντρο και όχι με τους κλάδους του, με ένα γενικό σκοπό -το όραμα του Θεού- και όχι με τα ιδιαίτερα και διαφορετικά μέσα που μας προσφέρει η κάθε θρησκεία. Αυτή η διαφορά είναι ένα πολύτιμο και μη αναγώγιμο στοιχείο. Κάποιοι θα ήθελαν να λειτουργήσουν θρησκευτικούς συγκρητισμούς, σαν να θέλουν νά αποκτήσουν μια τεχνητή Εσπεράντο της ψυχής. Αλλά κάθε θρησκεία έχει μια συγκεκριμένη γλώσσα, τη δική της κληρονομιά σοφίας, έναν ακριβή ρόλο στην ιστορία.

Μπορεί κανείς να βρει συγγένειες μεταξύ των διάφορων μυστικισμών, μεταξύ του Μάιστερ Έκχαρτ και της Βεδάντα, του Σουφισμού και του Ταοϊσμού κ.λπ., αλλά μια ομογενοποίηση της πίστης θα αποδυνάμωνε μόνο αυτόν τον ανεπανόρθωτα ατομικό, ιδιότυπο χαρακτήρα με τον οποίο εκφράζεται το Πνεύμα. Ο Κάρολος Ε' είπε ότι χρησιμοποίησε ισπανικά για να μιλήσει στον Θεό και γερμανικά στο άλογό του, αλλά δεν υπάρχει καλύτερη γλώσσα από τις άλλες και ούτε καν θρησκεία. Αυτό μπορεί να ακούγεται προσβλητικό για τους μεγαλομανείς και τους φανατικούς, για εκείνους που δεν καταλαβαίνουν πώς όλες οι αναπαραστάσεις και τα δόγματά μας είναι εξίσου ανίκανα να εκφράσουν μια απόλυτη αλήθεια. Κάθε θρησκεία περιορίζεται στον χώρο των σχετικών αληθειών, που καθορίζονται από ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, μολυσμένους από μυθολογικά και φανταστικά στοιχεία. Αν υπάρχει γλώσσα του Θεού είναι η σιωπή. «Ω Εσύ, πέρα ​​από όλα τα πράγματα: πώς είναι νόμιμο να Σε καλέσουν αλλιώς;» λέει ο Πρόκλος.

Ωστόσο, αυτές οι προσπάθειες να συλλάβει κανείς το ασύλληπτο, να του δώσει ένα όνομα, δεν είναι μια μάταιη ενασχόληση τής σκέψης αλλά ένα ερέθισμα υπέρβασης του εαυτού του, ξεπερνώντας τα αντικειμενικά όρια της ηθικής και των αφηρημένων κρίσεων. Η ίδια η αντίσταση που προσφέρουν τα αντικείμενα της έρευνάς μας μας κάνει τελικά να συνειδητοποιήσουμε Αυτό που δεν μπορεί να αναζητηθεί και να επιθυμηθεί, γιατί καμία απόσταση δεν το χωρίζει από εμάς. Και δεν έχει καμία διαφορά πώς το ονομάζουμε: Θεός, Μπράχμαν ή Tathātā
.


Περνάμε από μια ριζική αμφιβολία, την αναστολή της κρίσης για τα πράγματα, σε μια απλή και ειλικρινή κρίση για τη ζωή μας. Ποιος είμαι; Τι πρέπει να κάνω; Γιατί; Η κρίση προέρχεται από το Jus – εξ ου και «δικαιοσύνη» – και ακόμη νωρίτερα από τη ρίζα Yug, που υποδηλώνει δέσμευση μεταξύ τους. Το να είσαι θρησκευόμενος σημαίνει να ξαναβρείς στον εαυτό σου αυτή τη δίκαιη κρίση που θυμίζει στον άνθρωπο την υπερβατικότητά του και τον ενώνει με τον Θεό. Η θρησκεία μπορεί να ζήσει χωρίς ηθική και φιλοσοφία, αλλά πεθαίνει χωρίς πειραματικό μυστικισμό, χωρίς αυτήν την ενέργεια που οδηγεί τον άνθρωπο στο βάθος του εαυτού του. Με υπομονή απογυμνώνεται κανείς από τις ψευδαισθήσεις του. Είναι ένα μονοπάτι που δεν προσθέτει τίποτα σε αυτό που είμαστε, αλλά μάλλον οδηγεί προς την πληρότητα του τίποτα.

