Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (10)

 ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (συνέχεια)

Ότι με βάση όσα εδογμάτισαν περί θείας ουσίας και ενεργείας ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν συνάγεται ότι περιπίπτουν σε περισσότερες από πενήντα κακοδοξίες και ότι ανοίξαντες τη θύρα παρέχουν είσοδο σε όλες γενικώς τις απ’ αιώνος πονηρές αιρέσεις. 

ις'. Όχι δε μόνο από αυτό, αλλά και από το ότι λέγουν κτίσμα το φώς που έλαμψε από τον Σωτήρα επάνω στο όρος, κτίσμα κάμουν αυτοί τον Θεό.

ιζ'. Και τούτο διότι κατά τους άγιους και το φως είναι φυσική δόξα του Θεού και φυσική άναρχη ακτίνα της θεότητος και ουσιώδης ευπρέπεια του Θεού και υπερτελές  και προτέλειον κάλλος. Αυτός δε του οποίου τα φυσικά είναι κτιστά, και αυτός είναι εξ ανάγκης κτιστός κατά τη φύσιν.

ιη'. Εφ’ όσον δε πάλι αυτοί (ο Ακίνδυνος και οι κατ’ αυτόν), αποξενώνοντας το φως από τη θεία φύσιν και απομακρύνοντάς το από την άκτιστη θεότητα, λέγουν μεν ότι έλαβε αρχή από το Θαβώριο όρος, αλλά ότι θα συνυπάρχει με τον Χριστό κατά τον άληκτον αιώνα, όπως πράγματι θα συνυπάρχει για να περιλάμπει απορρήτως τους υιούς του φωτός, πρέπει να πιστεύουν ότι ο Χριστός θα σύγκειται από  τρεις φύσεις∙ την ανθρώπινη, τη θεία κι’ εκείνο το φως.

26 ιθ'. Και όμως λέγοντας κτίσμα αυτό που λαμβάνουν οι άγιοι από το πλήρωμα που κατοικεί στο Χριστό, λέγουν καθαρά κτίσμα και το πλήρωμα εκείνο, δηλαδή τη θεία φύσιν και ενέργεια. Αφού όμως ο μέγας Βασίλειος στις πραγματείες Προς Ευνόμιον δεικνύει ότι επί του Θεού υπάρχει φυσική τάξις, κατά την οποία ο Υιός έρχεται δεύτερος με το αξίωμα που κατέχει σ’ αυτήν, αλλ’ όχι με τη φύσιν, το κατά την τάξιν αξίωμα τούτο του Χριστού θα είναι κτιστό κατά τον Ακίνδυνο, αν κάθε τι που δεν είναι κατά τι ταυτό με τη θεία φύσιν είναι κτιστό.

κ'. Τούτο δε είναι σαφώς στοιχείο του κόμματος τού Αρείου και σαν παραφυάδα της μανίας του, αν δεν την εξεπέρασε κι’ αυτήν, αφού δεν φείδεται ούτε καν τον Πατέρα. Αλλ’ όμως, επειδή επί του Θεού αυτήν την φυσική τάξιν και το κατ’ αυτήν αξίωμα κανένας σώφρων δεν θα μπορούσε να την ειπεί κτιστή, κατά την νεοφανή δε θεολογία του Ακινδύνου κάθε άκτιστο είναι ουσία, κατά την άποψή του κι’ αυτή η τάξις και το αξίωμα είναι ουσία, τότε ο Υιός θα είναι και κατά την ουσία δευτερεύων του Πατρός∙ τούτο δε είναι το καίριο σημείο της λύσσας του Αρείου.

κα'. Αν δε ο ίδιος επιφέρει και την αντίθετη άποψη, κι’ αυτό είναι προϊόν της σε όλα κατεφθαρμένης διανοίας του Ακινδύνου.

κβ'. Αλλά και το εκχεόμενο σ’ εμάς από του Πνεύματος, κατά τον Ιωήλ, ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν το αποκαλούν κτίσμα (διότι τούτο είναι η θεοποιός χάρις, την οποία λέγουν κτιστή)∙ έτσι καθιστούν κτίσμα και το Πνεύμα τo άγιοv, από όπου εκχύνεται η θεοποιός χάρις.

κγ'. Καθ’ όσον πάλι αυτοί, λέγοντας κτιστή την κυρίως λεγομένην από αυτούς χάριν, ισχυρίζονται ότι δι’ εμφυσήματος δοσμένο στους αποστόλους του Χριστού Πνεύμα άγιον δεν είναι η χάρις, αφού αυτό είναι άκτιστο, αλλ’ αυτή η ίδια η υπόστασις του Πνεύματος, είναι φανερά λατινόφρονες. Διότι και από  τον Υιό εμφυσάται και δίδεται και αποστέλλεται το Πνεύμα. Των Λατίνων λοιπόν δοξασία είναι να μην το θεωρούμε τούτο την χάριν, αλλά την υπόσταση τού Πνεύματος.


(Συνεχίζεται)

ΣΧΟΛΙΟ: ΟΛΟΣ ΜΑΣ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΚΛΗΡΟΣ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ. ΠΑΡΟΤΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΗΤΑΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ.
ΟΛΗ Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΚΑΚΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΠΕΡΙ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΟΤΙ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΙΩΝΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ.

Αμέθυστος

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ (9)

 ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (συνέχεια)

Ότι με βάση όσα εδογμάτισαν περί θείας ουσίας και ενεργείας ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν συνάγεται ότι περιπίπτουν σε περισσότερες από πενήντα κακοδοξίες και ότι ανοίξαντες τη θύρα παρέχουν είσοδο σε όλες γενικώς τις απ’ αιώνος πονηρές αιρέσεις. 

21 ι'. Καθ’ όσον λοιπόν λέγουν την ενέργεια γυμνή φωνή, περιπίπτουν σε αθεΐα και καθιστούν τα κτίσματα θεούς. Καθ’ όσον όμως αυτοί την αθετούν όχι μόνο απλώς, αλλά και με το να διατείνονται ότι είναι κτίστες οι οπωσδήποτε διαφορετικές από τη θεία φύση θείες ενέργειες, καθιστούν τον Θεό κτίσμα. Πράγματι προς τους δεχόμενους επί του Χριστού μια ενέργεια λέγει πάλι ο σοφός στα θεία Μάξιμος, «αν αυτή η ενέργεια είναι κτιστή, θα δηλώνει κτιστή φύση, αν είναι άκτιστη θα χαρακτηρίζει άκτιστη ουσία∙ διότι τα φυσικά (ιδιώματα) πρέπει να είναι ανάλογα με τις φύσεις». Διότι το χαρακτηρίζον είναι διάφορο από το χαρακτηριζόμενο, και το κατάλληλο, δηλαδή το ταιριαστό, είναι αναγκαίο να ταιριάζει προς κάποιο άλλο όν.

22 ια'. Ισχυρίζονται επίσης ότι η άκτιστη, όπως αυτοί (δηλ. ο Ακίνδυνος και οι κατ’ αυτόν) τη λέγουν, ενέργεια, είναι μόνο ο Υιός· με αυτό τον ισχυρισμό δεν νομίζουν ότι κάνουν την αντιδιαστολή προς τα κτιστά, με την έννοια ότι δεν υπάρχει καμμιά άκτιστη κοινή ενέργεια που δεν είναι δική του, αλλά εκλαμβάνοντες τη λέξη «μόνος» ως αθέτηση των άκτιστων κοινών ενεργειών της προσκυνητής Τριάδος. Εάν μεν δέχονται ότι o Υιός έχει την ίδια ενέργεια με τον Πατέρα, όπως βέβαια έχει, θα έχει κι’ αυτός άλλον υιό∙ διότι μόνος ο Υιός είναι κατ’ αυτούς η άκτιστη του Πατρός ενέργεια. Εάν δε όμως δεν έχει την αυτή ενέργεια μ’ εκείνον, δεν θα έχει ούτε την αυτή ουσία· διότι από την ενέργεια χαρακτηρίζεται η ουσία. Δεν είναι λοιπόν η ενέργεια από τα υποστατικά ιδιώματα∙ διότι εκείνα δεν χαρακτηρίζουν ουσία αλλά υπόσταση. Γι’ αυτό λοιπόν πάλι ό θείος Μάξιμος, ομιλώντας απέναντι στους νεόκοπους τούτους θεολόγους, λέγει, «ποιός είπε ποτέ υποστατικήν ενέργειαν και από πού και από ποιόν επήραν την έκφραση ώστε να την χρησιμοποιούν;».
ιβ'. Αν λοιπόν η άκτιστη ενέργεια δεν είναι από τα υποστατικά, ο δε Υιός κατά τον Ακίνδυνο δεν έχει απαραλλάκτως την ίδια με τον Πατέρα άκτιστη ενέργεια, θα είναι παραλλαγμένος από  τον Πατέρα και στα κατά φύσιν. Εάν όμως ο Υιός έχει την ενέργεια όχι μόνο παραλλαγμένη αλλά και κτιστή, θα έχει και τη φύσιν κτιστή, πράγμα το οποίο ανήκει σαφώς στη διδασκαλία του Άρειου και του Ευνομίου κι’ εκείνων που από αλλόκοτη μανία λαλούν ανομία εις το ύψος. Διότι, όπως διδαχθήκαμε παραπάνω, η κτιστή ενέργεια παριστάνει κτιστή τη φύση.
ιγ'. Αν πάλι δεν έχει καθόλου ο Υιός ούτε την ίδια ενέργεια με τον Πατέρα ούτε οποιαδήποτε άλλην, θα είναι καθ’ εαυτόν ανυπόστατος, ενθεωρούμενος (ενυπάρχοντας) μόνο στον Πατέρα.

23 ιδ'. Κατά τους θεοσόφους όμως θεολόγους ο Υιός έχει τις ίδιες με τον Πατέρα ενέργειες απαραλλάκτως, όχι απλώς μία, αλλά και πολλές, από τις όποιες καμμιά δεν είναι από τα κτιστά (διότι τα κτίσματα είναι αποτελέσματά τους). Από τα κτιστά κάθε φρόνιμος άνθρωπος γίνεται γνώστης των έμφυτων τούτων ενεργειών και δυνάμεων του κτίσαντος, συλλαμβάνοντάς τες από τα αποτελέσματα, όχι από τη απερινόητον φύσιν του. Κι’ όχι μόνο ο Υιός αλλά και το άγιο Πνεύμα έχει τις ίδιες, ώστε το καθένα από τα δυο πρόσωπα μαζί με τον Πατέρα να είναι πηγή των αΐδιων τούτων ενεργειών, σύμφωνα με τους ένθεους θεολόγους, όπως διευκρινίσαμε στην αρχή και στη συνέχεια της διαπραγματεύσεως θα εκθέσουμε μεθοδικότερα. Ο δε Ακίνδυνος διδάσκει ότι καθεμιά από τις άκτιστες ενέργειες είναι αυθυπόστατη, και ότι ο ίδιος ο Υιός ή το άγιο Πνεύμα υπάρχει κατά τέτοιον τρόπο, σαν να μη υπάρχει καμμιά διαφορά εκείνων προς αυτές. Ποιος θα μπορούσε ν’ απαριθμήσει στη συνέχεια το πλήθος των άτοπων που προέρχονται από αυτά;

24. Μερικές φορές είναι το ίδιο να πούμε ενέργειες ή ενέργεια επί των φυσικών προσόντων του Θεού. Διότι κατά τους ιερούς πατέρες, όπως ο ήλιος διά της ακτίνος θερμαίνει και φωτίζει και ζωογονεί και αυξάνει, έτσι και ο Θεός τα πάντα ενεργεί. Επομένως, όπως στην περίπτωση του ήλιου, αν αναφέρεις την περιεκτική εκείνη ακτίνα, αναφέρεις όλες τις ενέργειες, αν πάλι τις αναφέρεις όλες, αναφέρεις και την μίαν, έτσι και επί του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο και ο από τον Άρειο Πάγο θεοφάντωρ, την μεν θεία ενέργεια και πρόνοια κάπου στους λόγους του, ή μάλλον σε πολλά σημεία, τις καλεί και πρόνοιες και αγαθότητες, ενώ τη θεία υπερουσιότητα την εκφέρει παντού ενιαίως (σ’ ενικό αριθμό). Θα ευρείς δε και τους έπειτα από αυτόν θεολογούντες κατά τον τρόπο του, ν’ αναφέρουν τη θεία ενέργεια άλλοτε ενικώς και άλλοτε πληθυντικώς. Λέγει (ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός), «η σάρξ (του Κυρίου) τις θείες ενέργειες επλούτισε με την ακραιφνεστάτη ένωση προς τον Λόγο, διότι ο Λόγος δια μέσου αυτής φανερώνει την ενέργειά του». Είδες ότι η ίδια είναι και πολλές ενέργειες και μία;

25 ιε'. Αλλ’ αυτοί που τις λέγουν ταύτες κτιστές είναι και μονοθελήτες, χειρότεροι από εκείνους τους παλαιούς, και αθετούν χωρίς αμφιβολία τελείως την εναντίον εκείνων σύνοδο. Διότι, αν κάθε τι που δεν είναι θεία ουσία είναι κτιστό, θα δεχθούν επί του Χριστού κτιστόν μόνον θέλημα και μίαν μόνην ενέργειαν, την κτιστή, κι’ έτσι πάλι υποβιβάζουν και τη θεία ουσία σε κτίσμα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

 ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (συνέχεια)

Ότι με βάση όσα εδογμάτισαν περί θείας ουσίας και ενεργείας ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν συνάγεται ότι περιπίπτουν σε περισσότερες από πενήντα κακοδοξίες και ότι ανοίξαντες τη θύρα παρέχουν είσοδο σε όλες γενικώς τις απ’ αιώνος πονηρές αιρέσεις. 

18 γ.' Αλλά και όταν λέγουν -ή μάλλον και επιχειρούν εγγράφως να κατοχυρώσουν- ότι η θεοποιός χάρις ούτε κτιστή ούτε άκτιστος είναι, είναι σαν να λέγουν ακριβώς ότι ο Θεός δεν υπάρχει· διότι το μήτε κτιστό μήτε άκτιστο, δεν υπάρχει καθόλου. Όπως λοιπόν όποιος αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καθόλου φωτιστική ενέργεια, το φως απομακρύνει ανάμεσα από τα όντα, έτσι και όποιος αθετεί την θεουργό χάρι, αθετεί την ύπαρξη του Θεού. Όπως δε, αν κάποιος αναιρεί τις φωτοδότιδες ηλιακές ακτίνες, έπειτα ισχυρίζεται ότι υπάρχει ήλιος, θα ήταν καταγέλαστος, έτσι είναι και τούτο, αφού παραδέχονται ότι υπάρχει θεία ουσία, αλλά δεν υπάρχει η θεουργός χάρις και οι άλλες ενέργειες.

19 δ'. Και όμως ο Θεός θα είναι κατ’ ουσία από όλους μεθεκτός, από δε τους άγιους και θεωρητός, αν διά της μετοχής του έχει συσταθεί το παν και κατά την ευαγγελική επαγγελία αυτός οράται μόνο από τους άξιους κι’ έχει την ενέργεια του και τη θεοποιό, δηλαδή την άκτιστη λαμπρότητα και χάρι του, κατά την άποψή τους εντελώς αδιάφορη από την ουσία. Αλλά εκείνο απαγορεύεται από τους πατέρες, οι οποίοι λέγουν τον Θεό αμέθεκτο κατ’ ουσία.

ε'. Αυτοί λοιπόν που λέγουν ότι είναι μεθεκτός (μερικές φορές μάλιστα το διακηρύσσουν φανερά), εκτος του ότι αντιτίθενται προς τους πατέρες, εντάσσουν εαυτούς και στους Μεσσαλιανούς. Όπως δηλαδή, έχοντας αισθητική και λογική ουσία είμαστε εκ φύσεως όλοι αισθητικοί και λογικοί, έτσι και αν μετάσχουμε της θείας ουσίας, θα γίνουμε φύσει θεοί. Οι Μεσσαλιανοί λοιπόν αφρόνως νομίζουν ότι μόνο οι άνθρωποι είναι φύσει θεοί, και μάλιστα από τους ανθρώπους εκείνοι που διακρίνονται για την αρετή. Τούτοι όμως πέρασαν και τους Μεσσαλιανούς στη δυσσέβεια. Διότι, ισχυριζόμενοι ότι η θέωσις είναι φυσική μίμησις, κατασκευάζουν τούτο ακριβώς που είπε κάποιος· «διότι αναγκαίως ο θεούμενος θα είναι φύσει Θεός, αν η θέωσις γίνει κατά δεκτική ικανότητα της φύσεως· και θα μπορέσει τέτοιος άνθρωπος να ονομάζεται και φύσει θεός». Και λέγοντας ότι τα σύμπαντα έχουν μετάσχει της θείας ουσίας, με ανόητη δικαιολογία, εξ αιτίας του ότι αυτή είναι πανταχού παρούσα, καθιστούν φύσει θείο κάθε κτίσμα.

20 ς'. Εκτός από αυτά, επειδή κατά την άποψή τους η θεία ουσία δεν διαφέρει κατά τίποτε από τη θεία ενέργεια και το ενεργείν τού Θεού δεν μπορεί να είναι κατά τίποτε παραλλαγμένο από το είναι του, είναι επόμενο κατ’ αυτούς να ειπούμε ότι το ίδιο πράγμα είναι ότι ο Θεός με το δημιουργικό του έργο ενήργησε κάτι γενικώς και ότι υπήρξε.

ζ'. Επομένως συνέπεια της δοξασίας τους είναι ότι τότε άρχισε να υπάρχει ο Θεός, όταν παρήγαγε τα κτίσματα εις γένεσιν. Και μάλιστα ο Ακίνδυνος ισχυρίζεται ότι το ενεργείν είναι πάντοτε σημαντικό του κτίζειν.

η'. Εάν δε ο Θεός είναι και φύσις χωρίς ενέργεια, αφού την έχει σαν στοιχείο αδιάφορο απ’ αυτήν, τότε θα είναι και χωρίς θέληση· διότι η θέλησις είναι ενέργεια φύσεως. Επομένως τής γενέσεως τών όντων δεν προηγήθηκε θεία θέλησις· διότι το υπάρχον προ της γενέσεως κατ’ ανάγκην είναι αγέννητο, ο δε Ακίνδυνος λέγει ότι κάθε αγέννητη ενέργεια δεν διαφέρει κατά τίποτε από τη θεία ουσία. Το ίδιο λοιπόν είναι κατ’ αυτόν να ειπούμε ότι το σύμπαν παρήχθηκε διά της θελήσεως και διά της φύσεως του Θεού· κι’ επειδή εγίναμε και είμαστε κατά την θέληση του Θεού, άρα εγίναμε και είμαστε κατά τη φύση του Θεού.

θ'. Επομένως σύμφωνα με τους νοσούντες από αθεΐα, όπως είναι εύλογο, τα κτίσματα φαίνονται θεοί.

(συνεχίζεται)

ΣΧΟΛΙΟ:  "Διότι, ισχυριζόμενοι ότι η θέωσις είναι φυσική μίμησις, κατασκευάζουν τούτο ακριβώς που είπε κάποιος· «διότι αναγκαίως ο θεούμενος θα είναι φύσει Θεός, αν η θέωσις γίνει κατά δεκτική ικανότητα της φύσεως· και θα μπορέσει τέτοιος άνθρωπος να ονομάζεται και φύσει θεός". 
Εδώ ακριβώς βρίσκουμε μπροστά μας τήν αβυσσαλέα κακοδοξία τής νεοορθοδοξίας, σύμφωνα μέ τήν οποία ο άνθρωπος σάν πρόσωπο, μπορεί νά ζήσει μέ τόν τρόπο τού ακτίστου αλλά καί τήν οικουμενιστική αίρεση τής εκκλησιολογίας τού Ζηζιούλα, σύμφωνα μέ τήν οποία μιά άκτιστη ενέργεια από τά έσχατα θεώνει τόν επίσκοπο καί τούς συναγμένους γύρω από αυτόν.
 Κατά έναν τραγικό δέ τρόπο βρίσκουμε καί τήν δυσσώδη αίρεση τής αποτειχίσεως η οποία ισχυρίζεται πλανώντας ότι ο αληθινός πιστός έχει τήν δεκτική ικανότητα τής φύσεως νά μιμηθεί τούς Αγίους, οδηγώντας τούς ευκολόπιστους στήν αθεΐα.


Αμέθυστος

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

 ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Ότι με βάση όσα εδογμάτισαν περί θείας ουσίας και ενεργείας ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν συνάγεται ότι περιπίπτουν σε περισσότερες από πενήντα κακοδοξίες και ότι ανοίξαντες τη θύρα παρέχουν είσοδο σε όλες γενικώς τις απ’ αιώνος πονηρές αιρέσεις. 

14. Ο Ακίνδυνος λοιπόν καί όσοι κατ’ αυτόν, μη θέλοντας να βάλουν στο νου τους τίποτε από αυτά θεωρούν επί του Θεού ίδιο και απαράλλακτο (ταυτό και αδιάφορον) την άκτιστη ουσία και την άκτιστη ενέργεια. Συμβαίνει λοιπόν αυτοί εξ ανάγκης να λέγουν ότι το ένα από τα δυο αυτά ονόματα είναι εντελώς γυμνή λέξις· και μάλλον και τα δύο δι’ εκατέρου συνωθούν το ένα το άλλο προς τούτο. Όπως δηλαδή δεν είναι δυνατό να λέγουμε ότι η φύσις του Θεού έχει και ουσία, επειδή βέβαια είναι εντελώς αδιάφορον η ουσία και η φύσις στο Θεόέτσι ούτε αυτοί δεν θα μπορέσουν να ειπούν με συνέπεια προς τις απόψεις τους ότι η ουσία του Θεού έχει ενέργεια, επειδή κατά τη γνώμη τους η θεία ενέργεια δεν διαφέρει κατά τίποτε από τη θεία ουσία.

15 α'. Καθ’ όσον λοιπόν λέγουν την ενέργεια γυμνή λέξη, αφού δεν υπάρχει φυσική θεία ενέργεια, περιπίπτουν σε αθεΐα, αναιρώντας το είναι (την ύπαρξη) του Θεού. Πράγματι δεν υφίσταται ενεργείν χωρίς ενέργεια, όπως δεν υφίσταται ούτε υπάρχειν χωρίς ύπαρξη· το δε ανενέργητο είναι ανύπαρκτο. Λέγει πράγματι ο σοφός στα θεία Δαμασκηνός, «είναι αδύνατον ελλιπής φύσις να έχει ύπαρξη, η δε κατά φύσιν ενέργεια δεν είναι απ’ έξω, κι’ είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατό ούτε να είναι ούτε να γνωρίζεται η φύσις χωρίς την κατά φύσιν ενέργεια». O θειος Μάξιμος πάλι, φέροντες ως μάρτυρες όλους τούς κατ’ αυτόν θεοφόρους, λέγει, «οι άγιοι πατέρες φανερά διδάσκουν ότι η οποιαδήποτε φύσις ούτε είναι ούτε γνωρίζεται χωρίς τής ουσιώδους αυτής ενεργείας» και πάλι, «ποιά φύσις είναι ανενέργητη ή εκτός φυσικής ενεργείας; Όπως πράγματι δεν είναι χωρίς ύπαρξη, έτσι δεν είναι ούτε χωρίς φυσική δύναμη· αν δε στερείται αυτήν, θα στερηθεί και την ύπαρξη». Και προς τον Νίκανδρο επίσης γράφοντας λέγει· «όταν αφαιρεθεί το φυσικό θέλημα και η ουσιώδης ενέργεια, πώς θα είναι Θεός ή άνθρωπος, και πώς θα δειχθεί ότι κατ’ ουσίαν είναι τούτο ή εκείνο, αν δεν διατηρεί ανελλιπώς την ιδιότητα της καθεμιάς από τις δύο φύσεις; Εκείνο που βγαίνει έξω από τα κατά φύσιν έχει βγει έξω και από την ίδια την ουσία και δεν έχει καμία ύπαρξη». Βλέπεις, Ακίνδυνε, ότι σαφώς τα κατά φύσιν είναι πολλά, αν και εκείνη είναι μία; Και ότι ιδιότης αυτής (της φύσις) είναι το φυσικό θέλημα και η φυσική ενέργεια; Και ότι χωρίς αυτά είναι ελλιπής, μάλλον δε ανύπαρκτη, και δι’ αυτών δεικνύεται ότι οπωσδήποτε υπάρχει, αλλ’ όχι ότι αυτά είναι η φύσις, και μάλιστα εκείνη η ανέκφαντος;

16. Ο δε σοφώτατος Ιουστίνος ο μάρτυς αντέκρουσε τους Έλληνες, που έλεγαν αυτό ακριβώς πού ακούμε τώρα από τον Ακίνδυνο, ότι «δεν υπάρχει καθόλου επί του Θεού διαίρεσις ουσίας και ενεργείας». Αυτός λέγει, «όσα λέγονται επί Θεού δεν είναι άλλο και άλλο, ούτε όλα διαφορετικά από τη θεία ουσία και μεταξύ τους· διότι δεν υπάρχει καθόλου διαφορά στο Θεό κατά κανένα τρόπο, πλην των διαφορών ανάμεσα στα τρία πρόσωπα». Εκείνοι λέγουν, καθώς o ίδιος ο μάρτυς του Χριστού αντικρούοντάς τους παραθέτει στην αρχή, «δεν πρέπει να νομίσουμε ότι, όπως σ’ εμάς άλλο είναι το είναι και άλλο το βούλεσθαι, έτσι και στον Θεό, άλλα σ’ αυτόν είναι εντελώς το ίδιο το είναι και το βούλεσθαι· διότι ό,τι είναι, και βούλεται, και ό,τι βούλεται, και είναι, και δεν υπάρχει καμία διάκρισις (διαίρεσις) τούτων επ’ αυτού». Καθώς λοιπόν οι Έλληνες έλεγαν τότε αυτό το πράγμα, παρομοίως με τον Ακίνδυνο, ο σοφός μάρτυς της αληθείας Ιουστίνος λέγει, «αφού ο Θεός έχει ουσία για ύπαρξη, βούληση δε για δημιουργία, όποιος απορρίπτει τη διαφορά ουσίας και βουλής, απορρίπτει επίσης την ύπαρξη του θεού και την δημιουργία (ποίησιν)· δηλαδή τη δική του ύπαρξη και την ποίησιν των μη όντων».

17 β'. Έτσι o Ακίνδυνος τελευταίως, καθώς αντίκειται προς εμάς, μεταφέρει στη θεία ενέργεια τα λεχθέντα κακώς από τους Έλληνες για την θεία βουλή· και, αφού παριστάνει τον Θεό να μην είναι και το παν να είναι αγέννητο, αναβιώνει την πλάνη εκείνων. Και τί λέγω ότι μετέφερε στην ενέργεια τα λεχθέντα από τους Έλληνες αθέως επί της βουλής; Διότι ο αθεώτατος των Ελλήνων Ιουλιανός o Παραβάτης, όταν εγκωμιάζει τον θεό του Ήλιο, αποδεικνύεται ότι κατέχει την δοξασία του Ακίνδυνου με τα ίδια λόγια, αφού γράφει· «δεν είναι άλλο μεν ουσία Θεού, άλλο δε δύναμις, κι’ ένα τρίτο πέρα από αυτά, ενέργεια· διότι όλα όσα βούλεται, αυτά είναι που δύναται και ενεργεί. Πράγματι ούτε αυτός που δεν υπάρχει βούλεται, ούτε αυτός που βούλεται να δράσει αδυνατεί, ούτε αυτός που δεν δύναται να ενεργήσει θέλει να ενεργεί». Άρα ευλόγως παθαίνουν το ίδιο με τους Έλληνες όσοι λέγουν ότι είναι αδιάφορη από τη θεία φύση ή άκτιστη ενέργεια. Διότι μόνο από τις ενέργειές του γνωρίζεται ότι υπάρχει ο Θεός. Όποιος λοιπόν αθετεί τις αποδεικτικές θείες ενέργειες, ακόλουθο είναι ότι αγνοεί την ύπαρξη του Θεού, έστω και αν υποκρίνεται ότι υπερασπίζεται τον Θεό.


(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

  ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Διεξοδικότερη απόδειξις (παράστασις) ότι δυσσεβώς αυτός (ο Ακίνδυνος) λέγει ότι τέτοιες ενέργειες είναι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα

7. Κοινές λοιπόν έχουμε διδαχθεί εμείς ότι είναι αυτές οι άκτιστες ενέργειες, αλλ’ όχι ότι υπάρχουν καθ’ εαυτές όπως σε πολλά σημεία και με πολλά λόγια λέγει και κατασκευάζει ο Ακίνδυνος· ούτε η καθεμιά είναι ο Υιός ή το άγιο Πνεύμα, αν και δεν είναι εκτός αυτών.Γι’ αυτό βέβαια και ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος λέγει, «εθυμήθηκα τον ήλιο, την ακτίνα και το φως. Αλλά με πιάνει κι’ εδώ φόβος μη τυχόν στον Πατέρα μεν ουσιώσουμε (δώσουμε ουσία), δεν δώσουμε όμως υπόσταση στα άλλα, αλλά τα θεωρήσουμε δυνάμεις του Θεού που ενυπάρχουν σ’ αυτόν αλλά δεν είναι υποστάσεις». Και στις επιστολές Προς τον Κληδόνιο επίσης λέγει ότι «το να λέγουμε τον Υιό ακτίνα του Πατρός ως ήλιου, ανήκει στη δυσσέβεια του Απολιναρίου». Διότι «άλλος ήλιος είναι (αυτός), που έχει την ίδια με τον Πατέρα μεγαλειότητα, δύναμη, λαμπρότητα κι’ όλα τα περί αυτόν θεωρούμενα». Διότι, λέγουν άλλοι, «τούτων πλούτος είναι η συμφυΐα και το ενιαίο αναπήδημα της λαμπρότητος» και είναι «σαν από τρεις ήλιους, μία του φωτός σύγκρασις».

8. Όπως λοιπόν ακτίνα του Πατρός απαγορεύεται να ειπούμε με αυτή την έννοια τον Υιό, αλλά λέγεται ευσεβώς κατά διαφορετικό τρόπο, για να νοήσουμε το απαθές (τον απαθή χαρακτήρα) της γεννήσεως και το αϊδίως συνείναι (την αΐδια συνύπαρξι) με τον Πατέρα, εννοώντας τότε με την ακτίνα και το ενυπόστατον, έτσι λέγεται ότι ο Υιός είναι δύναμις και ενέργεια και σοφία και βουλή του Πατρός, και τα παρόμοια· αλλά λέγεται έτσι, ώστε κατά τον μέγαν Αθανάσιο «και δι’ αυτών να λογιζόμαστε το απαθές της γεννήσεως και την αϊδιότητα και το πρέπον στον Θεό», και ότι δι’ αυτού έγιναν τα πάντα· κι αν εξετάσει κανείς θα μάθει ότι και οι πατέρες εξυπακούουν ή καί συνεκφωνούν με την κάθε μιά υπόσταση το ενυπόστατον, και έτσι τις διαστέλλουν από τις κοινές ενέργειες.

9. Ότι δε υπάρχουν άκτιστες ενέργειες του Θεού, κοινώς στα τρία πρόσωπα ενθεωρούμενες, αυτό έχει διακηρυχθεί περισσότερο από κάθε τι άλλο κοινώς από όλους τους θεολόγους. Πράγματι o πολύς τα πάντα και μέγας Βασίλειος, διακηρύσσοντας ακριβώς αυτό το πράγμα και δεικνύοντας με αυτό ότι δεν είναι τέτοια ενέργεια του Θεού ο Υιός, λέγει, «αν ο Υιός είναι ενέργεια και όχι γέννημα, τότε αυτός δεν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι το διαφορετικό από αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος· διότι καμιά ενέργεια δεν είναι ένυπόστατος». Βλέπεις σαφώς ότι οι ενέργειες του Θεού δεν είναι ούτε κτίσματα, διότι τα κτίσματα είναι ενεργηθέντα, ούτε ο Χριστός, διότι αυτός είναι ενυπόστατος; Αλλά και στους λόγους Περί του Πνεύματος, αφού απαρίθμησε όσο ήταν δυνατό αυτές τις ενέργειες, προσθέτει· «όλα αυτά τα έχει αϊδίως το άγιο Πνεύμα· αλλά αυτό μεν, πηγάζον εκ Θεού, είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα από αυτό είναι ενέργειες του». Με μόνο λοιπόν το ότι είπε το άγιο Πνεύμα ενυπόστατο, έδειξε ότι αυτές οι ενέργειες δεν είναι ενυπόστατες· με το ότι είπε ότι το Πνεύμα τις έχει αϊδίως, διεκήρυξε τον άκτιστο χαρακτήρα τους. Πώς θα μπορούσε να είναι ενυπόστατο οποιοδήποτε κτίσμα; Πώς επίσης θα μπορούσαν αυτά τα πολλά να είναι ουσία του Θεού, αφού μάλιστα πηγάζουν από το Πνεύμα; «Γι’ αυτό», λέγει πάλι ο ίδιος, «οι μεν ενέργειες του Θεού είναι ποικίλες, η δε ουσία απλή». Ποιές ενέργειες εννοεί; Αυτές που εμνημόνευσε και ό ίδιος· «την πρόνοια, την δύναμη, την αγαθότητα, το προγνωστικόν, το δημιουργικόν, το ανταποδοτικόν και όλα τα παρόμοια».

10. Ο θεσπέσιος Κύριλλος, απευθυνόμενος προς τους ημιαρείους, που ισχυριζόνταν ότι ο Υιός είναι όμοιος κατά τη βούληση του Πατρός, λέγει, «ο Υιός, ως ενυπόστατος, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να ομοιάζει με την ανυπόστατη βούληση». Και πάλι· «η ομοιότης των ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι προς τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι προς εκείνα πού έχουν το είναι τους (την ύπαρξή τους) μέσα σε άλλα (εν ετέροις), όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο». Ο δε επώνυμος της φιλοσοφίας και μάρτυς του Χριστού Ιουστίνος, λέγει, «αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν, και υπάρχει μεν η ουσία τού Θεού, ενυπάρχει δε στην ουσία η βουλή, άρα άλλη είναι η ουσία του Θεού και άλλη η βουλή». Και πάλι· «το βούλεσθαι ή είναι ουσία ή προσυπάρχει στην ουσία. Αλλ’ εάν μεν είναι ουσία, δεν υπάρχει ο βουλόμενος· αν δε προσυπάρχει στήν ουσία, κατ’ ανάγκη άλλο είναι το ένα κι’ άλλο το άλλο. Δεν ταυτίζονται πράγματι τον ον και το προσόν». Και πάλι· «αν ο Θεός βούλεται πολλά, αλλά δεν είναι πολλά κατά την ουσία, άρα στο Θεό δεν είναι το ίδιο πράγμα το είναι και το βούλεσθαι». Άραγε δεν είναι σαφής η διαφορά της θείας ουσίας προς την θεία ενέργεια, συγχρόνως δε και προς κάθε μιά από τις υποστάσεις; Κατά τον ίδιο πράγματι τρόπο είναι δυνατό να ειπούμε και περί τού Υιού, ότι πολλά μεν βούλεται, αλλά δεν είναι πολλά κατά την υπόστασιν· άρα δεν είναι το ίδιο βουλή και υπόστασις. Κατά παρόμοιο τρόπο μπορούμε να ειπούμε και για το Πνεύμα. Και ό,τι είπαμε για τη βουλή, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να είπε και για κάθε φυσική ενέργεια• διότι και η βουλή είναι φυσική ενέργεια τού Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν ο θείος Γρηγόριος προεστώς της Νύσσης λέγει,«Ο Θεός δηλώνει τον ενεργούντα· η θεότης την ενέργεια. κανένα δε από τα τρία δεν είναι ενέργεια, αλλά μάλλον το καθένα τους είναι ενεργούν». Μεταξύ λοιπόν των ενεργειών που παρατηρούνται (ενθεωρούνται) στα τρία πρόσωπα είναι και η θεότης, αλλ’ όχι κατά την ιδιαίτερη υπόστασί τους, αν και δεν είναι χωριστά από αυτές. Διότι πλην από εκείνα τα τρία τίποτε άλλο δεν είναι ενυπόστατον στον θεό, δηλαδή αυθυπόστατον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5


Παραπέρα απόδειξις ότι ο ίδιος (ο Ακίνδυνος) δυσσεβώς θεωρεί ως μόνην άκτιστη θεότητα την ουσία του Θεού

11. Ότι δε αυτή η κοινώς ενθεωρούμενη θεότης που παρατηρείται στα τρία πρόσωπα δεν είναι ούτε ουσία, εκτός από όλους τους άλλους θεολόγους, μας το δίδαξε και τούτος (ο Γρηγόριος Νύσσης) διεξοδικότερα. Πράγματι γράφοντας γι’ αυτό το θέμα στο Προς Αβλάβιον αφού το κατοχύρωσε με πολλούς τρόπους, λέγει πλέον συμπερασματικώς,«αποδείχθηκε από τα λεχθέντα ότι το όνομα της θεότητος σημαίνει ενέργεια και όχι φύσιν». Ποιά ενέργεια; «Την εποπτική και θεατική», όπως λέγει εκεί ο θεοφάντωρ αυτός. 

Ο δε Ακίνδυνος λέγει, «δεν υπάρχει άλλη άκτιστη θεότης και ενέργεια, έκτος από τη φύσιν τού Θεού», απομακρύνοντας σαφώς από τον Θεό και υποβιβάζοντας σε κτίσμα εκείνη τη θεατική ενέργεια, δηλαδή τη θεία πρόγνωση και πρόνοια, αφού δεν είναι θεία φύσις. Και λέγει επίσης· «ο λόγος της ευσεβείας δεν δέχεται άλλη άκτιστον θεότητα έκτος από τη θείαν φύσιν», σαφώς ως λόγο ευσεβείας εννοώντας μόνη την κακοδοξία του Βαρλαάμ κι’ αυτού του ιδίου, τα αντίθετα της οποίας διδάσκουν οι θειοι θεολόγοι. Και πάλι λέγει· «δεν μπορούμε κάποιο από τα άκτιστα και φυσικά του Θεού να θεωρήσουμε ότι είναι κάτι διαφορετικό από την ουσία και τη φύσιν αυτού, ούτε να δεχθούμε ανούσια ή ανυπόστατη ή άλλου είδους σοφία ή δόξα ή αγαθότητα έκτος του Υιού, και γενικώς κάποια κοινή άκτιστη ενέργεια της αγίας Τριάδος». Και τα λέγει αυτά άλλοτε μεν χαρακτηρίζοντας κτιστές τις παραπάνω αναφερόμενες από τους θεολόγους κοινές άκτιστες ενέργειες των τριών προσκυνητών προσώπων, άλλοτε δε αποκαλώντας αυθυπόστατη την καθεμιά τους, κι’ άλλοτε συνδέοντάς τες με τη φύσιν του Θεού κακώς σαν να μην διαφέρουν κατά τίποτε από αυτήν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6


Ότι προβάλλει (ο Ακίνδυνος) εναντίον εαυτού και το κεφάλαιο του θείου Μαξίμου περί του ότι o θεός δεν είναι μήτε μεταξύ των νοούντων μήτε μεταξύ των νοουμένων

12. Πρόχειρο όμως είναι τόσο γι’ αυτόν (τον Ακίνδυνο) όσο και για τους οπαδούς του το σοφότατα γραμμένο κείμενο του άγιου Μαξίμου, «κάθε νόησις, όπως ακριβώς έχει τη θέσιν της ως ποιότης (ιδιότητα) μέσα στην ουσία, έτσι έχει και την κίνησιν ποιωμένη περί (γύρω από) την ουσία· δεν είναι δυνατό να τη δεχθούμε (την νόηση) σαν κάτι αυτοτελές και απλό που υφίσταται καθ’ εαυτό, διότι δεν είναι αυτοτελής και απλή. Ο δε Θεός, αφού και κατά τα δύο υπάρχει εντελώς απλός, δηλαδή και ουσία χωρίς υποκείμενο υλικό και νόησις που δεν έχει καθόλου υποκείμενο, δεν είναι από τα νοούντα και νοούμενα, διότι βέβαια είναι πάνω από ουσία και νόηση». Τούτο λοιπόν είναι πρόχειρο γι’ αυτούς, επειδή δεν καταλαβαίνουν για ποιά νόηση ομιλεί εκείνος ο θεόσοφος (ο Μάξιμος ο Ομολογητής)· πράγματι, όπως επισήμανε και ο ίδιος παρακάτω, ομιλεί για εκείνη τη νόηση, κατά την οποία ο Θεός είναι εντελώς αυτοτελής, αυτός ο ίδιος νοώντας τον εαυτό του και παραμένοντας στον εαυτό του χωρίς εκφοίτηση, ενώ εμείς πραγματευόμαστε προς αυτούς που τελευταία μας προσβάλλουν περί των προόδων και ενεργειών, κατά τις οποίες ο Θεός θεωρείται σε σχέση με κάτι, όπως προαναφέρθηκε· δεν καταλαβαίνουν ότι εκείνος ο κλεινός θεολόγος γράφει αυτά τα πράγματα κατά την αποφατική θεολογία. Πράγματι συνηθίζουν οι θεολόγοι να χρησιμοποιούν μερικές καταφατικές εκφράσεις που έχουν έννοια υπεροχικής αποφάσεως, όπως ο ίδιος το δήλωσε στο τέλος του κεφαλαίου, λέγοντας ότι αίτιο των λόγων του αυτού τού είδους είναι το γεγονός ότι ο Θεός δεν είναι μήτε από τα νοούμενα μήτε από τα νοούντα. Το ένα μάλιστα από τα δύο δεν υπάρχει τρόπος να το πει κανείς, εφ’ όσον δεν θεολογεί κατά υπεροχική απόφαση, αν και βέβαια ο θεηγόρος αρνήθηκε επί του Θεού τη νόησιν ως ποιότητα, δεν την αρνήθηκε όμως ως ενέργεια· μολονότι η νόησις είναι προσκείμενη φανερά ευθύς εξ αρχής σ’ αυτόν και φανερώνει τον υπερφυή χαρακτήρα των θεωρούμενων στον Θεό.

13. Αλλά βέβαια, με το να πει ο θειος Μάξιμος τον Θεό απλό και κατά τα δυό, έδειξε εδώ ότι έχει και ουσία και ενέργεια, την οποία βέβαια αυτός ονομάζει εδώ νόηση, αλλά και ότι αυτές οι δυό έχουν διαφορά μεταξύ τους. Πράγματι δικός του λόγος είναι το ότι «χωρίς διαφορά είναι αδύνατο να ευρεθεί αριθμός». Αλλά ούτε η αποφατική θεολογία αντίκειται στην καταφατική, μάλλον δεικνύει τον υπερφυή χαρακτήρα της, με την έννοια ότι στην πραγματικότητα επί του Θεού τίθενται όλα τα γνωρίσματα από μας, αλλά αυτός τα έχει επάνω από ό,τι μπορούμε να ειπούμε και να νοήσουμε εμείς.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
PG 90. Εντός παρενθέσεων αριθμοί μέσα στο κείμενο, π.χ. (72), δηλώνουν την αντίστοιχη στήλη του τόμου της PG.

 ΕΚΑΤΟΝΤΑΣ  Β΄
α΄. Εἷς Θεός, ὅτι μία θεότης· μονάς [deest τό, μονάς,  in tribus Regiis] ἄναρχος καί ἁπλῆ καί ὑπερούσιος· (1125) καί ἀμερής καί ἀδιαίρετος· ἡ αὐτή μονάς καί Τριάς· ὅλη μονάς ἡ αὐτή, καί ὅλη Τριάς ἡ αὐτή· μονάς ὅλη κατά τήν οὐσίαν ἡ αὐτή, καί Τριάς ὅλη κατά τάς ὑποστάσεις ἡ αὐτή. Πατήρ γάρ, καί Υἱός, καί Πνεῦμα ἅγιον ἡ θεότης, καί ἐν Πατρί, καί Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης. Ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Υἱός. Καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἡ αὐτή· καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ὅλη Πατήρ, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί· καί ὅλος ἐν ὅλῃ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ὅλος ὁ Πατήρ. Καί ὅλη ὅλος ὁ Υἱός ἡ αὐτή· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ὅλη, καί ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁΥἱός. Καί ὅλη Πνεῦμα ἅγιον ἡ αὐτή, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ὅλον ὅλη, καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὐ γάρ ἐκ μέρους ἡ θεότης ἐν τῷ Πατρί, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Πατήρ· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ Υἱῷ ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Υἱός· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὔτε γάρ μεριστή ἡ θεότης· οὔτε ἀτελής ὁ Θεός ὁ Πατήρ, ἤ ὁ Υἱός, ἤ τό Πνεῦμα τό ἅγιον· ἀλλ᾿ ὅλη ἐστίν ἡ αὐτή τελεία τελείως ἐν τελείῳ τῷ Πατρί· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ὅλος γάρ ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁ Πατήρ· καί ὅλος ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁΥἱός· καί ὅλον ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ τελείως ἐστί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διό καί εἷς Θεός ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Μία γάρ καί ἡ αὐτή οὐσία καί δύναμις καί ἐνέργεια Πατρός καί Υἱοῦ καί ἁγίου Πνεύματος· οὐκ ὄντος οὐδενός τοῦ ἑτέρου χωρίς ἤ νοουμένου.  
β΄. Πᾶσα νόησις, τῶν νοούντων καί νοουμένων ἐστίν· ὁ δέ Θεός, οὔτε τῶν νοούντων ἐστίν, οὔτε τῶν νοουμένων· ὑπέρ ταῦτα γάρ· ἐπεί περιγράφεται, τῆς τοῦ νοουμένου σχέσεως, ὡς νοῶν, προσδεόμενος· ἤ τῷ νοοῦντι φυσικῶς ὑποπίπτων, διά τήν σχέσιν νοούμενος. Λείπεται γοῦν, μήτε νοεῖν, μήτε νοεῖσθαι τόν Θεόν ὑπολαμβάνειν· ἀλλ᾿ ὑπέρ τό νοεῖν εἶναι καί νοεῖσθαι. Τῶν γάρ μετ᾿ αὐτόν, φυσικῶς ἐστι τό νοεῖν καί τό νοεῖσθαι.  
γ΄. Πᾶσα νόησις ὥσπερ ἐν οὐσίᾳ πάντως ἔχει τήν θέσιν ὡς ποιότης, οὕτω καί περί οὐσίαν πεποιωμένην ἔχει τήν κίνησιν. Οὐ γάρ ἄφετόν τι καθόλου καί ἁπλοῦν καθ᾿ ἑαυτό ὑφεστώς δυνατόν ἐστιν αὐτήν ὑποδέξασθαι, ὅτι μή ἄφετός ἐστι καί ἁπλῆ. Ὁ δέ Θεός, κατ᾿ ἄμφω πάμπαν ὑπάρχων ἁπλοῦς, καί οὐσία τοῦ ἐν ὑποκειμένῳ χωρίς, καί νόησις μή ἔχουσά τι καθάπαξ ὑποκείμενον· οὐκ ἔστι τῶν νοούντων καί νοουμένων, ὡς ὑπέρ οὐσίαν ὑπάρχων δηλονότι καί νόησιν.  
δ΄. Ὥσπερ ἐν τῷ κέντρῳ τῶν ἐξ αὐτοῦ κατ᾿ εὐθεῖαν ἐκτεταμένων γραμμῶν ἀδιαίρετος θεωρεῖται (1128) παντελῶς ἡ θέσις· οὕτως ὁ ἀξιωθείς ἐν τῷ Θεῷ γενέσθαι, πάντας εἴσεται τούς ἐν αὐτῷ τῶν γεγονότων προϋφεστῶτας λόγους, καθ᾿ ἁπλῆν τινα ἀδιαίρετον γνῶσιν.  
ε΄. Μορφουμένη τοῖς νοουμένοις νόησις, πολλαί νοήσεις ἡ μία καθίσταται νόησις, κατ᾿ εἶδος ἕκαστον μορφουμένη τῶν νοουμένων. Ὁπηνίκα δέ τῶν μορφούντων αὐτήν αἰσθητῶν τε καί νοητῶν τό πλῆθος περάσασα, γένηται πάμπαν ἀνείδεος, τηνικαῦτα προσφυῶς αὐτήν ὁ ὑπέρ νόησιν οἰκειοῦται Λόγος, καταπαύων τῶν ἀλλοιοῦν αὐτήν ταῖς τῶν νοημάτων μορφαῖς πεφυκότων· ὅπερ ὁ παθών, καί αὐτός κατέπαυσεν ἀπό τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπό τῶν ἰδίων ὁ Θεός.  

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – 200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Δεύτερη εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
Δεύτερη εκατοντάδα
1. Ο Θεός είναι ένας, γιατί μία είναι η θεότητα, άναρχη, απλή, πάνω από ουσία, δίχως μέρη και αδιαίρετη. Η ίδια θεότητα είναι μονάδα και τριάδα. Μονάδα ακέραιη η αυτή, και Τριάδα πλήρης η αυτή. Μονάδα ακέραιη κατά την ουσία η ίδια, και Τριάδα πλήρης κατά τις υποστάσεις η ίδια. Γιατί η θεότητα είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Και η θεότητα είναι και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Όλη η θεότητα σε όλον τον Πατέρα η ίδια, και όλος ο Πατέρας σε όλη την ίδια. Και όλη η ίδια σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός σε όλη την ίδια. Και όλη σε όλο το Άγιο Πνεύμα η ίδια θεότητα, και όλο το Άγιο Πνεύμα σε όλη την ίδια. Όλη η θεότητα είναι Πατέρας, και είναι σε όλο τον Πατέρα· και ο Πατέρας είναι όλος σε όλη την θεότητα· και αυτή όλη είναι όλος ο Πατέρας. Και στην ίδια όλη είναι όλος ο Υιός· και η ίδια είναι όλη σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός είναι όλη η θεότητα και σε όλη. Και η ίδια είναι όλη Άγιο Πνεύμα, και σε όλο το Άγιο Πνεύμα· και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο όλη η θεότητα· και σε όλη την ίδια είναι όλο το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί δεν είναι η θεότητα κατά ένα μέρος της στον Πατέρα, ούτε κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Πατέρας· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στον Υιό, ή κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Υιός· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στο Άγιο Πνεύμα, ή το Άγιο Πνεύμα κατά ένα μέρος είναι Θεός.Γιατί ούτε μερίζεται η θεότητα, ούτε είναι ελλιπής Θεός ο Πατέρας ή ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά όλη η θεότητα είναι η ίδια τέλεια τελείως στον τέλειο Πατέρα και όλη τελείως στον τέλειο Υιό η ίδια και όλη τελείως η ίδια στο τέλειο Άγιο Πνεύμα. Γιατί ο Πατέρας είναι όλος τελείως σε όλο τον Υιό και στο Πνεύμα· και όλος τελείως σε όλο τον Πατέρα και το Πνεύμα είναι ο Υίός· και όλο τελείως σε όλο τον Πατέρα και τον Υιό είναι το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι ένας Θεός ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· γιατί μία και η αυτή είναι η ουσία και η δύναμη και η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δεν υπάρχει ούτε νοείται καμιά από τις τρεις Υποστάσεις χωρίς τις άλλες.
2. Κάθε νόηση ανήκει στα όντα που νοούν και σ’ αυτά που νοούνται. Ο Θεός όμως δεν είναι από εκείνα που νοούν, ούτε από εκείνα που νοούνται, γιατί είναι πάνω από αυτά. Διαφορετικά, περιορίζεται· ή από την ανάγκη της σχέσεως με το νοούμενο, αν θα νοούσε· ή με το να υπόκειται φυσικά σ’ εκείνον που τον νοεί, αν θα ήταν νοούμενος. Απομένει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι ούτε νοεί ο Θεός, ούτε νοείται, αλλά ότι είναι πέρα από το να νοεί ή να νοείται. Γιατί οι ιδιότητες αυτές ανήκουν εκ φύσεως στα ύστερα από Εκείνον.
3. Κάθε νόηση, όπως έχει τη θέση της οπωσδήποτε σε κάποια ουσία ως ιδιότητα, έτσι έχει και την κίνηση της γύρω από κάποια ουσία με ιδιότητες. Γιατί δεν είναι δυνατό να τη δεχθεί κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό, απόλυτα ανεξάρτητο και απλό, γιατί και η νόηση δεν είναι ανεξάρτητη και απλή. Ο Θεός όμως, επειδή είναι και κατά τα δύο απόλυτα απλός (και ως ουσία δηλαδή δεν είναι κάτι που νοείται, και ως νόηση [δεν] έχει καθόλου ένα δεδομένο υποκείμενο), δεν είναι από εκείνα που [νοούν και] νοούνται· γιατί βέβαια ο Θεός είναι πάνω από ουσία και νόηση.
4. Για όλες τις ευθείες γραμμές που ξεκινούν από ένα κέντρο, αυτό παραμένει η ολότελα αδιαίρετη αρχή τους. Έτσι και εκείνος ο οποίος αξιώθηκε να βρεθεί μέσα στο Θεό, θα μάθει με μιά απλή και αδιαίρετη γνώση όλους τους λόγους των δημιουργημάτων που προϋπάρχουν σ’ Αυτόν.
5. Όταν η νόηση παίρνει τη μορφή όσων νοούνται, τότε η μία νόηση διαιρείται σε πολλές νοήσεις, παίρνοντας μορφή ανάλογα με κάθε ένα είδος όσων νοούνται. Όταν όμως ξεπεράσει το πλήθος των αισθητών και νοητών που της δίνουν μορφή και γίνει εντελώς χωρίς μορφή και σχήμα, τότε με κατάλληλο τρόπο ο λόγος που είναι πάνω από κάθε νόηση την οικειοποιείται και τη σταματά από όσα εκ φύσεως την αλλοιώνουν με τις μορφές των νοημάτων. Εκείνος που φτάνει στο σημείο αυτό αναπαύθηκε από ολα τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά Του(Εβρ. 4, 10· Γεν. 2,2).
ΣΧΟΛΙΟΑς κρατήσουμε ετούτο τό μάθημα. Ο Ακίνδυνος δέν καταλάβαινε τόν Αγιο Μάξιμο, στήν εποχή  κατά τήν οποία η θεολογία μεσουρανούσε καί επιπλέον μαθητής τού Αγίου Γρηγορίου. Σήμερα όμως, σέ μιά εποχή κατά τήν οποία η θεολογία προδόθηκε, εμφανίζονται άνθρωποι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τόν κατανοούν, χρησιμοποιώντας τον.

Διεξοδικότερη απόδειξις (παράστασις) ότι δυσσεβώς αυτός (ο Ακίνδυνος) λέγει ότι τέτοιες ενέργειες είναι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα

ΣΗΜΕΡΑ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΗΤΗ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ. Η ΟΠΟΙΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΘΕΩΣΗ ΣΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΑΝ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΠΩΣ ΤΟ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΑΝ ΠΡΩΤΟΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΒΡΩΜΙΚΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΕΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΗΛΩΝΕΙ ΟΤΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΛΟΓΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ , ΟΠΩΣ ΔΙΕΡΡΕΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΘΕΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΠΡΟΤΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΤΗΝ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΑΧΡΙΣΤΗΣ  ΠΟΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΟΜΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΕΝΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ

 Το οντολογικό πρόβλημα στην πατερική παράδοση

Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου

* Ο Γεώργιος Δ. Μαρτζέλος είναι Ομότ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστο τελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Εισαγωγή

Ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα στην πατερική θεολογία και γενικώτερα στη φιλοσοφία, τη θύραθεν και τη χριστιανική, είναι το λεγόμενο οντολογικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αυτό μαζί με το γνωσιολογικό, το ηθικό και το αισθητικό συναπαρτίζουν όλα τα επιμέρους προβλήματα τόσο του χριστιανικού όσο και του θύραθεν φιλοσοφικού στοχασμού. Το οντολογικό πρόβλημα απαντά στο βασικό ερώτημα ποιο είναι το ον σε όλες τις μορφές της υπάρξεώς του και ειδικώτερα ποια είναι η ουσία του, είτε πρόκειται για τον Θεό είτε για τον κόσμο.[ΚΟΙΝΗ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ]

Το οντολογικό πρόβλημα τέθηκε στη χριστιανική σκέψη εξ αφορμής δύο επιμέρους θεμελιωδών ζητημάτων που αποτέλεσαν σημεία σύγκρουσης της πατερικής σκέψης με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Πρόκειται για την έννοια της θεότητας και την έννοια της δημιουργίας. Τόσο η έννοια, με την οποία αντιλαμβάνονται οι Πατέρες της Εκκλησίας τον Θεό, όσο και η έννοια, με την οποία αντιλαμβάνονται τη δημιουργία του κόσμου, όχι μόνο είναι τελείως ξένες προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά ανατρέπουν εκ βάθρων τις δύο αυτές φιλοσοφικές αντιλήψεις.

Εκτός αυτού όμως οι διδασκαλίες των Πατέρων για την οντολογική διάκριση κτιστού και ακτίστου, την οντολογική σύσταση των κτιστών όντων και την οντολογία του ανθρώπου, που είναι στενώτατα συνδεδεμένες όχι μόνο με τις διδασκαλίες τους για την έννοια της θεότητας και την έννοια της δημιουργίας, αλλά και με την προσπάθειά τους να διατυπώσουν την τριαδολογική και χριστολογική διδασκαλία τους, αντιπαρατιθέμενοι στις δογματικές κακοδοξίες των κατά καιρούς αιρετικών, δημιουργούν νέες προοπτικές για την επίλυση των επιμέρους αυτών οντολογικών προβλημάτων, οι οποίες όχι μόνο είναι άγνωστες και ξένες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά προωθούν και αναπτύσσουν γόνιμα μέσα στην πατερική παράδοση και τον οντολογικό προβληματισμό.[Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΗΤΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΡΧΑΙΑ. ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ. ΕΔΩΣΕ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ]

Με αυτόν τον τρόπο οι Πατέρες καταφέρνουν όχι μόνο να κλονίσουν συθέμελα την οντολογία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και να δημιουργήσουν μία νέα οντολογία, πάνω στην οποία θα οικοδομήσουν την όλη θεολογία τους. Πέρα από αυτό όμως η δημιουργία μιας νέας οντολογίας από τους Πατέρες καθιστά εμφανή και την τεράστια συμβολή τους στην προώθηση του φιλοσοφικού στοχασμού της εποχής τους. Υπό την έννοια αυτή οι Πατέρες δεν αναδεικνύονται μόνο μεγάλοι θεολόγοι, αλλά και μεγάλοι φιλόσοφοι, που ανατρέπουν φιλοσοφικές αντιλήψεις μιάς μακράς και ισχυρής φιλοσοφικής παράδοσης και δημιουργούν νέες με εξαιρετική πρωτοτυπία και δυναμισμό.[ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ ΘΑ ΣΕ ΔΟΥΜΕ.ΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΧΩΡΟ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ; ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΟΝΟΝ ΕΓΙΝΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΑΝ ΕΧΘΡΟΙ;]

1. Η έννοια της θεότητας

α. Κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού

Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία η θεότητα είναι κατά κανόνα στατική και ακίνητη[ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ;ΤΟ ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΚΙΝΗΤΟ; ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΟΥ;]. Κι αυτό γιατί η κίνηση αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του «γίγνεσθαι» και κατά συνέπεια των ατελών όντων η θεότητα ως τέλεια, ως το όντως ον, δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται από κίνηση αλλά από ακινησία και στάση. Κίνηση στη θεότητα θα σήμαινε ουσιαστικά άρνηση της τελειότητάς της, πράγμα που θα ήταν τελείως αντιφατικό με την έννοια της θεότητας.[ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ; ΜΗΠΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΣ ΑΚΙΝΑΤΗ;]

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Πλάτων θεωρεί την κίνηση ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωμαλίας και της ατέλειας, ενώ η στάση χαρακτηρίζει γι' αυτόν πάντοτε την ομαλότητα και την τελειότητα1. Άλλωστε η κίνηση αποτελεί γι' αυτόν πορεία προς την τελειότητα, είτε αυτή νοείται ως πορεία της άμορφης ύλης προς τις τέλειες μορφές του «γίγνεσθαι» (των αισθητών όντων) είτε ως μία νοητική πορεία από τα αισθητά στα νοητά, από το «γίγνεσθαι» στο «είναι», δηλ. στις ιδέες. Με την έννοια αυτή, εφ' όσον η θεότητα δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίζεται από κάποια ανωμαλία ή ατέλεια ούτε βέβαια μπορεί να ανήκει στο «γίγνεσθαι», στο οποίο ανήκουν μόνο τα αισθητά όντα, δεν αρμόζει σε αυτήν η κίνηση αλλά η στάση.[ΠΑΣΑ ΨΥΧΗ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟ ΓΑΡ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ.Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΟΥΣ; ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΤΕΒΑΙΝΑΝ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΥΣΑΝ Ή.....ΜΗΠΩΣ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕΣ ΤΟ ΝΙΡΒΑΝΑ;]

Εξάλλου για τον Αριστοτέλη η θεότητα είναι αδύνατο να κινείται, γιατί η κίνηση αποτελεί γι' αυτόν μετάβαση από το «δυνάμει είναι» στο «ενεργεία είναι». Επειδή δε το «δυνάμει είναι» συνιστά γι' αυτόν η ύλη, αφού μόνο αυτή έχει τη δυνατότητα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλάζοντας τη μορφή της, γι' αυτό η κίνηση χαρακτηρίζει μόνο τα αισθητά αντικείμενα που έχουν ύλη. Το θείο, που ως νούς δεν έχει ύλη αλλά είναι καθαρό είδος, δεν έχει το «δυνάμει είναι» αλλά μόνο το «ενεργεία είναι»· είναι δηλαδή καθαρό «ενεργεία είναι», καθαρή ενέργεια (με την αριστοτελική έννοια του όρου) και για τον λόγο αυτόν είναι κατά φύση ακίνητο2. Ακόμη και την κίνηση που μεταδίδει στον κόσμο, δεν τη μεταδίδει ως «κινούμενον» αλλά ως «ερώμενον»3, όπως ο μαγνήτης μεταδίδει την κίνηση στα σιδηρά αντικείμενα που βρίσκονται στο μαγνητικό του πεδίο, έλκοντάς τα στον εαυτό του. Έτσι το θείο ως το «πρώτον κινούν» παραμένει για τον Αριστοτέλη πάντοτε «ακίνητον»4. Γι' αυτό και είναι, όπως και για τον Πλάτωνα, τελείως υπερβατικό και ακοινώνητο, ζώντας μακριά από τον κόσμο σε κατάσταση απόλυτης μακαριότητας.[ΜΑΛΛΟΝ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ.ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ; Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΒΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΟΣ. ΑΠΟ ΕΔΩ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΘΕΟΛΟΓΟΙ;]

Εξαίρεση στην ελληνική φιλοσοφία φαίνεται ότι αποτελούν τόσο ο Στωικισμός, για τον οποίο ο Λόγος ως θεότητα αποτελεί τη μόνη ενεργητική και κινητική δύναμη πάνω στην παθητική και αδρανή φύση ύλης5, όσο και ο Νεοπλατωνισμός, για τον οποίο η κίνηση στη θεότητα (στο Εν) είναι αναγκαστική έκφανση της τελειότητάς της στις κατώτερες βαθμίδες του είναι6. Παρ' όλα αυτά και στα δύο αυτά φιλοσοφικά συστήματα, όπως και σε ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσωπική και ελεύθερη σχέση της θεότητας με τον κόσμο. Η θεότητα παραμένει καθ' εαυτήν απρόσωπη και ακοινώνητη.[ΚΑΙ Η ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ; ΤΟ ΕΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΛΑΧ.Ο ΝΟΥΣ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ ΑΙΩΝΙΩΣ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ, ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ]

Σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στην πατερική σκέψη η έννοια της θεότητας είναι πέρα για πέρα δυναμική. Ο Θεός για τους Πατέρες δεν είναι ακίνητος και ακοινώνητος προς τον κόσμο, ζώντας μακριά από αυτόν σε κατάσταση μακαριότητας σύμφωνα με τις αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά κοινωνεί με αυτόν μέσω των ενεργειών του, που εκδηλώνονται στην κτίση και την ιστορία. Δεν είναι το απρόσωπο «ὄντως ὂν» της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά «ὁ Ὤν», που ως πρόσωπο αναπτύσσει προσωπικές σχέσεις με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά τονίζει ο αγ. Γρηγόριος Παλαμάς, όταν εμφανίστηκε ο Θεός στον Μωυσή, δεν του είπε «ἐγώ εἰμι ἡ ουσία», ένα δηλ. απρόσωπο όν, αλλά «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», που υπάρχω δηλαδή ως πρόσωπο[ ΩΣ ΕΓΩ;]. Γιατί, όπως εξηγεί ο Παλαμάς, δεν γίνεται αντιληπτός «ὁ ὤν» ως πρόσωπο από την ύπαρξη της ουσίας του, αλλά η ουσία γίνεται αντιληπτή από την ύπαρξη του «όντος» ως προσώπου. Άλλωστε «ο ων» ως πρόσωπο συμπεριλαμβάνει στον εαυτό του ολόκληρο το είναι, δηλαδή εν προκειμένω και τις τρεις υποστάσεις η τα τρία πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και την ουσία και τις ενέργειες της7. Το σημαντικώτατο αυτό χωρίο του Παλαμά έχει κατά λέξη ως εξής: «Καὶ τῷ Μωϋσῇ δὲ χρηματίζων ὁ Θεός, οὐκ εἶπεν ἐγώ εἰμι ἡ οὐσία, ἀλλ' ἐγώ εἰμι ὁ ὤν· οὐ γὰρ ἐκ τῆς οὐσίας ὁ ὤν, ἀλλ' ἐκ τοῦ ὄντος ἡ οὐσία· αὐτὸς γὰρ ὁ ὢν ὅλον ἐν ἑαυτῷ συνείληφε τὸ εἶναι»8.[Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΕΙΔΕ ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΑΝ ΓΝΟΦΟΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ, ΑΠΟΦΑΤΙΚΩΣ, ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΕ Ο ΜΩΥΣΗΣ, ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ. ΔΕΝ ΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΛΑΝΗ. ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΜΟΝΑΔΑ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ.]

Ο Θεός όμως δεν είναι κινητικός και κοινωνικός μόνο κατά την εξωτριαδική σχέση του με τον κόσμο, που συντελείται με τις ενέργειές του, αλλά και κατά την ενδοτριαδική του ζωή και ύπαρξη, που συνίσταται στην κατά την ουσία σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος μεταξύ τους. Αφορμή για την ανάπτυξη της πατερικής αυτής διδασκαλίας υπήρξε κυρίως ο Αρειανισμός, με τον οποίο αναβιώνει ουσιαστικά η αρχαιοελληνική φιλοσοφική αντίληψη για την έννοια της θεότητας.

Για τον Άρειο ο Θεός είναι ακίνητος και ακοινώνητος κατά την ουσία του. Πριν από τη «γέννηση» του Υιού του, ο Θεός ζούσε σε μία κατάσταση απόλυτης ακινησίας και μοναξιάς9. Η θεία ουσία, όπως παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, είναι κατά τον Άρειο άγονη («μη καρπογόνος») και ακοινώνητη («έρημος»), «ώς φῶς μὴ φωτίζον καὶ πηγὴ ξηρά»10. Αλλωστε η ύπαρξη φυσικής κινητικότητας και κοινωνικότητας στον Θεό, που θα εκδηλωνόταν με τη γέννηση του Υιού του, θα αποτελούσε για τον Άρειο υποταγή του Θεού στην ανάγκη, εφ' όσον σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ο,τι γίνεται κατ' ουσίαν η κατά φύσιν, γίνεται κατ' ανάγκην, και μόνο ο,τι γίνεται κατά βούλησιν, γίνεται ελεύθερα11. Κατά συνέπεια η αποδοχή φυσικής κινητικότητας και κοινωνικότητας στον Θεό θα σήμαινε ουσιαστικά για τον Άρειο άρνηση της τελειότητας και της θεότητας του Θεού.[ΟΛΟΣ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]

Στην πρόκληση αυτή του Αρείου ιδιαίτερα οι Πατέρες του Δ΄ αιώνα απάντησαν προβάλλοντας τη δυναμική έννοια της θεότητας, που συνίσταται όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στην αίδια κινητικότητα και κοινωνικότητά της. Με άλλα λόγια ο Θεός για τους Πατέρες είναι κινητικός και κοινωνικός κατά φύσιν, τόσο κατά την αίδια ύπαρξή του όσο και κατά την οικονομική σχέση του με τον κόσμο.[ΠΑΛΙ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ;] Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Μ. Αθανάσιος, αν ο Θεός είναι κατά την ουσία και τη φύση του άγονος και έρημος σαν φως που δεν φωτίζει η σαν ξερή πηγή, όπως τον θέλουν οι Αρειανοί, τότε είναι αντιφατικό να δέχεται κανείς ότι έχει δημιουργική ενέργεια, γιατί αυτό που είναι ο Θεός κατά φύσιν υπέρκειται και προηγείται οντολογικά σε σχέση με αυτό που κάνει κατά βούλησιν12. Για να κατανοήσουμε το επιχείρημα αυτό του Μ. Αθανασίου, πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας ότι, καίτοι στην πατερική παράδοση σε αντίθεση με τον Νεοπλατωνισμό13 η βούληση του Θεού διακρίνεται σαφώς από τη φύση ή την ουσία του14, ωστόσο δεν νοείται ανεξάρτητα από αυτήν, αλλά αποτελεί κατά την έκφραση του Γρηγορίου Νύσσης «σύνδρομο» της θείας φύσης15[ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ]. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει βούληση έξω από τη φύση, γιατί η φύση είναι που συνιστά το οντολογικό της υπόβαθρο. Αν λοιπόν ο Θεός δεν είναι κινητικός κατά τη φύση του, πως μπορεί να είναι κινητικός κατά τη βούλησή του; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν απολύτως αντιφατικό και παράλογο.[ΕΚ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ Η ΟΥΣΙΑ]

"Ας δούμε όμως και μία θεολογική ερμηνεία της κινήσεως της Αγίας Τριάδος, την οποία ερμηνεύει Ιεραρχικά ο μεγα­λύτερος Θεολόγος, Άγιος Μάξιμος ομολογητής, ambigua, 23: «Πώς εξηγείται το γραφέν υπό Γρηγορίου; Διά τούτο μονάς απ’ αρχής εις δυάδα κινηθείσα μέχρι Τριάδος έστη!; Κινείται (απαντά ο Άγιος Μάξιμος) μέσα στον Νου που είναι άξιος να την κατανοήσει, ο οποίος μέσω της Μονάδος και μέσα στην Μονάδα ολοκληρώνει κάθε έρευνα του σ’ αυτή ή για να το πούμε διαφορετικά, ολόκληρη η Μονάς αχώριστη διδάσκει και φανερώνει στον Νου, στην πρώτη του επαφή μαζί Της, την αλήθεια γύρω από την Μονάδα, έτσι ώστε να μην εισαχθεί χωρισμός στην πρώτη Αιτία. Μετά όμως προχωρά στην φανέρωση της θείας και απόρρη­της Θεογονίας αυτής της πρώτης Αιτίας, αποκαλύπτοντας του Μυστικά και κρυφά ότι δεν πρέπει να σκεφτεί ποτέ πως αυτό το Υπερού­σιο Αγαθό μπορεί να είναι άγονο, στείρο Λόγου και Σοφίας ή Αγιαστικής Δυνάμεως, ομοουσίους και υπαρκτές σαν υποστάσεις, για να μην διατρέξει τον κίνδυνο, αυτός ο Νους, να εννοήσει πως ο Θεός είναι Σύνθεση αυ­τών, ωσάν να επρόκειτο για τυχαία κατηγορήματα, αντί να πιστεύει δια της πίστεως ότι Αυτοί συνυπάρχουν, συναιω­νίως. Λέγεται λοιπόν πως ο Θεός κινείται, καθώς είναι Αιτία της έρευνας του τρόπου με τον οποίον συνυπάρχει. Διότι είναι αδύνατον χωρίς θεϊκό φωτισμό να κατανοήσουμε κάτι από τον Θεό. Διότι ο Θεός που δεν έχει την ίδια φύση με τους ανθρώπους, έχει ασφαλώς και διάφορον τρόπον γεννή­σεως.»"[ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΩΤΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΩΤΕΡΟ;]
Κατά συνέπεια η κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού νοείται κατά τους Πατέρες όχι μόνο εξωτριαδικά, κατά την κατ' ενέργειαν σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος με τον κόσμο, αλλά και ενδοτριαδικά, κατά την κατ' ουσίαν σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος μεταξύ τους.[ΣΑΝ ΤΡΙΑ ΕΓΩ;] Έτσι η υπαρκτική πρόοδος του Υιού και του Αγ. Πνεύματος από τον Πατέρα, η οποία χαρακτηρίζει αιδίως την ενδοτριαδική ζωή του Θεού κατά την ουσία του, συνιστά έκφανση της ενδοτριαδικής κινητικότητας και κοινωνικότητάς του, ενώ η κατά την ενέργεια σχέση του με τον κόσμο εκφράζει την εξωτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητά του.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι για τους Πατέρες η τελειότητα του Θεού δεν χαρακτηρίζεται από ακινησία και στάση, όπως πίστευε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία η και ο Άρειος, αλλά από κίνηση, που χαρακτηρίζει ακόμη και την ίδια την ενδοτριαδική ζωή του. Αναφερόμενος συγκεκριμένα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στην ενδοτριαδική κινητικότητα του Θεού με βάση τις πυθαγόρειες αριθμολογικές αντιλήψεις που ήταν διάχυτες στην εποχή του, τονίζει ότι ο χριστιανικός Θεός κατ' αντίθεση προς τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό και τον ελληνικό πολυθεϊσμό είναι η τέλεια και πλούσια μονάδα που κινήθηκε στη δυάδα και σταμάτησε στην τριάδα16. Έτσι τελειότητα και ενδοτριαδική κίνηση στον Θεό συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.[ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΥΣ!]

Όπως γίνεται σαφές, η ενδοτριαδική αυτή κίνηση του Θεού, παρά το ότι συνδέεται;;; με την ουσία του, δεν συνεπάγεται τροπή η αλλοίωση της θείας ουσίας ούτε συμβαίνει κατ' ανάγκην στον Θεό, όπως θα δεχόταν ο Άρειος, αλλά είναι μία ελεύθερη και αγαπητική αίδια κίνηση που προσδιορίζει την υπαρκτική ιδιαιτερότητα των τριών θείων προσώπων. «Ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ», σημειώνει χαρακτηριστικά ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, «κινηθεὶς ἀχρόνως καὶ ἀγαπητικῶς προῆλθεν εἰς διάκρισιν ὑποστάσεων».[ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΟΣ ΝΑ ΠΡΟΣΛΑΒΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ]
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως παρατηρεί ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο Θεός χαρακτηρίζεται άλλοτε ως έρωτας και αγάπη και άλλοτε ως εραστός και αγαπητός. Κι αυτό γιατί αφ' ενός, ως Πατήρ, είναι αίτιος της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγ. Πνεύματος, και αφ' ετέρου, ως Υιός και Αγ. Πνεύμα, είναι αιτιατό και με την έννοια αυτή αφ' ενός κινεί, αφ' ετέρου κινείται, η καλύτερα κατά την έκφραση του Διονυσίου: «αὐτὸς ἑαυτοῦ καὶ ἑαυτῷ ἐστι προαγωγικὸς καὶ κινητικός»18. Η υπαρκτική σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος αποτελεί κατά τον Διονύσιο αίδια έκφραση της ενδοτριαδικής κινητικής αγάπης του Θεού η καλύτερα της ενδοτριαδικής αγαπητικής του κίνησης19. Έτσι η ενδοτριαδική κίνηση του Θεού, καίτοι φυσική, δεν υποτάσσεται στη φυσική αναγκαιότητα που χαρακτηρίζει τα κτιστά όντα, αλλά εκφράζει και επιβεβαιώνει την οντολογική ελευθερία του Θεού, που συνίσταται στην ενδοτριαδική αγαπητική κοινωνία του ως τριάδας προσώπων20. Με άλλα λόγια οι Πατέρες αντιλαμβάνονται το Ιωάννειο χωρίο «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Ιω. 1, 4, 8) με την έννοια ότι ο Θεός είναι αγάπη όχι μόνο σε σχέση με τον κόσμο, αλλά και καθ' εαυτόν ως αίδια κοινωνία θείων προσώπων21.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο λόγος που κάνουν οι Πατέρες για την αίδια ενδοτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητα η αγάπη του Θεού δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην άποψη ότι ο Θεός κινείται η αγαπά όπως και τα κτιστά όντα. Γι' αυτό, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει και πάλι ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, θέλοντας να διαφοροποιήσει μέσω της αποφατικής θεολογίας τη φύση του Θεού από τη φύση των κτιστών όντων, ο Θεός: «οὔτε ἕστηκεν, οὔτε κινεῖται, οὔτε ἡσυχίαν ἄγει ... οὐδὲ ἕν [ἐνν. ἐστί, οὐδὲ ἑνότης, οὐδὲ ἀγαθότης οὔτε υἱότης, οὔτε πατρότης, οὐδὲ ἄλλῳ τι τῶν ἡμῖν ἢ ἄλλῳ τινὶ τῶν ὄντων συνεγνωσμένων»22. Η κίνηση, η στάση και η αγάπη, όπως τις γνωρίζουμε εμείς, χαρακτηρίζουν τα κτιστά όντα και όχι τον Θεό που ως άκτιστος είναι πέρα και πάνω από αυτά.
Από όσα είπαμε φάνηκε, νομίζουμε, σαφώς ότι η πατερική σκέψη συνδέοντας την τελειότητα του Θεού τόσο με την εξωτριαδική όσο και με την ενδοτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητά του ανέτρεψε εκ βάθρων τις θεολογικές αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που ήθελε βέβαια έναν Θεό τέλειο, αλλά ακριβώς για τον λόγο αυτό ακίνητο και ακοινώνητο. Για τους Πατέρες ο Θεός, ακριβώς επειδή είναι τέλειος, είναι κινητικός και κοινωνικός όχι μόνο εξωτριαδικά αλλά και ενδοτριαδικά. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε πάντοτε υπ' όψιν μας ότι αυτή η κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού δεν έχει καμμία σχέση με την κινητικότητα και κοινωνικότητα των κτιστών όντων.
[ΑΛΛΟ Ο ΘΕΟΣ, Η ΘΕΟΤΗΣ, ΑΛΛΟ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ, Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ. ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΜΑΣ]

(Συνεχίζεται)
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΑΙΡΕΣΗ ΠΑΡΟΤΙ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟ. ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΝ ΔΑΜΟΝΙΚΗ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ.
Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΑΣ ΜΑΣ ΓΙΝΕΙ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

 «Εrgo sum qui sum et sa signification pour une philosophie chretienne» δηλ. «Εγώ ειμί ο ών και η σημασία του γιά μιά χριστιανική φιλοσοφία» στό «Revue des sciences religieuses», XXXV, σελ. 337-355».  Cornelia de Vogel 

Σημειώσεις

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

   ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ότι σωστά επιχειρήσαμε πάλι να γράφουμε

1. Δεν θα ήταν δίκαιο να στερήσουμε τον διωκόμενο από την απολογία, έως ότου παρευρίσκεται αυτός που την απαιτεί διά της κατηγορίαςΠράγματι και αν ακόμη ο κατήγορος εξελεγχθή ενώπιον δικαστικής συνόδου ότι ματαίως επιτίθεται, αλλά δεν κατασιγάσθη, ποιος λόγος θα μπορέσει να κρατήσει τον απολογούμενο; Χρειάζεται λοιπόν πάλι να εξουδετερώσει ο Ηρακλής την ύδρα, η οποία μετά την αποκοπή φέρει πάλι κεφαλή ή κεφαλές, και να είναι έτοιμοι οι δικαστές να ανάψουν στο φάρυγγά της τη φωτιά της δίκης, αφού χάσει πάλι τις κεφαλές της. Ή μάλλον για να είναι κατάλληλα τα παραδείγματα, θα ήταν αναγκαίο οπωσδήποτε η μωσαϊκή ράβδος να ζωντανεύσει και να αυξηθεί πολύ, ώστε να εξαφανίσει τη μαντική εκ μέσου όχι μόνο των ζώντων αλλά και των όντων· τη μαντική που υποκρίνεται ότι ζει κατά τρόπο εφάμιλλο, έστω και αν η κακία αντεπεξέρχεται φιλονεικότερα (εριστικότερα) και αντιτίθεται παρακινώντας τα αγαπητά προς τον Θεό, , φιλοδοξώντας να έχει ίσην με αυτά ισχύ. Γι’ αυτό οι μάντεις στις πληγές που τους καταφέρονται αντιπροβάλλουν τη δύναμή τουςΠρέπει λοιπόν ο λόγος που υπερασπίζεται το θεοφιλές ν’ αναζωογονήσει οπωσδήποτε τις φλύκταινες στα πρόσωπά τους, ώστε να μην μπορούν πλέον να επιδεικνύονται στο βασιλέα της απάτης χωρίς εντροπή οι μάντεις.

2. Έχει δε πολλούς βασιλείς (εννοεί τον ανήλικο βασιλέα Ιωάννη Ε' Παλαιογόγο, την μητέρα του Άννα και τους προστάτες του θρόνου πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και ναύαρχο Αλέξιο Απόκαυκο) αυτός πού επιζητεί τη δόξα των ανθρώπων και για χάρι της ανέλαβε πάλι την έριδα με βάσκανο τρόπο. «Διότι από όποιον έχει ηττηθεί κάποιος, σ’ αυτόν υποδουλώνεται». Αυτοί δε που πολεμούν τώρα την καθαρή αλήθεια, για να έχουν σχεδόν όλα τα πράγματα παρόμοια με τους παλαιούς, έχουν και κάποια ιδιαίτερη βασίλισσα (εννοεί την Ειρήνη Ευλογία Χούμναινα Παλαιολογίνα), μαζί με την οποία και για χάρι τής οποίας αισθάνονται όλοι τους ευχαριστημένοι από την απείθεια, αποφεύγουν την αδοξία τής κατά κράτος ήττας των, επειδή δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει και ένδοξη ήττα, μάλλον δε ωφέλιμη και καλή. Όταν δε εδώ λέγω Ηρακλή, που θεωρείται ότι ήταν σπουδαίος, και Μωυσή, που πράγματι ήταν μεγάλος, δεν εννοώ τον εαυτό μου, αλλά τον αληθή λόγο, ο οποίος κατά τον Ζοροβάβελ, που έζησε επί Δαρείου και Κύρου, κυριαρχεί επί των όλων και παραμένει πάντοτε ακαταγώνιστος, ακόμη και αν καταπολεμάται διαρκώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Ποιός είναι o σκοπός του λόγου· και τί είναι αυτό που εμείς λέγομε και οι αντίθετοι το παρουσιάζουν ψευδώς ως διθεΐα.

3.  Λοιπόν από τους προσφάτους και τους τωρινούς λόγους μας είναι δυνατό να δει κανείς τις φλύκταινες που είναι επάνω στα χείλη των αντιπάλων, δηλαδή τις κακοδοξίες που εξέρχονται από τα λεγόμενά τους. Επειδή δε ως ευδιάκριτες βλέπονται από όλους, θεώρησα πρέπον να συγκεντρώσω όσο μπορούσα  τις κυριότερες και να τις προβάλω εδώ. 

Ενώ λοιπόν  εμείς λέγουμε άκτιστον την θεοποιόν χάριν του Θεού, επιπλέον δε λέγουμε ότι και κάθε φυσική ενέργεια αυτού είναι αχώριστη από την υπερούσια ουσία, αλλά όχι κατά τη σημασία ότι ταυτίζεται μ’ εκείνη (διότι διά μεν της υπερούσιας ουσίας μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι υπερούσιος, διά δε της ενεργείας κατανοούμε την δύναμιν που εκδηλώνεται κατ’ αυτήν) αυτοί μας κατηγορούν ότι δεχόμαστε δύο θεούς, έναν την ουσία και άλλον την ενέργεια. Αυτοί δε, για να μην πάθουν τούτο το πράγμα, λέγουν ότι ένα μόνο άκτιστο υπάρχει, η ουσία του Θεού· γι’ αυτό θεωρούν κτιστή την θεοποιόν δωρεάν του Πνεύματος, την δε ουσία και την φυσική και ουσιώδη ενέργεια θεωρούν επί του Θεού το ίδιο (ταυτόν) και αδιάφορον. Βουλόμενος  δε ο Ακίνδυνος να παραπλανήσει τους απλοϊκότερους (ακεραιότερους), επενόησε να λέγει ότι και ο Υιός ή το Πνεύμα το άγιον είναι αυτή η άκτιστον ενέργειαν. 

[Αρχαίο κείμενο : Λεγόντων ουν ημών άκτιστον την θεοποιόν χάριν του Θεού, προς δε και πάσαν φυσικήν ενέργειαν αυτού, της μεν υπερουσίου αχώριστον ουσίας, τω δε σημαινομένω μη ταυτόν εκείνη (και γαρ διά μεν της υπερουσίου ουσίας τό υπερουσίως είναι τον Θεόν μανθάνομεν, διά δε της κατά ταύτην δύναμιν) ως δύο λεγόντων θεούς κατηγορούσιν, ένα την ουσίαν και άλλον την ενέργειαν. Αύτοι δε, ίνα μη τούτο πάθωσιν, έν είναι μόνον άκτιστον φασι, την ουσίαν του Θεού· διό και την θεοποιόν δωρεάν του Πνεύματος λέγουσι κτίστην, την τε ουσίαν και την φυσικήν και ουσιώδη ενέργειαν ταυτόν και αδιάφορον επί Θεού. Κλέπτειν δε βουλόμενος ο Ακίνδυνος τους ακεραιτοτέρους, και τον Υιόν ή το Πνεύμα το άγιον επενόησε ταύτην είναι λέγειν την άκτιστον ενέργειαν.]

Επομένως πρέπει να προδιαλάβω γι’ αυτήν κι’ εδώ μερικά πράγματα συντόμως. Στους επομένους λόγους βέβαια, Θεού δίδοντος, θα γίνει εκτενέστερη ανάπτυξη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Περί των κοινών άκτιστων ενεργειών της ανωτάτης Τριάδος, τις oποίες επιχειρεί πολυειδώς ν’ αναιρέσει ο Ακίνδυνος.

4. Ο Παύλος λοιπόν, όταν απέτρεπε τους προσερχόμενους στην πίστη από τα ειδωλόθυτα, είπε ότι δεν είναι για όλους η γνώσις. Πόσο μάλλον περισσότερο επιτρέπεται σ’ εμάς να το λέγουμε τούτο, καθώς προσπαθούμε κατά δύναμιν να απομακρύνουμε τους συμφωνούντες με την νέα δυσσέβεια και αναγκαζόμαστε να υπερασπίζουμε τις όντως υπερκόσμιες και προκόσμιες και εγκόσμιες ενέργειες του Θεού απ’ αυτούς που τις απορρίπτουν; Σε όλους όμως εκείνους που έχουν μυηθεί στα θεία και σε όσους είναι πρόθυμοι να προσφέρουν το αυτί τους πειθήνιο σε τέτοια λόγια, θα είναι ευπρόσδεκτο αυτό που πρόκειται να πω.

5. Ο Θεός κατά την ουσία του, ως αποχωρισμένος και απαλλαγμένος από όλα, είναι εντελώς υπεράνω από κάθε νου και κάθε λόγο, από κάθε είδος ενώσεως και μεθέξεως, άσχετος, ασύλληπτος, αμέθεκτος, αθεώρητος, απερινόητος, τελείως ανώνυμος και ανέκφραστος. Αλλ’ αυτός που είναι τόσο υπερουσίως εδραιωμένος επάνω σε άβατα μέρη, από υπερβολή τής εμφύτου αγαθότητος εφρόντισε και για όλα τα απολύτως κατώτερά του όντα αϊδίως, και πριν ακόμη έλθουν στην ύπαρξη· εννοήσας τα προεγνώρισε όλα στα καθ’ έκαστα και τα προώρισε αχρόνως. Πριν τα προαγάγει εις γένεσιν προνοούσε ο ίδιος για τον καιρό που ήταν κατάλληλος γι’ αυτήν.

6. Και για να εκφραστώ κατά τον μέγα Διονύσιο «από υπερβολή αγαθότητος έρχεται έξω από τον εαυτό του, με τις πρόνοιες προς όλα τα όντα και κατά κάποιον τρόπο θέλγεται από την αγαθότητα, την αγάπη και τον έρωτα· και από το χώρο τής υπερβάσεως τών πάντων και της εξαιρέσεως των πάντων κατέρχεται στο χώρο των πάντων κατά την εκστατικήν υπερούσιον δύναμίν του χωρίς να φεύγει από τον εαυτό του». Αυτήν λοιπόν την πρόνοια που είναι αιτία των πάντων, ή αν θέλεις αυτές τις πρόνοιες και ενέργειες, έχουμε μυηθεί ότι είναι κοινές ενέργειες του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Κατά τον σοφό στα θεία Μάξιμο, «της τρισυπόστατης διακεκριμένης ενάδος κοινές είναι οι δημιουργικές πρόνοιες και αγαθότητες»· κι’ αφού τις εχαρακτήρισε ως δημιουργικές, έδειξε ότι είναι άκτιστες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Διεξοδικότερη απόδειξις (παράστασις) ότι δυσσεβώς αυτός (ο Ακίνδυνος) λέγει ότι τέτοιες ενέργειες είναι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα

7. Κοινές λοιπόν έχουμε διδαχθεί εμείς ότι είναι αυτές οι άκτιστες ενέργειες, αλλ’ όχι ότι υπάρχουν καθ’ εαυτές όπως σε πολλά σημεία και με πολλά λόγια λέγει και κατασκευάζει ο Ακίνδυνος· ούτε η καθεμιά είναι ο Υιός ή το άγιο Πνεύμα, αν και δεν είναι εκτός αυτών. Γι’ αυτό βέβαια και ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος λέγει, «εθυμήθηκα τον ήλιο, την ακτίνα και το φως. Αλλά με πιάνει κι’ εδώ φόβος μη τυχόν στον Πατέρα μεν ουσιώσουμε (δώσουμε ουσία), δεν δώσουμε όμως υπόσταση στα άλλα, αλλά τα θεωρήσουμε δυνάμεις του Θεού που ενυπάρχουν σ’ αυτόν αλλά δεν είναι υποστάσεις». Και στις επιστολές Προς τον Κληδόνιο επίσης λέγει ότι «το να λέγουμε τον Υιό ακτίνα του Πατρός ως ήλιου, ανήκει στη δυσσέβεια του Απολιναρίου». Διότι «άλλος ήλιος είναι (αυτός), που έχει την ίδια με τον Πατέρα μεγαλειότητα, δύναμη, λαμπρότητα κι’ όλα τα περί αυτόν θεωρούμενα». Διότι, λέγουν άλλοι, «τούτων πλούτος είναι η συμφυΐα και το ενιαίο αναπήδημα της λαμπρότητος» και είναι «σαν από τρεις ήλιους, μία του φωτός σύγκρασις».

8. Όπως λοιπόν ακτίνα του Πατρός απαγορεύεται να ειπούμε με αυτή την έννοια τον Υιό, αλλά λέγεται ευσεβώς κατά διαφορετικό τρόπο, για να νοήσουμε το απαθές (τον απαθή χαρακτήρα) της γεννήσεως και το αϊδίως συνείναι (την αΐδια συνύπαρξι) με τον Πατέρα, εννοώντας τότε με την ακτίνα και το ενυπόστατον, έτσι λέγεται ότι ο Υιός είναι δύναμις και ενέργεια και σοφία και βουλή του Πατρός, και τα παρόμοια· αλλά λέγεται έτσι, ώστε κατά τον μέγαν Αθανάσιο «και δι’ αυτών να λογιζόμαστε το απαθές της γεννήσεως και την αϊδιότητα και το πρέπον στον Θεό», και ότι δι’ αυτού έγιναν τα πάντα· κι αν εξετάσει κανείς θα μάθει ότι και οι πατέρες εξυπακούουν ή καί συνεκφωνούν με την κάθε μιά υπόσταση το ενυπόστατον, και έτσι τις διαστέλλουν από τις κοινές ενέργειες.

9. Ότι δε υπάρχουν άκτιστες ενέργειες του Θεού, κοινώς στα τρία πρόσωπα ενθεωρούμενες, αυτό έχει διακηρυχθεί περισσότερο από κάθε τι άλλο κοινώς από όλους τους θεολόγους. Πράγματι o πολύς τα πάντα και μέγας Βασίλειος, διακηρύσσοντας ακριβώς αυτό το πράγμα και δεικνύοντας με αυτό ότι δεν είναι τέτοια ενέργεια του Θεού ο Υιός, λέγει, «αν ο Υιός είναι ενέργεια και όχι γέννημα, τότε αυτός δεν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι το διαφορετικό από αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος· διότι καμιά ενέργεια δεν είναι ένυπόστατος». Βλέπεις σαφώς ότι οι ενέργειες του Θεού δεν είναι ούτε κτίσματα, διότι τα κτίσματα είναι ενεργηθέντα, ούτε ο Χριστός, διότι αυτός είναι ενυπόστατος; Αλλά και στους λόγους Περί του Πνεύματος, αφού απαρίθμησε όσο ήταν δυνατό αυτές τις ενέργειες, προσθέτει· «όλα αυτά τα έχει αϊδίως το άγιο Πνεύμα· αλλά αυτό μεν, πηγάζον εκ Θεού, είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα από αυτό είναι ενέργειες του». Με μόνο λοιπόν το ότι είπε το άγιο Πνεύμα ενυπόστατο, έδειξε ότι αυτές οι ενέργειες δεν είναι ενυπόστατες· με το ότι είπε ότι το Πνεύμα τις έχει αϊδίως, διεκήρυξε τον άκτιστο χαρακτήρα τους. Πώς θα μπορούσε να είναι ενυπόστατο οποιοδήποτε κτίσμα; Πώς επίσης θα μπορούσαν αυτά τα πολλά να είναι ουσία του Θεού, αφού μάλιστα πηγάζουν από το Πνεύμα; «Γι’ αυτό», λέγει πάλι ο ίδιος, «οι μεν ενέργειες του Θεού είναι ποικίλες, η δε ουσία απλή». Ποιές ενέργειες εννοεί; Αυτές που εμνημόνευσε και ό ίδιος· «την πρόνοια, την δύναμη, την αγαθότητα, το προγνωστικόν, το δημιουργικόν, το ανταποδοτικόν και όλα τα παρόμοια».

10. Ο θεσπέσιος Κύριλλος, απευθυνόμενος προς τους ημιαρείους, που ισχυριζόνταν ότι ο Υιός είναι όμοιος κατά τη βούληση του Πατρός, λέγει, «ο Υιός, ως ενυπόστατος, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να ομοιάζει με την ανυπόστατη βούληση». Και πάλι· «η ομοιότης των ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι προς τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι προς εκείνα πού έχουν το είναι τους (την ύπαρξή τους) μέσα σε άλλα (εν ετέροις), όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο». Ο δε επώνυμος της φιλοσοφίας και μάρτυς του Χριστού Ιουστίνος, λέγει, «αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν, και υπάρχει μεν η ουσία τού Θεού, ενυπάρχει δε στην ουσία η βουλή, άρα άλλη είναι η ουσία του Θεού και άλλη η βουλή». Και πάλι· «το βούλεσθαι ή είναι ουσία ή προσυπάρχει στην ουσία. Αλλ’ εάν μεν είναι ουσία, δεν υπάρχει ο βουλόμενος· αν δε προσυπάρχει στήν ουσία, κατ’ ανάγκη άλλο είναι το ένα κι’ άλλο το άλλο. Δεν ταυτίζονται πράγματι τον ον και το προσόν». Και πάλι· «αν ο Θεός βούλεται πολλά, αλλά δεν είναι πολλά κατά την ουσία, άρα στο Θεό δεν είναι το ίδιο πράγμα το είναι και το βούλεσθαι». Άραγε δεν είναι σαφής η διαφορά της θείας ουσίας προς την θεία ενέργεια, συγχρόνως δε και προς κάθε μιά από τις υποστάσεις; Κατά τον ίδιο πράγματι τρόπο είναι δυνατό να ειπούμε και περί τού Υιού, ότι πολλά μεν βούλεται, αλλά δεν είναι πολλά κατά την υπόστασιν· άρα δεν είναι το ίδιο βουλή και υπόστασις. Κατά παρόμοιο τρόπο μπορούμε να ειπούμε και για το Πνεύμα. Και ό,τι είπαμε για τη βουλή, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να είπε και για κάθε φυσική ενέργεια• διότι και η βουλή είναι φυσική ενέργεια τού Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν ο θείος Γρηγόριος προεστώς της Νύσσης λέγει, «Ο Θεός δηλώνει τον ενεργούντα· η θεότης την ενέργεια. κανένα δε από τα τρία δεν είναι ενέργεια, αλλά μάλλον το καθένα τους είναι ενεργούν». Μεταξύ λοιπόν των ενεργειών που παρατηρούνται (ενθεωρούνται) στα τρία πρόσωπα είναι και η θεότης, αλλ’ όχι κατά την ιδιαίτερη υπόστασί τους, αν και δεν είναι χωριστά από αυτές. Διότι πλην από εκείνα τα τρία τίποτε άλλο δεν είναι ενυπόστατον στον θεό, δηλαδή αυθυπόστατον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Παραπέρα απόδειξις ότι ο ίδιος (ο Ακίνδυνος) δυσσεβώς θεωρεί ως μόνην άκτιστη θεότητα την ουσία του Θεού

11. Ότι δε αυτή η κοινώς ενθεωρούμενη θεότης που παρατηρείται στα τρία πρόσωπα δεν είναι ούτε ουσία, εκτός από όλους τους άλλους θεολόγους, μας το δίδαξε και τούτος (ο Γρηγόριος Νύσσης) διεξοδικότερα. Πράγματι γράφοντας γι’ αυτό το θέμα στο Προς Αβλάβιον αφού το κατοχύρωσε με πολλούς τρόπους, λέγει πλέον συμπερασματικώς, «αποδείχθηκε από τα λεχθέντα ότι το όνομα της θεότητος σημαίνει ενέργεια και όχι φύσιν». Ποιά ενέργεια; «Την εποπτική και θεατική», όπως λέγει εκεί ο θεοφάντωρ αυτός. 

Ο δε Ακίνδυνος λέγει, «δεν υπάρχει άλλη άκτιστη θεότης και ενέργεια, έκτος από τη φύσιν τού Θεού», απομακρύνοντας σαφώς από τον Θεό και υποβιβάζοντας σε κτίσμα εκείνη τη θεατική ενέργεια, δηλαδή τη θεία πρόγνωση και πρόνοια, αφού δεν είναι θεία φύσις. Και λέγει επίσης· «ο λόγος της ευσεβείας δεν δέχεται άλλη άκτιστον θεότητα έκτος από τη θείαν φύσιν», σαφώς ως λόγο ευσεβείας εννοώντας μόνη την κακοδοξία του Βαρλαάμ κι’ αυτού του ιδίου, τα αντίθετα της οποίας διδάσκουν οι θειοι θεολόγοι. Και πάλι λέγει· «δεν μπορούμε κάποιο από τα άκτιστα και φυσικά του Θεού να θεωρήσουμε ότι είναι κάτι διαφορετικό από την ουσία και τη φύσιν αυτού, ούτε να δεχθούμε ανούσια ή ανυπόστατη ή άλλου είδους σοφία ή δόξα ή αγαθότητα έκτος του Υιού, και γενικώς κάποια κοινή άκτιστη ενέργεια της αγίας Τριάδος». Και τα λέγει αυτά άλλοτε μεν χαρακτηρίζοντας κτιστές τις παραπάνω αναφερόμενες από τους θεολόγους κοινές άκτιστες ενέργειες των τριών προσκυνητών προσώπων, άλλοτε δε αποκαλώντας αυθυπόστατη την καθεμιά τους, κι’ άλλοτε συνδέοντάς τες με τη φύσιν του Θεού κακώς σαν να μην διαφέρουν κατά τίποτε από αυτήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Ότι προβάλλει (ο Ακίνδυνος) εναντίον εαυτού και το κεφάλαιο του θείου Μαξίμου περί του ότι o θεός δεν είναι μήτε μεταξύ των νοούντων μήτε μεταξύ των νοουμένων

12. Πρόχειρο όμως είναι τόσο γι’ αυτόν (τον Ακίνδυνο) όσο και για τους οπαδούς του το σοφότατα γραμμένο κείμενο του άγιου Μαξίμου, «κάθε νόησις, όπως ακριβώς έχει τη θέσιν της ως ποιότης (ιδιότητα) μέσα στην ουσία, έτσι έχει και την κίνησιν ποιωμένη περί (γύρω από) την ουσία· δεν είναι δυνατό να τη δεχθούμε (την νόηση) σαν κάτι αυτοτελές και απλό που υφίσταται καθ’ εαυτό, διότι δεν είναι αυτοτελής και απλή. Ο δε Θεός, αφού και κατά τα δύο υπάρχει εντελώς απλός, δηλαδή και ουσία χωρίς υποκείμενο υλικό και νόησις που δεν έχει καθόλου υποκείμενο, δεν είναι από τα νοούντα και νοούμενα, διότι βέβαια είναι πάνω από ουσία και νόηση». Τούτο λοιπόν είναι πρόχειρο γι’ αυτούς, επειδή δεν καταλαβαίνουν για ποιά νόηση ομιλεί εκείνος ο θεόσοφος (ο Μάξιμος ο Ομολογητής)·  πράγματι, όπως επισήμανε και ο ίδιος παρακάτω, ομιλεί για εκείνη τη νόηση, κατά την οποία ο Θεός είναι εντελώς αυτοτελής, αυτός ο ίδιος νοώντας τον εαυτό του και παραμένοντας στον εαυτό του χωρίς εκφοίτηση, ενώ εμείς πραγματευόμαστε προς αυτούς που τελευταία μας προσβάλλουν περί των προόδων και ενεργειών, κατά τις οποίες ο Θεός θεωρείται σε σχέση με κάτι, όπως προαναφέρθηκε· δεν καταλαβαίνουν ότι εκείνος ο κλεινός θεολόγος γράφει αυτά τα πράγματα κατά την αποφατική θεολογία. Πράγματι συνηθίζουν οι θεολόγοι να χρησιμοποιούν μερικές καταφατικές εκφράσεις που έχουν έννοια υπεροχικής αποφάσεως, όπως ο ίδιος το δήλωσε στο τέλος του κεφαλαίου, λέγοντας ότι αίτιο των λόγων του αυτού τού είδους είναι το γεγονός ότι ο Θεός δεν είναι μήτε από τα νοούμενα μήτε από τα νοούντα. Το ένα μάλιστα από τα δύο δεν υπάρχει τρόπος να το πει κανείς, εφ’ όσον δεν θεολογεί κατά υπεροχική απόφαση, αν και βέβαια ο θεηγόρος αρνήθηκε επί του Θεού τη νόησιν ως ποιότητα, δεν την αρνήθηκε όμως ως ενέργεια· μολονότι η νόησις είναι προσκείμενη φανερά ευθύς εξ αρχής σ’ αυτόν και φανερώνει τον υπερφυή χαρακτήρα των θεωρούμενων στον Θεό.

13. Αλλά βέβαια, με το να πει ο θειος Μάξιμος τον Θεό απλό και κατά τα δυό, έδειξε εδώ ότι έχει και ουσία και ενέργεια, την οποία βέβαια αυτός ονομάζει εδώ νόηση, αλλά και ότι αυτές οι δυό έχουν διαφορά μεταξύ τους. Πράγματι δικός του λόγος είναι το ότι «χωρίς διαφορά είναι αδύνατο να ευρεθεί αριθμός». Αλλά ούτε η αποφατική θεολογία αντίκειται στην καταφατική, μάλλον δεικνύει τον υπερφυή χαρακτήρα της, με την έννοια ότι στην πραγματικότητα επί του Θεού τίθενται όλα τα γνωρίσματα από μας, αλλά αυτός τα έχει επάνω από ό,τι μπορούμε να ειπούμε και να νοήσουμε εμείς.

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, Περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού (αρχαίο κείμενο)
PG 90. Εντός παρενθέσεων αριθμοί μέσα στο κείμενο, π.χ. (1125), δηλώνουν την αντίστοιχη στήλη του τόμου της PG.

ΕΚΑΤΟΝΤΑΣ Β΄

α΄. Εἷς Θεός, ὅτι μία θεότης· μονάς [deest τό, μονάς, in tribus Regiis] ἄναρχος καί ἁπλῆ καί ὑπερούσιος· (1125) καί ἀμερής καί ἀδιαίρετος· ἡ αὐτή μονάς καί Τριάς· ὅλη μονάς ἡ αὐτή, καί ὅλη Τριάς ἡ αὐτή· μονάς ὅλη κατά τήν οὐσίαν ἡ αὐτή, καί Τριάς ὅλη κατά τάς ὑποστάσεις ἡ αὐτή. Πατήρ γάρ, καί Υἱός, καί Πνεῦμα ἅγιον ἡ θεότης, καί ἐν Πατρί, καί Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης. Ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Υἱός. Καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἡ αὐτή· καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ὅλη Πατήρ, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί· καί ὅλος ἐν ὅλῃ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ὅλος ὁ Πατήρ. Καί ὅλη ὅλος ὁ Υἱός ἡ αὐτή· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ὅλη, καί ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁΥἱός. Καί ὅλη Πνεῦμα ἅγιον ἡ αὐτή, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ὅλον ὅλη, καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὐ γάρ ἐκ μέρους ἡ θεότης ἐν τῷ Πατρί, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Πατήρ· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ Υἱῷ ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Υἱός· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὔτε γάρ μεριστή ἡ θεότης· οὔτε ἀτελής ὁ Θεός ὁ Πατήρ, ἤ ὁ Υἱός, ἤ τό Πνεῦμα τό ἅγιον· ἀλλ᾿ ὅλη ἐστίν ἡ αὐτή τελεία τελείως ἐν τελείῳ τῷ Πατρί· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ὅλος γάρ ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁ Πατήρ· καί ὅλος ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁΥἱός· καί ὅλον ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ τελείως ἐστί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διό καί εἷς Θεός ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Μία γάρ καί ἡ αὐτή οὐσία καί δύναμις καί ἐνέργεια Πατρός καί Υἱοῦ καί ἁγίου Πνεύματος· οὐκ ὄντος οὐδενός τοῦ ἑτέρου χωρίς ἤ νοουμένου.

β΄. Πᾶσα νόησις, τῶν νοούντων καί νοουμένων ἐστίν· ὁ δέ Θεός, οὔτε τῶν νοούντων ἐστίν, οὔτε τῶν νοουμένων· ὑπέρ ταῦτα γάρ· ἐπεί περιγράφεται, τῆς τοῦ νοουμένου σχέσεως, ὡς νοῶν, προσδεόμενος· ἤ τῷ νοοῦντι φυσικῶς ὑποπίπτων, διά τήν σχέσιν νοούμενος. Λείπεται γοῦν, μήτε νοεῖν, μήτε νοεῖσθαι τόν Θεόν ὑπολαμβάνειν· ἀλλ᾿ ὑπέρ τό νοεῖν εἶναι καί νοεῖσθαι. Τῶν γάρ μετ᾿ αὐτόν, φυσικῶς ἐστι τό νοεῖν καί τό νοεῖσθαι.

γ΄. Πᾶσα νόησις ὥσπερ ἐν οὐσίᾳ πάντως ἔχει τήν θέσιν ὡς ποιότης, οὕτω καί περί οὐσίαν πεποιωμένην ἔχει τήν κίνησιν. Οὐ γάρ ἄφετόν τι καθόλου καί ἁπλοῦν καθ᾿ ἑαυτό ὑφεστώς δυνατόν ἐστιν αὐτήν ὑποδέξασθαι, ὅτι μή ἄφετός ἐστι καί ἁπλῆ. Ὁ δέ Θεός, κατ᾿ ἄμφω πάμπαν ὑπάρχων ἁπλοῦς, καί οὐσία τοῦ ἐν ὑποκειμένῳ χωρίς, καί νόησις μή ἔχουσά τι καθάπαξ ὑποκείμενον· οὐκ ἔστι τῶν νοούντων καί νοουμένων, ὡς ὑπέρ οὐσίαν ὑπάρχων δηλονότι καί νόησιν.

δ΄. Ὥσπερ ἐν τῷ κέντρῳ τῶν ἐξ αὐτοῦ κατ᾿ εὐθεῖαν ἐκτεταμένων γραμμῶν ἀδιαίρετος θεωρεῖται (1128) παντελῶς ἡ θέσις· οὕτως ὁ ἀξιωθείς ἐν τῷ Θεῷ γενέσθαι, πάντας εἴσεται τούς ἐν αὐτῷ τῶν γεγονότων προϋφεστῶτας λόγους, καθ᾿ ἁπλῆν τινα ἀδιαίρετον γνῶσιν.

ε΄. Μορφουμένη τοῖς νοουμένοις νόησις, πολλαί νοήσεις ἡ μία καθίσταται νόησις, κατ᾿ εἶδος ἕκαστον μορφουμένη τῶν νοουμένων. Ὁπηνίκα δέ τῶν μορφούντων αὐτήν αἰσθητῶν τε καί νοητῶν τό πλῆθος περάσασα, γένηται πάμπαν ἀνείδεος, τηνικαῦτα προσφυῶς αὐτήν ὁ ὑπέρ νόησιν οἰκειοῦται Λόγος, καταπαύων τῶν ἀλλοιοῦν αὐτήν ταῖς τῶν νοημάτων μορφαῖς πεφυκότων· ὅπερ ὁ παθών, καί αὐτός κατέπαυσεν ἀπό τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπό τῶν ἰδίων ὁ Θεός.

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
Δεύτερη εκατοντάδα

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄ (σελ. 123-146).

1. Ο Θεός είναι ένας, γιατί μία είναι η θεότητα, άναρχη, απλή, πάνω από ουσία, δίχως μέρη και αδιαίρετη. Η ίδια θεότητα είναι μονάδα και τριάδα. Μονάδα ακέραιη η αυτή, και Τριάδα πλήρης η αυτή. Μονάδα ακέραιη κατά την ουσία η ίδια, και Τριάδα πλήρης κατά τις υποστάσεις η ίδια. Γιατί η θεότητα είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Και η θεότητα είναι και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Όλη η θεότητα σε όλον τον Πατέρα η ίδια, και όλος ο Πατέρας σε όλη την ίδια. Και όλη η ίδια σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός σε όλη την ίδια. Και όλη σε όλο το Άγιο Πνεύμα η ίδια θεότητα, και όλο το Άγιο Πνεύμα σε όλη την ίδια. Όλη η θεότητα είναι Πατέρας, και είναι σε όλο τον Πατέρα· και ο Πατέρας είναι όλος σε όλη την θεότητα· και αυτή όλη είναι όλος ο Πατέρας. Και στην ίδια όλη είναι όλος ο Υιός· και η ίδια είναι όλη σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός είναι όλη η θεότητα και σε όλη. Και η ίδια είναι όλη Άγιο Πνεύμα, και σε όλο το Άγιο Πνεύμα· και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο όλη η θεότητα· και σε όλη την ίδια είναι όλο το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί δεν είναι η θεότητα κατά ένα μέρος της στον Πατέρα, ούτε κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Πατέρας· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στον Υιό, ή κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Υιός· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στο Άγιο Πνεύμα, ή το Άγιο Πνεύμα κατά ένα μέρος είναι Θεός.Γιατί ούτε μερίζεται η θεότητα, ούτε είναι ελλιπής Θεός ο Πατέρας ή ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά όλη η θεότητα είναι η ίδια τέλεια τελείως στον τέλειο Πατέρα και όλη τελείως στον τέλειο Υιό η ίδια και όλη τελείως η ίδια στο τέλειο Άγιο Πνεύμα. Γιατί ο Πατέρας είναι όλος τελείως σε όλο τον Υιό και στο Πνεύμα· και όλος τελείως σε όλο τον Πατέρα και το Πνεύμα είναι ο Υίός· και όλο τελείως σε όλο τον Πατέρα και τον Υιό είναι το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι ένας Θεός ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· γιατί μία και η αυτή είναι η ουσία και η δύναμη και η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δεν υπάρχει ούτε νοείται καμιά από τις τρεις Υποστάσεις χωρίς τις άλλες.

2. Κάθε νόηση ανήκει στα όντα που νοούν και σ’ αυτά που νοούνται. Ο Θεός όμως δεν είναι από εκείνα που νοούν, ούτε από εκείνα που νοούνται, γιατί είναι πάνω από αυτά. Διαφορετικά, περιορίζεται· ή από την ανάγκη της σχέσεως με το νοούμενο, αν θα νοούσε· ή με το να υπόκειται φυσικά σ’ εκείνον που τον νοεί, αν θα ήταν νοούμενος. Απομένει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι ούτε νοεί ο Θεός, ούτε νοείται, αλλά ότι είναι πέρα από το να νοεί ή να νοείται. Γιατί οι ιδιότητες αυτές ανήκουν εκ φύσεως στα ύστερα από Εκείνον.

3. Κάθε νόηση, όπως έχει τη θέση της οπωσδήποτε σε κάποια ουσία ως ιδιότητα, έτσι έχει και την κίνηση της γύρω από κάποια ουσία με ιδιότητες. Γιατί δεν είναι δυνατό να τη δεχθεί κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό, απόλυτα ανεξάρτητο και απλό, γιατί και η νόηση δεν είναι ανεξάρτητη και απλή. Ο Θεός όμως, επειδή είναι και κατά τα δύο απόλυτα απλός (και ως ουσία δηλαδή δεν είναι κάτι που νοείται, και ως νόηση [δεν] έχει καθόλου ένα δεδομένο υποκείμενο), δεν είναι από εκείνα που [νοούν και] νοούνται· γιατί βέβαια ο Θεός είναι πάνω από ουσία και νόηση.

4. Για όλες τις ευθείες γραμμές που ξεκινούν από ένα κέντρο, αυτό παραμένει η ολότελα αδιαίρετη αρχή τους. Έτσι και εκείνος ο οποίος αξιώθηκε να βρεθεί μέσα στο Θεό, θα μάθει με μιά απλή και αδιαίρετη γνώση όλους τους λόγους των δημιουργημάτων που προϋπάρχουν σ’ Αυτόν.

5. Όταν η νόηση παίρνει τη μορφή όσων νοούνται, τότε η μία νόηση διαιρείται σε πολλές νοήσεις, παίρνοντας μορφή ανάλογα με κάθε ένα είδος όσων νοούνται. Όταν όμως ξεπεράσει το πλήθος των αισθητών και νοητών που της δίνουν μορφή και γίνει εντελώς χωρίς μορφή και σχήμα, τότε με κατάλληλο τρόπο ο λόγος που είναι πάνω από κάθε νόηση την οικειοποιείται και τη σταματά από όσα εκ φύσεως την αλλοιώνουν με τις μορφές των νοημάτων. Εκείνος που φτάνει στο σημείο αυτό αναπαύθηκε από ολα τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά Του (Εβρ. 4, 10· Γεν. 2,2).

ΣΧΟΛΙΟ: Ας κρατήσουμε ετούτο τό μάθημα. Ο Ακίνδυνος δέν καταλάβαινε τόν Αγιο Μάξιμο, στήν εποχή  κατά τήν οποία η θεολογία μεσουρανούσε καί επιπλέον υπήρξε μαθητής τού Αγίου Γρηγορίου. Σήμερα όμως, σέ μιά εποχή κατά τήν οποία η θεολογία προδόθηκε, εμφανίζονται άνθρωποι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τόν κατανοούν, χρησιμοποιώντας τον.

ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.

ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΑΥΤΙΖΟΥΝ ΤΟ ΕΧΕΙΝ ΜΕ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΤΟ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΣΤΑΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΤΑ ΟΛΑ ΤΟΥ.

Φτάνουμε τώρα στο σημαντικότερο κείμενο, το οποίο απαντά και στο κατεξοχήν επιχείρημά τους,Γρηγόριος Ο Μέγας “Λόγος ΚΘ, 16, 9”: «Η ονομασία Πατήρ δεν είναι χαρακτηρισμός ούτε της ουσίας, ούτε της ενεργείας, αλλά σημαίνει την σχέσιν του Πατρός προς τον Υιόν ή του Υιού προς τον Πατέρα. Όπως δηλ. εις ημάς τους ανθρώπους αι ονομασίαι αύται φανερώνουν την γνησιότητα και την ομοιότητα φύσεως μεταξύ γεννήτορος και γεννηθέντος».

Βλέπουμε ξεκάθαρα και εδώ πως είναι αδύνατο να βρεθούν όροι και καταστάσεις στη ζωή μας που να μπορούν να περιγράψουν την Αγία Τριάδα. Ακόμη και η Σχέση, το πώς έχει, σημαίνει ομοφυίαν, ισοτιμίαν. Δεν σημαίνουν πώς είναι, όπως ψευδώς προσπαθούν να μας πείσουν οι θεολόγοι μας. Το πρόσωπον δεν σημαίνει πώς είναι, αλλά πώς έχει το ένα προς το άλλο!

Στην Αγία Τριάδα είναι τα ίδια και ονόματα και πράγματα!