Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillespie - Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

 Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας β

Συνέχεια από Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Επειδή κάθε ατομική ύπαρξη εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του Θεού, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει γνώση περί των δημιουργημένων όντων που να προηγείται της έρευναςΩς αποτέλεσμα, οι άνθρωποι δεν μπορούν να κατανοήσουν την φύση χωρίς την έρευνα των φαινομένων. Και έτσι η υπόθεση αντικαθιστά τον συλλογισμό ως θεμέλιο της επιστήμης. Επιπλέον, η ανθρώπινη γνώση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μετακινηθεί πέραν της υπόθεσης, καθώς ο Θεός είναι ελεύθερος με την πληρέστερη σημασία της λέξεως, που σημαίνει ελεύθερος και από τις προηγούμενες αποφάσεις Του. Μπορεί λοιπόν να ανατρέψει οτιδήποτε έχει εγκαθιδρύσει, να διακόψει οποιαδήποτε αλυσίδα αιτίων, να δημιουργήσει αν θέλει τον κόσμο από την αρχή. Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά απόλυτη αναγκαιότητα πέραν της βούλησης του Θεού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν ήταν αναγκασμένος να στείλει το Υιό Του με την μορφή ανθρώπου. Ο σωτήρας θα μπορούσε να είναι ένας γάιδαρος ή μια πέτρα.

Υπερασπιζόμενος μια τέτοια ριζική αντίληψη περί παντοδυναμίας, ο Ockham και οι ακόλουθοι του έφτασαν πολύ κοντά στο να αρνηθούν την αλήθεια της αποκαλύψεως. Προσπάθησαν να αποφύγουν αυτό το αιρετικό συμπέρασμα διακρίνοντας μεταξύ της potentia absoluta (βούλεται και το αδύνατο) και potentia ordinata (βούλεται μόνο το δυνατό) του Θεού, μεταξύ της απόλυτης και βουλητικής δύναμης, μεταξύ αυτού που ο Θεός μπορούσε να κάνει και αυτού που όρισε πως θα κάνει. Η διάκριση αυτή όμως ήταν δύσκολο να διατηρηθεί, καθώς ο Θεός δεν είχε καμιά υποχρέωση να κρατήσει τις υποσχέσεις του ή να ενεργήσει με συνέπεια. Ο Θεός είναι για τον νομιναλισμό, για να χρησιμοποιήσουμε τον τεχνικό όρο, «αδιάφορος», που σημαίνει πως δεν αναγνωρίζει φυσικές ή λογικές σταθερές περί καλού και κακού, οι οποίες καθοδηγούν ή περιορίζουν τη βούληση Του. Αυτό που είναι καλό, δεν είναι καθ’ εαυτώ καλό, αλλά μόνο επειδή το θέλει Εκείνος. Και έτσι, ενώ ο Θεός σήμερα σώζει τουq αγίους και καταδικάζει τους αμαρτωλούς, αύριο μπορεί να κάνει το αντίθετο, δημιουργώντας τον κόσμο εκ νέου αν είναι απαραίτητο. Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε ο Ockham, ούτε οι περισσότεροι από τους οπαδούς του, πίστευαν πως ήταν πιθανό ο Θεός να κάνει κάτι τέτοιο. Πίστευαν πως θα μπορούσαν κατά πάσα πιθανότητα να Τον εμπιστευθούν πως θα τηρούσε τις υποσχέσεις Του (ήταν δηλαδή probabilists). Δεν πίστευαν πραγματικά ότι ο Θεός θα καταδίκαζε τους αγίους και θα έσωζε τους αμαρτωλούς, αλλά επέμεναν, πως αυτή η δυνατότητα δεν μπορεί να απορριφθεί, χωρίς να απορριφθεί η θεότητα του Θεού.

Οι περισσότεροι νομιναλιστές ήταν πεπεισμένοι πως τα ανθρώπινα όντα μπορούσαν να γνωρίζουν λίγα για το Θεό και τις προθέσεις του, πέραν αυτών που ο Ίδιος τους είχε αποκαλύψει στις Γραφές. Η φυσική θεολογία για παράδειγμα μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού, την υπεροχή Του, και πως είναι άπειρος, αλλά σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορεί να δείξει πως υπάρχει μόνο ένας Θεός. Μια τέτοια ριζική απόρριψη της σχολαστικής θεολογίας προήλθε σαφώς από τη βαθιά δυσπιστία, όχι μόνο προς τον Αριστοτέλη και τους ισλαμικούς ερμηνευτές του, αλλά τον ίδιο τον φιλοσοφικό στοχασμό. Με αυτή την έννοια, η σκέψη του Ockham ενίσχυσε το ρόλο της αποκάλυψης στην χριστιανική ζωή.

Ο Ockham απέρριψε επίσης την σχολαστική αντίληψη περί φύσεως. Ο σχολαστικισμός φανταζόταν πως η φύση ήταν τελεολογική, μια πραγματικότητα στην οποία οι θείοι σκοποί πραγματοποιούνταν κατ’ επανάληψη. Οι συγκεκριμένες οντότητες γίνονταν αυτό που ήδη ήταν εν δυνάμει, επιτυγχάνοντας τον ιδιαίτερο τους σκοπό. Θεωρούσαν λοιπόν πως η κίνηση κατευθύνεται προς το αγαθό. Η απόρριψη των καθόλου από τους νομιναλιστές, ήταν μια απόρριψη τόσο του είδους, όσο και του τελικού αιτίου. Αν δεν υπάρχουν τα καθόλου, δεν μπορούν να υπάρχουν καθολικοί σκοποί για να πραγματοποιηθούν. Η φύση επομένως δεν οδηγεί τον άνθρωπο προς το αγαθό. Ή για να το τοποθετήσουμε πιο θετικά: ο νομιναλισμός παρέχει τη δυνατότητα να κατανοηθεί με ριζικά νέο τρόπο η ελευθερία του ανθρώπου.

Το γεγονός πως τα ανθρώπινα όντα δεν έχουν καθορισμένους φυσικούς σκοπούς, δεν σημαίνει πως δεν έχουν ηθικές υποχρεώσεις. Ο ηθικός νόμος συνεχίζει να βάζει όρια στην ανθρώπινη δράση. Οι νομιναλιστές βέβαια πιστεύουν, πως ο νόμος αυτός γνωρίζεται μόνο δια της αποκαλύψεως. Επιπλέον, δεν υπάρχει φυσικό ή σωτηριολογικό κίνητρο για να υπακούσει κανείς στον ηθικό νόμο. Ο Θεός δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο και δεν ανταποκρίνεται στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό, ούτε σώζει, ούτε καταδικάζει κάποιον σύμφωνα με αυτό που κάνει ή δεν κάνει. Δεν υπάρχει κάποιο ωφελιμιστικό κίνητρο για να ενεργήσει κανείς ηθικά. Ο μόνος λόγος για μια ηθική πράξη είναι η ευγνωμοσύνη. Σύμφωνα με τον νομιναλισμό, τα ανθρώπινα όντα χρωστούν την ύπαρξη τους απλώς και μόνο στο Θεό. Τους έχει ήδη δώσει το δώρο της ζωής, και οι άνθρωποι πρέπει να είναι ευγνώμονες γι’ αυτό. Σε μερικούς λίγους θα δώσε ένα δεύτερο αγαθό, την αιώνια ζωή, αλλά στην επιλογή Του αυτή δεν είναι ούτε δίκαιος, ούτε άδικος, καθώς το δώρο Του είναι μια πράξη χάριτος. Θα ήταν παράλογο να παραπονεθεί κανείς για τη μοίρα του, καθώς κανείς δεν αξίζει ούτε την ύπαρξη, πόσω μάλλον την αιώνια ύπαρξη.

Το σύντομο αυτό σκιαγράφημα καθιστά σαφές, πως ο Θεός τον οποίο αποκάλυψε ο νομιναλισμός δεν ήταν πια ο καλοσυνάτος και λογικά προβλέψιμος Θεός του σχολαστικισμού. Το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού είχε αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό. Ο Θεός δεν μπορούσε  πια να γίνει κατανοητός ή να επηρεασθεί από τα ανθρώπινα όντα-δρούσε απλά όντας ελεύθερος και ήταν αδιάφορος για τις συνέπειες των πράξεων Του. Έθεσε νόμους για την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά μπορούσε να τους αλλάξει κάθε στιγμή. Κάποιοι ήταν σωσμένοι και κάποιοι καταδικασμένοι, η συσχέτιση όμως μεταξύ σωτηρίας και αγιότητας ήταν τυχαία, όπως και της καταδίκης και αμαρτίας. Δεν είναι καν ξεκάθαρο αν ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο. Ο κόσμος τον οποίο αυτός ο Θεός δημιούργησε ήταν ένα χάος εντελώς διαφορετικών πραγμάτων, στα οποία ο άνθρωπος δεν μπορούσε να βρει σημείο βεβαιότητας ή ασφάλειας.

Πως θα μπορούσε κάποιος να αγαπά και να λατρεύει ένα τέτοιο ταραγμένο Θεό; Αυτή δεν ήταν μια νέα ερώτηση. Ο συγγραφέας του Ιώβ την είχε θέσει πολλούς αιώνες νωρίτερα, αντιμετωπίζοντας την ίδια δυνατότητα, και ο Καλβίνος ήταν τόσο ενοχλημένος από την αδικία ενός τέτοιου Θεού, ώστε μπορούσε να τον φανταστεί μόνο ως μεταμφιεσμένο διάβολο. Δεν είναι ίσως τυχαίο πως η θεώρηση αυτή περί Θεού προήλθε από τις τάξεις των Φραγκισκανών, οι οποίοι βρίσκονταν στο άλλο άκρο του θεολογικού φάσματος των αριστοτελικών. Κατά την ύστερη μεσαιωνική περίοδο, ήταν η επικρατούσα φωνή, που καλούσε για περισσότερο αυθεντικό ή «πρωτόγονο» Χριστιανισμό, στηρίγματα του οποίου δεν ήταν οι φιλοσοφικές ιδέες των Ελλήνων και οι διεφθαρμένες πολιτικές δομές του ρωμαϊκού κράτους, αλλά το παράδειγμα του Χριστού. Η χριστιανική ζωή, υποστήριζαν, πως δεν βρίσκεται στα παλάτια του πάπα και στην ισχύ της κουρίας, αλλά στην φτώχεια και τον ασκητισμό. Οι πιο ριζοσπαστικοί Φραγκισκανοί πίστευαν πως ακόμα και η αποκάλυψη είναι ανεπαρκής, και πως για να ζήσει την χριστιανική ζωή πρέπει να μιμηθεί τη ζωή του Χριστού και των μαθητών Του. Δεν ήταν μόνοι τους στην προσπάθεια πραγματοποίησης αυτής της εναλλακτικής. Στην πραγματικότητα ήταν οι πιο διάσημοι του «πρωτόγονου» κινήματος εντός της Εκκλησίας, που περιλάμβανε παλαιότερα του Καθαρούς, Waldensians και Humiliati. Ο Φραγκίσκος μιλούσε εξ ονόματος όλων αυτών των ριζοσπαστικών, όταν έλεγε πως για να είσαι Χριστιανός πρέπει να περπατήσεις μαζί με τον Χριστό, περπατώντας πάλι στην via dolorosa. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να εκτιμήσει κανείς τη σημασία της Ενσάρκωσης και της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Ο Φραγκίσκος ενσάρκωνε αυτή την αφιέρωση στον πόνο στον δικό του ασκητισμό (και τα στίγματα), και τη διαφύλαξε στον διάσημο Κανόνα του, που επέβαλλε εγκράτεια και φτώχεια στους ακολούθους του.

Μετά το θάνατο του Φραγκίσκου το 1226, το τάγμα διαιρέθηκε μεταξύ ζηλωτών, που απαιτούσαν την αυστηρή υπακοή στον Κανόνα, και μετριοπαθών που ζητούσαν από τον πάπα απαλλαγή από τις ακραίες δομές. Δεδομένης της μεγάλης απήχησης του κινήματος μεταξύ των κοινών ανθρώπων, και κατά συνέπεια της μεγάλης απειλής που αποτελούσε για την ευκατάστατη ιεραρχία των κληρικών, ο πάπας Ιωάννης ο 22ος (1249-1334), δεν παραχώρησε απλά αυτή την απαλλαγή, αλλά καταδίκασε και κυνήγησε τους ζηλωτές Φραγκισκανούς, τους λεγόμενους Fraticelli. Ενώ αυτό ευχαρίστησε τους πιο πραγματιστές του τάγματος, ο Ιωάννης δεν σταμάτησε εκεί. Όντας σε σύγκρουση με το τάγμα των Φραγκισκανών και τον γενικό τους προϊστάμενο Μιχαήλ της Cesena για το θέμα της πενίας (η λεγόμενη Διαμάχη για την πενία), καταδίκασε το 1326 τελειωτικά την πίστη των Φραγκισκανών στην ηθική υπεροχή της ασκητικής ζωής, ισχυριζόμενος πως η γνώμη αυτή αντιτίθεται στις Γραφές.

Ο Ιωάννης διαπίστωσε πως η διδασκαλία περί πενίας όχι μόνο απειλούσε την ισχύ του εντός της Εκκλησίας, αλλά απειλούσε να μεταμορφώσει τον Χριστιανισμό στην ολότητα του. Η μεσαιωνική Εκκλησία κατανοούσε τον εαυτό της ως ενσάρκωση του Αγίου Πνεύματος, και επομένως πως εφάρμοζε την κυριαρχία ή τη βασίλεια του Θεού πάνω στη γη. Οι άνδρες της Εκκλησίας φαντάζονταν πως έπρεπε να ζουν με ένα τρόπο που ταίριαζε στην κατάσταση τους. Η διδασκαλία των Φραγκισκανών περί πενίας αμφισβητούσε την άποψη αυτή. Ο άνθρωπος όπως τον αντιλαμβανόταν ο Φραγκίσκος, δεν ήταν εκ φύσεως ένα επηρμένο ον. Η χαρά του δεν προέρχεται από τη θέση ή την περιουσία του μέσα στον κόσμο, αλλά από την εγγύτητα του προς τον Θεό. Η Βασιλεία του Θεού λοιπόν, δεν είναι ένα κυριολεκτικό βασίλειο εδώ στη γη, που αντιπροσωπεύεται από την Εκκλησία, αλλά ένα πνευματικό βασίλειο, όπου τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους μόνο μέσα και δια του Θεού. Τραβηγμένη στα άκρα, η διδασκαλία αυτή δεν ήταν απλώς μια επίθεση στον πλούτο και την εξουσία του κλήρου, αλλά και στην ιεραρχία των κληρικών, και την ίδια την Εκκλησία.

Ένας από τους ηγετικούς εκπροσώπους της πλευράς των Φραγκισκανών ήταν ο William του Ockham, ο οποίος βρισκόταν στην Avignon για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες περί αίρεσης που εξέφρασαν οι Θωμιστές αντίπαλοι του. Ο πάπας στήριξε την επιχειρηματολογία του κατά της υπεροχής της πενίας, πάνω στην φυσική ανάγκη της κατοχής περιουσίας για την διατήρηση της ανθρώπινης ζωής, διαβεβαιώνοντας πως περιουσία υπήρχε και πριν την πτώση. [ΟΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΟΤΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΥΠΗΡΞΕ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ.] Οι Φραγκισκανοί αντιθέτως στήριζαν την υπόθεση τους στην αποκάλυψη, λέγοντας πως η περιουσία δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά ως αποτέλεσμα της αμαρτίας, και επομένως μόνο μετά την πτώση. Έλεγαν επίσης πως δια της απόλυτης δυνάμεως του Θεού, ο Χριστός και οι μαθητές του μπόρεσαν να επιστρέψουν στην προπτωτική κατάσταση, ζώντας ευσεβώς χωρίς περιουσία. Ο Φραγκίσκος είχε ανοίξει τη δυνατότητα για εκ νέου αποκατάσταση, και με τον τρόπο αυτό έθεσε τις βάσεις για μια αυθεντική χριστιανική πρακτική. Όταν ο Ιωάννης απέρριψε αυτή την άποψη  στηριζόμενος στον αμετάβλητο χαρακτήρα της φυσικής τάξεως, ο Ockham και οι Φραγκισκανοί τρομοκρατήθηκαν. Ήταν πεπεισμένοι πως ο Θεός δεν μπορούσε να δεθεί με «νόμους» της φύσεως, τους οποίους είχε προηγουμένως ο ίδιος κατασκευάσει. Η ζωή του Χριστού ήταν μια επίδειξη αυτού του γεγονότος. Η δήλωση του πάπα λοιπόν, ήταν γι’ αυτούς μια αναβίωση αιρετικής θέσης του Αβελάρδου, πως ο Θεός δεσμεύεται να σώσει κάποιους, μέσα από ολόκληρη την αιωνιότητα, δια της προηγούμενης βουλήσεως Του. Ο Θεός, όπως ισχυρίστηκαν, δεν δεσμεύεται από τέτοιους νόμους, και υπόκειται μόνο στην αρχή της μη αντιφάσεως. Κατά τα άλλα είναι ελεύθερος και κυρίαρχος. Το να αρνείται κανείς το δεδομένο αυτό σημαίνει να αρνείται τον Θεό. Κατά συνέπεια διακήρυξαν τον πάπα ως αιρετικό και δραπέτευσαν από την Avignon, ζητώντας την προστασία του αυτοκράτορα. Ο Ockham έγινε μέλος της αυτοκρατορικής αυλής και μαζί με τον Marsilius της Padova (1270-1342), ήταν βασικός παράγοντας στη διατύπωση της πνευματικής άμυνας του αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον παπισμό.

Ο νομιναλισμός ήταν με αυτή την έννοια μια φραγκισκανική θεολογίαΚατέστρεψε την τάξη του κόσμου, όπως την είχε φανταστεί ο σχολαστικισμός, η οποία μεσολαβεί μεταξύ Θεού και ανθρώπου, και την αντικατέστησε με το χάος των θεμελιωδών ατομικών όντων. Ένωσε βέβαια κάθε ένα από τα όντα αυτά κατευθείαν με τον Θεό. Από την οπτική γωνία των Φραγκισκανών, η ζωή μέσα σε ένα θεμελιωδώς εξατομικευμένο κόσμο φαινόταν χαοτική μόνο σε εκείνους που δεν έβλεπαν την ενότητα της δημιουργίας μέσα στον Θεό. Για εκείνους, που όπως ο Φραγκίσκος μοιράζονταν αυτή την μυστική ενότητα, όλα τα όντα ήταν αδελφοί και αδελφές τους, καθώς όλα τα έμψυχα και άψυχα όντα ήταν εξίσου πλάσματα και δημιουργήματα  του Θεού.


Συνεχίζεται

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

 Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας α

Συνέχεια από 26 Ιουλίου 2022

Η θεολογική κρίση της ύστερης μεσαιωνικής σκέψης

Ο μοντέρνος κόσμος απέκτησε τη συνείδηση για τον εαυτό του κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, θα ήταν όμως μεγάλο λάθος να πιστεύουμε πως η νεωτερικότητα άρχισε εκείνη την περίοδο, όπως ακριβώς θα ήταν λάθος να πούμε πως η ανθρώπινη ζωή αρχίζει με την αυτοσυνειδησία. Η νεωτερικότητα δεν ξεπετάχτηκε ενήλικη από τα κεφάλια του Galileo, Bacon, Descartes ή Hobbes, αλλά αναδύθηκε, σε μια μακρά χρονική περίοδο, ως αποτέλεσμα προσπαθειών πολλών διαφορετικών ανθρώπων σε μια ποικιλία καταστάσεων. Όπως το συζητήσαμε προηγουμένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως κάτι ριζικά νέο και χωρίς προηγούμενο. Αυτό είναι συνέπεια της ιδιαίτερης για τη νεωτερικότητα αντίληψης περί των δυνατοτήτων του ανθρώπου, και του τρόπου με τον οποίο το ανθρώπινο ον αναπτύσσεται μέσα στο χρόνο. Υπάρχουν βέβαια ευνόητοι λόγοι για να αμφισβητήσουμε την ορθότητα της αυτό-αντίληψης αυτής της νεωτερικότητας. Όπως το ανακάλυψε με τραγικό τρόπο ο Οιδίπους, κανείς δεν είναι «παιδί της τύχης». Καθένας και καθετί έχει απαρχή και διαμορφώνεται καθοριστικά από αυτήν. Για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε την φύση του μοντέρνου κόσμου, είναι βασικό να εξετάσουμε την πρώιμη, «προσυνειδησιακή» ανάπτυξη του, στα τριακόσια χρόνια που μεσολάβησαν από την κατάρρευση του μεσαιωνικού κόσμου και την ανάδυση της νεωτερικότητας.

Οι απαρχές του μεσαιωνικού κόσμου μπορούν να ανιχνευθούν στην σύνθεση του Χριστιανισμού και της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας στον Ελληνιστικό κόσμο της ύστερης αρχαιότητας. Αυτό ξεκίνησε στην Αλεξάνδρεια κατά τους δυο πρώτους αιώνες. Διάφοροι κλάδοι χριστιανικής σκέψης , ανατολικές θρησκευτικές πεποιθήσεις, Νεοπλατωνισμός, και μια ποικιλία άλλων αρχαίων φιλοσοφικών πεποιθήσεων, συγκεράστηκαν εδώ  με διαφορετικούς και πολλές φορές αντιφατικούς τρόπους, αντικατοπτρίζοντας τις διανοητικές και πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Η διαδικασία αυτή του συγκερασμού ξεκαθάρισε και ιδρυματοποιήθηκε όταν ο Χριστιανισμός υιοθετήθηκε ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κάτω από τον Κωνσταντίνο. Οι διάφοροι αντιμαχόμενοι κλάδοι του Χριστιανισμού συνενώθηκαν σε μια σειρά συνόδων, ξεκινώντας από τη Σύνοδο της Νίκαιας (323). Παρά την παγίωση της διδασκαλίας ενισχυόμενη από την αυτοκρατορική αυθεντία, οι εντάσεις εντός του Χριστιανισμού (μεταξύ της αποκάλυψης, με την έμφαση της στη θεία παντοδυναμία και την ενσάρκωση από την μια, και της φιλοσοφίας με την έμφαση στον ορθολογισμό και την έννοια του λογικού κόσμου, από την άλλη) δεν λύθηκαν τόσο εύκολα, και παρέμειναν ένα διαρκές πρόβλημα για τον Χριστιανισμό κατά την μακρά ιστορία του. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος, αν όχι το σύνολο της ανάπτυξης της χριστιανικής θεολογίας είχε καταστεί αναγκαίο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δυο αυτών στοιχείων του Χριστιανισμού, που βάθαινε περιοδικά και διαρκώς.

Η γνώση για την επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στον Χριστιανισμό είχε σε μεγάλο βαθμό χαθεί στην δυτική Ευρώπη κατά την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο, αν και ο Βοήθιος παρείχε μια ισχνή σύνδεση με αυτή την πρώιμη διανοητική παράδοση. Το αποφασιστικό γεγονός στον μεσαιωνικό Χριστιανισμό ήταν η επανακάλυψη του Αριστοτέλη, σε μεγάλο βαθμό δια της επαφής με τον αραβικό κόσμο στην Ισπανία και στον Λεβάντε. Αυτή η επαφή οδήγησε λίγο μετά την αλλαγή της χιλιετηρίδας στην ανάδυση του σχολαστικισμού, που ήταν η μεγαλύτερη και η πιο εκτεταμένη θεολογική προσπάθεια συμφιλίωσης των φιλοσοφικών και αγιογραφικών στοιχείων του Χριστιανισμού.

Ενώ υπήρχε μια σημαντική ποικιλία εντός του σχολαστικισμού, η κλασική του μορφή ήταν ο ρεαλισμός. Ο ρεαλισμός, όπως τον κατανοούσαν οι σχολαστικοί, ήταν η πίστη στην ύπαρξη των καθόλου έξω από τη διάνοια. Στηριζόμενοι σε τεράστιο βαθμό στην νεοπλατωνική ανάγνωση του Αριστοτέλη, οι σχολαστικοί ρεαλιστές ισχυρίστηκαν, πως τα καθόλου όπως είδος και γένος, ήταν τα αληθινά πράγματα, και τα ατομικά όντα ήταν απλώς συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτών των καθόλου. Επιπλέον, είχε θεωρηθεί πως τα καθόλου αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η θεία διάνοια φανερωμένη στον άνθρωπο, είτε δια του φωτισμού, όπως το εισηγήθηκε ο Αυγουστίνος, είτε δια της διερεύνησης της φύσεως, όπως το εισηγήθηκε ο Ακινάτης και άλλοι. Μέσα σε αυτή την ρεαλιστική οντολογία, η φύση και η διάνοια (reason) αντανακλούσαν η μια την άλλη. Η φύση μπορούσε συνεπώς να περιγραφεί με τη συλλογιστική λογική, η οποίο όριζε τη λογική δομή των σχέσεων όλων των ειδών μεταξύ τους. Επιπλέον, ενώ ο Θεός υπερέβαινε (transcend) τη δημιουργία του, αντικατοπτριζόταν μέσα σε αυτήν και με την αναλογία μπορούσε να κατανοηθεί δια της δημιουργίας. Έτσι, η λογική και η φυσική θεολογία μπορούσαν να συμπληρώσουν ή, όπως στις διάνοιες μερικών, και να αντικαταστήσουν την αποκάλυψη. Για παρόμοιους λόγους, δεν χρειαζόταν ο άνθρωπος την Αγία Γραφή για να τον πληροφορεί για γήινες ηθικές και πολιτικές του υποχρεώσεις. Ήταν ένα φυσικό ον με φυσικό τέλος (σκοπό) και διοικούνταν από τους νόμους της φύσεως. Η Γραφή βεβαίως ήταν απαραίτητη για να κατανοήσει κανείς όλα αυτά που υπερέβαιναν τη φύση, συμπεριλαμβανομένου και του υπερφυσικού πεπρωμένου του ανθρώπου, αλλά η γήινη ζωή μπορούσε να γίνει αντιληπτή φιλοσοφικά.

Όλο το μεγαλείο του καθεδρικού ναού της σχολαστικής σκέψης στηριζόταν στην λεπτή ισορροπία της χριστιανικής πίστης και του ειδωλολατρικού ορθολογισμού, και ήταν η αστάθεια αυτής της σχέσης που τον κατεδάφισε. Αυτή η ισορροπία απειλήθηκε τόσο από την αυξανόμενη επίδραση του ορθολογισμού και της εκκοσμίκευσης εντός της Εκκλησίας, πράγμα που ενίσχυσε την εγκατάλειψη των χριστιανικών πρακτικών, όσο και από τις επαναλαμβανόμενες και όλο και πιο επείγουσες απαιτήσεις για ένα πιο αυθεντικό Χριστιανισμό, βασιζόμενο στην αποκάλυψη ή/και στην μίμηση της ζωής του Χριστού. Η διατήρηση του μεσαιωνικού Χριστιανισμού εξαρτιόταν από τον συμβιβασμό των δυο αυτών ισχυρών και αντίθετων ωθήσεων. Μια τέτοια σύνθεση θα μπορούσε βέβαια να συντηρηθεί, στη θεωρία μόνο με τη δημιουργία μιας όλο και πιο περίπλοκης θεολογίας, και στην πράξη με τη διαρκώς αυξανόμενη χρήση της εξουσίας του πάπα και των ευγενών.

Η άμεση αιτία αυτής της διαμάχης, που επισκίασε αυτή την σύνθεση ήταν η αύξηση του αριστοτελισμού τόσο εντός, όσο και εκτός της Εκκλησίας. Η αύξηση του ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη ήταν εν μέρει αναπόφευκτη συνέπεια της αύξησης του σχολαστικισμού, επιταχύνθηκε όμως με αποφασιστικό τρόπο από την επανεισαγωγή πολλών κειμένων του Αριστοτέλη στην χριστιανική Ευρώπη, μέσω των σχολίων των μεγάλων ισλαμικών φιλοσόφων Αβικέννα και Αβερρόη. Η πιο φανερή εκδήλωση αυτού του νέου ενδιαφέροντος για τον Αριστοτέλη, ήταν η ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου συστήματος φιλοσοφίας παράλληλου προς τη θεολογία, όπως και ενός νέου είδους κοσμικού Χριστιανού διανοούμενου. Το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίστηκε με μεγάλη υποψία από τους ευσεβείς υπερασπιστές του πιο «αυθεντικού» Χριστιανισμού, όχι απλά λόγω της ειδωλολατρικής του ρίζας, αλλά κυρίως ίσως λόγω της σύνδεσης του με το Ισλάμ. Ο παγανισμός ήταν ένα γνωστό και ανεκτό κακό. Το Ισλάμ αντιθέτως ήταν μια ολέθρια θεολογική και πολιτική απειλή. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθές μετά την αποτυχία των σταυροφοριών. Για διακόσια σχεδόν χρόνια φαινόταν πως ο Χριστιανισμός κέρδιζε έδαφος κατά του Ισλάμ, ιδιαίτερα στην Ανατολή, μετά όμως την απώλεια των χριστιανικών αποικιών στον Λεβάντε προς τα τέλη του 13ου αιώνα, και την άνοδο της ισλαμικής στρατιωτικής ισχύος, η αισιοδοξία αυτή έσβησε, και η υποψία των ισλαμικών επιρροών στην χριστιανική σκέψη άρχισε να εντείνεται. Η άνοδος του αριστοτελισμού σε αυτή την συνάφεια θεωρήθηκε από του καχύποπτους προστάτες της πίστεως ως άνοδος του αβερροϊσμού.

Η Εκκλησία προσπάθησε να περιορίσει αυτό που φαινόταν σαν θεολογική υπονομευτική εξέλιξη. Ο αριστοτελισμός καταδικάστηκε για πρώτη φορά το 1270 και πλήρως το 1277 από τον επίσκοπο του Παρισιού Etienne Tempier και από τον αρχιεπίσκοπο του Canterbury Robert Kilwardby. Η θέση που εκφράζεται με το ανάθεμα αυτό έδωσε μεγάλη έμφαση στην παντοδυναμία ως το κυριότερο χαρακτηριστικό του Θεού, και στα χρόνια που ακολούθησαν, η έννοια της παντοδύναμης ελευθερίας ήρθε να συστήσει τον πυρήνα της νέας αντί-αριστοτελικής έννοιας περί Θεού. Αυτή η άποψη περί Θεού φαίνεται εν μέρει στο έργο του Duns Scotus, και πολύ πιο καθαρά και αποφασιστικά στο έργο του William του Ockham, και στο νομιναλιστικό κίνημα που δημιούργησε η σκέψη του.

Ο Ockham γεννήθηκε στην Αγγλία μεταξύ 1280 και 1285. Μετά την είσοδο του στο τάγμα των Φραγκισκανών σε νεαρή ηλικία, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Πολύ πιθανόν να μην ήταν φοιτητής του διάσημου προκατόχου του, Duns Scotus, ήταν όμως βαθιά επηρεασμένος από τη σκέψη του, η οποία παρέμενε ισχυρή στην Οξφόρδη. Το μεγαλύτερο μέρος του φιλοσοφικού και θεολογικού έργου του Ockham ολοκληρώθηκε την περίοδο μεταξύ 1317 και 1324, όταν κλήθηκε στην Avignon για να απολογηθεί στις κατηγορίες για αίρεση. Το 1326, οι 51 διαβεβαιώσεις του κηρύχθηκαν ως άξιες προς λογοκρισία, αν και καμιά δεν καταδικάστηκε.

Εμπνεόμενος από το έργο των παλαιότερων πρώτο-νομιναλιστών στοχαστών, όπως οι Roscelin και Abelard, και στα έργα των Henry του Ghent και Scotus, ο Ockham έθεσε με μεγάλη λεπτομέρεια τα θεμέλια για τη νέα μεταφυσική και θεολογία, που βρίσκονταν σε ριζική αντίθεση προς τον σχολαστικισμό. Η πίστη μόνο μας διδάσκει, λέει ο Ockham, πως ο Θεός είναι παντοδύναμος και πως μπορεί να κάνει οτιδήποτε είναι δυνατόν, δηλαδή οτιδήποτε δεν είναι αντιφατικό. Έτσι, κάθε ον υπάρχει μόνο ως αποτέλεσμα της βούλησης Του, και υπάρχει όπως υπάρχει και για όσο υπάρχει, μόνο επειδή Αυτός το θέλει έτσι. Η δημιουργία είναι λοιπόν μια πράξη καθαρής χάριτος και κατανοείται μόνο δια της αποκαλύψεως. Ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο και συνεχίζει να δρα μέσα σε αυτόν, χωρίς να περιορίζεται ούτε από τους νόμους του ούτε από τους προηγούμενους καθορισμούς του. Δρα απλά και μόνο όπως τον ευχαριστεί, και όπως το επαναλαμβάνει συχνά ο Ockham, δεν είναι χρεώστης σε κανένα άνθρωπο. Επομένως δεν υπάρχει μια αδιάλλακτη τάξη της φύσεως ή της λογικής, την οποία ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει, και δεν υπάρχει καμιά γνώση του Θεού παρά δια της αποκαλύψεως. Ο Ockham απέρριψε έτσι τη σχολαστική σύνθεση λογικής και αποκάλυψης, και με τον τρόπο αυτό υπονόμευσε το μεταφυσικό/θεολογικό θεμέλιο του μεσαιωνικού κόσμου.

Η έννοια αυτή της θείας παντοδυναμίας ήταν υπεύθυνη για την κατάρρευση του ρεαλισμού. Ο Θεός, σύμφωνα με τον Ockham, δεν μπορούσε να δημιουργήσει τα καθόλου, γιατί αυτό θα περιόριζε την παντοδυναμία του. Αν υπήρχε το καθόλου, ο Θεός δε θα ήταν σε θέση να καταστρέψει οποιαδήποτε έκφανση του, χωρίς να καταστρέψει το καθόλου. Ο Θεός δε θα μπορούσε να καταραστεί οποιοδήποτε ανθρώπινο ον χωρίς να καταραστεί ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν δεν υπάρχουν πραγματικά καθόλου, κάθε ον πρέπει να είναι ριζικά ατομικό, μια μοναδική δημιουργία του ίδιου του Θεού, που έχει κληθεί στη ζωή από το τίποτα με την άπειρη δύναμη Του και συντηρείται μόνο από αυτή τη δύναμη. Για να είναι βέβαιος, ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιήσει δευτερεύουσες αιτίες για να παραγάγει ή να συντηρήσει μια οντότητα, αυτές όμως δεν ήταν ούτε απαραίτητες ούτε υπεύθυνες για τη δημιουργία ή τη συνέχιση της ύπαρξης τής εν λόγω οντότητας.

Το μόνο απαραίτητο ον για τον Ockham ήταν ο ίδιος ο Θεός. Όλα τα άλλα ήταν δημιουργίες της βούλησης Του. Με μια τεχνική έννοια, όλα τα πράγματα που ο Θεός επιλέγει να φέρει στην ύπαρξη έχουν ήδη μια φύση, αλλά οι φύσεις αυτές δεν είναι τα καθόλου, αλλά εφαρμόζονται απλά σε κάθε ατομικό πράγμα. Είναι επιπλέον άπειρες στον αριθμό και έχουν επιλεγεί ελεύθερα από τη θεία βούληση. Οι «φύσεις» αυτές επομένως δεν περιορίζουν με κάποια πραγματική έννοια τη θεία βούληση, παρά μόνο εφόσον αποκλείουν το αδύνατο, δηλαδή το λογικά αντιφατικό. Οι φύσεις αυτές ούτε υπονοούνται από, ούτε είναι προϋπόθεση για κάτι άλλο. Με τον τρόπο αυτό, η διαβεβαίωση αυτή του Ockham περί οντολογικού ατομικισμού, υποσκάπτει όχι μόνο τον οντολογικό ρεαλισμό, αλλά και τη συλλογιστική λογική και την επιστήμη, καθώς στην απουσία πραγματικών καθόλου, τα ονόματα καθίστανται απλά σημεία ή σημεία των σημείων. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα δεν αποκαλύπτει το Είναι, αλλά στην πράξη συχνά αποκρύπτει την αλήθεια για το Είναι, ενισχύοντας την πίστη στην αλήθεια των καθόλου. Στην πραγματικότητα, όλα τα λεγόμενα καθόλου είναι απλώς σημεία, δεύτερης ή ανώτερης τάξεως, που εμείς ως πεπερασμένα όντα χρησιμοποιούμε για να συγκεντρώσουμε τα μεμονωμένα όντα σε κατηγορίες. Οι κατηγορίες αυτές όμως δεν σημαίνουν πραγματικά αντικείμενα (πραγματα). Είναι απλώς χρήσιμες επινοήσεις που μας βοηθούν να δώσουμε κάποιο νόημα στον ριζικά ατομικοποιημένο κόσμο. Διαταράσσουν όμως και την πραγματικότητα. Έτσι, η καθοδηγητική αρχή της νομιναλιστικής λογικής του Ockham ήταν το διάσημο ξυράφι του: μην πολλαπλασιάζεις χωρίς ανάγκη τα καθόλου. Επειδή ως πεπερασμένα όντα δεν μπορούμε να βρούμε στον κόσμο νόημα χωρίς τα καθόλου, κάθε γενίκευση μας παίρνει ένα βήμα μακρύτερα από το πραγματικό. Επομένως, όσο λιγότερα χρησιμοποιούμε, τόσο πιο κοντά μένουμε στην αλήθεια.

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ. ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ ΑΛΛΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΨΕΥΤΙΚΟ, ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΟΜΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΧΘΗΚΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΡΟ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ, ΕΙΔΟΣ, ΟΥΣΙΩΔΕΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΟΣ. Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ  ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΝΑΣΤΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΠΕΣΜΕΝΟ ΝΟΥ. ΜΕ ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΔΗΛ. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΦΘΟΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΟ-ΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΧΟΛΛΥΓΟΥΝΤ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΛΙΒΕΡΟΣ ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ. 

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(25)

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 3: Ο Ουμανισμός και η αποθέωση του ανθρώπου ζ

Συνέχεια από 13.Φεβρουαρίου 2023

Ο βόρειος ουμανισμός: Desiderius Erasmus


Ο ηρωικός ουμανισμός, που έπαιξε ένα τέτοιο σπουδαίο ρόλο στην Ιταλία, είχε μετριασθεί όταν μετακινήθηκε προς τα βόρεια, πέρα από τις Άλπεις, και συνάντησε τη devotio moderna, ένα θρησκευτικό κίνημα που ίδρυσε ο Gerard Groote (1340-84) από την πόλη Deventer, ο οποίος πίστευε, πως για να είναι κανείς Χριστιανός όφειλε να ακολουθεί το ηθικό παράδειγμα του Χριστού. Το κίνημα ξεκίνησε στην Ολλανδία, αλλά διαδόθηκε στη Γερμανία και σε μεγάλο μέρος της Πολωνίας. Οι διδασκαλίες του κινήματος εκτέθηκαν στην Imitatio Christi, έργο που αποδίδεται στον Thomas à Kempis. Από θεσμικής πλευράς, το κίνημα δημιούργησε μια νέα μορφή μοναχισμού, που σκοπό είχε την πνευματική αυτοτελείωση, και ένα λαϊκό κίνημα γνωστό με το όνομα «Η αδελφότητα της κοινής ζωής».

Η devtio moderna προσέφερε μια απάντηση σε πολλούς από αυτούς που τους ταλάνιζε ο φιλοσοφικός σκεπτικισμός, αλλά δεν τους έλκυε ο ηρωικός ατομικισμός του ιταλικού ουμανισμού ή ο καιροσκοπισμός του Machiavelli. Ο Αδελφοί αναζητούσαν ανακούφιση στην πνευματικότητα, η οποία τόνιζε πως η ουσία της πίστης ήταν μια απλή ζωή με θρησκευτικό συναίσθημα (παρά με λογική ή βούληση). Η devotio moderna ήταν στην πράξη μια προσωπική και εσωτερική θρησκεία αγάπης, πίστης και ταπείνωσης, και έδινε μικρότερη σημασία στα έργα και τις τελετουργίες. Την θέση αυτή εξέφρασε με σαφήνεια ο Νικόλαος από την Κούζα (1401-1464), ο οποίος τόνισε την απλότητα της πίστεως σε αντίθεση προς την αβεβαιότητα της λογικής στο έργο του «Η σοφία της αγνωσίας» (1440). Το έργο του ήταν και από μόνο του σημαντικό, αλλά άσκησε σημαντική επίδραση στους Lefevre, Colet και Erasmus.

Σε σύγκριση προς τους Ιταλούς ουμανιστές, οι βόρειοι ήταν πιο μετριασμένοι στους ισχυρισμούς τους για τις ανθρώπινες ικανότητες, περισσότεροι σκεπτικοί, λιγότερο πεπεισμένοι πως η αγάπη κυβερνά τον κόσμο, περισσότερο ριζωμένοι στις Γραφές, δίνοντας μικρότερη σημασία στις πολεμικές αρετές και μεγαλεία, λιγότερο βασισμένοι σε γνωστικές, ερμητικές και νεοπλατωνικές πηγές, και περισσότερο στους εκκλησιαστικούς πατέρες που εστίαζαν περισσότερο στη Γραφή παρά στην φιλοσοφία. Τους απασχολούσε επίσης η μεταρρύθμιση της Εκκλησίας, η εξάλειψη της διαφθοράς, και η μείωση της προσκόλλησης στα τελετουργικά. Ο κίνδυνος λοιπόν που αποτελούσαν για την θεσμική Εκκλησία, δεν βρισκόταν τόσο στους ακραίους ισχυρισμούς τους περί των ικανοτήτων των ανθρώπων, όσο στο γεγονός πως το απλό τους μήνυμα απευθύνονταν σε μεγάλο μέρος των κοινών ανθρώπων. Οι ιταλικός ουμανισμός απευθύνονταν πάντα στις ανώτερες τάξεις και τους διανοούμενους. Ο βόρειος ουμανισμός είχε ένα πολύ πιο δημοκρατικό μήνυμα και συνέβαλε με δυναμικούς τρόπους στην αυξανόμενη διαμαρτυρία ενάντια στην θεσμική εκκλησία, που οδήγησε στην Μεταρρύθμιση.

Αυτή η μορφή ουμανισμού αποτελούσε μεγαλύτερο κίνδυνο για τους μοναχούς και κληρικούς απ’ ότι ο ιταλικός ουμανισμός, καθώς ήταν λιγότερο εξεζητημένος, λιγότερο παγανιστικός, και περισσότερο ριζωμένος σε ένα ιδανικό χριστιανικής φιλανθρωπίας, το οποίο η Εκκλησία αποδεχόταν έστω και τυπικά. Η Εκκλησία είχε αναγνωρίσει αυτό τον κίνδυνο από την αρχή και επιδίωξε να τον καταστείλει. Το πιο διάσημο παράδειγμα της επιδίωξης τους αυτής, ήταν η προσπάθεια να αναθεματίσουν τον Johannes Reuchlin (1455-1522), τόν ουμανιστή που έφερε τη διδασκαλία τη εβραϊκής γλώσσας  στα γερμανικά πανεπιστήμια. Πολλοί ουμανιστές πήγαν να τον υπερασπιστούν, και ο πάπας Λέων ο Χ αρνήθηκε εν τέλει να τον αναθεματίσει, κάτι που ήταν ένα είδος νίκης για τον ουμανισμό. Οι γραμμές του πολέμου όμως είχαν χαραχτεί, και στην επόμενη γενιά, τη γενιά του Έρασμου και του Λούθηρου, θα άρχιζε η μάχη.

Ο Έρασμος γεννήθηκε στο Rotterdam το 1466. Ήταν άνομος γιος του Roger Gerard, ο οποίος είχε γίνει ιερέας, και της Margaret, κόρης ενός γιατρού. Φοίτησε σε ένα ουμανιστικό σχολείο στην πόλη Deventer το οποίο λειτουργούσαν οι «Αδελφοί της κοινής ζωής». Όταν πέθαναν οι γονείς του εξαναγκάστηκε να πάει σε ένα μοναστήρι Αυγουστινιανών στο Steyn κοντά στην Gouda, όπου έζησε από το 1485 μέχρι το 1492. Τον χειρίστηκαν με τόση σκληρότητα, που ανέπτυξε μια δια βίου εχθρότητα προς τους μοναχούς. Κατά την περίοδο αυτή βρήκε την μεγαλύτερη έμπνευση του από το έργο του Valla, την «Ρητορική» του οποίου είχε παραφράσει. Είχε επίσης γράψει το δοκίμιο «Η περιφρόνηση του κόσμου» (1489), όπου επαινούσε τον μονήρη βίο. Εν τέλει δραπέτευσε από το μοναστήρι, καθώς διορίστηκε γραμματέας στον επίσκοπο του Cambray, χειροτονήθηκε ιερέας, και πήγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε μέχρι το 1499.

Στο Παρίσι άκουσε διαλέξεις των οπαδών του Scotus στο Σεμινάριο των Φραγκισκανών, και δίδαξε λατινικά ιδιωτικά, για να συντηρηθεί. Το 1494 άσκησε κριτική στην δυσπιστία των μοναχών για τη μάθηση και υποστήριξε δυναμικά την κοσμική παιδεία και την χρησιμότητα των ειδωλολατρών κλασικών στο «Ενάντια στους βαρβάρους». Το έργο αυτό κατέδειξε την αυξανόμενη οικειότητα του με την ουμανιστική παράδοση των Πετράρχη, Boccaccio και Salutati. Το 1499 επισκέφθηκε την Αγγλία και γνώρισε τον Thomas More, και παρέμεινε φίλος του μέχρι τον θάνατο του (του More) το 1535. Έζησε τον περισσότερο καιρό στην Οξφόρδη, όπου εργάστηκε με τον ουμανιστή John Colet. Και ο Colet επίσης μισούσε τον σχολαστικισμό και εισήγαγε τον Έρασμο σε ένα πιο ιστορικό τρόπο ανάγνωσης της Καινής Διαθήκης. Ο Έρασμος είχε υιοθετήσει την έχθρα του Colet προς την νομιναλιστική έννοια ενός απόλυτου και απόμακρου Θεού, και άρχισε να τονίζει την ανθρωπότητα του Ιησού, σύμφωνα με την παράδοση της devotio moderna. Επέστρεψε στο Παρίσι, όπου έζησε από το 1500 μέχρι το 1506, και κατά την περίοδο αυτή έγραψε τα έργα «Παροιμίες» και «Εγχειρίδιο του χριστιανού στρατιώτη», που εδραίωσαν τη φήμη του ως κορυφαίου ουμανιστή. Το ύστερο έργο του ήταν σαφώς στην παράδοση της devotio moderna, εξέφραζε όμως τη συμπάθεια του και προς την παράδοση που έφτανε μέχρι τον Πετράρχη. Τόνιζε τη σημασία της ειλικρίνειας και δικαιοσύνης, έναντι του φορμαλισμού και συμβιβαστικότητας της κοινής γνώμης.

Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στην Αγγλία, μετακόμισε στην Ιταλία, όπου έζησε από το 1506 μέχρι το 1509, όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος του παράνομου γιου του James IV της Σκωτίας. Εργάστηκε μαζί με τον εκδότη Aldus Manutius στη Βενετία, επισκεπτόμενος την Ρώμη και τη Φλωρεντία. Στην Ρώμη του προσφέρθηκαν διάφορες θέσεις κληρικού, τίς οποίες απέρριψε, όπως ο Πετράρχης, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στην ανεξαρτησία παρά στον πλούτο και την υπόληψη. Στη Φλωρεντία ήταν τόσο απορροφημένος από το έργο του, που φαίνεται να μην είχε συναντήσει, ή και να γνώριζε έστω την ύπαρξη των Leonardo, Michelangelo, Raphael ή Machiavelli, που την εποχή εκείνη ζούσαν στην πόλη.

Μετά την άνοδο του Henry VIII στο θρόνο, ο Έρασμος επέστρεψε στην Αγγλία, ελπίζοντας να εξασφαλίσει μια υποτροφία που θα του επέτρεπε να αφιερωθεί στις λογοτεχνικές του δραστηριότητες. Φεύγοντας από την Ιταλία είχε γράψει τη διάσημη σάτιρα «Εγκώμιο της τρέλας», με δηκτική κριτική στον μοναχισμό, αλλά και στα εκκλησιαστικά και πολιτικά ιδρύματα. Κατά την παραμονή του στην Αγγλία έμεινε κατά κύριο λόγο στο Cambridge, όπου εργάστηκε πάνω στην ελληνική έκδοση της Καινής Διαθήκης (1516), η οποία ήταν με το δικό της τρόπο σημαντική για τη Μεταρρύθμιση, όπως οι 95 θέσεις του Λούθηρου (1517).

Το 1514 βρισκόταν στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του και αποκλήθηκε πρίγκηπας των ουμανιστών. Ο ευρύς θαυμασμός για το έργο του ήταν το αποτέλεσμα της επιτυχίας του να συνδυάσει την humanitas και την pietas σε ένα ζωντανό χριστιανικό ουμανισμό. Είχε εχθρούς ανάμεσα στους κληρικούς και μοναχούς, αλλά είχε και μεγάλη επιρροή στα ανώτατα επίπεδα. Το 1515 είχε διοριστεί σύμβουλος του πρίγκηπα Κάρολου, ο οποίος το επόμενο έτος έγινε βασιλιάς της Ισπανίας και το 1519 αυτοκράτορας Κάρολος ο Ε’. Ο Έρασμος μετακόμισε στη Louvain, για να είναι κοντά στην βασιλική αυλή στις Βρυξέλλες, και έγραψε το έργο «Η παιδεία ενός χριστιανού πρίγκηπα» (1516), για να προετοιμάσει τον Κάρολο για τις νέες του ευθύνες. Το 1519 εκδίδει το έργο «Άγιος Ιερώνυμος» και την πρώτη έκδοση του έργου «Colloquia», που θεωρείται ως το κορυφαίο του έργο.

Η Μεταρρύθμιση είχε βαθιά επίδραση στον Έρασμο και στον ρόλο του στην πολιτική και διανοητική ζωή της Ευρώπης. Με την αυξανόμενη υποκίνηση αναταραχής κατά της Εκκλησίας, η ζωή του Έρασμου στο Louvain είχε γίνει δύσκολη, λόγω της υποψίας, πως αυτός ήταν ο μυστικός υποστηρικτής του Λούθηρου. Ως αποτέλεσμα, μετακινήθηκε στη Βασιλεία το 1521, όπου έμεινε μέχρι το 1529, όταν και μετακόμισε στο Freiburg in Breisgau, όπου πέθανε το 1536.

Ο Έρασμος, όπως και ο Colet, και πολλοί άλλοι βόρειοι ουμανιστές, ήταν αφοσιωμένος σε μια θρησκεία εσωτερικής στροφής, πασιφισμού και ηθικών ιδανικών. Απέρριπτε τόσο τον σχολαστικισμό, όσο και τον νομιναλισμό. Στις «Παραφράσεις» του επεδίωξε να μειώσει το ρόλο του Χριστού σε αυτόν του ιερέα και του θύματος, και στράφηκε αντιθέτως προς την philosophia Christi, την φιλοσοφία περί Χριστού, ισχυριζόμενος, πως κεντρικής σημασίας είναι η εσωτερική ηθική στροφή. Πίστευε πως εσωτερική ευσέβεια ήταν ο πυρήνας της αληθινής θρησκείας, και όχι η παραδοχή της πίστεως. Στα πλαίσια αυτά συνδύασε στοιχεία της ουμανιστικής παράδοσης με την απλότητα και την ταπείνωση της devotio moderna, μετριάζοντας τις προμηθεϊκές και πολεμικές τάσεις του ιταλικού ουμανισμού και δίνοντας βάθος στον βόρειο ευσεβισμό. Σε αντίθεση προς τη διαφθορά της υπάρχουσας Εκκλησίας, αναζήτησε μεταρρυθμίσεις που θα έκαναν δυνατό ένα απλό ηθικό Χριστιανισμό χωρίς περιπλοκές από θεολογικές λεπτομέρειες. Γνώριζε από την υπόθεση Reuchlin, πως ο δρόμος αυτός θα τον έφερνε μάλλον σε αντιπαράθεση με τους κληρικούς, σχολαστικούς και μοναχούς. Η προσέγγιση του λοιπόν ήταν έμμεση, βασιζόμενος στην ρητορική και την ειρωνεία, παρά στη διαμάχη, ώστε να προσελκύσει τους άλλους στο δρόμο, μιμούμενος τον Λουκιανό και τον Σωκράτη της «Απολογίας».

Ο Έρασμος δεν πίστευε πως οι πηγές της διαφθοράς στην Εκκλησία οφείλονταν στη διδασκαλία. Ήταν πεπεισμένος, πως η διαταραχή στις ανθρώπινες υποθέσεις οφείλονταν πρωταρχικά στην κατάχρηση της εξουσίας και στο συμφέρον. Η κοσμική εξουσία της Εκκλησίας, ο οικονομικά ελκυστικός χαρακτήρας πολλών από τις πρακτικές της, και η πλατιά διαδεδομένη επίδραση του πλούτου στη διασφάλιση των θέσεων των κληρικών, ήταν περισσότερο συνδεδεμένα με τη διαφθορά της Εκκλησίας και τον επακόλουθο αντί-κληρικαλισμό, παρά με θεολογικές διδασκαλίες. Το γεγονός πως μόνο οι κληρικοί ήταν ικανοί να τελούν τα μυστήρια, τους έδωσε ευκαιρία κατάχρησης. Η πώληση των συγχωροχαρτιών ήταν μόνο ένα παράδειγμα τέτοιων καταχρήσεων, που ήταν διαδεδομένες στην Εκκλησία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της θητείας των παπών Αλέξανδρου του Στ’ και Κλήμεντος του Ζ’. Η σύγχρονη θρησκευτική πρακτική, όπως έβλεπε το θέμα ο Έρασμος, συνεισέφερε ελάχιστα στο να διορθώσει την δημόσια ηθικότητα και εδραίωνε μάλλον τη διαφθορά. Η μεταρρύθμιση ήταν επειγόντως αναγκαία, και ο Έρασμος θεωρούσε πως μια μεταρρυθμισμένη Εκκλησία έπρεπε να συνδυάζει ευσέβεια και ηθικότητα, προσφέροντας στήριξη για την βασική ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν αποζητούσε επομένως αλλαγές στη διδασκαλία ή τη λειτουργία των θεσμών μέσα στην Εκκλησία, αλλά βελτίωση της ηθικής συμπεριφοράς. Αυτός ήταν ο σκοπός της μεταρρύθμισης στην παιδεία. Πίστευε πως ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να έχει επιτυχία, μόνο εάν υπήρχε αρκετός αριθμός κηρύκων εκπαιδευμένων στην φιλοσοφία περί Χριστού, την οποία είχε συλλάβει. Ήταν λοιπόν ύψιστης σημασίας, να έχει θέση μέσα στην Εκκλησία η ουμανιστική εκπαίδευση.

Ενώ ο Έρασμος απέρριπτε τις πιο ηρωικές μορφές ουμανισμού, μερικοί αναρωτήθηκαν, μήπως η έμφαση που έδινε στην ηθική ζωή ως κλειδιού για τη σωτηρία, υπονοούσε πως η Γραφή και η πίστη δεν ήταν απαραίτητες. Στον «Έπαινο του Έρασμου και του Λούθηρου», ο Μελάγχθων το παραδέχτηκε, ισχυριζόμενος πως ο Έρασμος ήταν ηθικός φιλόσοφος, όπως οι αρχαίοι, και όχι αληθινός θεολόγος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα βασίστηκε σε μια στενή θεώρηση του Χριστιανισμού. Ο Έρασμος δεν απέρριπτε την ευσέβεια, αλλά ήταν δυσαρεστημένος με την χρήση θρησκευτικών πρακτικών για να καλυφθούν ακραίες μορφές ανηθικότητας. Θεωρούσε πως για την σωτηρία ήταν απαραίτητη τόσο η εσωτερική πίστη, όσο και η ηθική ζωή. Τον ανησυχούσε επίσης, πως αν οι Χριστιανοί πίστευαν ότι η πίστη από μόνη της αρκούσε για να σωθούν, οι άνθρωποι θα προσπαθούσαν να κάνουν το θέλημα του Θεού με ανήθικους τρόπους ή θα δικαιολογούσαν την ανηθικότητα τους με ευσεβείς δεήσεις. Το ηθικό δίδαγμα της ζωής του Χριστού, κατά την άποψη του, τόνιζε τον χριστιανικό πασιφισμό, και όχι τον πολεμοχαρή δογματισμό. Φοβόταν βαθιά πως η διαδικασία της μεταρρύθμισης θα γινόταν βίαιη και καταστροφική, ρίχνοντας τον κόσμο στον πόλεμο. Αντί μιας τέτοιας επαναστατικής αλλαγής, στήριξε τις ελπίδες του σε μια βαθμιαία διαδικασία μεταρρύθμισης μέσω ενός συστήματος παιδείας στα ανθρωπιστικά γράμματα και τη μελέτη της Γραφής, μια διαδικασία που στο μυαλό του κατέληγε σε ένα ηθικιστικό χριστιανικό ουμανισμό, καθαρισμένο από τον ιταλικό παγανισμό.

Όσο δύσκολο και να ήταν το πρόγραμμα αυτό, ο Έρασμος είχε καλούς λόγους να πιστεύει πως αυτός και οι ουμανιστές σύντροφοι του ήταν πολύ κοντά στην επιτυχία. Δεν ήταν μόνο σύμβουλος του αυτοκράτορα, αλλά ένας από τους μαθητές του έγινε πάπας, ο Αδριανός ο Στ’, και ο φίλος του και σύντροφος εν πνεύματι Thomas More, ήταν σύμβουλος τους Ερρίκου του Η’. Δεδομένης της πλατιάς επίδρασης της σκέψης του και της πραγματικής επίδρασης που αυτός και οι σύντροφοι του ασκούσαν στα πολιτικά πράγματα, ο Έρασμος ήταν πεπεισμένος πως ζούσε στην αυγή μιας άλλης χρυσής εποχής. Μέσα σε λίγα χρόνια όμως όλες αυτές οι ελπίδες γκρεμίστηκαν, και το μέλλον φάνταζε έρημο, υποσχόμενο όχι μια εποχή χρυσού, αλλά σιδήρου, όχι μια εποχή ειρήνης και ευημερίας, αλλά πολέμου και καταστροφής, κατά την οποία οι αντιμαχόμενες θρησκευτικές ομάδες πολέμησαν μέχρι θανάτου για διαφορές που αφορούσαν τη διδασκαλία τους. Η πηγή αυτής της αναπάντεχης ανατροπής ήταν φυσικά ο Λούθηρος.

Συνεχίζεται με: Η περί Χριστού φιλοσοφία του Έρασμου

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(24)

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 3: Ο Ουμανισμός και η αποθέωση του ανθρώπου

Ο Πετράρχης και οι απαρχές του ουμανισμού στ

Συνέχεια από Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023


Ο ιταλικός Ουμανισμός


Ο Pico ήταν πεπεισμένος πως η αλήθεια ήταν καθολική και πως όλες οι φιλοσοφίες και θρησκείες είχαν μερίδιο σε αυτήν. Στο μεταγενέστερο έργο του, «Heptaplus», ισχυρίζεται πως πέραν της ιεραρχίας του αγγελικού, του ουράνιου και του στοιχειακού κόσμου, υπάρχει και ένας τέταρτος κόσμος, τον οποίο συνιστά ο άνθρωπος. Στο έργο αυτό προσπάθησε επίσης να δείξει, πως η περί δημιουργίας ιστορία της Γενέσεως συμφωνεί με την ελληνική αντίληψη περί φύσεως. Στο τελευταίο του έργο, «Περί Είναι και Ενότητας», ισχυρίστηκε μάλιστα πως οι Πλάτων και Αριστοτέλης-τους οποίους οι σύγχρονοι του θεωρούσαν ως διαμετρικά αντίθετους-ουσιαστικά συμφωνούσαν. Οι προσπάθειες του καταδεικνύουν τόσο αναγκαιότητα, όσο και τις πραγματικές δυσκολίες της νεοπλατωνικής προσπάθειας να συμφιλιώσει την σοφία των ειδωλολατρών με τον Χριστιανισμό. Στον πυρήνα του όμως, το πρόγραμμα αυτό ήταν χριστιανικό και όχι ειδωλολατρικό. Το παράδειγμα του Pico μας δίνει τις αποδείξεις περί αυτού. Ήταν πεπεισμένος, πως η φιλοσοφία μπορούσε να πάει μόνο μέχρι εκεί, προσπαθώντας να διεισδύσει στην θεϊκή αλήθεια, η οποία όμως παρέμενε σκοτεινή κατά την άποψη του. Και έτσι, ενώ η φιλοσοφία μπορούσε να πάει μακριά τον άνθρωπο, ήταν απαραίτητο σε κάποιο σημείο να στηριχτεί στη θρησκεία. Στη δική του περίπτωση, όταν αποδείχθηκε αδύνατη η συμφιλίωση ειδωλολατρικών πηγών με τον Χριστιανισμό, επέλεξε να ακολουθήσει μια πιο ριζοσπαστική έννοια του Χριστιανισμού, επηρεαζόμενος από τον Savonarola. Στο έσχατο άκρο του λοιπόν, λίγο πριν την προμηθεϊκή απόρριψη του Θεού, ο ουμανισμός έκανε ένα βήμα πίσω από την άκρη του γκρεμού.

Ενώ το ουμανιστικό πρόγραμμα εξελίχτηκε προς μια κατεύθυνση που με τον καιρό έδινε όλο και περισσότερο βάρος στην ανθρώπινη βούληση, και όλο λιγότερο στην θεία βούληση, στην προσπάθεια του να βρει νόημα στην μυστηριώδη σχέση Θεού και ανθρώπου, δε δέχτηκε σε καμιά περίπτωση να λύση το πρόβλημα αρνούμενος την αποτελεσματικότητα ή την εξουσία του Θεού. Οι ουμανιστές γνώριζαν σαφώς αυτή την επικούρεια λύση στο πρόβλημα τους, αλλά επέλεξαν να μη την εφαρμόσουν. Πολλοί ισχυρίστηκαν πως οι ουμανιστές δεν ήταν θρησκευόμενοι, απλώς προσποιούνταν πως πιστεύουν, για να αποφύγουν το κάψιμο στην πυρά, την τιμωρία των αιρετικών. Η προσεκτική όμως εξέταση του βίου των περισσότερων ουμανιστών καθιστά σαφές, πως πολύ λίγοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν άθεοι κατά την περίοδο αυτή. Το ουμανιστικό πρόγραμμα στο έσχατο άκρο του, στον στοχασμό του Pico, εξυψώνει τον άνθρωπο σε μια σχεδόν θεϊκή κατάσταση, αλλά δεν απορρίπτει τον Θεό. Η δικαιολογία για την ανύψωση του ανθρώπου πάνω από τα άλλα όντα δεν βρίσκεται στη δική του ενδογενή τελειότητα ή δύναμη, αλλά στην κατάσταση του ως imago dei.

Η διαμάχη εντός του ουμανισμού περί της φύσης και σχέσης του Θεού και του ανθρώπου, ανακεφαλαιώνει κατά κάποιο τρόπο τη διαμάχη εντός του Χριστιανισμού, μεταξύ αρειανών και τριαδιστών, περί της σχέσης πατέρα και υιού εντός της Τριάδος. Αυτό καταλήγει για τους ουμανιστές στο ερώτημα, εάν ο άνθρωπος γίνεται καλύτερα κατανοητός ως ένα από τα δημιουργήματα, ή ως ον που μοιάζει περισσότερο στον Θεό. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό όμως εξαρτάται όχι μόνο από το πως αντιλαμβάνεται κανείς τον άνθρωπο, αλλά και πως αντιλαμβάνεται τον Θεό. Αν ο άνθρωπος είναι ένα απλό δημιούργημα, η εξέταση της ανθρώπινης φύσης δεν μπορεί να μας πει τίποτα για τον Θεό. Αν είναι όμως θεοειδής, τότε μπορούμε να φτάσουμε στην κατανόηση του Θεού και των βουλών Του, όχι μόνο δια της Γραφής, αλλά δια της εξέτασης των εαυτών μας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αρχαία φιλοσοφία, η οποία προσφέρει εμβριθείς ματιές στην ανθρώπινη ψυχή, μπορεί να μας βοηθήσει, όχι απλά στην κατανόηση του κόσμου, αλλά και στην κατανόηση του Θεού. Ενώ αυτό μπορεί να φαίνεται σε κάποιους μη χριστιανικό, οι ουμανιστές στηρίχτηκαν στο παράδειγμα του Αυγουστίνου.

Το αναδυόμενο για τον ουμανισμό πρόβλημα είχε προσχηματιστεί στον Pico. Η ουμανιστική παιδεία ανακάλυπτε και διέδιδε κείμενα πολλών διαφορετικών παραδόσεων, με γοργούς ρυθμούς. Αντιμετωπίζοντας την μάζα του νέου και συχνά αντιφατικού υλικού, η ουμανιστική πίστη πως η αλήθεια ήταν μια, ήταν πια δύσκολο να διατηρηθεί. Το να βρεθεί νόημα στις 900 θέσεις στο έργο του Pico «Συμπεράσματα», ήταν ακόμα και στην θεωρία ένας ηράκλειος άθλος, και πράγμα αδύνατο στην πράξη. Η έννοια της καθολικής σοφίας άρχισε λοιπόν να ξεθωριάζει.

Ο Pico απέδωσε στον άνθρωπο μια σχεδόν θεϊκή ικανότητα αυτό-δημιουργίας, και πολλοί ουμανιστές προσπάθησαν να γίνουν «αναγεννησιακοί άνθρωποι», επιδιώκοντας δόξα και ένα είδος αθάνατης φήμης στην πολιτική, λογοτεχνία και τις τέχνες. Σύμφωνα με τους ουμανιστές όμως, όπως το κατέστησε σαφές ο Machiavelli, ακόμα και τα μεγαλειώδη άτομα δεν μπορούν να επιτυγχάνουν πάντοτε. Η μοίρα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στις ανθρώπινες υποθέσεις, και ο θάνατος θέτει το τελικό όριο στις ανθρώπινες επιδιώξεις. Μπορεί ο Θεός να έδωσε στους ανθρώπους θεοειδή ελευθερία, δεν τους έδωσε όμως θεοειδή δύναμη ή σοφία ή όριο ζωής, μέσα στο οποίο να επιτύχουν τους σκοπούς τους. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον ουμανισμό σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Από τη μια, μερικοί ουμανιστές επικεντρώθηκαν στην παραγωγή γλωσσικών και οπτικών εικόνων, που ενσωμάτωναν τα ουμανιστικά ιδεώδη, κρύβοντας όμως πολλές από τις αυξανόμενες ενοχλητικές αντιφάσεις, τις οποίες είχαν αντιμετωπίσουν. Άλλοι, μη θέλοντας να εγκαταλείψουν την αναζήτηση της καθολικής αλήθειας, επέμειναν στην διερεύνηση της φύσεως και του ανθρώπου, πέφτοντας όλο και πιο βαθιά στην κατάρα του σκεπτικισμού, ο οποίος είχε επιστρέψει στον μοντέρνο κόσμο με την επανεμφάνιση της «Ακαδημίας» του Κικέρωνα το 1471. Ο σκεπτικισμός αυτός αυξήθηκε και διαδόθηκε εντός του ουμανιστικού κινήματος. Δεν αρνιόταν την δυνατότητα κάθε γνώσης, εξέφραζε όμως κρίση για την αλήθεια των πραγμάτων και στηριζόταν στην πιθανή μάλλον, παρά στην απόλυτα βέβαιη ή αποδεικτική σκέψη. Ακόμα και έτσι, οδήγησε στην αύξηση της αίσθησης της έλλειψης σκοπού και της κρίσης, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην περίοδο που προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης.

Το ουμανιστικό πρόγραμμα, όπως το οραματίστηκε ο Πετράρχης, είχε αρχίσει να διαλύεται μέσα στα πλαίσια αυτά. Τρεις διαφορετικοί δρόμοι εμφανίστηκαν, που αντιστοιχούσαν στα τρία στοιχεία τα οποία είχε τονίσει ο Πετράρχης στην ύστερη σκέψη του. Μια δυνατότητα ήταν να τεθεί πάνω απ’ όλα η αυγουστίνεια ευσέβεια, και να εγκαταλειφθεί ο πλατωνισμός και η πολεμική αρετή. Η δεύτερη δυνατότητα ήταν να δοθεί έμφαση στις πολεμικές αρετές των Ρωμαίων, και να εγκαταλειφθούν η χριστιανική ευσέβεια και ο πλατωνισμός. Ή τέλος, κάποιος θα μπορούσε να πάρει μια γενικώς νεοπλατωνική προσέγγιση του Χριστιανισμού, και να εγκαταλείψει την ευσέβεια και την πολεμική αρετή. Ο πρώτος ήταν ο δρόμος του Savonarola (και κατόπιν του Λούθηρου), ο δεύτερος του Machiavelli, και ο τρίτος, ο δρόμος του Έρασμου.

Εκπαιδευμένος στην αριστοτελική και αβερροϊκή παράδοση, ο Savonarola δεν είχε καμιά αγάπη, ή έστω ανοχή για τον ουμανισμό. Ο Savonarola είχε βιώσει στα είκοσι δυο του χρόνια μια ξαφνική θρησκευτική μεταστροφή, έγινε δομινικανός και άρχισε να ζει και να κηρύττει μια ζωή ταπείνωσης και αυταπάρνησης. Είχε φρίξει με τη διαφθορά των ουμανιστών της Φλωρεντίας, τους οποίους καθοδηγούσαν οι Μέδικοι, και θεωρούσε (δικαίως) πως η κούρια υπό τον Αλέξανδρο τον Στ’ ήταν απλώς άντρο ανομίας. Η θεολογία του (όπως αυτή του Λούθηρου είκοσι χρόνια αργότερα) ήταν αποκαλυπτική και αυστηρή. Επιτέθηκε στον παγανισμό των ουμανιστών, στην διαφθορά που προκαλεί ο πλούτος στις τάξεις της εξουσίας, και την αντισυνταγματική κυριαρχία των Μεδίκων στην Φλωρεντία. Μετά το θάνατο του Lorenzo του μεγαλοπρεπούς, και την επέμβαση των Γάλλων για να διώξουν τους Μεδίκους από την πόλη, ο Savonarola έγινε ηγέτης μιας σχεδόν θεοκρατικής δημοκρατίας, που κατά κάποιο τρόπο προεικόνισε την Γενεύη του Καλβίνου. Κυβέρνησε από το 1494 μέχρι το 1498. Ενώ ήταν εξαίρετος ρήτορας και κήρυττε κατά της αθεΐας, της οικονομικής διαφθοράς και την κατάχρηση της πολιτικής εξουσίας-όλα δημοφιλή θέματα-ήταν πολιτικά άτσαλος. Η δύναμη του προήλθε από την χαρισματική του ρητορική και βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στον ενθουσιασμό των οπαδών του. Έχοντας αποκτήσει την εξουσία του με τον τρόπο αυτό, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να εξασφαλίσει τη θέση του με συνταγματική μεταρρύθμιση. Κατόπιν εξόργισε τον πάπα Αλέξανδρο τον στ’ με τη συνεχή κριτική του, και ο πάπας του αφαίρεσε το δικαίωμα να κηρύττει. Ανίκανος πλέον να χρησιμοποιεί τον άμβωνα για να ενθουσιάζει και να κινητοποιεί τους υποστηρικτές του, ανατράπηκε από ένα συνασπισμό των κυρίαρχων ομάδων στις οποίες είχε επιτεθεί, και κατόπιν κάηκε στην πυρά. Το λάθος του ήταν ένα μάθημα το οποίο έμαθαν καλά άνδρες όπως ο Machiavelli, ο οποίος είδε πως η ευσέβεια-όσο έντονη και να είναι-ήταν ανίκανη να παράσχει μια σταθερή βάση για την ανθρώπινη κοινωνικότητα.

Με την πτώση του Savonarola, στην εξουσία ήρθε ο Piero Soderini (1450-1513), και επανίδρυσε τη δημοκρατία της Φλωρεντίας. Μέσα σε αυτή την δημοκρατία έγινε για πρώτη φορά γνωστός ο Machiavelli, υπηρετώντας ως δεύτερος καγκελάριος. Ο πατέρας του Machiavelli ήταν γραμματέας, μέσα στην παράδοση των Dictatores, και ήταν φίλος του φλωρεντίνου καγκελάριου Bartolomeo Scala(1430-97). Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να δει τον γιο του να λαμβάνει ουμανιστική παιδεία, που θα τον προετοίμαζε για μια παρόμοια δημόσια καριέρα.

Η υποστήριξη του ουμανισμού στην Φλωρεντία από πλευράς των Medici, τον έστρεψε περισσότερο προς την πλατωνική, παρά προς την ρεπουμπλικανική κατεύθυνση. Προτιμούσαν γενικώς την παραγωγή μιας μορφωμένης ελίτ, αφιερωμένης στην vita contemplativa, παρά πρακτικά σκεπτόμενους δημοκράτες (republicans) που θα μπορούσαν να διαφωνήσουν προς τους κανόνες τους. Ο Ficino ήταν το κατ’ εξοχήν παράδειγμα ενός τέτοιου αφηρημένου «πλατωνικού» ουμανιστή. Η προσέγγιση αυτή ήταν σε ισχύ ακόμα και κατά τα τελευταία χρόνια της εξουσίας τους, όταν ο Angelo Poliziano (1454-94), μαθητής των Ficino και Christoforo Landino (1424-98), αρίστευε στον ουμανισμό, σε μια σχολή (Studio), η οποία είχε υποτάξει όλα τα άλλα στην μελέτη των διαφόρων ειδών λογοτεχνικών έργων. Αλλά και αυτός στράφηκε προς μια λιγότερο πλατωνική κατεύθυνση, δίνοντας προτεραιότητα στη μελέτη της ιστορίας, και όχι της ποίησης και της φιλοσοφίας. Μετά την κατάρρευση των Medici, η ουμανιστική παιδεία προσέλαβε μια όλο και πιο πρακτική κατεύθυνση. Ο διάδοχος του Poliziano στο Studio ήταν ο Marcello Virgilio. Ήταν αριστοτελικός, και θεωρούσε για τον λόγο αυτό άθλια την φυγή από την πολιτική ζωή προς το πλατωνικό ιδεώδες. Σε αντίθεση προς τον Poliziano, τόνισε τη σημασία της studia humanitatis περισσότερο για την πολιτική, παρά για τη λογοτεχνία, για την vita activa και όχι για την vita contemplativa. Θεωρούσε λοιπόν την χρησιμότητα πιο σημαντική από την καθαρή μελέτη, και επιδίωξε να παραγάγει ανθρώπους της δράσης παρα ανθρώπους της σκέψης. Υπό τον Soderini υπηρέτησε ως πρώτος καγκελάριος, και ήταν έτσι συνάδελφος του Machiavelli.

Ο Machiavelli ελκύστηκε από ένα πιο πρακτικό ουμανισμό, η ανάγνωση και το γράψιμο ήταν όμως μέρος της ζωής του. Θεωρούσε τον εαυτό του πολιτικό και ποιητή. Και στα δυο όμως ήταν ρεαλιστής, και θεωρούσε τον πλατωνισμό οποιασδήποτε μορφής ελάχιστα χρήσιμο, απορρίπτοντας τον ιδεαλισμό του Ficino και των οπαδών του. Ο ουμανισμός του λοιπόν δεν ήταν πλατωνικός ή αυγουστίνειος αλλά ρωμαϊκός. Αλλά και στον θαυμασμό του για τους Ρωμαίους, η σκέψη του φεύγει από τον πρώιμο θαυμασμό των ουμανιστών για τους Ρωμαίους ηθικιστές, και κατευθύνεται προς τους πολιτικούς και ιστορικούς. Ο Λίβιος και ο Τάκιτος λοιπόν είχαν γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία από τον Κικέρωνα ή τον Σενέκα. Επίσης τον απασχολούσε λιγότερο η ατομική ηθική καθαρότητα και περισσότερο η πολιτική αποτελεσματικότητα. Ενώ ο Πετράρχης ανέβασε ένα ηθικό Σκιπίωνα πάνω από τον έξυπνο, αλλά ανήθικο Αννίβα, ο Machiavelli προτίμησε σαφώς τον δεύτερο, αν και αναγνώριζε πως ο επιτυχημένος πρίγκηπας έπρεπε να εμφανίζεται ως πρώτος.

Η στάση του προς τη θρησκεία ήταν περίπλοκη. Η αποτυχία του Savonarola τον έπεισε πως από μόνη της η ευσέβεια δεν μπορούσε να παράσχει επαρκή θεμελίωση της κοινωνικής ζωής. Αντιλαμβανόταν επίσης, πως η διαφθορά της Εκκλησίας ήταν διαδεδομένη και βαθιά ριζωμένη. Ήταν επομένως αντικληρικός (αν και όχι τόσο, όσο ο φίλος του Guicciardini). Συμμετείχε κάθε τόσο στις λειτουργίες, αλλά δεν επέδειξε πραγματικό ζήλο για οποιαδήποτε μορφή θρησκείας. Σε αντίθεση προς αυτό που τείνουμε να πιστεύουμε σήμερα, είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν ήταν άθεος, αν και οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, όπως και πολλών συναδέλφων του ουμανιστών, είναι δύσκολο να χαρακτηρισθούν ορθόδοξες.

Ενώ πίστευε πως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο (γύρω στις 40-50 χιλιάδες χρόνια πριν), τον ενδιέφερε περισσότερο η δημιουργία και η οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας, η οποία κατά την άποψη του δεν είχε θεία σύσταση. Υποστήριζε πως ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους ελεύθερη επιλογή και δεν εμπλέκεται στις ανθρώπινες υποθέσεις. Η επιτυχία και η αποτυχία της ανθρώπινης κοινωνίας εξαρτάται αποκλειστικά από τον άνθρωπο. Η προσευχή και οι θρησκευτικές τελετουργίες δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για να βελτιώσουν τη ζωή μας πάνω στη γη και τίποτα για να μας βελτιώσουν τις πιθανότητες σωτηρίας. Ο Θεός μας κρίνει σύμφωνα με το τι κάνουμε με την ελευθερία μας. Επομένως, σωζόμαστε ή καταδικαζόμαστε βάσει των επιτευγμάτων μας.

Η θέση αυτή είναι οπωσδήποτε πελαγιανική και σύμφωνα με τα κριτήρια μας ετερόδοξη, αν και τέτοιες πελαγιανικές αντιλήψεις δεν θεωρούνταν ανορθόδοξες την εποχή εκείνη. Ο Machiavelli είναι όμως πιο αυθεντικά πελαγιανός από πολλούς σύγχρονους του ουμανιστές, γιατί όπως ο Πελάγιος, φανταζόταν πως ο Θεός έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση όχι απλά για την αρετή, αλλά για την υπεράνθρωπη αρετή. Για τον Machiavelli οι αληθινά ενάρετοι άνδρες δεν είναι οι άγιοι ή οι μάρτυρες, αλλά αυτοί που ιδρύουν κράτη και τους δίνουν τους νόμους τους. Όπως και ο Κικέρων, δήλωσε πως οι ιδρυτές αυτοί επιτυγχάνουν την αποθέωση. Ο Θεός τους αγαπά και τους εξυψώνει γιατί παράγουν το ύψιστο αγαθό.

Σύμφωνα με τον Machiavelli, το πιο αγαπητό για το Θεό δεν είναι το πνευματικό ή το ποιμαντικό έργο, αλλά η πολιτική στο ύψιστο επίπεδο. Όπως το θέτει ο De Grazia:

«Αυτό που ο Niccolò πιστεύει ή θα ήθελε να είναι αληθινό ή αυτό που βρίσκεται στα γραπτά του ως έκφραση της πίστης του ή της προσπάθειας του να πείσει τον εαυτό του ή να προσηλυτίσει άλλους, είναι ένα νέο ή μεταρρυθμισμένο σύστημα επανόρθωσης, μια αληθινή θρησκεία, όπου η κυρίαρχη θεότητα είναι ο Θεός, οι άγιοι πάνω στη γη είναι λίγοι, φτωχοί και ειλικρινείς, οι αγαπημένοι του Θεού είναι οι κατασκευαστές των κρατών στην πράξη και στα γραπτά, μεγάλοι νομοθέτες, ιδρυτές θρησκειών, πολεμιστές και σωτήρες της χώρας, οι οποίοι κατανόησαν θεϊκά την είσοδο και την έξοδο του κακού τους, πάνε μετά θάνατον στην άμεση και τελική κρίση του Θεού και πάνε κατευθείαν στον τόπο των ηρώων.»

Ο Machiavelli φαντάζεται πως ο Θεός αναγνωρίζει, ότι οι πρίγκηπες πρέπει να κάνουν κακό για να ιδρύσουν και να διατηρήσουν ένα καλά ρυθμισμένο κράτος, το ύψιστο γήινο αγαθό. Ο Θεός λοιπόν πρέπει να αναγνωρίσει την ουσιαστική αγαθότητα του πρίγκηπα. Παρά το «κακό» που κάνει ο πρίγκηπας, δεν καίγεται στην κόλαση, και είναι στην πραγματικότητα καλοδεχούμενος στον παράδεισο. Ο ουμανισμός του Machiavelli είναι επομένως χριστιανικός με την ευρύτατη έννοια του όρου, αλλά είναι ένας Χριστιανισμός υποταγμένος στις πολύ ανθρώπινες ανάγκες του κόσμου.

Περιγράφοντας τέτοιους νομοθέτες, ο Machiavelli τους σκιαγραφεί ως αυτοδημιούργητες προμηθεϊκές μορφές, στηριζόμενος βασικά στον Pico, τον οποίο θαύμαζε πολύ. Κατά την άποψη του, υπάρχουν κατά κάποιο τρόπο εκτός της συνηθισμένης ανθρώπινης κοινωνίας, και αναπτύσσουν μια ανεξαρτησία και αυτάρκεια, που τους ξεχωρίζει από τα άλλα ανθρώπινα όντα. Η άκρα αυτοπεποίθηση τους, τους εξοπλίζει ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις της ζωής και συνεπώς της πολιτικής. Μια τέτοια ανεξαρτησία είναι έκδηλη στα τέσσερα μεγάλα παραδείγματα επιτυχημένων ιδρυτών, που παραθέτει ο Machiavelli: Μωυσής, Κύρος, Θησεύς και Ρωμύλος. Όλοι τους ήταν παιδιά χωρίς πατέρα, και για τον λόγο έπρεπε να βασιστούν σχεδόν εκ γεννήσεως στα δικά τους χέρια. Το σημείο αυτό τονίζει ο Machiavelli όταν διαπραγματεύεται την περίπτωση του Cesare Borgia, που ήταν ίσως το ίδιο μεγάλος όσο και οι τέσσερις ήρωες του Machiavelli, αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει τη δύναμη του,  και στηρίζονταν στον πατέρα του.

Σε αντίθεση προς τον Pico και τον Ficino, ο Machiavelli παραδεχόταν πως οι δυνάμεις ακόμα και των μεγαλύτερων ανθρώπων είναι πεπερασμένες. Από την περισσότερο αισθητική και θεωρητική προοπτική, ο Pico και ο Ficino μπορούσαν να φανταστούν πως ο αληθινά δημιουργικός άνθρωπος, μπορούσε να επαναδημιουργήσει τον κόσμο δια της μιμήσεως. Η εμπειρία του Machiavelli στην πολιτική ζωή τον έπεισε πως όλα τα ανθρώπινα όντα ήταν περιορισμένα από μια μεγάλη ποικιλία απρόβλεπτων παραγόντων. Ακόμα και στην πιο αποδοτική τους φάση, οι άνθρωποι μπορούν να πετύχουν μόνο τα μισά.

Μέσα στον πεσιμιστικό του ρεαλισμό, ο Machiavelli είναι πιο κοντά στον Πετράρχη παρά στον Ficino. Όπως είδαμε, ο Πετράρχης ήταν πεπεισμένος πως το χάος και ο πόλεμος ήταν η φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Έλπιζε πως ένας νέος Σκιπίων θα μπορούσε να φέρει τάξη σε αυτό το χάος, αλλά καθώς έλειπε ένας τέτοιος, ήταν πεπεισμένος πως η ευτυχία μπορούσε να αποκτηθεί μόνο με την απόσυρση στην μοναξιά με μια μικρή ομάδα φίλων. Ξεκινώντας από τον Ficino και στηριζόμενος στον Πλάτωνα, οι ουμανιστές άρχισαν να πιστεύουν πως υπήρχε μια εγγενής αρχή σε όλα τα πράγματα, μια τάξη αγάπης που τραβούσε τα πάντα προς το αγαθό, και με τον τρόπο αυτό προς το Θεό. Στον Machiavelli βλέπουμε την απόρριψη αυτής της ιδέας. Από την εποχή του Κάιν, μας λέει, η αγαπητική αρμονία του κόσμου έχει διασπαστεί από την οργή και την φιλοδοξία. Τα ανθρώπινα όντα δεν κατευθύνονται προς το κοινό αγαθό και το Θεό, αλλά προς το δικό τους αγαθό, ένα αγαθό το οποίο απολαμβάνουν πάντα εις βάρος των άλλων. Υπερηφάνεια, φθόνος, αδράνεια, φιλοδοξία, μίσος, κτηνωδία και απάτη-η παραλλαγή των εφτά θανάσιμων αμαρτημάτων κατά τον Machiavelli-τρέχουν αχαλίνωτα. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, οι άνθρωποι πρέπει να αγωνίζονται διαρκώς για να μην τους καταπιεί η κακή μοίρα. Μόνο ένα καλά θεμελιωμένο και διοικούμενο κράτος μπορεί να απαλύνει αυτή την κατάσταση, και να προστατέψει τους ανθρώπους από την καταστροφή. Και είναι σπάνιοι αυτοί που είναι ικανοί να ιδρύσουν και να διατηρήσουν τέτοια κράτη. Οι ιδρυτές αυτοί όμως, παρέχουν στους ανθρώπους το ύψιστο αγαθό και είναι ιδιαίτερα πολύτιμοι.

Ενώ η αντίληψη του Machiavelli για τον κόσμο της κοινωνίας είναι από πολλές απόψεις παρόμοια με αυτή του Πετράρχη, τα συμπεράσματα του είναι διαφορετικά. Το κλειδί της ευτυχίας είναι για τον Πετράρχη ένα είδος ισορροπίας, και αυτή επιτυγχάνεται με την κυριαρχία πάνω στον εαυτό του καθενός. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος μιας τέτοιας ισορροπίας, όπως τον αντιλαμβάνεται, δεν προέρχεται από τις δυσκολίες, αλλά από την επιτυχία, που δεν προέρχεται από την κακή, αλλά από την καλή τύχη. Για τον λόγο αυτό πιστεύει πως μόνο η ιδιωτική ζωή προσφέρει τη δυνατότητα της αληθινής ευτυχίας. Για τον Machiavelli, η καλή τύχη δεν είναι κίνδυνος. Είναι κίνδυνος εφόσον μας βγάζει από την προσοχή και προφύλαξη. Είναι βασικό να αναγνωρίζουμε την αδιάκοπη πίεση της κακής τύχης και να είμαστε διαρκώς προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Ο κόσμος του Machiavelli μπορεί να έχει δημιουργηθεί από το Θεό, αλλά δεν κυβερνάται από την θεϊκή αγάπη. Κυβερνάται στην πραγματικότητα από την αμαρτία, και μόνο αντιλαμβανόμενοι πως να αμαρτάνουμε προς το κοινό συμφέρον, μπορούμε να προχωρήσουμε και να δώσουμε χώρο στην ανθρώπινη άνθιση. Ο κόσμος στον οποίο κατοικεί ο Machiavelli μοιάζει πολύ με τον κόσμο του νομιναλισμού, ο οποίος αποκαλύφθηκε δυο αιώνες πριν. Είναι όμως ένας κόσμος στον οποίο Θεός δεν κάνει κάτι, και όπου ακόμα και αυτοί με την μεγαλύτερη ανθρώπινη ισχύ και ιδιοφυία, επιτυγχάνουν μόνο εν μέρει και για μικρό χρονικό διάστημα. Κανονικοί άνθρωποι μπορούν να πετύχουν στιγμιαία και αυτό κατά τύχη. Ο ουμανισμός λοιπόν του Machiavelli είναι ηρωικός και τραγικός. Βλέπουμε στην σκέψη του την αποθέωση του ατόμου μέσα στο βασίλειο της πράξεως. Βλέπουμε όμως, πως οι νέοι αυτοί τιτάνες δεν είναι αρκετά τιτάνιοι για να κυριαρχήσουν στον ιλιγγιώδη χαοτικό κόσμο που γυρίζει γύρω από αυτούς. Ο ουμανισμός του λοιπόν προσφέρει λυπητερή παρηγοριά σε αυτούς που αναζητούν ειρήνη και σταθερότητα, και μόνο ελάχιστη ελπίδα σε αυτούς που διψούν για δόξα ή ελπίζουν να αποκτήσουν σοφία.

Συνεχίζεται με

Ο βόρειος ουμανισμός: Desiderius Erasmus

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(23)

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 3: Ο Ουμανισμός και η αποθέωση του ανθρώπου

Ο Πετράρχης και οι απαρχές του ουμανισμού ε

Συνέχεια από Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Ο ιταλικός Ουμανισμός


Ενώ τα κείμενα του Corpus hermeticum δεν ήταν αυτό που δήλωναν πως είναι, συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πρώιμης χριστιανικής σκέψης, και ιδιαιτέρως της ιδέας περί της απόλυτης δύναμης και ελευθερίας του Θεού. Ο κλάδος αυτός του Νεοπλατωνισμού αναπτύχθηκε σε έναν αιγυπτιακό κόσμο, ο οποίος ήταν πλημμυρισμένος από φιλοσοφικές και θρησκευτικές ιδέες πολλών διαφορετικών ειδών. Η συγκρητιστική ορμή ήταν επίσης αρκετά ισχυρή. Οι Φίλων, Πλωτίνος και Πρόκλος μεγάλωσαν σε αυτό το περιβάλλον, και η σκέψη τους παρουσιάζει πολλές από αυτές τις συγκρητιστικές τάσεις. Τα ερμητικά κείμενα ήταν μέρος αυτού του συγκρητιστικού κινήματος, και συνδύαζαν στοιχεία από πολλές παραδόσεις. Είχαν μια βαθιά επίδραση σε πολλούς από τους πρώιμους πατέρες της Εκκλησίας, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται οι Βικτωρίνος, Αθανάσιος, Κλήμης Αλεξάνδρειας, και Ωριγένης. Έτσι, ενώ ο Ficino και οι ουμανιστές διάδοχοι του έσφαλαν ως προς την παραδοχή τους πως η ερμητική σκέψη ήταν η πηγή της ιουδαϊκής και χριστιανικής σκέψης, ήταν ωστόσο ορθοί ως προς τη σημασία του για τον Χριστιανισμό.

Ως αποτέλεσμα της εργασίας του πάνω σε αυτά τα κείμενα, ο Ficino πείστηκε πως ο ουμανισμός μπορούσε να ανασύρει ένα πιο αυθεντικό (και μυώδη) Χριστιανισμό, εάν έβλεπε τη Γραφή με τον φακό του Πλάτωνα. Επιπλέον, ένας τέτοιος πλατωνικός Χριστιανισμός θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική στον σχολαστικισμό. Εκφράζοντας το όραμα αυτό, δεν στηριζόταν μόνο στον Πλάτωνα, αλλά στον Αυγουστίνο, αν και περισσότερο στην πρώιμη αντί-μανιχαϊστική του σκέψη, που απέδιδε μεγαλύτερη σημασία στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, απ’ ότι τα ύστερα, αντί-πελαγιανικά του έργα, τα οποία αμφισβητούσαν τέτοια ελεύθερη βούληση. Επίσης, ήταν βαθιά επηρεασμένος από την μελέτη του ύστερου Νεοπλατωνισμού (μετέφρασε Πλωτίνο και Πρόκλο), και ιδιαίτερα του έργου του ψευδό-Διονυσίου, τον οποίο θεωρούσε ως τον πρώτο Αθηναίο ακόλουθο του Αποστόλου Παύλου (αναφέρεται στις Πράξεις, 17, 34), για τον οποίο όμως γνωρίζουμε πως ήταν μαθητής του Πρόκλου.

Ο άνθρωπος είναι για τον Ficino, πάνω απ’ όλα τα άλλα, imago dei, και ως τέτοιος έχει μια εσωτερική αξιοπρέπεια και δύναμη. Ο Πλάτων και οι μαθητές του, σύμφωνα με τον Ficino, το διαβεβαιώνουν με τη διδασκαλία τους περί αθανασίας της ατομικής ψυχής. Αυτή είναι η βάση της ανθρώπινης θεότητας, και δια της καλλιέργειας της ψυχής ο άνθρωπος γίνεται σαν Θεός. Ο Ficino αναβίωσε με τον τρόπο αυτό την νεοπλατωνική διδασκαλία περί κοσμικής ψυχής ως κέντρου του σύμπαντος, και έδωσε στην ανθρώπινη ψυχή μια προνομιακή θέση στην κοσμική ιεραρχία, ως συνδέσμου του σύμπαντος και σύνδεσης μεταξύ νοητών και σωματικών κόσμων. Κατά την άποψη του, καλλιεργώντας την ψυχή, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει «όλα τα πράγματα». Ο Ficino πίστευε μάλιστα ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να «δημιουργήσει τους ουρανούς και ό,τι είναι μέσα σε αυτούς, εάν αποκτούσε τα εργαλεία και το ουράνιο υλικό». Εφόσον όμως δεν μπορεί, πρέπει να είναι ευχαριστημένος με την αναδημιουργία του κόσμου δια της μιμήσεως, με τη χρήση των ικανοτήτων και της φαντασίας του.

Στον πυρήνα της θεολογίας του Ficino ήταν το όραμα ενός Θεού που ήταν αντίθετος προς τον Θεό του σχολαστικισμού, αλλά  αποτελούσε μια συνέχεια του Θεού των ουμανιστών προγόνων του (του Ficino). Αυτός ήταν ένας Θεός με βούληση και όχι λογική, έχοντας ως πρότυπο τον τεχνίτη του Πλάτωνα (artificer) και όχι το πρώτο κινούν του Αριστοτέλη. Ο Πλωτίνος είχε καταδείξει και ο Αυγουστίνος είχε αποδεχθεί την ιδέα, πως ο τριαδικός Θεός δεν πρέπει απλώς να αγαπά, αλλά να είναι η αγάπη, για να μπορεί να υπάρχει, καθώς μόνο η αγάπη μπορεί να λύσει το πρόβλημα του ενός και των πολλών μέσα στο θεϊκό ον. Η λογική δεν μπορεί να τα καταφέρει. Η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό πρέπει να είναι λοιπόν μια πράξη αγαπητικής βούλησης. Επιπλέον, αν ο Θεός είναι ουσιαστικά αγάπη, τότε όλα τα πλάσματα Του, όπως και οι άνθρωποι, πρέπει να κυβερνώνται και να καθοδηγούνται από την αγάπη. Αυτή όμως η θεώρηση της αγάπης, είναι ακριβώς αυτή που ο Ficino ανακάλυψε στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, και την οποία περιέγραψε με μεγάλη λεπτομέρεια κατά πρώτον στο «Περί ηδονής» (1457), και κατόπιν πληρέστερα στο «Περί αγάπης» (1446), που δικαίως αποκλήθηκε το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο της Αναγέννησης. Ενώ ο Ficino είχε αποδεχθεί τον οντολογικό ατομικισμό που πρότεινε ο νομιναλισμός, έβλεπε όλα τα ατομικά όντα πλήρη και ενωμένα με τις σπίθες της θεϊκής αγάπης. Κινητοποιημένα από την αγάπη, ελκύονται φυσικά προς το αγαθό και τον Θεό. Ισχυριζόταν επομένως, πως η συμπεριφορά που βασιζόταν στο ένστικτο και τα φυσικά πάθη, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής επιθυμίας, οδηγούσε τους ανθρώπους προς το θεϊκό. Η φύση λοιπόν από μόνη της ήταν μια μορφή χάριτος, και ο Ficino συμπέρανε πως οδηγούσε τους ανθρώπους προς το αγαθό και επομένως προς το Θεό. Το όραμα αυτό αναπτύχθηκε περισσότερο στο έργο «Η χριστιανική θρησκεία» (1474), που ήταν και το πρώτο που δημοσιεύθηκε επί του θέματος, όπως και στο «Πλατωνική θεολογία ή η αθανασία των ψυχών» (1482), που συνδύασε τον παγανιστικό με τον χριστιανικό κλάδο της σκέψης του.

Οι απόψεις του Ficino περί θρησκείας ήταν επεκτατικές. Ήταν πράγματι πεπεισμένος, πως ενώ ο Χριστιανισμός ήταν η καλύτερη θρησκεία, υπήρχαν πολλές διαφορετικές νόμιμες μορφές θρησκευτικής πίστης και πράξης: «Η θεία πρόνοια δεν επιτρέπει κανένα σημείο του κόσμου και σε καμιά στιγμή, να παραμείνει εντελώς χωρίς θρησκεία, αν και επιτρέπει να διαφέρουν τα τελετουργικά…ο Θεός προτιμά να λατρεύεται με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς επίγνωση…παρά να μην λατρεύεται καθόλου λόγω υπερηφάνειας». Ενώ ο Χριστιανισμός του Ficino είναι φανερά επηρεασμένος από νεοπλατωνικές, γνωστικές και ερμητικές πηγές, δεν είναι αντί-χριστιανικός. Κεντρικό στοιχείο της σκέψης του και του ουμανιστικού εγχειρήματος εν γένει, ήταν η ιδέα πως η φύση είναι μια μορφή χάριτος. Η ιδέα αυτή είναι σημαντική, καθώς παρέχει το θεμέλιο για τη συμφιλίωση της θείας και της ανθρώπινης βουλήσεως. Αν η φύση οργανώνεται από τον Θεό, έτσι ώστε οι άνθρωποι να ελκύονται φυσικά προς το αγαθό, τότε οι άνθρωποι μπορούν να εξασκήσουν ελεύθερα τις βουλήσεις τους, με τρόπο που να είναι αρμονικός προς την θεία βούληση. Το εμπόδιο για την αντίληψη αυτή μέσα στην χριστιανική παράδοση, είναι φυσικά το προπατορικό αμάρτημα. Οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος είναι συζητήσιμες, και οι ουμανιστές ισχυρίζονταν εν γένει, πως προκαλεί απλώς μια συσκότιση της λογικής μας, η οποία (συσκότιση) και πριν την λύτρωση δεν ήταν αξεπέραστη, και μετά από αυτήν ήταν ακόμα πιο εύκολο να υπερβαθεί. Ενώ η θέση αυτή ήταν από πολλές απόψεις αντίθετη προς την επίσημη εκκλησιαστική διδασκαλία, δεν είχε αντί-χριστιανικές προθέσεις.

Ενώ ο Νεοπλατωνισμός πρόσφερε με τον τρόπο αυτό ένα μέσο για την εναρμόνιση του ουμανιστικού ατομικισμού με την θεία παντοδυναμία, έφτασε πολύ κοντά στον πελαγιανισμό, και σε κάποια σημεία πέρασε ξεκάθαρα την γραμμή. Αυτό ισχύει οπωσδήποτε στην περίπτωση του μαθητή του Ficino, Giovanni Pico de la Mirandola (1463-94), ο οποίος έσπρωξε το ουμανιστικό πρόγραμμα στα όρια του, και το μετέφερε από πολλές απόψεις σε σημεία όπου δεν μπορούσε να πάει ο Χριστιανισμός.

Ο Pico εκπαιδεύτηκε στην σχολαστική παράδοση. Μαθήτευσε επίσης στον Εβραίο αβερροϊστή Elea del Medigo, έμαθε εβραϊκά και αραβικά στη Perugia, αφού είχε αναπτύξει προηγουμένως βαθύ ενδιαφέρον για την καμπάλα. Μέσω του Ficino ήρθε σε επαφή με πολλές άλλες μη χριστιανικές πηγές, και όπως εκείνος, τις χρησιμοποίησε στις προσπάθειες του να διαμορφώσει ένα Χριστιανισμό, που θα μπορούσε να φιλοξενήσει εκείνη την πνευματικότητα, την οποία θεωρούσε ουσιαστική για την ανθρώπινη ανάπτυξη. Βασιζόμενος στα επιχειρήματα του Ficino στο έργο του «Η χριστιανική θρησκεία», ο Pico ισχυρίστηκε στο έργο του «Λόγος περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου» (1486), πως οι άνθρωποι είναι αυτό-δημιουργικά όντα, που μπορούσαν να επιλέξουν την φύση τους. Η δύναμη αυτή σύμφωνα με τον Pico, δεν είναι εγγενής στα ανθρώπινα όντα, αλλά θείο δώρο. Η ανθρώπινη βούληση και ελευθερία δεν είναι συνέπεια του γεγονότος, πως ο άνθρωπος είναι το ανώτερο απ’ όλα τα πλάσματα, αλλά αποτέλεσμα του δεδομένου, πως ο άνθρωπος ως imago dei, είναι πάνω απ’ όλα τα πλάσματα, το πλάσμα που συμμετέχει στο θείο Είναι με την μέγιστη πληρότητα. Η αναφορά αυτή στην καταγωγή του ανθρώπου στον «Λόγο…», ήταν η εισαγωγή της υπεράσπισης από τον Pico των 900 θέσεων, προερχόμενων από όλες σχεδόν τις θρησκείες του κόσμου. Ο σκοπός του Pico ήταν να κάνει τους ανθρώπους να αντιληφθούν, πως η ιδιαίτερη αξιοπρέπεια τους και η δύναμη της ελεύθερης βούλησης τους, όπως ο ίδιος πίστευε ακολουθώντας τον Ficino, έμοιαζαν με τις αντίστοιχες ιδιότητες του Θεού. Είναι ανοικτό το ερώτημα, αν αυτό το τιτάνιο έργο θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρωθεί, καθώς και στην αρχική του διατύπωση πήγαινε τόσο πολύ πέρα από τα όρια που η Εκκλησία ήταν διατεθειμένη να δεχθεί, ώστε αναθεμάτισε τον Pico και το έργο του. Αυτός βέβαια δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να διατυπώσει μια συμπεριληπτική αναφορά του συνόλου της γνώσεως.

Συνεχίζεται

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας(22)

 Συνέχεια από: 23 Ιανουαρίου 2023

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας
Κεφάλαιο 3: Ο Ουμανισμός και η αποθέωση του ανθρώπου
Ο Πετράρχης και οι απαρχές του ουμανισμού δ


Ο ιταλικός Ουμανισμός

Όπως είδαμε στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Πετράρχης έβλεπε τους ανθρώπους μάλλον ως βουλητικά, παρά ως λογικά όντα. Αυτό πράγματι ήταν ένα εσωτερικό στοιχείο της ατομικότητας τους. Οι συνέπειες όμως αυτής της θέσης δεν ήταν ποτέ εντελώς ξεκάθαρες στον Πετράρχη, και στους μεταγενέστερους ουμανιστές έγιναν βαθμιαία σαφείς. Από αυτή την άποψη, η σκέψη δεν είναι μια μορφή διαλογισμού, αλλά δράσης. Μέσα στην σκέψη οι άνθρωποι δεν ανακαλύπτουν απλώς μια εγγενή τάξη εντός του κόσμου, αλλά την θέλουν ή της δίνουν μορφή. Κάθε λόγος ή γλώσσα είναι επομένως μια μορφή κατασκευής (poiesis) ή ποίησης (poetry), και η γνώση είναι επομένως πάντοτε μια μορφή δημιουργίας (creation). Η ανθρώπινη δημιουργία όμως, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι μια εκ του μηδενός δημιουργία (creatio ex nihilo), καθώς η θεία βούληση έδωσε ήδη μορφή στον κόσμο. Η γνώση επομένως είναι πάντα μια επανάληψη της κατασκευής, μίμηση, για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Πλάτωνα, της αυθεντικής θεϊκής κατασκευής, μια επανάληψη της βούλησης αυτού που ο Θεός ήδη θέλησε. Η τέχνη με τον τρόπο αυτό έρχεται να παίξει κεντρικό ρόλο στο ουμανιστικό πρόγραμμα, αν και δεν έχει σχεδιαστεί ως άσκηση της δημιουργικότητας ή της έκφρασης. Στηριζόμενος στον Πλάτωνα, ο ουμανισμός φαντάζεται τον καλλιτέχνη να αναδημιουργεί τη θεϊκά όμορφη ουσία της δημιουργίας, σε όλα τα σχήματα και τις μορφές, περιλαμβάνοντας ακόμα και την απεικόνιση του Θεού.

Ο Valla είχε δει αρκετά καθαρά αυτή την σύνδεση τέχνης και θρησκείας. Ο Trinkaus γράφει: «Ο Valla ισχυρίζεται, πως ο κόσμος της θρησκείας έχει επινοηθεί και απεικονισθεί από τον άνθρωπο, όχι επειδή δεν υπάρχει, καθώς η υπερβατική πεποίθηση της πίστης μας μάς διαβεβαιώνει πως υπάρχει, αλλά επειδή δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο αυτό παρά προφητικά και αλληγορικά». Ο Θεός, ως άπειρο ον, δεν μπορεί να συλληφθεί σε πεπερασμένες μορφές, παρά μόνο με αλληγορικό τρόπο. Για το λόγο αυτό, η θρησκεία πρέπει να πάρει μορφή από την βούληση του ανθρώπου. Από αυτή την άποψη, η θρησκεία δεν διαφέρει από άλλες μορφές γνώσης. Ο Trinkaus συμπεραίνει λοιπόν, πως για τον Valla, «όχι μόνο ο θεϊκός κόσμος, αλλά και ο αιώνιος κόσμος της φύσεως και του ανθρώπου επινοείται και απεικονίζεται διαρκώς εκ νέου, από την ενεργή, δημιουργική διάνοια και φαντασία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λειτουργεί έτσι επειδή έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, ο οποίος επινοείται και απεικονίζεται από αγίους ανθρώπους». Η ανθρώπινη αυτή δύναμη, σύμφωνα με τον Valla, δεν τοποθετεί τον άνθρωπο ενάντια στον Θεό, αλλά είναι έκφραση της συμμετοχής του ανθρώπου ως στη θεότητα, ως imago dei. Η ανθρώπινη βούληση λειτουργεί επομένως εντός της βούλησης του Θεού να διαμορφώσει τον κόσμο, αλλά δρα πάντοτε εντός του κόσμου, τον οποίου ήδη διαμόρφωσε η θεία βούληση.

Είναι πάντως αινιγματικό πως οι δυο αυτές βουλήσεις μπορούν και συνυπάρχουν. Ο Valla είχε μαγνητιστεί από την ερώτηση αυτή. Στο έργο του «Περί ελεύθερης βουλήσεως», για παράδειγμα, παραδέχεται πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν, πως η ελεύθερη βούληση μπορεί να είναι συμβατή με την θεϊκή πρόγνωση. Ενώ ήταν πεπεισμένος πως ήταν συμβατή, μπορούσε να κάνει μόνο υποθέσεις για το πως, εισηγούμενος πως η θεϊκή βούληση εργάζεται δια της ανθρώπινης βούλησης (μια θέση την οποία ο Λούθηρος ανέπτυξε πολύ λεπτομερέστερα), αν και με ένα εντελώς μυστηριώδη τρόπο. Αυτή όμως η τοποθέτηση του φαινόταν να τον εμπλέκει τόσο με τον πελαγιανισμό, όσο και με τον μανιχαϊσμό.

Προσδίδοντας ένα τέτοιο ρόλο στην ανθρώπινη βούληση, ο Valla στηρίχτηκε στον συγκρητιστικό νεοπλατωνισμό της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο Πετράρχης και ο Salutati είχαν ήδη επιστρέψει στον Πλάτωνα, κατά την προσπάθεια τους να εκθέσουν μια θεολογική θέση ανεξάρτητη τόσο από τον σχολαστικισμό όσο και από τον νομιναλισμό. Την στροφή αυτή δικαιολογούσε ο δεδηλωμένος Πλατωνισμός του Αυγουστίνου. Οι στοχαστές του 14ου αλλά και των αρχών του 15ου αιώνα είχαν περιορισμένη πρόσβαση στα έργα του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνιστών. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος ήταν γνωστός, σχεδόν αποκλειστικά από επιλεγμένα αποσπάσματα του έργου του, που περιλαμβάνονταν στο έργο του Πέτρου Λομβαρδού «Προτάσεις»,μέ μια μονόπλευρη εντύπωση της σκέψης του. Η ανάκτηση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής σκέψης επιταχύνθηκε με τις ανανεωμένες επαφές με τον ανατολικό Χριστιανισμό στη σύνοδο της Φερράρας (1438-45), κατά την οποία οι Ιταλοί ουμανιστές συνάντησαν ένα ζωντανό εκπρόσωπο της νεοπλατωνικής παράδοσης, τον Πλήθωνα Γεμιστό (1355-1464). Η επίδραση του, και η επίδραση του μαθητή του Ιωάννη Βησσαρίωνα (1402-72), ιδιαίτερα στους Φλωρεντίνους ουμανιστές, ήταν ιδιαίτερα σημαντική, προωθώντας την μελέτης των αρχαίων Ελληνικών και των αρχαίων ελληνικών φιλοσοφικών κειμένων. Η αυξανόμενη επίδραση της αρχαίας ελληνικής σκέψης στον ουμανισμό είχε οπωσδήποτε επίδραση στην κοσμική κοινωνία, αλλά η ώθηση της ήταν αναμφίβολα θρησκευτική, και ο σκοπός της δεν ήταν η ανακάλυψη μιας παγανιστικής εναλλακτικής στον Χριστιανισμό, αλλά η ανάκτηση μιας μορφής Χριστιανισμού, που θα βοηθούσε την επανένωση της Εκκλησίας ενώπιον της πολύ πραγματικής τουρκικής απειλής. Η αναζήτηση του Χριστιανού πολεμιστή που συνδύαζε ευσέβεια και πολεμική αρετή, και που θα μπορούσε να σταθεί ενώπιον των θρησκευτικά εμπνευσμένων πολεμιστών του Ισλάμ, ήταν κεντρικό θέμα του ουμανιστικού προγράμματος, και εκφράστηκε σε πολλά από τα μεγαλειώδη έργα τέχνης του ουμανισμού, όπως το «Απελευθερωμένη Ιερουσαλήμ» του Torquato Tasso ή το «Ιππότης, θάνατος, και διάβολος» του Dürer.

Η δεκτικότητα των ουμανιστών όχι μόνο για τον Πλατωνισμό, αλλά και για τον Νεοπλατωνισμό στηρίχτηκε στην μυστικιστική παράδοση, και ιδιαίτερα στη σκέψη των Meister Eckhardt (1260-1327/28) και John Ruysbroeck (1293-1381), που έδωσαν μεγάλη έμφαση στις άπειρες δυνατότητες του ατομικού ανθρώπινου πνεύματος, ως κατοικίας του Θεού. Ο τελικός όμως σκοπός μιας τέτοιας γνώσης, ήταν σύμφωνα με τη σκέψη τους, όχι η ανεξαρτησία και η αυτονομία, αλλά η επανένωση με τον Θεό, μέσω της διάλυσης της ατομικότητας μέσα στην απειρότητα του θείου όντος. Είναι απτές οι ομοιότητες της σκέψης τους με την σκέψη του Πλωτίνου. Ο ουμανισμός ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, αλλά έδωσε έμφαση στην εγκατοίκηση της θείας δυνάμεως μέσα στο άτομο, και όχι στη διάλυση του ατόμου μέσα στον Θεό. Αυτό εν τέλει οδήγησε τον ιταλικό ουμανισμό στον Προμηθεϊσμό, που ήταν ασύμβατος με τον Χριστιανισμό. Αυτό όμως ήταν μόνο το τέλος ενός μακρού δρόμου, που θα έμενε αλλιώς εντός της πλατιάς ορθοδοξίας του προ-μεταρρυθμιστικού Χριστιανισμού.

Ενώ οι ουμανιστές από τον Πετράρχη μέχρι τον Valla θεωρούσαν τον Πλατωνισμό ως το κύριο θεμέλιο για τη συμφιλίωση της χριστιανικής ευσέβειας και ρωμαϊκής ηθικής, δεν ήταν αρκετά οικείοι με την πλατωνική και την νεοπλατωνική σκέψη, για να είναι αποτελεσματικοί στο εγχείρημα τους. Ο Valla γνώριζε προφανώς περισσότερα για τον Πλατωνισμό από τον Πετράρχη, αλλά και η γνώση του ήταν περιορισμένη. Ο Πλατωνισμός έγινε η καρδιά του ουμανιστικού προγράμματος με τον Marsilio Ficino (1433-99). Αν και ο Ficino ήταν πρωταρχικά φιλόσοφος, ήταν επίσης ακαδημαϊκός, γιατρός, μουσικός και ιερέας. Μετέφρασε σχεδόν όλα τα έργα του Πλάτωνα και πολλών πλατωνιστών στα λατινικά. Η βίλα του στην Φλωρεντία ήταν τόπος συγκέντρωσης ομάδας ουμανιστών που ενδιαφέρονταν για τον Πλάτωνα, και αναφέρονταν ως Πλατωνική ακαδημία. Είχε βαθιά και άμεση επίδραση σε πολλές από τις μεγαλύτερες μορφές της Αναγέννησης, συμπεριλαμβανομένων των Lorenzo de Medici, Leone Battista Alberti, Angelo Poliziano, Christoforo Landino, Pico della Mirandola, Botticelli, Michelangelo, Raphael, Titian και Dürer, όπως και έμμεση επίδραση σε πολλούς άλλους. Ήταν πεπεισμένος πως ο Πλάτων και οι νεοπλατωνικοί μπορούσαν να αντέξουν τη σύνθεση που επιδίωκε ο Πετράρχης, επειδή αποκάλυπταν την αθάνατη και θεία αρχή που βρισκόταν μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον, την οποία επεσήμανε η Γραφή, χαρακτηρίζοντας τον άνθρωπο ως imago dei. Είχε καλούς λόγους για την γνώμη του αυτή. Γνώριζε πως οι πατέρες της Εκκλησίας στηρίζονταν σημαντικά στην πλατωνική και νεοπλατωνική σκέψη, και ήταν πεπεισμένος, πως ο Χριστιανισμός και ο Πλατωνισμός είχαν κοινή ρίζα στην πιο αρχαία σκέψη του Ερμή του Τρισμέγιστου και του Ζωροάστρη.

Ενώ οι σύγχρονοι ακαδημαϊκοί συμφωνούν πως ο νεοπλατωνισμός είχε μια βαθιά επίδραση στον πρώιμο Χριστιανισμό, και παραδέχονται ακόμα πως η ελληνική κα η ιουδαιο-χριστιανική σκέψη είναι κατά κάποιο τρόπο υπόχρεες στην ζωροαστρική σκέψη, απορρίπτουν την ιδέα πως η ερμητική παράδοση είναι η κοινή ρίζα τους. Για πάνω από 200 χρόνια όμως, η πίστη σε μια τέτοια κοινή ρίζα ήταν διαδεδομένη και έπαιζε κεντρικό ρόλο στην αυτό-αντίληψη του Χριστιανισμού, και όπως θα δούμε στη διαμόρφωση της μοντέρνας σκέψης. Και είναι πράγματι πολύ δύσκολο να κατανοήσουμε την πηγή της νεωτερικότητας, εκτός και αν αναγνωρίσουμε τη σημασία αυτής της ερμητικής παράδοσης.

Σχεδόν όλοι οι ύστεροι πατέρες της Εκκλησίας βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στους εννοιολογικούς πόρους νεοπλατωνισμού, η επίγνωση όμως αυτού του δεδομένου ήταν χαμένη για πολύ καιρό, εν μέρει λόγω του κλεισίματος της Πλατωνικής Ακαδημίας από τον Ιουστινιανό το 529 μ. Χ, και την γενικευμένη αντιπαγανιστική προσπάθεια, που βοήθησε στον διαχωρισμό της χριστιανικής σκέψης από την αρχαία φιλοσοφία. Η μόνη πηγή νεοπλατωνισμού γνωστή κατά τον Μεσαίωνα ήταν ο Απουλήιος, που ήταν και ο υποτιθέμενος μεταφραστής του διαλόγου «Ασκληπιός», η μόνη αναφορά στον Ερμητισμό γνωστή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Η αποφασιστική μορφή για την αναβίωση της πλατωνικής και νεοπλατωνικής σκέψης ήταν ο Μιχαήλ Ψελλός (1018-81), βυζαντινός λόγιος, ο οποίος συνδύασε την πλατωνική φιλοσοφία, τους χαλδαϊκούς χρησμούς (αποδίδονται στον Ζωροάστρη) και το Corpus hermeticum (αποδίδεται στον Ερμή Τρισμέγιστο) με την Γραφή. Αυτός λοιπόν ήταν ο πατέρας εκείνης της βυζαντινής παράδοσης που κορυφώθηκε στον Πλήθωνα και τον Βησσαρίωνα, και που με τον Ficino ξαναγεννήθηκε στη Δύση.

Τι ήταν λοιπόν ο ερμητισμός; Ο Ερμής Τρισμέγιστος θεωρήθηκε πως ήταν η φωνή της αρχαίας αιγυπτιακής σοφίας. Υποτίθεται πως δίδαξε τόσο τον Μωυσή, και μέσω αυτού τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, όσο και τον Ορφέα και επομένως τους Έλληνες, συμπεριλαμβανομένου του Πυθαγόρα και (εμμέσως) του Πλάτωνα. Το έργο του Ερμή και άλλα κείμενα αρχαίας σοφίας, όπως οι «Χαλδαϊκοί χρησμοί», μαζί με την εβραϊκή Καμπάλα, θεωρήθηκαν πως ήταν οι πηγές της εβραϊκής και χριστιανικής Γραφής. Για να αναβιώσουν ένα πιο αυθεντικό Χριστιανισμό, φάνηκε πως ήταν σημαντικό να κατανοηθεί η πηγή αυτή και χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία της Βίβλου.

Ο Ficino ήταν σαφώς επηρεασμένος από την βυζαντινή νεοπλατωνική παράδοση, υπήρχε όμως και κάτι τυχαίο στη συνάντηση του με τον ερμητισμό. Το 1462 ο Lorenzo de Medici έδωσε στον Ficino να μεταφράσει κάποια κείμενα. Περιλάμβαναν πολλούς πλατωνικούς διαλόγους και το Corpus hermeticum. Τώρα ξέρουμε πως τα τελευταία κείμενα γράφτηκαν από τους αλεξανδρινούς νεοπλατωνικούς, μεταξύ του πρώτου και τρίτου αιώνα, αλλά ο Ficino και οι σύγχρονοι του δεν είχαν καμιά δυνατότητα να το γνωρίζουν αυτό. Θεώρησαν πως τα κείμενα αυτά ήταν αυτό που δήλωναν. Ο Ficino είχε προηγουμένως γράψει σχόλιο σε ένα κείμενο που ξέρουμε πως είναι ερμητικό, «Το βιβλίο των είκοσι τεσσάρων φιλοσόφων». Τότε είχε ήδη διαπιστώσει τις ομοιότητες προς τον Πλάτωνα. Όταν έλαβε το Corpus hermeticum είχε μόλις ολοκληρώσει την μετάφραση των «Ορφικών ύμνων», και σχεδόν αμέσως παρατήρησε τις ομοιότητες μεταξύ των πρώιμων ελληνικών αναφορών περί Δημιουργίας, όπως και του μύθου που γράφει ο Πλάτων στον Τίμαιο, της ιστορίας που αναφέρει η Γένεσις, και της ιστορίας της περί δημιουργίας στο Corpus hermeticum. Δεν προκαλεί έκπληξη πως έφτασε στο συμπέρασμα, ότι μοιράζονταν μια κοινή καταγωγή. Αυτή ήταν η αρχή ενός σφάλματος που διάρκεσε μέχρι και τον 17ο αιώνα, και όπως θα δούμε, ενώ ήταν σφάλμα, ήταν ένα απίστευτα παραγωγικό σφάλμα, που έπαιξε τεράστιο ρόλο, όχι μόνο στην ουμανιστική σκέψη, αλλά και στην ανάπτυξη της μοντέρνας επιστήμης, ξεκινώντας από τον Κοπέρνικο και τον Bruno, που μέσω του Bacon, Γαλιλαίου και Κέπλερ έφτασε στον Descartes και τον Newton.

Συνεχίζεται