Αυτή η πληρότητα είναι ακριβώς το όραμα του Θεού, γιατί τα αντικείμενα των αισθήσεων ή των σκέψεων, υλικά ή άυλα, υπάρχουν ως κάτι έξω από εμάς. Αλλά ο Θεός - το Τάο, το Μπράχμαν - δεν είναι αντικείμενο, δεν υπάρχει πουθενά. Δεν μπορείτε να το δείτε όπως βλέπετε ένα δέντρο ή ένα σύννεφο. Δεν γίνεται κατανοητό όπως κατανοεί κανείς ένα γεωμετρικό θεώρημα. Ούτε τον αγαπά κανείς όπως αγαπά ένα πλάσμα. Όσο το μπερδεύουμε με ένα αντικείμενο, δεν μπορούμε να το δούμε, να το αγαπήσουμε, να το καταλάβουμε. Επομένως λέμε ότι είναι ένα τίποτα, ένα κενό, μια υπέρβαση. Αυτές οι λέξεις δεν είναι το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι, γιατί αυτό θα μας έκλεινε ακόμα σε μια αντικειμενική άποψη. Είναι απλώς προσπάθειες να αποσπάσουν την προσοχή από τα αντικείμενα.

Αλλά αν δεν ξεφύγουμε από την αντικειμενική σκέψη, θα φτιάξουμε και κάτι άλλο από το τίποτα, το κενό, και θα αρχίσουμε να το ψάχνουμε. Ή αλλιώς θα δούμε μια αφαίρεση σε αυτό το πλήρες τίποτα. Ωστόσο, όπως ο Ντεκάρτ, όλα μπορούν να αμφισβητηθούν εκτός από αυτό το κενό ον, το οποίο κανένα αντικείμενο δεν μπορεί να γεμίσει. Από αυτή τη βεβαιότητα ξεπηδά μια απόσπαση από τα πράγματα. Δεν πρόκειται για εκστατικές συγκινήσεις. «Ακόμη και ανάμεσα στα δοχεία είναι ο Κύριος», είπε η Τερέζα της Άβιλα. Το μόνο ζεν μου, είπε ένας γέρος βουδιστής μοναχός, είναι να τρώω ρύζι και να το δίνω πίσω στην τουαλέτα. Απλώς νιώσε τη μυστική πνοή της ζωής, αυτό το ανέφικτο 
απροσδιόριστο που δεν είναι αντικείμενο μελέτης αλλά άπιαστο μυστήριο. Δεν χρειάζεται να τον ψάξετε, γιατί «έκανα τον εαυτό μου να με βρουν και αυτοί που δεν με έψαχναν, αποκαλύφθηκα και σε όσους δεν με ζήτησαν».


Τέλος, η αληθινή θρησκεία προϋποθέτει μια ακλόνητη πίστη στον εαυτό μας. Αυτή η εμπιστοσύνη είναι η βάση της ελευθερίας. Αντίθετα, η σύγχρονη κοινωνία θέλει να μας εξαρτήσει όλο και περισσότερο από πληροφορίες, μηχανές, οικονομικές παραγγελίες, τις απόψεις των «ειδικών», αποξενώνοντάς μας από τον εαυτό μας. Δεν ξέρω λοιπόν αν η πρόοδος θα ορίσει το τέλος του θρησκευόμενου ανθρώπου. Εξαρτάται. Υπάρχει μια θρησκεία της ύπαρξης και μια της μή ύπαρξης, τού έχειν, η πρώτη συνδέεται με το Υποκείμενο, η δεύτερη με την κατοχή των πραγμάτων. Η μία επιδιώκει τη χάρη, η άλλη διεκδικεί να γίνει Δύναμη και αντικειμενική αλήθεια. Έτσι ζούμε, επικίνδυνα τοποθετημένοι ανάμεσα στην αγνότητα ττου άχρηστου και τις τεχνοεπιστημονικές σωτηριολογίες, ανάμεσα στην αναμονή του Θεού και στις σατανικές λατρείες. Σε αυτήν την εναλλακτική, πιστεύω, η χρησιμότητα ή η βλάβη της θρησκείας θα καθοριστεί επίσης στο μέλλον.

Σχετικά με τη βλάβη ή τη χρησιμότητα της θρησκείας – Livio Cadè - HereticaMente (www-ereticamente-net.translate.goog)

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΖΩΗ ΛΟΙΠΟΝ ΣΕ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ. ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΝΟΥ. ΑΝΤΙΘΕΤΩΣ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΟΥΤΕ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ, ΜΕ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ, ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΗΡΟΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΥ, Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, Η ΚΛΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΝΗΚΟΥΝ ΚΑΙ Ο ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ, ΚΑΙ Η ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΣΑΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (ΑΓΡΟΝ ΗΓΟΡΑΣΑ). ΟΥΤΕ ΤΟ ΚΕΝΟ ΟΥΤΕ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ.